Μήνας: Ιούνιος 2010

Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων για την «Εποπτεία Ιδιωτικής Ασφάλισης»

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με το Σχέδιο Νόμου επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, η υπαγωγή της εποπτείας του ασφαλιστικού κλάδου στην Τράπεζα της Ελλάδος, η αντιμετώπιση του ζητήματος των εταιρειών του Ομίλου ΑΣΠΙΣ, και η σύσταση εγγυητικού κεφαλαίου ασφάλισης ζωής.

 

Ως προς την πρώτη επιδίωξη, με τις προτεινόμενες διατάξεις η Κυβέρνηση επιλέγει την κατάργηση της ΕΠΕΙΑ και την υπαγωγή της εποπτείας του ασφαλιστικού κλάδου στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Έτσι, το εγχώριο εποπτικό πλαίσιο των τριών πυλώνων – μία εποπτική αρχή ανά χρηματοπιστωτική αγορά – αναμένεται να μετατραπεί σ’ ένα πλαίσιο δύο εποπτικών φορέων (ΤτΕ και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς).

Επιλέγοντας η Κυβέρνηση, όπως αναφέρει και η Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου «την προφανώς δόκιμη και συνάδουσα με την τάση της διεθνούς πρακτικής λύση.»

Είναι όμως αυτή η διεθνής πρακτική;

Σήμερα, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ενοποιημένη εποπτική αρχή για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο, υπό την Κεντρική Τράπεζα, συναντάμε μόνο στη Γαλλία, και μάλιστα αυτό θεσμοθετήθηκε πολύ πρόσφατα, στις αρχές του 2010.

Σε καμία άλλη Ευρωπαϊκή χώρα. Σύμφωνα μάλιστα με πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τέτοια αρχή υπάρχει μόνο στον Καναδά, στην Κολομβία, στο Εκουαδόρ, στο Ελ Σαλβαδόρ, στη Γουατεμάλα, στη Μαλαισία, στο Περού και στη Βενεζουέλα.

Αυτό που συναντάται στις περισσότερες χώρες είναι η ενοποιημένη εποπτεία για όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ή το παραδοσιακό μοντέλο θεσμικής εποπτείας ανά αγορά, όπως ισχύει σήμερα και στη χώρα μας.

Η λογική όμως της ενοποιημένης εποπτείας παρουσιάζει έντονα σημάδια κριτικής, και αποδόμησης σε ορισμένες περιπτώσεις, μετά και τις εξελίξεις στο Βρεττανικό κανονιστικό πλαίσιο.

Πλαίσιο το οποίο κατακρίθηκε για υπερσυγκεντρωτισμό, αδυναμία αντιμετώπισης της κρίσης με αποτελεσματικότητα, αδυναμία επίτευξης των προσδοκόμενων οικονομιών κλίμακος και φάσματος για τις οποίες είχε δημιουργηθεί.

Έτσι, το κανονιστικό πλαίσιο του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ενοποιημένου εποπτικού καθεστώτος και μεταρρυθμιστικό σημείο αναφοράς για πολλά άλλα καθεστώτα, διασπάται από το 2012, – μετά και την πρόσφατη απόφαση των εκεί αρχών – στο Financial Policy Committee της Τράπεζας της Αγγλίας που επωμίζεται τη μακροπροληπτική εποπτεία, στην Prudential Regulation Authority υπό το Διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας που εστιάζει στη μικροπροληπτική εποπτεία, και της Consumer Protection and Markets Authority που επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στους κανόνες επιχειρηματικής συμπεριφοράς (conduct-of-business).

Έτσι ενισχύεται η ιδέα ενός εποπτικού πλαισίου που δομείται σύμφωνα με τους στόχους, και όχι σύμφωνα με τις επιμέρους αγορές.

Ένος εποπτικού πλαισίου με χαρακτηριστικότερη διάσταση αυτού το μοντέλων των «δίδυμων κορυφών» [twin (Ολλανδία), three or four (Αυστραλία) peaks], το οποίο εδράζεται στην διάκριση ανάμεσα στην προληπτική εποπτεία και την εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς οριζόντια για όλους τους χρηματοοικονομικούς κλάδους.

Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, δημιουργούνται δύο εποπτικές αρχές, μια για την προληπτική εποπτεία όλων των χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων (όπου εμπλέκεται και η Κεντρική Τράπεζα) και μία για την εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς.

Ως εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς νοείται πλέγμα ρυθμίσεων κανόνων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι αποσκοπούν στην προστασία του λήπτη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, καταναλωτή ή επαγγελματία.

Ωστόσο, και πέρα από τα ανωτέρω, αυτό που καταδεικνύει η ευρύτερη ανάλυση της διαμόρφωσης της χρηματοπιστωτικής εποπτείας είναι πως δεν υπάρχει ενδεδειγμένη πρακτική.

Μάλιστα μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Abrams και Taylor, 2000) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διάρθρωση του κανονιστικού συστήματος πρέπει να αντανακλά τη διάρθρωση των αγορών που διέπονται από αυτό.

Συνεπώς, θα μπορούσαν να προκύψουν 2 εναλλακτικές λύσεις για την ελληνική περίπτωση:

1η. Η καθοριστική ενδυνάμωση της Αρχής που διέπει την αγορά ιδιωτικής ασφάλισης με την ενίσχυση της κανονιστικής και εποπτικής αξιοπιστίας και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανάπτυξη της εν λόγω αγοράς, η οποία αναμένεται να αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική μετά και τις εξελίξεις στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας.

Άλλωστε το ρυθμιστικό και εποπτικό έργο της Επιτροπής, που δημιουργήθηκε από την προηγούμενη Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την οποία η σημερινή καταργεί, κρίνεται θετικό, αν και αυτό ξεκίνησε με καθυστέρηση.

2η. Η μεταφορά ενός μοντέλου των «δίδυμων» κορυφών στην ελληνική πραγματικότητα, που θα σήμαινε τη μεταφορά του συνόλου της χρηματοοικονομικής εποπτείας (εταιρείες της κεφαλαιαγοράς, της αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης, και της τραπεζικής αγοράς) στην ΤτΕ και την μετατροπή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ή τη δημιουργία μιας άλλης Επιτροπής, σε Επιτροπής Εποπτείας των Κανόνων Συμπεριφοράς για όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, δηλαδή την ανάθεση σε αυτήν της εποπτείας των κανόνων αυτών, και για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο.

Πέραν της σκοπιμότητας για κατάργηση ή μη της ΕΠΕΙΑ, εκείνο το οποίο οφείλουμε να επισημάνουμε, και το αναφέρει και η ΟΚΕ στη γνώμη της, είναι ότι θα πρέπει να διασφαλισθεί ο αδιάλειπτος χαρακτήρας του εποπτικού ελέγχου της εγχώριας αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης.

Η δεύτερη επιδίωξη της Κυβέρνησης είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος των εταιρειών του Ομίλου ΑΣΠΙΣ η οποία έχει χρονίσει στα χέρια της Κυβέρνησης, παρότι υπήρχε νομοθετικό πλαίσιο επαρκές και εξουσιοδοτήσεις ικανές να επιλύσουν το θέμα.

Η πραγματικότητα είναι ότι χρησιμοποιήθηκε από την Κυβέρνηση μία εικασία, ότι δηλαδή το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ίσως να ήταν αντικοινοτικό εάν εφαρμοζόταν.

Βέβαια από τις απαντήσεις των αρμοδίων οργάνων δεν απορρέει κάτι τέτοιο.

Ίσα ίσα, ο Επίτροπος κ. Μπαρνιέ, σε Ερώτηση του κ. Χουντή, ανέφερε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στις ελληνικές αρχές το ελληνικό δημόσιο δύναται να χορηγήσει υπό προϋποθέσεις εγγύηση υπέρ του αναδόχου του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου ζωής ή σε περίπτωση απουσίας τέτοιου αναδόχου εγγύηση απευθείας υπέρ των ασφαλιζομένων.

Και χρησιμοποιήθηκε αυτή η εικασία ακριβώς για να συγκαλυφθεί η αδράνεια και η απραξία, η οποία οδήγησε τα χαρτοφυλάκια ζωής των εταιρειών αυτών σε πλήρη απαξίωση και τους ασφαλισμένους τους σε τέλεια απόγνωση.

Η Κυβέρνηση ανέλαβε τα καθήκοντά της τον Οκτώβριο του 2009, μόλις ένα μήνα μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ.

Βρήκε έτοιμο το υποτιθέμενο αντικοινοτικό πλαίσιο και εξέδωσε και κανονιστική απόφαση επ’ αυτού, την οποία, όμως, στην πραγματικότητα, δεν εφάρμοσε.

Και δεν την εφάρμοσε γιατί, όπως φαίνεται και από το παρόν Σχέδιο Νόμου, απαιτούνται άλλοι έξι μήνες (αρθρ. 2 παρ. 2) για την επιμέτρηση του ανοίγματος του χαρτοφυλακίου ζωής της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ, όταν έχουν περάσει ήδη 8 μήνες από τον διορισμό του τελευταίου, και ήδη σήμερα αρμόδιου, Επόπτη.

Διαπίστωσε δε η Κυβέρνηση, κατά τις δηλώσεις της, οι οποίες έγιναν διά στόματος του Υφυπουργού, ήδη τον Νοέμβριο του 2009, ότι το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, ίσως, πιθανόν, χωρίς να επιβεβαιώνεται αλλά αντιθέτως να διαψεύδεται από τα αρμόδια κοινοτικά στελέχη, να είναι αντικοινοτικό.

Και τι έπραξε για να το διορθώσει; Τίποτα.

Δεν έσπευσε καν να διορθώσει το δήθεν αντικοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο και να θεσπίσει άλλο, που, τέλος πάντων, να επιλύει το θέμα.

Δικαίως λοιπόν φοβάται σήμερα για την αστική ευθύνη του Δημοσίου, που θεμελιώνουν οι δικές της ενέργειες.

Παράλογα βέβαια,  εντελώς επικίνδυνα για τα συμφέροντα του Δημοσίου αλλά και παρανόμως, προβαίνει σε δήλωση αποδοχής της ευθύνης της στο αρθρ. 2 παρ. 3(θ) του Σχεδίου Νόμου ενώ μάλιστα επιδιώκει, με αυτήν την μεθόδευση, να απαλλαγεί από την ευθύνη αυτή, προφανώς ατελέσφορα μετά τις διαδοχικές και διαρκείς παραλείψεις της.

Ας δούμε όμως την πρόταση, όπως καταγράφεται στο αρθρ. 2 του Σχεδίου Νόμου: 

Στον Επόπτη Χαρτοφυλακίου, ο οποίος έχει δαπανήσει ήδη 8 μήνες για την μία εταιρεία (ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ) και 4 μήνες για την άλλη εταιρεία (Commercial Value) παρέχεται περαιτέρω, χωρίς καμία ειδικότερη αιτιολογία, διάστημα έξι μηνών.

Να κάνει τι; Προφανώς να συνεχίσει την αργή διαδικασία επιμέτρησης του ανοίγματος των εταιρειών αυτών, με τα έξοδα εκκαθάρισης να πολλαπλασιάζονται.

Πώς θα λειτουργήσουν τα χαρτοφυλάκια στο διάστημα αυτό;

Πώς θα εξυπηρετηθούν οι ασφαλισμένοι; Δεν θα εξυπηρετηθούν.

Για τους μεν ασφαλισμένους ζωής, αναστέλλεται κάθε εξαγορά ή καταβολή ασφαλίσματος, για τους δε ασφαλισμένους υγείας, που είναι εκείνοι που είναι τόσο γέροι ή ανήμποροι που δεν μπορούν να ασφαλιστούν αλλού και έχουν μείνει δέσμιοι στο χαρτοφυλάκιο των εταιρειών αυτών, εάν δεν έχουν κοινωνική ασφάλιση (πράγμα απίθανο, αφού η κοινωνική ασφάλιση είναι υποχρεωτική στην χώρα), θα νοσηλευθούν δωρεάν στα δημόσια νοσοκομεία. Δηλαδή για έξι μήνες, μηδέν εις το πηλίκον και η απραξία συνεχίζεται.

Και ερωτάται η Κυβέρνηση: γιατί ο Επόπτης δεν έχει ολοκληρώσει την επιμέτρηση και τακτοποίηση των χαρτοφυλακίων, όπως άλλωστε προέβλεπε και η Υπουργική Απόφαση, που εσείς εκδώσατε;

Εάν ο Επόπτης βρει ανάδοχο στο διάστημα αυτό του εξαμήνου, δεν ισχύουν τα κριτήρια επιλογής και οι, δήθεν διασφαλιστικές για τους ασφαλισμένους, διαδικασίες των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 του Σχεδίου Νόμου; Γιατί;

Μετά το πέρας λοιπόν του εξαμήνου και αφού έχει απαξιωθεί απολύτως και το χαρτοφυλάκιο και της δεύτερης ανακληθείσας εταιρείας, δηλαδή της Commercial Value (το χαρτοφυλάκιο της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ έχει ήδη σήμερα απαξιωθεί απολύτως) και αφού έχει καταργηθεί κάθε έννοια ασφαλιστικών μαθηματικών που να καθιστά τα χαρτοφυλάκια μεταβιβάσιμα, το Σχέδιο Νόμου προβλέπει μία τόσο πολύπλοκη διαδικασία, που πραγματικά σου δίνει την εντύπωση ότι η λύση επετεύχθη. Αρκεί να μην την διαβάσεις.

 Γιατί εάν την διαβάσεις, παρατηρείς ότι η προτεινόμενη λύση είναι η εξής: Γίνεται νέα, τρίτη προσπάθεια πώλησης των χαρτοφυλακίων. Αυτή την φορά υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος. Μπαίνουν κριτήρια, διαδικασίες, δεδομένα, αιρέσεις, εγκρίσεις κ.λ.π. αλλά τελικά ο παρανομαστής παραμένει ίδιος. Εάν η μεταβίβαση δεν επιτευχθεί (που εάν ήταν να επιτευχθεί θα είχε επιτευχθεί ήδη ή, τέλος πάντως, θα επιτευχθεί εντός εξαμήνου από τον επόπτη, εκτός και εάν υποθέσει κανείς ότι ο επόπτης παραβαίνει τα καθήκοντά του και δεν επιμελείται της εξεύρεσης αναδόχου όλους αυτούς τους μήνες τώρα, οπότε τι συζητάμε για αστική ευθύνη του κράτους), εάν, τέλος πάντων, η μεταβίβαση δεν επιτευχθεί, τότε το χαρτοφυλάκιο εκκαθαρίζεται. Δηλαδή καταλήγουμε στα ίδια μετά από αρκετούς μήνες και με πολλές επίσημες διαδικασίες.

Ενδιαφέρον είναι και τι προβλέπει το Σχέδιο Νόμου, εάν τελικά επιτευχθεί η πολυπόθητη μεταβίβαση: Ο ανάδοχος θα παραλάβει ένα χαρτοφυλάκιο, που πιθανότατα τον καθιστά αφερέγγυο αμέσως μετά την παραλαβή του αλλά οι ασφαλισμένοι μπορούν να αντιταχθούν. Ενδιαφέρον και πολύ δίκαιο.

Και εάν αντιταχθούν, τι γίνεται;

Βελτιώνονται οι συνθήκες αναδοχής; Όχι.

Απλώς οι απαιτήσεις τους πάνε, πάλι, στην εκκαθάριση.

Αλλά ας πούμε ότι όλα πήγανε καλά και ο ανάδοχος ευρέθη. Τότε, η Τράπεζα της Ελλάδος, που γενικώς κινεί την διαδικασία, μπορεί να μην εγκρίνει την μεταβίβαση, για αγνώστους λόγους.

Έχει ένα έτος να το αποφασίσει σύμφωνα με την παρ. 5 του εν λόγω άρθρου 2 του Σχεδίου Νόμου.

Εάν τελικώς δεν εγκρίνει, πάλι η εκκαθάριση είναι η λύση.

Εάν όμως πάνε τελικά ΟΛΑ καλά, δηλαδή εάν βρεθεί ο ανάδοχος, δεν καταστεί αφερέγγυος από την ανάληψη του χαρτοφυλακίου, συναινέσουν οι ασφαλισμένοι και εγκρίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, τότε, θα έχει, τουλάχιστον τυπικά, διευθετηθεί το θέμα.

Άλλο λεφτά δεν θα μπορούν οι ασφαλισμένοι να εισπράξουν για μία διετία τουλάχιστον. Δεν θα μπορούν να διαμαρτυρηθούν κατά του Δημοσίου. Αφού υπέγραψαν!

Εάν όμως, κ Υπουργέ, είχατε σήμερα ανάδοχο, σας εμποδίζει κάτι, να πιέσετε τον επόπτη να επιμετρήσει το χαρτοφυλάκιο στα όρια που ο νόμος προβλέπει και να του το μεταβιβάσετε;

Δεν προβλέπεται σήμερα στην Υπουργική Απόφαση η αναμόρφωση των απαιτήσεων των ασφαλισμένων, που συνιστά και στο Σχέδιο Νόμου το όριο της ανάληψης ευθύνης του αναδόχου;

Και εάν τελικά δεν υπάρχει ανάδοχος, όλα γίνονται για να παραπεμφθούν τα πολύπαθα αυτά χαρτοφυλάκια στην εκκαθάρισή τους, χρειάζεται να ξοδέψουμε επιπλέον από 6 έως 18 μήνες εκκαθάρισης και εξόδων, για να μην μείνει τελικά τίποτα για τους ασφαλισμένους;

Και τέλος, κύριε υπουργέ, πότε θα μας πείτε για την ταμπακέρα; Γιατί με το Σχέδιο Νόμου δεν μας λέτε τίποτα; Έστω ότι οι τυμπανοκρουσίες αποτύχουν ( το πιθανότερο) και ευλογίες για δήθεν απαλλαγή σας από την αστική ευθύνη δεν δοθούν από τους ασφαλισμένους (επίσης το πιθανότερο), ποιος θα πληρώσει τους ασφαλισμένους στην εκκαθάριση; Τι θα πάρουν εν τέλει αυτοί οι άνθρωποι, πότε και από ποιον;

Ως προς την τρίτη επιδίωξη, όσον αφορά τώρα τη θέσπιση Εγγυητικού Κεφαλαίου Ζωής είναι γνωστό ότι μέχρι σήμερα, ο ασφαλιστικός κλάδος στερείται παντελώς εγγυητικού κεφαλαίου για την κάλυψη των δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωής.

Όμως οι πρόσφατες εξελίξεις στην ασφαλιστική αγορά, ανέδειξαν την ανάγκη δημιουργίας εγγυητικού κεφαλαίου ζωής, για την κάλυψη του συγκεκριμένου κενού.

Συνεπώς συμφωνούμε απολύτως με την δημιουργία εγγυητικού κεφαλαίου ζωής, το οποίο θα παρέχει κάλυψη στις περιπτώσεις που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης, ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση του νόμου.

Τέλος, η αναδρομική επιβάρυνση του υπό σύσταση Εγγυητικού Κεφαλαίου με ελλείμματα από ανακλήσεις αδειών που προηγούνται της σύστασής του προσκρούει και σε νομικά εμπόδια, καθ΄ότι παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές προστατευόμενες από το Σύνταγμα, όπως η αρχή της ισότητας και της ιδιοκτησίας.

Αναφορικά με την κάλυψη που περιέχει το Ε.Κ.Ζ. δηλαδή ίση με το 100% κάθε ασφαλιστικής αποζημίωσης και μέχρι του ύψους των 25.000€ ανά ασφαλισμένο, άποψη της ΟΚΕ είναι να αυξηθεί το ανώτατο ποσό της κάλυψης στα 30.000€, όπως ισχύει και στο Συνεγγυητικό Κεφαλαίο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών.

Η επιβολή εισφοράς σε ποσοστό 1,5% κρίνεται υπερβολική και αυθαίρετα υψηλή ακόμη και συγκρινόμενη με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές επιβαρύνσεις, καθιστώντας το ασφαλιστικό προϊόν μη ανταγωνιστικό. Βάσει έρευνας που διεξήχθη από την εταιρία Oxera για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα σχετικά ποσοστά ανέρχονται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα.

Και κάτι ακόμη: ο καθορισμός του ποσοστού που θα εισφέρουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μήπως προσκρούει σε δεδομένα του Κοινοτικού Δικαίου σύμφωνα με τα οποία δεν μπορεί η εισφορά από ασφαλιστικές επιχχειρήσεις σε Επικουρικό Κεφάλαιο να υπερβαίνει το 0,20% των ασφαλίσεων ζωής; 

Χαιρετισμός για τη «Μορφολογία του Ελληνικού Τραπεζικού Συστήματος & Διεθνής Χρηματοπιστωτική Κρίση: Οικονομικές & Κοινωνικές Επιπτώσεις»

Κυρίες και Κύριοι,

 

Χαιρετίζω, ως Εκπρόσωπος του Κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, τις εργασίες της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας και επίκαιρης, λόγω της οικονομικής συγκυρίας που διανύουμε, εκδήλωσης που διοργανώνει σήμερα το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, με σκοπό την παρουσίαση των συμπερασμάτων της Μελέτης-Έρευνας με θέμα «Μορφολογία του Ελληνικού Τραπεζικού Συστήματος & Διεθνής Χρηματοπιστωτική Κρίση: Οικονομικές και Κοινωνικές Επιπτώσεις».

Θέλω να συγχαρώ το Οικονομικό Επιμελητήριο για τη διαχρονική συμβολή του στην προσφορά επιστημονικής έρευνας στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του, και για τη διάθεσή του να συμβάλλει στη διαμόρφωση προτάσεων για κρίσιμα οικονομικά ζητήματα.

 

Θέλω, δημόσια, να ευχαριστήσω γιατί κάποια στιγμή μου έδωσε κι εμένα τη δυνατότητα να συμμετάσχω σε αντίστοιχη ερευνητική ομάδα στο παρελθόν.

 

Είμαι βέβαιος ότι κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης αυτής, και αυτό ήδη έγινε από τα μέλη της επιστημονικής-συγγραφικής ομάδας, θα κατατεθούν ρεαλιστικοί προβληματισμοί, θα αναπτυχθούν γόνιμες σκέψεις, θα ακουστούν υπεύθυνες θέσεις, θα εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Κυρίες και Κύριοι,

 

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία, προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και της διεθνοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, πυρήνας του οποίου είναι το τραπεζικό σύστημα. Τόσο η θεωρία όσο και οι εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bank-based countries), όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

 

H πρόσφατη επιδείνωση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας, εξαιτίας των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης, καθώς και δυσμενών εγχώριων παραγόντων, τόσο συγκυριακών όσο και διαρθρωτικών, βρήκε τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού τομέα, κατά βάση, υγιή.

 

Αξίζει μάλιστα να τονισθεί ότι, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες, τα αίτια των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας δεν πηγάζουν από τον τραπεζικό τομέα ή τις διασυνδέσεις του με το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό χώρο (βλέπετε και Τράπεζα της Ελλάδος).

 

Θετικά συνέβαλλε στη διαμορφωθείσα κατάσταση και η αποκλιμάκωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων, λόγω των μέτρων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), οι ευνοϊκές συνθήκες που επικρατούσαν μέχρι πρόσφατα στις αγορές κεφαλαίων και η αξιοποίηση των κυβερνητικών  (επί Ν.Δ.) μέτρων ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας (Ν. 3723/2008).

 

Ωστόσο, μια σειρά από παράγοντες δημιουργούν ανησυχίες, προκαλούν συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας και εγκυμονούν κινδύνους για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όπως είναι:

  • Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος.

 

  • Η σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης (προβλέψεις διεθνών οργανισμών τον τοποθετούν στο -4%).

 

  • Η συρρίκνωση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης (+2,8% προς τον ιδιωτικό τομέα [επιχειρήσεις και νοικοκυριά] το Μάιο του 2010, από 4,2% το Δεκέμβριο του 2009).

 

  • Η χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών (ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων ανήλθε στο 7,7% το Δεκέμβριο του 2009 έναντι 5,0% το Δεκέμβριο του 2008).
  • Η αισθητή μείωση του ποσοστού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις (41,5% το Δεκέμβριο του 2009 έναντι 48,9% το Δεκέμβριο του 2008).

 

  • Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό.

 

  • Η φυγή καταθέσεων προς το εξωτερικό (ενδεικτικά -18,5 δισ. ευρώ ή -6,6% το διάστημα Δεκ-2009 έως και Απρ-2010) και η μείωση της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών   (-15,8 δισ. ευρώ ή -6,6% το διάστημα Δεκ-2009 έως και Απρ-2010) εν μέσω σεναρίων περί πτώχευσης της χώρας αλλά και λόγω αυξημένων αναγκών νοικοκυριών και επιχειρήσεων για ρευστότητα εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

 

Τα στοιχεία αυτά επιτάσσουν την ανάγκη συνετής διαχείρισης της κατάστασης από την Ελληνική Πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα.

 

Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, η Πολιτεία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας. Έτσι, προς αυτή την κατεύθυνση:

 

1ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ., εντοπίζοντας, τη σημασία της ευρωστίας και σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, προχώρησε το φθινόπωρο του 2008, άμεσα και έγκαιρα, στην παροχή ενός σημαντικού πακέτου ρευστότητας. Πακέτου ρευστότητας, που ο 1ος πυλώνας του βοήθησε στην ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών.

 

Πρόσφατα, η παρούσα Κυβέρνηση, που επέκρινε τότε το σχέδιο ρευστότητας της Κυβέρνησης της Ν.Δ., αποφάσισε να προτείνει την ενεργοποίηση και επέκτασή του κατά επιπλέον 15 εκατ.  ευρώ. Και, ορθώς μάλιστα έπραξε, καθώς υπό τις συνθήκες υψηλού κόστους δανεισμού και στενότητας άντλησης κεφαλαίων, η επέκταση του Προγράμματος αποτελούσε αναγκαιότητα.

 

2ον. Το Μνημόνιο του Μηχανισμού Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας, περιλαμβάνει τη δημιουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με 10. δισ. ευρώ για τη διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, ειδικότερα της φερεγγυότητάς του, και όχι τη στήριξη των αναγκών ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Η διατύπωση όμως του Μνημονίου, δημιουργεί ερωτηματικά, περικλείει ασάφειες και απαιτεί περαιτέρω επεξεργασία σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο. Ερωτηματικά και ασάφειες τις οποίες έχουμε εκφράσει, παρά τη στήριξή μας στη δημιουργία του Ταμείου, στον Υπουργό Οικονομικών (όροι & προϋποθέσεις, stress-tests κ.λπ.).

 

3ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε και σε μια σειρά μέτρων για την προστασία των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι η αύξηση της νομικής εγγύησης των καταθετών, η προστασία των δανειοληπτών, η αναβάθμιση και απλοποίηση της λειτουργίας του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ).

 

4ον. Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προχώρησε, και αναμένεται να ολοκληρώσει και για τα νοικοκυριά, τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη ρύθμιση χρεών φυσικών και νομικών προσώπων προς τα πιστωτικά ιδρύματα και για τη χαλάρωση των κριτηρίων επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς.

Νομοθετική πρωτοβουλία την οποία η Ν.Δ., στήριξε, παρά τις επισημάνσεις που έκανε η Αξιωματική Αντιπολίτευση και τη γνώμη που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Και αυτό γιατί η επέκταση της ρύθμισης χρεών, εκτός από τις ληξιπρόθεσμες, και στις ενήμερες οφειλές, θα ενισχύσει τον ηθικό κίνδυνο και δύναται να επιδράσει αρνητικά στη ρευστότητα και στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, στο κόστος του κεφαλαίου και στην πιστωτική επέκταση.  

 

Όμως, και οι τράπεζες επιβάλλεται να αναλάβουν συγκεκριμένες δράσεις ή να ενδυναμώσουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Μεταξύ άλλων, απαιτείται, υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από τις ίδιες:

1ον. Η συστηματική εξέταση, η διαρκής παρακολούθηση και η αποτελεσματική διαχείριση της φύσεως και του ύψους των κινδύνων που αναλαμβάνουν.

2ον. Η ενίσχυση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

3ον. Η βελτίωση των κανόνων εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου και διαφάνειας.

4ον. Η ενίσχυση, ποσοτική και ποιοτική, της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

5ον. Η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και άντλησης ρευστότητας.

6ον. Η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, απαιτείται η υιοθέτηση ενός υγιούς πλαισίου για τα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα (remuneration policies), το οποίο θα ευθυγραμμίζει τα κίνητρα που τους προσφέρονται προς τις ανάγκες της οικονομίας γενικότερα.

Με αυτές τις σκέψεις, χαιρετίζω τη σημερινή σας εκδήλωση.

Σας ευχαριστώ.

Ομιλία στο 8ο Τακτικό Συνέδριο της Ν.Δ.

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Η συγκυρία για την Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο, είναι εξαιρετικά κρίσιμη .

Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί μήνες διαχειρίστηκε , με επικοινωνιακή λογική , το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους της Ελληνικής Οικονομίας, πρόβλημα κοινό σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού.

Η ευθύνη της Κυβέρνησης είναι αντικειμενική και ξεκάθαρη .

-> «Φούσκωσε» το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας για το 2009, ματαιώνοντας «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις, μεταθέτοντας εισπράξεις στο 2010, μεταφέροντας πληρωμές του 2010 στο 2009.

-> Παρουσίασε έλλειψη προετοιμασίας και σοβαρού επιχειρησιακού σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.

-> Αναφερόταν – και συνεχίζει να το πράττει- απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.

-> Καθυστέρησε στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και παρέλυσε τον εισπρακτικό μηχανισμό του Δημοσίου. Η υστέρηση των εσόδων, το τελευταίο τρίμηνο του 2009, κάλυψε τα 2/3 της συνολικής υστέρησης του έτους.

-> Κατέθεσε προγραμματικές δηλώσεις που, αντί για περικοπές περιείχαν παροχές.

-> Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.

-> Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το όποιο ενσωμάτωνε , όπως αποδεικνύεται, εκ των υστέρων, με τα απανωτά «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους .

-> Υπέπεσε σε αντιφάσεις και παλινωδίες, δείγμα έλλειψης πολιτικής αξιοπιστίας.

-> Έστελνε , επί μακρόν, λανθασμένα μηνύματα στις Αγορές, τις οποίες και δεν «έμαθε» να «διαβάζει» .

-> Άργησε να αναγνωρίσει το μέγεθος του προβλήματος και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα .

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ήταν ξεκάθαρη στις προειδοποιήσεις της ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα έπρεπε να δράσει πιο γρήγορα και αποφασιστικά .

-> Επέδειξε διεθνή πολυπραγμοσύνη και ανάλωσε πολύτιμο κεφάλαιο, χωρίς συγκεκριμένη στόχευση και ουσιαστικό αποτέλεσμα .

-> Προσήλθε στις συνομιλίες με τους διεθνείς πιστωτές με ηττοπαθή λογική , αφού απέσυρε από το τραπέζι τα περιβόητα «πιστόλια» .

Ο επίλογος αυτής της αποτυχίας, των πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, γράφτηκε με την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Το μίγμα, όμως, των δημοσιονομικών μέτρων, που συνοδεύουν την προσφυγή στο Μηχανισμό είναι ελλιπές , αμφιβόλου οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικά άδικο .

Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, «στεγνώνει» την Αγορά, παραλύει την ψυχολογία της κοινωνίας, ενισχύει την ανασφάλεια των πολιτών.

Η δημοσιονομική προσαρμογή , πρωτόγνωρη σε έκταση και ένταση στα παγκόσμια χρονικά, είναι της τάξεως του 20% του Α.Ε.Π., προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα κατά 11% του Α.Ε.Π. μέχρι το 2014.

Έτσι, μέχρι σήμερα:

-> Η ανεργία διογκώνεται και ανήλθε στο 11,7% το 1ο τρίμηνο του έτους, από 9,3% το αντίστοιχο περυσινό.

-> Η ύφεση βαθαίνει και εκτιμάται, περίπου, στο 4% για το 2010, από 0,3% που ήταν η αρχική εκτίμηση τον Ιανουάριο.

-> Ο πληθωρισμός αυξάνεται , και εκτοξεύθηκε στο 5,3% τον εφετινό Μάϊο, ο υψηλότερος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στην Ευρώπη, 10 φορές υψηλότερος από πέρυσι.

-> Τα αντισταθμιστικά μέτρα τόνωσης της Αγοράς απουσιάζουν .

-> Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μειώνονται δραστικά.

Συνεπώς, οι κίνδυνοι που συνοδεύουν την υλοποίηση του Προγράμματος είναι υπαρκτοί και σημαντικοί .

Καταγράφονται ως δυνητικοί ακόμη και στο Μνημόνιο , καθώς και στις Εκθέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής .

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Τη δυναμική της Ελληνικής Οικονομίας τη γνωρίζαμε όλοι.

Ας αφήσουν, λοιπόν, οι Κυβερνώντες τα πολιτικά φληναφήματα ότι τάχα δεν γνώριζαν και ότι την αποκλειστική ευθύνη την έχουν οι Κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας.

Και γνώριζαν και ευθύνη είχαν και έχουν .

Ευθύνη για τα «υποκείμενα νοσήματα» της Οικονομίας.

Ευθύνη για τη δυναμική και για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί .

Σήμερα, αυτό που απαιτείται και προτείνεται από τη Νέα Δημοκρατία, είναι η υιοθέτηση ενός κατάλληλου και ισορροπημένου μίγματος πολιτικών επιλογών, που θα περιλαμβάνει και αντισταθμιστικά μέτρα χαμηλού ή μηδενικού δημοσιονομικού κόστους.

Θα στοχεύει στην αντιμετώπιση του ελλείμματος , είτε αυτό οφείλεται σε διαρθρωτικές αδυναμίες είτε στην ύφεση, καθώς και στη διαρκή προώθηση της αειφόρου , «έξυπνης» και εξωστρεφούς ανάπτυξης , της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας , της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής .

-> Με την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης .

-> Με τη μείωση , σε βάθος χρόνου, των φορολογικών συντελεστών, ώστε να ανταποκριθούμε στο διεθνή φορολογικό ανταγωνισμό.

-> Με την καταγραφή , αποτίμηση και αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, ώστε να μετατρέψουμε αδρανείς πόρους σε τμήμα του Εθνικού ενεργητικού, μειώνοντας το χρέος σημαντικά και νωρίτερα , ξεκινώντας από χαμηλότερα .

-> Με την περιστολή των δαπανών , όπου αυτές είναι σπατάλες και με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων δαπανών .

Επενδύοντας σε συντελεστές με υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση , συντελεστές που προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα , όπως είναι η επένδυση στη γνώση , στην έρευνα και την καινοτομία , στην προστασία του περιβάλλοντος .

-> Με την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας .

Περιορίζοντας το εξωγενές κόστος των επιχειρήσεων, προωθώντας φορολογικά κίνητρα, μειώνοντας τη γραφειοκρατία, καταργώντας εμπόδια και στρεβλώσεις στη λειτουργία του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

-> Με την προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών , που περιλαμβάνονται και στο Μνημόνιο και οι οποίες ημιτελώς προωθούνται από την Κυβέρνηση ( άρση καμποτάζ , απελευθέρωση αγορών , προώθηση αποκρατικοποιήσεων ).

-> Με την ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου .

Με ένα αποτελεσματικό , σύγχρονο και δίκαιο κράτος, που θα παρεμβαίνει και θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Σε αυτό το ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο , το πλαίσιο του Κ οινωνικού Φιλελευθερισμού , άρχισαν να παράγονται ιδέες και προτάσεις πολιτικής .

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ανάταξη της Ελληνικής οικονομίας απαιτεί , εκτός από το στρατηγικό σχέδιο και τις επιμέρους συγκεκριμένες πολιτικές, ισχυρή και αυτόνομη πολιτική βούληση και αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση .

Η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειμματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Στη Νέα Δημοκρατία εναπόκειται να δημιουργήσει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και να δώσει έμπρακτα και έγκαιρα «σήματα» μιας νέας ελπιδοφόρας προοπτικής .

Άρθρο Εφημερίδα Κόσμος – Αξιοποίηση των Αδρανών Πόρων

Το μίγμα των δημοσιονομικών μέτρων είναι κοινωνικά άδικο (η ανεργία διογκώνεται και η κοινωνική συνοχή δυναμιτίζεται), αμφιβόλου οικονομικής αποτελεσματικότητας (η δημοσιονομική προσαρμογή είναι της τάξεως περίπου του 20% του Α.Ε.Π. προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα κατά 11% του Α.Ε.Π. μέχρι το 2014, ενώ η ύφεση βαθαίνει και ο πληθωρισμός είναι 10 φορές υψηλότερος από πέρυσι) και ελλιπές (τα αναπτυξιακά μέτρα απουσιάζουν).

Οι κίνδυνοι δε που συνοδεύουν την υλοποίησή του είναι υπαρκτοί, σημαντικοί και καταγράφονται τόσο στο Μνημόνιο που συνοδεύει το Μηχανισμό Στήριξης, όσο και στις Εκθέσεις του Δ.Ν.Τ. και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Αυτό που απαιτείται συνεπώς, και προτείνεται από τη Νέα Δημοκρατία, είναι η υιοθέτηση ενός κατάλληλου και ισορροπημένου μίγματος εφαρμόσιμων πολιτικών επιλογών, που θα περιλαμβάνει και αντισταθμιστικά μέτρα χαμηλού ή μηδενικού δημοσιονομικού κόστους, και θα στοχεύει στην αντιμετώπιση του ελλείμματος, είτε αυτό οφείλεται σε διαρθρωτικές αδυναμίες είτε στην ύφεση, και στη διαρκή προώθηση της αειφόρου, «έξυπνης» και εξωστρεφούς ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Με την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου (ώστε να μετατρέψουμε αδρανείς πόρους σε τμήμα του εθνικού ενεργητικού), με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων δαπανών (επενδύοντας σε συντελεστές με υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, όπως είναι η γνώση, η έρευνα και καινοτομία, η προστασία του περιβάλλοντος), με την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας (περιορίζοντας το εξωγενές κόστος των επιχειρήσεων, προωθώντας φορολογικά κίνητρα, μειώνοντας τη γραφειοκρατία, καταργώντας εμπόδια – στρεβλώσεις στη λειτουργία του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών), με την προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών που περιλαμβάνονται και στο Μνημόνιο (και οι οποίες ημιτελώς προωθούνται από την Κυβέρνηση), με ένα κράτος που θα παρεμβαίνει και θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η ανάταξη της Ελληνικής οικονομίας απαιτεί, εκτός από το στρατηγικό σχέδιο και τις επιμέρους συγκεκριμένες πολιτικές, ισχυρή και αυτόνομη πολιτική βούληση και αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση.

Η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Στη Νέα Δημοκρατία εναπόκειται να δημιουργήσει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και να δώσει έμπρακτα και έγκαιρα «σήματα» μιας νέας ελπιδοφόρας προοπτικής.

Μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών

Η 26η Ιουνίου, καθιερώθηκε το 1987 από τον Ο.Η.Ε. ως «Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών και της Παράνομης Διακίνησής τους». Αποτελεί ημέρα ιδιαίτερου προβληματισμού για την ενδυνάμωση της δράσης και της διεθνούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση της μάστιγας των ναρκωτικών. Μιας μάστιγας η οποία, δυστυχώς, εξακολουθεί να είναι διαρκής απειλή, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Το φαινόμενο των ναρκωτικών αποτελεί ένα μεγάλο και σύνθετο πρόβλημα της κοινωνίας μας, το οποίο ενέχει πολλούς κινδύνους. Τα ναρκωτικά υπονομεύουν την ανθρώπινη ανάπτυξη και προάγουν το έγκλημα. Έχουν επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της κοινωνίας και κανένα άτομο, οικογένεια ή κοινότητα δεν τελεί υπό ασφάλεια εκεί που τα ναρκωτικά αποκτούν τον έλεγχο.

Για την αντιμετώπιση του φαινομένου, επιβάλλονται στοχευμένες δράσεις, αποφασιστικοί έλεγχοι, περιορισμός των αιτιών που το δημιουργούν, ενώ παράλληλα, απαιτούνται πόροι, ισχυρή βούληση και συνεργασία όλων των εμπλεκομένων φορέων και κυβερνήσεων.

Ο αγώνας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών είναι συλλογικός, είναι κοινωνικός, είναι ανθρώπινος. Σε αυτόν τον αγώνα δεν περισσεύει κανείς. Το πρόβλημα των ναρκωτικών μας αγγίζει και μας αφορά όλους. Είναι χρέος της Πολιτείας, των φορέων και όλων μας, να χτυπήσουμε το πρόβλημα των ναρκωτικών στη ρίζα του και να δώσουμε μια ελπιδοφόρα προοπτική στους νέους ανθρώπους, που αποτελούν το μέλλον κάθε κοινωνίας.

Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων επί των Βασικών Σημείων του Σχεδίου Νόμου για την Ίδρυση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας και η σταθερότητα αυτού είναι καθοριστικής σημασίας για την αναπτυξιακή δραστηριότητα της πραγματικής οικονομίας.

 

Αυτή η δομική σημασία του τραπεζικού και ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμη σε περιόδους εμφάνισης μίας παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, όπως αυτή του 2008, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα.

 

Η Κυβέρνηση της Ν.Δ., εντοπίζοντας, με υπευθυνότητα, τη σημασία της ευρωστίας και σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, προχώρησε το φθινόπωρο του 2008, άμεσα και έγκαιρα, στην παροχή ενός σημαντικού πακέτου ρευστότητας.

 

Προχώρησε σε μία ορθή πολιτική επιλογή για την στήριξη της πιστωτικής και οικονομικής δραστηριότητας.

 

Προχώρησε σε μία στοχευμένη επιλογή, η οποία εγκρίθηκε άμεσα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η οποία αντιστοιχούσε στο 11% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος έφτανε στο 20%.

 

Επιλογή που αντιμετώπισε τη σφοδρότατη κριτική της Αντιπολίτευσης, η οποία έφτασε σε ακραίες προσεγγίσεις περί «χαρίσματος των 28 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες» και οι οποίες διαψεύσθηκαν από τον όγκο των αδιάθετων – πριν από την κρίση δανεισμού του ΠΑ.ΣΟ.Κ. – πόρων του πακέτου ρευστότητας (περίπου 17 δισ. ευρώ).

 

Ωστόσο, πρόσφατα, η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που επέκρινε τότε το σχέδιο ρευστότητας της Κυβέρνησης της Ν.Δ., αποφάσισε να προτείνει την ενεργοποίηση και επέκτασή του κατά επιπλέον 15 εκατ.  ευρώ. Και, ορθώς μάλιστα έπραξε, καθώς υπό τις συνθήκες υψηλού κόστους δανεισμού και στενότητας άντλησης κεφαλαίων, εξαιτίας των Κυβερνητικών αστοχιών, η επέκταση του Προγράμματος αποτελούσε αναγκαιότητα.

 

Το ενισχυμένο, πλέον, πακέτο στήριξης της ρευστότητας του ελληνικού συστήματος, αναμένεται να συνοδευτεί από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο περιλαμβάνεται στο Μνημόνιο του Μηχανισμού Στήριξης και για το οποίο συζητάμε σήμερα σε επίπεδο ενημέρωσης.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η θέσπιση του Ταμείου, μετά από διαβούλευση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.), συνιστά μία από τις βασικές και συγκεκριμένες πολιτικές του Μνημονίου.

 

Σκοπός του Ταμείου θα είναι η διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, ειδικότερα της φερεγγυότητάς του, και όχι η στήριξη των αναγκών ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

 

Η διατύπωση όμως του Μνημονίου, αλλά και του Ενημερωτικού Σημειώματος του Νομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών σχετικά με τη σύσταση του Ταμείου δημιουργεί ερωτηματικά και περικλείει ασάφειες. Ερωτηματικά και ασάφειας τις οποίες εξέφρασα στον Υπουργό Οικονομικών με Ερώτηση που υπέβαλλα για το συγκεκριμένο θέμα από τις 11 Ιουνίου 2010. Ειδικότερα:

 

1ον. Ως προς τη συμμετοχή στο Ταμείο, αυτή θα είναι υποχρεωτική και θα ενεργοποιείται όταν δεν καλύπτονται οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και «όταν δεν μπορεί να βρεθεί άλλη ιδιωτική λύση». Ως προς την τελευταία, δεν διευκρινίζεται ποια μορφή θα έχει και μέχρι ποιου ποσοστού αυτή δύναται να είναι. Επίσης, ασάφεια υπάρχει αναφορικά και με το επίπεδο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και πώς αυτές θα προσδιορίζονται…

 

2ον. Προβλέπεται «η Τράπεζα της Ελλάδος να εντείνει την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος αυξάνοντας τη συχνότητα και την ταχύτητα υποβολής στοιχείων και την περαιτέρω ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για συχνούς ελέγχους ακραίων συνθηκών (stress-tests)». Δεν διευκρινίζονται οι όροι και οι παράμετροι που θα τίθενται σε αυτούς του ελέγχους.

 

3ον. Προβλέπεται να «εισαχθεί επιπλέον ευελιξία στη διαχείριση ανθρωπίνων πόρων και θα χορηγηθεί σε όλο το προσωπικό της Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.τ.Ε.) ισχυρή νομική προστασία για τις ενέργειες που εκτελούνται με καλή πίστη». Δεν καθορίζεται η μορφή και το εύρος της προστασίας, αλλά και της εργασιακής ευελιξίας.

 

4ον. Για την εκπλήρωση των στόχων του «το Ταμείο θα έχει ορισμένες εξουσίες στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που έχει χρηματοδοτήσει, και οι οποίες θα ασκούνται μετά από διαβούλευση με την Τ.τ.Ε.». Οι εξουσίες του Ταμείου περιλαμβάνουν ενδεικτικά τα εξής:

 

(α) «Να απαιτεί από την Τ.τ.Ε. να του παρέχει για το πιστωτικό ίδρυμα κάθε πληροφορία απαραίτητη για την εκπλήρωση του σκοπού του.» Θα πρέπει όμως να διασφαλιστεί το επαγγελματικό-υπηρεσιακό απόρρητο.

 

(β) «Να ορίζει ένα μέλος στο Δ.Σ. του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.» Δεν προσδιορίζονται όμως τα προσόντα που θα απαιτείται να διαθέτει ο εκπρόσωπος του Ταμείου που θα ορίζεται ως μέλος του Δ.Σ. του πιστωτικού ιδρύματος.

 

(γ) «Να απαιτεί από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα την υποβολή σχεδίου αναδιάρθρωσης.» Δεν ορίζονται όμως με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που θα ενεργοποιούν το εν λόγω αίτημα του Ταμείου.

 

(δ) «Να έχει δικαίωμα αρνησικυρίας σε αποφάσεις του πιστωτικού ιδρύματος (επιχειρηματική στρατηγική, απόδοση μερισμάτων, θέματα μισθοδοσίας, ρευστότητας και διαχείρισης ενεργητικού – παθητικού κ.λπ.).» Ιδιαίτερα ευρείες αρμοδιότητες παρέμβασης του εκπροσώπου του Ταμείου που εκτείνονται κατ’ ουσία στο σύνολο της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το Άρθρο 1, Παρ. 3 του Ν. 3723/2008 για τα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας, ο εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου που οριζόταν ως μέλος του Δ.Σ. είχε επίσης δικαίωμα αρνησικυρίας στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σχετικής με τη διανομή μερισμάτων και την πολιτική παροχών προς τον Πρόεδρο, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, ή εφόσον κρίνει ότι η απόφαση αυτή δύναται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των καταθετών ή να επηρεάσει ουσιωδώς τη φερεγγυότητα και την εύρυθμη λειτουργία της Τράπεζας.

 

(ε) «Να απαιτεί τη μετατροπή των προνομιούχων μετοχών σε κοινές, όταν το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα αδυνατεί να καλύπτει είτε το ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων, είτε ορισμένες οικονομικές απαιτήσεις που θα επιβάλλονται από το σχέδιο αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος». Δεν προσδιορίζονται όμως οι οικονομικές απαιτήσεις που θα μπορούν να επιβληθούν βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

5ον. Τα κριτήρια για οποιαδήποτε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να είναι συμβατά με την Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 19.11.2008 (Ν. 560/2008 μέτρα στήριξης για τα πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα). Σύμφωνα με την εν λόγω Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αναφερόταν στα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας που θεσπίστηκαν με τον Ν. 3723/2008, η κατανομή του ποσού των 5 δισ. ευρώ για την αγορά προνομιούχων μετοχών θα έπρεπε να γίνει με απόφαση Υπουργού Οικονομικών κατόπιν σύστασης του Διοικητή της Τ.τ.Ε., η οποία θα έπρεπε να βασίζεται στα ακόλουθα κριτήρια:

  • το επίπεδο της απαιτούμενης κεφαλαιακής επάρκειας του πιστωτικού ιδρύματος, όπως καθορίζεται από την Τ.τ.Ε. Πιο συγκεκριμένα, ο δείκτης των βασικών ιδίων κεφαλαίων (Tier 1) θα πρέπει να κυμαίνεται σε ποσοστά μεταξύ 8%-10% (η βαρύτητα του εν λόγω κριτηρίου για τη συνολική αξιολόγηση είναι 0,5),
  • το μέγεθος του πιστωτικού ιδρύματος όπως προκύπτει από το μερίδιο αγοράς του στη χρηματοδότηση εν γένει της οικονομίας, καθώς και τη σημαντικότητά του σε ό, τι αφορά τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (η βαρύτητα του εν λόγω κριτηρίου για τη συνολική αξιολόγηση είναι 0,4), και
  • τη συμβολή του πιστωτικού ιδρύματος σε ό, τι αφορά τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τη χορήγηση στεγαστικών δανείων (η βαρύτητα του εν λόγω κριτηρίου για τη συνολική αξιολόγηση είναι 0,1).

6ον. Προβλέπεται να εφαρμόζεται σχέδιο αναδιάρθρωσης υπό την αιγίδα του Ταμείου «εφόσον τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να συγκεντρώσουν εγκαίρως επιπρόσθετα κεφάλαια για να αποπληρώσουν το Ταμείο». Η διάταξη φαίνεται απόλυτα ασαφής και απαιτείται περαιτέρω επεξεργασία σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Από τα παραπάνω, εύκολα συνάγουμε το συμπέρασμα πως η θέσπιση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, πρωτοβουλία την οποία στηρίζουμε, σύμφωνα με τα βασικά σημεία που μας παρουσιάζει σήμερα το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης παραμένει μία θολή θεσμική πρωτοβουλία.

Μία ασαφής θεσμική πρωτοβουλία – που παρά την ιδιαίτερη σημασία της – χρήζει σημαντικών διευκρινήσεων, εξειδικεύσεων και προσδιορισμών που απουσιάζουν από τη σημερινή παρουσίαση του κ. Υπουργού.

Ευελπιστώ το αποτέλεσμα της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας να διαψεύσει τη σημερινή μας εντύπωση, αν και τα περιθώρια στενεύουν καθώς – σύμφωνα με το Μνημόνιο – η θέσπιση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προβλέπεται μέχρι την επόμενη Τετάρτη, 30 Ιουνίου.

Εισήγηση στην Επίκαιρη Επερώτηση για την Εξυγίανση του ΟΣΕ

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Επίκαιρη Ερώτηση που καταθέσαμε και συζητάμε, σήμερα, προσεγγίζει ένα κρίσιμο ζήτημα τόσο για τη λειτουργία των Δημόσιων Επιχειρήσεων και Οργανισμών στη χώρα μας όσο και για τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών.

Επιχειρήσεων που παρέχουν ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και που είναι συνυφασμένες με την κάλυψη αναγκών του κοινωνικού συνόλου.

Παρά την μεγάλη όμως σημασία τους, το βασικό γνώρισμα, διαχρονικά, των περισσότερων ΔΕΚΟ στη χώρα μας είναι η αναποτελεσματικότητα της λειτουργίας τους, τόσο σε διοικητικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.

Επιδιώξεις της πολιτείας οφείλουν να είναι

  • η εξυγίανση και αποτελεσματική λειτουργία των δημοσίων επιχειρήσεων προς όφελος όλων των πολιτών,
  • η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας αυτών και
  • η βελτίωση της οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Επιδιώξεις που πρέπει να επιτυγχάνονται και στην περίπτωση του ΟΣΕ.

Ο Ελληνικός Σιδηρόδρομος αποτελεί ένα σημαντικό μέσο μεταφοράς, με σαφή κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα, που διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη της χώρας.

Ωστόσο, αποτελεί μεταφορικό μέσο η λειτουργία του οποίου συνοδεύεται από πολλά, μεγάλα και διαχρονικά προβλήματα.

Προβλήματα όπως, είναι, κυρίως, η στρεβλή κατανομή του προσωπικού που δημιουργεί υψηλό κόστος μισθοδοσίας, τα διαχρονικά υψηλά ελλείμματα και το διογκωμένο χρέος του Οργανισμού, το οποίο αναμένεται να ξεπεράσει, το 2010, τα 10 δισ. ευρώ.

 

Και, επειδή, έχουμε ακούσει αρκετά αυτό τον καιρό για την εξέλιξη των ελλειμμάτων και του χρέους του ΟΣΕ αξίζει να εξετάσουμε πως διογκώθηκε η κατάσταση μετά το 1980, καθώς μέχρι τότε το κράτος κάλυπτε πλήρως, με επιχορήγησή του, τα ελλείμματά του.

Το 1981 ξεκίνησε η μη πλήρης κάλυψη των ελλειμμάτων από τον κρατικό προϋπολογισμό, καλύπτοντας μόνο το 70% του ελλείμματος, ενώ για το υπόλοιπο έγινε δανεισμός. Τη χρονιά εκείνη η ζημία του ΟΣΕ ήταν περίπου 14,6 εκατ. €.

Το 1985 το ποσοστό κάλυψης των ελλειμμάτων με κρατική επιχορήγηση έπεσε στο 58%, ενώ οι ζημίες ανήλθαν σε 46,8 εκατ. €, δηλαδή υπερτριπλάσιες εκείνων του 1981.

Το 1990 το ποσοστό κάλυψης των ελλειμμάτων με κρατική επιχορήγηση ανήλθε στο 30%, ενώ οι ζημίες διαμορφώθηκαν σε 113 εκατ. €, δηλαδή υπερδιπλάσιες του 1985 και σχεδόν οκταπλάσιες εκείνων του 1981.

Το 1995 το ποσοστό κάλυψης των ελλειμμάτων με κρατική επιχορήγηση ήταν μόλις 48%, ενώ οι ζημίες ανήλθαν σε 247 εκατ. €, υπερδιπλάσιες εκείνων του 1990.

Η κρατική επιχορήγηση το 2000 κάλυψε μόλις το 30% των ελλειμμάτων,  ενώ μετά το 2002 μηδενίστηκε πλήρως, υποχρεώνοντας τον ΟΣΕ να καλύπτει το σύνολο των ελλειμμάτων του (λειτουργικών, χρηματοπιστωτικών και επενδυτικών) με δανεισμό. Οι ζημίες του 2000 είχαν φθάσει τα 400 εκατ. €, το 2003 τα 473 εκατ. €, και το 2004 τα 576 εκατ. €.

 

Η μη κάλυψη, συνεπώς, των ελλειμμάτων εκτόξευσε το χρέος του ΟΣΕ στα σημερινά ύψη και φυσικά έχει συντελέσει στην αύξηση του ποσού των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους του, σε ποσοστό 60% της ετήσιας ζημίας. Έτσι, τα ελλείμματα του ΟΣΕ αφορούν σε συντριπτικό ποσοστό (περίπου 60%) τόκους, ενώ το υπόλοιπο 40% αφορά λειτουργικά ελλείμματα και οφείλεται:

1ον. Στη μη επιχορήγηση καθ’ οποιονδήποτε τρόπο των «άγονων» σιδηροδρομικών γραμμών που εξυπηρετεί ο Οργανισμός.

2ον. Στην υποχρέωση του ΟΣΕ να καλύπτει μέρος των επενδύσεών του σε υποδομές.

3ον. Στο μη προσδιορισμό της τιμής του εισιτηρίου με επιχειρηματικά κριτήρια, αλλά με κοινωνικά και χωρίς να καταβάλλονται οι ανάλογες αποζημιώσεις.

4ον. Στην ανάπτυξη πλήρως ασύμφορων δρομολογίων υψηλού κόστους και χαμηλής οικονομικής αποδοτικότητας.

5ον. Στις στρεβλώσεις που δημιουργούν οι υψηλές ανάγκες δευτερευουσών απολαβών (πληρωμή υπερωριών, δεδουλευμένων αναπαύσεων και αδειών κλπ) που ανεβάζουν το κόστος μισθοδοσίας περίπου στο 70% των λειτουργικών δαπανών.

 

Συνεπώς, η μη αποτελεσματική λειτουργία του ΟΣΕ οδήγησε σε μία σχέση εσόδων-εξόδων 1 προς 8, όταν ο μέσος όρος του λόγου εσόδων-εξόδων στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές σιδηροδρομικές εταιρίες είναι 8 προς 10. Έτσι ο Οργανισμός αποτελεί τον πιο προβληματικό δημόσιο οργανισμό της Ευρώπης, χρεώνοντας καθημερινά με περισσότερα από 2,5 εκατ. ευρώ τον Έλληνα φορολογούμενο.

 

Και επειδή στον Προϋπολογισμό του 2010 εκτιμούσατε ότι ο ΟΣΕ θα έχει ζημιά 899,88 εκατ. €, μπορείτε να μας πείτε πως εκτελείται ο σχεδιασμός του Ομίλου τους πρώτους 5 μήνες;

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Κυβέρνηση της Ν.Δ., εντοπίζοντας και αναγνωρίζοντας τα χρόνια δομικά προβλήματα του ΟΣΕ, ξεκίνησε το 2008 την προσπάθεια οικονομικής εξυγίανσης και διοικητικής αναδιάρθρωσης του Οργανισμού παρουσιάζοντας ένα ολοκληρωμένο Σχέδιο Ανασυγκρότησης του Ελληνικού Σιδηροδρόμου, με άξονες την ασφάλεια, τη διαφάνεια, την εξυγίανση και την ανάπτυξη. Σχέδιο στο περιεχόμενο του οποίου έχουν ήδη αναφερθεί οι Συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Μία προσπάθεια, βέβαια, που αναγνωρίζουμε πως θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει νωρίτερα.

Μία προσπάθεια προς την κατεύθυνση επίλυσης του προβλήματος που ήταν απόλυτα σωστή και σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, αλλά, κυρίως, σύμφωνη με την απαίτηση των Ελλήνων πολιτών για άμεση εξυγίανση του ΟΣΕ.

Μία προσπάθεια που, δυστυχώς, σταμάτησε τον Οκτώβριο του 2009, καθώς η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. αποφάσισε να ακυρώσει το Σχέδιο Ανασυγκρότησης, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει καμιά εναλλακτική λύση εξυγίανσης του ΟΣΕ. 

 

Την ακύρωση του Σχεδίου της Ν.Δ. ακολούθησε η αδικαιολόγητη αδράνεια της Κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ., παρά το γεγονός ότι και η ίδια αναγνωρίζει ότι η εξυγίανση του ΟΣΕ είναι μονόδρομος.

Ακολούθησε η στασιμότητα και οι αποσπασματικές και αντιφατικές δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας, αλλά και οι γνωστές διαρροές των προθέσεών της στον Τύπο, οι οποίες εδράζονται ουσιαστικά στη φιλοσοφία του σχεδίου που η Κυβέρνηση της Ν.Δ. είχε καταρτίσει και παρουσιάσει.

Παρ’ όλα αυτά, το ολοκληρωμένο σχέδιο της Κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για τον ΟΣΕ, πέρα από μία γενικόλογη αναφορά στην παρουσίαση, πρόσφατα, του άτολμου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, δεν έχει ακόμα κατατεθεί.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η εξυγίανση του ΟΣΕ, στη σημερινή δυσμενή οικονομική συγκυρία για τη χώρα, αποτελεί για τη Ν.Δ. θέμα ύψιστης προτεραιότητας.

Δυστυχώς, όμως, η παροιμιώδης αδράνεια της Κυβέρνησης και η καθυστέρηση της αναδιάρθρωσης του Οργανισμού κοστίζουν ακριβά καθημερινά στους Έλληνες φορολογούμενους.

Και σε περιόδους οικονομικής στενότητας για τους πολίτες, όπως η τρέχουσα, ο επωμισμός ενός τέτοιο κόστους είναι ιδιαίτερα δυσβάσταχτος.

Έτσι, για ακόμα μία φορά, καλούμε την Κυβέρνηση να υιοθετήσει τους άξονες του σχεδίου της Ν.Δ. και να προχωρήσει άμεσα στην εξυγίανση του ΟΣΕ, συμβάλλοντας σημαντικά στην ανάταξη της Ελληνικής οικονομίας.

Όμως, η ανάταξη της Ελληνικής οικονομίας απαιτεί, παράλληλα με το στρατηγικό σχέδιο και τις επιμέρους συγκεκριμένες πολιτικές, ισχυρή και αυτόνομη πολιτική βούληση και αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση.

Απαιτεί προϋποθέσεις στις οποίες η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειμματική.

Ερώτηση για τη διαδικασία Κύρωσης, Συζήτησης και Ενημέρωσης επί Μνημονίων, Συμφωνιών και Συμβάσεων που απορρέουν από τη Συμμετοχή στο Μηχανισμό Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης

Ο Νόμος 3845/2010 (Φ.Ε.Κ. 65 Α’, 6-5-2010) που αφορά στα «Μέτρα για την Εφαρμογή του Μηχανισμού Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας από τα Κράτη-Μέλη της ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», προέβλεπε συγκεκριμένη διαδικασία για την κύρωση των μνημονίων, συμφωνιών και συμβάσεων, που τον συνόδευαν, από τη Βουλή.

Πιο συγκεκριμένα με το Άρθρο 1ο,  παρ. 4, του Νόμου αυτού, «Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της προηγούμενης παραγράφου [ο μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας]. Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, εισάγονται στη Βουλή για κύρωση».

Στις 7 Μαΐου 2010, ο Υπουργός Οικονομικών, κ. Παπακωνσταντίνου, δεσμεύονταν στην Ολομέλεια της Βουλής ότι «προφανώς οι συμβάσεις αυτές θα έρθουν στη συνέχεια και στη Βουλή των Ελλήνων για συζήτηση και κύρωση. Όμως, για να μπορέσει να γίνει η εκταμίευση στην ώρα της, το διευκρινίζουμε αυτό με μερικές νομοτεχνικές αλλαγές που γίνονται στο κείμενο».

Ως εκ τούτου, πέντε (5) ημέρες αργότερα, ο Ν. 3847/2010 (ΦΕΚ 67 Α’, 11-05-2010), και πιο συγκεκριμένα η παρ. 9, τροποποιεί τον προηγούμενο Νόμο (Ν. 3845/2010) ως εξής:

«Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου πρώτου του Ν. 3845/2010 αντί της λέξης «κύρωση» τίθενται οι λέξεις «συζήτηση και ενημέρωση».  Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους».

Μετέπειτα, στις 3 Ιουνίου 2010, ο Υπουργός Οικονομικών καταθέτει Σχέδιο Νόμου με τίτλο «Κύρωση της από 8 Μαΐου 2010 Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης μεταξύ αφ’ ενός της Ελληνικής Δημοκρατίας ως δανειολήπτη και αφ’ ετέρου των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και του KfW ως δανειστών, καθώς και του από 10 Μαΐου 2010 διακανονισμού χρηματοδότησης άμεσου ετοιμότητας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο – Συμμετοχή της Ελλάδας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης».

Η Εισηγητική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου, μάλιστα, αναφέρει:

«Με το Προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου πραγματοποιείται η πολιτική δέσμευση της Κυβέρνησης να φέρει για συζήτηση και κύρωση στην Εθνική Αντιπροσωπεία όλα τα συμβατικά κείμενα…»

Παραδόξως, ο τελευταίος νόμος (Ν. 3847/2010) αναφέρεται σε «συζήτηση και ενημέρωση».

Επιπρόσθετα, το Άρθρο 2ο του εν λόγω Σχεδίου Νόμου αναφέρει:

«Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο στην Ευρωπαϊκή Διευκόλυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ή Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης) (European Facility of Financial StabilityEFSF) και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για τη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου σε νομικά πρόσωπα και φορείς που συστήνονται για την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης».

Παράλληλα, το Σχέδιο Νόμου με Τίτλο «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και 2010/16/ΕΕ που αφορούν Υπηρεσίες Πληρωμών στην Εσωτερική Αγορά, Προληπτική Αξιολόγηση Προτάσεων Απόκτησης Συμμετοχής σε Επιχειρήσεις του Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Άλλες Διατάξεις», που συζητείται αυτή την εβδομάδα (Πέμπτη, 24 Ιουνίου) στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, περιλαμβάνει στις άλλες διατάξεις, και πιο συγκεκριμένα στο Άρθρο 93, αυτούσιο το προηγούμενο Άρθρο 2ο του Σχεδίου Νόμου που κατέθεσε το Υπουργείο Οικονομικών για την Κύρωση της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης.

Είναι προφανές ότι οι κυβερνητικές παλινωδίες και αντιφάσεις, σχετικά με τη διαδικασία κύρωσης, συζήτησης και ενημέρωσης επί μνημονίων, συμφωνιών και συμβάσεων που υπογράφονται από τη χώρα στο πλαίσιο του Μηχανισμού Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, συνεχίζονται με αποτέλεσμα να εγείρεται μείζον θέμα κοινοβουλευτικής και πολιτικής τάξης.

Για τους παραπάνω λόγους,

 

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κος Υπουργός

1ον. Γιατί η Κυβέρνηση σε διάστημα πέντε (5) ημερών (6η με 11η Μαΐου) μετέτρεψε την «κύρωση» των μνημονίων, συμφωνιών και συμβάσεων, αρχικά σε «κύρωση και συζήτηση» και στη συνέχεια σε «συζήτηση και ενημέρωση»;

2ον. Ισχύει η πολιτική δέσμευση του Υπουργού Οικονομικών ότι θα φέρνει για «συζήτηση και κύρωση» στην Εθνική Αντιπροσωπεία όλα τα συμβατικά κείμενα;

3ον. Συνάδει αυτό με το Ν. 3847/2010 (ΦΕΚ 67 Α’, 11-05-2010);

4ον. Εάν ισχύει η πολιτική δέσμευση γιατί δεν γίνεται η Κύρωση της από 8 Μαΐου 2010 Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης που έχει κατατεθεί ως Σχέδιο Νόμου στη Βουλή από τις 3 Ιουνίου 2010;

5ον. Γιατί στο Άρθρο για την παροχή εξουσιοδότησης στον Υπουργό Οικονομικών για τη συμμετοχή της Ελλάδος στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης δεν υπάρχει καμμία αναφορά σε κύρωση, συζήτηση ή έστω ενημέρωση για τα μνημόνια, τις συμφωνίες και τις συμβάσεις που συνοδεύουν τη συμμετοχή όπως ισχύει για τον Ελληνικό Μηχανισμό Στήριξης;

Αναφορά για το αίτημα της Ένωσης Συνταξιούχων Ι.Κ.Α. Νομού Φωκίδας

Με την παρούσα αναφορά σας μεταφέρω αίτημα της Ένωσης Συνταξιούχων Ι.Κ.Α. Νομού Φωκίδας, αναφορικά με τις υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που παρέχει το Ι.Κ.Α. στους ασφαλισμένους του στο Ν. Φωκίδας, και ειδικότερα στην Άμφισσα.

Παρά την ήδη ελλιπέστατη στελέχωση του Παραρτήματος Ι.Κ.Α. Άμφισσας με ιατρικό προσωπικό, πρόσφατα διεκόπησαν και οι επισκέψεις της παθολόγου ιατρού από το τοπικό Κ.Α.Π.Η., οι οποίες αν και πραγματοποιούνταν μία φορά την εβδομάδα, συνέβαλαν ουσιαστικά στην εξυπηρέτηση πληθώρας ασφαλισμένων.

Αποτέλεσμα της εν λόγω κατάστασης, είναι να υποχρεώνονται οι ασφαλισμένοι, συνταξιούχοι και εργαζόμενοι,  να συνωστίζονται σε ατελείωτες ουρές στα ιατρεία του Ι.Κ.Α. χωρίς να εξυπηρετούνται τουλάχιστον αυθημερόν.

Παρακαλώ όπως με ενημερώσετε για την πρόοδο υλοποίησης του εν λόγω ζητήματος.

Δήλωση για τη Συζήτηση και Ενημέρωση επί Μνημονίων, Συμφωνιών και Συμβάσεων

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, σχετικά με τη Συζήτηση και Ενημέρωση επί Μνημονίων, Συμφωνιών και Συμβάσεων, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

 

«Οι κυβερνητικές παλινωδίες και αντιφάσεις σχετικά με τη διαδικασία Κύρωσης, Συζήτησης και Ενημέρωσης επί Μνημονίων, Συμφωνιών και Συμβάσεων, που υπογράφονται από τη χώρα στo πλαίσιο του Μηχανισμού Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης δεν έχουν τελειωμό.

Πιο συγκεκριμένα:

  • Ο Ν. 3845/2010 (Φ.Ε.Κ. 65, 6 Μαΐου 2010), και πιο συγκεκριμένα το 1ο Άρθρο (Παρ. 4) αναφέρει:

“Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη της Ζώνης του ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της προηγούμενης παραγράφου [ο μηχανισμός στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας]. Τα μνημόνια, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, εισάγονται στη Βουλή για κύρωση”..

  • Μία ημέρα αργότερα, στις 7 Μαΐου 2010, ο Υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου δεσμεύονταν στην Ολομέλεια της Βουλής ότι “προφανώς οι συμβάσεις αυτές θα έρθουν στη συνέχεια και στη Βουλή των Ελλήνων για συζήτηση και κύρωση. Όμως, για να μπορέσει να γίνει η εκταμίευση στην ώρα τους, το διευκρινίζουμε αυτό με μερικές νομοτεχνικές αλλαγές που γίνονται στο κείμενο”.
  • Έτσι, πέντε (5) ημέρες αργότερα, ο Ν. 3847/2010 (ΦΕΚ 67, 11 Μαΐου 2010), και πιο συγκεκριμένα η Παρ. 9, τροποποιεί τον προηγούμενο Νόμο (Ν. 3845/2010):

Στο τέλος της παραγράφου 4 του άρθρου πρώτου του Ν. 3845/2010, αντί της λέξης ‘’κύρωση’’ τίθενται οι λέξεις ‘’συζήτηση και ενημέρωση’’.  Ισχύουν και εκτελούνται από της υπογραφής τους.

  • Λίγο αργότερα, στις 3 Ιουνίου 2010, ο Υπουργός Οικονομικών καταθέτει Σχέδιο Νόμου με τίτλο “Κύρωση της από 8 Μαΐου 2010 Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης μεταξύ αφ’ ενός της Ελληνικής Δημοκρατίας ως δανειολήπτη και αφ’ ετέρου των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και του KfW ως δανειστών, καθώς και του από 10 Μαΐου 2010 διακανονισμού χρηματοδότησης άμεσου ετοιμότητας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο – Συμμετοχή της Ελλάδας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης”.

Η Εισηγητική Έκθεση μάλιστα αναφέρει:

“Με το Προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου πραγματοποιείται η πολιτική δέσμευση της Κυβέρνησης να φέρει για συζήτηση και κύρωση στην Εθνική Αντιπροσωπεία όλα τα συμβατικά κείμενα…” (βέβαια, ο τελευταίος νόμος [Ν. 3847/2010] αναφέρεται σε “συζήτηση και ενημέρωση”).

Το Άρθρο 2 μάλιστα αναφέρει:

“Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί το Ελληνικό Δημόσιο στην Ευρωπαϊκή Διευκόλυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ή Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης) (European Facility of Financial StabilityEFSF) και να υπογράφει κάθε μνημόνιο συνεργασίας, συμφωνία ή σύμβαση δανεισμού, διμερή ή πολυμερή, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για τη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου σε νομικά πρόσωπα και φορείς που συστήνονται για την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης”.

  • Αύριο, Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010, συζητείται στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων το Σχέδιο Νόμου με Τίτλο ‘’Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στις Οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και 2010/16/ΕΕ που αφορούν Υπηρεσίες Πληρωμών στην Εσωτερική Αγορά, Προληπτική Αξιολόγηση Προτάσεων Απόκτησης Συμμετοχής σε Επιχειρήσεις του Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Άλλες Διατάξεις’’.

Στις “Άλλες Διατάξεις”, και πιο συγκεκριμένα το Άρθρο 93, είναι το προηγούμενο Άρθρο 2  του Σχεδίου Νόμου, που κατέθεσε το υπουργείο Οικονομικών για την Κύρωση της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης.

Συνεπώς, εύλογα προκύπτουν οι ακόλουθες διαπιστώσεις:

1η. Η κυβέρνηση, σε διάστημα 5 ημερών (6 με 11 Μαΐου), μεταβάλλει την “κύρωση των Μνημονίων, Συμφωνιών και Συμβάσεων, αρχικά σε “κύρωση και συζήτηση’’ και στη συνέχεια σε ‘’συζήτηση και ενημέρωση’’.

2η. Σύμφωνα και με την Πρόεδρο της Διαρκούς Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων κα. Β. Παπανδρέου, ‘’πράγματι υπήρχε πρόβλημα όταν είχε κατατεθεί για Κύρωση να φέρουμε εδώ στην Επιτροπή, μία σύμβαση, τη δανειακή σύμβαση συγκεκριμένα, για να την κυρώσει η Βουλή, γιατί η Βουλή, σύμφωνα με το νόμο, όταν κυρώνει μια σύμβαση έχει το δικαίωμα, είτε να την κυρώσει, είτε να την απορρίψει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση το νόμο ο οποίος ισχύει, δεν έχει το δικαίωμα να την απορρίψει. Δηλαδή η ψήφος των μελών του Κοινοβουλίου δεν έχει καμία σημασία, είτε ψηφίσει υπέρ, είτε ψηφίσει κατά. Γι’ αυτό και εγώ είπα ότι θα πρέπει να έρθει ως ενημέρωση σύμφωνα με το νόμο εκτός και αν θέλουμε να αλλάξουμε το νόμο”.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, όμως, άλλα εισηγείται προς ψήφιση στη Βουλή και η κυβερνητική πλειοψηφία ψηφίζει, και άλλα πράττει.

3η. Αυτή η κυβερνητική διγλωσσία κατεδείχθη με την παροχή εξουσιοδότησης στον Υπουργό Οικονομικών για τη συμμετοχή της Ελλάδος στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.

Όχι μόνο η σχετική Διάταξη μεταφέρθηκε, αυτούσια, από τη Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης σε άσχετο Σχέδιο Νόμου, αλλά δεν υπάρχει και καμία αναφορά σε κύρωση, συζήτηση ή έστω ενημέρωση όπως ισχύει για τον Ελληνικό Μηχανισμό Στήριξης.

 

Από τα παραπάνω εγείρεται μείζον θέμα κοινοβουλευτικής και πολιτικής τάξης και ο υπουργός Οικονομικών οφείλει, ενόψει και της αυριανής συζήτησης στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων να αναλάβει τις ευθύνες του. Η κυβερνητική υποκρισία έχει και τα όριά της».

TwitterInstagramYoutube