Μήνας: Ιανουάριος 2017

Κοινή δήλωση για τη νέα αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των πολιτών προς την Εφορία | 31.1.2017

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας  και ο αναπληρωτής Τομεάρχης, βουλευτής Ημαθίας, κ. Απόστολος Βεσυρόπουλος, για τα νέα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) που αποκαλύπτουν νέα αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των πολιτών προς την εφορία, έκαναν την ακόλουθη δήλωση:

«Η πολιτική της υπερφορολόγησης της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, δημιουργεί νέους οφειλέτες, τους φέρνει αντιμέτωπους με κατασχέσεις και οδηγεί χιλιάδες πολίτες κάθε μήνα σε αδιέξοδο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ίδιου του Υπουργείου Οικονομικών, μόνο το Δεκέμβριο του 2016 δημιουργήθηκαν νέες οφειλές πολιτών προς την εφορία, ύψους 1,3 δις ευρώ, ενώ συνολικά το 2016, δημιουργήθηκαν νέα χρέη πολιτών ύψους 13,9 δις ευρώ.

Σε μια χρονιά, που η Κυβέρνηση επέβαλλε νέους φόρους ύψους 3,3 δις ευρώ. Στους οποίους θα προσθέσει άλλα 2,5 δις ευρώ περίπου το 2017, χωρίς να υπολογίζουμε τα νέα μέτρα που ετοιμάζει η Κυβέρνηση.

Σε μια χώρα που οι οφειλές των πολιτών προς την εφορία υπερβαίνουν τα 95 δις ευρώ, πάνω από το 50% του Α.Ε.Π., είναι προφανές ότι η φοροδοτική ικανότητα έχει εξαντληθεί.

Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι 4.146.483 φορολογούμενοι έχουν οφειλές προς την εφορία αντιμετωπίζοντας κατασχέσεις και 839.066 φορολογούμενοι υπέστησαν ήδη αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, συνιστά μια “ωρολογιακή βόμβα” στα θεμέλια της οικονομίας και της κοινωνίας.

Τα παραπάνω στοιχεία δεν είναι για πανηγυρισμούς, αλλά για σοβαρούς προβληματισμούς.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, που βρίσκεται πλέον σε πλήρη δυσαρμονία με την πραγματικότητα, συνειδητά διαλύει την οικονομία και οδηγεί στη φτωχοποίηση και στο περιθώριο όλους τους Έλληνες.

Συνεπώς απαιτείται αλλαγή της οικονομικής πολιτικής.

Με λιγότερους φόρους, λιγότερες δαπάνες και αποτελεσματικότερο Κράτος.

Με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας, με περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες δουλειές για να “ανασάνει” η κοινωνία και να πάρει ξανά μπρος η οικονομία.

Η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή.

Χρειάζεται οξυγόνο».

Δελτίο Τύπου σχετικά με παρέμβαση για το μέλλον της ΟΝΕ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας κ. Χρήστος Σταϊκούρας, συμμετέχει στις εργασίες της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Εβδομάδας, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες.

Κατά τη διάρκεια της 1ης ημέρας των εργασιών, στο πλαίσιο συζήτησης για το μέλλον της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), ο κ. Σταϊκούρας έκανε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες επισημάνσεις:

«Η κρίση ανέδειξε τις ατέλειες και αδυναμίες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και απέδειξε ότι η ΟΝΕ χρειάζεται αναδιάρθρωση και απαιτεί αλληλεγγύη.

Αν και βήματα προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη γίνει, χρειάζεται να γίνουν πολύ περισσότερα, σε νομισματικό και δημοσιονομικό επίπεδο, προκειμένου να επιτευχθεί βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, να δημιουργηθούν δουλειές και να ωφεληθούν όλοι οι πολίτες, ιδιαίτερα όμως τα πιο αδύναμα στρώματα της κοινωνίας.

Προς αυτή την κατεύθυνση τρεις πρέπει να είναι οι προτεραιότητες:

1η. Η προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών, με την Κυβέρνηση στο κάθε κράτος-μέλος να διατηρεί την ιδιοκτησία της διαδικασίας και με τη δημόσια διοίκηση να είναι σε θέση να τις υλοποιήσει.

2η. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Εκτός της πιστωτικής επέκτασης μέσω της ενδυνάμωσης του ενεργητικού των τραπεζικών ιδρυμάτων και της ενίσχυσης της χρηματοδότησης μέσω των ευρωπαϊκών κονδυλίων, θα πρέπει να προχωρήσει η χρηματοπιστωτική ένωση, με την υιοθέτηση και λειτουργία ενός ευρωπαϊκού φορέα εγγύησης των καταθέσεων και με την προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών, με στόχο τη διεύρυνση και διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

3η. Η διατήρηση υπεύθυνων δημοσιονομικών πολιτικών και η βελτίωση της ποιότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό κύκλο και εφαρμόζοντας το κατάλληλο μίγμα πολιτικής.

Με την υιοθέτηση ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων και τη σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δίνοντας έμφαση στην αξιολόγηση των δαπανών».

Συνέντευξη στην εφημερίδα “Αγορά” – “Κάθε μήνας που περνάει και η αξιολόγηση δεν ολοκληρώνεται, προστίθεται κόστος στην οικονομία και νέα βάρη στους πολίτες”

Το κλείσιμο της αξιολόγησης από Δεκέμβριο πήγε στις 20 Φεβρουαρίου. Είναι ορόσημο αυτή η ημερομηνία και τι θα σημάνει αν τη χάσουμε και αυτή; Πολλοί μιλούν πάλι για διαδικασία που μπορεί να φτάσει μέχρι το καλοκαίρι.

Κάθε μήνας που περνάει και η αξιολόγηση δεν ολοκληρώνεται, προστίθεται κόστος στην οικονομία και νέα βάρη στους πολίτες.

Η αβεβαιότητα διατηρείται και ενισχύεται, ρευστότητα στερείται από την πραγματική οικονομία, η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης – που θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάρτιο του 2015 – αναβάλλεται, η συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους μετατίθεται, νέα μέτρα λιτότητας προστίθενται.

Εύχομαι η αξιολόγηση να κλείσει το συντομότερο δυνατόν, κατά τον βέλτιστο όμως για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο.

 

Εδώ που έχουμε φτάσει το κλείσιμο της αξιολόγησης με κάθε κόστος είναι προτιμότερο από το μη κλείσιμο;

Δυστυχώς η Κυβέρνηση, εγκλωβισμένη στα αδιέξοδά της, έφτασε την κατάσταση να είναι “lose-lose” (χαμένη).

Το μη κλείσιμο της αξιολόγησης θα είναι καταστροφικό για τη χώρα.

Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα είναι οδυνηρή για τους πολίτες.

Ας ευχηθούμε το κλείσιμο της αξιολόγησης να περιλαμβάνει έστω και κάποια ψήγματα διαπραγμάτευσης από την ελληνική πλευρά.

Δυστυχώς οι εξελίξεις δεν με κάνουν αισιόδοξο.

 

Η καθυστέρηση, που έτσι και αλλιώς υπάρχει, πόσο επιβαρύνει την επίτευξη των στόχων του προϋπολογισμού; Έχει η χώρα περιθώριο ο προϋπολογισμός του ‘17 να πέσει έξω;

Τον επιβαρύνει σημαντικά.

Ο Προϋπολογισμός είχε καταρτιστεί με την πρόβλεψη ότι η αξιολόγηση θα είχε ήδη από πέρυσι κλείσει.

Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η αβεβαιότητα θα είχε μετριαστεί, μέρος της δόσης θα κατευθύνονταν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και η οικονομία θα επιτύγχανε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

Αυτός ο τελευταίος στόχος ήταν ήδη υπερφιλόδοξος, τώρα καθίσταται μη ρεαλιστικός.

Ο στόχος όμως αυτός συνδέεται με την πρόβλεψη για την πορεία των εσόδων.

Υστερήσεις θα οδηγήσουν στην ενεργοποίηση του «κόφτη».

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τον «κόφτη» θα έπρεπε να την θεσπίσει μόνη της η Ελλάδα εδώ και χρόνια για να έχει κίνητρο να μην πέφτουν πάντα έξω οι προϋπολογισμοί. Συμφωνείτε; Είναι ένα κίνητρο για ορθή διακυβέρνηση ο κόφτης;

Πράγματι είναι ένα κίνητρο για δημοσιονομική πειθαρχία.

Για το λόγο αυτό και προβλέφθηκε διορθωτικός μηχανισμός, ενσωματώνοντας σχετική κοινοτική νομοθεσία, ήδη από το 2014.

Να θυμίσω ότι η τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση υποστήριζε ότι αυτός ο μηχανισμός συνιστά «έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης».

Και από εκείνες τις διατάξεις φτάσαμε στον σημερινό, «αριστερό κόφτη».

Ο οποίος είναι ουσιαστικά μόνιμος, αφού η λειτουργία του θα επεκταθεί και πέραν της λήξης του προγράμματος.

Είναι αυτόματος, αφού η ενεργοποίησή του επιβάλλεται αυτοδίκαια, παρακάμπτοντας το Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Και είναι οριζόντιος, αφού δεν εξαιρεί μεγάλες κατηγορίες δαπανών, όπως είναι οι μισθοί και οι συντάξεις.

Αποτελεί ουσιαστικά τη «ρήτρα αναξιοπιστίας» της σημερινής Κυβέρνησης.

Η συζήτηση για τη μείωση του αφορολόγητου είναι σε πλήρη εξέλιξη. Συμφωνείτε με τις εκτιμήσεις ότι είναι από τα πιο υψηλά στην Ευρώπη και πρέπει να μειωθεί; Αν ήσασταν στη θέση Τσακαλώτου και οι θεσμοί σας ζητούσαν τη μείωσή του, τι θα κάνατε;

Γιατί λέτε ότι η συζήτηση είναι σε πλήρη εξέλιξη όταν το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, σε Δελτίο Τύπου της προηγούμενης Κυριακής, διαβεβαιώνει ότι «δεν είναι στις προθέσεις της Κυβέρνησης η μείωση του αφορολόγητου»;

Βέβαια, και πριν λίγους μήνες, ο Υπουργός Οικονομικών υποστήριζε ότι κάτι τέτοιο αποτελεί «κόκκινη γραμμή» της Κυβέρνησης, και τελικά το ύψος του αφορολόγητου μειώθηκε.

Συνεπώς, ας κρατάμε «μικρό καλάθι» για τις δεσμεύσεις της Κυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για μείωση του αφορολόγητου είναι αποσπασματική και παραπλανητική, ειδικά αν δεν ληφθούν υπόψη οι συνολικές επιβαρύνσεις των πολιτών, φορολογικές και ασφαλιστικές.

Και δεν μπορεί να γίνει αν δεν προηγηθεί η μείωση των φορολογικών συντελεστών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης με την ένταξη «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο, ώστε να ενισχυθεί η ανάπτυξη και να τονωθεί η κοινωνική δικαιοσύνη.

Σε λίγες εβδομάδες ξεκινά ένας εκλογικός μαραθώνιος στην Ευρώπη. Μπορεί να αντέξει η Ελλάδα χωρίς πολιτική σταθερότητα και με οικονομική ασφυξία αν η αξιόλογηση δεν κλείσει;

Αυτός ο εκλογικός μαραθώνιος είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο θα έπρεπε η αξιολόγηση ήδη να έχει ολοκληρωθεί.

Όσο καθυστερεί, τόσο ο κίνδυνος μιας ακόμη πιο μακράς διαδικασίας διογκώνεται.

Υπάρχουν όμως και άλλοι εξωγενείς παράγοντες που συνιστούν καθοδικούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία.

Όπως είναι η εκτιμώμενη επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου, η πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, η ανάκαμψη της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, τα προβλήματα στα τραπεζικά συστήματα χωρών-μελών της ευρωζώνης, η διαχείριση – σε μακροοικονομικό και μικροοικονομικό επίπεδο – της απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η προσφυγική κρίση και οι περιφερειακές προκλήσεις κ.α.

Όλα αυτά, η Κυβέρνηση θα έπρεπε να τα έχει συνεκτιμήσει. Δυστυχώς όμως, τα προσπερνά.

Σε ένα τόσο ασταθές ευρωπαϊκό περιβάλλον, με τις ακραίες δυνάμεις να απειλούν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, μήπως είναι επικίνδυνο να υπάρξει πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα πριν διαμορφωθεί η νέα πραγματικότητα; Δεν σας φοβίζει το ενδεχόμενο οι εκλογές που ζητάτε τελικά να γίνουν και να βρεθείτε αντιμέτωποι με μια νέα έξαρση του Grexit;

Η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα έχει καταστεί αναγκαία, αφού η Κυβέρνηση, όπως επιβεβαιώνεται καθημερινά όλο και πιο έντονα και εμφατικά, έχει αποτύχει σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας.

Γι’ αυτό το λόγο η Νέα Δημοκρατία ζητά εκλογές.

Σε κάθε περίπτωση, εμείς, διαχρονικά, έχουμε μάθει στα δύσκολα.

Και προφανώς δεν τα φοβόμαστε.

Άρθρο στην εφημερίδα “Νεοδημοκράτης” – “Προοπτικές και προτεραιότητες για το 2017”

Τα δύο έτη διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήταν χαμένα χρόνια για τη χώρα μας.

Δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε, το επενδυτικό περιβάλλον υπονομεύθηκε, νέα δημοσιονομικά μέτρα επιβλήθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώθηκαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών μειώθηκε, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συρρικνώθηκε.

Σήμερα, με ευθύνη της Κυβέρνησης, η Ελλάδα «λιμνάζει» βυθιζόμενη, σε ένα ευρύτερο περιβάλλον μεγάλης αβεβαιότητας και υψηλών καθοδικών κινδύνων.

Κυβέρνηση η οποία εστιάζει – εμμονικά – στην υπερφορολόγηση της εμφανούς οικονομίας και παλινδρομεί – αμήχανα – ως προς τις μεταρρυθμίσεις

Κυβέρνηση η οποία δεν θέλει ούτε μπορεί να εκσυγχρονίσει το αξιακό σύστημα, να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και να προωθήσει την εξωστρέφεια της.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να ξοδεύει πολύτιμο χρόνο, καθυστερώντας. Καθυστέρηση η οποία στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Μάρτιο του 2015, μεταθέτει τη συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους και προσθέτει μέτρα στις πλάτες της κοινωνίας.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι, τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση, όπως έγινε το 2014, και η χώρα να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή, εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό;

Κατά την άποψή μου, πάνω απ’ όλα, απαιτείται μία στιβαρή, συνεκτική και αποφασιστική πολιτική ηγεσία.

Ηγεσία η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, και να είναι διατεθειμένη να δουλέψει σκληρά.

Ηγεσία η οποία δεν θα χρησιμοποιεί τη χώρα και τους πολίτες προκειμένου να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους.

Ηγεσία η οποία θα κινείται γρήγορα, συνεκτικά, συμπληρωματικά και αποτελεσματικά, πάνω σε βασικούς άξονες, όπως είναι ενδεικτικά:

  • Η αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους, με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξάλειψη της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα.
  • Η διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με τη διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος προμηθειών, με τον αυστηρότερο έλεγχο των επιχορηγήσεων κ.α.
  • Η εμπροσθοβαρής προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου. Και αυτό γιατί αυτές μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας.
  • Η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Η θέσπιση ενεργών πολιτικών αντιμετώπισης της ανεργίας και στήριξης της απασχόλησης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας και επανένταξης σε μια σύγχρονη αγορά εργασίας μέσα από τη διεύρυνση και βελτίωση της ποιότητας των πολιτικών κατάρτισης, εξειδίκευσης και δία βίου μάθησης και της προσβασιμότητας σε αυτές, αλλά και με τη στενή παρακολούθηση των τάσεων στην αγορά εργασίας.
  • Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με προσανατολισμό στην εξωστρέφεια, με στόχευση και αξιοποίηση κλάδων με σημαντικό δυναμικό πλεονέκτημα, όπως είναι ο τουρισμός, ο πρωτογενής τομέας, η μεταποίηση, η ενέργεια, το λιανικό και χονδρικό εμπόριο, η περιβαλλοντική βιομηχανία, η ναυτιλία, και της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας, καθώς και με την ανάδειξη των νέων πηγών ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση πολιτικών πάνω σε αυτούς τους άξονες, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και θα ενισχύσει τις επενδύσεις.

Αυτά όμως προϋποθέτουν πολιτική αλλαγή, ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

Τοποθέτηση στην Πολιτική Επιτροπή της Νέας Δημοκρατίας

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τότε που ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αποκαλύφθηκε η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε.

Αποκαλύφθηκε η αδυναμία της, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποφασιστικά.

Αποκαλύφθηκαν οι πομφόλυγες για δήθεν «παράλληλα προγράμματα» και για «αριστερά πρόσημα».

Αποκαλύφθηκε η μνημονιακή της μετάλλαξη, που συνοδεύτηκε από τη «διαρκή της αφοσίωση», μέσα από πρόσφατες επιστολές, στο Μνημόνιο.

Αποκαλύφθηκε πως η «αριστερή ψυχή» γίνεται θυσία στο βωμό για λίγη «πολιτική εξουσία».

Το αποτέλεσμα σήμερα είναι, εξαιτίας της ανικανότητας, της αναξιοπιστίας, των ιδεοληψιών και παλινωδιών της Κυβέρνησης, η κατάσταση στην οικονομία να έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με το 2014.

Δύο χρόνια χάθηκαν.

Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.

Η μείωση της ανεργίας επιβραδύνθηκε.

Το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε.

Οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη συρρικνώθηκαν.

Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επιδεινώθηκε.

Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε και το βιοτικό τους επίπεδο μειώθηκε.

Κεφαλαιακοί περιορισμοί επιβλήθηκαν.

Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων υποχώρησαν.

Τα κόκκινα δάνεια διογκώθηκαν.

Οι τράπεζες χρειάστηκαν νέα ανακεφαλαιοποίηση, με την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια.

Ταμειακά διαθέσιμα φορέων του Δημοσίου «σκουπίστηκαν».

Τα λουκέτα στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.

Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου αυξήθηκε.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές Δημοσίου και ιδιωτών εκτοξεύτηκαν.

Η βιωσιμότητα του Δημόσιου χρέους επιδεινώθηκε.

Η χώρα παραμένει «απούσα», 2 χρόνια μετά την έναρξη, από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Ταπεινωτικές δεσμεύσεις, όπως το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο «κόφτης», αναλήφθηκαν.

Με λίγα λόγια, καμία «κόκκινη γραμμή», υποχωρήσεις συνεχώς και παντού.

Διαπραγματευτικές ήττες, αυταπάτες και ψέματα αποτελούν το τρίπτυχο της Κυβερνητικής αποτυχίας.

Συγκρατείστε τρεις μόνο αριθμούς:

Το κόστος της ανερμάτιστης διακυβέρνησης είναι τεράστιο.

Πόσο; Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης και την Τράπεζα της Ελλάδος, υπερβαίνει τα 85 δισ. ευρώ.

Δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε.

Πόσος; Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 21 δισ. ευρώ.

Νέα μέτρα επιβλήθηκαν.

Πόσα; Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης, 9 δισ. ευρώ.

Αυτό είναι το οδυνηρό αποτύπωμα στην οικονομία της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

«Κατασκευή» η οποία δοκιμάσθηκε, μετρήθηκε με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης.

Έτσι σήμερα, η χώρα σέρνεται, παραπαίει και βρίσκεται μπροστά σε νέα αδιέξοδα.

Αδιέξοδα που οφείλονται στην αδυναμία της Κυβέρνησης να ολοκληρώσει, έγκαιρα, τη δεύτερη αξιολόγηση, αλλά και στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει απέναντι στους δανειστές.

Καθυστέρηση η οποία διατηρεί και ενισχύει την αβεβαιότητα, στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, μεταθέτει χρονικά τη συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους και προσθέτει, άμεσα, μέτρα λιτότητας στις πλάτες της κοινωνίας.

Μέτρα τόσο για το 2018 όσο και για τα επόμενα, αρκετά χρόνια, με την αποδοχή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για μακρά χρονική περίοδο.

Με την εφαρμογή μόνιμων μηχανισμών επιτροπείας, ναρκοθετώντας την πορεία της χώρας.

Είναι συνεπώς σαφές ότι η χώρα χρειάζεται μια διαφορετική, συνεκτική και ρεαλιστική πρόταση οικονομικής πολιτικής.

Με λιγότερους φόρους, λιγότερες δαπάνες και αποτελεσματικότερο κράτος.

Με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας.

Με περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες δουλειές.

Οι Έλληνες μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά με μια Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με εθνικό σχέδιο και σκληρή δουλειά, στηριγμένοι στην αλήθεια, στη συνεννόηση και στην ενότητά μας ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “Παραπολιτικά 90,1 FM”

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “insider.gr” – “Το κόστος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ”

Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τότε που ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αποκαλύφθηκε η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε.

Αποκαλύφθηκε η αδυναμία της, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποφασιστικά.

Αποκαλύφθηκαν οι πομφόλυγες για «παράλληλα προγράμματα» και για δήθεν «αριστερά πρόσημα».

Αποκαλύφθηκε η μνημονιακή της μετάλλαξη και η «διαρκής αφοσίωση στο Μνημόνιο».

Αποκαλύφθηκε πώς η «αριστερή ψυχή» γίνεται θυσία στο βωμό για λίγη «πολιτική εξουσία», ακόμη και ακραίας νεοφιλελεύθερης κοπής.

Το αποτέλεσμα σήμερα είναι, εξαιτίας της ανικανότητας, αναποτελεσματικότητας, αβελτηρίας και αναξιοπιστίας της Κυβέρνησης, η κατάσταση της οικονομίας να έχει επιδεινωθεί σημαντικά από το 2014.

Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, δυνητικός πλούτος χάθηκε, το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε, η ανταγωνιστικότητα επιδεινώθηκε, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές Δημοσίου και ιδιωτών διογκώθηκαν, το κόστος δανεισμού αυξήθηκε, η βιωσιμότητα του χρέους επιδεινώθηκε, το βιοτικό επίπεδο των πολιτών συρρικνώθηκε, τα λουκέτα στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.

Το αποτέλεσμα είναι νέα μέτρα λιτότητας, ύψους 9 δισ. ευρώ, να έχουν επιβληθεί, και ταπεινωτικές δεσμεύσεις, όπως το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο αυτόματος «κόφτης», να έχουν αναληφθεί.

Η χώρα σέρνεται και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται.

Αδιέξοδα που οφείλονται και στην αδυναμία της Κυβέρνησης να ολοκληρώσει, έγκαιρα, τη δεύτερη αξιολόγηση.

Καθυστέρηση η οποία διατηρεί και ενισχύει την αβεβαιότητα, στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Μάρτιο του 2015, μεταθέτει τη συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους στο απώτερο μέλλον και προσθέτει, άμεσα, μέτρα λιτότητας στις πλάτες της κοινωνίας.

Κάτι άλλωστε που αποτυπώνεται και στην απόφαση του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου 2016, την οποία προσυπέγραψε ο Υπουργός Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία η Κυβέρνηση:

1ον. Αποδέχεται ότι υφίσταται δημοσιονομικό κενό το 2018, το οποίο συμφωνεί να καλύψει με νέα μέτρα.

2ον. Επιβεβαιώνει ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα παραμείνουν υψηλοί, για αρκετά χρόνια μετά το 2018.

3ον. Δεσμεύεται στην επίτευξη αυτών των υψηλών στόχων με την υιοθέτηση διαρθρωτικών μέτρων και την επέκταση του «κόφτη», δηλαδή με την εφαρμογή μόνιμων μηχανισμών επιτροπείας της χώρας.

Από τα ανωτέρω, είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή.

Με την υιοθέτηση μιας διαφορετικής, συνεκτικής και ρεαλιστικής, πρότασης οικονομικής πολιτικής. Με λιγότερους φόρους, λιγότερες δαπάνες και αποτελεσματικότερο κράτος, με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας, με περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες δουλειές.

Οι Έλληνες μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά με μια άλλη Κυβέρνηση, με εθνικό σχέδιο και σκληρή δουλειά, στηριγμένοι στην αλήθεια, τη συνεννόηση και την ενότητά μας ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

Δελτίο Τύπου σχετικά με σύσκεψη εργασίας στο Δήμο Καμμένων Βούρλων στο πλαίσιο επισκέψεων στους Δήμους της ΠΕ Φθιώτιδας

Σήμερα, στο πλαίσιο των επισκέψεων εργασίας του Βουλευτή Φθιώτιδας και Τομεάρχη Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, κ. Χρήστου Σταϊκούρα, στις έδρες των Δήμων της Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας, πραγματοποιήθηκε η τέταρτη ευρεία σύσκεψη εργασίας στο Δημαρχείο του Δήμου Καμμένων Βούρλων.

Συμμετείχαν ο κ. Δήμαρχος, Αντιδήμαρχοι και εκπρόσωποι των φορέων της περιοχής που εκλήθησαν από το Δήμο.

Αντικείμενο της σύσκεψης ήταν ο σχεδιασμός των βημάτων για την προώθηση της επίλυσης των προβλημάτων και η επικαιροποίηση των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων της περιοχής.

Ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, συζητήθηκαν:

  • Η επέκταση του λιμανιού του Αγίου Κωνσταντίνου.
  • Ζητήματα που αφορούν το Υπουργείο Πολιτισμού.
  • Ζητήματα που αφορούν άρδευση Δημοτικών Διαμερισμάτων του Δήμου.
  • Το θέμα της αξιοποίησης των Ιαματικών Πηγών.
  • Ζητήματα που αφορούν την Υγεία, την Παιδεία και την Ασφάλεια.
  • Ζητήματα που αφορούν τον Πρωτογενή Τομέα.
  • Ζητήματα τον ξενοδοχειακό κλάδο.
  • Η ενίσχυση του Ναυτικού Ομίλου του Αγίου Κωνσταντίνου.
  • Ζητήματα που αφορούν οδικούς άξονες και έργα υποδομής.

Ο κ. Σταϊκούρας, συνεχίζοντας τη νέα συστηματικότερη μεθοδολογία συνεργασίας με τους εκπροσώπους των τοπικών κοινωνιών, δεσμεύθηκε ότι θα εργαστεί προς την κατεύθυνση πρόωθησης της επίλυσης των ζητημάτων.

Συνέντευξη στο περιοδικό “ProNews” – “Η Κυβέρνηση δεν έχει ηθικές και ιδεολογικές αναστολές να δώσει τα πάντα για να παραμείνει στην εξουσία”

Κύριε Βουλευτά, το 2017 μπήκε με μια σειρά νέων φόρων οι οποίοι επιδεινώνουν την οικονομική κατάσταση των μικρομεσαίων εισοδημάτων και αφανίζουν την επιχειρηματικότητα. Ποιά είναι η θέση του κόμματός σας όσον αφορά την οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης;

Ότι αυτή κινείται σε λάθος κατεύθυνση και δεν θα έχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Και αυτό γιατί η εμπειρία των τελευταίων ετών, εντός και εκτός Ελλάδας, έχει αποδείξει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται κυρίως στην αύξηση των φόρων είναι οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Και αυτή εφαρμόζει η Κυβέρνηση, λόγω ιδεοληπτικής εμμονής.

Συνεπώς απαιτείται αλλαγή της οικονομικής πολιτικής.

Με λιγότερους φόρους, λιγότερες δαπάνες και αποτελεσματικότερο κράτος.

Με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας, με περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες δουλειές για να «ανασάνει» η κοινωνία και να πάρει ξανά μπρος η οικονομία.

Άκουσα τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, κ. Κ. Μητσοτάκη, να δηλώνει ότι το κόμμα σας ως αυριανή Κυβέρνηση θα μειώσει δραστικά τους φόρους. Ποιο είναι το σχέδιο σας γιατί και η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ περίπου το ίδιο ως αντιπολίτευση υπόσχονταν και υπόσχεται για μετά το 2018.

Η διαφορά είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπόσχεται, ενώ δεν πιστεύει στην αναγκαιότητα μείωσης των φόρων. Και πράττει ακριβώς το αντίθετο.

Εμείς, και ιδεολογικά, πιστεύουμε σ’ αυτή την αναγκαιότητα και ξεκινήσαμε να την κάνουμε πράξη το 2014. Σας θυμίζω ότι τότε, ενδεικτικά, μειώθηκαν κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες ο ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης και κατά 5% οι ασφαλιστικές εισφορές.

Και είμαστε αποφασισμένοι προς την ίδια κατεύθυνση μείωσης της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων να κινηθούμε.

Ο Πρόεδρος της ΝΔ κ. Μητσοτάκης, στη ΔΕΘ, δεσμεύθηκε για τη μεσοσταθμική μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% εντός διετίας, για τη μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη από το 29% στο 20% και της φορολόγησης στα μερίσματα από το 15% στο 5%, αμφότερα εντός διετίας και για την επαναφορά του ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια από το 24% στο 13% και την κατάργηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο κρασί.

Και αυτό μπορεί να γίνει με ισοδύναμα από το σκέλος των δαπανών. Ενδεικτικά αναφέρω τον περαιτέρω περιορισμό των λειτουργικών δαπανών του Κράτους, την εκτέλεση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, τη διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος προμηθειών, τον αυστηρότερο έλεγχο των επιχορηγήσεων κ.α.

Επιπρόσθετα, με προϋπόθεση την ανάκαμψη της οικονομίας και τη μείωση των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος σκοπεύουμε να προχωρήσουμε στη μείωση των φορολογικών συντελεστών στα φυσικά πρόσωπα με εισαγωγικό συντελεστή 9%, στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων και στη μείωση του ΦΠΑ, με καθιέρωση δύο συντελεστών 11% και 22%. Προφανώς λαμβάνοντας υπόψη εξαιρέσεις και μετατάξεις αγαθών.

Η χώρα μας έχει δεσμευτεί για το 2017 για πλεόνασμα 1,75% του ΑΕΠ και για τον επόμενο χρόνο το 2018 για 3,5% του ΑΕΠ. Συνεπώς χρειάζεται έσοδα. Πως θα επιτευχθούν αυτοί οι ακραίοι στόχοι; Δεν θα χρειαστούν κι άλλα μέτρα;

Καταρχήν να υπενθυμίσω ότι η ίδια η Κυβέρνηση, δια της προσυπογραφής του Υπουργού Οικονομικών της στο τελευταίο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου, έχει αποδεχθεί την ύπαρξη δημοσιονομικού κενού για το 2018, και έχει συμφωνήσει στην ανάγκη λήψης νέων μέτρων λιτότητας.

Συνεπώς νέα μέτρα θα υπάρξουν, τόσο μέσα στο τρέχον Πρόγραμμα όσο και μεταγενέστερα, με την αποδοχή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια.

Το βασικό ζητούμενο συνεπώς είναι πως η οικονομία θα ανακάμψει και θα επιτύχει βιώσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, ώστε να ενισχυθούν τα δημόσια έσοδα, να μειωθεί η ανεργία, να βελτιωθεί η εισπραξιμότητα στα ασφαλιστικά ταμεία και να μη χρειαστούν πρόσθετα μέτρα.

Μπορεί η σημερινή Κυβέρνηση αυτό να το επιτύχει; Για παράδειγμα, μπορεί να επιτύχει ανάπτυξη 2,7% το 2017; Αν και το εύχομαι, αυτό δεν το θεωρώ ρεαλιστικό.

Γιατί πόσο ρεαλιστικό είναι να προσδοκάς αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης όταν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών θα είναι ακόμη λιγότερο εφέτος, λόγω των πρόσθετων φόρων;

Γιατί πόσο ρεαλιστικό είναι να προσδοκάς μεγάλη αύξηση των επενδύσεων όταν συνεχίζεται η υπερφορολόγηση, εξακολουθεί η εσωτερική στάση πληρωμών η οποία θα διευρυνθεί λόγω της μη έγκαιρης ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης και επιδεικνύεται κυβερνητική αβελτηρία στην υλοποίηση αναπτυξιακών πολιτικών;

Κύριε Σταϊκούρα, η αγορά έχει στεγνώσει από ρευστότητα, η ανεργία παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, η μικρομεσαία επιχείρηση αφανίζεται, ο αγροτικός πληθυσμός χειμάζεται, η ύπαιθρος χώρα ερημώνεται. Μέσα σε αυτό το τραγικό οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον, τι μπορεί πραγματικά να αλλάξει η Νέα Δημοκρατία;

Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης του 2014, «λιμνάζει» βυθιζόμενη, σε ένα ευρύτερο περίγυρο μεγάλης αβεβαιότητας και υψηλών κινδύνων.

Τα τελευταία δύο χρόνια, δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε, το επενδυτικό περιβάλλον υπονομεύθηκε, νέα δημοσιονομικά μέτρα επιβλήθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώθηκαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε.

Και όμως, η Κυβέρνηση συνεχίζει να «βαδίζει» στον ίδιο δρόμο: να ξοδεύει πολύτιμο χρόνο, να εστιάζει – εμμονικά – στην υπερφορολόγηση της εμφανούς οικονομίας και να παλινδρομεί – αμήχανα – ως προς τις μεταρρυθμίσεις.

Απαντώντας στον πυρήνα του ερωτήματός σας, σημειώνω ότι η ΝΔ, φέροντας το κεφάλαιο από την ιστορική της διαδρομή και την αξιοπιστία που κέρδισε από τη σταθεροποίηση της οικονομίας το 2014, μπορεί να διεκδικήσει αλλαγή του μίγματος της ακολουθούμενης δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολογίας.

Μπορεί να δημιουργήσει πληρέστερα τις συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης της οικονομίας, να αξιοποιήσει καλύτερα τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, να προχωρήσει – όπως με επιτυχία έκανε – στην αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, να υλοποιήσει ταχύτερα τις διαρθρωτικές αλλαγές και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων.

Μπορεί να ενισχύσει τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Με την εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και με την ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Έτσι μπορούν να δημιουργηθούν ταχύτερα οι συνθήκες για διατηρήσιμη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας.

Μιλάτε συνεχώς για ιδιωτικοποιήσεις και επενδύσεις. Κι ορθώς γιατί είναι βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της χώρας. Τίθεται όμως το ερώτημα: Πως θα γίνουν ιδιωτικοποιήσεις και θα έρθουν επενδύσεις όταν η λερναία ύδρα της γραφειοκρατίας δεν έχει παταχθεί και δεν υπάρχει ένα σταθερό φορολογικό σύστημα;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία θεωρεί σημαντική την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Και αυτό γιατί αυτές μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας.

Η Κυβέρνηση όμως έχει αποτύχει και σε αυτό το πεδίο. Ελάχιστες αποκρατικοποιήσεις προχωρούν. Άλλες ακυρώνονται, άλλες καθυστερούν, άλλες καρκινοβατούν, άλλες αναβάλλονται. Ενώ και οι ξένες άμεσες επενδύσεις έχουν συρρικνωθεί.

Η Κυβέρνηση, εγκλωβισμένη στις ιδεοληψίες της, παρά τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει, παλινωδεί και κωλυσιεργεί. Ενώ δεν δημιουργεί και τις προϋποθέσεις για την προσέλκυση και υλοποίηση επενδύσεων, εγχώριων και μη.

Προϋποθέσεις όπως είναι, ενδεικτικά, η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, με την αναμόρφωση του ρόλου και τη βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους (π.χ. με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την συρρίκνωση της γραφειοκρατίας και την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας), και με τη διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος.

Ως ΝΔ, τέτοιου είδους παρεμβάσεις, σταδιακά, ξετυλίγουμε και παρουσιάζουμε στην κοινωνία.

Κύριε Βουλευτά, στο Δημόσιο θα υπάρξουν απολύσεις γιατί οι πολίτες φοβούνται ένα τέτοιο ενδεχόμενο και γι’ αυτό δεν δείχνουν να στηρίζουν τον κ. Μητσοτάκη; Τον αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό για να μην πω με φόβο.

Όχι, απολύσεις στο Δημόσιο δεν θα γίνουν.

Το μείζον ζήτημα είναι τι θα γίνει με τη  αξιολόγηση. Οι θεσμοί έχουν αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις κι όλα θα κριθούν στις 26 Ιανουαρίου στο Eurogroup. Ποιά είναι η εκτίμησή σας; Θα βρεθεί λύση; Κι αν βρεθεί μήπως αυτό σημαίνει νέα επώδυνα μέτρα;

Καταρχήν η αξιολόγηση θα έπρεπε, προ μηνών, να είχε κλείσει. Και αυτό δεν έγινε, με ευθύνη, κυρίως, της Κυβέρνησης.

Κυβέρνηση η οποία κάθε φορά που δήθεν διαπραγματεύεται, χάνει πολύτιμο χρόνο, με αποτέλεσμα να προσθέτει βάρη στην κοινωνία και ταπεινωτικές δεσμεύσεις στη χώρα.

Αυτό συνέβη με την “ηρωική διαπραγμάτευση” του πρώτου εξαμήνου του 2015, η οποία κατέληξε στους κεφαλαιακούς περιορισμούς και στο τρίτο, αχρείαστο Μνημόνιο.

Αυτό επιβεβαιώθηκε με την πολύμηνη καθυστέρηση της πρώτης αξιολόγησης, η οποία κατέληξε σε νέα μέτρα λιτότητας, ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό στα 9 δις ευρώ, στο αιώνιο υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και στον οριζόντιο και αυτόματο “κόφτη” δαπανών.

Αυτό αποδεικνύεται και σήμερα, με την καθυστέρηση ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης.

Καθυστέρηση η οποία, όπως ήδη ανέφερα, προσέθεσε νέα μέτρα για το 2018 προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση, σύμφωνα και με την απόφαση του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου.

Καθυστέρηση η οποία στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Μάρτιο του 2015, και μεταθέτει τη συζήτηση για τα ουσιαστικά μέτρα ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους.

Η Κυβέρνηση παραμένει εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα που η ίδια δημιούργησε.

Το ζήτημα είναι να μην συνεχίσει να εγκλωβίζει τη χώρα.

Η αξιολόγηση πρέπει να κλείσει το συντομότερο, με τον καλύτερο όμως, για τα ελληνικά συμφέροντα, τρόπο.

Και η αναγκαία πολιτική αλλαγή να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση

Εκτιμάτε ότι μια τυχόν αποτυχία της Κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις θα οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές;

Εκτιμώ ότι ο πολιτικός στόχος του κ. Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησής του, δεν είναι άλλος από την παραμονή τους στην διακυβέρνηση για όσο περισσότερο χρόνο μπορούν, ψηφίζοντας τα πάντα χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, ή η δημιουργία εκείνων των προϋποθέσεων, που όπως οι ίδιοι νομίζουν, θα τους συντηρήσουν ως ισχυρούς παίκτες στο πολιτικό σύστημα μετά την αποδρομή τους.

Το ΔΝΤ το θέλετε στο πρόγραμμα ή μόνο σε ρόλο τεχνικού συμβούλου;

Θα επαναλάβω αυτό που έχω πολλές φορές υποστηρίξει κατά το παρελθόν: το ερώτημα δεν τίθεται σε σωστή βάση.

Ενδεικτικά ερωτώ: γιατί και σήμερα που το ΔΝΤ δεν είναι στο πρόγραμμα, οι πολιτικές της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι εξαιρετικά σκληρές και πιο επώδυνες από προηγούμενα Προγράμματα;

Θυμίζω μάλιστα ότι σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, που φέρει την υπογραφή του κ. Τσίπρα, προβλέπεται η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, μάλιστα και χρηματοδοτικά. Κάτι που επιβεβαίωσε και η τελευταία απόφαση του Eurogroup.

Συνεπώς καλό θα ήταν η Κυβέρνηση να σταματήσει τη διγλωσσία.

Αυτό που προέχει είναι, με βάση τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας, τα διαχρονικά εθνικά και λαϊκά συμφέροντα, χωρίς δημαγωγίες, η εκάστοτε Κυβέρνηση να διαπραγματεύεται και να τοποθετείται με αξιοπιστία και συνέπεια στις σχέσεις της με τους θεσμούς και τις άλλες χώρες.

Η ΝΔ αυτό πράττει.

Ο κ. Τσακαλώτος και η Κυβέρνηση εμφανίζονται εξαιρετικά αισιόδοξοι για την έκβαση της δεύτερης αξιολόγησης αν και ζητάνε πολιτική απόφαση. Μάλιστα σας κατηγόρησε για εμμονές κι ότι με τη στάση σας δεν βοηθάτε την προσπάθεια της Κυβέρνησης αντιθέτως την υπονομεύετε. Τι απαντάτε;

Όπως απάντησα και τότε, ο κ. Τσακαλώτος αστόχησε στην αναφορά του.

Καταρχήν γιατί αντίστοιχες ιδεοληπτικές εμμονές, όπως αυτές που ο κ. Υπουργός έχει με την αύξηση των φόρων, εμείς δεν έχουμε.

Αλλά και γιατί θα πρέπει να γνωρίζει ότι τα γραπτά μένουν, “ομιλούν” και όταν είναι σε λάθος κατεύθυνση τον “κυνηγούν”.

Οι νέοι φόροι, ο αυτόματος και οριζόντιος “κόφτης”, το Υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων, η “μόνιμη και διαρκής αφοσίωση στο Μνημόνιο”, φέρουν υπογραφές. Προφανώς και δεν φταίνε όσοι τα θυμίζουν.

InstagramYoutube