Ημέρα: 8 Οκτωβρίου 2018

Σημεία τοποθέτησης στο συνέδριο “Digital Metamorphosis” – “Achieving growth in business and banking” | 8.10.2018

Δελτίο Τύπου

Αθήνα, 08.10.2018

Σημεία  τοποθέτησης στο συνέδριο “Digital Metamorphosis – Achieving growth in business and banking”

Το τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς προκλήσεις. Προκλήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, το πιο απαιτητικό και σύνθετο σε σχέση με το παρελθόν εποπτικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας, την ουσιαστική επιστροφή καταθέσεων και την αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας των τραπεζών, την ολοκλήρωση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους.

Είναι γεγονός ότι μετά την εμφάνιση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, ο δεύτερος ψηφιακός μετασχηματισμός, με την ταχεία ανάπτυξη των τεχνολογικών καινοτομιών, της τεχνητής νοημοσύνης και των εφαρμογών της, θα μεταβάλλει διαδικασίες παραγωγής, δίκτυα διανομής, τρόπους οργάνωσης αγορών και επιχειρήσεων, απαιτούμενες δεξιότητες, διάρθρωση και καταμερισμό της εργασίας.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, οι τράπεζες επιδιώκουν να καταστούν ψηφιακά ώριμες. Με σύγχρονα κανάλια διάθεσης τραπεζικών προϊόντων, με «έξυπνες συσκευές», με τάσεις εξωτερίκευσης εργασιών, με νέες πηγές αξίας, με πρωτοβουλίες όπως είναι ενδεικτικά, ο βιομετρικός έλεγχος ταυτότητας με αναγνώριση δακτυλικών αποτυπωμάτων, η χρήση robo-συμβούλων για επενδυτικές συμβουλές, η χρήση μεγάλων δεδομένων (big data) και μηχανικής μάθησης (machine learning) για βαθμολόγηση πιστώσεων, καθώς και με ενέργειες ενίσχυσης της ασφάλειας τόσο στα δεδομένα όσο και στον κυβερνοχώρο.

Το μέλλον όμως το κατακτούν οι κοινωνίες που το σχεδιάζουν. Και προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθούμε όλοι μας, με υπευθυνότητα, συνέπεια και διορατικότητα, με συνεκτικές και ολοκληρωμένες παρεμβάσεις και όχι με αποσπασματικές πολιτικές.

«Κλειδί» για όλα αυτά είναι η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Και αυτά, επειδή αποτελούν σήμερα «αγαθά σε ανεπάρκεια», θα είναι τα ζητούμενα από την επόμενη Κυβέρνηση.

 

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην ιστοσελίδα “Μyportal.gr” | 8.10.2018

– “Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2019: Tο “κύκνειο άσμα” της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ”

Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού αποτυπώνει, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, τα αδιέξοδα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Τα μέτρα λιτότητας εξακολουθούν να υφίστανται, οι δημοσιονομικοί στόχοι παραμένουν υψηλοί, η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνεχίζεται, το Κράτος διογκώνεται, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων συρρικνώνεται και υποεκτελείται.

Το αποτέλεσμα αυτής της αδιέξοδης πολιτικής είναι η οικονομία να αναπτύσσεται με αναιμικούς και χαμηλότερους των αρχικών εκτιμήσεων ρυθμούς, οι επενδύσεις να συρρικνώνονται και το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται. Ενδεικτικά και μόνο, να υπενθυμίσουμε ότι η Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν αυξηθεί κατά 59% από το 2014, απόδειξη εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Αποδεικνύεται έτσι ότι η «Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών» δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα πίσω στην κανονικότητα.

Ταυτόχρονα, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, το οικονομικό κλίμα – τους τελευταίους μήνες – επιδεινώνεται, οι θεσμοί διακυβέρνησης υποβαθμίζονται, η οικονομική ελευθερία συρρικνώνεται, οι καταθέσεις των ιδιωτών δεν επιστρέφουν ουσιαστικά στο τραπεζικό σύστημα, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί δεν έχουν ακόμη πλήρως αρθεί και η χώρα δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Επιπρόσθετα, η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, το οποίο για πρώτη φορά ενεργοποιείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά βρίσκεται και εκτός αγορών, με υψηλό και ιδιαίτερα ευμετάβλητο κόστος δανεισμού, συμπαρασύροντας ανοδικά και το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και τραπεζών.

Η χρήση δε του ταμειακού αποθέματος, πέραν του ότι αυτό δημιουργήθηκε με λανθασμένο τρόπο, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και αφήνοντας αναξιοποίητους χαμηλού κόστους πόρους ύψους 24 δισ. ευρώ από τη δανειακή σύμβαση, θα στείλει ανησυχητικό μήνυμα στις αγορές.

Τέλος, οι όποιες  Κυβερνητικές επεκτατικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις είναι – όπως αναφέρει και το Προσχέδιο – «προτιθέμενες» και αποσπασματικές, αφού δεν εντάσσονται σε μία συνολική οικονομική πρόταση, όπως αυτή που έχει καταθέσει η Νέα Δημοκρατία και η οποία στοχεύει σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, στη δημιουργία πολλών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με έμφαση στην εξωστρέφεια και τις επενδύσεις, μέσα από τη μείωση της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βελτιώσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φόρων και εισφορών.

Συμπερασματικά, το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, το τελευταίο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, σφραγίζει το τέλος του τετραετούς κύκλου της αυταπάτης, της δημιουργικής ασάφειας, των ιδεοληψιών, της ανευθυνότητας, του τυχοδιωκτισμού και της αναποτελεσματικότητας, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και στους πολίτες της, ειδικά στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

Συγχρόνως, όμως, σημάνει και την απαρχή ενός νέου κύκλου ευθύνης, ρεαλισμού, υπευθυνότητας και σοβαρότητας, με διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

myportal.gr

Άρθρο στο insider.gr – “Ανίκανη η Κυβέρνηση να ενισχύσει με ρευστότητα την οικονομία” | 8.10.2018

H αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και η υλοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αποτελούν βασικά εργαλεία και σημαντικές πηγές τόνωσης της ρευστότητας της οικονομίας.

Δυστυχώς, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει αποτύχει και στα δύο αυτά πεδία, στερώντας ρευστότητα από την αγορά, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία και υπονομεύοντας την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Ειδικότερα:

1ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές.

Η Κυβέρνηση, στο Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, αναφέρει ότι “Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης προς τρίτους…αποτελεί μία από τις προτεραιότητες του Υπουργείου Οικονομικών».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει.

Και αυτό γιατί οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 11% τον Αύγουστο, ξεπερνώντας πλέον τα 3 δισ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι είχαν εκταμιευθεί – για την αποπληρωμή τους – δανειακοί πόροι 7 δισ. ευρώ.

Αυτό οφείλεται στην ανικανότητα της Κυβέρνησης να αντλήσει και να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, αλλά και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους, με αποτέλεσμα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου από 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης το 2014.

Επιπλέον, η ημερομηνία πλήρους εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών όλο και μετατίθεται.

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση τις επικαιροποιήσεις του Μνημονίου, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017, κατόπιν για το τέλος του προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, και στη συνέχεια για το τέλος του 2018.

Ούτε αυτή όμως η δέσμευση δεν θα υλοποιηθεί αφού, στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, γίνεται αναφορά στην περαιτέρω μείωσή τους μέχρι το τέλος του έτους και όχι στην πλήρη εκκαθάρισή τους.

Και το χειρότερο όλων είναι ότι σήμερα, που η χρηματοδότηση της χώρας από το πρόγραμμα έχει λήξει, η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών θα βασιστεί αποκλειστικά στα υπερ-πλεονάσματα και στην υπερ-φορολόγηση των πολιτών.

2ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων υποεκτελείται.

Η Κυβέρνηση, στο δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της, τονίζει τη σημασία του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων είναι το κύριο χρηματοδοτικό εργαλείο για την Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης».

Η πραγματικότητα όμως την διαψεύδει και εδώ.

Συγκεκριμένα, οι δαπάνες του Προγράμματος, το 2017, έκλεισαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, εμφανίζοντας σωρευτική υστέρηση ύψους 1,3 δισ. ευρώ την περίοδο 2016-2017.

Ενώ το 2018, συνεχίζουν να παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, σχεδόν κατά 1 δισ. ευρώ το οκτάμηνο του έτους.

Μάλιστα ο στόχος, για το 2018, έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω, και περιορίζεται στα 6,63 δισ. ευρώ, καθιστώντας αισιόδοξη την κυβερνητική πρόβλεψη για αυξημένες δημόσιες επενδυτικές δαπάνες το 2019.

Συμπερασματικά, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ σε δύο κομβικά για την οικονομία πεδία, επιβεβαιώνουν, για ακόμη μία φορά, την ανικανότητα και την αναποτελεσματικότητά της.

Η επόμενη Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας θα εφαρμόσει ένα σχέδιο ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, μέσα από την ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών και την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης, μέσω του τραπεζικού συστήματος.

InstagramYoutube