Του Χρήστου Σταϊκούρα
Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) μεταβάλλει με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η οικονομία, οργανώνονται οι επιχειρήσεις και λαμβάνονται αποφάσεις. Η χρηματοπιστωτική αγορά δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίθετα, είναι ένας από τους χώρους στους οποίους η ΤΝ μπορεί να έχει ιδιαίτερα έντονη επίδραση. Η δυνατότητα επεξεργασίας τεράστιων όγκων δεδομένων, ο εντοπισμός προτύπων και ανωμαλιών, η υποστήριξη της διαχείρισης κινδύνων, η ανίχνευση απάτης και η αυτοματοποίηση διαδικασιών δημιουργούν σημαντικές δυνατότητες για πιο αποτελεσματικές και προσβάσιμες αγορές.
Η κλίμακα της τεχνολογικής αλλαγής είναι εντυπωσιακή. Η εξέλιξη, όμως, δεν σταματά στα σημερινά συστήματα ΤΝ. Στον ορίζοντα βρίσκεται η συζήτηση για τη Γενική Τεχνητή Νοημοσύνη (AGI-Artificial General Intelligence), δηλαδή μια υποθετική μορφή ΤΝ που θα μπορεί να κατανοεί, να μαθαίνει και να εφαρμόζει γνώση σε ένα ευρύ φάσμα εργασιών, σε ανθρώπινο ή και ανώτερο επίπεδο.
Όσο διευρύνονται οι δυνατότητες των τεχνολογικών συστημάτων, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η ανθρώπινη εποπτεία, η ασφάλεια, η διαφάνεια και η λογοδοσία. Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα για τις αγορές: η ΤΝ μπορεί να αλλάξει τα εργαλεία, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εμπιστοσύνη. Ένα σύστημα μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό χωρίς να είναι κατ’ ανάγκη αξιόπιστο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα δεδομένα μπορεί να επεξεργαστεί ένας αλγόριθμος. Είναι ποια δεδομένα χρησιμοποιεί, πόσο αξιόπιστα είναι, πώς έχει εκπαιδευτεί το μοντέλο, ποιοι κίνδυνοι μεροληψίας ή λανθασμένων εκτιμήσεων υπάρχουν και, κυρίως, ποιος έχει την ευθύνη όταν το αποτέλεσμα είναι λανθασμένο. Στις επενδύσεις, ένα τεχνολογικό σφάλμα δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό πρόβλημα. Μπορεί να μετατραπεί σε οικονομική ζημία, να επηρεάσει τη συμπεριφορά πολλών επενδυτών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργήσει ευρύτερους κινδύνους για τη λειτουργία και τη συστημική ευστάθεια της αγοράς. Γι’ αυτό η βασική αρχή πρέπει να είναι σαφής: η τεχνολογία πρέπει να ενισχύει την ανθρώπινη κρίση και όχι να καταργεί την ανθρώπινη ευθύνη.
Αυτό συνδέεται άμεσα με τη διαφάνεια. Εμπιστοσύνη δεν σημαίνει να αποδεχόμαστε ένα αποτέλεσμα επειδή προέρχεται από έναν προηγμένο αλγόριθμο. Σημαίνει να γνωρίζουμε, όσο είναι δυνατόν, τα όρια του συστήματος, να μπορούμε να ελέγξουμε το αποτέλεσμα, να εντοπίσουμε το λάθος και να γνωρίζουμε ποιος είναι υπεύθυνος. Συνεπώς, για τον επενδυτή της εποχής της ΤΝ, η χρηματοοικονομική παιδεία πρέπει να συνοδεύεται από ψηφιακή παιδεία. Η ικανότητα να διακρίνει κανείς την πληροφορία από την παραπληροφόρηση και την τεκμηριωμένη ανάλυση από μία πειστική αλλά ενδεχομένως λανθασμένη αυτοματοποιημένη απάντηση γίνεται ολοένα και πιο σημαντική.
Ταυτόχρονα, οι θεσμοί πρέπει να προσαρμοστούν. Η εποπτεία των αγορών δεν μπορεί να εξελίσσεται με βραδύτερο ρυθμό από την τεχνολογία που καλείται να εποπτεύσει. Η ίδια η ΤΝ μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο εποπτείας, επιτρέποντας την ταχύτερη επεξεργασία δεδομένων, τον εντοπισμό ασυνήθιστων συναλλαγών και την έγκαιρη ανίχνευση κινδύνων. Όμως, την ίδια στιγμή, δημιουργεί νέες μορφές κινδύνου: από νέες δυνατότητες χειραγώγησης της αγοράς έως νέες μορφές παραπλανητικής πληροφόρησης. Επομένως, η σχέση τεχνολογίας και εποπτείας πρέπει να είναι αμφίδρομη. Η εποπτεία πρέπει να αξιοποιεί την τεχνολογία, αλλά και να κατανοεί την τεχνολογία που εποπτεύει.
Αυτό καθιστά αναγκαίο ένα σύγχρονο ρυθμιστικό πλαίσιο. Η ευρωπαϊκή AI Act αποτελεί σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, με μία προσέγγιση που συνδέει τις απαιτήσεις με τον βαθμό κινδύνου των τεχνολογικών εφαρμογών. Το ζητούμενο, όμως, είναι η σωστή ισορροπία. Ούτε υπερρύθμιση που θα ανακόψει την καινοτομία, ούτε ανεξέλεγκτη τεχνολογική ανάπτυξη που θα μεταφέρει το κόστος των κινδύνων στους επενδυτές και στην κοινωνία. Χρειαζόμαστε αναλογικούς κανόνες, έξυπνη εποπτεία και συνεχή προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου. Και επειδή οι αγορές και οι τεχνολογικές πλατφόρμες λειτουργούν πλέον πέρα από τα εθνικά σύνορα, απαιτείται στενότερη ευρωπαϊκή και διεθνής συνεργασία. Η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη καθώς η ΤΝ μπορεί να δημιουργήσει νέες αλληλεξαρτήσεις μέσα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Εάν πολλές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν παρόμοια μοντέλα, δεδομένα ή τους ίδιους τεχνολογικούς παρόχους, ένα πρόβλημα μπορεί να μεταδοθεί. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο την προστασία του κάθε επενδυτή. Αφορά και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ανθεκτικότητα των υποδομών, την κυβερνοασφάλεια και τη διαχείριση των τεχνολογικών εξαρτήσεων.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αυτή έρχεται σε μία κρίσιμη συγκυρία. Η ελληνική κεφαλαιαγορά έχει κάνει σημαντικά βήματα τα τελευταία χρόνια, με ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου, βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης και πρόοδο στον ψηφιακό μετασχηματισμό της εποπτείας. Η κεφαλαιοποίηση του ελληνικού χρηματιστηρίου έχει τριπλασιαστεί και η ελληνική αγορά έχει επιστρέψει στο καθεστώς των ανεπτυγμένων αγορών. Το επόμενο βήμα είναι να συνδυάσουμε αυτή τη θεσμική πρόοδο με την τεχνολογική εξέλιξη. Να δημιουργήσουμε μία ελληνική κεφαλαιαγορά πιο βαθιά, πιο εξωστρεφή, πιο ανταγωνιστική και πιο ικανή να στηρίξει την οικονομία της χώρας. Μία αγορά που θα αξιοποιεί την ΤΝ και τα δεδομένα, επενδύοντας ταυτόχρονα στους θεσμούς, στην εποπτεία, στην εταιρική διακυβέρνηση, στην κυβερνοασφάλεια και στη γνώση. Γιατί, τελικά, η ανταγωνιστικότητα των αγορών δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο γρήγορα υιοθετούν νέες τεχνολογίες. Θα κριθεί και από το πόσο αξιόπιστες είναι. Μπορεί να αλλάζουν τα εργαλεία, οι αγορές και οι τεχνολογίες. Η εμπιστοσύνη, όμως, παραμένει το θεμέλιο κάθε κεφαλαιαγοράς.
*Βουλευτής Ν.Δ., Καθηγητής Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην Υπουργός Οικονομικών (2019-2023) και Υποδομών & Μεταφορών (2023-2025)