admin

Απογευματινή, Ειδική Έκδοση με θέμα «Ο Ρόλος των Τραπεζών στην Οικονομική Κρίση»: Οι προκλήσεις για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα…

Η διεθνής οικονομία έχει εισέλθει, από τα μέσα του προηγούμενου έτους, σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας και ισχυρών κλυδωνισμών. Η κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι σοβαρή, παρατεταμένη και διαρκώς μεταλλασσόμενη, λόγω της αλληλεξάρτησης των οικονομιών και της ταχύτητας των επικοινωνιών, και ξεπερνά τις αντοχές των εθνικών οικονομιών, αρκετές από τις οποίες έχουν ήδη εισέλθει στον κύκλο της στασιμότητας ή της ύφεσης.

Η κρίση αγγίζει και επιβαρύνει, αν και σε μικρότερο βαθμό λόγω των μεγαλύτερων αντοχών της εξαιτίας των υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης και της σχετικής εσωστρέφειάς της, και την Ελληνική οικονομία.
Ειδικότερα, η αναταραχή στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, σε συνδυασμό με την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, επηρεάζει δυσμενώς την εύρυθμη λειτουργία του Ελληνικού τραπεζικού τομέα. Ενός τομέα με ιδιαίτερη σημασία για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των επενδυτικών πόρων.
 
Το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα
Οι τράπεζες, στο σύγχρονο χρηματοοικονομικό περιβάλλον, δε δρουν πλέον μόνο ως παραδοσιακοί διαμεσολαβητές μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών μονάδων, με απώτερο στόχο την εξομάλυνση της κατανομής εισοδημάτων και επενδύσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων υπό καθεστώς ατελών αγορών και ασύμμετρης πληροφόρησης, αλλά, επιπρόσθετα, επιτελούν και μια σειρά από διακριτές λειτουργίες, όπως είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, η λειτουργία συστήματος πληρωμών, η διαχείριση κινδύνων, η παρακολούθηση οφειλετών και η επεξεργασία πληροφοριών.
Αυτός ο πολυδιάστατος ρόλος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bankbasedcountries) όπως είναι η δική μας, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικός.
Το Ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, άρχισε να μεταμορφώνεται. Η θεσμική απελευθέρωση του τραπεζικού τομέα, η μεταβολή του πλαισίου κανόνων και εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, η ενίσχυση των ρυθμών ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας και η επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας, η διεθνοποίηση των οικονομικών συναλλαγών, η αξιοποίηση των εργαλείων της χρηματοοικονομικής μηχανικής (financialengineering), και η ταχεία τεχνολογική πρόοδος στους τομείς των επικοινωνιών και της πληροφορικής συνέβαλαν στον εκσυγχρονισμό του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος και στην προσαρμογή του στις συνθήκες που διαμορφώνονται στην ενοποιημένη Ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά.
Με εφαλτήριο αυτές τις εξελίξεις, οι Ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να ενισχύσουν την πιστωτική τους επέκταση, να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και να διευρύνουν τη γκάμα των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών.
Έτσι, τα Ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα απέκτησαν υψηλή οργανική κερδοφορία, σχετικά ισχυρή κεφαλαιακή βάση και χαμηλό βαθμό μόχλευσης, με περιορισμένη έκθεση σε στοιχεία του ενεργητικού που είτε άμεσα είτε έμμεσα συνδέονται με την διεθνή αναταραχή, καθιστώντας τα ιδιαιτέρως ανθεκτικά στη σημερινή δύσκολη οικονομική συγκυρία.
Ωστόσο, εξωγενείς παράγοντες, όπως η διεθνής αστάθεια και αβεβαιότητα, η έλλειψη διατραπεζικής ρευστότητας, οι μειωμένες οικονομικές προσδοκίες, οι συνθήκες επιβράδυνσης ή ύφεσης και ο κίνδυνος πιστωτικής ασφυξίας, και, ενδογενείς αδυναμίες και επιχειρηματικές πρακτικές του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως το μειωμένο επίπεδο ανταγωνιστικότητας της εγχώριας τραπεζικής αγοράς, που επιβεβαιώνεται και από την επιτοκιακή επιβάρυνση σε κάποιες κατηγορίες χορηγήσεων, η ανάληψη υψηλού πιστωτικού κινδύνου και κινδύνου χώρας από τα χρηματοδοτικά ανοίγματα στο εξωτερικό, οι μονομερείς, σε αρκετές περιπτώσεις, αλλαγές σε δανειακές συμβάσεις και η χρήση καταχρηστικών όρων από τα πιστωτικά ιδρύματα, δημιουργούν προβλήματα στην άντληση κεφαλαίων από τις αγορές χρήματος και κεφαλαίου και στην τραπεζική χρηματοδότηση.
 
Αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης
Η δυσμενής αυτή οικονομική συγκυρία απαιτεί από όλους τους εμπλεκομένους φορείς σύνεση, ψυχραιμία, υπευθυνότητα και σοβαρότητα.
Ήδη, σε διεθνές επίπεδο οι κυβερνήσεις, οι κεντρικές τράπεζες και οι λοιπές εποπτικές αρχές του χρηματοπιστωτικού τομέα συνεργάζονται και δρουν συντονισμένα προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης και να αποκατασταθούν σταδιακά οι συνθήκες ομαλότητας.
Προς αυτή την κατεύθυνση, η Ελληνική κυβέρνηση, μακριά από προσεγγίσεις άκρατου κρατικού παρεμβατισμού, παρεμβαίνει και μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
Προωθεί πρωτοβουλίες και μέτρα για την ενίσχυση της εγγύησης των καταθέσεων, την προστασία των δανειοληπτών και την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία. Πρωτοβουλίες που εναρμονίζονται στη φιλοσοφία τους και ευθυγραμμίζονται στις συγκεκριμένες δράσεις τους με τα αντίστοιχα σχέδια παρέμβασης που έχουν ανακοινώσει και οι λοιπές οικονομίες της Ευρωζώνης.
Το κυβερνητικό σχέδιο για τη διοχέτευση ρευστότητας στην οικονομία, ύψους 28 δισ. ευρώ (ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 11% του ΑΕΠ της χώρας και είναι το μισό του κοινοτικού μέσου όρου), επικεντρώνεται στην εξασφάλιση της ροής της ρευστότητας πρώτα μεταξύ των φορέων της, δηλαδή των πιστωτικών ιδρυμάτων, και στη συνέχεια προς τους φορείς της πραγματικής οικονομίας, δηλαδή τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Η υιοθέτηση και εφαρμογή του σχεδίου αναμένεται να έχει πολλαπλές, θετικές, επιπτώσεις στην Ελληνική οικονομία. Δημιουργείται επαρκές περιθώριο κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ενισχύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αμβλύνονται οι πιέσεις στα επιτόκια, αποφεύγεται η πιστωτική ασφυξία, παρέχεται ισότιμη πρόσβαση στις αγορές χρήματος, εξασφαλίζεται ουσιαστική διαφύλαξη των συμφερόντων του Δημοσίου και περιορίζεται ο ηθικός κίνδυνος, και διασφαλίζονται πόροι, μέσω των αποδόσεων και των προμηθειών, που θα αξιοποιηθούν για την ενίσχυση του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής και των Δημόσιων Επενδύσεων.
Ωστόσο, εκτός από το κράτος ευθύνη έχουν και οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές, καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον καθορισμό της τιμολογιακής και πιστοδοτικής πολιτικής τους.
Έτσι, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) παρακολουθεί και θέτει αυστηρότερους όρους στη λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ότι αφορά τα κεφάλαιά τους, τα χρηματοδοτικά τους ανοίγματα στο εξωτερικό και την εγχώρια πιστωτική τους επέκταση.
Προς την ίδια κατεύθυνση, απαιτείται η συστηματική εξέταση, η διαρκής παρακολούθηση και η αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων που αναλαμβάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα, με την ενδυνάμωση των κριτηρίων κεφαλαιακής επάρκειας και τη βελτίωση των μεθόδων και διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων. Κίνδυνοι που δημιουργούνται από τις θέσεις και τις σχέσεις που αναπτύσσει το κάθε πιστωτικό ίδρυμα με τους πελάτες του και τις συναλλαγές που πραγματοποιεί στα πλαίσια των χρηματοοικονομικών αγορών. Καθώς, λοιπόν, οι τραπεζικές λειτουργίες αναπτύσσονται και εξελίσσονται σε πιο σύνθετα σχήματα και μορφές, οι αναλαμβανόμενοι κίνδυνοι μετασχηματίζονται και εμπλουτίζονται.
Επίσης, επιβάλλεται η βελτίωση και η ενδυνάμωση των κανόνων ελέγχου και διαφάνειας και των μηχανισμών εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η επάρκεια εσωτερικών και εξωτερικών ελέγχων, εσωτερικής και εξωτερικής εποπτείας, ιδίων κεφαλαίων, συστημάτων και πολιτικών διαχείρισης κινδύνων, εσωτερικών διαδικασιών και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίνεται σημαντική για τους δείκτες φερεγγυότητας του πιστωτικού ιδρύματος.
Τέλος, σημαντική καθίσταται η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης και ιδιαίτερα του τρόπου εγκρίσεως των πάσης φύσεως αμοιβών και κινήτρων των στελεχών των χρηματοπιστωτικών οργανισμών.
 
Πραγματική οικονομία και κοινωνική ευθύνη
Η Ελληνική κυβέρνηση αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, σε εθνικό και Ευρωπαϊκό επίπεδο, για τη βέλτιστη αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης στην πραγματική οικονομία.
Οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες καταδεικνύουν την αποφασιστικότητα και την αυξημένη κοινωνική της ευθύνη.
Κοινωνική ευθύνη, όμως, που καλούμαστε να επιδείξουμε όλοι μας, μακριά από ομφαλοσκοπήσεις και προσωπικές ή επιχειρηματικές στρατηγικές.
Κοινωνική ευθύνη που καλούνται να επιδείξουν και τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να ενισχυθεί και η κοινωνική αποδοχή του ρόλου τους.
Κοινωνική ευθύνη που έγκειται:
1ον: Στην αποτελεσματικότερη διαχείριση και διάχυση των πόρων του σχεδίου στην πραγματική οικονομία, σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων στις χορηγήσεις προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις,  βάζοντας τέλος σε πρακτικές που ξεπερνούν τα όρια της νομιμότητας και προκαλούν τους πολίτες.
2ον: Στην επιστροφή μέρους των κερδών που θα προκύψουν από τη χρήση του πακέτου ενίσχυσης της ρευστότητας στην ίδια την κοινωνία, πιθανόν μέσω του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής, συμβάλλοντας άμεσα στην ενδυνάμωση του βιοτικού επιπέδου των ευπαθών κοινωνικών ομάδων και στην απελευθέρωση πόρων για δημόσιες επενδύσεις.
Ήδη κάποιες τράπεζες έχουν αρχίσει να λαμβάνουν μέτρα προς την κατεύθυνση διευκόλυνσης των ανέργων και χαμηλόμισθων δανειοληπτών, μείωσης των επιτοκίων και παγώματος των πλειστηριασμών.
Παράλληλα, όλες οι Ελληνικές τράπεζες εντάχθηκαν στο πρόγραμμα του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε.) για την παροχή «ενέσεων ρευστότητας» στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ένα πρόγραμμα που θα παρέχει, για πρώτη φορά, εγγύηση και επιδότηση επιτοκίου για κεφάλαιο κίνησης. Εγγύηση η οποία θα καλύπτει το 80% των δανείων ύψους μέχρι 350.000 ευρώ, ενώ η τράπεζα, και για το υπόλοιπο 20% του δανείου, δεν θα αναζητά περαιτέρω εξασφαλίσεις από τις επιχειρήσεις.
Τέλος, υπάρχει ενδιαφέρον και από άλλα 6 πιστωτικά ιδρύματα (εκτός των 4 που ήδη έχουν συνάψει συμφωνία) να συνεργασθούν με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, προκειμένου να κινητοποιήσουν, μέσω εξειδικευμένων χρηματοπιστωτικών εργαλείων, κεφάλαια για τις Ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εφέτος, μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων αναμένεται να διατεθούν 600 εκατ. ευρώ για τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων τους, ενώ άλλα 600 εκατ. ευρώ θα διατεθούν το 2009.
Σε κάθε περίπτωση, και ακόμη πιο πολύ σε δύσκολες και πιεστικές καταστάσεις όπως είναι η παρούσα, απαίτηση των πολιτών από όλους μας είναι να ανταποκριθούμε στην κρισιμότητα των καταστάσεων. Με σύνεση και υπευθυνότητα, ισχυρή πολιτική βούληση και πραγματική κοινωνική ευαισθησία να βγάλουμε με ασφάλεια και προοπτική τη χώρα από τη διεθνή κρίση. Να διασφαλίσουμε τα συμφέροντα των πολιτών και της χώρας. 
Και αυτό ισχύει για όλους, πολιτικές δυνάμεις, πιστωτικά ιδρύματα, ρυθμιστικές αρχές και συλλογικούς φορείς.

Δυτική: Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία

Σήμερα, η παγκόσμια κοινότητα διανύει μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας, σοβαρών αναταράξεων και ισχυρών κλυδωνισμών. Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση, σε συνδυασμό με τις σημαντικές αυξήσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, των τροφίμων και των άλλων πρώτων υλών, έχει αρχίσει να επιδρά και στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας την ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.

Η κρίση στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, είναι μεγάλη, βαθιά και πολυδιάστατη. Οι επιπτώσεις της είναι σημαντικές, ενώ η διάρκειά της απρόβλεπτη.
Σε μια τέτοια κατάσταση, η εμπιστοσύνη των πολιτών κλονίζεται, ενώ κυριαρχούν η ανησυχία, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα. Δεν χρειάζεται όμως να επικρατήσει ο πανικός, ιδιαίτερα σήμερα που οι κυβερνήσεις έχουν – σε σχέση με το παρελθόν – πολύ μεγαλύτερη εμπειρία στη διαχείριση τέτοιων κρίσεων και περισσότερα εργαλεία στη διάθεσή τους, ενώ είναι πολύ πιο πρόθυμες να καταφύγουν στη διεθνή συνεργασία για να τις αντιμετωπίσουν.
 
Αίτια της κρίσης
Η δομική και συστημική χρηματοπιστωτική κρίση οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες, όπως:
  • Η σταδιακή κατάρρευση της αγοράς των στεγαστικών δανείων στις Η.Π.Α.
  • Τα προβλήματα στην αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου (subprime).
  • H τιτλοποίηση των στεγαστικών δανείων και η χρήση πιστωτικών παραγώγων που οδήγησε σε μόλυνση των ισολογισμών των χρηματοπιστωτικών οργανισμών με «τοξικά» χαρτοφυλάκια.
  • Η αλόγιστη απληστία (τα «οικονομικά της απληστίας» κατά τον Πολ Κρούγκμαν).
  • Η παρατεταμένη ρυθμιστική αδράνεια και η ελλειπής εποπτεία εθνικών αρχών και φορέων, κυρίως στις μη εποπτευόμενες περιοχές των αγορών κεφαλαίου.
  • Το έλλειμμα εταιρικής διακυβέρνησης σε συνδυασμό με την ανεπαρκή αξιολόγηση κινδύνων.
  • Η μόχλευση των ιδίων κεφαλαίων με δανειακά κεφάλαια (η χρηματοδότηση δηλαδή των επενδύσεων με ξένα και όχι με ίδια κεφάλαια, που με την αύξηση των επιτοκίων έγιναν πολύ ακριβά).
Η επίδραση στην ελληνική οικονομία
Η παγκόσμια κρίση αγγίζει και την Ελληνική οικονομία, κυρίως μέσω της επιβράδυνσης των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και της αύξησης του κόστους άντλησης χρήματος. Η ενίσχυση του κόστους άντλησης του χρήματος έχει περιορίσει τους ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης και έχει αυξήσει τη δαπάνη εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων των δανειοληπτών, ιδίως για τα νοικοκυριά που έχουν υπερδανειστεί ή έχουν σχετικά χαµηλά εισοδήµατα.
Παράλληλα, οι περισσότερο διεθνοποιημένοι τομείς της οικονομίας μας, όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία, καθώς και οι εξαγωγικοί κλάδοι της μεταποίησης με σημαντική έκθεση στις ανεπτυγμένες οικονομίες, αναμένεται να υποστούν τις όποιες συνέπειες από την εξασθένηση της διεθνούς ζήτησης. Παράλληλα, η διεθνής κεφαλαιακή στενότητα και επιφυλακτικότητα ενδέχεται να επηρεάσει τις εισροές ξένων επενδυτικών κεφαλαίων στην Ελληνική οικονομία.
Οι Ελληνικές τράπεζες, από τη μεριά τους, δεν είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις πρακτικές που ακολουθούνται σε άλλα μέρη του κόσμου (έκθεση δηλαδή σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα). Είναι γεγονός ότι οι Ελληνικές τράπεζες τα τελευταία χρόνια στήριξαν την ανάπτυξή τους στην οργανική κερδοφορία μέσω της ενίσχυσης των χορηγήσεων και της επέκτασης στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Συνεπώς, οι Ελληνικές τράπεζες δεν επηρεάζονται άμεσα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά έμμεσα (μέσα από την αύξηση του κόστους χρήματος, στο βαθμό που οι τράπεζες της χώρας μας συμμετέχουν στην παγκόσμια διατραπεζική αγορά).
 
Αντιμετώπιση της κρίσης
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, στόχος των κυβερνήσεων, των εποπτικών και των ρυθμιστικών αρχών είναι η σταθεροποίηση της κατάστασης στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ανάκτηση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό τομέα ώστε να αποφευχθεί η συστημική κατάρρευση.
Για το λόγο αυτό γίνονται διαδοχικές παρεμβάσεις στις αγορές χρήματος (ενέσεις ρευστότητας και σχέδια διάσωσης και υποστήριξης [bailout] σε Η.Π.Α. και Ευρωπαϊκή Ένωση) και κεφαλαίου (π.χ. απαγόρευση ανοικτών πωλήσεων), ενώ αρκετές εθνικές κυβερνήσεις κρατικοποιούν μέρος των προβληματικών χαρτοφυλακίων ή των κεφαλαίων των χρηματοπιστωτικών οργανισμών.
Στις Η.Π.Α., οι πτωχεύσεις ή εξαγορές επενδυτικών τραπεζών (Bear Sterns, Lehman Brothers και Merrill Lynch) και η μετατροπή των υπολοίπων ισχυρών επενδυτικών τραπεζών σε τραπεζικούς ομίλους συμμετοχών (Goldman Sachs και Morgan Stanley) έφεραν το τέλος της επενδυτικής τραπεζικής και επαναπροσδιόρισαν το τοπίο του σύγχρονου χρηματοοικονομικού κόσμου, ενώ το αμερικανικό Δημόσιο με κινήσεις της Κεντρικής Τράπεζας και πρωτοβουλίες του Υπουργείου Οικονομικών προχώρησε σε δραστικές παρεμβάσεις (π.χ. κρατική ομπρέλα προστασίας στις AIG, Fannie Mae και Freddie Mac).
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι κυβερνήσεις πρόσφατα αποφάσισαν την ενίσχυση της εγγύησης των καταθέσεων, ενώ στην τελευταία συνάντηση των ηγετών του Eurogroup (12.10.2008) απεφασίσθη ένα σχέδιο με το οποίο διασφαλίζονται η κρατική προστασία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι συναλλαγές, ο δανεισμός και η συνεχής ροή χρηματοδότησης. Συγκεκριμένα, το σχέδιο προβλέπει τη διασφάλιση της ρευστότητας στις τράπεζες, την εξυγίανση της λειτουργίας τους, τον δανεισμό τους με κρατικές εγγυήσεις, την επανακεφαλαιοποίηση, τον εκσυγχρονισμό των λογιστικών προτύπων, ενώ βάζει «φρένο» στον ανταγωνισμό μεταξύ τους.
 
Μελλοντικές πρωτοβουλίες
Σε μεσομακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα όμως απαιτείται η ανάληψη και άλλων πρωτοβουλιών, όπως:
  • Η ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού σε Ευρωπαϊκό, αλλά και σε διεθνές, επίπεδο ανάμεσα στις κυβερνήσεις, στις κεντρικές τράπεζες και στις ρυθμιστικές αρχές για την αντιμετώπιση των προκλήσεων στη διεθνή οικονομία.
  • Η βελτίωση και ενδυνάμωση των κανόνων ελέγχου και διαφάνειας και των μηχανισμών εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
  • Η αναδιάταξη και ενίσχυση του όλου πλέγματος ανάληψης, διαχείρισης και παρακολούθησης χρηματοοικονομικών κινδύνων, ενδεχομένως με α) την ενδυνάμωση των κριτηρίων κεφαλαιακής επάρκειας, β) τη βελτίωση των μεθόδων και διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, και γ) τον περιορισμό του φαινομένου της αντικυκλικότητας των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Αναφορικά με το τελευταίο, απαιτούνται ρυθμιστικές πρωτοβουλίες για τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών των οικονομικών κύκλων των οικονομιών μέσω της μέριμνας για μεγαλύτερα αποθεματικά και επαρκείς προβλέψεις σε ανοδικές φάσεις του κύκλου ώστε να καλύπτονται οι χρηματοπιστωτικές ανάγκες της οικονομίας σε καθοδικές φάσεις.
  • Η αναθεώρηση των κανόνων εποπτείας του λεγόμενου «σκιώδους» χρηματοπιστωτικού συστήματος.
  • Η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης, ιδιαίτερα του τρόπου εγκρίσεως των πάσης φύσεως αμοιβών και κινήτρων των στελεχών.
  • H αναθεώρηση των κανόνων λειτουργίας και εποπτείας των οργανισμών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και του κινδύνου των προϊόντων που παρέχουν. Σημαντικά θέματα που θα πρέπει να προσεχθούν είναι η αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων και η γνωστοποίηση της μεθόδου αποτίμησης των επιχειρήσεων.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της Ελλάδας, η προώθηση και ολοκλήρωση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητη για τη θωράκιση της Ελληνικής οικονομίας έναντι της δυσμενούς διεθνούς συγκυρίας. Αν αυτό δεν επιτευχθεί, σύμφωνα και με την Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, οι αρνητικές συνέπειες θα είναι σοβαρότερες, θα διαρκέσουν περισσότερο και το μεγαλύτερο βάρος τους θα το επωμιστούν, δυστυχώς, οι οικονομικά ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες. Συνεπώς, η Ελληνική Κυβέρνηση, με υπευθυνότητα και αποφασιστικότητα, προωθεί νομοσχέδια και πρωτοβουλίες για τη διατήρηση της αξιοπιστίας και εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ενίσχυση των κοινωνικών ομάδων που επηρεάζονται περισσότερο από την οικονομική συγκυρία, ενώ, παράλληλα συνεχίζει το πρόγραμμα διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγοράς, την ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας, τη μακροοικονομική σταθερότητα και την τόνωση της κοινωνικής συνοχής.
Σε κάθε περίπτωση, εκείνο το οποίο απαιτείται δεν είναι η επιστροφή σε οποιαδήποτε μορφή προστατευτισμού αλλά η περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του υφισταμένου ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου με βάση τους άξονες γύρω από τους οποίους αυτό έχει σταδιακά διαμορφωθεί και με γνώμονα τις εμπειρίες που αντλήθηκαν από την πρόσφατη κρίση. Το ζητούμενο στην πραγματικότητα δεν είναι η ποσότητα αλλά η ποιότητα των παρεμβάσεων. Οι κατάλληλες και ποιοτικές παρεμβάσεις, λοιπόν, σε συνδυασμό με την οικονομική και αναπτυξιακή πολιτική που ακολουθείται με συνέπεια τα τελευταία χρόνια, αναμένεται να ενισχύσουν το δίχτυ κοινωνικής προστασίας, να σταθεροποιήσουν το οικονομικό περιβάλλουν και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για νέα ώθηση της αναπτυξιακής διαδικασίας στη χώρας μας.

Άρθρο – Παρέμβαση Χρ. Σταϊκούρα για τον καπνό | 17.11.2008

Ο καθοριστικός ρόλος του αγροτικού τομέα στην πρόοδο και αειφόρο ανάπτυξη της Ελληνικής περιφέρειας είναι καθολικά αναγνωρισμένος. Ωστόσο, αδυναμίες και παθογένειες του αγροτικού τομέα, σε συνδυασμό με χρόνιες υστερήσεις της ασκούμενης αγροτικής πολιτικής, υπό καθεστώς διεθνοποιημένων και έντονα ανταγωνιστικών αγορών, έχουν επηρεάσει δυσμενώς το αγροτικό εισόδημα, θέτοντας ζητήματα βιωσιμότητας του Έλληνα αγρότη.

Ιδιαίτερα σε περιόδους παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, η διόγκωση του κόστους παραγωγής λόγω της ενίσχυσης των τιμών των πρώτων υλών (πετρέλαιο, λιπάσματα κ.α.) υπερβαίνει τις όποιες αυξήσεις στο εισόδημα των αγροτικών νοικοκυριών.
Η Κυβέρνηση, με τη στρατηγική και το μίγμα των πολιτικών της, στοχεύει στη στήριξη και την ενίσχυση του αγροτικού τομέα και στη θωράκιση των αγροτικών νοικοκυριών από τις επιπτώσεις της δυσμενούς οικονομικής και κοινωνικής συγκυρίας που διανύουμε.
Στην κατεύθυνση αυτή, έμπρακτα, η Κυβέρνηση την προηγούμενη εβδομάδα ανακοίνωσε δέσμη μέτρων και πρωτοβουλιών, όπως είναι:
  • η έγκαιρη καταβολή επιδοτήσεων και αποζημιώσεων (ύψους 170 εκατ. ευρώ),
  • η βέλτιστη λειτουργία των τοπικών κέντρων αγροτικής ανάπτυξης,
  • η ένταξη στο Δ’ Κ.Π.Σ. αγροτικών έργων υποδομής και προγραμμάτων,
  • η ενίσχυση των ποιοτικών και πιστοποιημένων προϊόντων με ονομασία προέλευσης,
  • η καταβολή της εξισωτικής αποζημίωσης στους δικαιούχους αγρότες,
  • η άτοκη χρηματοδότηση των Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών που συγκεντρώνουν δημητριακά, έτσι ώστε να δοθεί η προκαταβολή στους παραγωγούς και να διατεθεί το προϊόν αργότερα με πιο ικανοποιητικούς όρους (ύψους 150 εκατ. ευρώ).
Παράλληλα, στην ίδια κατεύθυνση, η Αγροτική Τράπεζα προχώρησε:
  • στη μείωση κατά 0,5% του κυμαινόμενου επιτοκίου του προγράμματος στεγαστικών δανείων αγροτών,
  • στο πάγωμα της καταβολής των δόσεων για ένα χρόνο των επενδυτικών-μεσοπρόθεσμων δανείων των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, με παράλληλη παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου έως 2 χρόνια,
  • στην αύξηση έως 20% του ορίου των ενήμερων κεφαλαίων κίνησης των αγροτών, προσφέροντας την απαραίτητη ρευστότητα για την κάλυψη των αναγκών τους,
  • στην αυτόματη, για μια τριετία, ανανέωση του Ενιαίου Μεσοπρόθεσμου Δάνειου Αγροτών, χωρίς υποχρέωση καταβολής κεφαλαίου και μόνο με εξόφληση των τόκων, μετά από αίτηση του αγρότη.
Βέβαια, τα αγροτικά προβλήματα είναι πολλά, μεγάλα και ανοικτά, και μεγεθύνονται από τις ιδιαιτέρως αρνητικές επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
Ένα από αυτά, ιδιαίτερα σημαντικό για τους παραγωγούς του Νομού Φθιώτιδας, αφορά το προϊόν του καπνού, και πιο συγκεκριμένα τη μεταφορά στο 2ο πυλώνα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής του 50% των άμεσων ενισχύσεων των καπνοπαραγωγών από το 2010 και μετά.
Η Ελληνική Κυβέρνηση, δια του Αρμοδίου Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σε συνεργασία και συντονισμό και με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, επιδιώκει την παραμονή σε ισχύ μέχρι το 2013 των σημερικών σχημάτων στήριξης με την ολοκλήρωση των συνομιλιών για την Κατάσταση της Υγείας (HealthCheck) της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Σε αυτή την προσπάθεια είμαστε όλοι αρωγοί και συμπαραστάτες.
Η μη τροποποίηση των σημερινών νομοθετικών μέτρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει ότι η Ελληνική πολιτεία θα πρέπει να αναλάβει άμεσα εκείνες τις δράσεις που θα εξασφαλίζουν τη βέλτιστη αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων προς όφελος όλων των καπνοπαραγωγών.
Σε κάθε περίπτωση ο στόχος είναι κοινός, και σε ότι με αφορά, ξεκάθαρος: στήριξη όλων των καπνοπαραγωγών.

Πρoστατευμένο: Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην Ισοτιμία: Οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη | 1.11.2008

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με συνθηματικό. Για να το δείτε εισάγετε το συνθηματικό σας παρακάτω:

InstagramYoutube