Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο Βήμα της Κυριακής | 5.7.2026

 

Από τη σταθεροποίηση στη διατηρήσιμη ανάπτυξη:

Οι διαρθρωτικές προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας

 

Χρήστος Σταϊκούρας
Βουλευτής ΝΔ, Καθηγητής ΟΠΑ, Πρώην Υπουργός

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία έχει καταγράψει σημαντική οικονομική πρόοδο. Πέρασε, σταδιακά, από την περίοδο της πολυετούς δημοσιονομικής κρίσης, της αβεβαιότητας και των μακροοικονομικών και διαρθρωτικών ανισορροπιών, σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθεροποίησης, ανάκαμψης και ενίσχυσης της αξιοπιστίας της. Η πρόοδος αυτή αποτυπώνεται και στους δείκτες βιοτικού επιπέδου των πολιτών, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας να αυξάνεται από το 66% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2019 στο 68% το 2023 – όπου και παραμένει σήμερα, και την κατά κεφαλήν κατανάλωση από το 78% το 2019 στο 82% το 2023 και στο 81% σήμερα.

Η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών με την επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων και τη ραγδαία αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους – από 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 164% του 2023 και το 146% το 2025, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, η υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων και η βελτίωση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας, έχουν ενισχύσει τη θέση της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο στερέωμα. Παράλληλα, η οικονομία κατέγραψε ρυθμούς μεγέθυνσης υψηλότερους από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, με την ανεργία να υποχωρεί σημαντικά και την γενιά του brain drain να επιστρέφει στη χώρα.

Η πρόοδος αυτή στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο χαμηλότερο ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος, στο υψηλότερο επίπεδο ανταγωνισμού, στην ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης και στη μείωση της φοροδιαφυγής. Ενδεικτικά, το κενό ΦΠΑ έχει περιοριστεί από το 24% το 2019 στο 12% το 2023 και περαιτέρω στο 9% το 2024, όσο είναι και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος.

Όμως, ταυτόχρονα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια σειρά από προκλήσεις, καθιστώντας αναγκαία την επίτευξη υψηλής, διατηρήσιμης, βιώσιμης και συμπεριληπτικής ανάπτυξης.

Πρώτη πρόκληση είναι η παραγωγικότητα της οικονομίας. Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί, η παραγωγικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου παραμένει χαμηλή. Η αντιμετώπιση αυτής της υστέρησης προϋποθέτει την κινητοποίηση όλων των παραγόντων που επηρεάζουν τη μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, καθώς συνδέεται με το χαμηλότερο απόθεμα παραγωγικών επενδύσεων, τη μικρότερη τεχνολογική ένταση της οικονομίας, τις περιορισμένες οικονομίες κλίμακας πολλών επιχειρήσεων και τη μεγάλη συμμετοχή κλάδων χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας στο παραγωγικό πρότυπο της χώρας.

Συνδεδεμένο είναι και το ζήτημα του επενδυτικού κενού. Παρά το γεγονός ότι αυτό κλείνει σημαντικά (από το 11% το 2019 στο 16% το 2023 και στο 17% το 2025), εξακολουθεί να έχει απόσταση από το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Η πρόκληση είναι η μετάβαση σε μια ανάπτυξη που θα στηρίζεται όλο και περισσότερο σε ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις, με περαιτέρω ενίσχυση της εξωστρέφειας, κυρίως μέσω εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών και τόνωσης της βιομηχανικής παραγωγής.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η περαιτέρω επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού. Σύμφωνα με πρόσφατες διεθνείς αξιολογήσεις, το απόθεμα ψηφιακού κεφαλαίου της χώρας – και ειδικότερα οι επενδύσεις σε λογισμικό, βάσεις δεδομένων και άϋλα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία – εξακολουθεί να υπολείπεται του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, καινοτομία και τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να λειτουργήσουν ως συντελεστής για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Παράλληλα, το δημογραφικό εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χώρα. Η ακόμη μεγαλύτερη ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας, η αξιοποίηση των δεξιοτήτων των νέων, η προσέλκυση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, η ενίσχυση της διά βίου μάθησης και η σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας συνιστούν κρίσιμες προτεραιότητες.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στο ζήτημα της προσιτής στέγης. Απαιτείται καλύτερος συντονισμός και ένα ευρύτερο πλέγμα παρεμβάσεων που θα ενισχύει και την προσφορά κατοικιών, θα αξιοποιεί το υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα, θα προωθεί πιο ενεργητικά και στοχευμένα τις ανακαινίσεις και θα στηρίζει αποτελεσματικά όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα έχει πετύχει πολλά τα τελευταία χρόνια, αφήνοντας πίσω της αρκετές από τις αδυναμίες της. Όμως, η σταθεροποίηση της οικονομίας που επετεύχθη, δεν αποτελεί το τέλος της διαδρομής, αλλά την αφετηρία για το επόμενο μεγάλο βήμα: την επιτάχυνση της μετάβασης στη διατηρήσιμη ευρύτερη σύγκλιση με την Ευρώπη, σε όρους παραγωγικότητας, βιοτικού επιπέδου και κοινωνικής συνοχής.

2026-07-05 Άρθρο Βήμα

 

tovima.gr

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα το Παρόν | 21.6.2026

Χρ. Σταϊκούρας στο “Π”: Στεγαστική πολιτική: Κυβερνητικές παρεμβάσεις και οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας

ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑ
Βουλευτή ΝΔ, Καθηγητή ΟΠΑ, πρώην Υπουργού


Η στεγαστική κρίση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα στην Ευρώπη. Άνοδος τιμών κατοικίας και ενοικίων, αύξηση κόστους κατασκευής, δημογραφικές μεταβολές και επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης έχουν επιβαρύνει την πρόσβαση των πολιτών σε προσιτή στέγη. Η κατοικία βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, καθώς συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή, τη δυνατότητα των νέων να δημιουργήσουν οικογένεια, την κινητικότητα των εργαζομένων και τη συνολική ανταγωνιστικότητα των οικονομιών.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Αν και οι πιέσεις που καταγράφονται στην αγορά κατοικίας εντάσσονται στην ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση, η χώρα παρουσιάζει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Διαθέτει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη και σημαντικό στεγαστικό απόθεμα, αλλά ταυτόχρονα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην κάλυψη του κόστους στέγασης. Οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με ρυθμό ταχύτερο από την αύξηση των εισοδημάτων, ενώ τα ενοίκια ακολουθούν έντονα ανοδική πορεία, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, η κυβέρνηση έχει αναπτύξει ένα ευρύ πλέγμα παρεμβάσεων με στόχο τη βελτίωση της στεγαστικής προσιτότητας. Προγράμματα όπως τα «Σπίτι μου Ι και ΙΙ», οι δράσεις «Ανακαινίζω – Ενοικιάζω», τα φορολογικά κίνητρα για τη μακροχρόνια μίσθωση, η επιστροφή ενοικίου, οι πρωτοβουλίες κοινωνικής κατοικίας και οι παρεμβάσεις στις βραχυχρόνιες μισθώσεις επιδιώκουν να διευκολύνουν την πρόσβαση των πολιτών σε προσιτή στέγη και να αυξήσουν τη διαθεσιμότητα κατοικιών στην αγορά.

Η κατεύθυνση των πολιτικών είναι προφανώς θετική. Ωστόσο, σημαντικός αριθμός ακινήτων παραμένει κενός ή υποαξιοποιείται, καθώς περίπου το ένα τρίτο του στεγαστικού αποθέματος δεν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία. Οι αιτίες είναι πολλές και διαρθρωτικές. Υψηλό κόστος ανακαίνισης, πολυϊδιοκτησία, κληρονομικές εκκρεμότητες, πολεοδομικές δυσκολίες και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση αποτρέπουν την επαναφορά χιλιάδων κατοικιών στην αγορά. Παράλληλα, το ελληνικό κτιριακό απόθεμα είναι από τα παλαιότερα στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα η χαμηλή ενεργειακή απόδοση πολλών κατοικιών να αυξάνει σημαντικά το κόστος διαβίωσης και να εντείνει το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας.

Την ίδια στιγμή, η αυξημένη ζήτηση για κατοικίες στα μεγάλα αστικά κέντρα, η ανάπτυξη βραχυχρόνιων μισθώσεων, η αύξηση μονοπρόσωπων νοικοκυριών και οι επενδύσεις στην αγορά ακινήτων δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις. Παρότι η οικοδομική δραστηριότητα ανακάμπτει, η προσφορά νέων κατοικιών εξακολουθεί να περιορίζεται από ελλείψεις εργατικού δυναμικού, χαμηλή παραγωγικότητα και διοικητικά εμπόδια.

Η επόμενη φάση της στεγαστικής πολιτικής χρειάζεται να εστιάσει περαιτέρω και εντατικά στην προσφορά, με εμπροσθοβαρή ενεργοποίηση κενών κατοικιών, επιτάχυνση ανακαινίσεων και ενεργειακών αναβαθμίσεων, ενίσχυση μακροχρόνιας μίσθωσης και ανάπτυξη πιο οργανωμένου πλαισίου κοινωνικής κατοικίας. Παράλληλα, απαιτούνται μεταρρυθμίσεις που θα διευκολύνουν την αξιοποίηση ακινήτων και θα ενισχύσουν την κατασκευαστική ικανότητα του ιδιωτικού τομέα.

Το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα δεν αποτελεί μόνο ζήτημα αριθμού κατοικιών αλλά κυρίως ζήτημα προσιτότητας, αξιοποίησης του υφιστάμενου αποθέματος και αποτελεσματικής λειτουργίας της αγοράς. Το πλέγμα κυβερνητικών παρεμβάσεων που υλοποιείται έχει δημιουργήσει μια σημαντική βάση πολιτικής. Η πρόκληση της επόμενης περιόδου είναι να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά τους και να διαμορφωθεί μια πιο ολοκληρωμένη στρατηγική, που θα εξασφαλίζει ότι η πρόσβαση σε αξιοπρεπή και προσιτή κατοικία θα είναι εφικτή για όλους τους πολίτες. Παράλληλα, καθώς ίδιες πιέσεις καταγράφονται σε ολόκληρη την Ευρώπη, απαιτείται ανάπτυξη συνεκτικότερης και άμεσης εκτέλεσης ευρωπαϊκής πολιτικής αντιμετώπισης του στεγαστικού ζητήματος. Η ανακατανομή ευρωπαϊκών πόρων, ο εμπλουτισμός ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και η ανακατεύθυνση αυτών, η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και η προώθηση κοινών πρωτοβουλιών για την προσιτή και κοινωνική κατοικία μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά και ενισχυτικά προς τις εθνικές πολιτικές. Η προσιτή στέγη αποτελεί σήμερα όχι μόνο εθνική προτεραιότητα αλλά και κοινή ευρωπαϊκή ευθύνη.

toparon.gr

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο Capital.gr | 10.6.2026

Η συστηματική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στη νέα οικονομική πραγματικότητα

 

Η πρόσφατη αποδέσμευση (waiver) εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) της νέας πρόωρης αποπληρωμής διμερών δανείων ύψους 6,94 δισ. ευρώ του Greek Loan Facility (GLF), συνιστά μία ακόμη σημαντική εξέλιξη στην πορεία εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών της χώρας.

Πρόκειται για τη συνέχεια μιας στρατηγικής που εφαρμόζεται με συνέπεια τα τελευταία χρόνια και η οποία έχει συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, στην ενίσχυση της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας και στη θωράκισή της απέναντι σε μελλοντικές προκλήσεις.

Η διαχείριση του δημόσιου χρέους αποτελεί έναν από τους πλέον κρίσιμους πυλώνες της οικονομικής πολιτικής κάθε χώρας.

Για την Ελλάδα, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους την προηγούμενη δεκαετία, η σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους δεν αποτελεί μόνο οικονομική αναγκαιότητα, αλλά και εθνική προτεραιότητα.

Τα τελευταία χρόνια, η χώρα έχει επιτύχει να συνδυάσει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, δημοσιονομική σταθερότητα και αποτελεσματική διαχείριση του χρέους, δημιουργώντας συνθήκες μεγαλύτερης ασφάλειας για την οικονομία.

Κομβικό σημείο αυτής της προσπάθειας αποτέλεσε η πλήρης αποπληρωμή των δανείων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου τον Απρίλιο του 2022, δύο χρόνια νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό. Σωρευτικά εξοφλήθηκαν δάνεια ύψους 8,17 δισ. ευρώ, σε 3 χρονικές φάσεις, κλείνοντας έναν κύκλο που συνδέθηκε με τις δυσκολότερες στιγμές της οικονομικής κρίσης. Παράλληλα, η πρόωρη εξόφληση αυτών των υποχρεώσεων μείωσε το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και περιόρισε κινδύνους που συνδέονταν με τη συναλλαγματική έκθεση των συγκεκριμένων δανείων.

Από το τέλος του 2022, ξεκίνησε και η σταδιακή απομείωση των διμερών δανείων του πρώτου προγράμματος στήριξης της χώρας (GLF). Μέσα σε τέσσερα χρόνια πραγματοποιήθηκαν διαδοχικές πρόωρες αποπληρωμές, οι οποίες πλέον ξεπερνούν τα 28 δισ. ευρώ, μαζί με την επικείμενη νέα συναλλαγή τον Ιούνιο 2026, που ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την πορεία. Η επιλογή αυτή δεν υπαγορεύεται μόνο από τη δυνατότητα της χώρας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, αλλά και από την επιδίωξη να βελτιώσει εγκαίρως τη διάρθρωση του χρέους της για τις επόμενες δεκαετίες.

Τα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, οι πρόωρες αποπληρωμές έχουν αποφέρει άμεσο δημοσιονομικό όφελος και, ταυτόχρονα, η χώρα περιορίζει την έκθεσή της σε κινδύνους που συνδέονται με τα κυμαινόμενα επιτόκια, μειώνει τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες και αξιοποιεί αποτελεσματικότερα τα διαθέσιμα κεφάλαιά της.

Η σημασία αυτών των παρεμβάσεων υπερβαίνει τη στενή λογιστική τους διάσταση. Η βελτίωση των δεικτών βιωσιμότητας του χρέους αποτέλεσε βασικό παράγοντα για τις συνεχείς αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης από το 2019 έως το 2023. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023 και η μετέπειτα περαιτέρω αναβάθμιση της χώρας αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτή τη μεταβολή: μια οικονομία που εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, χαμηλότερο κίνδυνο και πιο αξιόπιστες προοπτικές.

Οι θετικές συνέπειες δεν περιορίζονται στο Δημόσιο. Η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας, διευκολύνοντας την πρόσβαση επιχειρήσεων και τραπεζών σε χρηματοδότηση, ενισχύοντας το επενδυτικό ενδιαφέρον και δημιουργώντας καλύτερες προϋποθέσεις για νέες παραγωγικές επενδύσεις και θέσεις εργασίας.

Η πορεία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε ένα διεθνές περιβάλλον γεμάτο αβεβαιότητες, γεωπολιτικές εντάσεις και δημοσιονομικές πιέσεις. Η έγκαιρη μείωση του χρέους λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας για το μέλλον και ταυτόχρονα ως μήνυμα αξιοπιστίας προς τις αγορές και τους επενδυτές. Πάνω απ’ όλα, όμως, αποτελεί μια επιλογή ευθύνης και διαγενεακής αλληλεγγύης, καθώς περιορίζει βάρη που διαφορετικά θα μεταφέρονταν στις επόμενες γενιές και δημιουργεί ισχυρότερες βάσεις για διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

*Βουλευτής Ν.Δ., Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην Υπουργός Οικονομικών (2019-2023) και Υποδομών & Μεταφορών (2023-2025)

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο Παρόν | 29.3.2026

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑ
Βουλευτή ΝΔ Φθιώτιδας,

Καθηγητή Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών,
Πρώην Υπουργού Οικονομικών – Υποδομών και Μεταφορών


Η ραγδαία ανάπτυξη της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (generative AI) μετασχηματίζει ήδη τις δημιουργικές βιομηχανίες. Η μουσική, η οπτικοακουστική παραγωγή και γενικότερα ο πολιτιστικός τομέας βρίσκονται αντιμέτωποι με μια διττή πραγματικότητα.

Από τη μία πλευρά νέες δυνατότητες καινοτομίας και παραγωγής περιεχομένου και από την άλλη σοβαρές προκλήσεις για τη βιωσιμότητα των δημιουργών και τη λειτουργία των αγορών.

Πρόσφατες έρευνες αποτυπώνουν το εύρος αυτών των εξελίξεων.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με τη μελέτη της CISAC [International Confederation of Societies of Authors and Composers (2024)], η αγορά περιεχομένου που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να αυξηθεί εκθετικά, από περίπου 3 δισ. ευρώ το 2023 στα 64 δισ. ευρώ έως το 2028.

Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια βαθιά δομική αλλαγή στον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης περιεχομένου. Ως αποτέλεσμα, η ανάπτυξη αυτή εκτιμάται ότι θα συνοδεύεται από σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις για τους δημιουργούς. Η μελέτη εκτιμά ότι τα έσοδα των μουσικών δημιουργών ενδέχεται να μειωθούν έως 24%, ενώ στον οπτικοακουστικό τομέα οι απώλειες μπορεί να φτάσουν το 21%. Συνολικά, οι απώλειες αυτές αντιστοιχούν σε περίπου 22 δισ. ευρώ έως το 2028.

Παράλληλα, παρατηρείται μια σαφής μεταφορά οικονομικής αξίας από τους δημιουργούς προς τις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και τις ψηφιακές πλατφόρμες, οι οποίες εκτιμάται ότι θα αποκομίζουν έσοδα της τάξεως των 4 δισ. ευρώ ετησίως μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνονται και από άλλες διεθνείς μελέτες, όπως αυτές των SACEM, GEMA και APRA AMCOS, οι οποίες συγκλίνουν στο ότι περίπου το 20% έως 30% των εσόδων των δημιουργών βρίσκεται σε κίνδυνο.

Παράλληλα με τις οικονομικές εκτιμήσεις ανακύπτουν σημαντικά νομικά ζητήματα.

Το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο προστατεύει την ανθρώπινη πνευματική δημιουργία. Ωστόσο, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύονται σε τεράστιους όγκους δεδομένων, που συχνά περιλαμβάνουν προστατευόμενα έργα. Η διαδικασία αυτή βασίζεται στην αντιγραφή, στην εξαγωγή και στην ανάλυση περιεχομένου, γεγονός που δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το αν αυτές οι χρήσεις εμπίπτουν σε εξαιρέσεις ή απαιτούν άδεια από τους δικαιούχους.

Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της διαφάνειας. Οι δημιουργοί δεν έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν αν τα έργα τους έχουν χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση μοντέλων, ενώ οι δικαιούχοι δεν μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους.

Ταυτόχρονα, οι εποπτικές αρχές δυσκολεύονται να ελέγξουν τη συμμόρφωση με το ισχύον δίκαιο.

Τα παραπάνω ευρήματα καθιστούν σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να διαμορφώσει ένα νέο, συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής που θα γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ τεχνολογικής εξέλιξης και κανονιστικής επάρκειας. Απαιτείται μια ισορροπημένη ρυθμιστική προσέγγιση, που θα αποφεύγει τόσο την υπερρύθμιση όσο και την πλήρη απορρύθμιση. Η πολιτική πρέπει να ενθαρρύνει την καινοτομία –άλλωστε, στον χώρο της μουσικής έχουν ήδη αναπτυχθεί τεχνολογίες όπως το audio fingerprinting και εφαρμογές, όπως το Shazam, καθώς και εξελιγμένα συστήματα πλατφορμών, όπως το Spotify και το YouTube–, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των δικαιωμάτων, τη δίκαιη αποζημίωση των δημιουργών και τη διατήρηση υγιών συνθηκών ανταγωνισμού.

Ενδεικτικά:

1ονΕίναι αναγκαία η ενίσχυση της νομικής σαφήνειας ως προς τη χρήση προστατευόμενων έργων για την εκπαίδευση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Η αποσαφήνιση των περιπτώσεων όπου απαιτείται αδειοδότηση καθώς και η επανεξέταση των εξαιρέσεων άντλησης δεδομένων αποτελούν κρίσιμα βήματα για τη μείωση της αβεβαιότητας και την αποφυγή εκτεταμένων δικαστικών διαφορών.

2ονΗ θεσμοθέτηση ισχυρών υποχρεώσεων διαφάνειας είναι απαραίτητη. Οι πάροχοι τεχνητής νοημοσύνης θα πρέπει να προσφέρουν ουσιαστική πληροφόρηση σχετικά με τα δεδομένα εκπαίδευσης που χρησιμοποιούν, επιτρέποντας στους δημιουργούς να γνωρίζουν εάν και πώς αξιοποιούνται τα έργα τους. Η ανάπτυξη τυποποιημένων μορφών γνωστοποίησης θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων.

3ονΗ υποχρεωτική τεκμηρίωση και η ιχνηλασιμότητα των δεδομένων εκπαίδευσης μπορεί να αποτελέσει βασικό εργαλείο εποπτείας. Η τήρηση αναλυτικών αρχείων για τις πηγές και το περιεχόμενο των βάσεων δεδομένων θα διευκολύνει τόσο τον έλεγχο συμμόρφωσης όσο και τη λειτουργία μηχανισμών αδειοδότησης.

4ονΗ καθιέρωση σαφών κανόνων σήμανσης για περιεχόμενο που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη θα ενισχύσει τη διαφάνεια προς τους καταναλωτές και θα συμβάλει στη διατήρηση της αξίας της ανθρώπινης δημιουργίας, ιδίως σε ψηφιακές πλατφόρμες. Η κατεύθυνση αυτή επιβεβαιώνεται και από πρόσφατες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μέσω τεχνικών, όπως τα μεταδεδομένα και η ψηφιακή υδατογράφηση (watermarking), στο πλαίσιο εφαρμογής του EU AI Act.

5ον. Τέλος, η στήριξη των δημιουργών είναι αναγκαία. Προγράμματα κατάρτισης και επανακατάρτισης, χρηματοδοτικά εργαλεία και ενίσχυση της καινοτομίας μπορούν να βοηθήσουν τους δημιουργούς να αξιοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες αντί να περιθωριοποιηθούν από αυτές. Παράλληλα, μηχανισμοί δίκαιης αποζημίωσης μπορούν να διασφαλίσουν ότι οι δημιουργοί συμμετέχουν ουσιαστικά στην οικονομική αξία που παράγεται από τη χρήση των έργων τους.

Συμπερασματικά, η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη τεχνολογική εξέλιξη. Συνιστά έναν καταλύτη βαθιών αλλαγών στις δημιουργικές βιομηχανίες. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η τεχνολογία αυτή θα επικρατήσει, αλλά υπό ποιους όρους θα ενσωματωθεί στην οικονομία και στην κοινωνία.

Η Ευρώπη καλείται να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο που θα εξασφαλίζει τη διαφάνεια, τη νομική ασφάλεια και τη δίκαιη κατανομή της αξίας. Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Μάρτιο του 2026, καταδεικνύουν ότι η μετάβαση από γενικές αρχές σε συγκεκριμένα εργαλεία εφαρμογής έχει ήδη ξεκινήσει. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα πλήρες και συνεκτικό πλαίσιο για τα ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ακόμη σε μια κρίσιμη μεταβατική φάση ως προς τη ρύθμιση της σχέσης μεταξύ τεχνητής νοημοσύνης και δημιουργίας.

Μόνο κινούμενοι σε αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να επιτευχθεί μια ουσιαστική ισορροπία μεταξύ καινοτομίας και προστασίας της δημιουργίας. Σε τελική ανάλυση, η πρόοδος της τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να συμβαδίζει με την προστασία της ανθρώπινης δημιουργικότητας, γιατί χωρίς δημιουργούς δεν υπάρχει περιεχόμενο για να τροφοδοτήσει την ίδια την καινοτομία.

2026-03-29 Άρθρο Το Παρόν

toparon.gr

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο ΒΗΜΑ | 21.12.2025

Η στέγη ως κοινωνικό δικαίωμα: Το ευρωπαϊκό στοίχημα της προσιτότητας

του Χρήστου Σταϊκούρα*

Η προσιτή στέγη έχει αναδειχθεί, τα τελευταία χρόνια, σε ένα από τα πιο πιεστικά κοινωνικά ζητήματα της Ευρώπης. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι τιμές των κατοικιών, στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σημείωσαν εντυπωσιακή άνοδο, τροφοδοτούμενη από μια περίοδο χαμηλών επιτοκίων και εύκολης πρόσβασης σε δανεισμό. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 προκάλεσε βίαιη ανατροπή: οι τιμές κατέρρευσαν, τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά δοκιμάστηκαν και η στέγη – ένας βασικός πυλώνας κοινωνικής σταθερότητας – επανήλθε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.

Η ανάκαμψη των αγορών κατοικίας ξεκίνησε το 2014 και επιταχύνθηκε στα χρόνια της πανδημίας. Οι αλλαγές στις συνθήκες εργασίας, η εξάπλωση της τηλεργασίας και η ανάγκη για μεγαλύτερους και ενεργειακά αποδοτικότερους χώρους κατοικίας ενίσχυσαν περαιτέρω τη ζήτηση. Από το 2022, η άνοδος των επιτοκίων ανέκοψε προσωρινά την πορεία αυτή, ωστόσο οι τιμές παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα, καθώς η προσφορά κατοικιών δεν κατάφερε να συμβαδίσει με τις ανάγκες των πολιτών. Η άνοδος των αξιών ακινήτων έχει ξεπεράσει την αύξηση των εισοδημάτων, περιορίζοντας σημαντικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Παρά τη σχετική βελτίωση των εισοδημάτων τους σε αρκετά κράτη, το κόστος δανεισμού και τα υψηλά ενοίκια καθιστούν τη στέγη απρόσιτη για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Η λειτουργία των αγορών στέγασης επηρεάζεται από μια πολυπαραγοντική αλληλεπίδραση: το επίπεδο εισοδημάτων αλλά και τη συσσώρευση πλούτου, τη διαθεσιμότητα και το κόστος στεγαστικών δανείων, τις ρυθμίσεις χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Παράγοντες όπως το δημογραφικό, η αστικοποίηση, η μετανάστευση, οι αλλαγές στη δομή των οικογενειών, η τηλεργασία και η εξάπλωση των βραχυχρόνιων τουριστικών μισθώσεων επιδρούν καθοριστικά στις αγορές. Εξίσου σημαντικοί παράγοντες είναι η σπανιότητα αστικής γης, η ισορροπία προσφοράς και ζήτησης,  η ανεπάρκεια κοινωνικής κατοικίας, η παραγωγικότητα του κατασκευαστικού τομέα και οι πολεοδομικοί ή περιβαλλοντικοί περιορισμοί. Η φορολογική πολιτική, οι ρυθμίσεις ελέγχου ενοικίων και τέλος η λεγόμενη «χρηματιστικοποίηση» της στέγασης – η είσοδος δηλαδή θεσμικών επενδυτών στις αγορές κατοικίας – έχει επιτείνει τις ανισορροπίες, καθιστώντας τη στέγη αντικείμενο επένδυσης και όχι κοινωνικής πολιτικής.

Είναι προφανές λοιπόν ότι η αντιμετώπιση της επιδείνωσης της προσιτότητας της στέγασης, αποτελεί αφενός ένα πολύπλοκο εγχείρημα, αφετέρου ένα κοινό ευρωπαϊκό πρόβλημα.

Η κρίση της στέγασης δεν αφορά πλέον μόνο τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, αλλά και τη μεσαία τάξη – τη ραχοκοκαλιά των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που αγγίζει τον πυρήνα της καθημερινότητας: τα νέα ζευγάρια αποθαρρύνονται να δημιουργήσουν οικογένεια, οι νέοι δυσκολεύονται να μετακινηθούν για σπουδές, ενώ η πρόσβαση στην εργασία περιορίζεται από το υψηλό κόστος κατοικίας κοντά στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η στέγη δεν είναι απλώς οικονομικό αγαθό, αλλά θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, συνδεδεμένο με την ισότητα ευκαιριών και την κοινωνική συνοχή. Η έλλειψή της υπονομεύει την κοινωνική κινητικότητα, εντείνει τις περιφερειακές ανισότητες και απειλεί, σε βάθος χρόνου, τη δημογραφική βιωσιμότητα της Ευρώπης.

Είναι προφανές ότι η πολυπλοκότητα των εργαλείων πολιτικής και η κατανομή αρμοδιοτήτων καθιστούν τη χάραξη πολιτικής δύσκολη, αλλά αναγκαία. Κάθε ευρωπαϊκή χώρα άλλωστε είναι αφενός μοναδική, αφετέρου η ένταση αλλά και η αλληλεπίδραση των προαναφερθέντων προσδιοριστικών παραγόντων των τιμών κατοικιών συνθέτουν τη διαφορετικότητα.

Η ελληνική περίπτωση εμφανίζει σημαντικές ιδιαιτερότητες. Περισσότερο από το μισό του οικιστικού αποθέματος της χώρας έχει ανεγερθεί πριν από το 1980, αυξάνοντας σημαντικά  το δυνητικό  κόστος αναβάθμισης αλλά και την ενεργειακή κατανάλωση. Στην πλευρά της προσφοράς εμφανίζεται ουσιαστική και τεχνική έλλειψη κατοικιών, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια διαρκώς επιδεινούμενη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Τεχνική έλλειψη καθώς χιλιάδες ακίνητα είτε έχουν δεσμευθεί μέσω μη εξυπηρετούμενων δανείων, είτε οι ιδιοκτήτες τους – για μια σειρά από λόγους – τα κρατούν κλειστά, με αποτέλεσμα να βρίσκονται εκτός αγοράς. Ουσιαστική έλλειψη, καθώς ο ρυθμός παραγωγής νέων κατοικιών υπολείπεται της ζήτησης. Τέλος, σχεδόν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών απαιτείται για να καλύψει τις στεγαστικές του ανάγκες, με αποτέλεσμα το κόστος στέγης να γίνεται η μεγαλύτερη οικονομική πίεση για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Η Ελληνική Κυβέρνηση έχει αναλάβει τα τελευταία χρόνια μια σειρά παρεμβάσεων για την ανακούφιση των νοικοκυριών. Τα προγράμματα «Σπίτι μου 1» και «Σπίτι μου 2» προσφέρουν χαμηλότοκα δάνεια σε νέους έως 50 ετών για την αγορά πρώτης κατοικίας, με κρατική επιδότηση επιτοκίου. Παράλληλα, δρομολογείται η αξιοποίηση δημόσιων εκτάσεων και ανενεργών στρατοπέδων για την ανάπτυξη συγκροτημάτων προσιτής στέγης, σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Εισάγεται, επίσης, ο θεσμός της «κοινωνικής αντιπαροχής», που επιτρέπει σε ιδιώτες κατασκευαστές να ανεγείρουν νέες κατοικίες με αντάλλαγμα τη διάθεση μέρους αυτών σε ευάλωτες ή νεότερες κοινωνικές ομάδες, με χαμηλό ενοίκιο. Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν εφαρμοστεί επιτυχώς και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αποτελούν σημαντική βάση για τη δημιουργία μιας ισορροπημένης στεγαστικής πολιτικής.

Η στεγαστική κρίση είναι ένα πρόβλημα που καμία χώρα δεν μπορεί να επιλύσει μόνη της. Η Ευρώπη χρειάζεται έναν συντονισμένο οδικό χάρτη που θα συνδυάζει τη ρύθμιση, τη χρηματοδότηση και την καινοτομία. Στις κεντρικές κατευθύνσεις μιας τέτοιας στρατηγικής μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης απόδοσης μπορούν να ενταχθούν:

  • Η χρήση της τεχνολογίας για τη μείωση του κόστους και του χρόνου κατασκευής.
  • Η προώθηση της βιομηχανοποίησης και της προτυποποίησης στη δόμηση (π.χ. προκατασκευασμένα συστήματα).
  • Η θέσπιση ευρωπαϊκού πλαισίου κατευθυντήριων γραμμών για τη χρήση γης, που θα ενσωματώνει πολιτικές προσιτής κατοικίας στα εθνικά χωροταξικά σχέδια.
  • Η εξαίρεση των επενδύσεων σε κοινωνική στέγαση από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
  • Η έκδοση ευρωπαϊκών στεγαστικών ομολόγων, που θα επιτρέπουν κοινή και βιώσιμη χρηματοδότηση μεγάλων προγραμμάτων στέγασης.

Για τη χώρα μας απαιτούνται επιπλέον στοχευμένες πρωτοβουλίες: η ανάπτυξη νέων υποδομών εκτός αστικού ιστού, η ταχύτερη ένταξη περιοχών στα σχέδια πόλης, η ενίσχυση των μέσων μαζικής μεταφοράς και η αύξηση του ρυθμού δομικών ανακατασκευών υφιστάμενων κτιρίων. Ιδιαίτερη σημασία θα μπορούσε να έχει η καθιέρωση υποχρεωτικής ενσωμάτωσης ποσοστού προσιτών κατοικιών σε κάθε νέο έργο, καθώς και η δημιουργία «fast-track» διαδικασιών για κοινωνικές κατοικίες. Η απλούστευση των πολεοδομικών και των περιβαλλοντικών εγκρίσεων και η ενίσχυση της συνεργασίας δημόσιου, ιδιωτικού και ακαδημαϊκού τομέα για τη δημιουργία κέντρων καινοτομίας στον κατασκευαστικό κλάδο, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτες για την αναζωογόνηση της αγοράς στέγασης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Η αντιμετώπιση της κρίσης στέγασης απαιτεί πολυδιάστατη, συντονισμένη και ρεαλιστική στρατηγική. Η προσιτή κατοικία δεν αποτελεί απλώς εθνικό καθήκον, αλλά κοινή ευρωπαϊκή ευθύνη. Η στέγη δεν είναι προνόμιο των λίγων, αλλά δικαίωμα όλων. Η Ευρώπη οφείλει να μετατρέψει την κατοικία από αντικείμενο επένδυσης σε θεμέλιο κοινωνικής δικαιοσύνης – και να αποδείξει ότι μπορεί να προσφέρει στους πολίτες της ένα σταθερό και αξιοπρεπές πλαίσιο ζωής.

*Ο Χρήστος Σταϊκούρας είναι Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Βουλευτής Φθιώτιδας, πρώην Υπουργός Οικονομικών, πρώην Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών.

tovima.gr

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο insider.gr | 19.12.2025

Το κενό ΦΠΑ (VAT gap) αποτελεί έναν από τους πλέον σύνθετους αλλά και ουσιαστικούς δείκτες αξιολόγησης της λειτουργίας ενός φορολογικού συστήματος. Δεν αποτυπώνει απλώς τη φοροδιαφυγή με τη στενή έννοια, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα της φορολογικής συμμόρφωσης, της διοικητικής ικανότητας, της ποιότητας των δεδομένων και της αποτελεσματικότητας των ελεγκτικών μηχανισμών.

Για τον λόγο αυτό χρησιμοποιείται συστηματικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως εργαλείο συγκριτικής αξιολόγησης μεταξύ των κρατών-μελών της. Ορίζεται ως η διαφορά μεταξύ της δυνητικής φορολογικής υποχρέωσης, δηλαδή των εσόδων που θα εισπράττονταν σε συνθήκες πλήρους συμμόρφωσης, και των πραγματικών εισπράξεων. Περιλαμβάνει απώλειες που οφείλονται σε φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή, αφερεγγυότητα, διοικητικά λάθη, αλλά και καθυστερήσεις ή αδυναμίες στην είσπραξη.

Προϋπολογισμός 2026: Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο capital.gr | 18.12.2025

Κρατικός Προϋπολογισμός 2026:

Οι επιδόσεις, οι προκλήσεις και η επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας

 

Ο Προϋπολογισμός του 2026, αποτελεί προϊόν πολιτικής ωριμότητας, θεσμικής υπευθυνότητας και τεχνοκρατικής επάρκειας. Σε μια περίοδο σημαντικών διεθνών αναταράξεων, νέων προκλήσεων και αυξημένης αβεβαιότητας, ο Προϋπολογισμός συνιστά μια συλλογική επιλογή οικονομικής προόδου και σταθερότητας. Αποτελεί τη συνέχεια μιας διαδρομής έξι ετών, που στοχεύει στη διαμόρφωση μιας οικονομίας ανθεκτικής, δυναμικής, εξωστρεφούς και κοινωνικά δίκαιης. Μιας διαδρομής η οποία στηρίχθηκε στη σοβαρότητα, στη συνέπεια και στη συνέχεια των πολιτικών που υλοποιήθηκαν και έφεραν μετρήσιμα αποτελέσματα για τη χώρα.

Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει καταφέρει να επιτύχει διατηρήσιμη μεγέθυνση και ποιοτικά αναβαθμισμένη ανάπτυξη. Τα δημόσια οικονομικά έχουν εξυγιανθεί και παρουσιάζουν ευστάθεια, ενώ το δημόσιο χρέος ακολουθεί τροχιά σταθερής αποκλιμάκωσης. Ταυτόχρονα, τα φορολογικά βάρη μειώνονται, η απασχόληση αυξάνεται και τα εισοδήματα ενισχύονται, συμβάλλοντας στην αναβάθμιση της οικονομικής θέσης των νοικοκυριών. Η χώρα έχει ανακτήσει αξιοπιστία, έχει ισχυροποιήσει τη θέση της στο διεθνές περιβάλλον και αναδεικνύεται εκ νέου σε σταθεροποιητικό παράγοντα στην ευρύτερη περιοχή.

Η πρόοδος αυτή αποτυπώνεται σε συγκεκριμένα μεγέθη: η ελληνική οικονομία προβλέπεται να αναπτύσσεται για έκτο συνεχόμενο έτος ταχύτερα από την ευρωζώνη, με ρυθμό άνω του 2%. Η δημοσιονομική πολιτική παραμένει προσανατολισμένη στη μείωση των φορολογικών βαρών, με συνέπεια και χωρίς υπαναχωρήσεις. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες με τις καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις στην Ευρωζώνη, ενώ το δημόσιο χρέος αναμένεται να εμφανίσει – για έκτο συναπτό έτος – τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ανεργία έχει μειωθεί στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2008, το ονομαστικό εισόδημα των νοικοκυριών αυξάνεται για έξι συνεχόμενα χρόνια και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα έχει ενισχυθεί κατά 23% από το 2019.

Ωστόσο, παρά τη σημαντική πρόοδο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πολλά νοικοκυριά. Η συσσωρευμένη ακρίβεια, έστω και αν ο ρυθμός αύξησης των τιμών επιβραδύνεται, συνεχίζει να επιβαρύνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Το ιδιωτικό χρέος, παρά τις προσπάθειες ρύθμισης και τις νομοθετικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, παραμένει υψηλό. Το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί, ιδιαίτερα για τα νέα ζευγάρια, περιορίζοντας την πρόσβαση σε αξιοπρεπείς και οικονομικά προσιτές κατοικίες. Η παραγωγικότητα εξακολουθεί να υστερεί έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ελλειμματικό, ενώ η κλιματική κρίση, το δημογραφικό πρόβλημα και η ανάγκη αποκέντρωσης συνιστούν διαχρονικές και σύνθετες προκλήσεις. Σε όλα αυτά, προστίθεται ένα διεθνές περιβάλλον γεμάτο γεωπολιτικές εντάσεις, που επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή και ανθεκτικότητα στις οικονομικές μας επιλογές.

Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί σοβαρό, μακροπρόθεσμο και συνεκτικό σχεδιασμό. Χρειάζεται ενίσχυση των επενδύσεων, ιδίως σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, αύξηση του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και αναβάθμιση της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Παράλληλα, είναι αναγκαίο να συνδεθούν πιο αποτελεσματικά οι εκπαιδευτικές δομές με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, να ενισχυθεί η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση και να μειωθεί το χάσμα μεταξύ ερευνητικών επιτευγμάτων και εφαρμοσμένης καινοτομίας. Η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον ψηφιακό τους μετασχηματισμό, η καλύτερη χωρική κατανομή παραγωγικών πόρων, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, η προώθηση πολιτικών για αύξηση της προσφοράς στέγης, η απλούστευση πολεοδομικών διαδικασιών, ο εκσυγχρονισμός του πρωτογενούς τομέα και η εμβάθυνση της πιστωτικής επέκτασης αποτελούν κρίσιμες συνιστώσες μιας συνεκτικής αναπτυξιακής στρατηγικής.

Με σοβαρότητα, συνέπεια και συλλογική προσπάθεια, η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να προοδεύει, να μειώνει ανισότητες και να ενισχύει την ευημερία των πολιτών. Με οδηγό τις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, η χώρα μπορεί να στηρίξει τις προσδοκίες της κοινωνίας και να οικοδομήσει σταθερές βάσεις για ατομική προκοπή και συλλογική πρόοδο.

capital.gr

27th Annual Capital Link Invest in Greece Forum: Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα | 10.12.2025

Greece in a Changing World: Stability, Reform and Sustainable Growth

Christos Staikouras

Member of the Hellenic Parliament, Nea Demokratia

Professor of Finance, Athens University of Economics and Business

Minister of Finance (2019-2023)

Minister of Infrastructure & Transport (2023-2025)

 

 

Greece stands today as a country that has not only overcome a decade of unprecedented challenges but has also emerged stronger, more resilient and more dynamic.

Over the past years, we have pursued a consistent and forward-looking economic strategy built on fiscal responsibility, reform implementation and the creation of a stable and predictable environment for growth and investment.

The results are tangible: Greece has achieved sustained growth, regained investment-grade status and continues to attract international investors’ confidence.

The theme of this year’s Capital Link Forum, “Building on Success: Unlocking Greece’s Investment Potential” accurately captures the spirit of our country’s current economic trajectory.

Greece is no longer defined by crisis; it is defined by opportunity.

Through prudent management and structural reforms, we have restored macroeconomic stability and strengthened our financial sector.

At the same time, we have enhanced the competitiveness of our economy by promoting digital transformation, supporting innovation and facilitating strategic investments across key sectors.

However, this progress unfolds amid a complex global and european environment.

Persistent geopolitical and trade tensions, energy market volatility, inflationary pressures and the ongoing consequences of climate change continue to shape the global economy.

Europe faces the dual challenge of ensuring energy security while accelerating the green and digital transitions.

These dynamics require vigilance, adaptability and cooperation among nations – particularly within the European Union – to safeguard stability and sustain growth.

In this context, Greece remains a pillar of stability and reliability in the region.

We are actively engaging with our European partners to address common challenges, strengthen supply chains and enhance strategic autonomy.

Our policy agenda continues to focus on reforms that boost productivity, promote innovation and ensure social cohesion.

Infrastructure, energy, green transition, tourism, shipping and technology are pillars of this new growth model.

The Government continues to implement projects that upgrade Greece’s connectivity, enhance sustainability and create high-quality jobs.

We remain firmly committed to a transparent, investor-friendly framework – one that encourages public-private partnerships and promotes long-term value creation.

The international investment community has recognized Greece’s progress.

Capital inflows are increasing and multinational companies are expanding their operations in our country.

The recent inflow of foreign direct investment across diverse sectors reflects growing confidence in the Greek economy’s prospects and resilience.

This positive momentum must be maintained through continued reforms, a stable political and economic environment and close cooperation between the public and private sectors.

The Capital Link Invest in Greece Forum serves as a vital platform for dialogue between Greece and the global business community.

It provides an opportunity to present Greece’s achievements, share our strategic vision and explore partnerships that will shape the next chapter of our country’s development.

I commend Capital Link for its long-standing role in promoting Greece as a competitive investment destination and for strengthening the bridge between Athens and New York.

As we look to the future, our focus remains on sustainable and inclusive growth – growth that benefits citizens, businesses, and society as a whole.

By unlocking our full investment potential, Greece can continue to build on its success story and emerge as a leading economic hub in Southeastern Europe and the Mediterranean.

 

Προϋπολογισμός 2026: Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στα Μακεδονικά Νέα | 10.12.2025

Ο Προϋπολογισμός του 2026 είναι προϊόν τεχνοκρατικής επάρκειας, πολιτικής ωριμότητας και θεσμικής ευθύνης. Δεν αποτελεί ποσοτική καταγραφή, αλλά έναν θεσμικό χάρτη πορείας, μια συλλογική επιλογή σταθερότητας και προόδου. Αποτελεί συνέχεια μιας διαδρομής 7 ετών που έχει ως στόχο μια οικονομία σταθερή, ανθεκτική, αναπτυσσόμενη και κοινωνικά δίκαιη. 

Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, υπάρχει ένας δρόμος ευθύνης, σοβαρότητας, συνέπειας και συνέχειας, ο οποίος ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια και έφερε απτά αποτελέσματα: διατηρήσιμη ανάπτυξη, αποκλιμάκωση χρέους, μείωση φορολογικών βαρών, αύξηση απασχόλησης, ανάκτηση αξιοπιστίας. Από την άλλη, υπάρχει ο δρόμος της ασάφειας, των εύκολων υποσχέσεων και των πρόχειρων προσεγγίσεων που οδηγεί σε παθογενές υπόστρωμα, το οποίο θα επιβαρύνει τις επόμενες γενεές. Ο Προϋπολογισμός αποτελεί καθαρή επιλογή του πρώτου δρόμου, με θετικές προοπτικές.

1ον. Η ανάπτυξη της οικονομίας είναι διαρκής και ποιοτικά αναβαθμισμένη.

Η οικονομία προβλέπεται να συνεχίσει, για έκτο συναπτό έτος, να καταγράφει υψηλότερο ρυθμό πραγματικής ανάπτυξης σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, σταθερά άνω του 2%. Μάλιστα, το πραγματικό ΑΕΠ ανέρχεται στο υψηλότερο σημείο από το 2010, διαρκώς αυξανόμενο από το 2020. Αυτή η ανάπτυξη, πέρα από την κατανάλωση, στηρίζεται στις επενδύσεις και στις εξαγωγές, που συμβάλλουν στην αύξηση του ιδιωτικού και δημόσιου πάγιου κεφαλαίου, στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, στη δημιουργία νέων ή στον εκσυγχρονισμό υφιστάμενων δημόσιων υποδομών, στην περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης, στην προώθηση της κοινωνικής συνοχής και στην άρση των ανισοτήτων. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν μια ποιοτικά διαφορετική οικονομία.

Κρίσιμη καθίσταται η συμβολή των μεγάλων έργων υποδομών και των στοχευμένων δημόσιων επενδύσεων, που αποτελούν θεμέλιο βιώσιμης ανάπτυξης. Στη Θεσσαλονίκη, υλοποιούνται παρεμβάσεις που μεταμορφώνουν την πόλη και ενισχύουν τον ρόλο της ως μητροπολιτικού κέντρου της Βόρειας Ελλάδας. Το έργο του Fly Over, που αναβαθμίζει τον οδικό της χάρτη και αποσυμφορεί τον περιφερειακό άξονα, το Μετρό που έχει αλλάξει οριστικά τις μετακινήσεις και την οικονομική δραστηριότητα και ο εκσυγχρονισμός των αστικών συγκοινωνιών με νέο στόλο λεωφορείων, που ενισχύει την καθημερινότητα και τη λειτουργικότητα της πόλης, είναι υποδομές που βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, στηρίζουν την ανάπτυξη και αναβαθμίζουν, ουσιαστικά, την ποιότητα ζωής των πολιτών.

2ον. Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι από τους ακρογωνιαίους λίθους της προόδου.

Από το 2019, η Κυβέρνηση ακολουθεί, σταθερά, μια πολιτική δημοσιονομικής σύνεσης και υπευθυνότητας. Ακόμη και μέσα στις αλλεπάλληλες κρίσεις, κατάφερε να στηρίξει την κοινωνία και, ταυτόχρονα, να παραμείνει εντός οικονομικών στόχων. Συνεπώς, δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες με τις καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις της Ευρωζώνης, σε αντίθεση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπου παρατηρούνται έντονες ανισορροπίες. Αυτή είναι πολιτική ευθύνης και σταθερότητας. Σταθερότητα όχι ως αυτοσκοπός, αλλά ως προϋπόθεση ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και εθνικής ασφάλειας.

3ον. Το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, αποτέλεσμα της διαχρονικής φιλοσοφίας της Νέας Δημοκρατίας, είναι οικονομικά αποτελεσματικό και κοινωνικά δίκαιο.

Στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής βρίσκεται η μείωση των φορολογικών βαρών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Από το 2019 μέχρι σήμερα, η Κυβέρνηση ακολουθεί μια συνεπή στρατηγική φορολογικών μειώσεων, με διαρκή στόχο τη μόνιμη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος, την ενίσχυση της παραγωγής και τη δημιουργία ευνοϊκού επενδυτικού κλίματος. Παράλληλα, ενισχύεται, διαρκώς, ο κατώτατος μισθός και ο μέσος μισθός, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, καθώς και το εισόδημα των συνταξιούχων, τονώνοντας την ιδιωτική κατανάλωση.

4ον. Το δημόσιο χρέος μειώνεται, σταθερά και βιώσιμα. 

Συγκεκριμένα, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ, αναμένεται να παρουσιάσει, για έκτο συνεχόμενο έτος, τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και να διαμορφώνεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2010. Οι δαπάνες για τόκους, μετά το 2021, διαμορφώνονται κοντά στο 3% του ΑΕΠ. Και η χώρα προχωρά, σταθερά τα τελευταία χρόνια, σε πρόωρες αποπληρωμές χρέους του θεσμικού τομέα και διμερών δανείων με τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Η μείωση αυτή του δημοσίου χρέους δεν είναι συγκυριακή, είναι διαρθρωτική.

5ον. Η χώρα συγκλίνει, σταδιακά, με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ονομαστικό ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, διαρκώς αυξανόμενο από το 2020, έφτασε στο υψηλότερο σημείο από το 2010. Ενώ και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών είναι ενισχυμένο κατά 23% από το 2019. Η πορεία αυτή πρέπει να έχει συνέχεια και να εδράζεται στην υπευθυνότητα.

Ωστόσο, δεν μπορούμε να αγνοούμε τις δυσκολίες. Είναι γεγονός ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας δοκιμάζεται. Υφίσταται συσσωρευμένη ακρίβεια, παρά την επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των τιμών και την εξομάλυνση των πληθωριστικών πιέσεων. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αν και βελτιώνεται σημαντικά μετά το 2020, δεν έχει φτάσει ακόμη τα προ δημοσιονομικής κρίσεως επίπεδα. Το συσσωρευμένο ιδιωτικό χρέος, αν και ρυθμίζεται με καλύτερους όρους μετά τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης των τελευταίων ετών, παραμένει υψηλό. Η εύρεση προσιτής στέγης, ιδίως για τα νέα ζευγάρια, έχει δυσκολέψει. Η παραγωγικότητα, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, υπολείπεται σημαντικά του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό. Ενώ το δημογραφικό πρόβλημα και η κλιματική κρίση είναι μείζονα εθνικά προβλήματα. Πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν σοβαρό, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η Πολιτεία οφείλει να επιμείνει σε στοχευμένες λύσεις, κίνητρα και ενεργητικές πολιτικές στήριξης της κοινωνίας, με σεβασμό στους δημοσιονομικούς στόχους και κανόνες.

Με σοβαρότητα, συνέπεια και συλλογική προσπάθεια, η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να συνεχίσει να προοδεύει, να στηρίζει την κοινωνία, να ενισχύει την οικονομία, να ισχυροποιεί τη χώρα.

Ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας είναι Καθηγητής ΟΠΑ (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών), Βουλευτής ΝΔ

makedonikanea.gr

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ | 15.11.2025

H παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας:

Προκλήσεις και προοπτικές

 

Χρήστος Σταϊκούρας

Καθηγητής ΟΠΑ, Βουλευτής ΝΔ

 

Η παραγωγικότητα, δηλαδή η ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες με δεδομένους συντελεστές παραγωγής, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την ευημερία μιας χώρας.

Η παραγωγικότητα μετράται ως συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών ή ως παραγωγικότητα της εργασίας (παραγόμενο προϊόν ανά απασχολούμενο ή ανά ώρα εργασίας). Η ολική παραγωγικότητα συνδέεται περισσότερο με την καινοτομία, την τεχνολογική πρόοδο και την αποτελεσματικότητα των θεσμών, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας επηρεάζεται, επίσης, από τη σύνθεση του ανθρώπινου δυναμικού, την ποιότητα του ανθρωπίνου κεφαλαίου (γνώσεις, δεξιότητες, ικανότητες, στάσεις) και την κατανομή της απασχόλησης μεταξύ κλάδων.

Σημειώνεται το χάσμα ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης με τις ΗΠΑ, όπως επιβεβαιώνει και η Έκθεση Ντράγκι. Για να περιοριστεί απαιτούνται, μεταξύ άλλων, επενδύσεις σε δεξιότητες, ενέργεια, καινοτομία, ψηφιακή συνδεσιμότητα και μεταφορές, πιο συντονισμένη βιομηχανική πολιτική και δημιουργία μιας πανευρωπαϊκής Ένωσης Κεφαλαιαγορών για τη χρηματοδότηση της οικονομίας.

 

Η παραγωγικότητα στην Ελλάδα, με όποιο δείκτη μέτρησης, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών – κυρίως εξαιτίας του κεφαλαίου, υπολείπεται σημαντικά του μέσου ευρωπαϊκού όρου, γεγονός που την κατατάσσει ανάμεσα στις λιγότερο παραγωγικές οικονομίες της ευρωζώνης. Ειδικότερα, η παραγωγικότητα αυξάνεται πιο γρήγορα σε κλάδους που είναι εκτεθειμένοι σε ισχυρό διεθνή και εγχώριο ανταγωνισμό, και είναι υψηλότερη στις μεγαλύτερες και νεότερες επιχειρήσεις.

Προκειμένου να ενισχυθεί η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, εκτός αυτών που πρέπει να γίνουν σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, χρειάζεται:

  • Να αυξηθούν περαιτέρω οι παραγωγικές επενδύσεις, ειδικά σε κλάδους καινοτομίας και υψηλής προστιθέμενες αξίας.
  • Να αυξηθεί ο ανταγωνισμός στις αγορές αγαθών και – κυρίως – υπηρεσιών, ειδικά σε εκείνες των μη εμπορεύσιμων υπηρεσιών.
  • Να ενισχυθούν η εκπαίδευση και η κατάρτιση του εργατικού δυναμικού, με καλύτερη σύνδεση μεταξύ προσφερόμενων δεξιοτήτων και αναγκών της αγοράς, με αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών και δια βίου μάθησης, με ενίσχυση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.
  • Να υπάρξει περαιτέρω ενίσχυση των δαπανών για έρευνα και καινοτομία, δημοσίων αλλά – κυρίως – ιδιωτικών, όπυ υπάρχει μεγάλη υστέρηση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
  • Να υποστηριχθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην υιοθέτηση ψηφιακών εργαλείων, στην προώθηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και στη βελτίωση της διαλειτουργικότητας των συστημάτων.
  • Να βελτιωθεί η χωρική κατανομή παραγωγικών πόρων και ευκαιριών, ιδίως μεταξύ μεγάλων αστικών κέντρων και περιφέρειας.
  • Να υπάρξουν περισσότερα χρηματοδοτικά εργαλεία στοχευμένα στις πιο παραγωγικές επιχειρήσεις.

 

Γενικότερα, υπάρχουν σημαντικές συνέργειες μεταξύ των επενδύσεων σε υλικό και άυλο κεφάλαιο, οι οποίες θα πρέπει να αξιοποιηθούν πλήρως ώστε να επιτύχουμε τη μέγιστη δυνατή μακροχρόνια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Η επιτυχία αυτής της μετάβασης σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο θα καθορίσει όχι μόνο τη δυναμική της ανάπτυξης και την οικονομική σύγκλιση με τις οικονομίες των εταίρων, αλλά και τη βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους, τη μείωση των ανισοτήτων και τη συνολική ευημερία των πολιτών.

 

TwitterInstagramYoutube