Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στην εφημερίδα ”Το Παρόν” | 4.10.2026

Του
ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑ
Βουλευτή ΝΔ, Καθηγητή Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Υπάρχουν ορισμένες οικονομικές πολιτικές που η σημασία τους δεν αποτιμάται όταν εφαρμόζονται, αλλά αρκετά χρόνια αργότερα, από το αποτύπωμα που αφήνουν στην οικονομία. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) είναι μία από αυτές.

 

Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μία πρωτοφανή ευρωπαϊκή ευκαιρία: Σημαντικούς κοινοτικούς πόρους, το μεγαλύτερο πακέτο ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, συνδεδεμένους όχι μόνο με επενδύσεις, αλλά και με μεταρρυθμίσεις. Η πρόκληση ήταν διπλή. Αφενός, να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά οι διαθέσιμοι πόροι. Αφετέρου, να κατευθυνθούν σε παρεμβάσεις που θα ενίσχυαν το παραγωγικό δυναμικό της χώρας.

Καθώς ο κύκλος του Ταμείου πλησιάζει στην ολοκλήρωσή του, με στόχο να είναι πλήρης η αξιοποίηση του εθνικού φακέλου των 36 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον από το «τι χρηματοδοτήθηκε» στο «τι μένει πίσω». Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη συζήτηση που πρέπει να ανοίξει σήμερα. Το ΤΑΑ δεν μπορεί να αποτελέσει μια παρένθεση αυξημένων επενδύσεων. Η αξία του θα κριθεί από το εάν οι επενδύσεις και οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν θα συνεχίσουν να παράγουν αποτελέσματα όταν οι συγκεκριμένοι ευρωπαϊκοί πόροι δεν θα είναι πλέον διαθέσιμοι. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει τώρα να περάσει σε μια νέα φάση.

Για πολλά χρόνια, το επενδυτικό έλλειμμα αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Παρά το γεγονός ότι αυτό κλείνει σημαντικά (από το 11% το 2019 στο 16% το 2023 και στο 17% το 2025), εξακολουθεί να υφίσταται απόσταση από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο (στο 21% το 2025).

Το ΤΑΑ συνέβαλε ουσιαστικά στην αντιστροφή αυτής της εικόνας. Όμως, η διατηρήσιμη αύξηση των επενδύσεων δεν μπορεί να εξαρτάται από έκτακτα ευρωπαϊκά εργαλεία. Χρειάζεται να ενεργοποιηθεί πολύ περισσότερο το ιδιωτικό κεφάλαιο. Αυτό προϋποθέτει ένα περιβάλλον στο οποίο ο επενδυτής μπορεί να σχεδιάσει με ορίζοντα πολλών ετών: Σταθερούς κανόνες, ταχύτερη δικαιοσύνη, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, σύγχρονες υποδομές και πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

Χρειάζεται, παράλληλα, να διευρυνθούν οι διαθέσιμες πηγές χρηματοδότησης. Οι τράπεζες έχουν σημαντικό και ενισχυμένο ρόλο σε μια τραπεζοκεντρική αγορά, αλλά δεν αρκούν. Η κεφαλαιαγορά, οι θεσμικοί επενδυτές, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και οι αποτελεσματικές συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορούν να κινητοποιήσουν πρόσθετους πόρους για παραγωγικές επενδύσεις. Το ζητούμενο είναι απλό στη διατύπωση, σύνθετο στην εφαρμογή: Κάθε δημόσιο ευρώ να μπορεί να κινητοποιεί πολλαπλάσια ιδιωτικά κεφάλαια.

Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση αφορά το είδος της ανάπτυξης που θέλουμε. Δεν έχουν όλες οι επενδύσεις την ίδια επίδραση στην οικονομία. Η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα, ενισχύουν την εξωστρέφεια και δημιουργούν καλύτερες θέσεις εργασίας. Επενδύσεις στην τεχνολογία και στην καινοτομία, στην ενέργεια, στις μεταφορές και στα logistics, στις ψηφιακές υποδομές, στις δεξιότητες και στις επιχειρήσεις που μπορούν να ανταγωνιστούν στις διεθνείς αγορές.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της μετάβασης σε ένα πιο σύγχρονο παραγωγικό πρότυπο. Δεν αρκεί να αυξάνεται το ΑΕΠ. Πρέπει να αυξάνεται η παραγωγική ικανότητα της οικονομίας, η οποία, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί, παραμένει χαμηλή (παραγωγικότητα στο 54% του μέσου ευρωπαϊκού όρου). Γιατί αυτή είναι που επιτρέπει, σε δεύτερο χρόνο, υψηλότερους μισθούς, περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης και μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα.

Υπάρχει, όμως, και μία διάσταση του ΤΑΑ που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε οικονομικούς δείκτες. Είναι οι μεταρρυθμίσεις. Η ψηφιοποίηση του κράτους, η απλοποίηση διαδικασιών, η βελτίωση της φορολογικής διοίκησης, η ενεργειακή αναβάθμιση, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος έχουν αξία όχι μόνο επειδή χρηματοδοτούνται σήμερα, αλλά επειδή μπορούν να μειώνουν μόνιμα το κόστος λειτουργίας της οικονομίας. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που πρέπει να διαφυλαχθεί. Οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να σταματήσουν επειδή ολοκληρώνεται ένα συγκεκριμένο χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Αντίθετα, η ολοκλήρωση του ΤΑΑ πρέπει να σηματοδοτήσει τη μετάβαση από την περίοδο των μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών παρεμβάσεων σε μια περίοδο όπου η ανταγωνιστικότητα, η παραγωγικότητα και η ιδιωτική επένδυση θα αποτελούν τους βασικούς κινητήρες της ανάπτυξης.

Η Ελλάδα έχει σήμερα μια διαφορετική αφετηρία από εκείνη που είχε πριν από λίγα χρόνια. Η δημοσιονομική αξιοπιστία έχει ενισχυθεί, η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά, η επενδυτική δραστηριότητα έχει αυξηθεί, η χώρα έχει προσελκύσει σημαντικά κεφάλαια και έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αξιοπιστία στις διεθνείς αγορές.

Αυτή η πρόοδος δημιουργεί δυνατότητες. Δεν εξασφαλίζει, όμως, από μόνη της το μέλλον. Το πραγματικό τεστ είναι εάν μπορούμε να μετατρέψουμε αυτήν τη βελτιωμένη αφετηρία σε μια οικονομία που παράγει περισσότερο, επενδύει περισσότερο και δημιουργεί υψηλότερη προστιθέμενη αξία.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για την επόμενη ημέρα του ΤΑΑ δεν πρέπει να είναι μια συζήτηση για το πώς θα αντικαταστήσουμε έναν ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό μηχανισμό. Πρέπει να είναι μια συζήτηση για το πώς θα δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η ελληνική οικονομία να χρειάζεται λιγότερο τέτοιους έκτακτους μηχανισμούς. Αυτό σημαίνει ισχυρότερες επιχειρήσεις, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις, βαθύτερη κεφαλαιαγορά, καλύτερους θεσμούς, σύγχρονες υποδομές και ανθρώπινο κεφάλαιο με τις δεξιότητες της νέας εποχής.

Το ΤΑΑ ήταν μια μεγάλη ευρωπαϊκή ευκαιρία. Η επόμενη πρόκληση είναι μεγαλύτερη: Να μετατρέψουμε την ευκαιρία αυτή σε μόνιμη παραγωγική δύναμη για την Ελλάδα. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της επόμενης ημέρας.

toparon.gr

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα για την Τεχνητή Νοημοσύνη στο capital.gr | 3.10.2026

Του Χρήστου Σταϊκούρα

Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) μεταβάλλει με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η οικονομία, οργανώνονται οι επιχειρήσεις και λαμβάνονται αποφάσεις. Η χρηματοπιστωτική αγορά δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίθετα, είναι ένας από τους χώρους στους οποίους η ΤΝ μπορεί να έχει ιδιαίτερα έντονη επίδραση. Η δυνατότητα επεξεργασίας τεράστιων όγκων δεδομένων, ο εντοπισμός προτύπων και ανωμαλιών, η υποστήριξη της διαχείρισης κινδύνων, η ανίχνευση απάτης και η αυτοματοποίηση διαδικασιών δημιουργούν σημαντικές δυνατότητες για πιο αποτελεσματικές και προσβάσιμες αγορές.

Η κλίμακα της τεχνολογικής αλλαγής είναι εντυπωσιακή. Η εξέλιξη, όμως, δεν σταματά στα σημερινά συστήματα ΤΝ. Στον ορίζοντα βρίσκεται η συζήτηση για τη Γενική Τεχνητή Νοημοσύνη (AGI-Artificial General Intelligence), δηλαδή μια υποθετική μορφή ΤΝ που θα μπορεί να κατανοεί, να μαθαίνει και να εφαρμόζει γνώση σε ένα ευρύ φάσμα εργασιών, σε ανθρώπινο ή και ανώτερο επίπεδο.

Όσο διευρύνονται οι δυνατότητες των τεχνολογικών συστημάτων, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν η ανθρώπινη εποπτεία, η ασφάλεια, η διαφάνεια και η λογοδοσία. Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα για τις αγορές: η ΤΝ μπορεί να αλλάξει τα εργαλεία, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εμπιστοσύνη. Ένα σύστημα μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό χωρίς να είναι κατ’ ανάγκη αξιόπιστο. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα δεδομένα μπορεί να επεξεργαστεί ένας αλγόριθμος. Είναι ποια δεδομένα χρησιμοποιεί, πόσο αξιόπιστα είναι, πώς έχει εκπαιδευτεί το μοντέλο, ποιοι κίνδυνοι μεροληψίας ή λανθασμένων εκτιμήσεων υπάρχουν και, κυρίως, ποιος έχει την ευθύνη όταν το αποτέλεσμα είναι λανθασμένο. Στις επενδύσεις, ένα τεχνολογικό σφάλμα δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό πρόβλημα. Μπορεί να μετατραπεί σε οικονομική ζημία, να επηρεάσει τη συμπεριφορά πολλών επενδυτών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργήσει ευρύτερους κινδύνους για τη λειτουργία και τη συστημική ευστάθεια της αγοράς. Γι’ αυτό η βασική αρχή πρέπει να είναι σαφής: η τεχνολογία πρέπει να ενισχύει την ανθρώπινη κρίση και όχι να καταργεί την ανθρώπινη ευθύνη.

Αυτό συνδέεται άμεσα με τη διαφάνεια. Εμπιστοσύνη δεν σημαίνει να αποδεχόμαστε ένα αποτέλεσμα επειδή προέρχεται από έναν προηγμένο αλγόριθμο. Σημαίνει να γνωρίζουμε, όσο είναι δυνατόν, τα όρια του συστήματος, να μπορούμε να ελέγξουμε το αποτέλεσμα, να εντοπίσουμε το λάθος και να γνωρίζουμε ποιος είναι υπεύθυνος. Συνεπώς, για τον επενδυτή της εποχής της ΤΝ, η χρηματοοικονομική παιδεία πρέπει να συνοδεύεται από ψηφιακή παιδεία. Η ικανότητα να διακρίνει κανείς την πληροφορία από την παραπληροφόρηση και την τεκμηριωμένη ανάλυση από μία πειστική αλλά ενδεχομένως λανθασμένη αυτοματοποιημένη απάντηση γίνεται ολοένα και πιο σημαντική.

Ταυτόχρονα, οι θεσμοί πρέπει να προσαρμοστούν. Η εποπτεία των αγορών δεν μπορεί να εξελίσσεται με βραδύτερο ρυθμό από την τεχνολογία που καλείται να εποπτεύσει. Η ίδια η ΤΝ μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο εποπτείας, επιτρέποντας την ταχύτερη επεξεργασία δεδομένων, τον εντοπισμό ασυνήθιστων συναλλαγών και την έγκαιρη ανίχνευση κινδύνων.  Όμως, την ίδια στιγμή, δημιουργεί νέες μορφές κινδύνου: από νέες δυνατότητες χειραγώγησης της αγοράς έως νέες μορφές παραπλανητικής πληροφόρησης. Επομένως, η σχέση τεχνολογίας και εποπτείας πρέπει να είναι αμφίδρομη. Η εποπτεία πρέπει να αξιοποιεί την τεχνολογία, αλλά και να κατανοεί την τεχνολογία που εποπτεύει.

Αυτό καθιστά αναγκαίο ένα σύγχρονο ρυθμιστικό πλαίσιο.  Η ευρωπαϊκή AI Act αποτελεί σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, με μία προσέγγιση που συνδέει τις απαιτήσεις με τον βαθμό κινδύνου των τεχνολογικών εφαρμογών. Το ζητούμενο, όμως, είναι η σωστή ισορροπία. Ούτε υπερρύθμιση που θα ανακόψει την καινοτομία, ούτε ανεξέλεγκτη τεχνολογική ανάπτυξη που θα μεταφέρει το κόστος των κινδύνων στους επενδυτές και στην κοινωνία. Χρειαζόμαστε αναλογικούς κανόνες, έξυπνη εποπτεία και συνεχή προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου. Και επειδή οι αγορές και οι τεχνολογικές πλατφόρμες λειτουργούν πλέον πέρα από τα εθνικά σύνορα, απαιτείται στενότερη ευρωπαϊκή και διεθνής συνεργασία. Η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη καθώς η ΤΝ μπορεί να δημιουργήσει νέες αλληλεξαρτήσεις μέσα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Εάν πολλές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν παρόμοια μοντέλα, δεδομένα ή τους ίδιους τεχνολογικούς παρόχους, ένα πρόβλημα μπορεί να μεταδοθεί. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο την προστασία του κάθε επενδυτή. Αφορά και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ανθεκτικότητα των υποδομών, την κυβερνοασφάλεια και τη διαχείριση των τεχνολογικών εξαρτήσεων.

Για την Ελλάδα, η συζήτηση αυτή έρχεται σε μία κρίσιμη συγκυρία. Η ελληνική κεφαλαιαγορά έχει κάνει σημαντικά βήματα τα τελευταία χρόνια, με ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου, βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης και πρόοδο στον ψηφιακό μετασχηματισμό της εποπτείας. Η κεφαλαιοποίηση του ελληνικού χρηματιστηρίου έχει τριπλασιαστεί και η ελληνική αγορά έχει επιστρέψει στο καθεστώς των ανεπτυγμένων αγορών. Το επόμενο βήμα είναι να συνδυάσουμε αυτή τη θεσμική πρόοδο με την τεχνολογική εξέλιξη. Να δημιουργήσουμε μία ελληνική κεφαλαιαγορά πιο βαθιά, πιο εξωστρεφή, πιο ανταγωνιστική και πιο ικανή να στηρίξει την οικονομία της χώρας. Μία αγορά που θα αξιοποιεί την ΤΝ και τα δεδομένα, επενδύοντας ταυτόχρονα στους θεσμούς, στην εποπτεία, στην εταιρική διακυβέρνηση, στην κυβερνοασφάλεια και στη γνώση. Γιατί, τελικά, η ανταγωνιστικότητα των αγορών δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο γρήγορα υιοθετούν νέες τεχνολογίες. Θα κριθεί και από το πόσο αξιόπιστες είναι. Μπορεί να αλλάζουν τα εργαλεία, οι αγορές και οι τεχνολογίες. Η εμπιστοσύνη, όμως, παραμένει το θεμέλιο κάθε κεφαλαιαγοράς.

*Βουλευτής Ν.Δ., Καθηγητής Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην Υπουργός Οικονομικών (2019-2023) και Υποδομών & Μεταφορών (2023-2025)

 

capital.gr

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο insider.gr | 21.9.2026

Η συζήτηση για τη φορολογία συχνά περιορίζεται σε ένα ερώτημα: πόσο φόρο θα πληρώσει ο πολίτης. Είναι, ασφαλώς, ένα σημαντικό ερώτημα. Δεν είναι όμως το μόνο. Υπάρχει ένα βαθύτερο ερώτημα: τι είδους οικονομία θέλουμε να δημιουργήσουμε μέσα από τη φορολογική μας πολιτική;

Γιατί η φορολογία δεν αποτελεί μόνο μηχανισμό άντλησης δημοσίων εσόδων. Επηρεάζει τις αποφάσεις για εργασία, επένδυση, αποταμίευση, επιχειρηματικότητα και κατανάλωση. Επηρεάζει, επομένως, και την ίδια τη δυνατότητα της οικονομίας να παράγει περισσότερο εισόδημα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η φορολογική πολιτική πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο με βάση τα έσοδα που αποφέρει σήμερα, αλλά και με βάση τα κίνητρα που δημιουργεί για την οικονομία του αύριο.

Η Ελλάδα γνωρίζει από την εμπειρία της πόσο κρίσιμη είναι η δημοσιονομική αξιοπιστία. Ως χώρα που βίωσε βαθιά κρίση, η δυνατότητα να μειώνει φόρους χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική της πορεία δεν είναι αυτονόητη. Είναι αποτέλεσμα μακράς προσπάθειας εξυγίανσης και ενίσχυσης της αξιοπιστίας της οικονομίας.

Αυτό είναι ένα από τα σημαντικά οφέλη της σημερινής κατάστασης: ο δημοσιονομικός χώρος μπορεί πλέον να αξιοποιείται όχι μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, αλλά και για μόνιμες μειώσεις φορολογικών επιβαρύνσεων. Οι πρόσφατες παρεμβάσεις κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, με αλλαγές στη φορολογική κλίμακα, πρόσθετες ελαφρύνσεις για οικογένειες και νέους, παρεμβάσεις στους ελεύθερους επαγγελματίες και μέτρα που ενισχύουν συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογουμένων.

Η ουσία, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος της κάθε ελάφρυνσης. Βρίσκεται στη δημιουργία ενός σταθερότερου φορολογικού περιβάλλοντος, στο οποίο ο πολίτης και η επιχείρηση μπορούν να προγραμματίσουν με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Μία αποτελεσματική φορολογική πολιτική δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τον φορολογούμενο αποκλειστικά ως πηγή εσόδων.

Πρέπει να τον αντιμετωπίζει και ως εργαζόμενο, καταναλωτή, αποταμιευτή, επενδυτή ή επιχειρηματία.

Όταν μειώνεται η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, αυξάνεται το διαθέσιμο εισόδημα και ενισχύονται τα κίνητρα για απασχόληση.

Όταν μειώνεται η επιβάρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, βελτιώνονται οι προϋποθέσεις για επενδύσεις και δημιουργία θέσεων εργασίας.

Όταν δημιουργούνται σταθεροί φορολογικοί κανόνες, περιορίζεται η αβεβαιότητα που συχνά λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για μακροχρόνιες επενδυτικές αποφάσεις.

Η φορολογική πολιτική, συνεπώς, δεν είναι απλώς ζήτημα αναδιανομής. Είναι και πολιτική προσφοράς.

Υπάρχει, βεβαίως, και η άλλη πλευρά. Μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις προϋποθέτουν μόνιμα και αξιόπιστα έσοδα. Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Η αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων, η διασύνδεση πληροφοριακών συστημάτων, η ηλεκτρονική τιμολόγηση και οι σύγχρονες μέθοδοι ελέγχου μπορούν να περιορίσουν σταδιακά το κενό μεταξύ της οικονομικής δραστηριότητας που πραγματοποιείται και εκείνης που τελικά δηλώνεται. Ενδεικτικά, το κενό ΦΠΑ έχει περιοριστεί από το 24% το 2019 στο 12% το 2023 και περαιτέρω στο 9% το 2024, όσο είναι και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος.

Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα δημοσιονομικής δικαιοσύνης. Είναι ζήτημα δικαιοσύνης μεταξύ των φορολογουμένων. Όσο περισσότεροι συμμετέχουν με συνέπεια στη φορολογική προσπάθεια, τόσο μικρότερη μπορεί να είναι η επιβάρυνση που απαιτείται από τον καθένα ξεχωριστά. Αυτός είναι ένας κύκλος που αξίζει να επιδιώξουμε: καλύτερη συμμόρφωση, ευρύτερη φορολογική βάση, σταθερά δημόσια έσοδα και δυνατότητα για χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές.

Η συζήτηση, επομένως, δεν πρέπει να εξαντλείται στο εάν ένας συντελεστής είναι υψηλότερος ή χαμηλότερος.

Ένα σύγχρονο φορολογικό σύστημα πρέπει να είναι απλό, προβλέψιμο, δίκαιο και αποτελεσματικό.

Να περιορίζει τα αντικίνητρα για την εργασία και την επένδυση.

Να επιβραβεύει τη συνέπεια και την παραγωγική δραστηριότητα.

Να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τη φοροδιαφυγή.

Και να μπορεί να προσαρμόζεται στις ανάγκες μιας οικονομίας που αλλάζει.

Ιδιαίτερα για μία χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία χρειάζεται περισσότερες επενδύσεις, υψηλότερη παραγωγικότητα και ισχυρότερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, η φορολογική πολιτική δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από αυτούς τους στόχους.

Η τελική επιτυχία μιας φορολογικής μεταρρύθμισης δεν αποτυπώνεται μόνο στον κρατικό προϋπολογισμό.

Αποτυπώνεται στην καθημερινότητα του πολίτη.

Στο καθαρό εισόδημα που μένει από τον μισθό του.

Στην απόφαση ενός νέου ανθρώπου να εργαστεί και να παραμείνει στη χώρα, ενός επαγγελματία να επενδύσει στην επιχείρησή του, μιας οικογένειας να κάνει το επόμενο βήμα, ενός επενδυτή να τοποθετήσει κεφάλαια στην ελληνική οικονομία.

Γι’ αυτό και η φορολογική πολιτική πρέπει να συνδέεται με έναν ευρύτερο στόχο: τη δημιουργία περισσότερου εισοδήματος, όχι απλώς την αναδιανομή του υπάρχοντος.

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να επιλέξει μεταξύ δημοσιονομικής υπευθυνότητας και οικονομικής ανάπτυξης. Χρειάζεται και τα δύο. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα δημιουργεί την αξιοπιστία. Η ανάπτυξη δημιουργεί τον δημοσιονομικό χώρο. Η φορολογική συμμόρφωση διευρύνει τη βάση. Και οι μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις μπορούν, με τη σειρά τους, να ενισχύσουν την εργασία, την επένδυση και την παραγωγικότητα.

Αυτός είναι ο κύκλος που πρέπει να οικοδομήσουμε. Γιατί ο πραγματικός στόχος της φορολογικής πολιτικής δεν είναι να βρούμε απλώς τον καλύτερο τρόπο να φορολογούμε την οικονομία που έχουμε.

Είναι να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για μία μεγαλύτερη, παραγωγικότερη και πιο ανταγωνιστική οικονομία, ώστε αύριο να υπάρχει περισσότερο εισόδημα, περισσότερη εργασία και μεγαλύτερη δυνατότητα ευημερίας για όλους.

insider.gr

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στον Ελεύθερο Τύπο | 15.9.2026

Η Ελλάδα ως ελκυστικός φορολογικός και επενδυτικός προορισμός:

Η μεταρρύθμιση που άλλαξε την εικόνα

 

Χρήστος Σταϊκούρας

Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Βουλευτής Νέας Δημοκρατίας

πρώην Υπουργός Οικονομικών, πρώην Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών

 

Η Ελλάδα έχει καταστεί ένας από τους πιο ελκυστικούς φορολογικούς προορισμούς παγκοσμίως, χάρη σε μια σειρά καινοτόμων κινήτρων που εισήχθησαν στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος από το Υπουργείο Οικονομικών και την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας το 2020, υπό τον συντονισμό της τότε Γενικής Γραμματέως Φορολογικής Πολιτικής κας. Καλύβα.

Τα κίνητρα αυτά αποδεικνύονται, σε βάθος χρόνου, ένας σημαντικός μεταρρυθμιστικός και επενδυτικός πυλώνας για την ελληνική οικονομία, καθώς δημιουργούν ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προσέλκυσης κεφαλαίων, επενδυτών, ανθρώπινου δυναμικού και διεθνών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

 

Το άρθρο 5Α: το «δυνατό σημείο» της στρατηγικής

Μεταξύ των σημαντικότερων μεταρρυθμίσεων, το καθεστώς φορολογικής κατοικίας επενδυτών – non-dom, που προβλέπεται στο άρθρο 5Α του ΚΦΕ, ξεχωρίζει ως ένα από τα «δυνατά σημεία» της ελληνικής στρατηγικής.

Το καθεστώς έχει προσελκύσει σημαντικό ενδιαφέρον από ιδιώτες υψηλής καθαρής επενδυτικής αξίας, ενώ παράλληλα ενισχύει το ενδιαφέρον της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας για την Ελλάδα, ως χώρα που προσφέρει σταθερότητα, διαφάνεια και ανταγωνιστικά φορολογικά πλεονεκτήματα.

Ουσιαστικά, η Ελλάδα έχει καταφέρει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: να δημιουργήσει ένα φορολογικό πλαίσιο που συνδυάζει ελκυστικότητα, φορολογική προβλεψιμότητα και επενδυτικά κίνητρα, μέσα στο ευρωπαϊκό και διεθνές θεσμικό πλαίσιο.

Και αυτό δεν αποτελεί απλώς μια προσωρινή τάση. Συνιστά μια μακροπρόθεσμη μεταβολή στη θέση της Ελλάδας στον διεθνή φορολογικό και επενδυτικό χάρτη.

Χαρακτηριστική ένδειξη της νέας δυναμικής αποτελεί πρόσφατο δημοσίευμα των Financial Times, σύμφωνα με το οποίο ένα από τα μεγαλύτερα hedge funds της Ευρώπης εξετάζει σοβαρά την ανάπτυξη δραστηριότητας στην Αθήνα.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται και με το ελληνικό φορολογικό πλαίσιο του άρθρου 5Α, το οποίο επιτρέπει σε επενδυτές που πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις να μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, καταβάλλοντας κατ’ αποκοπή φόρο 100.000 ευρώ ετησίως για το εισόδημα αλλοδαπής προέλευσης, για περίοδο έως 15 έτη.

Πρόκειται για ένα μοντέλο που συνδυάζει φορολογική βεβαιότητα και ανταγωνιστικό φορολογικό κόστος, προσφέροντας παράλληλα τη δυνατότητα εγκατάστασης σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία. Η Ελλάδα έχει ήδη προσελκύσει σημαντικό αριθμό επενδυτών. Περισσότεροι από 300 επενδυτές υψηλής καθαρής αξίας, μέχρι το 2026, έχουν ολοκληρώσει τη μεταφορά της φορολογικής τους κατοικίας, σε σύνολο αιτήσεων που υπερβαίνει τις 500, με συνολικές επενδύσεις που ξεπερνούν περίπου τα 350 εκατ. ευρώ σε ακίνητα, startups και υποδομές.

Η προσέλκυση, όμως, μεγάλων διεθνών επενδυτικών οντοτήτων και διαχειριστών κεφαλαίων σηματοδοτεί μια νέα φάση. Η Ελλάδα δεν περιορίζεται πλέον στην προσέλκυση επενδυτών ως φυσικών προσώπων. Διαμορφώνει σταδιακά τις προϋποθέσεις για να εξελιχθεί σε κομβικό κέντρο διαχείρισης κεφαλαίων για την Ευρώπη και πέραν αυτής.

Η ελληνική προσέγγιση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σε σύγκριση με αντίστοιχα προγράμματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία, όπου τα σχετικά καθεστώτα έχουν κατά περιόδους τροποποιηθεί σημαντικά ή περιοριστεί.

Η ελληνική προσέγγιση έχει σχεδιαστεί με γνώμονα το ευρωπαϊκό και διεθνές θεσμικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ και αποφεύγοντας πρακτικές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως επιζήμιος φορολογικός ανταγωνισμός.

Το στοιχείο αυτό προσδίδει στο ελληνικό μοντέλο σημαντική θεσμική αξιοπιστία και ενισχύει την προοπτική της μακροχρόνιας σταθερότητάς του.

Η σταθερότητα του θεσμικού πλαισίου αποτελεί, άλλωστε, κρίσιμο παράγοντα για επενδυτές και διεθνείς επιχειρήσεις, οι οποίοι αναζητούν όχι μόνο φορολογικά κίνητρα, αλλά και προβλεψιμότητα, διαφάνεια και ασφάλεια δικαίου.

 

Τα συμπληρωματικά κίνητρα: άρθρα 5Β και 5Γ

Η επιτυχία της ελληνικής στρατηγικής δεν περιορίζεται στο άρθρο 5Α.

Το ειδικό καθεστώς του άρθρου 5Β για τους συνταξιούχους έχει επίσης προσελκύσει σημαντικό ενδιαφέρον. Έχουν υποβληθεί περισσότερες από 2.400 αιτήσεις, ενώ ήδη περισσότερες από 1.300 έχουν εγκριθεί το 2026, με συνολικά φορολογικά έσοδα που ξεπερνούν τα 10 εκατ. ευρώ. Το καθεστώς προβλέπει φορολόγηση με συντελεστή 7% για εισοδήματα αλλοδαπής προέλευσης που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο πλαίσιο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το άρθρο 5Γ, το οποίο λειτουργεί ως βασικό εργαλείο προσέλκυσης ανθρώπινου δυναμικού και αντιμετώπισης του brain drain. Έχουν υποβληθεί περίπου 12.000 αιτήσεις, ενώ περισσότερες από 8.500 έχουν εγκριθεί μέχρι το 2026.

Το καθεστώς προβλέπει απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για το 50% του εισοδήματος για περίοδο επτά ετών, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, δημιουργώντας ένα σημαντικό κίνητρο για την επιστροφή ή εγκατάσταση στην Ελλάδα εργαζομένων και ελεύθερων επαγγελματιών υψηλής εξειδίκευσης.

Η συμβολή του μέτρου στην αντιστροφή του brain drain και στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η προσέλκυση ανθρώπινου κεφαλαίου δημιουργεί παράλληλα πρόσθετη φορολογική βάση και πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία.

 

Family Offices: η επόμενη διάσταση

Σημαντικό συμπληρωματικό εργαλείο αποτελούν και τα Family Offices. Περισσότερες από πέντε μεγάλες δομές βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, με ετήσιες δαπάνες στην Ελλάδα που ξεπερνούν το 1 εκατ. ευρώ η καθεμία, ενώ το σχετικό πλαίσιο βασίζεται σε φορολόγηση με τη μέθοδο «cost plus».

Η σημασία των Family Offices υπερβαίνει το στενό φορολογικό όφελος. Η εγκατάσταση τέτοιων δομών στην Ελλάδα δημιουργεί ζήτηση για εξειδικευμένες υπηρεσίες, θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και ένα ευρύτερο οικοσύστημα γύρω από τη διαχείριση οικογενειακής περιουσίας, τις επενδύσεις, τη φορολογική και νομική συμβουλευτική.

 

Ένα συνεκτικό οικοσύστημα προσέλκυσης κεφαλαίων και ταλέντου

Το σημαντικό πλεονέκτημα της ελληνικής προσέγγισης είναι ότι τα επιμέρους κίνητρα δεν λειτουργούν απομονωμένα.

Το άρθρο 5Α απευθύνεται σε επενδυτές υψηλής καθαρής αξίας, το άρθρο 5Β σε συνταξιούχους με εισοδήματα από το εξωτερικό, το άρθρο 5Γ σε εργαζομένους και επαγγελματίες, ενώ το πλαίσιο των Family Offices απευθύνεται στη διαχείριση οικογενειακής περιουσίας και στη δημιουργία εξειδικευμένων δομών.

Τα διαφορετικά αυτά εργαλεία δημιουργούν ένα δίκτυο συνεργειών που μπορεί να ενισχύσει πολλαπλασιαστικά την ελληνική οικονομία.

Η εγκατάσταση επενδυτών μέσω του άρθρου 5Α και η δημιουργία Family Offices μπορούν να οδηγήσουν σε νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, να ενισχύσουν τη ζήτηση για επαγγελματικές υπηρεσίες και να συμβάλουν στη δημιουργία ενός ευρύτερου οικοσυστήματος επενδύσεων και διαχείρισης κεφαλαίων.

Τα φορολογικά κίνητρα της Ελλάδας δεν αποτελούν πλέον ένα απλό «πείραμα».

Η μέχρι σήμερα πορεία τους δείχνει ότι μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που μεταμορφώνει σταδιακά τη χώρα σε προορισμό για κεφάλαια, ταλέντο, επιχειρηματικότητα και καινοτομία.

Η αυξανόμενη προσοχή που δείχνουν μεγάλοι διεθνείς επενδυτικοί οργανισμοί αποτελεί σημαντική ένδειξη ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως μια εναλλακτική λύση, αλλά ως ένας σοβαρός και υπολογίσιμος παίκτης στον ευρωπαϊκό επενδυτικό και φορολογικό χάρτη.

Η πρόκληση πλέον είναι η διατήρηση και περαιτέρω ενίσχυση αυτής της δυναμικής.

Με τη σταθερότητα του νομικού πλαισίου, τη διεύρυνση της αποδοχής από τις αγορές και τη βελτίωση των διοικητικών διαδικασιών, όπως μέσω one-stop-shop υπηρεσιών, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε ένα σύγχρονο φορολογικό και επενδυτικό hub.

Ένα hub που συνδυάζει ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον, πρόσβαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υψηλή ποιότητα ζωής, ανθρώπινο κεφάλαιο και σημαντικές προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης.

Η μεγάλη ευκαιρία για την Ελλάδα είναι πλέον να μετατρέψει την επιτυχία των φορολογικών κινήτρων σε μόνιμο και διεθνώς αναγνωρίσιμο συγκριτικό πλεονέκτημα, προσελκύοντας όχι μόνο πρόσωπα και κεφάλαια, αλλά και πραγματική οικονομική δραστηριότητα, επενδύσεις, τεχνογνωσία και θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Αυτό είναι το επόμενο μεγάλο βήμα: η μετάβαση από μια επιτυχημένη πολιτική φορολογικών κινήτρων στη δημιουργία ενός σταθερού ευρωπαϊκού κέντρου επενδύσεων, διαχείρισης κεφαλαίων και διεθνούς επιχειρηματικότητας.

2026-09-15 Άρθρο Ελεύθερος Τύπος

90η ΔΕΘ: Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στο capital.gr | 2.9.2026

Σε λίγες ημέρες, η Θεσσαλονίκη και η Διεθνής Έκθεσή της θα αποτελέσουν –και πάλι – το επίκεντρο του δημόσιου και οικονομικού διαλόγου. Εκεί, η Κυβέρνηση θα έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει τις βασικές οικονομικές προτεραιότητες για το επόμενο έτος, αλλά και να ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για την πορεία της χώρας τα επόμενα χρόνια. Καθώς πρόκειται για την τελευταία παρουσία στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης πριν από τις εκλογές του 2027, η φετινή αποκτά έναν ευρύτερο και ιδιαίτερο πολιτικό και συμβολικό χαρακτήρα, αφού όλα τα Κόμματα καλούνται να ξεδιπλώσουν, με σαφήνεια και ρεαλισμό, τον οδικό χάρτη τους για την πορεία της Ελλάδας προς το 2030.

Κατά την πεποίθησή μας, το ζητούμενο, από όλους μας, δεν είναι απλώς να φτάσουμε σε εκείνο το χρονικό σημείο με μια οικονομία μεγαλύτερη σε μέγεθος. Είναι πως θα φτάσουμε σε αυτή τη χρονιά με μια Ελλάδα ουσιαστικά ισχυρότερη: πιο παραγωγική, πιο ανταγωνιστική, πιο κοινωνικά δίκαιη, με ισχυρότερους θεσμούς, μικρότερες ανισότητες και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις μιας ταραγμένης εποχής.

Για να γίνει αυτό, χρειάζεται πρώτα να δούμε, με ειλικρίνεια, πού βρισκόμαστε σήμερα. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε σαφώς καλύτερη θέση από το 2019. Η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών με την επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων και τη ραγδαία αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους – από 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 164% του 2023 και το 146% το 2025, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, η υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων και η ενίσχυση και βελτίωση της παραγωγικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας, έχουν ενισχύσει τη θέση και το κύρος της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο στερέωμα. Παράλληλα, η οικονομία κατέγραψε τα τελευταία χρόνια ρυθμούς μεγέθυνσης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με την ανεργία – ιδίως των γυναικών και των νέων – να υποχωρεί στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων πολλών ετών και την γενιά του brain drain να δείχνει τάσης επιστροφής στη χώρα.

Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι η δική του οικονομική κατάσταση δεν έχει ακολουθήσει παράλληλη πορεία. Η αντίφαση αυτή συνδέεται με τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό, την πεποίθηση ότι σε αρκετές αγορές επικρατούν ολιγοπωλιακές συνθήκες, την αίσθηση διεύρυνσης των ανισοτήτων και την επιβράδυνση της βελτίωσης βασικών οικονομικών δεικτών. Μεταξύ άλλων οφείλουμε να αξιολογήσουμε και τα κάτωθι:

•Επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ: αύξηση κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες την πρώτη τετραετία, και περαιτέρω 1 μονάδα στη δεύτερη.

•Φοροδιαφυγή (κενό ΦΠΑ): μείωση κατά 12,5 ποσοστιαίες μονάδες την πρώτη τετραετία, και περαιτέρω 2,5 μονάδες στη δεύτερη.

•Εξαγωγές αγαθών: αύξηση κατά 17 δισ. ευρώ την πρώτη τετραετία, έναντι μικρής μείωσης κατά 2 δισ. ευρώ τη δεύτερη.

•Ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος: μείωση κατά 10 δισ. ευρώ την πρώτη τετραετία, έναντι αύξησης την δεύτερη.

•Κατά κεφαλή κατανάλωση: αύξηση κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες την πρώτη τετραετία, και μικρή υποχώρηση κατά 2 μονάδες τη δεύτερη.

Αυτά τα στοιχεία αποτυπώνουν μεν τη συνολική πρόοδο, που οφείλεται στις εφαρμοζόμενες πολιτικές των Κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας, αλλά δείχνουν επίσης ότι πρέπει να κινούμαστε σταθερά ταχύτερα.

Ο στόχος για το 2030 πρέπει να είναι η ουσιαστική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε παραγωγικότητα, εισόδημα, κοινωνική συνοχή και ποιότητα ζωής. Για να τον πετύχουμε, χρειάζεται – μεταξύ άλλων – ενίσχυση των εξαγωγών, της βιομηχανικής παραγωγής και της μεταποίησης, ψηφιακός μετασχηματισμός – κυρίως των μικρότερων επιχειρήσεων, επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία και αποτελεσματικότερη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Παράλληλα, πρέπει να αξιοποιήσουμε τις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης της χώρας: το ανθρώπινο κεφάλαιο, την επιχειρηματικότητα, την παραγωγική παράδοση, τον πρωτογενή τομέα, το φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο και τα ιδιαίτερα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε περιφέρειας. Περιφέρειες προς τις οποίες οφείλουμε να ενδυναμώσουμε τις διαδικασίες αποκέντρωσης, ώστε να αποτελέσουν οργανικό μέρος της αναπτυξιακής στρατηγικής και της συνολικής ισχυροποίησης όλης της χώρας.

Η Θεσσαλονίκη, λοιπόν, δεν πρέπει να είναι απλώς ένας ακόμη σταθμός παρουσίασης οικονομικών προτεραιοτήτων. Πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συζήτησης για την Ελλάδα του 2030. Μια Ελλάδα πιο παραγωγική, πιο εξωστρεφής, πιο δίκαιη και πιο ανθεκτική. Μια χώρα όπου η ανάπτυξη θα έχει ουσιαστικό αντίκρισμα στην καθημερινότητα του πολίτη και όπου οι νέοι θα μπορούν να σχεδιάζουν το μέλλον τους με περισσότερες ευκαιρίες στον τόπο τους, ιδιαίτερα στην περιφέρεια.

*Βουλευτής ΝΔ, Καθηγητής ΟΠΑ
Πρώην Υπουργός Οικονομικών (2019-2023) και Υποδομών & Μεταφορών (2023-2025)

capital.gr

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο Βήμα για το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας | 30.8.2026

Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας:

Από την πρωτοφανή κρίση στη μη-χαμένη ευκαιρία

 

Χρήστος Σταϊκούρας

Βουλευτής ΝΔ, Καθηγητής ΟΠΑ

Πρώην Υπουργός Οικονομικών (2019-2023) και Υποδομών & Μεταφορών (2023-2025)

 

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δημιουργήθηκε μέσα στην πρωτοφανή κρίση της πανδημίας και αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης των τελευταίων δεκαετιών. Το 2020, οι περιορισμοί στην οικονομική δραστηριότητα προκάλεσαν απότομη και βαθιά ύφεση, με τις Κυβερνήσεις να καλούνται να στηρίξουν εργαζομένους, επιχειρήσεις και εισοδήματα. Για την Ελλάδα, η πρόκληση ήταν ακόμη μεγαλύτερη, καθώς μόλις έβγαινε από μια δεκαετή οικονομική κρίση και διέθετε περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια.

Η Ευρώπη επέλεξε μια κοινή και ισχυρή απάντηση. Οι ηγέτες της συμφώνησαν στη δημιουργία του NextGenerationEU, ύψους 750 δισ. ευρώ, προχωρώντας για πρώτη φορά σε μεγάλης κλίμακας κοινό δανεισμό. Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε σημαντική ευκαιρία, τόσο ως προς το ύψος των πόρων όσο και ως προς την αξιοποίησή τους.

Με τη συμβολή του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, η Ελλάδα εξασφάλισε το μεγαλύτερο πακέτο ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Μέσα από συστηματική εθνική εργασία δημιουργήθηκε το «Ελλάδα 2.0», ένα συνεκτικό σχέδιο επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων, με σαφή χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμα ορόσημα, για τον μετασχηματισμό του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας. Στο Υπουργείο Οικονομικών συμμετείχαμε ενεργά, και μέσα από τις διαδοχικές συνεδριάσεις του Eurogroup, ώστε οι αυξημένοι πόροι να κατευθυνθούν στους βασικούς στόχους του Ταμείου, την πράσινη και ενεργειακή μετάβαση και την ψηφιοποίηση του κράτους και της οικονομίας.

Σήμερα, οι συνολικές εκταμιεύσεις ανέρχονται σε 24,6 δισ. ευρώ, έχουν εκπληρωθεί 253 ορόσημα και στόχοι, ενώ οι πληρωμές του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και τα εκταμιευμένα δάνεια φτάνουν συνολικά τα 28,4 δισ. ευρώ. Στόχος είναι η πλήρης αξιοποίηση του εθνικού φακέλου των 36 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026.

Οι μεταρρυθμίσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, τη φορολογική συμμόρφωση, την αγορά εργασίας, την ενέργεια, τη δικαιοσύνη, την παιδεία, την υγεία, τις υποδομές. Ενδεικτικά, υλοποιείται το πρόγραμμα «Προλαμβάνω», έχουν ολοκληρωθεί περισσότερες από 230 ανακαινίσεις σε δομές υγείας, κυκλοφορούν εκατοντάδες καινούργια ηλεκτρικά λεωφορεία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ολοκληρώθηκε ο Ε65, χρηματοδοτούνται εργασίες στον ΒΟΑΚ και αξιοποιούνται πόροι για την αποκατάσταση των ζημιών από τον «Daniel».

Παράλληλα, το Ταμείο στηρίζει την επιχειρηματικότητα και κινητοποιεί ιδιωτικές επενδύσεις μέσω χαμηλότοκων επιχειρηματικών δανείων, εγγυήσεων InvestEU, επενδυτικών κεφαλαίων και στεγαστικών προγραμμάτων. Συνολικά, αναμένεται να κινητοποιηθούν επενδύσεις και χρηματοδοτήσεις ύψους 46,6 δισ. ευρώ, ενισχύοντας την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας.

Με την ολοκλήρωση του «Ελλάδα 2.0» ενισχύουμε την ανθεκτικότητα της οικονομίας και των υποδομών, εκσυγχρονίζουμε το κράτος, απλοποιούμε τις διαδικασίες, ενισχύουμε τη διαφάνεια και δημιουργούμε περισσότερες ευκαιρίες και θέσεις εργασίας.

Η ολοκλήρωση του προγράμματος δεν είναι το τέλος, αλλά η αφετηρία για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και την αξιοποίηση όσων πετύχαμε. Στόχος είναι οι αλλαγές να έχουν διάρκεια και να μεταφράζονται σε μεγαλύτερη παραγωγικότητα, περισσότερη κοινωνική συνοχή και καλύτερη καθημερινότητα για όλους. Τώρα, πάνω σε πιο γερά θεμέλια, είναι η ώρα για το επόμενο μεγάλο άλμα: μια πατρίδα ακόμη πιο ισχυρή, παραγωγική, ασφαλή και συνεκτική.

 

tovima.gr

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο Βήμα της Κυριακής | 5.7.2026

 

Από τη σταθεροποίηση στη διατηρήσιμη ανάπτυξη:

Οι διαρθρωτικές προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας

 

Χρήστος Σταϊκούρας
Βουλευτής ΝΔ, Καθηγητής ΟΠΑ, Πρώην Υπουργός

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία έχει καταγράψει σημαντική οικονομική πρόοδο. Πέρασε, σταδιακά, από την περίοδο της πολυετούς δημοσιονομικής κρίσης, της αβεβαιότητας και των μακροοικονομικών και διαρθρωτικών ανισορροπιών, σε συνθήκες δημοσιονομικής σταθεροποίησης, ανάκαμψης και ενίσχυσης της αξιοπιστίας της. Η πρόοδος αυτή αποτυπώνεται και στους δείκτες βιοτικού επιπέδου των πολιτών, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας να αυξάνεται από το 66% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2019 στο 68% το 2023 – όπου και παραμένει σήμερα, και την κατά κεφαλήν κατανάλωση από το 78% το 2019 στο 82% το 2023 και στο 81% σήμερα.

Η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών με την επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων και τη ραγδαία αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους – από 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 164% του 2023 και το 146% το 2025, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, η υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων και η βελτίωση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας, έχουν ενισχύσει τη θέση της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο στερέωμα. Παράλληλα, η οικονομία κατέγραψε ρυθμούς μεγέθυνσης υψηλότερους από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, με την ανεργία να υποχωρεί σημαντικά και την γενιά του brain drain να επιστρέφει στη χώρα.

Η πρόοδος αυτή στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο χαμηλότερο ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος, στο υψηλότερο επίπεδο ανταγωνισμού, στην ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης και στη μείωση της φοροδιαφυγής. Ενδεικτικά, το κενό ΦΠΑ έχει περιοριστεί από το 24% το 2019 στο 12% το 2023 και περαιτέρω στο 9% το 2024, όσο είναι και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος.

Όμως, ταυτόχρονα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια σειρά από προκλήσεις, καθιστώντας αναγκαία την επίτευξη υψηλής, διατηρήσιμης, βιώσιμης και συμπεριληπτικής ανάπτυξης.

Πρώτη πρόκληση είναι η παραγωγικότητα της οικονομίας. Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί, η παραγωγικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου παραμένει χαμηλή. Η αντιμετώπιση αυτής της υστέρησης προϋποθέτει την κινητοποίηση όλων των παραγόντων που επηρεάζουν τη μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, καθώς συνδέεται με το χαμηλότερο απόθεμα παραγωγικών επενδύσεων, τη μικρότερη τεχνολογική ένταση της οικονομίας, τις περιορισμένες οικονομίες κλίμακας πολλών επιχειρήσεων και τη μεγάλη συμμετοχή κλάδων χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας στο παραγωγικό πρότυπο της χώρας.

Συνδεδεμένο είναι και το ζήτημα του επενδυτικού κενού. Παρά το γεγονός ότι αυτό κλείνει σημαντικά (από το 11% το 2019 στο 16% το 2023 και στο 17% το 2025), εξακολουθεί να έχει απόσταση από το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Η πρόκληση είναι η μετάβαση σε μια ανάπτυξη που θα στηρίζεται όλο και περισσότερο σε ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις, με περαιτέρω ενίσχυση της εξωστρέφειας, κυρίως μέσω εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών και τόνωσης της βιομηχανικής παραγωγής.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η περαιτέρω επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού. Σύμφωνα με πρόσφατες διεθνείς αξιολογήσεις, το απόθεμα ψηφιακού κεφαλαίου της χώρας – και ειδικότερα οι επενδύσεις σε λογισμικό, βάσεις δεδομένων και άϋλα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία – εξακολουθεί να υπολείπεται του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, καινοτομία και τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να λειτουργήσουν ως συντελεστής για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Παράλληλα, το δημογραφικό εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη χώρα. Η ακόμη μεγαλύτερη ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας, η αξιοποίηση των δεξιοτήτων των νέων, η προσέλκυση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, η ενίσχυση της διά βίου μάθησης και η σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας συνιστούν κρίσιμες προτεραιότητες.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στο ζήτημα της προσιτής στέγης. Απαιτείται καλύτερος συντονισμός και ένα ευρύτερο πλέγμα παρεμβάσεων που θα ενισχύει και την προσφορά κατοικιών, θα αξιοποιεί το υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα, θα προωθεί πιο ενεργητικά και στοχευμένα τις ανακαινίσεις και θα στηρίζει αποτελεσματικά όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα έχει πετύχει πολλά τα τελευταία χρόνια, αφήνοντας πίσω της αρκετές από τις αδυναμίες της. Όμως, η σταθεροποίηση της οικονομίας που επετεύχθη, δεν αποτελεί το τέλος της διαδρομής, αλλά την αφετηρία για το επόμενο μεγάλο βήμα: την επιτάχυνση της μετάβασης στη διατηρήσιμη ευρύτερη σύγκλιση με την Ευρώπη, σε όρους παραγωγικότητας, βιοτικού επιπέδου και κοινωνικής συνοχής.

2026-07-05 Άρθρο Βήμα

 

tovima.gr

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα το Παρόν | 21.6.2026

Χρ. Σταϊκούρας στο “Π”: Στεγαστική πολιτική: Κυβερνητικές παρεμβάσεις και οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας

ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑ
Βουλευτή ΝΔ, Καθηγητή ΟΠΑ, πρώην Υπουργού


Η στεγαστική κρίση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα στην Ευρώπη. Άνοδος τιμών κατοικίας και ενοικίων, αύξηση κόστους κατασκευής, δημογραφικές μεταβολές και επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης έχουν επιβαρύνει την πρόσβαση των πολιτών σε προσιτή στέγη. Η κατοικία βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, καθώς συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή, τη δυνατότητα των νέων να δημιουργήσουν οικογένεια, την κινητικότητα των εργαζομένων και τη συνολική ανταγωνιστικότητα των οικονομιών.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Αν και οι πιέσεις που καταγράφονται στην αγορά κατοικίας εντάσσονται στην ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση, η χώρα παρουσιάζει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Διαθέτει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη και σημαντικό στεγαστικό απόθεμα, αλλά ταυτόχρονα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην κάλυψη του κόστους στέγασης. Οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με ρυθμό ταχύτερο από την αύξηση των εισοδημάτων, ενώ τα ενοίκια ακολουθούν έντονα ανοδική πορεία, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, η κυβέρνηση έχει αναπτύξει ένα ευρύ πλέγμα παρεμβάσεων με στόχο τη βελτίωση της στεγαστικής προσιτότητας. Προγράμματα όπως τα «Σπίτι μου Ι και ΙΙ», οι δράσεις «Ανακαινίζω – Ενοικιάζω», τα φορολογικά κίνητρα για τη μακροχρόνια μίσθωση, η επιστροφή ενοικίου, οι πρωτοβουλίες κοινωνικής κατοικίας και οι παρεμβάσεις στις βραχυχρόνιες μισθώσεις επιδιώκουν να διευκολύνουν την πρόσβαση των πολιτών σε προσιτή στέγη και να αυξήσουν τη διαθεσιμότητα κατοικιών στην αγορά.

Η κατεύθυνση των πολιτικών είναι προφανώς θετική. Ωστόσο, σημαντικός αριθμός ακινήτων παραμένει κενός ή υποαξιοποιείται, καθώς περίπου το ένα τρίτο του στεγαστικού αποθέματος δεν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία. Οι αιτίες είναι πολλές και διαρθρωτικές. Υψηλό κόστος ανακαίνισης, πολυϊδιοκτησία, κληρονομικές εκκρεμότητες, πολεοδομικές δυσκολίες και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση αποτρέπουν την επαναφορά χιλιάδων κατοικιών στην αγορά. Παράλληλα, το ελληνικό κτιριακό απόθεμα είναι από τα παλαιότερα στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα η χαμηλή ενεργειακή απόδοση πολλών κατοικιών να αυξάνει σημαντικά το κόστος διαβίωσης και να εντείνει το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας.

Την ίδια στιγμή, η αυξημένη ζήτηση για κατοικίες στα μεγάλα αστικά κέντρα, η ανάπτυξη βραχυχρόνιων μισθώσεων, η αύξηση μονοπρόσωπων νοικοκυριών και οι επενδύσεις στην αγορά ακινήτων δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις. Παρότι η οικοδομική δραστηριότητα ανακάμπτει, η προσφορά νέων κατοικιών εξακολουθεί να περιορίζεται από ελλείψεις εργατικού δυναμικού, χαμηλή παραγωγικότητα και διοικητικά εμπόδια.

Η επόμενη φάση της στεγαστικής πολιτικής χρειάζεται να εστιάσει περαιτέρω και εντατικά στην προσφορά, με εμπροσθοβαρή ενεργοποίηση κενών κατοικιών, επιτάχυνση ανακαινίσεων και ενεργειακών αναβαθμίσεων, ενίσχυση μακροχρόνιας μίσθωσης και ανάπτυξη πιο οργανωμένου πλαισίου κοινωνικής κατοικίας. Παράλληλα, απαιτούνται μεταρρυθμίσεις που θα διευκολύνουν την αξιοποίηση ακινήτων και θα ενισχύσουν την κατασκευαστική ικανότητα του ιδιωτικού τομέα.

Το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα δεν αποτελεί μόνο ζήτημα αριθμού κατοικιών αλλά κυρίως ζήτημα προσιτότητας, αξιοποίησης του υφιστάμενου αποθέματος και αποτελεσματικής λειτουργίας της αγοράς. Το πλέγμα κυβερνητικών παρεμβάσεων που υλοποιείται έχει δημιουργήσει μια σημαντική βάση πολιτικής. Η πρόκληση της επόμενης περιόδου είναι να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά τους και να διαμορφωθεί μια πιο ολοκληρωμένη στρατηγική, που θα εξασφαλίζει ότι η πρόσβαση σε αξιοπρεπή και προσιτή κατοικία θα είναι εφικτή για όλους τους πολίτες. Παράλληλα, καθώς ίδιες πιέσεις καταγράφονται σε ολόκληρη την Ευρώπη, απαιτείται ανάπτυξη συνεκτικότερης και άμεσης εκτέλεσης ευρωπαϊκής πολιτικής αντιμετώπισης του στεγαστικού ζητήματος. Η ανακατανομή ευρωπαϊκών πόρων, ο εμπλουτισμός ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και η ανακατεύθυνση αυτών, η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και η προώθηση κοινών πρωτοβουλιών για την προσιτή και κοινωνική κατοικία μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά και ενισχυτικά προς τις εθνικές πολιτικές. Η προσιτή στέγη αποτελεί σήμερα όχι μόνο εθνική προτεραιότητα αλλά και κοινή ευρωπαϊκή ευθύνη.

toparon.gr

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο Capital.gr | 10.6.2026

Η συστηματική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στη νέα οικονομική πραγματικότητα

 

Η πρόσφατη αποδέσμευση (waiver) εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) της νέας πρόωρης αποπληρωμής διμερών δανείων ύψους 6,94 δισ. ευρώ του Greek Loan Facility (GLF), συνιστά μία ακόμη σημαντική εξέλιξη στην πορεία εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών της χώρας.

Πρόκειται για τη συνέχεια μιας στρατηγικής που εφαρμόζεται με συνέπεια τα τελευταία χρόνια και η οποία έχει συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, στην ενίσχυση της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας και στη θωράκισή της απέναντι σε μελλοντικές προκλήσεις.

Η διαχείριση του δημόσιου χρέους αποτελεί έναν από τους πλέον κρίσιμους πυλώνες της οικονομικής πολιτικής κάθε χώρας.

Για την Ελλάδα, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους την προηγούμενη δεκαετία, η σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους δεν αποτελεί μόνο οικονομική αναγκαιότητα, αλλά και εθνική προτεραιότητα.

Τα τελευταία χρόνια, η χώρα έχει επιτύχει να συνδυάσει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, δημοσιονομική σταθερότητα και αποτελεσματική διαχείριση του χρέους, δημιουργώντας συνθήκες μεγαλύτερης ασφάλειας για την οικονομία.

Κομβικό σημείο αυτής της προσπάθειας αποτέλεσε η πλήρης αποπληρωμή των δανείων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου τον Απρίλιο του 2022, δύο χρόνια νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό. Σωρευτικά εξοφλήθηκαν δάνεια ύψους 8,17 δισ. ευρώ, σε 3 χρονικές φάσεις, κλείνοντας έναν κύκλο που συνδέθηκε με τις δυσκολότερες στιγμές της οικονομικής κρίσης. Παράλληλα, η πρόωρη εξόφληση αυτών των υποχρεώσεων μείωσε το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και περιόρισε κινδύνους που συνδέονταν με τη συναλλαγματική έκθεση των συγκεκριμένων δανείων.

Από το τέλος του 2022, ξεκίνησε και η σταδιακή απομείωση των διμερών δανείων του πρώτου προγράμματος στήριξης της χώρας (GLF). Μέσα σε τέσσερα χρόνια πραγματοποιήθηκαν διαδοχικές πρόωρες αποπληρωμές, οι οποίες πλέον ξεπερνούν τα 28 δισ. ευρώ, μαζί με την επικείμενη νέα συναλλαγή τον Ιούνιο 2026, που ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την πορεία. Η επιλογή αυτή δεν υπαγορεύεται μόνο από τη δυνατότητα της χώρας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, αλλά και από την επιδίωξη να βελτιώσει εγκαίρως τη διάρθρωση του χρέους της για τις επόμενες δεκαετίες.

Τα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, οι πρόωρες αποπληρωμές έχουν αποφέρει άμεσο δημοσιονομικό όφελος και, ταυτόχρονα, η χώρα περιορίζει την έκθεσή της σε κινδύνους που συνδέονται με τα κυμαινόμενα επιτόκια, μειώνει τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες και αξιοποιεί αποτελεσματικότερα τα διαθέσιμα κεφάλαιά της.

Η σημασία αυτών των παρεμβάσεων υπερβαίνει τη στενή λογιστική τους διάσταση. Η βελτίωση των δεικτών βιωσιμότητας του χρέους αποτέλεσε βασικό παράγοντα για τις συνεχείς αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης από το 2019 έως το 2023. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023 και η μετέπειτα περαιτέρω αναβάθμιση της χώρας αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτή τη μεταβολή: μια οικονομία που εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, χαμηλότερο κίνδυνο και πιο αξιόπιστες προοπτικές.

Οι θετικές συνέπειες δεν περιορίζονται στο Δημόσιο. Η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας, διευκολύνοντας την πρόσβαση επιχειρήσεων και τραπεζών σε χρηματοδότηση, ενισχύοντας το επενδυτικό ενδιαφέρον και δημιουργώντας καλύτερες προϋποθέσεις για νέες παραγωγικές επενδύσεις και θέσεις εργασίας.

Η πορεία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε ένα διεθνές περιβάλλον γεμάτο αβεβαιότητες, γεωπολιτικές εντάσεις και δημοσιονομικές πιέσεις. Η έγκαιρη μείωση του χρέους λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας για το μέλλον και ταυτόχρονα ως μήνυμα αξιοπιστίας προς τις αγορές και τους επενδυτές. Πάνω απ’ όλα, όμως, αποτελεί μια επιλογή ευθύνης και διαγενεακής αλληλεγγύης, καθώς περιορίζει βάρη που διαφορετικά θα μεταφέρονταν στις επόμενες γενιές και δημιουργεί ισχυρότερες βάσεις για διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

*Βουλευτής Ν.Δ., Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην Υπουργός Οικονομικών (2019-2023) και Υποδομών & Μεταφορών (2023-2025)

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο Παρόν | 29.3.2026

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑ
Βουλευτή ΝΔ Φθιώτιδας,

Καθηγητή Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών,
Πρώην Υπουργού Οικονομικών – Υποδομών και Μεταφορών


Η ραγδαία ανάπτυξη της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (generative AI) μετασχηματίζει ήδη τις δημιουργικές βιομηχανίες. Η μουσική, η οπτικοακουστική παραγωγή και γενικότερα ο πολιτιστικός τομέας βρίσκονται αντιμέτωποι με μια διττή πραγματικότητα.

Από τη μία πλευρά νέες δυνατότητες καινοτομίας και παραγωγής περιεχομένου και από την άλλη σοβαρές προκλήσεις για τη βιωσιμότητα των δημιουργών και τη λειτουργία των αγορών.

Πρόσφατες έρευνες αποτυπώνουν το εύρος αυτών των εξελίξεων.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με τη μελέτη της CISAC [International Confederation of Societies of Authors and Composers (2024)], η αγορά περιεχομένου που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να αυξηθεί εκθετικά, από περίπου 3 δισ. ευρώ το 2023 στα 64 δισ. ευρώ έως το 2028.

Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια βαθιά δομική αλλαγή στον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης περιεχομένου. Ως αποτέλεσμα, η ανάπτυξη αυτή εκτιμάται ότι θα συνοδεύεται από σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις για τους δημιουργούς. Η μελέτη εκτιμά ότι τα έσοδα των μουσικών δημιουργών ενδέχεται να μειωθούν έως 24%, ενώ στον οπτικοακουστικό τομέα οι απώλειες μπορεί να φτάσουν το 21%. Συνολικά, οι απώλειες αυτές αντιστοιχούν σε περίπου 22 δισ. ευρώ έως το 2028.

Παράλληλα, παρατηρείται μια σαφής μεταφορά οικονομικής αξίας από τους δημιουργούς προς τις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και τις ψηφιακές πλατφόρμες, οι οποίες εκτιμάται ότι θα αποκομίζουν έσοδα της τάξεως των 4 δισ. ευρώ ετησίως μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνονται και από άλλες διεθνείς μελέτες, όπως αυτές των SACEM, GEMA και APRA AMCOS, οι οποίες συγκλίνουν στο ότι περίπου το 20% έως 30% των εσόδων των δημιουργών βρίσκεται σε κίνδυνο.

Παράλληλα με τις οικονομικές εκτιμήσεις ανακύπτουν σημαντικά νομικά ζητήματα.

Το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο προστατεύει την ανθρώπινη πνευματική δημιουργία. Ωστόσο, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύονται σε τεράστιους όγκους δεδομένων, που συχνά περιλαμβάνουν προστατευόμενα έργα. Η διαδικασία αυτή βασίζεται στην αντιγραφή, στην εξαγωγή και στην ανάλυση περιεχομένου, γεγονός που δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το αν αυτές οι χρήσεις εμπίπτουν σε εξαιρέσεις ή απαιτούν άδεια από τους δικαιούχους.

Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της διαφάνειας. Οι δημιουργοί δεν έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν αν τα έργα τους έχουν χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση μοντέλων, ενώ οι δικαιούχοι δεν μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους.

Ταυτόχρονα, οι εποπτικές αρχές δυσκολεύονται να ελέγξουν τη συμμόρφωση με το ισχύον δίκαιο.

Τα παραπάνω ευρήματα καθιστούν σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να διαμορφώσει ένα νέο, συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής που θα γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ τεχνολογικής εξέλιξης και κανονιστικής επάρκειας. Απαιτείται μια ισορροπημένη ρυθμιστική προσέγγιση, που θα αποφεύγει τόσο την υπερρύθμιση όσο και την πλήρη απορρύθμιση. Η πολιτική πρέπει να ενθαρρύνει την καινοτομία –άλλωστε, στον χώρο της μουσικής έχουν ήδη αναπτυχθεί τεχνολογίες όπως το audio fingerprinting και εφαρμογές, όπως το Shazam, καθώς και εξελιγμένα συστήματα πλατφορμών, όπως το Spotify και το YouTube–, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των δικαιωμάτων, τη δίκαιη αποζημίωση των δημιουργών και τη διατήρηση υγιών συνθηκών ανταγωνισμού.

Ενδεικτικά:

1ον. Είναι αναγκαία η ενίσχυση της νομικής σαφήνειας ως προς τη χρήση προστατευόμενων έργων για την εκπαίδευση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Η αποσαφήνιση των περιπτώσεων όπου απαιτείται αδειοδότηση καθώς και η επανεξέταση των εξαιρέσεων άντλησης δεδομένων αποτελούν κρίσιμα βήματα για τη μείωση της αβεβαιότητας και την αποφυγή εκτεταμένων δικαστικών διαφορών.

2ον. Η θεσμοθέτηση ισχυρών υποχρεώσεων διαφάνειας είναι απαραίτητη. Οι πάροχοι τεχνητής νοημοσύνης θα πρέπει να προσφέρουν ουσιαστική πληροφόρηση σχετικά με τα δεδομένα εκπαίδευσης που χρησιμοποιούν, επιτρέποντας στους δημιουργούς να γνωρίζουν εάν και πώς αξιοποιούνται τα έργα τους. Η ανάπτυξη τυποποιημένων μορφών γνωστοποίησης θα ενισχύσει την αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων.

3ον. Η υποχρεωτική τεκμηρίωση και η ιχνηλασιμότητα των δεδομένων εκπαίδευσης μπορεί να αποτελέσει βασικό εργαλείο εποπτείας. Η τήρηση αναλυτικών αρχείων για τις πηγές και το περιεχόμενο των βάσεων δεδομένων θα διευκολύνει τόσο τον έλεγχο συμμόρφωσης όσο και τη λειτουργία μηχανισμών αδειοδότησης.

4ον. Η καθιέρωση σαφών κανόνων σήμανσης για περιεχόμενο που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη θα ενισχύσει τη διαφάνεια προς τους καταναλωτές και θα συμβάλει στη διατήρηση της αξίας της ανθρώπινης δημιουργίας, ιδίως σε ψηφιακές πλατφόρμες. Η κατεύθυνση αυτή επιβεβαιώνεται και από πρόσφατες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μέσω τεχνικών, όπως τα μεταδεδομένα και η ψηφιακή υδατογράφηση (watermarking), στο πλαίσιο εφαρμογής του EU AI Act.

5ον. Τέλος, η στήριξη των δημιουργών είναι αναγκαία. Προγράμματα κατάρτισης και επανακατάρτισης, χρηματοδοτικά εργαλεία και ενίσχυση της καινοτομίας μπορούν να βοηθήσουν τους δημιουργούς να αξιοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες αντί να περιθωριοποιηθούν από αυτές. Παράλληλα, μηχανισμοί δίκαιης αποζημίωσης μπορούν να διασφαλίσουν ότι οι δημιουργοί συμμετέχουν ουσιαστικά στην οικονομική αξία που παράγεται από τη χρήση των έργων τους.

Συμπερασματικά, η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη τεχνολογική εξέλιξη. Συνιστά έναν καταλύτη βαθιών αλλαγών στις δημιουργικές βιομηχανίες. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η τεχνολογία αυτή θα επικρατήσει, αλλά υπό ποιους όρους θα ενσωματωθεί στην οικονομία και στην κοινωνία.

Η Ευρώπη καλείται να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο που θα εξασφαλίζει τη διαφάνεια, τη νομική ασφάλεια και τη δίκαιη κατανομή της αξίας. Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Μάρτιο του 2026, καταδεικνύουν ότι η μετάβαση από γενικές αρχές σε συγκεκριμένα εργαλεία εφαρμογής έχει ήδη ξεκινήσει. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα πλήρες και συνεκτικό πλαίσιο για τα ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ακόμη σε μια κρίσιμη μεταβατική φάση ως προς τη ρύθμιση της σχέσης μεταξύ τεχνητής νοημοσύνης και δημιουργίας.

Μόνο κινούμενοι σε αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να επιτευχθεί μια ουσιαστική ισορροπία μεταξύ καινοτομίας και προστασίας της δημιουργίας. Σε τελική ανάλυση, η πρόοδος της τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να συμβαδίζει με την προστασία της ανθρώπινης δημιουργικότητας, γιατί χωρίς δημιουργούς δεν υπάρχει περιεχόμενο για να τροφοδοτήσει την ίδια την καινοτομία.

2026-03-29 Άρθρο Το Παρόν

toparon.gr

TwitterInstagramYoutube