Αγορά Ακινήτων

Χαιρετισμός στο 36ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΠΟΜΙΔΑ | 26.1.2019

Δελτίο Τύπου

Αθήνα, 26.01.2019

Χαιρετισμός στο 36ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΠΟΜΙΔΑ

Θέλω να ευχαριστήσω την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων για την πρόσκληση να χαιρετίσω, εκπροσωπώντας τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, το σημερινό Συνέδριο.

Και να αναπτύξω, κωδικοποιημένα, σκέψεις, προτάσεις και πολιτικές θέσεις για την κατάσταση, τη σημασία και τις προοπτικές της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η αγορά ακινήτων συνέβαλε καθοριστικά στους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που παρουσίασε, για πολλά χρόνια, η ελληνική οικονομία.

Όμως, δοκιμάστηκε και συνεχίζει να δοκιμάζεται σκληρά από την κρίση, με:

  • τη μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας,
  • τη συρρίκνωση της ποσοστιαίας συμβολής του κλάδου των κατασκευών στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία,
  • το «γκρέμισμα» του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου στις κατοικίες, και
  • τη «συμπίεση» της αποτίμησης των ακινήτων στα χαμηλότερα όριά της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελληνική αγορά ακινήτων, την τελευταία δεκαετία, είδε τις αποτιμήσεις της να καταρρέουν κατά 40,5%, όταν την ίδια περίοδο, στην Ευρωζώνη, παρατηρήθηκε αύξηση άνω του 6%.

Παράλληλα, ποιοτικοί παράγοντες και νέα δεδομένα δημιουργούν περαιτέρω ανησυχίες για την προοπτική ανάκαμψης της αγοράς σε στέρεες βάσεις.

Ορισμένα από αυτά, με έντονο κοινωνικό αντίκτυπο, όπως είναι η «εκτόξευση» των κατασχέσεων, των πλειστηριασμών και των αποποιήσεων κληρονομιών.

Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο αν συνυπολογιστεί η μεγάλη παλαιότητα του οικιστικού αποθέματος, καθώς εκτιμάται ότι το 50% των σπιτιών είναι άνω των 50 ετών, μη επαρκώς συντηρημένα και χρήζουν παρεμβάσεων αποκατάστασης, εκσυγχρονισμού και βελτίωσης της λειτουργικότητας και της ενεργειακής τους απόδοσης.

Επιβαρυντικά δε, λειτουργεί και η διαχρονική γραφειοκρατία σε θέματα αδειοδοτήσεων και μεταβιβάσεων.

Και φυσικά, καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας είναι το ζήτημα της φορολογικής επιβάρυνσης.

Ζήτημα που προσλαμβάνει μεγάλες διαστάσεις στη χώρα μας, λόγω του υψηλού ποσοστού ιδιοκατοίκησης και της παραδοσιακής τάσης που είχε μέχρι πρόσφατα ο πολίτης να επενδύει σε ακίνητα.

Η αλήθεια είναι ότι ιδιαίτερα σε περιβάλλον άσκησης συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής, η κατοχή ακίνητης περιουσίας συνιστά έναν δείκτη ευημερίας, ο οποίος δεν μπορεί να τεθεί εκτός πλαισίου φορολογικών επιβαρύνσεων χωρίς άλλες, εξίσου δυσμενείς, δημοσιονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Αυτή η φορολόγηση όμως πρέπει να είναι δίκαιη και λογική.

Όχι όπως σήμερα, που σε συνδυασμό με τη γενικότερη κυβερνητική πολιτική υπερφορολόγησης, εξαναγκάζεται ο πολίτης, κυρίως της μεσαίας τάξης, σε εκποίηση ή στην απειλή βίαιης απώλειας της περιουσίας του.

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτή η κατάσταση οφείλει να μας προβληματίσει.

Και αυτό διότι, πέραν της ουσιαστικής κοινωνικής διάστασης του ζητήματος, η αξία του ευρύτερου κλάδου της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας είναι σημαντική, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία πολλών θέσεων απασχόλησης, εισοδημάτων, τζίρων και φορολογικών εσόδων, διασυνδέεται με δομικούς βιομηχανικούς τομείς, σχετίζεται με πολλά επαγγέλματα, συνεισφέρει στον εκσυγχρονισμό των υποδομών και στην ενδυνάμωση της επενδυτικής ελκυστικότητας, και προσελκύει θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με μακροχρόνιο ορίζοντα επένδυσης.

Συνεπώς, είναι σημαντικό, η ιδιωτική ακίνητη περιουσία, με την υλοποίηση κατάλληλου πλέγματος θεσμικών, διαρθρωτικών και φορολογικών πολιτικών, να εξέλθει από τη δυσχερή θέση στην οποία έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας αναπτυξιακές προσδοκίες για βιώσιμες επενδύσεις, με υψηλή προστιθέμενη αξία και κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Ειδικότερα για τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, στόχος πρέπει να είναι η πιο χαμηλή, ορθολογική, σταθερή και δίκαιη φορολόγησή της, ώστε να καθίσταται οικονομικά ανεκτή και αντιμετωπίσιμη για τον υπόχρεο.

Γεγονός που θα αποδώσει «τριπλό μέρισμα», αφού θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα τονώσει τις ιδιωτικές επενδύσεις στην αγορά κατοικίας και θα αυξήσει την αξία των ακινήτων.

Προς την κατεύθυνση αυτή, η Νέα Δημοκρατία έχει προτείνει, και διαρκώς εμπλουτίζει και επικαιροποιεί, την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου, με βασικούς άξονες:

  • Τη μείωση του ΕΝΦΙΑ – μεσοσταθμικά – κατά 30% μέσα στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησής της.
  • Την αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες για τρία χρόνια.
  • Την αναστολή του φόρου υπεραξίας, του φόρου δηλαδή επί του κέρδους στις αγοραπωλησίες ακινήτων, για τρία χρόνια και την επανεξέτασή του από μηδενικής βάσης τον τέταρτο χρόνο.
  • Την παροχή έκπτωσης φόρου 40% έως 50%, εντός 3 ετών, επί της δαπάνης που νόμιμα κατέβαλλε ο ιδιοκτήτης για λειτουργική, αισθητική και κυρίως ενεργειακή αναβάθμιση, συντήρηση και αξιοποίηση υφιστάμενων ακινήτων.
  • Την απλοποίηση των μεταβιβάσεων και τη μείωση των δικαιολογητικών για τη μεταβίβαση ακινήτων.
  • Την ενίσχυση των κινήτρων – με διαφάνεια, τήρηση υποχρεώσεων και έλεγχο για πρόληψη ξεπλύματος μαύρου χρήματος – σε όσους ξένους επιλέξουν την Ελλάδα ως τόπο φορολογικής κατοικίας.
  • Μελλοντικά, μεταβίβαση του ΕΝΦΙΑ στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Στοχεύουμε, από το 2021, το ύψος του φόρου να καθορίζεται από τους Δήμους.

Θα συνεχίσει όμως να εισπράττεται από την ΑΑΔΕ, και θα πιστώνεται στον κάθε Δήμο.

Το εύρος του φόρου θα ορίζεται από το Κράτος, ενώ θα υπάρχει μηχανισμός δημοσιονομικής εξισορρόπησης που θα μεταφέρει πόρους προς τους φτωχότερους Δήμους, ώστε κανένας Δήμος να μην λαμβάνει τελικά λιγότερους πόρους απ’ όσους σήμερα παίρνει.

Με αυτή τη μεταρρύθμιση, η οποία εφαρμόζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες – όπως είναι η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Εσθονία, η Πολωνία και όλες τις σκανδιναβικές χώρες – επιτυγχάνεται πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία των Δήμων, ουσιαστική λογοδοσία των Δημάρχων, συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές αποφάσεις, αξιολόγηση της ανταποδοτικότητας του φόρου, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από την Κεντρική Διοίκηση και αναβάθμιση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών.

Κυρίες και Κύριοι,

Η καθοριστική συμβολή της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής επιβάλλει αναγνώριση των προβλημάτων, συντονισμό, ρεαλιστικές πολιτικές, τολμηρές δράσεις και εμπέδωση κουλτούρας συνεργασίας μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, με γνώμονα την κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Απαιτείται πολιτική βούληση, σοβαρότητα και αποφασιστικότητα.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε, και θα τα καταφέρουμε.

Δείτε φωτογραφίες:

Τοποθέτηση στη 19η Prodexpo – Φορολογία & Ακίνητη Περιουσία | 1.11.2018

H αξία του κλάδου των ακινήτων είναι ιδαίτερα σημαντική γι αυτό απαιτείται η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου ώστε να καταφέρει ο κλάδος να εξέλθει από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια.

Με αυτό τον τρόπο θα αποδώσει ένα «τριπλό μέρισμα» καθώς θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα τονώσει τις ιδιωτικές επενδύσεις στην αγορά κατοικίας και θα αυξήσει την αξία των ακινήτων.

Δελτίο Τύπου

Αθήνα, 01.11.2018

Τοποθέτηση στη 19η Prodexpo – Φορολογία & Ακίνητη Περιουσία

Η αγορά ακινήτων συνέβαλε καθοριστικά στους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που παρουσίασε, για πολλά χρόνια, η ελληνική οικονομία.

Είναι όμως και αγορά που δοκιμάστηκε και συνεχίζει να δοκιμάζεται σκληρά από την κρίση, με τη μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας, τη συρρίκνωση της ποσοστιαίας συμβολής του κλάδου των κατασκευών στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, τη «συμπίεση» της αποτίμησης των ακινήτων στα χαμηλότερα όριά της, το «γκρέμισμα» του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου στις κατοικίες, την εκτόξευση της αποποίησης κληρονομιών, την υπερφορολόγηση εταιρικών επενδυτικών σχημάτων, όπως είναι οι ΑΕΕΑΠ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας).

Αυτή η κατάσταση οφείλει να μας προβληματίσει.

Και αυτό διότι η αξία του ευρύτερου κλάδου είναι σημαντική, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία πολλών θέσεων απασχόλησης, εισοδημάτων, τζίρων και φορολογικών εσόδων, διασυνδέεται με δομικούς βιομηχανικούς τομείς, σχετίζεται με πολλά επαγγέλματα, συνεισφέρει στον εκσυγχρονισμό των υποδομών και στην ενδυνάμωση της επενδυτικής ελκυστικότητας και προσελκύει θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με μακροχρόνιο ορίζοντα επένδυσης.

Συνεπώς, είναι σημαντικό ο κλάδος, με την υλοποίηση κατάλληλων πολιτικών, να εξέλθει από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια.

Μεταξύ άλλων, η πιο χαμηλή, ορθολογική, δίκαιη και σταθερή φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, θα αποδώσει «τριπλό μέρισμα», καθώς θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα τονώσει τις ιδιωτικές επενδύσεις στην αγορά κατοικίας και θα αυξήσει την αξία των ακινήτων.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου, με βασικούς άξονες:

  • Τη μείωση του ΕΝΦΙΑ – μεσοσταθμικά – κατά 30% μέσα στα δύο πρώτα χρόνια με στόχο τον εξορθολογισμό της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας, στο ύψος περίπου του μέσου όρου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ.
  • Την μελλοντική απόδοση του φόρου ακίνητης περιουσίας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, με μηχανισμούς δημοσιονομικής εξισορρόπησης, λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή εμπειρία, ώστε να επιτευχθεί πραγματική διοικητική και οικονομική αυτονομία των δήμων, ουσιαστική λογοδοσία των Δημάρχων, συμμετοχή των πολιτών στις τοπικές αποφάσεις, αξιολόγηση της ανταποδοτικότητας του φόρου, αποκέντρωση αρμοδιοτήτων από την κεντρική διοίκηση και αναβάθμιση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών.
  • Την αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες για τρία χρόνια.
  • Την αναστολή του φόρου υπεραξίας για τρία χρόνια και την επανεξέτασή του από μηδενικής βάσης τον τέταρτο χρόνο.
  • Την παροχή έκπτωσης φόρου ίση με το 40% της δαπάνης που νόμιμα κατέβαλλε ο ιδιοκτήτης για λειτουργική, αισθητική και κυρίως ενεργειακή αναβάθμιση, συντήρηση και αξιοποίηση υφιστάμενων κατοικιών.
  • Την ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων – με διαφάνεια, έλεγχο για την πρόληψη του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, παρακολούθηση και τήρηση υποχρεώσεων – σε όσους ξένους επιλέξουν την Ελλάδα ως τόπο φορολογικής κατοικίας.
  • Τον επανασχεδιασμό της φορολογικής αντιμετώπισης των ΑΕΕΑΠ, υπό όρους συγκρίσιμους με το αντίστοιχο πλαίσιο των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών, παράλληλα με την επαναξιολόγηση του θεσμικού πλαισίου που τις διέπει και την ενεργοποίηση των αμοιβαίων κεφαλαίων ακινήτων, με στόχο τη ροή νέων επενδυτικών κεφαλαίων στη αγορά.

Αυτό το ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο, μαζί με άλλες πολιτικές στην κατεύθυνση στοχευμένων μειώσεων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους και να μας βγάλει από τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής μιζέριας.

Απαιτείται πολιτική βούληση, σοβαρότητα και αποφασιστικότητα.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε, και θα τα καταφέρουμε!

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή” – “Η αναγκαιότητα τόνωσης της αγοράς ακίνητης περιουσίας” | 7.10.2018

Χρήστος Σταϊκούρας1 και Παναγιώτης Μπαλωμένος2

Άρθρο στο Οικονομικό Ένθετο της Καθημερινής της Κυριακής

Τα τελευταία χρόνια, η αγορά ακίνητης περιουσίας δοκιμάστηκε σκληρά, εξαιτίας κυρίως της οικονομικής κρίσης, ενώ ποιοτικοί παράγοντες και νέα δεδομένα της τελευταίας τετραετίας δημιουργούν ανησυχίες για την προοπτική ανάκαμψής της σε στέρεες βάσεις.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της αγοράς ακίνητης περιουσίας, με έντονο κοινωνικό αντίκτυπο, αποτελούν οι κατασχέσεις ακινήτων ιδιωτών από το δημόσιο, οι πλειστηριασμοί και οι αποποιήσεις κληρονομιών. Αυτά δημιουργούν έναν τεράστιο όγκο ακινήτων, όπου σε μια ρηχή αγορά όπως είναι η ελληνική, καθιστούν το δημόσιο τομέα ρυθμιστή της πορείας και της βιωσιμότητάς της. Ενδεικτικά, μόνο για το 2017, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αποποιήσεις κληρονομιών ανήλθαν στις 130.000, σχεδόν τριπλάσιες συγκριτικά με το 2016, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις, μέσα στην επόμενη τετραετία, μόνο το Ελληνικό Δημόσιο αναμένεται να βγάλει «στο σφυρί» τουλάχιστον 500.000 ακίνητα. Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες προγραμματίζουν περίπου 140.000 πλειστηριασμούς έως το τέλος του 2021.

Η κατάσταση στην ελληνική αγορά ακινήτων περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς υπολογίζεται ότι άνω των 150.000 ακινήτων (κυρίως κατοικίες) ιδιωτών στην Αθήνα είναι υψηλής παλαιότητας, τα οποία είναι μη επαρκώς συντηρημένα και έχουν τεθεί ουσιαστικά εκτός διαπραγμάτευσης και αγοράς. Πράγματι, άνω του 60% των κτιρίων του κέντρου της Αθήνας είναι κατασκευασμένα πριν από το 1960, ενώ πλέον του 85% αυτών χρήζουν παρεμβάσεων αποκατάστασης, εκσυγχρονισμού και βελτίωσης της λειτουργικότητας και της ενεργειακής τους απόδοσης. Κενές κατοικίες, κυρίως εγκαταλελειμμένα και σε κακή κατάσταση κτίρια και ανοίκιαστα διαμερίσματα, αποτελούν μια πραγματικότητα. Η πολυιδιοκτησία, η μέτρια ή κακή κατάσταση των κτιρίων, το μεγάλο κόστος αποκατάστασης και συντήρησης για τα διατηρητέα και η διαχρονική γραφειοκρατία σε θέματα αδειοδοτήσεων επιβαρύνουν την κατάσταση.

Επιπρόσθετα, οι νέες κατασκευές είναι ελάχιστες, νέες εντάξεις στα σχέδια πόλεως δεν προγραμματίζονται, ενώ οι χρηματοδοτήσεις τραπεζών για στεγαστικά δάνεια βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά και δεν προβλέπεται σημαντική διαφοροποίηση μεσοπρόθεσμα. Επιπλέον, ένα πολύ σημαντικό τμήμα του οικιστικού αποθέματος μισθώνεται βραχυχρόνια, αποκλειστικά στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού, ενώ άγνωστη παράμετρος παραμένει η μεσοπρόθεσμη πολιτική των τραπεζών (και των funds) σχετικά με τα ακίνητα ιδιωτών που έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν στην κατοχή τους, αλλά και η σχετική επίπτωση στην κτηματαγορά.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, προκύπτει το συμπέρασμα ότι εάν ο δημόσιος τομέας δεν καταφέρει τάχιστα να προσφέρει προς διάθεση στην αγορά τα ακίνητα που διαχειρίζεται ή θα κληθεί να διαχειριστεί και εάν η πολιτεία δεν δώσει σημαντικά κίνητρα σε ιδιώτες για τη ριζική ανακαίνιση ακινήτων παλαιότητας και την επανείσοδό τους στην αγορά, θα υπάρξει ανισορροπία και αδυναμία ύπαρξης ποιοτικής κατοικίας, κυρίως για τους πολίτες των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων.

Με αυτά τα δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγορά ακινήτων στη χώρα μας αποτελεί συνδεδεμένο μέρος της διεθνούς αγοράς, η πολιτεία οφείλει να σχεδιάσει μια νέα εθνική στεγαστική πολιτική η οποία θα βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες που θα αναλάβουν από κοινού ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας. Πράγματι, στις ανοικτές οικονομίες, η πολιτεία παρεμβαίνει με τη δημιουργία κρίσιμων δημόσιων έργων και με την αναγκαία προληπτική και κατασταλτική εποπτεία, ενώ διαμορφώνει και ένα στρατηγικό σχέδιο – υποστηριζόμενο από κατάλληλες θεσμικές, πολεοδομικές και φορολογικές παρεμβάσεις – που θα επιτρέψουν στον ιδιωτικό τομέα να ενεργοποιηθεί, δημιουργώντας έτσι προσδοκίες για βιώσιμες επενδύσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία και κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Στην κατεύθυνση αυτή, αναγκαίες δράσεις που θα μπορούσαν να αναληφθούν είναι η έκπτωση φόρου 40% για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων, με ειδική μέριμνα για τα φτωχότερα νοικοκυριά και για όσους αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, η θεσμική αντιμετώπιση του ζητήματος της πολυιδιοκτησίας και των εγκαταλελειμμένων κτιρίων, η απλοποίηση των μεταβιβάσεων και η μείωση των δικαιολογητικών για τη μεταβίβαση ακινήτων (έχει ήδη ανακοινωθεί αυτό ως δέσμευση από τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Μητσοτάκη).

Το επόμενο μεγάλο πρόβλημα που βιώνει η αγορά, είναι η υψηλή φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, πολύ υψηλότερη του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Η Νέα Δημοκρατία έχει ήδη προτείνει τη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% μέσα στα δύο πρώτα χρόνια διακυβέρνησής της, καθώς και την αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες και του φόρου υπεραξίας στις αγοραπωλησίες ακινήτων για τρία χρόνια, προκειμένου να στηριχθεί η αγορά ακινήτων.

Η υπερφορολόγηση όμως βρήκε εφαρμογή και σε επενδυτικά σχήματα, όπως είναι οι ΑΕΕΑΠ (Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας). Από το 1999, όταν και εισήχθη το σχετικό θεσμικό πλαίσιο, οι εν λόγω εταιρείες απέδειξαν ότι είναι σε θέση να προσελκύσουν θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με σκοπό τις επενδύσεις στην ελληνική αγορά ακινήτων. Παρ’ όλα αυτά, τον Ιούνιο του 2016, η Κυβέρνηση επταπλασίασε τον συντελεστή του φόρου που επιβάλλεται στο σύνολο του ενεργητικού τους. Οφείλει συνεπώς να λάβει χώρα ο επανασχεδιασμός του σχετικού φορολογικού πλαισίου, υπό όρους συγκρίσιμους με το αντίστοιχο πλαίσιο των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών.

Ο τρίτος και εξίσου σημαντικός πυλώνας παρέμβασης αφορά τη δημόσια ακίνητη περιουσία. Η Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας (ΓΓΔΠ) οφείλει να αναλάβει ένα εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, αυτόν της χάραξης της στρατηγικής της χώρας αναφορικά με την αγορά ακίνητης περιουσίας. Η δημιουργία ενός θεσμικού αντίβαρου έναντι του Υπερταμείου, ειδικά όταν σε αυτό αποδεικνύεται καθημερινά ότι έχει μεταβιβαστεί πλήθος κρατικών περιουσιακών στοιχείων, ώστε να διασφαλιστεί ο θεσμικός ρόλος του Δημοσίου, αποτελεί μια αναγκαιότητα. Οι δράσεις τις οποίες μπορεί, ενδεικτικά, να αναλάβει η ΓΓΔΠ είναι:

  • Συντονισμός για τη διαχείριση των χιλιάδων ακινήτων που θα προέλθουν από κατασχέσεις και από αποποιήσεις κληρονομιών αλλά και από τα αδήλωτα ακίνητα ιδιωτών στο κτηματολόγιο, και κατάστρωση μιας νέας εθνικής στεγαστικής πολιτικής.
  • Εμπέδωση της συνεργασίας μεταξύ του Δημοσίου και του Υπερταμείου, προκειμένου να επιτευχθεί η ταχύτερη προώθηση της υλοποίησης επενδύσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.
  • Πρωτοβουλίες για στρατηγική συνεργασία όλων των φορέων της πολιτείας που ενεργοποιούνται στην αγορά ακίνητης περιουσίας (κεντρικής κυβέρνησης, οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισµών κοινωνικής ασφάλισης, άλλων ΝΠ∆∆, κληροδοτηµάτων, δηµόσιων επιχειρήσεων κ.α.).
  • Πρωτοβουλίες για μείωση των φορέων αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, επιχειρησιακή ενοποίηση του μητρώου ακινήτων – που δημιουργήθηκε το 2013 – και αύξηση της ταχύτητας ωρίμανσης ακινήτων και επενδυτικών σχεδίων.
  • Διερεύνηση του επενδυτικού κλίματος και των προϋποθέσεων για ΣΔΙΤ, αναφορικά με την αστική ανάπλαση χωρικών ενοτήτων ή λοιπών – μεγάλης κλίμακας – αστικών παρεμβάσεων.
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων στεγαστικών ακινήτων (ή αλλαγή χρήσης λοιπών ακινήτων) ιδιοκτησίας δημοσίου προς πώληση, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο χορήγησης άδειας διαμονής σε αλλοδαπούς (πρόγραμμα Golden Visa).
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων επαγγελματικών ακινήτων δημοσίων ακινήτων και αξιοποίησή τους μέσω του συνδυασμού των θεσμικών πλαισίων περί ΑΕΕΑΠ, Αμοιβαίων Κεφαλαίων Ακίνητης Περιουσίας και ΣΔΙΤ.
  • Συντονισμός για τη δημιουργία χαρτοφυλακίων ενιαίων αγροτικών εκτάσεων για μακροχρόνια μίσθωση (συνεργασία Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, OTA και Εκκλησίας), για την προσέλκυση στρατηγικών επενδυτών στον πρωτογενή τομέα.
  • Πρωτοβουλίες για την ενιαία λειτουργική διαχείριση όλων των κτιριακών εγκαταστάσεων του δημοσίου τομέα (facilities management).
  • Πρωτοβουλίες ώστε το μητρώο αξιών μεταβιβάσεων ακινήτων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων να αξιοποιηθεί στατιστικά και μαζί με τους δείκτες της Τράπεζας της Ελλάδος να ποσοτικοποιηθεί περαιτέρω η αγορά ακίνητης περιουσίας, με την ανάπτυξη δεικτών ζητούμενων τιμών. Τα θεσμικά κεφάλαια άλλωστε τα οποία είναι απαραίτητα για την ωρίμανση της αγοράς απαιτούν πλήρη διαφάνεια.
  • Πρωτοβουλίες για συνεργασία με Πανεπιστήμια και ερευνητικούς φορείς για την εκπαίδευση των συμμετεχόντων στην αγορά, την ενίσχυση της εφαρμοσμένης έρευνας και τη διάχυση των αποτελεσμάτων της.
  • Πρωτοβουλίες για δημιουργία μόνιμης επιτροπής φορέων της αγοράς ακινήτων, με στόχο τη συνεχή διαβούλευση και με επιδιωκόμενο αποτέλεσμα τη θεσμική θωράκιση και τον εκσυγχρονισμό της αγοράς.

Η καθοριστική συμβολή της αγοράς ακινήτων στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, στη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής επιβάλουν αναγνώριση των προβλημάτων, συντονισμό, ρεαλιστικές πολιτικές και τολμηρές δράσεις και εμπέδωση κουλτούρας συνεργασίας μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα με γνώμονα την κοινωνική ανταποδοτικότητα.

* Ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας είναι βουλευτής Φθιώτιδας Ν.Δ., πρώην αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, επίκουρος καθηγητής ΟΠΑ.

** Ο κ. Παναγιώτης Μπαλωμένος είναι τοπογράφος μηχανικός ΕΜΠ, MSc και PhD στην ακίνητη περιουσία.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ερώτηση για την αγορά ακινήτων, τις κατασχέσεις, τους πλειστηριασμούς, τις αποποιήσεις κληρονομιών και τη στεγαστική πολιτική | 3.8.2018

Ερώτηση προς

το Υπουργείο Οικονομικών,

το Υπουργείο Εσωτερικών,

το Υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας,

και το Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης

 

Αθήνα, 3 Αυγούστου 2018

 

Θέμα: Αγορά ακινήτων, κατασχέσεις, πλειστηριασμοί, αποποιήσεις κληρονομιών και στεγαστική πολιτική.

 

Τα τελευταία χρόνια, η αγορά ακίνητης περιουσίας, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, έχει δεχθεί πολύ ισχυρό πλήγμα.

Η σταθεροποίηση στην πτώση των τιμών που επιτεύχθηκε το 2014, δεν ακολουθήθηκε από ανάκαμψη, αλλά αντίθετα η πτώση συνεχίστηκε και η αγορά τοποθετήθηκε σε χαμηλότερη βάση, επί της οποίας επήλθε μια νέα εύθραυστη ισορροπία.

Επί της ουσίας όμως, από το 2015 μέχρι και σήμερα, η κατάσταση στην αγορά ακίνητης περιουσίας ποιοτικά επιβαρύνθηκε σε πολύ σημαντικό βαθμό.

Δεδομένης της εξ ορισμού αργής προσαρμογής της αγοράς ακινήτων σε νέα δεδομένα, περαιτέρω αρνητικές εξελίξεις προμηνύονται, καθώς μια σειρά γεγονότων δύναται να λειτουργήσει σωρευτικά προκαλώντας νέες αναταράξεις.

Συγκεκριμένα, οι κατασχέσεις ακινήτων ιδιωτών από το Δημόσιο και οι σχετικοί πλειστηριασμοί που διενεργούνται, καθώς και οι αποποιήσεις κληρονομιών, δημιουργούν ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο ακινήτων το οποίο, σε μια ρηχή αγορά όπως είναι η ελληνική, καθιστά το Δημόσιο ουσιαστικό ρυθμιστή της πορείας εξέλιξής της και της βιωσιμότητάς της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο για το 2017, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αποποιήσεις κληρονομιών ανήλθαν σε 130.000, σχεδόν τριπλάσιες συγκριτικά με το 2016.

Επιπρόσθετα, η κατάσταση στην αγορά περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς υπολογίζεται ότι άνω των 150.000 ακινήτων ιδιωτών (κυρίως κατοικίες) στην Αθήνα είναι μεγάλης παλαιότητας, μη συντηρημένα και έχουν τεθεί ουσιαστικά εκτός διαπραγμάτευσης και αγοράς.

Επίσης, οι νέες κατασκευές είναι ελάχιστες (όπως προκύπτει από τα στοιχεία έκδοσης νέων οικοδομικών αδειών), νέες εντάξεις στα σχέδια πόλεως δεν προγραμματίζονται, ενώ η παροχή πιστώσεων από το τραπεζικό σύστημα για στεγαστικά δάνεια βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά και δεν προβλέπεται σημαντική ανάκαμψη μεσοπρόθεσμα.

Τέλος, ένα πολύ σημαντικό τμήμα του οικιστικού αποθέματος μισθώνεται βραχυχρόνια αποκλειστικά στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού, ενώ άγνωστη παράμετρος παραμένει η μεσοπρόθεσμη πολιτική των τραπεζών (και των funds) σχετικά με τα ακίνητα ιδιωτών που έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν στην κατοχή τους αλλά και η σχετική επίπτωση αυτής της εξέλιξης στην κτηματαγορά.

Συμπερασματικά, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω δεδομένα, προκύπτουν δύο σημαντικές παρατηρήσεις:

  • Πρώτον, το Δημόσιο καθίσταται ρυθμιστής και διαχειριστής ενός νέου πολύ μεγάλου τμήματος της αγοράς ακίνητης περιουσίας, γεγονός το οποίο προκαλεί από μόνο του προβληματισμό δεδομένων των χαμηλών επιδόσεων στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας που διαχρονικά έχουν επιδείξει οι αρμόδιοι διαχειριστικοί φορείς.
  • Δεύτερον, εάν το Δημόσιο δεν καταφέρει τάχιστα να προσφέρει προς διάθεση στην αγορά τα ακίνητα που διαχειρίζεται ή θα κληθεί να διαχειριστεί, και εάν η Πολιτεία δεν δώσει σημαντικά κίνητρα σε ιδιώτες για τη ριζική ανακαίνιση ακινήτων παλαιότητας και την επανείσοδό τους στην αγορά, μια νέα ανισορροπία είναι προ των πυλών. Η μεγάλη ζήτηση για κατοικίες προς μίσθωση (και όχι για αγορά όπως συνέβαινε προ κρίσης) και η μικρή προσφορά ακινήτων προς μίσθωση, σε συνδυασμό με την υψηλή ανεργία και το συνεχώς συρρικνούμενο διαθέσιμο εισόδημα λόγω της υπερ-φορολόγησης, οδηγούν σε μια στεγαστική κρίση η οποία θα επηρεάσει κυρίως τους πολίτες των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων.

Για τους παραπάνω λόγους,

ΕΡΩΤΩΝΤΑΙ

οι κ.κ. Υπουργοί:

  1. Πόσα ακίνητα ιδιωτών έχουν κατασχεθεί από το Δημόσιο από το 2015 έως και σήμερα, τι ποσοστό εξ αυτών έχει πλειστηριαστεί και τι ποσοστό έχει πλειστηριαστεί αλλά κηρύχθηκε άγονη η διαδικασία; Ποια η τομεακή και η χωρική κατανομή των εν λόγω ακινήτων;
  2. Πόσα ακίνητα έχουν περιέλθει στο Δημόσιο από το 2015 έως και σήμερα λόγω αποποιήσεων κληρονομιών; Ποια η τομεακή και η χωρική κατανομή των εν λόγω ακινήτων;
  3. Ποια είναι η πολιτική της Κυβέρνησης σχετικά με τη διαχείριση των χιλιάδων ακινήτων που ήδη έχουν τεθεί ή θα τεθούν μελλοντικά υπό τη διαχείριση του Δημοσίου;
  4. Πώς σκοπεύει η Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη κρίση στην αγορά μισθώσεων κατοικιών; Υπάρχει επικαιροποιημένο εθνικό σχέδιο στεγαστικής πολιτικής;
  5. Η Κυβέρνηση εμφανίζεται να «κόπτεται» για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων. Τι θεσμικές πρωτοβουλίες και ενέργειες έχουν αναληφθεί και υλοποιηθεί από το 2015 έως και σήμερα ώστε να εισέλθουν ιδιωτικά κεφάλαια στον τομέα των αστικών αναπλάσεων, ιδιαίτερα στην περιοχή του κέντρου των Αθηνών, διευκολύνοντας την αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως είναι οι ΣΔΙΤ και το πακέτο Γιούνκερ;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

 

 

ΕΡΩΤΗΣΗ

Απάντηση ΓΓ κ. Κορκολή

Απάντηση κ. Δραγασάκη

Απάντηση κ. Σταθάκη

Ερώτηση σχετικά με το πρόγραμμα “Golden Visa” | 20.7.2018

Ερώτηση

 προς το Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης,

το Υπουργείο Οικονομικών,

το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής

Αθήνα, 20.07.2018

Θέμα: Χορήγηση αδειών διαμονής σε ιδιοκτήτες ακινήτων στην Ελλάδα – Πρόγραμμα «Golden Visa».

Τον Απρίλιο του 2013 εισήχθη με το Ν. 4146/2013 (Άρθρο 6) η δυνατότητα χορήγησης αδειών παραμονής πενταετούς διάρκειας σε πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι αποκτούν ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα (ή συνάπτουν τουλάχιστον δεκαετούς διάρκειας χρονομεριστικές μισθώσεις του Ν. 1652/1986 ή τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών σε σύνθετα τουριστικά καταλύματα του Άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 4002/2011).

Το ελάχιστο ύψος της ακίνητης περιουσίας, καθώς και το συμβατικό τίμημα των χρονομεριστικών μισθώσεων και των μισθώσεων ξενοδοχειακών καταλυμάτων ή τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών σε σύνθετα τουριστικά καταλύματα καθορίστηκε σε 250.000 ευρώ.

Η εν λόγω ρύθμιση (πρόγραμμα «Golden Visa») εισήχθη στην ελληνική νομοθεσία σχεδόν την ίδια περίοδο που εισήχθη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο αφενός μεν την προσέλκυση επενδύσεων στον αγορά της ακίνητης περιουσίας και την αναζωογόνησή της λόγω της βαθιάς κρίσης στην οποία βρισκόταν – και εξακολουθεί να βρίσκεται – αφετέρου δε την αύξηση των δημοσίων εσόδων.

Πράγματι, παρά τη μικρή διάρκεια διεθνούς προβολής του εν λόγω προγράμματος, τα πρώτα δείγματα υπήρξαν πολύ ενθαρρυντικά.

Δυστυχώς, στα χρόνια που ακολούθησαν, και δεδομένης της ωρίμανσης του προγράμματος, τα αποτελέσματά του κρίνονται ως πενιχρά, τόσο όσον αφορά στην ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων αλλά και όσον αφορά στον αριθμό των αδειών διαμονής που εκδόθηκαν και στα αντίστοιχα επενδυτικά κεφάλαια που εισέρευσαν στη χώρα.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (Ιούνιος 2017, Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης), είχαν εκδοθεί, μέχρι το Μάιο του 2017, 1.684 άδειες διαμονής και είχαν επενδυθεί 1 δισ. ευρώ στην αγορά ακινήτων μέσω του προγράμματος «Golden Visa».

Επιπλέον, και σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η αγορά ακίνητης περιουσίας δεν εμφανίζει ανάκαμψη αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, στασιμότητα το τελευταίο έτος, παραμένοντας ευρωπαϊκός ουραγός.

Η σύγκριση των αποτελεσμάτων του ελληνικού προγράμματος «Golden Visa» με αντίστοιχα προγράμματα άλλων χωρών καθίσταται αποκαρδιωτική.

Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι οι όροι του ελληνικού προγράμματος κρίνονται από διεθνείς ανεξάρτητους παρατηρητές ως πολύ θελκτικοί συγκριτικά με όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, καθώς στο ελληνικό πρόγραμμα έχει καθοριστεί το κατώτερο τίμημα επένδυσης για την εξασφάλιση άδειας διαμονής.

Συγκεκριμένα, η Κύπρος έχει προσελκύσει επενδύσεις άνω των 4,5 δισ. ευρώ από την έναρξη του προγράμματος, ενώ η αγορά ακινήτων της, εξαιτίας της παραπάνω επενδυτικής έκρηξης και με αφετηρία αυτή, εμφανίζει εξαιρετικές αποδόσεις και βρίσκεται στις πρώτες ευρωπαϊκές θέσεις.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Κύπρος κατέγραψε άλμα 12 θέσεων στη λίστα της ιστοσελίδας αναζήτησης ακινήτων «TheMoveChannel.com» πραγματοποιώντας επανείσοδο στην πρώτη δεκάδα των δημοφιλέστερων προορισμών για ακίνητα ανά τον κόσμο, με βάση τις αναζητήσεις που πραγματοποιούν οι διεθνείς επενδυτές.

Στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα, οι αναζητήσεις για ακίνητα στην Κύπρο αυξήθηκαν περισσότερο από 50% το πρώτο τρίμηνο του 2017 σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2016.

Η Κύπρος εκτοξεύθηκε στην 6η θέση από τη 18η που βρισκόταν την προηγούμενη χρονική περίοδο, με το μερίδιο της να ανέρχεται στο 3,03% επί του συνόλου των αναζητήσεων.

Πρόκειται για το υψηλότερο μερίδιο που είχε η Κύπρος την τελευταία διετία, το οποίο αναδεικνύει την επιστροφή των ξένων επενδυτών στην εγχώρια αγορά ακινήτων.

Στην Πορτογαλία το πρόγραμμα «Golden Visa» εισήχθη τον Οκτώβριο του 2012 και μέχρι τον Ιανουάριο του 2018, έχουν εκδοθεί 5.717 άδειες διαμονής και έχουν επενδυθεί κεφάλαια 3,5 δισ. ευρώ.

Επίσης, η αγορά ακινήτων της Πορτογαλίας εμφανίζει ισχυρή ανάκαμψη.

Τέλος, στην Ισπανία έχουν εκδοθεί 3.140 άδειες διαμονής, ενώ έχουν επενδυθεί 2,33 δισ. ευρώ σε ακίνητα, παρόλο που το κατώτερο όριο επένδυσης σε ακίνητα ανέρχεται σε 500.000 ευρώ.

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΕΡΩΤΩΝΤΑΙ

 οι κ.κ. Υπουργοί:

  1. Ποια είναι, από την έναρξή του μέχρι σήμερα, τα αποτελέσματα του προγράμματος στη χώρα μας; Να κατατεθούν αναλυτικοί πίνακες ανά έτος για άδειες διαμονής, επενδυμένα κεφάλαια και δημόσια έσοδα.
  2. Τι πρωτοβουλίες σχεδιάζουν να αναλάβουν ώστε το πρόγραμμα «Golden Visa» να γνωρίσει την ανάπτυξη επιτυχημένων παραδειγμάτων του εξωτερικού; Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αρμόδιος Υφυπουργός Οικονομίας & Ανάπτυξης, απαντώντας σε σχετική επίκαιρη ερώτηση στις 08.06.2017, δήλωσε το εξής: «Είμαστε σε μια πολύ οργανωμένη διαβούλευση με ιδιώτες και Υπουργεία και πολύ σύντομα θα υπάρξουν θεσμικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση του προγράμματος». Ένα χρόνο μετά, η μοναδική σχετική θεσμική παρέμβαση η οποία έχει λάβει χώρα, προέρχεται από το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, το οποίο αύξησε το κόστος παραβόλου για ένταξη στο πρόγραμμα από 500 ευρώ σε 2.000 ευρώ στις 05.06.2018.
  3. Πού οφείλονται τα πενιχρά αποτελέσματα του προγράμματος «Golden Visa» τα τελευταία τρία χρόνια συγκριτικά με τις περιπτώσεις της Κύπρου και της Πορτογαλίας; O αρμόδιος Υφυπουργός Οικονομίας & Ανάπτυξης, απαντώντας σε σχετική Επίκαιρη Ερώτηση στις 08.06.2017, απέδωσε την υστέρηση που παρουσιάζει το ελληνικό πρόγραμμα στο υπάρχον διαθέσιμο προϊόν δηλαδή στην περιορισμένη διάθεση ακινήτων, σε αντίθεση με την Πορτογαλία και την Κύπρο που διαθέτουν έτοιμα συγκροτήματα κατοικιών προς πώληση στους ενδιαφερόμενους. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά οικιστικού αποθέματος ανά κάτοικο στην Ευρώπη, ενώ ακίνητα αξίας άνω των 250 δισ. ευρώ – με βάση την τιμή στην οποία προσφέρονται από τους ιδιοκτήτες τους – είναι αυτή την στιγμή προς πώληση στην ελληνική αγορά, ποσό που προκύπτει από ένα σύνολο αγγελιών περί τις 350.000.
  4. Θεωρούν οι κ.κ. Υπουργοί ότι η επιτυχία του κυπριακού προγράμματος «Golden Visa» οφείλεται εν πολλοίς στο ότι διαθέτει έναν από τους χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές εταιρικού φόρου, στο 12,5%, που μπορεί να μειωθεί περαιτέρω μέσω της εφαρμογής του National Interest Deduction (NID), στο ότι υπάρχει επίσης μηδενικός φόρος στα μερίσματα, στο ότι η γραφειοκρατία έχει περιοριστεί σημαντικά, δημιουργώντας συνολικά ένα φιλικό επενδυτικό κλίμα, σε αντίθεση με την Ελλάδα των capital controls, των υψηλότατων φόρων στην ακίνητη περιουσία και της γραφειοκρατίας;
  5. Υπάρχει σχεδιασμός για επέκταση του προγράμματος «Golden Visa» σε επενδύσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων, κρατικών ομολόγων κλπ και αν ναι ποιες οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στην αγορά ακίνητης περιουσίας σχετικά με τις επενδύσεις μέσω του προγράμματος; Θεωρείτε ότι ενδέχεται να χαθεί η όποια σχετική δυναμική αποκτήθηκε στην αγορά ακινήτων;
  6. Διατηρούν οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου βάση δεδομένων των ακινήτων που αποκτήθηκαν μέσω του προγράμματος «Golden Visa»; Εάν ναι διεξάγεται παρακολούθηση των ακινήτων αυτών, ώστε να ανακληθεί η άδεια διαμονής στην περίπτωση όπου πωληθούν τα εν λόγω ακίνητα, όπως ορίζει ο Νόμος;
  7. Πρόσφατα πραγματοποιήθηκε στη Σύνοδο της Ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο επίκαιρη συζήτηση με θέμα «Οι αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η διάδοση της διαφθοράς και του εγκλήματος μέσω των χρυσών θεωρήσεων» σχετικά με τα προγράμματα «χρυσής βίζας» που χρησιμοποιούν ορισμένες χώρες της Ευρωπαϊκή Ένωσης παραχωρώντας δικαιώματα ιθαγένειας ή διαμονής ως αντάλλαγμα για την ανάληψη επενδύσεων. Σημειώνεται ότι η νέα Οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (Anti-Money Laundering Directive) περιλαμβάνει ειδική διάταξη που αφορά την ανάγκη καλύτερου ελέγχου, εκείνων που αιτούνται τη χορήγηση άδειας μακροχρόνιας διαμονής ή ιθαγένειας. Ποιες σχετικές δράσεις ή πρωτοβουλίες έχουν αναλάβει ή σκοπεύουν να αναλάβουν τα Υπουργεία για την πρόληψη του ξεπλύματος μαύρου χρήματος μέσω των επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία για την εξασφάλιση άδειας διαμονής;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος  Σταϊκούρας

 

ΕΡΩΤΗΣΗ

ΑΠΑΝΤΗΣΗ κ. ΠΙΤΣΙΟΡΛΑ 20-07-18

Χαιρετισμός στην 18η Prodexpo με θέμα «Αξιοποίηση της Ακίνητης Περιουσίας»

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να συγχαρώ τους διοργανωτές της 18ης Prodexpo, ενός Συνεδρίου θεσμού πλέον για το χώρο των ακινήτων.

Χώρος που συνέβαλε καθοριστικά στους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που παρουσίασε, για πολλά χρόνια, η ελληνική οικονομία.

Αλλά και χώρος που δοκιμάστηκε και συνεχίζει να δοκιμάζεται σκληρά από την κρίση.

  • Με τη μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας.
  • Τη συρρίκνωση της ποσοστιαίας συμβολής του κλάδου των κατασκευών στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία.
  • Τη «συμπίεση» της αποτίμησης των ακινήτων στα χαμηλότερα όριά της.
  • Το «γκρέμισμα» του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου στις κατοικίες.

Αποτέλεσμα;

  • Δραματική μείωση των μεταβιβάσεων και των επενδύσεων σε ιδιωτικά ακίνητα.
  • Σημαντική συρρίκνωση του κύκλου εργασιών των εταιρειών του κλάδου.
  • Αύξηση του λόγου των ενυπόθηκων δανείων προς την αξία των ακινήτων, με συνέπεια πρόσθετες επιβαρύνσεις για τους δανειολήπτες.
  • Αναβολή ή ακύρωση σημαντικών και υψηλού βαθμού ωρίμανσης έργων που αφορούν επενδύσεις σε εμπορικά ακίνητα, πολυχώρους και αστικές αναπλάσεις.

Αυτή η κατάσταση οφείλει να μας προβληματίσει.

Και αυτό διότι η αξία του ευρύτερου κλάδου είναι σημαντική, καθώς:

  • Συμβάλλει στη δημιουργία πολλών θέσεων απασχόλησης, εισοδημάτων, τζίρων και φορολογικών εσόδων.
  • Διασυνδέεται με δομικούς βιομηχανικούς τομείς και σχετίζεται με πολλά επαγγέλματα.
  • Συνεισφέρει καθοριστικά στον εκσυγχρονισμό των υποδομών και στην ενδυνάμωση της επενδυτικής ελκυστικότητας.
  • Προσελκύει θεσμικά κεφάλαια του εξωτερικού, με μακροχρόνιο ορίζοντα επένδυσης.

Είναι σημαντικό, συνεπώς, ο κλάδος, με την υλοποίηση κατάλληλων πολιτικών, να εξέλθει από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια.

Βασικές προϋποθέσεις είναι η κατάσταση της οικονομίας να σταθεροποιηθεί και να συγκροτηθεί ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό στρατηγικό σχέδιο βιώσιμης ανάπτυξης, τόνωσης της απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Δυστυχώς σήμερα, αυτές οι προϋποθέσεις δεν υφίστανται.

Η χώρα, παρά την κυκλική ανάταξη εξαιτίας της με μεγάλη καθυστέρηση και τεράστιο κόστος ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης, όχι μόνο δεν έχει φτάσει ακόμη εκεί που ήταν το 2014, αλλά εξακολουθεί να «σέρνεται».

Το κατά μέσο όρο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συνεχίζει να συρρικνώνεται, η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει εξαντληθεί, οι κατασχέσεις πολλαπλασιάζονται, η εσωτερική στάση πληρωμών διευρύνεται και διογκώνεται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επιδεινώνεται, πολλές επιχειρήσεις βάζουν «λουκέτο» ή «μεταναστεύουν», το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό, κεφαλαιακοί περιορισμοί συνεχίζουν να υφίστανται, η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν, σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές δεν πραγματοποιούνται, και η Κυβέρνηση βάζει συνεχή εμπόδια στην υλοποίηση επενδύσεων.

Δυστυχώς όμως, Κυρίες και Κύριοι, όχι μόνο η κατάσταση δεν έχει σταθεροποιηθεί, αλλά εξακολουθεί να μην υπάρχει το στρατηγικό σχέδιο εξόδου της χώρας από την πολυετή και πολύπλευρη κρίση.

Ενός σχεδίου, βασικοί άξονες του οποίου πρέπει να είναι:

1ος άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Με μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις, μείωση του φόρου στην ακίνητη περιουσία, μείωση του φόρου στα μερίσματα, αύξηση του ορίου για υποβολή ΦΠΑ, παροχή φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία.

Ειδικότερα για τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, στόχος πρέπει να είναι η πιο χαμηλή, ορθολογική, δίκαιη και σταθερή φορολόγησή της.

Κάτι που, με την ταυτόχρονη εναρμόνιση των αντικειμενικών με τις εμπορικές τιμές, θα αποδώσει «τριπλό μέρισμα», καθώς θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα τονώσει τις ιδιωτικές επενδύσεις στην αγορά κατοικίας και θα αυξήσει την αξία των ακινήτων.

Οι μειώσεις που προανέφερα, θα επιτευχθούν με τη χρήση ισοδυνάμων που θα προκύψουν, μεταξύ άλλων, από την αξιολόγηση των δαπανών, τη δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, την αυστηρότερη αναλογία προσλήψεων/αποχωρήσεων στο Δημόσιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, την παραχώρηση ορισμένων λειτουργιών στον ιδιωτικό τομέα μέσω συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, την ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τους αυστηρότερους φορολογικούς ελέγχους, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και την επέκταση της χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Επιπλέον, με σχέδιο και αξιοπιστία θα προτείνουμε, θα διεκδικήσουμε και τελικά θα επιτύχουμε μια νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης.

Θα δεσμευθούμε στην υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων – εντός και εκτός του Προγράμματος – για μετά το 2018, η επιτυχής υλοποίηση του οποίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών (1%), που θα προσεγγίζουν ή/και θα υπερβαίνουν την αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν στις δικές τους εκθέσεις το 2014 (1,9%).

Η αύξηση του πλούτου θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Και αυτή με τη σειρά της, στη σταδιακή μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Συνεπώς, και στην περαιτέρω μείωση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Η πρότασή μας είναι συνεκτική, ρεαλιστική, ιστορικά επιβεβαιωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη.

2ος άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Με την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές, την ταχύτατη υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων, την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του Κράτους, τη μείωση των διοικητικών βαρών.

Ειδικά για τον κλάδο των ακινήτων, προτείνεται η παροχή κινήτρων για να ανακαινισθεί το απόθεμα των παλιών ακινήτων, να γίνουν πιο «πράσινα» και φιλικά στο περιβάλλον.

Κίνητρα, όπως είναι:

  • Η αναστολή του ΦΠΑ στην οικοδομική δραστηριότητα για 3 χρόνια.
  • Η δραστική απλούστευση της διαδικασίας μεταβίβασης ακινήτων.
  • Η παροχή έκπτωσης φόρου ίση με το 40% της δαπάνης που νόμιμα κατέβαλλε ο ιδιοκτήτης για λειτουργική, αισθητική και κυρίως ενεργειακή αναβάθμιση, συντήρηση και αξιοποίηση υφιστάμενων κατοικιών.

Επίσης θα μπορούσαν να προσφερθούν ισχυρά φορολογικά κίνητρα σε όσους ξένους επιλέξουν την Ελλάδα ως τόπο φορολογικής κατοικίας, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν αποκτήσει ακίνητη περιουσία στη χώρα μας.

Θυμίζω ότι με Νόμο του 2013 (Ν. 4146/2013), εισήχθη ο θεσμός της «Golden Visa», η δυνατότητα δηλαδή απόκτησης άδειας παραμονής από αλλοδαπούς που επενδύουν 250.000 ευρώ στην αγορά ακινήτων.

Αν και μέσω αυτού του διαύλου έχουν εισρεύσει επενδύσεις άνω του 1 δισ. ευρώ στη χώρα, τα αποτελέσματα είναι φτωχά συγκριτικά με άλλες χώρες, όπως είναι η Κύπρος.

Κι αυτό γιατί η σημερινή Κυβέρνηση αντί να ενισχύσει την προσπάθεια και την αυτοτροφοδοτούμενη δυναμική του εγχειρήματος, με τις πολιτικές της επιλογές την έβλαψε (capital controls, νέα ανακεφαλαιοποίηση τραπεζικού συστήματος, έκρηξη μεταναστευτικού που επιφόρτισε τις υπηρεσίες κ.α.).

Επιπλέον, θα μπορούσε να γίνει ορθολογικότερη διαχείριση των δημόσιων ακινήτων και των αναγκών στέγασης των φορέων του Δημοσίου.

Κάτι που σήμερα γίνεται χωρίς συντονισμό, με την εμπλοκή δεκάδων δημοσίων φορέων.

Τέλος, σε ότι αφορά την οργάνωση και παρακολούθηση της λειτουργίας της ελληνικής αγοράς ακινήτων, θα μπορούσαν να υιοθετηθούν, μαζί με την πλήρη εφαρμογή των ψηφιακών υπηρεσιών:

  • Η δημιουργία δεικτών στην αγορά εμπορικών ακινήτων.
  • Η δημιουργία επιτροπής φορέων της αγοράς ακινήτων, με στόχο τη θεσμική θωράκιση της αγοράς.
  • Η συνεργασία με Πανεπιστήμια και ερευνητικούς φορείς για την εκπαίδευση των συμμετεχόντων στην αγορά, την ενίσχυση της εφαρμοσμένης έρευνας και τη διάχυση των αποτελεσμάτων της.
  • Ο συντονισμός σε θέματα διατομεακής ευθύνης, όπως είναι ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, ζητήματα περιβαλλοντικά, χωροταξικά, ποιότητας κατασκευών, αναβάθμισης του πεπαλαιωμένου κτιριακού αποθέματος αλλά και απορρόφησης των αδιάθετων ακινήτων, σύνδεσης με σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία και ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα κ.α.
  • Και πιθανόν, την επαναξιολόγηση του θεσμικού πλαισίου που διέπει τις Εταιρείες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας και την ενεργοποίηση των αμοιβαίων κεφαλαίων ακινήτων, με στόχο τη ροή νέων επενδυτικών κεφαλαίων στη αγορά.

3ος άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται, είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, η βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας η οποία θα μειώσει το κόστος δανεισμού των τραπεζών, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.

4ος άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος αυτής πρέπει να είναι η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Βασικός πυλώνας πρέπει να είναι η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, δίνοντας έμφαση στη διαμόρφωση ενός ποιοτικού, ανοικτού και διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας.

Συμπερασματικά, αυτό το σχέδιο είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να μας βγάλει από τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής μιζέριας.

Σχέδιο που θα επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Διότι οι Έλληνες αξίζουμε και μπορούμε καλύτερα.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.

InstagramYoutube