ΑΡΘΡΟ

Άρθρο για την εφημερίδα σέντρα – “7 πυλώνες για τη Φθιώτιδα”

Η Φθιώτιδα αποτελεί περιοχή με στρατηγική θέση στον Ελλαδικό χώρο, μακραίωνη ιστορία και πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Τις τελευταίες δεκαετίες έγιναν αρκετά και σημαντικά έργα υποδομής, κυρίως από τις Κυβερνήσεις της ΝΔ, αλλά και από Κυβερνήσεις άλλων κομμάτων.

Ο τόπος, παρά τα λάθη που έγιναν και τις παραλείψεις, προόδευσε.

Όμως, πρέπει να υπογραμμισθούν η μίζερη προσέγγιση της απελθούσας Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ στην προώθηση δρομολογημένων πρωτοβουλιών και δράσεων από την προηγούμενη Κυβέρνηση καθώς και οι προσπάθειες κομματικής ιδιοποίησης των μεγάλων οδικών και σιδηροδρομικών έργων.

Βεβαίως, την περίοδο που ανοίγεται μπροστά μας, είναι αρκετά αυτά που πρέπει να γίνουν.

Δεν θα σταθώ στα μέχρι σήμερα πεπραγμένα όλων μας, αλλά θα προχωρήσω στη συνοπτική καταγραφή των θέσεών μου για βασικά θέματα της Φθιώτιδας.

Κωδικοποιώ:

1ον. Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, Έρευνα και Καινοτομία.

Η Λαμία πρέπει να συμμετέχει ουσιαστικά και βιώσιμα στον εθνικό χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της έρευνας & τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας. Πρέπει να κινηθούμε στην κατασκευή σύγχρονων υποδομών και την ποιοτική συγκρότηση δομών εκπαίδευσης-έρευνας και καινοτομίας. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το διαχρονικό έλλειμμα υποδομών αποτέλεσε βασική αιτία της ισχνής συμμετοχής της Λαμίας στους εθνικούς χάρτες της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης-έρευνας-καινοτομίας.

2ον. Υγεία.

Το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας πρέπει να αποτελεί ένα σύγχρονο, λειτουργικό, ποιοτικό και αποτελεσματικό Περιφερειακό Νοσοκομείο της χώρας που, μαζί με τις άλλες δομές υγείας της ευρύτερης περιοχής, να αναβαθμίζει συνεχώς τις υπηρεσίες υγείας που παρέχει στους πολίτες.

3ον. Δικαιοσύνη.

Η ανέγερση νέου, σύγχρονου, εμβληματικού Δικαστικού Μεγάρου, πρέπει να αποτελέσεις μία από τις βασικές προτεραιότητες της νέας περιόδου. Η νέα Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να «πιάσει το νήμα» από την προ-προηγούμενη Κυβέρνησή της, που είχε δρομολογήσει το έργο.

4ον. Δίκτυα, Υποδομές και Συνδυασμένες Μεταφορές, Ενέργεια, Χωροταξικός Σχεδιασμός.

Η ολοκλήρωση των κύριων οδικών και σιδηροδρομικών δικτύων καθιστά πλέον τη Λαμία βασικό κόμβο στον Ελλαδικό χώρο, κέντρο μεταφοράς ανθρώπων και προϊόντων. Η εξέλιξη αυτή ανοίγει το δρόμο για επιχειρηματική αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της Φθιώτιδας για τη δημιουργία και οριοθέτηση εμπορευματικού κέντρου που θα μπορεί να λειτουργεί ως σταθμός συνδυασμένων μεταφορών όπου θα αναπτύσσονται δραστηριότητες μεταφορών και logistics με κατάλληλο εξοπλισμό τεχνικών υποδομών και μεταφόρτωσης. Το εμπορευματικό κέντρο μπορεί να συνδεθεί χωρικά κυρίως με τη Βιομηχανική Περιοχή (ΒΙΠΕ) Λαμίας οδηγώντας στην αναβάθμισή της και στην προσέλκυση επιχειρήσεων που θα αξιοποιούν την εγγύτητα με το Λιμάνι Στυλίδας. Η προοπτική αυτή μπορεί να ενισχυθεί με την ταχεία αναβάθμιση οδικών αξόνων (π.χ. Λαμία-Καρπενήσι). Παράλληλα πρέπει να προωθηθεί η ενίσχυση των υποδομών αγροτικής και τοπικής ανάπτυξης, η προώθηση υλοποίησης ενεργειακών δικτύων και η ενεργειακή αξιοποίηση των ευρύτερων γεωθερμικών περιοχών για μείωση του κόστους χρήσης ενέργειας στην αγροτική παραγωγή.

5ον. Πολιτισμός – Αθλητισμός – Τουρισμός.

Η Φθιώτιδα έχει όλες τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία ανταγωνιστικού πολιτιστικού, αθλητικού και τουριστικού προϊόντος υψηλής ποιότητας, οργανωμένου σύμφωνα με σύγχρονα επιχειρηματικά πρότυπα. Αυτό μπορεί να γίνει με ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος, του ιστορικού τριγώνου Θερμοπύλες – Αλαμάνα – Γοργοπόταμος, των θρησκευτικού ενδιαφέροντος προορισμών, την αξιοποίηση των αρκετών ιαματικών πηγών. Όλα τα παραπάνω, μαζί με τη θάλασσα και τους ορεινούς όγκους, πρέπει και μπορεί να δημιουργήσουν πλέγμα κινήτρων και υπηρεσιών για τον τουρισμό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους (π.χ. θρησκευτικός τουρισμός, αγροτουρισμός, περιηγητικός τουρισμός, φυσιολατρικός τουρισμός), με ενίσχυση της προοπτικής διάχυσης των ωφελειών στο σύνολο της περιοχής. Παράλληλα πρέπει να εξεταστεί η παροχή κινήτρων για την ανάπτυξη σύγχρονων αθλητικών εγκαταστάσεων σε τόπους της περιοχής μας ώστε να αποτελούν προορισμούς για εγχώριους και διεθνείς φορείς του αθλητισμού.

6ον. Συντονισμένη Αξιοποίηση του Μετώπου προς τη Θάλασσα του Μαλιακού Κόλπου.

Η Φθιώτιδα, από τη Γλύφα έως τη Λάρυμνα, απολαμβάνει ενός εκτεταμένου θαλάσσιου μετώπου στον Μαλιακό Κόλπο. Με αυτό το δεδομένο, ο περαιτέρω εκσυγχρονισμός λιμενικών υποδομών, η χωροθέτηση παράκτιων περιοχών για επιχειρηματικές και τουριστικές δραστηριότητες και η προώθηση συνεργειών μεταξύ των παράκτιων Δήμων πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα.

7ον. Ανάπτυξη του Πρωτογενούς Τομέα και Δευτερογενούς Τομέα.

Πρέπει να στρέψουμε την αγροτική, κτηνοτροφική και αλιευτική παραγωγή σε προϊόντα ποιότητας που σχετίζονται πρωτίστως με τη διατροφή και την υγεία, με έμφαση στη μεταποίηση, με εξαγωγικό προσανατολισμό και με αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της περιοχής (έδαφος, εργασία, κεφαλαιουχικός εξοπλισμός) και των σύγχρονων τεχνολογιών, της έρευνας και της καινοτομίας. Κομβικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση έχει η στήριξη συλλογικών σχημάτων και συνεργειών, η θεσμοθέτηση «ενεργητικών» χρηματοδοτικών εργαλείων και ο απεγκλωβισμός της πρωτογενούς παραγωγής από κοστοβόρες και χρονοβόρες χρηματοδοτικές πρακτικές με σκοπό τη μετάβαση σε ένα νέο πρότυπο πρωτογενούς επιχειρηματικότητας. Είναι απαραίτητο να ενισχυθεί περαιτέρω η βιώσιμη και υγιής μικρή και μεσαία εξωστρεφής επιχειρηματικότητα και η βιομηχανία της περιοχής μας, π.χ. μέσω χωροθέτησης επιχειρηματικών πάρκων. Υπάρχουν πετυχημένα παραδείγματα τέτοιων επιχειρήσεων, στον αγροδιατροφικό και σε άλλους τομείς, που συμβάλουν στη διατήρηση και στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην τόνωση της τοπικής ανάπτυξης. Επικουρικά προς τα παραπάνω μπορεί να λειτουργήσει η αξιοποίηση των διευρυμένων δυνατοτήτων ανάπτυξης εκθεσιακών δραστηριοτήτων της Πανελλήνιας Έκθεσης Λαμίας. Όσον αφορά στις μεγάλες, ιδιωτικές και δημόσιες (ΛΑΡΚΟ), επιχειρήσεις της περιοχής μας επιβάλλεται η συνεχής βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειάς τους.

Τα θέματα αυτά αποτελούν το απόσταγμα των συστηματικών συζητήσεών μου με τους φορείς της αυτοδιοίκησης, άλλες συλλογικές εκφράσεις, με επιχειρηματικούς φορείς και ειδικούς επιστήμονες.

Πιστεύω ότι στο δημόσιο βίο της περιοχής μας πρέπει να μηδενίσουμε την κενή περιεχομένου φλυαρία, να καλλιεργήσουμε περιβάλλον συστηματικού και τεκμηριωμένου διαλόγου, συνεργασίας και συντεταγμένης δράσης όλων των έντιμων και δημιουργικών κοινωνικών δυνάμεων της περιοχής.

Να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για δημιουργική ένταξη της νέας γενιάς σε όλες τις σύγχρονες διαδικασίες παραγωγής και διοίκησης.

Να προωθήσουμε με σχέδιο την ανάπτυξη, την απασχόληση, την κοινωνική συνοχή και την ευημερία όλων των πολιτών.

Η πρόοδος και η ανάπτυξη της περιοχής είναι μία συνεχής διαδικασία στην οποία πρέπει να συμμετέχει η καθεμιά και ο καθένας μας.

Στη νέα αυτή περίοδο για να συμπορευτούμε με τους εταίρους μας με ανταγωνιστικότητα και αξιοπρέπεια θα πρέπει να εργαστούμε με όραμα, σχέδιο, πρόγραμμα, συλλογικότητα και αποφασιστικότητα.

Πρέπει να προχωρήσουμε στη δόμηση κατάλληλων συλλογικών οργάνων.

Σε ότι με αφορά, δεσμεύομαι ότι θα στηρίξω, με τεκμηρίωση και ορθολογισμό, πολιτικές οι οποίες θα αποσκοπούν στη δημιουργική αντιμετώπιση αυτών καθώς και άλλων ζητημάτων που εν πορεία θα ανακύπτουν.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” – “Το τεράστιο κόστος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ”

Η χώρα, τα τελευταία 2,5 χρόνια, έχασε πολύτιμο χρόνο και πόρους. Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, η ανταγωνιστικότητά της επιδεινώθηκε, κεφαλαιακοί περιορισμοί επιβλήθηκαν, οι οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν, νέα μνημόνια υπεγράφησαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε.

Δυστυχώς, αντί η χώρα να επιταχύνει στηριζόμενη στις ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές που είχαν δημιουργηθεί το 2014, οπισθοχώρησε. Και σήμερα προσπαθεί, με ασθενέστερη δυναμική και από χαμηλότερο σημείο αφετηρίας, να φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

Και ακόμη δεν τα έχει καταφέρει. Απλά, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, βελτιώνει την τρέχουσα κατάστασή της σε σχέση με το χειρότερο σημείο στο οποίο έφτασε επί της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και ας μην πανηγυρίζει η Κυβέρνηση περί «επιστροφής στην ευρωπαϊκή κανονικότητα».

Γιατί αλήθεια, σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, πριν από 2 μήνες, ψήφισε νέα μέτρα λιτότητας, ύψους 5,1 δισ. ευρώ, για μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου;

Σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, στο Eurogroup του Ιουνίου, δεσμεύτηκε σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και περίπου 2% του ΑΕΠ μέχρι το 2060, με χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, δεσμεύοντας τη χώρα σε αέναη λιτότητα;

Σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, την ημέρα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγήθηκε την έξοδο της χώρας από τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος μετά τις πολύχρονες και επώδυνες θυσίες της κοινωνίας, η Κυβέρνηση έστελνε επιστολή δεσμεύσεων στο ΔΝΤ, προκειμένου να συνάψει χρηματοδοτικό πρόγραμμα με το Ταμείο;

Είναι συνεπώς σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Απαιτείται μια άλλη οικονομική πολιτική, με βασικούς άξονες:

  • Την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που θα πείσουν ότι επανέρχεται και διατηρείται η αναπτυξιακή δυναμική του 2014.
  • Την αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής, με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
  • Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.
  • Τη δρομολόγηση συμφωνίας σε πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους, η επίτευξη των οποίων θα εδράζεται σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Την υλοποίηση, από τους δανειστές, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.
  • Την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Η υλοποίηση όμως αυτής της πολιτικής απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση. Και η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει, ούτε μπορεί να τα αποκτήσει.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “mononews.gr” – “Δόση χαμηλή, με το σταγονόμετρο και με υψηλό κόστος”

Η αξιολόγηση τελικά ολοκληρώθηκε, με πολύμηνη καθυστέρηση σε σχέση με το αρχικό χρονοδιάγραμμα.

Καθυστέρηση που κόστισε 5,1 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, μέχρι το 2022.

Καθυστέρηση που κόστισε την περικοπή του αφορολόγητου και των κύριων και επικουρικών συντάξεων.

Καθυστέρηση που «αποστράγγισε» την οικονομία από ρευστότητα. Ρευστότητα η οποία δεν θα ενισχυθεί με ουσιαστικό τρόπο με βάση την πρόσφατη συμφωνία του Eurogroup.

Και αυτό γιατί η προβλεπόμενη δόση που συνοδεύει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης είναι πολύ χαμηλότερη τόσο των αναγκών της οικονομίας όσο και των προβλέψεων της συμφωνίας.

Συγκεκριμένα, με βάση τον χρηματοδοτικό προγραμματισμό του 3ου Μνημονίου, μέχρι το τέλος Ιουνίου, η χώρα θα έπρεπε να είχε λάβει δόσεις ύψους 22,9 δισ. ευρώ. Αντί αυτού του ποσού, λαμβάνει δόση ύψους, μόλις, 8,5 δισ. ευρώ. Δηλαδή, η χώρα θα έχει στερηθεί πόρους περίπου 15 δισ. ευρώ.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις 1,6 δισ. ευρώ από τη δόση, και μάλιστα τμηματικά, θα μείνουν για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών και για την ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, αφού τα 6,9 δισ. ευρώ προορίζονται για την πληρωμή δανειακών υποχρεώσεων.

Εσωτερικές ανάγκες, όπως είναι:

1ον. Η δημιουργία αποθέματος ταμειακών διαθεσίμων.

Απόθεμα που ως σκοπό θα έχει τη λήξη της κυβερνητικής πρακτικής του εκτεταμένου εσωτερικού δανεισμού (τα ρέπος στο τέλος Απριλίου ανήλθαν στα 14 δισ. ευρώ) και την επιστροφή στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης των ταμειακών διαθεσίμων που «σκούπισε» η Κυβέρνηση.

Υπενθυμίζεται ότι τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με το χρηματοδοτικό προγραμματισμό και αν οι εκταμιεύσεις εξελίσσονταν ομαλά, θα έπρεπε να είναι 7 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου και 15 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου του 2017. Δημιουργώντας, έτσι, από σήμερα, τις προϋποθέσεις για έξοδο στις αγορές. Αντ’ αυτού, στο τέλος Μαρτίου, τα ταμειακά διαθέσιμα ανέρχονταν, μόλις, στα 3 δισ. ευρώ.

2ον. Η αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου σε ιδιώτες.

Υπενθυμίζεται ότι, στο τέλος Απριλίου, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, λόγω της εσωτερικής στάσης πληρωμών που πραγματοποιεί η Κυβέρνηση για την τακτοποίηση των υποχρεώσεών της, ξεπερνούσαν τα 5 δισ. ευρώ, «στεγνώνοντας» εντελώς την αγορά.

Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι αν οι εκταμιεύσεις εξελίσσονταν ομαλά, εκτός των 3,5 δισ. ευρώ που ήδη έχουμε εισπράξει, θα έπρεπε, από τις δόσεις του δανείου, να είχαμε λάβει επιπλέον 6 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Συμπερασματικά, αντί οι χρηματοδοτικές και ταμειακές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται, κυρίως, από τις προβλεπόμενες δόσεις του δανείου, καλύπτονται από τα πρωτογενή πλεονάσματα, που επιτυγχάνονται με τις θυσίες των πολιτών.

Δηλαδή η Κυβέρνηση, αντί να πάρει τις προβλεπόμενες δόσεις, παίρνει νέα μέτρα λιτότητας.

Δυστυχώς, το κόστος της καθυστέρησης είναι πολύ μεγάλο. Υπονομεύει την πραγματική οικονομία, τη δυναμική του χρέους και την προοπτική επανόδου της χώρας στις αγορές.

Αποδεικνύεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος» στην οικονομία.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” – “Η Κυβέρνηση έδωσε τα πάντα, χωρίς να πετύχει τον στόχο που είχε θέσει”

Η Κυβέρνηση καθυστέρησε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης προκειμένου, υποτίθεται, να κερδίσει κάτι από αυτήν. Τελικά, απέτυχε.

Έχασε πολύτιμο χρόνο, όχι για διαπραγμάτευση αλλά για «σερβίρισμα» των υποχωρήσεών της στο εσωτερικό της χώρας, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός των μέτρων να αυξηθεί και να διαμορφωθεί πλέον, συνολικά, στα 14,5 δισ. ευρώ.

Και σα να μην έφτανε αυτό, η Κυβέρνηση ούτε τη συνολική συμφωνία ταυτόχρονης ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης, διευθέτησης του ζητήματος του χρέους και ένταξης της Ελλάδας στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ, πέτυχε.

Συγκεκριμένα:

1ον. Κατέπεσαν όλες οι δήθεν «κόκκινες γραμμές» της Κυβέρνησης. Αποδέχθηκε περικοπές του αφορολόγητου και των συντάξεων, αποδέχθηκε νέα μέτρα ύψους 5,1 δισ. ευρώ μέχρι το 2022, αποδέχθηκε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022 και ένα διαρκές μνημόνιο μέχρι το 2060.

2ον. Το ύψος της δόσης είναι πολύ χαμηλότερο των αναγκών της οικονομίας και των προβλέψεων της συμφωνίας. Συγκεκριμένα, με βάση τον χρηματοδοτικό προγραμματισμό του 3ου Μνημονίου, μέχρι το τέλος του εφετινού Ιουνίου, η χώρα θα έπρεπε να είχε λάβει δόσεις ύψους 22,9 δισ. ευρώ. Αντί αυτού, λαμβάνει δόση 8,5 δισ. ευρώ. Και μάλιστα, μόλις 1,6 δισ. ευρώ από αυτά θα μείνουν για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών. Όταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου ξεπερνούν τα 5 δισ. ευρώ. Αντί συνεπώς οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται, κυρίως, από τις προβλεπόμενες δόσεις του δανείου, καλύπτονται από τα πρωτογενή πλεονάσματα, που επιτυγχάνονται με τις θυσίες των πολιτών.

3ον. Ξεκάθαρη και οριστική λύση για το χρέος, όπως όλοι επιθυμούσαμε, δεν υπήρξε. Όλα παραπέμπονται για το μέλλον, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ασαφείς μηχανισμούς και στο βαθμό που αυτό καταστεί αναγκαίο. Η διατύπωση μάλιστα των όποιων δυνητικών μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων παραμένει η ίδια με την απόφαση του Eurogroup του Μαϊου του 2016.

4ον. Δεν φαίνεται, στον άμεσο χρονικό ορίζοντα, ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ένταξη που θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάρτιο του 2015.

5ον. Η ρήτρα ανάπτυξης αποτελεί ουσιαστικά «αντικίνητρο ανάπτυξης». Την απάντηση την δίνει η ίδια η Κυβέρνηση. Σε non-paper που κυκλοφόρησε, υποστηρίζει ότι «η ρήτρα ανάπτυξης μετατρέπει τους ευρωπαίους εταίρους, σε συμμάχους στο στόχο της ανάπτυξης, αφού όσο περισσότερο μεγεθύνεται η ελληνική οικονομία, τόσο λιγότερο θα χρειαστεί να απομειώσουν το χρέος». Δηλαδή, όσο περισσότερο αυξάνεται το εθνικό εισόδημα των Ελλήνων, το μέρισμα της ανάπτυξης δεν θα πηγαίνει στους πολίτες, αλλά στους δανειστές.

6ον. Τα όποια αναπτυξιακά μέτρα εξαντλούνται στην ανακύκλωση υφιστάμενων πόρων από τα κοινοτικά ταμεία και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και σε μία ασαφή αναφορά για δημιουργία Αναπτυξιακής Τράπεζας. Υπενθυμίζεται ότι στο 3ο Μνημόνιο, υπήρχαν δεσμεύσεις για την κινητοποίηση πόρων του ΕΣΠΑ, του Σχεδίου Γιούνκερ και των λοιπών χρηματοδοτικών οργανισμών (π.χ. ΕΤΕπ). Καθώς και η πρόβλεψη για την κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου για τη χώρα, με καταληκτική προθεσμία τον Μάρτιο του 2016. Όλα αυτά, ακόμη τα περιμένουμε, γιατί η Κυβέρνηση ούτε θέλει, ούτε ξέρει, ούτε μπορεί να βάλει μπρος την παραγωγική μηχανή της οικονομίας.

Συμπερασματικά, για ακόμη μία φορά, η Κυβέρνηση πέρασε κάτω από τον πήχη που η ίδια είχε θέσει.

Άρθρο στην εφημερίδα “Νέα Σελίδα” – “Βρισκόμαστε σε τέλμα”

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αντί όταν ανέλαβε, αρχές του 2015, να αξιοποιήσει το «άνοιγμα της πόρτας» εξόδου από την κρίση που είχε συντελεστεί, αρκέστηκε να «παίζει», αυτάρεσκα, με την «περιστρεφόμενη πόρτα», χρησιμοποιώντας δύο γλώσσες, εσωτερικού και εξωτερικού.

Έτσι βούλιαξε τη χώρα, η οποία, έκτοτε, σέρνεται στο τέλμα, αφού δεν μπορεί να υπηρετήσει κανέναν εθνικό στόχο.

Προσπαθεί να πετύχει κάτι ουσιαστικό για το χρέος, αφού πρώτα επιβάρυνε τη βιωσιμότητά του, στηριζόμενη στις αποφάσεις του 2012, και δεν τα έχει καταφέρει.

Προσπαθεί να εντάξει τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, στο οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται από το Μάρτιο του 2015, και δεν τα έχει καταφέρει.

Προσπαθεί να βγάλει τη χώρα στις διεθνείς αγορές, κάτι που είχε γίνει με επιτυχία το 2014, και δεν τα έχει καταφέρει.

Για να βγει όμως η χώρα στις αγορές, με λογικό κόστος, απαιτείται η ικανοποίηση, ταυτόχρονα, ορισμένων προϋποθέσεων:

1η. Η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών (για παράδειγμα, η δημιουργία προϋποθέσεων για την προσέλκυση επενδύσεων, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του κράτους, η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης π.χ. παιδεία και καινοτομία κ.α.), που θα πείσουν ότι επανέρχεται η αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν το 2014.

2η. Η δρομολόγηση μιας συμφωνίας σε πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους. Δυστυχώς, η Κυβέρνηση έχει αποδεχθεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για μακρά χρονική περίοδο. Αυτό όμως δεν είναι εφικτό χωρίς διαρκή λιτότητα, οπότε καθίσταται και αντιαναπτυξιακό.

3ηΗ υλοποίηση, από τους δανειστές, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους. Δέσμευση που εκκρεμεί από το 2012 και δεν έχει, κυρίως με ευθύνη τους, ακόμη υλοποιηθεί.

Ο συνδυασμός αυτών των πρωτοβουλιών θα επαναφέρει την κανονικότητα, θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη και θα αποκαταστήσει τη σταθερότητα στη χώρα.

Εμπιστοσύνη και σταθερότητα που αποτελούν βασικά προαπαιτούμενα για την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Εμπιστοσύνη και σταθερότητα που προϋποθέτουν αξιοπιστία, σοβαρότητα και πολιτικό κεφάλαιο.

Και αυτά είναι «αγαθά σε ανεπάρκεια» για την σημερινή Κυβέρνηση.

Άρθρο στην εφημερίδα “Αυγή της Κυριακής” – “4ο Μνημόνιο: Η επιτομή της «αριστερής μετρολαγνείας»”

Η Κυβερνητική πλειοψηφία, μόνη της, ψήφισε το 4ο Μνημόνιο, το 2ο Μνημόνιο στα 2,5 χρόνια διακυβέρνησής της. Ο συνολικός λογαριασμός των Μνημονίων της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ανέρχεται πλέον στα 14,2 δισ. ευρώ μέτρα λιτότητας. Ο πιο βαρύς, κοινωνικά άδικος και αχρείαστος μνημονιακός λογαριασμός, που φέρει, αποκλειστικά, τη σφραγίδα της Κυβέρνησης του κ. Τσίπρα.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής υποκρισίας, της κοινωνικής αναλγησίας, της αναξιοπιστίας, της ανικανότητας και της πολιτικής εξαπάτησης της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Συγκεκριμένα:

1ον. Το 4ο Μνημόνιο αποτελεί την επιτομή της πολιτικής υποκρισίας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Πριν 1 χρόνο, ο κ. Τσίπρας, μετά την ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης, δήλωνε ότι «εκείνες οι θυσίες ήταν οι τελευταίες». Πρόσφατα, ο ίδιος και Υπουργοί του μιλούσαν για το «τέλος της λιτότητας». Και σήμερα, αντί για το τέλος της λιτότητας, έχουμε ακόμη μεγαλύτερη «αριστερή μετρολαγνεία».

Έχουμε νέα μέτρα για το 2018, που επιβαρύνουν τους οικονομικά πιο αδύναμους: μεγαλύτερη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες, μείωση της έκπτωσης του φόρου εισοδήματος για ιατρικές υπηρεσίες, μείωση του επιδόματος θέρμανσης, μείωση των κοινωνικών επιδομάτων.

Έχουμε όμως νέα μέτρα μέχρι το 2021, ύψους 4,9 δισ. ευρώ: μείωση του αφορολόγητου και περικοπή των συντάξεων.

2ον. Το 4ο Μνημόνιο αποτελεί την επιτομή της κοινωνικής αναλγησίας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Το 4ο Μνημόνιο φτωχοποιεί όλη την κοινωνία. Εξοντώνει ελεύθερους επαγγελματίες, ειδικά μισθολόγια, χαμηλοσυνταξιούχους, εργαζόμενους και αγρότες. Καταστρέφει τη μεσαία τάξη, μεταφέρει βάρη στους πιο αδύναμους, απελευθερώνει τις ομαδικές απολύσεις. Οι περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων και η μείωση του αφορολόγητου, μεταφράζονται σε τουλάχιστον δύο χαμένες συντάξεις για τους συνταξιούχους και σε έναν χαμένο μισθό για τους μισθωτούς. 1,3 εκατ. πολίτες θα πληρώσουν για πρώτη φορά φόρο και 1,4 ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες θα επιβαρυνθούν με επιπλέον ασφαλιστικές εισφορές.

3ον. Το 4ο Μνημόνιο αποτελεί την επιτομή της αναξιοπιστίας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Ο κ. Τσίπρας, τον Ιανουάριο, δεσμευόταν ότι «δεν θα νομοθετήσει μέτρα ύψους 3,6 δισ. ευρώ και μάλιστα εκ των προτέρων για το 2019, δεν θα νομοθετήσει μείωση του αφορολόγητου, δεν θα νομοθετήσει νέες περικοπές στις συντάξεων». Σήμερα, 4 μήνες αργότερα, όλα αυτά, και ακόμη χειρότερα, τα νομοθετεί. Δεν κράτησε ούτε μία «κόκκινη γραμμή»! Από το «ούτε 1 ευρώ νέα μέτρα», οι Κυβερνητικοί βουλευτές ψήφισαν «5 δισ. ευρώ νέα μέτρα, και με τα δύο χέρια, χωρίς πόνο ψυχής». Ο απόλυτος εθισμός!

 

4ον. Το 4ο Μνημόνιο αποτελεί την επιτομή της ανικανότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η Κυβέρνηση, με δική της ευθύνη, καθυστέρησε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Συνέχισε να χάνει πολύτιμο χρόνο για δήθεν «ηρωικές διαπραγματεύσεις», και επί της ουσίας, για κομματικές διευθετήσεις και «φαντεζί γαρνιτούρες» στο «σερβίρισμα» των μέτρων στους πολίτες.

Στο μεταξύ όμως, συσσώρευσε τεράστιο κόστος στη χώρα. Πλούτος 29 δισ. ευρώ εξανεμίστηκε.

5ον. Το 4ο Μνημόνιο αποτελεί την επιτομή της πολιτικής εξαπάτησης της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η Κυβέρνηση προσπαθεί, και πάλι, να εξαπατήσει τους πολίτες, με τα «αντίμετρα».

Αντίμετρα τα οποία αποτελούν όμως μία επικοινωνιακή απάτη και συνιστούν τον «φερετζέ» του πολύ σκληρού πακέτου μέτρων. Γιατί;

Καταρχήν, αν η Κυβέρνηση πιστεύει, για παράδειγμα, ότι το ζήτημα της παιδικής φτώχειας είναι σημαντικό, όπως το πιστεύουμε και εμείς, να αναλάβει, σήμερα, όχι στο μέλλον και υπό δημοσιονομικές προϋποθέσεις, σχετικές πρωτοβουλίες. Έχει άλλωστε, όπως γράφει και το 3ο Μνημόνιο, την ιδιοκτησία του προγράμματος.

Επίσης, μέτρα και αντίμετρα δεν είναι ισοδύναμα για τον κάθε πολίτη. Για παράδειγμα, οι πολίτες με ετήσιο εισόδημα μέχρι 22.000 ευρώ, ακόμη και αν υλοποιούνταν όλα τα αντίμετρα, θα πληρώσουν νέους φόρους.

Επιπλέον, σύμφωνα με το Άρθρο 15 του Νόμου, τα αντίμετρα προϋποθέτουν α) την ψήφιση και πλήρη υλοποίηση των μέτρων, β) την μόνιμη επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και γ) την αξιολόγηση των θεσμών. Αρχίζουν να υλοποιούνται από το στιγμή που η χώρα, μετά τη λήψη των μέτρων, υπερβαίνει το ήδη υψηλό 3,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα. Για παράδειγμα, αν οι θεσμοί, μετά τη μείωση του αφορολόγητου και την περικοπή των συντάξεων, κρίνουν ότι η χώρα επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2021, η Κυβέρνηση θα λάβει 0 αντίμετρα!

Συνεπώς, τα μέτρα αποτελούν τη «φάκα». Τα «αντίμετρα» το «τυρί», με στόχο την απόσπαση της προσοχής των πολιτών από τη «φάκα». Η κοινωνία, όμως, δεν «τσιμπάει».

Αντιθέτως, η τροπολογία της ΝΔ, που δεν έγινε τελικά δεκτή από την Κυβέρνηση, για τη άμεση λήψη «αντιμέτρων», λόγω της υπέρβασης του περυσινού δημοσιονομικού στόχου, ήταν ειλικρινής, λελογισμένη, ρεαλιστική, ορθά κοστολογημένη και τεκμηριωμένη.

Άρθρο στην εφημερίδα “Πρώτο Θέμα” – “Η πρόταση του Κυρ. Μητσοτάκη για τη διανομή «μερίσματος» είναι άμεση, ρεαλιστική και τεκμηριωμένη”

 

Ο Πρόεδρος της ΝΔ, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, κατέθεσε, την προηγούμενη εβδομάδα, μία συγκεκριμένη πρόταση για τη διανομή «μερίσματος» στην κοινωνία, μέσω της άμεσης λήψης «αντιμέτρων», λόγω της μεγάλης υπέρβασης του δημοσιονομικού στόχου το 2016.

Υπέρβαση που οφείλεται βέβαια, κυρίως, στην υπερφορολόγηση των πολιτών και στην εσωτερική στάση πληρωμών του Κράτους.

Συγκεκριμένα, η πρότασή του περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση συμμετοχής όλων των παιδιών σε παιδικούς σταθμούς, την επαναφορά/μείωση του ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια στο 13%, την κατάργηση του φόρου στο κρασί και τη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 20%.

Αυτή η πρόταση:

1ον. Είναι συνεπής με τις δεσμεύσεις που ο Πρόεδρος της ΝΔ ανέλαβε στη Θεσσαλονίκη, το Σεπτέμβριο του 2016.

2ον. Είναι λελογισμένη. Έχει συνολικό κόστος 0,5% του ΑΕΠ, όταν η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα ξεπερνά τις 3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ για το 2016.

3ον. Είναι ρεαλιστική. Η διάθεση της υπέρβασης του πρωτογενούς πλεονάσματος προβλέπεται και ποσοτικοποιείται, με συγκεκριμένο τρόπο, στο 3ο Μνημόνιο (σελ. 1016, ΦΕΚ Α’ 94) και στο Συμπληρωματικό Μνημόνιο (σελ. 5, το οποίο αν και το έχουμε επανειλημμένως ζητήσει ουδέποτε κατατέθηκε από την Κυβέρνηση στη Βουλή).

Συγκεκριμένα, συνδυαστικά, προβλέπεται ότι το 40% του πλεονάσματος που θα επιτευχθεί, λόγω επιδόσεων υψηλότερων από τις αναμενόμενες, χρησιμοποιείται για ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας και μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων.

4ον. Είναι έγκαιρη. Σύμφωνα με την πρόσφατη, ταπεινωτική επιστολή του Υπουργού Οικονομικών προς τους θεσμούς, το Δεκέμβριο του 2016, «στην περίπτωση μίας μόνιμης δημοσιονομικής υπεραπόδοσης σε σχέση με τους στόχους του προγράμματος, όπως αυτή διαπιστώνεται από τα ετήσια αποτελέσματα του προϋπολογισμού που επικυρώνει η Eurostat, οι ελληνικές αρχές θα συμφωνήσουν με τους θεσμούς, στο πλαίσιο των αξιολογήσεων, σχετικά με τη χρήση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου».

Συνεπώς, μετά την δημοσιοποίηση από τη Eurostat των αποτελεσμάτων εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το 2016, που έγινε στις 24 Απριλίου 2017, η Κυβέρνηση μπορεί να θέσει αυτό το ζήτημα στους θεσμούς.

Ο τρόπος, ο χρόνος και η στόχευση της πρότασης της ΝΔ είναι εντός του υφιστάμενου πλαισίου. Άλλωστε, κάτι αντίστοιχο είχε η ίδια πράξει, το 2014, με τη διανομή κοινωνικού μερίσματος. Βέβαια, με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψιν και τους μακροχρόνια άνεργους. Και όχι όπως πολύ πρόσφατα έπραξε η σημερινή Κυβέρνηση.

5ον. Είναι τεκμηριωμένη. Προφανώς και γνωρίζουμε ότι η διάθεση ποσού εφέτος από την υπέρβαση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος πέρυσι, επιβαρύνει την εκτέλεση του τρέχοντος προϋπολογισμού.

Η Κυβέρνηση όμως, όπως καταγράφει και ο Κρατικός Προϋπολογισμός (σελ. 59), προέβλεπε πρωτογενές πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ για το 2017. Όταν ο στόχος είναι για 1,75% του ΑΕΠ. Συνεπώς, έχει το δημοσιονομικό περιθώριο να διανείμει κάποιο «μέρισμα».

Μάλιστα, αυτός ο στόχος, βασίστηκε σε εκτίμηση πρωτογενούς πλεονάσματος 1,1% του ΑΕΠ για το 2016. Και τελικά, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα για το 2016, είναι περίπου 4 φορές μεγαλύτερο. Με θετική, εν μέρει, επίδραση και για το 2017. Διευρύνοντας συνεπώς το δημοσιονομικό περιθώριο. Και καθιστώντας την πρότασή μας, ακόμη πιο ρεαλιστική.

Εκτός και αν η Κυβέρνηση πλέον αμφιβάλλει για την επίτευξη του εφετινού στόχου.

Αλήθεια όμως, αν η Κυβέρνηση αμφιβάλλει για την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 1,75% του ΑΕΠ εφέτος προκειμένου να υλοποιήσει άμεσα κάποια «αντίμετρα», πόσο εφικτή είναι η υπέρβαση του 3,5% του ΑΕΠ, για τουλάχιστον 4 χρόνια, προκειμένου να αρχίσει να υλοποιεί κάποια από τα «αντίμετρα» που η ίδια προτείνει για το μέλλον;

Επειδή «τα ψέματα έχουν κοντά ποδάρια», καλούμε την Κυβέρνηση, για ακόμη μία φορά, να αποδεχθεί την πρόταση του Προέδρου της ΝΔ.

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή” – “Αυταπάτες και πραγματικότητα για τη δημοσιονομική προσαρμογή”

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.

Το μέγεθος όμως της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά τους.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και έχουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα όμως, η αναγκαία δημοσιονομική ισορροπία θα πρέπει να συνοδεύεται από την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να μειώνονται οι επιπτώσεις της προσαρμογής και να επιτυγχάνονται, σταδιακά, διατηρήσιμοι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης.

Οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βοηθήσουν, μέσω μιας αυτοτροφοδοτούμενης διαδικασίας, στην επίτευξη υψηλών, αλλά ρεαλιστικών, δημοσιονομικών στόχων, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δυστυχώς, τα δύο τελευταία χρόνια, δεν ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική.

Η Κυβέρνηση με τις πράξεις και παραλείψεις της, με την αναποτελεσματικότητα και την αβελτηρία της, με τις παλινωδίες και τις ιδεοληψίες της, «φόρτωσε» τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις με 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, κυρίως μέσω της αύξησης άμεσων και έμμεσων φόρων, διόγκωσε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Κράτους προς τους ιδιώτες, συμφώνησε σε υψηλά και για μακρά περίοδο πρωτογενή πλεονάσματα, επέδειξε αλλεργία στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, ο δείκτης υλοποίησης μεταρρυθμίσεων υποχώρησε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2015-2016 σε σχέση με την περίοδο 2013-2014.

Το αποτέλεσμα είναι το «στέγνωμα» της αγοράς από ρευστότητα και η επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση. Η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα σε ύφεση τα 2 τελευταία χρόνια! Καθιστώντας τον εφετινό στόχο για υψηλή ανάπτυξη μη ρεαλιστικό.

Παρά ταύτα, η Κυβέρνηση, μέσα στις αυταπάτες της, πανηγυρίζει για το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2016.

Παραβλέπει όμως ότι αυτό οφείλεται, εκτός της διευρυμένης και πράγματι επωφελούς χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών, στην εσωτερική στάση πληρωμών (π.χ. οι δαπάνες για ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, που έχουν πολύ υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, μειώθηκαν κατά 1,3 δισ. ευρώ), στην υπερφορολόγηση των πολιτών (5 δισ. ευρώ νέα μέτρα), στην εκτόξευση των κατασχέσεων και των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και σε μη-επαναλαμβανόμενα έσοδα (π.χ. αυξημένο μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος).

Και αδιαφορεί για το ότι, με την πολιτική της, διογκώνει μια σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας, όπως είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, τα «κόκκινα δάνεια» στο τραπεζικό σύστημα, η βιωσιμότητα φορέων του Δημοσίου (π.χ. ΔΕΗ).

Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση επιτύγχανε πρωτογενή πλεονάσματα πληρώνοντας το μεγαλύτερο κομμάτι των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, διευρύνοντας τη φορολογική βάση, μειώνοντας φόρους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χορηγώντας κοινωνικό μέρισμα με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, βελτιώνοντας, έστω και οριακά, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, οδηγώντας την οικονομία στη σταδιακή ανάκαμψη.

Με στόχο την υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, που με τη σειρά της θα οδηγούσε στην επίτευξη, για μικρή περίοδο, υψηλών δημοσιονομικών στόχων.

Δυστυχώς όμως, σύμφωνα με τις συγκριτικές εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ελληνική οικονομία, εξαιτίας της ακολουθούμενης πολιτικής της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, θα έχει απολέσει 27 δισ. ευρώ δυνητικού πλούτου μέχρι το 2018, καθιστώντας αναγκαία τη λήψη πρόσθετων μέτρων από το 2015, ακόμη και για μετά το 2018.

Συνεπώς, η πραγματικότητα δεν προσφέρεται για όψιμους πανηγυρισμούς, αλλά για σοβαρούς προβληματισμούς.

Η χώρα πρέπει να υλοποιήσει διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις και να συνεχίσει τη δημοσιονομική ισορροπία, που ξεκίνησε το 2013, με ένα άλλο μείγμα πολιτικής και με ρεαλιστικούς στόχους.

Η χώρα χρειάζεται παραγωγή – παραγωγή – παραγωγή ανταγωνιστικών και διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν μπορεί να τα επιτύχει.

 

 

Άρθρο στην ιστοσελίδα “insider.gr” – “Το κόστος της καθυστέρησης για την ελληνική οικονομία”

Τα χρονικά ορόσημα που θέτει η Κυβέρνηση παρέρχονται, το ένα μετά το άλλο, με κόστος για την ελληνική οικονομία και τους πολίτες.

Η Κυβέρνηση βάζει, συνεχώς, νέες, δήθεν «κόκκινες γραμμές», τις οποίες πολύ σύντομα διαγράφει.

Ο Πρωθυπουργός υποστήριζε ότι «είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% του ΑΕΠ, μετά το 2018, να διατηρηθούν». Και σήμερα συμφωνεί για το αντίθετο.

Ο Υπουργός Οικονομικών υποστήριζε ότι «η Κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να νομοθετήσει τώρα μέτρα για το 2019 και μετά». Και σήμερα συμφωνεί στο αντίθετο.

Ο Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης υποστήριζε ότι «δεν είναι στις προθέσεις της Κυβέρνησης η μείωση του αφορολόγητου». Και σήμερα συμφωνεί στο αντίθετο.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η Κυβέρνηση, στο πλαίσιο της 2ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου, να διαπραγματεύεται ουσιαστικά το 4ο Μνημόνιο.

Στο μεταξύ όμως, η πολύμηνη καθυστέρηση ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, «φούσκωσε» το λογαριασμό.

Αποδεικνύεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος» στην οικονομία.

Τα πρόσφατα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα.

Η καθυστέρηση του 2015 και του 2016 οδήγησε στο 3ο αχρείαστο Μνημόνιο, στους κεφαλαιακούς περιορισμούς που υφίστανται ακόμη και σήμερα, στον οριζόντιο και αυτόματο «κόφτη», στο αιώνιο υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και σε 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, κυρίως με την αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων.

Επιπλέον, η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της τρέχουσας αξιολόγησης προσέθεσε νέα δημοσιονομικά μέτρα, όπως είναι η περικοπή του αφορολόγητου και των συντάξεων, για μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή για μετά το 2018.

Ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στα 12,6 δισ. ευρώ μέτρα.

Είναι σαφές, με την αποδοχή όλων των απαιτήσεων των δανειστών, ότι όχι μόνο δεν «θα έχουμε το τέλος της λιτότητας», αλλά θα έχουμε τη διεύρυνση και την επέκτασή της.

Το αντίμετρο είναι η υποθήκευση του μέλλοντος της χώρας από τους δανειστές για την αναξιοπιστία του παρόντος.

Επίσης όμως, η καθυστέρηση προσέθεσε κόστος και στην πραγματική οικονομία.

Ενδεικτικά:

  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν, μόνο το πρώτο δίμηνο του έτους κατά 500 εκατ. ευρώ, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία. Και η εικόνα σίγουρα θα είναι δυσμενέστερη τους επόμενους μήνες.

  • Ο εσωτερικός δανεισμός (repos), μέσω του «σκουπίσματος» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αυξάνεται συνεχώς, «στεγνώνοντας» την αγορά.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε και η αγοραστική τους δύναμη συρρικνώθηκε, ακόμη και για βασικά είδη διατροφής, αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης των δυο τελευταίων ετών.
  • Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, στο χαμηλότερο σημείο από το Σεπτέμβριο του 2013, επιβαρύνοντας, ακόμη περισσότερο, το οικονομικό κλίμα.

  • Οι επενδύσεις συρρικνώθηκαν και τα λουκέτα πολλαπλασιάστηκαν.
  • Οι εκροές καταθέσεων από τις τράπεζες εντείνονται, παρά τους κεφαλαιακούς περιορισμούς, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν και το κόστος δανεισμού των τραπεζών διογκώθηκε.

Με λίγα λόγια αβεβαιότητα, έλλειψη εμπιστοσύνης, στέγνωμα της αγοράς και υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνθέτουν, σήμερα, την τραγική εικόνα της οικονομίας.

Στο μεταξύ, οι «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας, όπως είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, η βιωσιμότητα φορέων του Δημοσίου (π.χ. ΔΕΗ), διογκώνονται.

Συμπερασματικά, η χώρα συνεχίζει να πληρώνει πολύ ακριβά την αναποτελεσματικότητα, την αναβλητικότητα, τις παλινωδίες και τις ιδεοληψίες της σημερινής Κυβέρνησης.

Η χώρα χρειάζεται μία άλλη οικονομική πολιτική.

Με εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων και αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών.

Αυτή την πολιτική η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να την υλοποιήσει.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Capital.gr”- “Ρέπος και ληξιπρόθεσμες οφειλές «τραβούν ξανά την ανηφόρα»”

Η Κυβέρνηση κάθε φορά που «δήθεν διαπραγματεύεται», όχι μόνο δεν «ρίχνει» ρευστότητα στην αγορά, αλλά αντίθετα αντλεί ρευστότητα από αυτήν.

Ενδεικτικά, τον Φεβρουάριο, παρατηρήθηκε αύξηση των ρέπος (repos) κατά 850 εκατ. ευρώ, αγγίζοντας έτσι, συνολικά, τα 12 δισ. ευρώ.

Κάτι τέτοιο όμως στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, καθώς τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης:

1ον. Μεταφέρονται, από τις εμπορικές τράπεζες, στην Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να δανειστεί το Δημόσιο, δυσχεραίνοντας έτσι, ακόμη περισσότερο, την πιστωτική επέκταση (δεδομένης και της μείωσης των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων τους τελευταίους μήνες).

2ον. Δεσμεύονται για τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό, με αποτέλεσμα να συγκρατούνται οι πληρωμές/δαπάνες των φορέων και να δημιουργούνται νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου. Όπως άλλωστε και έγινε, αφού, από τις αρχές του έτους, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 500 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας πλέον τα 5 δισ. ευρώ.

Χαρακτηριστικό είναι δε ότι κάθε φορά που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ υποστηρίζει ότι διαπραγματεύεται, η τακτική του εκτεταμένου εσωτερικού δανεισμού, μέσω του «σκουπίσματος» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, και της εσωτερικής στάσης πληρωμών που χρησιμοποιεί για την τακτοποίηση των υποχρεώσεών της «στεγνώνει» εντελώς την αγορά.

Συγκεκριμένα, τόσο κατά τη διαπραγμάτευση του 1ου εξαμήνου του 2015, όσο και αυτής της 1ης και της τρέχουσας 2ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου, ρέπος και ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν «πάρει» την ανηφόρα, στερώντας πολύτιμους πόρους από την πραγματική οικονομία.

Αποδεικνύεται ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος», στην οικονομία.

Η καθυστέρηση όμως στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης έχει κοστίσει στην οικονομία και έχει επιβαρύνει τους πολίτες.

Η χώρα «βούλιαξε» στην ύφεση, το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, τα φορολογικά έσοδα συρρικνώθηκαν, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, οι επενδύσεις μειώθηκαν, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάστηκαν, θέσεις απασχόλησης χάθηκαν, καταθέσεις αποσύρθηκαν, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν, το κόστος δανεισμού των τραπεζών ενισχύθηκε, νέα μέτρα λιτότητα δρομολογούνται ακόμη και για μετά το 2018.

Αυτός ο λογαριασμός, ο οποίος και συνεχώς ανεβαίνει, έχει την σφραγίδα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και είναι το αποτέλεσμα της αναποτελεσματικότητας, της αναβλητικότητας, των παλινωδιών και των ιδεοληψιών της σημερινής Κυβέρνησης.

InstagramYoutube