ΑΡΘΡΟ

Άρθρο στην εφημερίδα “Πρώτο Θέμα” – “Η πρόταση του Κυρ. Μητσοτάκη για τη διανομή «μερίσματος» είναι άμεση, ρεαλιστική και τεκμηριωμένη”

 

Ο Πρόεδρος της ΝΔ, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, κατέθεσε, την προηγούμενη εβδομάδα, μία συγκεκριμένη πρόταση για τη διανομή «μερίσματος» στην κοινωνία, μέσω της άμεσης λήψης «αντιμέτρων», λόγω της μεγάλης υπέρβασης του δημοσιονομικού στόχου το 2016.

Υπέρβαση που οφείλεται βέβαια, κυρίως, στην υπερφορολόγηση των πολιτών και στην εσωτερική στάση πληρωμών του Κράτους.

Συγκεκριμένα, η πρότασή του περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση συμμετοχής όλων των παιδιών σε παιδικούς σταθμούς, την επαναφορά/μείωση του ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια στο 13%, την κατάργηση του φόρου στο κρασί και τη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 20%.

Αυτή η πρόταση:

1ον. Είναι συνεπής με τις δεσμεύσεις που ο Πρόεδρος της ΝΔ ανέλαβε στη Θεσσαλονίκη, το Σεπτέμβριο του 2016.

2ον. Είναι λελογισμένη. Έχει συνολικό κόστος 0,5% του ΑΕΠ, όταν η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα ξεπερνά τις 3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ για το 2016.

3ον. Είναι ρεαλιστική. Η διάθεση της υπέρβασης του πρωτογενούς πλεονάσματος προβλέπεται και ποσοτικοποιείται, με συγκεκριμένο τρόπο, στο 3ο Μνημόνιο (σελ. 1016, ΦΕΚ Α’ 94) και στο Συμπληρωματικό Μνημόνιο (σελ. 5, το οποίο αν και το έχουμε επανειλημμένως ζητήσει ουδέποτε κατατέθηκε από την Κυβέρνηση στη Βουλή).

Συγκεκριμένα, συνδυαστικά, προβλέπεται ότι το 40% του πλεονάσματος που θα επιτευχθεί, λόγω επιδόσεων υψηλότερων από τις αναμενόμενες, χρησιμοποιείται για ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας και μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων.

4ον. Είναι έγκαιρη. Σύμφωνα με την πρόσφατη, ταπεινωτική επιστολή του Υπουργού Οικονομικών προς τους θεσμούς, το Δεκέμβριο του 2016, «στην περίπτωση μίας μόνιμης δημοσιονομικής υπεραπόδοσης σε σχέση με τους στόχους του προγράμματος, όπως αυτή διαπιστώνεται από τα ετήσια αποτελέσματα του προϋπολογισμού που επικυρώνει η Eurostat, οι ελληνικές αρχές θα συμφωνήσουν με τους θεσμούς, στο πλαίσιο των αξιολογήσεων, σχετικά με τη χρήση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου».

Συνεπώς, μετά την δημοσιοποίηση από τη Eurostat των αποτελεσμάτων εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το 2016, που έγινε στις 24 Απριλίου 2017, η Κυβέρνηση μπορεί να θέσει αυτό το ζήτημα στους θεσμούς.

Ο τρόπος, ο χρόνος και η στόχευση της πρότασης της ΝΔ είναι εντός του υφιστάμενου πλαισίου. Άλλωστε, κάτι αντίστοιχο είχε η ίδια πράξει, το 2014, με τη διανομή κοινωνικού μερίσματος. Βέβαια, με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψιν και τους μακροχρόνια άνεργους. Και όχι όπως πολύ πρόσφατα έπραξε η σημερινή Κυβέρνηση.

5ον. Είναι τεκμηριωμένη. Προφανώς και γνωρίζουμε ότι η διάθεση ποσού εφέτος από την υπέρβαση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος πέρυσι, επιβαρύνει την εκτέλεση του τρέχοντος προϋπολογισμού.

Η Κυβέρνηση όμως, όπως καταγράφει και ο Κρατικός Προϋπολογισμός (σελ. 59), προέβλεπε πρωτογενές πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ για το 2017. Όταν ο στόχος είναι για 1,75% του ΑΕΠ. Συνεπώς, έχει το δημοσιονομικό περιθώριο να διανείμει κάποιο «μέρισμα».

Μάλιστα, αυτός ο στόχος, βασίστηκε σε εκτίμηση πρωτογενούς πλεονάσματος 1,1% του ΑΕΠ για το 2016. Και τελικά, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα για το 2016, είναι περίπου 4 φορές μεγαλύτερο. Με θετική, εν μέρει, επίδραση και για το 2017. Διευρύνοντας συνεπώς το δημοσιονομικό περιθώριο. Και καθιστώντας την πρότασή μας, ακόμη πιο ρεαλιστική.

Εκτός και αν η Κυβέρνηση πλέον αμφιβάλλει για την επίτευξη του εφετινού στόχου.

Αλήθεια όμως, αν η Κυβέρνηση αμφιβάλλει για την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 1,75% του ΑΕΠ εφέτος προκειμένου να υλοποιήσει άμεσα κάποια «αντίμετρα», πόσο εφικτή είναι η υπέρβαση του 3,5% του ΑΕΠ, για τουλάχιστον 4 χρόνια, προκειμένου να αρχίσει να υλοποιεί κάποια από τα «αντίμετρα» που η ίδια προτείνει για το μέλλον;

Επειδή «τα ψέματα έχουν κοντά ποδάρια», καλούμε την Κυβέρνηση, για ακόμη μία φορά, να αποδεχθεί την πρόταση του Προέδρου της ΝΔ.

Άρθρο στην τριμηνιαία έκδοση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας, “Οικονομικά Χρονικά” – “Προβλήματα και κίνδυνοι λόγω καθυστέρησης στο κλείσιμο της αξιολόγησης”

Για ακόμη μία φορά βρισκόμαστε στο ίδιο έργο θεατές.

Παρακολουθούμε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης να σέρνεται, την εκκρεμότητα να παρατείνεται και την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια για την επόμενη ημέρα να διογκώνονται.

Ταυτόχρονα, ρευστότητα στερείται από την πραγματική οικονομία, ενώ η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αναβάλλεται και η συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους μετατίθεται.

Υπενθυμίζεται ότι η αξιολόγηση, με βάση το 3ο Μνημόνιο, θα έπρεπε να είχε κλείσει πριν από ένα χρόνο, τον Φεβρουάριο του 2016, ενώ με βάση τις διαβεβαιώσεις του Πρωθυπουργού πριν το Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου 2016.

Βρισκόμαστε ήδη στον Απρίλιο του 2017, τα όρια έχουν προ πολλού ξεπεραστεί και τα χρονικά ορόσημα έχουν παρέλθει, με τεράστιο κόστος, όπως αποδεικνύεται, για τη χώρα και την οικονομία.

Υπενθυμίζεται ότι η καθυστέρηση του 2015 και του 2016, φόρτωσε στους πολίτες ένα τρίτο αχρείαστο Μνημόνιο, τους κεφαλαιακούς περιορισμούς που υφίστανται ακόμη και σήμερα, τον οριζόντιο και αυτόματο «κόφτη», το αιώνιο Υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και 9 δις ευρώ νέα μέτρα λιτότητας.

Η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της τρέχουσας αξιολόγησης έχει προσθέσει δημοσιονομικά μέτρα, όπως είναι η περικοπή του αφορολόγητου και των συντάξεων, και για μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή μετά το 2018. Συνιστώντας, ουσιαστικά, το 4ο Μνημόνιο.

Τέλος, η καθυστέρηση έχει προσθέσει κόστος στην οικονομία. Το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, οι επενδύσεις συρρικνώθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν, θέσεις απασχόλησης χάθηκαν, καταθέσεις αποσύρθηκαν, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν, το κόστος δανεισμού των τραπεζών ενισχύθηκε, η χώρα «βούλιαξε» και σέρνεται στην ύφεση.

Είμαστε μάλιστα η μοναδική Ευρωπαϊκή χώρα σε ύφεση!

Καθιστώντας τον αναπτυξιακό στόχο για το 2017 από εξαιρετικά φιλόδοξο, πλέον μη ρεαλιστικό.

Αν προσθέσουμε μάλιστα τις αστοχίες της Κυβέρνησης σε άλλα πεδία πολιτικής, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η χώρα έχει περάσει από την κρίση στην παρακμή.

Αυτό είναι, συνολικά, το κόστος της αναξιοπιστίας, της αναποτελεσματικότητας και των ιδεοληψιών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει σε μία διαφορετική οικονομική πολιτική.

Με την εμπροσθοβαρή υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών με «αναπτυξιακό πρόσημο», τις οποίες η Κυβέρνηση, από αβελτηρία ή αλλεργία, δεν προωθεί.

Με την υλοποίηση των αποκρατικοποιήσεων στις οποίες η Κυβέρνηση δεσμεύτηκε, και τις οποίες διαρκώς υπονομεύει.

Με την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, μέσα από την αποπληρωμή των οφειλών του Δημοσίου και την λήψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων δανείων» στο τραπεζικό σύστημα.

Με την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, μέσα από τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, με ισοδύναμα από το σκέλος των δαπανών.

Με την επιμονή στην ανάγκη μείωσης των δημοσιονομικών στόχων μετά το τρέχον Πρόγραμμα, ώστε να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

Και, τέλος, με την υιοθέτηση ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδίου για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, που θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί από τον Μάρτιο του 2016, και το οποίο θα μας οδηγήσει από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Βασικό συστατικό μπορεί να αποτελέσει η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, δίνοντας έμφαση στη γνώση μέσω της διαμόρφωσης ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς, διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, το οποίο να είναι εναρμονισμένο με την καινοτομία, τις νέες τεχνολογίες και την επιχειρηματικότητα, προσαρμοσμένο απόλυτα στην ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα.

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή” – “Αυταπάτες και πραγματικότητα για τη δημοσιονομική προσαρμογή”

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.

Το μέγεθος όμως της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά τους.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και έχουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα όμως, η αναγκαία δημοσιονομική ισορροπία θα πρέπει να συνοδεύεται από την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να μειώνονται οι επιπτώσεις της προσαρμογής και να επιτυγχάνονται, σταδιακά, διατηρήσιμοι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης.

Οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βοηθήσουν, μέσω μιας αυτοτροφοδοτούμενης διαδικασίας, στην επίτευξη υψηλών, αλλά ρεαλιστικών, δημοσιονομικών στόχων, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δυστυχώς, τα δύο τελευταία χρόνια, δεν ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική.

Η Κυβέρνηση με τις πράξεις και παραλείψεις της, με την αναποτελεσματικότητα και την αβελτηρία της, με τις παλινωδίες και τις ιδεοληψίες της, «φόρτωσε» τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις με 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, κυρίως μέσω της αύξησης άμεσων και έμμεσων φόρων, διόγκωσε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Κράτους προς τους ιδιώτες, συμφώνησε σε υψηλά και για μακρά περίοδο πρωτογενή πλεονάσματα, επέδειξε αλλεργία στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, ο δείκτης υλοποίησης μεταρρυθμίσεων υποχώρησε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2015-2016 σε σχέση με την περίοδο 2013-2014.

Το αποτέλεσμα είναι το «στέγνωμα» της αγοράς από ρευστότητα και η επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση. Η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα σε ύφεση τα 2 τελευταία χρόνια! Καθιστώντας τον εφετινό στόχο για υψηλή ανάπτυξη μη ρεαλιστικό.

Παρά ταύτα, η Κυβέρνηση, μέσα στις αυταπάτες της, πανηγυρίζει για το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2016.

Παραβλέπει όμως ότι αυτό οφείλεται, εκτός της διευρυμένης και πράγματι επωφελούς χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών, στην εσωτερική στάση πληρωμών (π.χ. οι δαπάνες για ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, που έχουν πολύ υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, μειώθηκαν κατά 1,3 δισ. ευρώ), στην υπερφορολόγηση των πολιτών (5 δισ. ευρώ νέα μέτρα), στην εκτόξευση των κατασχέσεων και των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και σε μη-επαναλαμβανόμενα έσοδα (π.χ. αυξημένο μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος).

Και αδιαφορεί για το ότι, με την πολιτική της, διογκώνει μια σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας, όπως είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, τα «κόκκινα δάνεια» στο τραπεζικό σύστημα, η βιωσιμότητα φορέων του Δημοσίου (π.χ. ΔΕΗ).

Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση επιτύγχανε πρωτογενή πλεονάσματα πληρώνοντας το μεγαλύτερο κομμάτι των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, διευρύνοντας τη φορολογική βάση, μειώνοντας φόρους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χορηγώντας κοινωνικό μέρισμα με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, βελτιώνοντας, έστω και οριακά, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, οδηγώντας την οικονομία στη σταδιακή ανάκαμψη.

Με στόχο την υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, που με τη σειρά της θα οδηγούσε στην επίτευξη, για μικρή περίοδο, υψηλών δημοσιονομικών στόχων.

Δυστυχώς όμως, σύμφωνα με τις συγκριτικές εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ελληνική οικονομία, εξαιτίας της ακολουθούμενης πολιτικής της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, θα έχει απολέσει 27 δισ. ευρώ δυνητικού πλούτου μέχρι το 2018, καθιστώντας αναγκαία τη λήψη πρόσθετων μέτρων από το 2015, ακόμη και για μετά το 2018.

Συνεπώς, η πραγματικότητα δεν προσφέρεται για όψιμους πανηγυρισμούς, αλλά για σοβαρούς προβληματισμούς.

Η χώρα πρέπει να υλοποιήσει διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις και να συνεχίσει τη δημοσιονομική ισορροπία, που ξεκίνησε το 2013, με ένα άλλο μείγμα πολιτικής και με ρεαλιστικούς στόχους.

Η χώρα χρειάζεται παραγωγή – παραγωγή – παραγωγή ανταγωνιστικών και διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν μπορεί να τα επιτύχει.

 

 

Άρθρο στην ιστοσελίδα “insider.gr” – “Το κόστος της καθυστέρησης για την ελληνική οικονομία”

Τα χρονικά ορόσημα που θέτει η Κυβέρνηση παρέρχονται, το ένα μετά το άλλο, με κόστος για την ελληνική οικονομία και τους πολίτες.

Η Κυβέρνηση βάζει, συνεχώς, νέες, δήθεν «κόκκινες γραμμές», τις οποίες πολύ σύντομα διαγράφει.

Ο Πρωθυπουργός υποστήριζε ότι «είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% του ΑΕΠ, μετά το 2018, να διατηρηθούν». Και σήμερα συμφωνεί για το αντίθετο.

Ο Υπουργός Οικονομικών υποστήριζε ότι «η Κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να νομοθετήσει τώρα μέτρα για το 2019 και μετά». Και σήμερα συμφωνεί στο αντίθετο.

Ο Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης υποστήριζε ότι «δεν είναι στις προθέσεις της Κυβέρνησης η μείωση του αφορολόγητου». Και σήμερα συμφωνεί στο αντίθετο.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η Κυβέρνηση, στο πλαίσιο της 2ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου, να διαπραγματεύεται ουσιαστικά το 4ο Μνημόνιο.

Στο μεταξύ όμως, η πολύμηνη καθυστέρηση ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, «φούσκωσε» το λογαριασμό.

Αποδεικνύεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος» στην οικονομία.

Τα πρόσφατα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα.

Η καθυστέρηση του 2015 και του 2016 οδήγησε στο 3ο αχρείαστο Μνημόνιο, στους κεφαλαιακούς περιορισμούς που υφίστανται ακόμη και σήμερα, στον οριζόντιο και αυτόματο «κόφτη», στο αιώνιο υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και σε 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, κυρίως με την αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων.

Επιπλέον, η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της τρέχουσας αξιολόγησης προσέθεσε νέα δημοσιονομικά μέτρα, όπως είναι η περικοπή του αφορολόγητου και των συντάξεων, για μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή για μετά το 2018.

Ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στα 12,6 δισ. ευρώ μέτρα.

Είναι σαφές, με την αποδοχή όλων των απαιτήσεων των δανειστών, ότι όχι μόνο δεν «θα έχουμε το τέλος της λιτότητας», αλλά θα έχουμε τη διεύρυνση και την επέκτασή της.

Το αντίμετρο είναι η υποθήκευση του μέλλοντος της χώρας από τους δανειστές για την αναξιοπιστία του παρόντος.

Επίσης όμως, η καθυστέρηση προσέθεσε κόστος και στην πραγματική οικονομία.

Ενδεικτικά:

  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν, μόνο το πρώτο δίμηνο του έτους κατά 500 εκατ. ευρώ, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία. Και η εικόνα σίγουρα θα είναι δυσμενέστερη τους επόμενους μήνες.

  • Ο εσωτερικός δανεισμός (repos), μέσω του «σκουπίσματος» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αυξάνεται συνεχώς, «στεγνώνοντας» την αγορά.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε και η αγοραστική τους δύναμη συρρικνώθηκε, ακόμη και για βασικά είδη διατροφής, αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης των δυο τελευταίων ετών.
  • Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, στο χαμηλότερο σημείο από το Σεπτέμβριο του 2013, επιβαρύνοντας, ακόμη περισσότερο, το οικονομικό κλίμα.

  • Οι επενδύσεις συρρικνώθηκαν και τα λουκέτα πολλαπλασιάστηκαν.
  • Οι εκροές καταθέσεων από τις τράπεζες εντείνονται, παρά τους κεφαλαιακούς περιορισμούς, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν και το κόστος δανεισμού των τραπεζών διογκώθηκε.

Με λίγα λόγια αβεβαιότητα, έλλειψη εμπιστοσύνης, στέγνωμα της αγοράς και υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνθέτουν, σήμερα, την τραγική εικόνα της οικονομίας.

Στο μεταξύ, οι «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας, όπως είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, η βιωσιμότητα φορέων του Δημοσίου (π.χ. ΔΕΗ), διογκώνονται.

Συμπερασματικά, η χώρα συνεχίζει να πληρώνει πολύ ακριβά την αναποτελεσματικότητα, την αναβλητικότητα, τις παλινωδίες και τις ιδεοληψίες της σημερινής Κυβέρνησης.

Η χώρα χρειάζεται μία άλλη οικονομική πολιτική.

Με εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων και αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών.

Αυτή την πολιτική η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να την υλοποιήσει.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Capital.gr”- “Ρέπος και ληξιπρόθεσμες οφειλές «τραβούν ξανά την ανηφόρα»”

Η Κυβέρνηση κάθε φορά που «δήθεν διαπραγματεύεται», όχι μόνο δεν «ρίχνει» ρευστότητα στην αγορά, αλλά αντίθετα αντλεί ρευστότητα από αυτήν.

Ενδεικτικά, τον Φεβρουάριο, παρατηρήθηκε αύξηση των ρέπος (repos) κατά 850 εκατ. ευρώ, αγγίζοντας έτσι, συνολικά, τα 12 δισ. ευρώ.

Κάτι τέτοιο όμως στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, καθώς τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης:

1ον. Μεταφέρονται, από τις εμπορικές τράπεζες, στην Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να δανειστεί το Δημόσιο, δυσχεραίνοντας έτσι, ακόμη περισσότερο, την πιστωτική επέκταση (δεδομένης και της μείωσης των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων τους τελευταίους μήνες).

2ον. Δεσμεύονται για τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό, με αποτέλεσμα να συγκρατούνται οι πληρωμές/δαπάνες των φορέων και να δημιουργούνται νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου. Όπως άλλωστε και έγινε, αφού, από τις αρχές του έτους, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 500 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας πλέον τα 5 δισ. ευρώ.

Χαρακτηριστικό είναι δε ότι κάθε φορά που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ υποστηρίζει ότι διαπραγματεύεται, η τακτική του εκτεταμένου εσωτερικού δανεισμού, μέσω του «σκουπίσματος» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, και της εσωτερικής στάσης πληρωμών που χρησιμοποιεί για την τακτοποίηση των υποχρεώσεών της «στεγνώνει» εντελώς την αγορά.

Συγκεκριμένα, τόσο κατά τη διαπραγμάτευση του 1ου εξαμήνου του 2015, όσο και αυτής της 1ης και της τρέχουσας 2ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου, ρέπος και ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν «πάρει» την ανηφόρα, στερώντας πολύτιμους πόρους από την πραγματική οικονομία.

Αποδεικνύεται ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος», στην οικονομία.

Η καθυστέρηση όμως στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης έχει κοστίσει στην οικονομία και έχει επιβαρύνει τους πολίτες.

Η χώρα «βούλιαξε» στην ύφεση, το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, τα φορολογικά έσοδα συρρικνώθηκαν, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, οι επενδύσεις μειώθηκαν, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάστηκαν, θέσεις απασχόλησης χάθηκαν, καταθέσεις αποσύρθηκαν, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν, το κόστος δανεισμού των τραπεζών ενισχύθηκε, νέα μέτρα λιτότητα δρομολογούνται ακόμη και για μετά το 2018.

Αυτός ο λογαριασμός, ο οποίος και συνεχώς ανεβαίνει, έχει την σφραγίδα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και είναι το αποτέλεσμα της αναποτελεσματικότητας, της αναβλητικότητας, των παλινωδιών και των ιδεοληψιών της σημερινής Κυβέρνησης.

Άρθρο στην εφημερίδα “Νεοδημοκράτης” – “Προοπτικές και προτεραιότητες για το 2017”

Τα δύο έτη διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήταν χαμένα χρόνια για τη χώρα μας.

Δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε, το επενδυτικό περιβάλλον υπονομεύθηκε, νέα δημοσιονομικά μέτρα επιβλήθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώθηκαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών μειώθηκε, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συρρικνώθηκε.

Σήμερα, με ευθύνη της Κυβέρνησης, η Ελλάδα «λιμνάζει» βυθιζόμενη, σε ένα ευρύτερο περιβάλλον μεγάλης αβεβαιότητας και υψηλών καθοδικών κινδύνων.

Κυβέρνηση η οποία εστιάζει – εμμονικά – στην υπερφορολόγηση της εμφανούς οικονομίας και παλινδρομεί – αμήχανα – ως προς τις μεταρρυθμίσεις

Κυβέρνηση η οποία δεν θέλει ούτε μπορεί να εκσυγχρονίσει το αξιακό σύστημα, να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και να προωθήσει την εξωστρέφεια της.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να ξοδεύει πολύτιμο χρόνο, καθυστερώντας. Καθυστέρηση η οποία στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Μάρτιο του 2015, μεταθέτει τη συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους και προσθέτει μέτρα στις πλάτες της κοινωνίας.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι, τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση, όπως έγινε το 2014, και η χώρα να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή, εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό;

Κατά την άποψή μου, πάνω απ’ όλα, απαιτείται μία στιβαρή, συνεκτική και αποφασιστική πολιτική ηγεσία.

Ηγεσία η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, και να είναι διατεθειμένη να δουλέψει σκληρά.

Ηγεσία η οποία δεν θα χρησιμοποιεί τη χώρα και τους πολίτες προκειμένου να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους.

Ηγεσία η οποία θα κινείται γρήγορα, συνεκτικά, συμπληρωματικά και αποτελεσματικά, πάνω σε βασικούς άξονες, όπως είναι ενδεικτικά:

  • Η αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους, με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξάλειψη της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα.
  • Η διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με τη διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος προμηθειών, με τον αυστηρότερο έλεγχο των επιχορηγήσεων κ.α.
  • Η εμπροσθοβαρής προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου. Και αυτό γιατί αυτές μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας.
  • Η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Η θέσπιση ενεργών πολιτικών αντιμετώπισης της ανεργίας και στήριξης της απασχόλησης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας και επανένταξης σε μια σύγχρονη αγορά εργασίας μέσα από τη διεύρυνση και βελτίωση της ποιότητας των πολιτικών κατάρτισης, εξειδίκευσης και δία βίου μάθησης και της προσβασιμότητας σε αυτές, αλλά και με τη στενή παρακολούθηση των τάσεων στην αγορά εργασίας.
  • Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με προσανατολισμό στην εξωστρέφεια, με στόχευση και αξιοποίηση κλάδων με σημαντικό δυναμικό πλεονέκτημα, όπως είναι ο τουρισμός, ο πρωτογενής τομέας, η μεταποίηση, η ενέργεια, το λιανικό και χονδρικό εμπόριο, η περιβαλλοντική βιομηχανία, η ναυτιλία, και της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας, καθώς και με την ανάδειξη των νέων πηγών ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση πολιτικών πάνω σε αυτούς τους άξονες, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και θα ενισχύσει τις επενδύσεις.

Αυτά όμως προϋποθέτουν πολιτική αλλαγή, ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “insider.gr” – “Το κόστος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ”

Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τότε που ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αποκαλύφθηκε η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε.

Αποκαλύφθηκε η αδυναμία της, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποφασιστικά.

Αποκαλύφθηκαν οι πομφόλυγες για «παράλληλα προγράμματα» και για δήθεν «αριστερά πρόσημα».

Αποκαλύφθηκε η μνημονιακή της μετάλλαξη και η «διαρκής αφοσίωση στο Μνημόνιο».

Αποκαλύφθηκε πώς η «αριστερή ψυχή» γίνεται θυσία στο βωμό για λίγη «πολιτική εξουσία», ακόμη και ακραίας νεοφιλελεύθερης κοπής.

Το αποτέλεσμα σήμερα είναι, εξαιτίας της ανικανότητας, αναποτελεσματικότητας, αβελτηρίας και αναξιοπιστίας της Κυβέρνησης, η κατάσταση της οικονομίας να έχει επιδεινωθεί σημαντικά από το 2014.

Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, δυνητικός πλούτος χάθηκε, το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε, η ανταγωνιστικότητα επιδεινώθηκε, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές Δημοσίου και ιδιωτών διογκώθηκαν, το κόστος δανεισμού αυξήθηκε, η βιωσιμότητα του χρέους επιδεινώθηκε, το βιοτικό επίπεδο των πολιτών συρρικνώθηκε, τα λουκέτα στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.

Το αποτέλεσμα είναι νέα μέτρα λιτότητας, ύψους 9 δισ. ευρώ, να έχουν επιβληθεί, και ταπεινωτικές δεσμεύσεις, όπως το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο αυτόματος «κόφτης», να έχουν αναληφθεί.

Η χώρα σέρνεται και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται.

Αδιέξοδα που οφείλονται και στην αδυναμία της Κυβέρνησης να ολοκληρώσει, έγκαιρα, τη δεύτερη αξιολόγηση.

Καθυστέρηση η οποία διατηρεί και ενισχύει την αβεβαιότητα, στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Μάρτιο του 2015, μεταθέτει τη συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους στο απώτερο μέλλον και προσθέτει, άμεσα, μέτρα λιτότητας στις πλάτες της κοινωνίας.

Κάτι άλλωστε που αποτυπώνεται και στην απόφαση του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου 2016, την οποία προσυπέγραψε ο Υπουργός Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία η Κυβέρνηση:

1ον. Αποδέχεται ότι υφίσταται δημοσιονομικό κενό το 2018, το οποίο συμφωνεί να καλύψει με νέα μέτρα.

2ον. Επιβεβαιώνει ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα παραμείνουν υψηλοί, για αρκετά χρόνια μετά το 2018.

3ον. Δεσμεύεται στην επίτευξη αυτών των υψηλών στόχων με την υιοθέτηση διαρθρωτικών μέτρων και την επέκταση του «κόφτη», δηλαδή με την εφαρμογή μόνιμων μηχανισμών επιτροπείας της χώρας.

Από τα ανωτέρω, είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή.

Με την υιοθέτηση μιας διαφορετικής, συνεκτικής και ρεαλιστικής, πρότασης οικονομικής πολιτικής. Με λιγότερους φόρους, λιγότερες δαπάνες και αποτελεσματικότερο κράτος, με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας, με περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες δουλειές.

Οι Έλληνες μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά με μια άλλη Κυβέρνηση, με εθνικό σχέδιο και σκληρή δουλειά, στηριγμένοι στην αλήθεια, τη συνεννόηση και την ενότητά μας ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

Άρθρο στην εφημερίδα “Documento” – “Ορισμένες αλήθειες για το δημόσιο χρέος και τη δυναμική του”

Συχνά, στο δημόσιο διάλογο, με ευθύνη της σημερινής Κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ακούγονται απλουστεύσεις και διατυπώνονται ανακρίβειες για το κρίσιμο ζήτημα του δημοσίου χρέους.

Ορισμένες αλήθειες για την αριθμητική και τη δυναμική του:

1η: Στην παγκόσμια επιστημονική βιβλιογραφία και σε εμπειρικό επίπεδο δεν υπάρχει κάποιο κρίσιμο ύψος ή κάποια καθολικά αποδεκτή μέθοδος αξιολόγησης της βιωσιμότητας του χρέους. Έτσι εξετάζεται ένα ευρύτερο φάσμα δεικτών, θέτοντας ενδεικτικά όρια, βασισμένα στη διεθνή εμπειρία.

Σε κάθε περίπτωση, κρίσιμο στοιχείο είναι η ικανότητα άντλησης χρηματοδότησης από τις αγορές, με ρεαλιστικούς όρους.

2η: Η κύρια αιτία εκτόξευσης του χρέους τη δεκαετία του 1980 ήταν η άσκηση αλόγιστης επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Από το τέλος αυτής της περιόδου μέχρι και το 2007, παρά τις σποραδικές προσπάθειες τιθάσευσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών και την ύπαρξη σημαντικά υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, εκείνο που κατορθώθηκε ήταν το δημόσιο χρέος να σταθεροποιηθεί γύρω στο 100%-110% του ΑΕΠ.

Όταν δε ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση, με συνέπεια να διογκωθούν τα δημόσια χρέη όλων των χωρών, στην Ελλάδα, την άνοιξη του 2010, λόγω και λανθασμένων χειρισμών εκείνης της περιόδου, το πρόβλημα χρέους μετετράπη σε κρίση δανεισμού.

Στη συνέχεια όμως, το 78% της σωρευτικής διόγκωσης του λόγου χρέος/ΑΕΠ την περίοδο 2010-2015 οφείλεται στον παρανομαστή, στη μεγάλη συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας.

3η: Η αυξητική δυναμική του χρέους «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012.

Εκτός όμως από το ύψος, βελτιώθηκε αισθητά και το «προφίλ» του χρέους, με την υλοποίηση δέσμης μέτρων, όπως είναι η επέκταση της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, η μείωση των επιτοκίων, η κατάργηση χρεώσεων και η αναβολή πληρωμών τόκων.

Το αποτέλεσμα αυτών των παρεμβάσεων είναι οι τόκοι να διαμορφώνονται σήμερα στα 5,6 δισ. ευρώ, από 16,1 δισ. ευρώ το 2011. Ενώ, 20 από τις υπόλοιπες 27 ευρωπαϊκές χώρες έχουν υψηλότερο κόστος δανεισμού.

Ενώ η χώρα βγήκε και στις αγορές, δοκιμαστικά, δύο φορές, το 2014.

4η: Σήμερα συζητάμε και πάλι για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους. Γιατί;

Καταρχήν γιατί οι δανειστές δεν υλοποίησαν τις υποσχέσεις του 2012, για επιπλέον ρυθμίσεις στο χρέος.

Αλλά κυρίως γιατί η βιωσιμότητα του χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία από τις αρχές του 2015. Με ένα σωρευτικό κόστος το οποίο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης και της Τράπεζας της Ελλάδος, υπερβαίνει τα 86 δισ. ευρώ.

5η: Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που αποφασίστηκαν στο τελευταίο Eurogroup, αν και κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, έρχονται να καλύψουν ένα μικρό μέρος αυτής της επιβάρυνσης, και μάλιστα το 2060.

Ενώ παράλληλα, η Κυβέρνηση συμφώνησε σε υψηλούς δημοσιονομικούς στόχους, για αρκετά χρόνια μετά το 2018. Δεσμεύτηκε μάλιστα στην επίτευξη αυτών των στόχων, με την εφαρμογή νέων μέτρων και τη μονιμοποίηση του «κόφτη». Ενώ στην απόφαση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα αναγκαία μεσοπρόθεσμα μέτρα, τα οποία παραπέμπονται για μετά το 2018.

6η: Συνεπώς, τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος;

Καταρχήν, θα πρέπει να υλοποιηθούν, το ταχύτερο δυνατόν, οι βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις για το χρέος.

Παράλληλα, θα πρέπει να διατυπωθούν, μετά την ολοκλήρωση της τρέχουσας αξιολόγησης και όχι το 2018, οι αναγκαίες μεσοπρόθεσμες παραμετρικές παρεμβάσεις στο χρέος, οι οποίες θα πρέπει να περικλείουν χαμηλότερα δημοσιονομικά πλεονάσματα.

Αυτές όμως οι παρεμβάσεις αν και αναγκαίες, δεν είναι αρκετές αν δεν συνοδευτούν από την επιστροφή της χώρας σε διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Η χώρα χρειάζεται, άμεσα, ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών.

Κυρίως χρειάζεται τη διαμόρφωση και υλοποίηση ενός συγκροτημένου σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης, που θα έχει ως στόχο μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, με την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και τη συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Αν υλοποιήσουμε αυτές τις προϋποθέσεις, θα καταφέρουμε να σπάσουμε το φαύλο κύκλο της ύφεσης και να οδηγηθούμε στον ενάρετο κύκλο της ανάπτυξης.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” – “Προτεραιότητες μιας νέας οικονομικής πολιτικής”

Η Ελλάδα, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης το 2014, «λιμνάζει» βυθιζόμενη, σε ένα ευρύτερο περίγυρο μεγάλης αβεβαιότητας και υψηλών κινδύνων.

Τα τελευταία δύο χρόνια, δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε, το επενδυτικό περιβάλλον υπονομεύθηκε, νέα δημοσιονομικά μέτρα επιβλήθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώθηκαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε.

Και όμως, η Κυβέρνηση συνεχίζει να «βαδίζει» στον ίδιο δρόμο: να ξοδεύει πολύτιμο χρόνο, να εστιάζει – εμμονικά – στην υπερφορολόγηση της εμφανούς οικονομίας και να παλινδρομεί – αμήχανα – ως προς τις μεταρρυθμίσεις.

Δεν θέλει ούτε μπορεί να εκσυγχρονίσει το αξιακό σύστημα, να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα, να προωθήσει την εξωστρέφεια της οικονομίας.

Οικονομία η οποία βρίσκεται σε παρατεταμένη, χαμηλή και με ισχυρές αναταράξεις «πτήση», με ασθενέστερη δυναμική σε σχέση με το 2014.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά διατηρήσιμης μεγέθυνσης και βιώσιμης ανάπτυξης;

Κατά την άποψή μου, πάνω απ’ όλα, απαιτείται μία στιβαρή, συνεκτική και αποφασιστική πολιτική ηγεσία.

Ηγεσία η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, να υπηρετεί και να μην χρησιμοποιεί τη χώρα και τους πολίτες προκειμένου να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους, και να κινείται γρήγορα και αποτελεσματικά πάνω σε βασικούς άξονες, όπως είναι:

  • Η αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους, με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξάλειψη της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα.
  • Η διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με την εύρεση και αξιοποίηση δημοσιονομικών ισοδυνάμων, με την θέσπιση αυστηρών διαδικασιών για την τακτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δημοσίων δαπανών, με τη συρρίκνωση της φοροδιαφυγής μέσα από τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.
  • Η εμπροσθοβαρής υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών για την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και η εντατικοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.
  • Η ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, με την εμπροσθοβαρή αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με προσανατολισμό στην εξωστρέφεια, με την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας, καθώς και με την ανάδειξη των νέων πηγών ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση πολιτικών πάνω σε αυτούς τους άξονες, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας μας και θα ενισχύσει τις επενδύσεις.

Αυτά όμως προϋποθέτουν πολιτική αλλαγή, ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” – “Η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα”

Η Κυβέρνηση, με την υπογραφή της στην τελευταία απόφαση του Eurogroup:

1ον. Αποδέχεται ότι υφίσταται δημοσιονομικό κενό το 2018, το οποίο συμφωνεί να καλύψει με πρόσθετα μέτρα λιτότητας.

2ον. Επιβεβαιώνει ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα παραμείνουν υψηλοί, για αρκετά χρόνια μετά το 2018.

3ον. Δεσμεύεται στην επίτευξη αυτών των υψηλών στόχων με την υιοθέτηση διαρθρωτικών μέτρων και την επέκταση του «κόφτη», δηλαδή με την εφαρμογή μόνιμων μηχανισμών επιτροπείας της χώρας.

Και επειδή η Κυβέρνηση συνεχίζει να κρύβει την αλήθεια ως προς το ύψος και τη διάρκεια των πλεονασμάτων που – τουλάχιστον μέχρι σήμερα – έχει συμφωνηθεί για τη μεσο-μακροπρόθεσμη περίοδο, ιδού οι αποδείξεις των ψεμάτων της:

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα του χρέους, τα οποία θα το μειώσουν κατά περίπου 22 ποσοστιαίες του ΑΕΠ το 2060.

Η άσκηση όμως αυτή στηρίζεται σε ορισμένες παραδοχές.

Σύμφωνα με την Έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), η επίτευξη αυτού του στόχου στηρίζεται στις «βασικές παραδοχές του περασμένου Μαΐου».

[Συνημμένο Α].

synimmeno_1_20161128-ewg-item-10-esm-note-short-term-measures

Ποιες είναι όμως οι βασικές παραδοχές σύμφωνα με την Έκθεση του Μάϊου;

Σε ότι αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα, ύψος 3,5% του ΑΕΠ για μία δεκαετία, 3,2% του ΑΕΠ για τα επόμενα τουλάχιστον 5 χρόνια και 2,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2040 (συνημμένο Β).

[Συνημμένο Β]

synimmeno_2_2016-05-05-greece_debt-measures_short-v3_final

Συνεπώς, τα Κυβερνητικά «ψέματα έχουν κοντά ποδάρια».

Και σήμερα που αποδεικνύεται, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση δεν έχει «κόκκινες γραμμές» και η ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης μετατίθεται, παλινδρομεί και «κατασκευάζει εχθρούς», εντός και εκτός χώρας, για να καλύψει τα αδιέξοδα της πολιτικής της.

Η αλήθεια, όμως, δεν κρύβεται:

O κ. Πρωθυπουργός και η Κυβέρνησή του, κάθε μέρα, όλο και περισσότερο, επιβεβαιώνουν ότι είναι ιδεολογικά και πολιτικά ανερμάτιστοι και ανειλικρινείς.

Η πολιτική αλλαγή έχει καταστεί επιβεβλημένη.

Οι Έλληνες μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά με σχέδιο, στηριγμένοι στην αλήθεια, τη συνεννόηση και τη συνοχή μας.

InstagramYoutube