ΑΡΘΡΟ

Παρέμβαση στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” για την απόφαση του Eurogroup

«Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι», λέει ο λαός μας.

Και αυτό ισχύει απολύτως για τις κυβερνητικές θριαμβολογίες σχετικά με την τελευταία απόφαση του Eurogroup για τη χώρα μας.

Σύμφωνα με την απόφαση, την οποία συνυπέγραψε και η ελληνική πλευρά:

1ον. Η 2η αξιολόγηση δεν έκλεισε, παρά τις περί του αντιθέτου συνεχείς διαβεβαιώσεις της Κυβέρνησης.

Έτσι, ένα σημαντικό χρονικό «ορόσημο» χάθηκε, η αβεβαιότητα διατηρείται, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης καθυστερεί, ο λογαριασμός των μέτρων «ανεβαίνει», η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου αναβάλλεται, η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάρτιο του 2015, μετατίθεται. 

2ον. Καταγράφεται δημοσιονομικό κενό για το 2018, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί με νέα, επώδυνα μέτρα λιτότητας, πέραν αυτών που ήδη έχει πάρει η σημερινή Κυβέρνηση, ύψους 9 δισ. ευρώ μέχρι σήμερα.

3ον. Επιβεβαιώνεται ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα παραμείνουν υψηλοί, στο 3,5% του ΑΕΠ, για αρκετά χρόνια μετά το 2018.

Η Κυβέρνηση, μάλιστα, δεσμεύτηκε στην επίτευξη αυτών των στόχων, με την εφαρμογή νέων διαρθρωτικών μέτρων και τη μονιμοποίηση της χρήσης του δημοσιονομικού «κόφτη».

Δεσμεύτηκε συνεπώς σε μόνιμους μηχανισμούς εποπτείας της ελληνικής οικονομίας, πέραν της ολοκλήρωσης του 3ου Μνημονίου, οδηγώντας ουσιαστικά τη χώρα σε ένα 4ο Μνημόνιο.

Έτσι όμως στραγγαλίζεται η οικονομία και φεύγουν οι επενδύσεις από τον τόπο.

4ον. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που αποφασίστηκαν για το χρέος, τα οποία έρχονται να καλύψουν μόνο μέρος του κόστους που επέφεραν οι ανερμάτιστοι χειρισμοί της σημερινής Κυβέρνησης, αν και κινούνται προς τη θετική κατεύθυνση, είναι λίγα, θα έχουν θετική επίπτωση σε βάθος χρόνου, δεν συνδυάζονται με μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά αντιθέτως συνοδεύονται από βαρύ τίμημα για τους πολίτες, με πρόσθετα μέτρα λιτότητας.

Συγκεκριμένα, με τη συγκεκριμένη δέσμη παρεμβάσεων προβλέπεται:

α) σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, μέχρι τουλάχιστον το 2022, να υπάρξει επιβάρυνση της βιωσιμότητας του χρέους λόγω της αύξησης των επιτοκίων (άρα και των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους),

β) στη συνέχεια και μέχρι το 2030, να υπάρξει οριακή βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους (το χρέος, το 2030, εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά μόλις 2,5% του ΑΕΠ σε έναν λόγο χρέος/ΑΕΠ = 131%!), και

γ) ακολούθως, σε μεγάλο βάθος χρόνου και μετά το 2040, να υπάρξει μερική βελτίωση των δεικτών του χρέους και των χρηματοδοτικών αναγκών ως προς το ΑΕΠ.

Και όλα αυτά προϋποθέτουν την πλήρη επίτευξη των, για πολλά χρόνια, υψηλών δημοσιονομικών στόχων.

Ενώ τα όποια αναγκαία μεσο-μακροπρόθεσμα μέτρα παραπέμπονται για το 2018, μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος, γι’ αυτό και απουσιάζει η οποιαδήποτε αναφορά σε αυτά στο κείμενο συμπερασμάτων.

Συνεπώς, αυτές οι παρεμβάσεις στο χρέος δεν έχουν καμία σχέση με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012, η οποία οδήγησε σε σημαντική απομείωση του χρέους τόσο σε ονομαστική όσο και σε παρούσα αξία.

Και σε μείωση κατά 50% των δαπανών για τόκους εξυπηρέτησης του χρέους, τόσο ως απόλυτο αριθμό όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Ούτε φυσικά αυτές οι παρεμβάσεις έχουν οποιαδήποτε σχέση με τις Κυβερνητικές υποσχέσεις περί «διαγραφής» και «κουρέματος» του χρέους.

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, για ακόμη μία φορά, «έβαλε τον πήχυ ψηλά και πέρασε από κάτω».

Αυτό είναι το οδυνηρό αποτέλεσμα της αναξιοπιστίας και της ανεπάρκειάς της.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – Αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών: «Μνημείο» κυβερνητικής ανικανότητας και αναποτελεσματικότητας

Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες αποτελεί βασική πηγή ενίσχυσης της ρευστότητας στην οικονομία και ουσιαστικό μηχανισμό τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας.

Αυτό απεδείχθη την περίοδο 2013-2014 όταν και ετέθησαν οι βάσεις για τη μείωσή τους, με τη νομοθέτηση και υλοποίηση ενός συνεκτικού και αποτελεσματικού προγράμματος αποπληρωμής των οφειλών, το οποίο ακόμη και η σημερινή Κυβέρνηση επικαλείται στον εφετινό Προϋπολογισμό της.

Το αποτέλεσμα ήταν, στο τέλος του 2014, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές να έχουν μειωθεί, καθαρά, κατά 6 δισ. ευρώ και η οικονομία να παρουσιάζει μεγέθυνση, για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή, από τις αρχές του 2015, ανετράπη.

Οι οφειλές «τράβηξαν», και πάλι, «την ανηφόρα», ενώ συνεχίζουν να δημιουργούνται και καινούργιες.

Οι δεσμεύσεις δε της Κυβέρνησης για την αποπληρωμή τους, αποδεικνύονται «αριστερές πομφόλυγες».

Συγκεκριμένα:

1η. Με βάση το 3ο Μνημόνιο (Αύγουστος 2015), η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θα έπρεπε να προχωρήσει στην εκκαθάριση του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών έως το τέλος του 2016.

Αυτό δεν έγινε εξαιτίας της δήθεν «γενναίας» διαπραγμάτευσης και της πολύμηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου να «εκτοξευθούν» στα 7,2 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2016, αυξημένες κατά 89% από το Δεκέμβριο του 2014.

2η. Με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο (Ιούνιος 2016), η αποπληρωμή του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Πράγματι, από τον Ιούλιο του 2016, ξεκίνησε η σταδιακή αποπληρωμή τους.

Όμως, αυτή γίνεται με «ρυθμούς χελώνας», με λιγότερους σε σχέση με τον προγραμματισμό πόρους για την αποπληρωμή τους (-2,3 δισ. ευρώ) και με την Κυβέρνηση να δημιουργεί και νέες οφειλές.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου να παραμένουν υψηλές και να έχουν διαμορφωθεί στα 6,2 δισ. ευρώ το Σεπτέμβριο του 2016.

Δηλαδή, μέσα στο τελευταίο τρίμηνο, οι οφειλές μειώθηκαν κατά 1 δισ. ευρώ, αν και διοχετεύθηκαν πόροι ύψους περίπου 1,8 δισ. ευρώ.

Γιατί υπήρξε αυτή η απόκλιση; Επειδή την ίδια περίοδο δημιουργήθηκαν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους περίπου 850 εκατ. ευρώ!

Πρόκειται για «μνημείο» Κυβερνητικής ανικανότητας, αναποτελεσματικότητας και αβελτηρίας.

imageimage-1

3η. Σήμερα, φαίνεται ότι η αποπληρωμή των οφειλών, μέσω ασαφών «αριστερής κοπής» δεσμεύσεων, μετατίθεται για ακόμη αργότερα, πιθανόν και για μετά το 2017.

Προσδοκώντας τουλάχιστον το 2017 να φτάσουν στο επίπεδο του 2014.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και στο πεδίο της αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ παρέλαβε την οικονομία στον «1ο όροφο», την έριξε στο «υπόγειο», και σήμερα πανηγυρίζει που προσπαθεί να την ανεβάσει στο «ισόγειο».

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “Κυβερνητική ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα στην αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου”

Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες αποτελεί βασική πηγή ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας και ουσιαστικό μηχανισμό τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, συμβάλλοντας παράλληλα στην τόνωση της αξιοπιστίας των φορέων του Δημοσίου και στη βελτίωση της ποιότητας των δημόσιων οικονομικών.

Μία μικρή ιστορική αναδρομή στους «μνημονιακούς προϋπολογισμούς» επιβεβαιώνει αυτές τις διαπιστώσεις.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου (δηλαδή δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης και εκκρεμείς επιστροφές φόρων), την περίοδο 2010-2012, διαρκώς αυξάνονταν, για να διαμορφωθούν τελικά στα 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012.

Στη συνέχεια, με το πρόγραμμα αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έθεσε η τότε Κυβέρνηση με κορμό τη Νέα Δημοκρατία σε εφαρμογή, ξεκίνησε η αποκλιμάκωσή τους.

Έτσι, τα προσεχή δύο χρόνια, αποπληρώθηκαν οφειλές ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα αυτές να διαμορφωθούν στα 3,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014, μειωμένες κατά 60% σε σχέση με το 2012.

diagram_1

Αυτή η «ένεση» ρευστότητας στην πραγματική οικονομία συνέβαλε ουσιαστικά στην ανακοπή της καθοδικής πορείας του ΑΕΠ και στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης το 2014, για πρώτη φορά μετά από 6 χρόνια ύφεσης.

diagram_2

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές άρχισαν, και πάλι, «να τραβάνε τον ανήφορο», ως αποτέλεσμα της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ξεπερνώντας τα 7 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2016.

Και ενώ, από τότε, ξεκίνησε η μερική αποπληρωμή τους, αυτή γίνεται «με το ζόρι».

Ενδεικτικά, ενώ μεταφέρθηκαν στους φορείς πιστώσεις 2 δισ. ευρώ, έγιναν πληρωμές 1,44 δισ. ευρώ και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές μειώθηκαν μόλις κατά 975 εκατ. ευρώ, για να διαμορφωθούν στα 6,3 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2016, αυξημένες κατά 63% από τις αρχές του 2015!

Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση, μέχρι το τέλος του 2016 θα έχει αποπληρωθεί περίπου το 50% των ληξιπρόθεσμων οφειλών, επαναφέροντας την κατάσταση εκεί που ήταν το 2014.

Με λίγα λόγια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και δεν μπορεί να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην αγορά και δημιουργεί νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

Για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνεται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Άρθρο στην εφημερίδα “Κεφάλαιο” – “Δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας”

Η Ελληνική οικονομία, μετά την μικρή ανάκαμψη του 2014, «κύλισε», με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, και πάλι στην ύφεση το 2015, κατάσταση στην οποία παραμένει το 2016.

Έτσι, την ίδια περίοδο που η Ευρώπη επιταχύνει, η χώρα μας οπισθοχωρεί και «σέρνεται», έχοντας χάσει ήδη 2 χρόνια.

Συνεπώς, σήμερα, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση της οικονομίας και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Ανάπτυξης και όχι απλώς μεγέθυνσης, κάτι που σημαίνει βελτίωση τόσο της υλικής ευημερίας όσο και της κατανομής των παραγόμενων αγαθών.

Βασικές προϋποθέσεις είναι:

1η: Η διαμόρφωση μιας συνεκτικής και αποφασιστικής Κυβέρνησης, η οποία να διαθέτει ένα συγκροτημένο σχέδιο επανεκκίνησης της οικονομίας.

2η: Η εμπροσθοβαρής προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, ακόμη και πέραν αυτών που έχουν συμφωνηθεί στο 3ο Μνημόνιο.

Και φυσικά, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

3η: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με ποιους τρόπους μπορεί αυτό να γίνει;

1ος: Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων.

2ος: Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, οι οποίες, σήμερα, έχουν «εκτοξευθεί» κατά 63% από τις αρχές του 2015, ενώ γεννιούνται, παρά τη μερική αποπληρωμή τους, και νέες.

3ος: Με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης και την ένταξη στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης». Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

4η: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Αυτό μπορεί να γίνει:

  • Με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.
  • Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε το 2014, όταν και αρχίσαμε να μειώνουμε – σταδιακά – φορολογικούς συντελεστές.
  • Με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών.
  • Με τη συρρίκνωση της «παραοικονομίας» και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, υλοποιώντας – μεταξύ άλλων – ένα συνεκτικό πλέγμα διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων για την προώθηση και επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως πρόσφατα – ως Αξιωματική Αντιπολίτευση – καταθέσαμε.
  • Με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% του ΑΕΠ, από το 3,5%.

5η: Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Βιωσιμότητα η οποία επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους χειρισμούς των 2 τελευταίων ετών.

Επί του παρόντος, η απόφαση του Eurogroup παραμένει ασαφής και είναι αβέβαιη, τελεί υπό πολλές προϋποθέσεις και είναι μελλοντική.

6η: Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να ολοκληρωθεί – από την Ελληνική Κυβέρνηση – το Μάρτιο του 2016. Και το οποίο σήμερα όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά ούτε καν συζήτηση γίνεται γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία, καθώς και η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης.
Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση αυτών των προϋποθέσεων θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και θα βοηθήσει στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Δυστυχώς όμως, η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.

Η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση. Κυβέρνηση της ΝΔ, που θα είναι περισσότερο αποτελεσματική και πιο αξιόπιστη, θα στηρίζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και θα έχει ως στόχο την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής.

Ώστε, με τη δημιουργική συμβολή όλων, να σπάσουμε τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αδράνειας και μιζέριας και να διασφαλίσουμε για τη χώρα μας μια αξιοπρεπή πορεία στην ανταγωνιστική και αβέβαιη ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Newpost.gr” – “«Ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας”

Η Κυβέρνηση, κατά την προσφιλή τακτική της, «πανηγυρίζει» για την πορεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2016.

«Πανηγυρίζει» για τη σημαντική υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, παρά το γεγονός ότι αυτό οφείλεται, ουσιαστικά, στην εσωτερική στάση πληρωμών, αφού η υποεκτέλεση των δαπανών έχει παγιωθεί και υπερβαίνει τα 3 δισ. ευρώ.

«Πανηγυρίζει» για την υπέρβαση του στόχου για τα έσοδα, ιδιαίτερα του προηγούμενου μήνα, παρά το γεγονός ότι αυτό οφείλεται, ουσιαστικά, σε μη επαναλαμβανόμενα έσοδα (π.χ. σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με τις προβλέψεις μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος), σε εφάπαξ εξόφληση του ΕΝΦΙΑ μέσω πιστωτικών καρτών και στους συμψηφισμούς δικαιούμενων επιστροφών φόρου εισοδήματος με τον οφειλόμενο ΕΝΦΙΑ.

Και τέλος, «πανηγυρίζει» για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, παρά το γεγονός ότι με την ιδεοληπτική εμμονή της στην αύξηση των φόρων, δημιουργεί μια σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας. Ειδικότερα:

  • Διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών.

Συγκεκριμένα, από την αρχή του έτους, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές έχουν αυξηθεί περίπου κατά 9 δισ. ευρώ, και «αγγίζουν», πλέον, τα 92 δισ. ευρώ.

Μόνο τον Αύγουστο, μήνα που δεν υπήρχαν φορολογικές υποχρεώσεις για την καταβολή δόσεων φόρου εισοδήματος από φυσικά πρόσωπα και ΕΝΦΙΑ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν κατά 1,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου το 1 δισ. ευρώ αφορούσε καθαρά φορολογικές οφειλές.

  • Διογκώνεται η «μαύρη τρύπα» στα ασφαλιστικά ταμεία.

Συγκεκριμένα, στο τέλος Ιουνίου, το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο οφειλών (κύρια οφειλή και πρόσθετα τέλη) προς τα ασφαλιστικά ταμεία ανήλθε περίπου στα 17 δισ. ευρώ.

Ενδεικτικά, ο ΟΑΕΕ έχει ήδη βγει «εκτός πορείας» καθώς στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου, δηλαδή στα 2/3 της χρονιάς, χρησιμοποίησε τα 6/7 ή το 86% της ετήσιας επιχορήγησης του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Το αποτέλεσμα είναι η Κυβέρνηση να «βάλει χέρι» – για ακόμη μία φορά – στα αποθεματικά Ταμείων και να «σπάσει τον κουμπαρά» του Λογαριασμού Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων προκειμένου να αντλήσει 370 εκατ. ευρώ.

  • Διογκώνονται τα «κόκκινα» δάνεια» στο τραπεζικό σύστημα.

Συγκεκριμένα, το μερίδιο των συνολικών ανοιγμάτων που χαρακτηρίζονται ως μη εξυπηρετούμενα ανήλθε στο 45,2% τον Μάρτιο του 2016, από 39,9% το Δεκέμβριο του 2014. Ενώ, το 70% των δανείων που είχαν ρυθμιστεί κατά το παρελθόν, προκειμένου να ενισχυθεί η πιθανότητα αποπληρωμής τους, χαρακτηρίζονται και πάλι ως μη εξυπηρετούμενα.

  • Επιδεινώνεται η ρευστότητα και η βιωσιμότητα φορέων του δημοσίου.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την ΔΕΗ έχουν αυξηθεί δραματικά, προσεγγίζοντας πλέον τα 3 δισ. ευρώ, με το σημαντικότερο μέρος τους να προέρχεται από τη χαμηλή τάση, που αφορά νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ενώ τα έσοδα στις αστικές συγκοινωνίες είναι σημαντικά συρρικνωμένα, πολύ χαμηλότερα από τις προβλέψεις αλλά και από την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, όταν λόγω κεφαλαιακών περιορισμών δεν καταβάλλονταν εισιτήριο.

Συμπερασματικά, αυτά τα στοιχεία εκτιμώ ότι δεν είναι για «πανηγυρισμούς», αλλά μάλλον θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού.

Άρθρο στην εφημερίδα “Real News” – “Η αύξηση φόρων οδηγεί σε μειωμένα φορολογικά έσοδα”

Η δημοσιονομική στρατηγική της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, η οποία καθοδηγείται από μια ιδεοληπτική εμμονή αύξησης των φόρων, δεν θα αποφέρει τα προσδοκόμενα από την ίδια αποτελέσματα.

Μία αναδρομή στους απολογισμούς των «μνημονιακών» Προϋπολογισμών το επιβεβαιώνει.

Συγκεκριμένα:

1ον. Τα φορολογικά έσοδα, από το 2010 μέχρι και το 2015, παρά την αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, συνεχώς μειώνονται.

2ον. Η μοναδική χρονιά κατά την οποία παρατηρήθηκε σταθεροποίηση των φορολογικών εσόδων ήταν το 2014. Θυμίζουμε ότι εκείνη τη χρονιά, η οικονομία σταθεροποιήθηκε επιτυγχάνοντας για πρώτη – και μοναδική μέχρι σήμερα φορά από την αρχή της κρίσης – θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης (+0,7%), ενώ η τότε Κυβέρνηση προχώρησε και στις πρώτες στοχευμένες μειώσεις φορολογικών συντελεστών (κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες τον ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% την έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, κατά 5% τις ασφαλιστικές εισφορές κ.α.).

3ον. Τα φορολογικά έσοδα το 2015 ήταν τα χαμηλότερα της δεκαετίας, παρά την επιβολή νέων, πρόσθετων φόρων από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

diagram

Συμπερασματικά, η στρατηγική της δημοσιονομικής προσαρμογής κυρίως μέσω της αύξησης των φορολογικών συντελεστών, ειδικά σε ένα υφεσιακό μακροοικονομικό περιβάλλον, έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Ενώ, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική, έχει αποδειχθεί και μη διατηρήσιμη (βλέπετε μελέτες Τράπεζας της Ελλάδος, ΕΚΤ, ΟΟΣΑ κ.α.).

Για τους λόγους αυτούς, η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει τη σταδιακή μείωση φορολογικών συντελεστών, όπως παρουσιάστηκαν από τον Πρόεδρό της κ. Μητσοτάκη στην ΔΕΘ.

Και πως μπορεί αυτό να γίνει;

  • Με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.
  • Με μία αξιόπιστη Κυβέρνηση και με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως άλλωστε έγινε και το 2014.
  • Με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών, κυρίως σε περιοχές που αυτές διογκώθηκαν επί της σημερινής διακυβέρνησης (π.χ. διόρθωση αποκλίσεων στην εκτέλεση Προϋπολογισμών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης το 2015, νέες διοικητικές δομές, αύξηση του κόστους δανεισμού κ.α.).
  • Με τη συρρίκνωση της «παραοικονομίας» και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, υλοποιώντας – μεταξύ άλλων – ένα συνεκτικό πλέγμα διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων για την προώθηση και επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως πρόσφατα, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, δημόσια καταθέσαμε.
  • Με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% από 3,5% του ΑΕΠ.

Και φυσικά με την επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Για να γίνουν όμως αυτά απαιτείται η Κυβέρνηση να είναι τεκμηριωμένη, να διαθέτει αξιοπιστία και να μην διακρίνεται από ιδεολογικές εμμονές.

Και η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει.

Άρθρο στην εφημερίδα “ΤΟ ΠΑΡΟΝ” – “Είναι εφικτή ανάπτυξη 2,7% το 2017;”

Η οικονομία, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, επέστρεψε στην ύφεση το 2015 και παραμένει σε ύφεση το 2016.

Μάλιστα, ενώ η Ευρώπη – αυτά τα χρόνια – επιτάχυνε, η Ελλάδα οπισθοχώρησε.

Ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση υποχώρησαν και οι εξαγωγές συρρικνώθηκαν.

Και ενώ η χώρα «σέρνεται» στο τέλμα, η Κυβέρνηση προβλέπει ανάπτυξη 2,7% το 2017.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτή η πρόβλεψη, αν και θεμιτή, δεν είναι ρεαλιστική.

Γιατί όμως;

1ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8%.

Αυτό είναι μη ρεαλιστικό σε μία χρονιά κατά την οποία θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

Και αυτό γιατί επιβάλλονται νέοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι και περικοπές στις συντάξεις και την κοινωνική προστασία, ύψους περίπου 2,6 δισ. ευρώ μόνο για το 2017.

Ενώ και η μείωση της ανεργίας, που ξεκίνησε το 2014 και θα μπορούσε, μέσω της αύξησης της απασχόλησης, να συμβάλει στην ενίσχυση της κατανάλωσης, επιβραδύνεται.

2ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, δηλαδή αύξηση των επενδύσεων, κατά 9,1%.

Κι αυτό όμως είναι εξαιρετικά αισιόδοξο.

Αλήθεια, πως θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν η Κυβέρνηση «στραγγαλίζει» τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας με την υπερφορολόγηση, τη «στάση πληρωμών» και την στέρηση ρευστότητας, με αποτέλεσμα να έχουν «πολλαπλασιαστεί» τα λουκέτα στην αγορά;

Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις με μία Κυβέρνηση που επιδεικνύει αναβλητικότητα και αβελτηρία και διακατέχεται από ιδεολογικές εμμονές και αγκυλώσεις σε ότι αφορά την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών;

Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν ο δείκτης οικονομικού κλίματος και οι επιχειρηματικές προσδοκίες έχουν «κατρακυλίσει»;

Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία της Κυβέρνησης;

3ον. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι «θα αυξηθεί η πιστωτική επέκταση στην οικονομία».

Βασικός μηχανισμός επίτευξης αυτού του στόχου είναι το τραπεζικό σύστημα.

Πώς θα μπορέσει να διοχετεύσει πόρους στην οικονομία το τραπεζικό σύστημα όταν, επί ημερών της σημερινής Κυβέρνησης, υπήρξε η μεγαλύτερη από την αρχή της κρίσης εκροή καταθέσεων, ενώ και τα «κόκκινα δάνεια» συνεχίζουν να αυξάνονται με αποτέλεσμα να έχει διευρυνθεί και διογκωθεί η «πιστωτική ασφυξία»;

Συμπερασματικά, η πρόβλεψη της Κυβέρνησης αποτελεί, απλώς, «ευσεβή πόθο» της.

Άλλωστε, αν είναι ρεαλιστική η πρόβλεψη της σημερινής Κυβέρνησης για ανάπτυξη 2,7% το 2017 από ύφεση 0,3% το 2016, γιατί δεν ήταν ρεαλιστική παρόμοια πρόβλεψη της Κυβέρνησης ΝΔ για ανάπτυξη 2,9% το 2015 από ανάπτυξη 0,7% το 2014;

Είναι προφανές ότι σήμερα η απόσταση από τον στόχο είναι πολύ μεγαλύτερη, το μακροοοικονομικό περιβάλλον επιβαρυμένο και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών πολύ λιγότερο.

Ακόμη όμως και αν αποδεχθούμε τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η απώλεια πλούτου σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις είναι 24 δισ. ευρώ μόνο για το 2017.

Αυτό είναι το οδυνηρό «αποτύπωμα» της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Συμπερασματικά, και αφού ήδη χάθηκαν 2 χρόνια, θα μπορούσε η χώρα, υπό προϋποθέσεις, να επιστρέψει το 2017 εκεί που ήταν το 2014.

Δυστυχώς όμως, η σημερινή Κυβέρνηση απέδειξε ότι όχι μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μπροστά, αλλά αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.

Είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση, περισσότερο αποτελεσματική, πιο  αξιόπιστη και αφοσιωμένη στο στόχο.

Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας η οποία θα υλοποιήσει εμπροσθοβαρώς διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις.

Θα προωθήσει την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Και θα ισορροπήσει σε καλό σημείο μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή της Κυριακής” – “Εφικτή η μείωση των φόρων;”

Η ελληνική οικονομία, περίπου δύο χρόνια με διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σέρνει τα βήματά της στο τέλμα.

Η Νέα Δημοκρατία, δια του Προέδρου της κ. Κ. Μητσοτάκη, κατέθεσε, στο πλαίσιο των αρχών, αξιών και λογικών της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, έναν ρεαλιστικό, τεκμηριωμένο και συνεκτικό δημοσιονομικό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την οικονομική κρίση.

Στόχος η έξοδος από το τέλμα και η προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Βασικός άξονας του δημοσιονομικού σχεδίου είναι η σταδιακή μείωση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων με ταυτόχρονη περιστολή των δημοσίων δαπανών.

Με αυτή την πολιτική θα αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών, συνακόλουθα η οικονομική δραστηριότητα και θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας πρότεινε, σε πρώτη φάση και σε βάθος διετίας:

  • Τη μεσοσταθμική μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% εντός διετίας.
  • Τη μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη από το 29% στο 20% και της φορολόγησης στα μερίσματα από το 15% στο 5%, αμφότερα εντός διετίας.
  • Την επαναφορά του ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια από το 24% στο 13% και την κατάργηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο κρασί.

Κάποιοι αναρωτιούνται αν αυτή η στρατηγική, που αναμφίβολα διαφέρει από την στρατηγική της Κυβέρνησης, είναι εφικτό να υλοποιηθεί εντός του υφιστάμενου δημοσιονομικού πλαισίου.

Η απάντηση είναι καταφατική: Ναι, μπορεί. Και τούτο γιατί:

1ον. Αν και το πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής είναι αυστηρό και οι δημοσιονομικοί στόχοι δεδομένοι, η επιλογή του μείγματος των πολιτικών ανήκει στην Κυβέρνηση.

Η κάθε Κυβέρνηση, για να επιτύχει συγκεκριμένους δημοσιονομικούς στόχους μπορεί να ακολουθήσει μία από δύο διαφορετικές στρατηγικές.

Στην Ελλάδα, από το καλοκαίρι του 2010, οι Κυβερνήσεις των κ.κ. Παπανδρέου και Τσίπρα επέλεξαν να πετύχουν τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως, από το σκέλος των εσόδων με αύξηση της φορολογίας, ενώ η Κυβέρνηση του κ. Σαμαρά επέλεξε την επίτευξη των στόχων, μέσω, κυρίως, του σκέλους των δαπανών.

Η θεωρία και τα εμπειρικά αποτελέσματα, τόσο από την Ελλάδα όσο και από άλλες χώρες, επιβεβαιώνουν την ορθότητα της δικής μας στρατηγικής.

2ον. Όταν η Κυβέρνηση είναι αξιόπιστη και οι στόχοι επιτυγχάνονται, δημιουργούνται βαθμοί ελευθερίας. Όπως έγινε το 2014.

Όταν και υλοποιήθηκαν οι πρώτες και μοναδικές από το 2010 μέχρι σήμερα μειώσεις της φορολογίας: μειώθηκαν κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες ο ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης και κατά 5% οι ασφαλιστικές εισφορές.

Και όλα αυτά χωρίς δημοσιονομικά ισοδύναμα.

3ον. Όμως η Νέα Δημοκρατία δεν παραμένει σε αυτά. Εκτός των ανωτέρω, για να είναι απολύτως αξιόπιστη η πολιτική μείωσης της φορολογίας, συνοδεύεται και από ένα σχέδιο ισόποσης περιστολής δαπανών.

Και το οποίο περιλαμβάνει περιοχές στις οποίες διογκώθηκαν οι δαπάνες επί της σημερινής διακυβέρνησης (π.χ. διόρθωση αποκλίσεων στην εκτέλεση Προϋπολογισμών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, νέες διοικητικές δομές, αύξηση του κόστους δανεισμού κ.α.).

Σημειώνεται ότι την αξιοπιστία του σχεδίου της Νέας Δημοκρατίας ουδείς μέχρι σήμερα την έχει αμφισβητήσει.

Συμπερασματικά, η στρατηγική της υπερβολικής αύξησης των φόρων έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη, ενώ αντιθέτως η στρατηγική μείωσης των φόρων, όπου και όταν εφαρμόστηκε «πυροδότησε» την οικονομική δραστηριότητα.

Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διαθέτοντας πλεόνασμα ιδεολογικών εμμονών και έλλειμμα αξιοπιστίας δεν θέλει και δεν μπορεί να εφαρμόσει την ορθή δημοσιονομική στρατηγική.

Η χώρα έχει ανάγκη από νέα Κυβέρνηση η οποία θα έχει, άλλη πολιτική φιλοσοφία, αυτή του κοινωνικού φιλελευθερισμού, σχέδιο και διαχειριστική επάρκεια.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” – “Η καθυστέρηση της αξιολόγησης «φούσκωσε» το λογαριασμό”

Σήμερα, στη μέση του έτους, με αρκετή ασφάλεια, μπορούμε να κάνουμε ορισμένες διαπιστώσεις που συνδέονται με την εκτέλεση του εφετινού προϋπολογισμού.

1η Διαπίστωση: Η 7μηνη καθυστέρηση ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης του προγράμματος, κόστισε ακριβά στη χώρα και «βάρυνε το λογιαριασμό» στους πολίτες.

Τα δημοσιονομικά μέτρα αυξήθηκαν και ανέρχονται πλέον στα 9 δισ. ευρώ.

Μέτρα κυρίως φορολογικά, απότοκο αριστερής ιδεοληπτικής εμμονής.

Εμμονή που δεν έχει λογική, όρια και φραγμό.

Επίσης, ως απόρροια της αναξιοπιστίας της Κυβέρνησης, επιβλήθηκαν στη χώρα νέες, επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις, όπως είναι ο οριζόντιος και αυτόματος μηχανισμός δημοσιονομικής προσαρμογής και το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων.

2η Διαπίστωση: Το «μαρτύριο της σταγόνας» συνεχίζεται.

Η δόση εκταμιεύεται τμηματικά, υπό προϋποθέσεις και σε βάθος χρόνου.

Ακόμη και η πρώτη υπο-δόση που συνόδευσε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, αποτελεί το 50% του ποσού που θα έπρεπε να λάβει η χώρα μέχρι τον Ιούνιο του 2016.

Συγκεκριμένα, είναι μόλις 7,5 αντί για 15,1 δισ. ευρώ που ήταν ο χρηματοδοτικός προγραμματισμός του 3ου Μνημονίου.

3η Διαπίστωση: Ο στόχος για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για το 2017.

Θυμίζω ότι, σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2016.

Τελικά, εφέτος, θα αποπληρωθούν οι μισές, δηλαδή περίπου 3,5 από τα 7 δισ. ευρώ που σωρεύθηκαν μέχρι σήμερα.

Άρα θα φτάσουμε εκεί που ήμασταν το 2014.

Και αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι στο μεσοδιάστημα δεν θα δημιουργηθεί μια νέα «γενιά» ληξιπρόθεσμων οφειλών, κάτι που είναι εξαιρετικά αμφίβολο με τη σημερινή ανερμάτιστη διακυβέρνηση.

4η Διαπίστωση: Η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει εξαντληθεί.

Ενδεικτικά, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές τους αυξήθηκαν κατά περίπου 5 δισ. ευρώ το πρώτο πεντάμηνο του έτους και υπερέβησαν, συνολικά, τα 88 δισ. ευρώ.

Και όλα αυτά, ενώ μόλις ολοκληρώθηκε η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων και εκκρεμεί η αποστολή των εκκαθαριστικών του ΕΝΦΙΑ, σωρεύοντας τις υποχρεώσεις των πολιτών στους τελευταίους μήνες του έτους.

5η Διαπίστωση: Η χώρα έχει επιστρέψει στην ύφεση, όπου και παραμένει.

Εκτιμάται μάλιστα ότι η ύφεση θα διατηρηθεί και το 2016, όπως έγινε το 2015, παρά την ανάκαμψη του 2014.

Αυτές οι διαπιστώσεις αποτυπώνονται και στην εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Συγκεκριμένα, το σύνολο των καθαρών εσόδων, το μήνα Ιούνιο, είναι μειωμένο κατά 180 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου.

Ενώ οι δαπάνες του Τακτικού Προϋπολογισμού είναι μειωμένες περίπου κατά 2,5 δισ. ευρώ, όσο είναι και το πρωτογενές πλεόνασμα που παρουσιάζει ο Προϋπολογισμός.

Ενώ, αν συνυπολογιστεί και η συγκράτηση των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (-40% από το στόχο!!!), η στερούμενη ρευστότητα από την οικονομία αγγίζει τα 3,5 δισ. ευρώ, όσο είναι η υπέρβαση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αυτό το ποσό είναι ίσο με το ύψος των παρεμβάσεων του οριζόντιου «κόφτη» δαπανών που θέσπισε η Κυβέρνηση. Με λίγα λόγια, αν δεν αλλάξει η κατάσταση στο σκέλος των δαπανών, ο «κόφτης» ήδη ενεργοποιήθηκε…

Είναι προφανές ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Απαιτείται άμεσα η εφαρμογή μιας διαφορετικού μείγματος συνεκτικής οικονομικής πολιτικής, προκειμένου η χώρα να βαδίσει πιο αποτελεσματικά προς τους στόχους της.

Άρθρο στην εφημερίδα “Η Άποψη του Σαββατοκύριακου” – “6 αναπτυξιακές προτάσεις κόντρα στις κυβερνητικές εμμονές”

Όπως υποστηρίζεται πλέον και από ποσοτικούς δείκτες, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης το 2014, η οικονομία «παλινδρομεί βυθιζόμενη», ως αποτέλεσμα των ιδεοληψιών, της αβελτηρίας και των παλινωδιών της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, των ανερμάτιστων χειρισμών του 1ου εξαμήνου του 2015 και της 7μηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης του προγράμματος.

Πρόσφατα, οι εκτιμήσεις του Επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ανεβάζουν το κόστος εκείνων των χειρισμών από τα 85 μέχρι τα 100 δισ. ευρώ.

Επιπλέον, η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της αξιολόγησης οδήγησε σε πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, τα οποία πλέον αθροίζουν στα 9 δισ. ευρώ, και σε επώδυνες δεσμεύσεις για τη χώρα, όπως είναι το νέο υπερ-ταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο αυτόματος μηχανισμός δημοσιονομικής προσαρμογής.

Σημειώνω την λανθασμένη εμμονή της Κυβέρνησης στην αύξηση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Επιλογή, η οποία, όπως και στο 1ο Μνημόνιο, έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Το αποτέλεσμα;

  • Η χώρα έχει επιστρέψει, μετά την ανάκαμψη του 2014, στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, τόσο του Δημοσίου όσο και των ιδιωτών, εκτοξεύθηκαν.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις «ξαναβούλιαξαν στο βούρκο».
  • Οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.
  • Η βιωσιμότητα του χρέους επιδεινώθηκε.

Συνεπώς, η χώρα, τους τελευταίους 18 μήνες, έκανε βήματα προς τα πίσω.

Η ΝΔ εκτιμά ότι η χώρα μας μπορεί να βαδίσει πιο αποτελεσματικά προς τους στόχους αν εφαρμοσθεί μία, άλλου μίγματος και προτεραιοτήτων, συνεκτική οικονομική πολιτική.

Θυμίζω ότι πρόσφατα απέδειξε ότι ξέρει να επιτυγχάνει δημοσιονομικούς στόχους και να υλοποιεί διαρθρωτικές αλλαγές.

Η νέα οικονομική πρόταση της ΝΔ, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες συνθήκες, στοχεύει σε ένα καλό συγκερασμό οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης και εδράζεται:

1ον. Στην εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων, στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων και στην ενίσχυση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.

2ον. Στην υλοποίηση, χωρίς παλινδρομήσεις, ιδιωτικοποιήσεων και στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Ιδιωτικοποιήσεις, που μπορούν να συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου.

3ον. Στην ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, με την ταχύτερη υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, με την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με την εκκαθάριση του ενεργητικού και την ενίσχυση του παθητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

4ον. Στη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών. Αυτό μπορεί να γίνει:

  • με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας,
  • με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε το 2014,
  • με την αξιοποίηση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών,
  • με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, μέσα και από την εκτεταμένη χρήση πλαστικού χρήματος, και
  • με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, στο 2% του ΑΕΠ.

5ον. Στην ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Επί αυτού αναμένουμε την έμπρακτη συμβολή των εταίρων μας.

6ον. Στην υιοθέτηση και εφαρμογή ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας, παράλληλα προς το πρόγραμμα, που θα στοχεύει σε μία ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία.

Εκτιμούμε ότι αυτή η πολιτική είναι ρεαλιστική και θα αποδειχθεί πιο αποτελεσματική.

Αυτή την πολιτική είμαστε αποφασισμένοι να την εφαρμόσουμε με αξιοπιστία, σοβαρότητα και σε δημιουργική συνεννόηση με τους εταίρους μας.

InstagramYoutube