ΑΡΘΡΟ

Άρθρο στο περιοδικό “Reporter” – “Προκλήσεις για την Ανάκαμψη”

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, το οποίο υποστηρίζεται πλέον και από ποσοτικούς δείκτες, ότι η χώρα, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης το 2014, «λιμνάζει» βυθιζόμενη από τις αρχές του 2015, αναλώνοντας χρόνο και πόρους, σε έναν ευρύτερο περίγυρο υψηλών κινδύνων.

Οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία και οι παλινωδίες επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στην οικονομία.

  • Η πραγματική οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας συρρικνώθηκε.
  • Oι επιχειρηματικές προσδοκίες επιδεινώθηκαν και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε.
  • Οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των ιδιωτών προς το Κράτος διογκώθηκαν.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα «εκτοξεύθηκαν».
  • Ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, ο δείκτης κύκλου εργασιών στη βιομηχανία, στις κατασκευές, στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, στις υπηρεσίες, συρρικνώθηκαν.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Οι τραπεζικές καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών επιδεινώθηκε και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίστηκε.
  • Οι διαρθρωτικές αλλαγές «κόλλησαν» ενώ κάποιες, λίγες αποκρατικοποιήσεις, μετά από πολλά εμπόδια, τελικά πραγματοποιήθηκαν.

Το αποτέλεσμα σήμερα αυτής της εικόνας της οικονομίας, εξαιτίας και της 7μηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, είναι οι πολίτες να έχουν ήδη φορτωθεί πολύ βαριά μέτρα, να έχουν προστεθεί νέες επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις στη χώρα, όπως είναι το ταμείο αποκρατικοποιήσεων, να έχουν επιβληθεί μόνιμα μνημόνια με τον αυτόματο και οριζόντιο μηχανισμό δημοσιονομικής διόρθωσης, και να έχουν φουσκώσει οι οφειλές του Κράτους προς τους ιδιώτες.

Συνεπώς, η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, θα βρει την Ελλάδα σε ένα κρίσιμο σημείο.

Σημείο κατά το οποίο θα προσπαθεί να βρει ένα νέο επίπεδο ισορροπίας, δυστυχώς πολύ χαμηλότερο από αυτό στο οποίο βρισκόταν στο τέλος του 2014.

Το ερώτημα συνεπώς, που τίθεται, είναι: τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος για να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης;

Κατά την άποψή μου πρέπει να κινηθούμε σε παράλληλους άξονες, με βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο χρονικά ορίζοντα.

Αυτοί οι άξονες είναι:

1ος. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Οι οποίες, δυστυχώς σήμερα, αποτελούν «αγαθό σε ανεπάρκεια».

2ος. Η τάχιστη αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου.

Δυστυχώς, η δόση που συνοδεύει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης υπολείπεται σημαντικά του ποσού που είχε προγραμματιστεί να λάβει η Ελλάδα μέχρι σήμερα. Ανέρχεται μόλις στα 7,5 δισ. ευρώ, έναντι των 15 δισ. ευρώ που προέβλεπε ο χρηματοδοτικός προγραμματισμός του Μνημονίου. Ενώ τα υπόλοιπα 2,8 δισ. ευρώ, θα χορηγηθούν σταδιακά, υπό προϋποθέσεις και νέα προαπαιτούμενα. 

Ένα κομμάτι αυτής, και μάλιστα το μικρότερο, θα αποπληρώσει μόνο μέρος από τις συσσωρευμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές. 

Είναι προφανές ότι η συνολική τους αποπληρωμή μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για το 2017, στερώντας ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

3ος. Η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής προσαρμογής, με τη μείωση των υψηλών και για μεγάλη περίοδο στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα.

Η αριστερή ιδεοληπτική εμμονή στην αύξηση της φορολογίας έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Αντίθετα, θα πρέπει να περάσουμε στη σταδιακή μείωση της φορολογίας.

Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε με τις πρώτες φορολογικές ελαφρύνσεις του 2014.

Με την μεγαλύτερη περιστολή των δημοσίων δαπανών. Υπάρχουν περιθώρια, δεν είναι πολύ μεγάλα.

Με τη συνεχή θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φορολογικού συστήματος, με στόχο την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της.

4ος. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

Μεταρρυθμίσεις που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

5ος. Η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Ιδιωτικοποιήσεις οι οποίες μπορούν να συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου.

6ος. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Βιωσιμότητα που επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους χειρισμούς των τελευταίων μηνών.

Επί του παρόντος, η προτεινομένη από του Ευρωπαίους εταίρους ρύθμιση για το χρέος παραμένει ασαφής και είναι αβέβαιη, τελεί υπό προϋποθέσεις και είναι μελλοντική.

Σε κάθε δε περίπτωση η ρύθμιση αυτή συνοδεύεται από τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, ενώ δεν γίνεται καθόλου λόγος για την εξέλιξη του μεγέθους χρέος/ΑΕΠ.

7ος. Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, στο σκέλος του ενεργητικού, αποτελεί η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη-εξυπηρετούμενων δανείων.

Προς την κατεύθυνση αυτή απαιτείται καλύτερος συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων σε επίπεδο στρατηγικής και τεχνικής υλοποίησης των αποφάσεων, προώθηση της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, επίσπευση των διαδικασιών.

8ος. Η ταχύτερη υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Καθώς και η προώθηση επενδυτικών σχεδίων που θα αξιοποιούν αποτελεσματικά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, το «Πρόγραμμα Γιούνκερ». Αλλά και η ψήφιση του νέου Αναπτυξιακού Νόμου για την ενίσχυση νέων επενδύσεων.

9ος. Η δομική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, με την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως είναι ο θεσμός του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, που θα επιτρέψουν τη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.

10ος. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση το Μάρτιο του 2016.

Και το οποίο σήμερα, προφανώς, δεν υφίσταται. Ούτε καν γίνεται συζήτηση γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα πρέπει να στοχεύει στη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Καθώς και μεταρρυθμίσεις στο Κράτος, με τη δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, την προώθηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, την ολοκλήρωση του ρυθμιστικού μηχανισμού αδειοδότησης και τη θωράκιση του ρόλου των Ανεξάρτητων Αρχών.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτές οι προτεραιότητες θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας μας και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλασιαστικές θετικές επιδράσεις σε νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Αυτές όμως οι προϋποθέσεις απαιτούν στιβαρή και αποφασιστική πολιτική ηγεσία, η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, σοβαρότητα και αξιοπιστία.

Και η παρούσα Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει και δεν δείχνει ικανή να τα διαμορφώσει.

Άρθρο στην εφημερίδα “Νεοδημοκράτης” – “Το Κόστος Διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ”

Η οικονομία της χώρας, εξαιτίας της ανικανότητας, της αναποτελεσματικότητας και της αβελτηρίας της σημερινής Κυβέρνησης, περιπλανάται «βυθιζόμενη».

Αυτό το επιβεβαιώνουν όλοι οι ποσοτικοί δείκτες:

  • Η χώρα έχασε 21 δισ. ευρώ εθνικού πλούτου την περίοδο 2015-2016.
  • Η πραγματική οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Τα δημόσια οικονομικά κινούνται σε οριακές καταστάσεις και η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε.
  • Οι επιχειρηματικές προσδοκίες επιδεινώθηκαν και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, στο χαμηλότερο επίπεδο από το Νοέμβριο του 2012.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Κράτους διογκώθηκαν.
  • Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, ο κύκλος εργασιών στη βιομηχανία, στις κατασκευές, στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, στις υπηρεσίες, συρρικνώθηκαν.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Οι τραπεζικές καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η φτώχεια διογκώθηκε.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώθηκε.

Ενώ, και η καθυστέρηση επί επτά μήνες της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης πρόσεθεσε νέες επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις στη χώρα, όπως είναι το Ταμείο Αποκρατικοποιήσεων, επέβαλλε μόνιμα Μνημόνια, με το μηχανισμό δημοσιονομικής διόρθωσης, και φόρτωσε έναν πολύ βαρύ λογαριασμό μέτρων στους πολίτες.

Λογαριασμός που ανέρχεται ήδη τουλάχιστον στα 9 δισ. ευρώ.

Λογαριασμός πολύ υψηλότερος αυτού που ζητούσαν οι δανειστές πριν από 1,5 χρόνο, για την επίτευξη μάλιστα πολύ υψηλότερων στόχων.

Λογαριασμός που περιλαμβάνει νέους και πρόσθετους, άμεσους και έμμεσους φόρους, έμπνευσης, «ιδιοκτησίας» και εκτέλεσης της αριστερής διακυβέρνησης.

Λογαριασμός, που λόγω της σύνθεσής του, οδηγεί σε πλήρες στέγνωμα της οικονομίας, «δυναμιτίζει» κάθε προοπτική ανάπτυξης, ιδιωτικής πρωτοβουλίας και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, «σκοτώνει» ότι παραγωγικό έχει απομείνει στην ελληνική κοινωνία, οδηγεί σε περαιτέρω φτωχοποίηση.

Λογαριασμός που περιλαμβάνει την αύξηση, δύο φορές, των συντελεστών ΦΠΑ, την αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος, τη μείωση του αφορολόγητου, την αύξηση και μονιμοποίηση των συντελεστών εισφοράς αλληλεγγύης, την αύξηση της φορολόγησης των ενοικίων, την αύξηση του ΕΝΦΙΑ και την κατάργηση απαλλαγών πληρωμής του, την αύξηση των προκαταβολών φόρου εισοδήματος, τη φορολόγηση των μερισμάτων, την κατάργηση της επιστροφής αγροτικού πετρελαίου, την αύξηση του κόστους πρωτογενούς παραγωγής, την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, την αύξηση του φόρου στα τσιγάρα, την επιβολή φόρου στα ηλεκτρονικά τσιγάρα, την αύξηση του ειδικού τέλους κατανάλωσης στην μπύρα, την κατάργηση του ειδικού καθεστώτος μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά, την αύξηση του φόρου στον καφέ, στη βενζίνη, στο πετρέλαιο θέρμανσης και στα τέλη ταξινόμησης σε αυτοκίνητα και φορτηγά, την επιβολή τέλους στη σταθερή τηλεφωνία και στη συνδρομητική τηλεόραση, την επιβολή φόρου διαμονής στα ξενοδοχεία και στα ενοικιαζόμενα δωμάτια.

Αυτό είναι το αποτύπωμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, που από δήθεν σκληροί διαπραγματευτές, κατάντησαν πλήρως υποτακτικοί.

Των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, που από δήθεν πολέμιοι των Μνημονίων, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, ψηφίζουν τα πάντα.

Ακόμη και μόνιμα Μνημόνια.

Αρκεί να παραμείνουν, λίγο ακόμη, στην εξουσία.

Κάθε μέρα όμως που περνά:

  • αποκαλύπτεται η ιδεολογική αποψίλωση και ο πολιτικός κυνισμός της αυτοαποκαλούμενης Κυβέρνησης της ριζοσπαστικής αριστεράς,
  • αποκαλύπτεται η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων που, διαχρονικά, αυτή η αριστερά καλλιεργούσε,
  • αποκαλύπτονται οι πομφόλυγες για δήθεν αριστερή κοινωνική ευαισθησία και «αριστερά πρόσημα»,
  • αποκαλύπτεται ότι η όποια «αριστερή ψυχή» έγινε θυσία στο βωμό για λίγη «πολιτική εξουσία», ακόμη και ακραίας νεοφιλελεύθερης κοπής.

Σε τελική ανάλυση αποκαλύπτεται ότι οι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αδυνατούν να οδηγήσουν τη χώρα επιτυχώς, στην ιστορική της πορεία.

Η χώρα χρειάζεται άλλη Κυβέρνηση η οποία θα φέρει στο εσωτερικό της άλλη ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής και θα της προσδώσει θετική δυναμική στον ανταγωνιστικό κόσμο.

Κυβέρνηση με κορμό την κοινωνικά φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία.

Τη Νέα Δημοκρατία, ως επικεφαλής, μιας πλατιάς κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας.

Με ένα άλλο μίγμα πολιτικής.

Αυτό που προτείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Με μεταρρυθμίσεις, με μείωση των δαπανών και των φόρων, για να έρθουν επενδύσεις, δουλειές, ανάπτυξη.

Αυτά που η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να υλοποιήσει.

Άρθρο στην εφημερίδα “Πρώτο Θέμα” – “Η αποτυχία της διαπραγμάτευσης και οι προτεραιότητες για βιώσιμη ανάπτυξη”

Η Νέα Δημοκρατία, εδώ και μήνες, συστηματικά και υπεύθυνα, υποστήριζε την έγκαιρη ολοκλήρωση της αξιολόγησης, κατά τον βέλτιστο όμως για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο. Ολοκλήρωση που θα έπρεπε να συνοδευτεί από την εκταμίευση ολόκληρης της δόσης και από συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους. Τι επέτυχε τελικά η Ελληνική Κυβέρνηση σε αυτά τα 4 πεδία;

1ον. Εξαιτίας της 7μηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, ο «λογαριασμός» «βάρυνε» πολύ.

Τα δημοσιονομικά μέτρα αυξήθηκαν κατά 1,5 δισ. ευρώ σε σχέση με τις εκτιμήσεις του περυσινού Αυγούστου και ανήλθαν, συνολικά, στα 9 δισ. ευρώ (3,6 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2015 και 5,4 δισ. ευρώ τον Μάιο του 2016).

Πολλά «κρυφά» προαπαιτούμενα και ένα συμπληρωματικό Μνημόνιο προστέθηκαν.

Ένας νέος μηχανισμός δημοσιονομικής προσαρμογής υιοθετήθηκε, μόνιμος αφού η λειτουργία του θα επεκταθεί και πέραν της λήξης του προγράμματος, αυτόματος αφού η ενεργοποίησή του επιβάλλεται αυτοδίκαια παρακάμπτοντας το Ελληνικό Κοινοβούλιο και οριζόντιος αφού δεν εξαιρεί μισθούς και συντάξεις.

Νέες επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις επιβλήθηκαν, όπως είναι το υπερ-ταμείο αποκρατικοποιήσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται σχεδόν το σύνολο της περιουσίας της χώρας, διάρκειας ζωής ενός αιώνα, χωρίς ουσιαστικό εθνικό έλεγχο και με ανύπαρκτη κοινοβουλευτική λογοδοσία.

«Κόκκινα» και «πράσινα» δάνεια, χωρίς εξαιρέσεις και χρονικούς περιορισμούς, ακόμη και με αύξηση επιτοκίου για τα ενήμερα επιχειρηματικά, μπορούν πλέον να μεταβιβαστούν σε ξένα funds.

Με όλα αυτά, μόνο η σημερινή Κυβέρνηση θα μπορούσε να «πανηγυρίζει».

Η οποία πρόθυμα, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, υποχωρεί στα πάντα, αρκεί να κερδίσει λίγο ακόμη χρόνο στην εξουσία.

2ον. Επιβλήθηκαν νέοι και πρόσθετοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι, απότοκο αριστερής ιδεοληπτικής εμμονής.

Εμμονή που δεν έχει λογική, όρια και φραγμό και η οποία δεν θα έχει, τελικά, και τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Ήδη η Ελληνική οικονομία έχει επιστρέψει εδώ και τρία τρίμηνα και παραμένει στην ύφεση. Ενώ έχει εξαντληθεί, προ πολλού, και η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, όπως αποδεικνύει και η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους κατά περίπου 4 δισ. ευρώ από τις αρχές του έτους. Χωρίς ακόμη οι πολίτες να έχουν βιώσει το «τσουνάμι» των νέων φόρων που ξεκίνησε, σταδιακά, να υλοποιείται.

3ον. Το «μαρτύριο της σταγόνας» συνεχίζεται.

Η δόση θα εκταμιευθεί τμηματικά, υπό προϋποθέσεις και σε βάθος χρόνου.

Ακόμη και η πρώτη υπο-δόση που θα συνοδεύσει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, υπολείπεται κατά 50% του ποσού που είχε προγραμματισθεί να λάβει μέχρι σήμερα η χώρα μας. Συγκεκριμένα, ανέρχεται στα 7,5 δισ. ευρώ, έναντι 15,1 δισ. ευρώ που προέβλεπε ο αρχικός χρηματοδοτικός προγραμματισμός του 3ου Μνημονίου (5,7 δισ. ευρώ [Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2015] + 4,9 δισ. ευρώ [1ο τρίμηνο 2016] + 4,5 δισ. ευρώ [2ο τρίμηνο 2016]).

Και μάλιστα από αυτά, ένα μικρό κομμάτι, μόλις 1,8 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Οφειλές οι οποίες στο μεταξύ έχουν «εκτοξευθεί» στα 6,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 75% από τις αρχές του 2015!!!

4ον. Η όποια ρύθμιση για το δημόσιο χρέος παραμένει ασαφής, τελεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις, μετατίθεται για το μέλλον και συνοδεύεται από τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Και φυσικά, δεν γίνεται καθόλου λόγος για την εξέλιξη του μεγέθους χρέος / ΑΕΠ. Και αυτό γιατί το κείμενο του ESM που συζητήθηκε στο προηγούμενο Eurogroup προέβλεπε, μετά τις προτεινόμενες παρεμβάσεις για το χρέος, ότι αυτό θα διαμορφωθεί στο 142% του ΑΕΠ (!!!) το 2022, από 120% που ήταν η πρόβλεψη του 2ου Μνημονίου.

Συμπερασματικά, το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης δεν είναι ικανοποιητικό για τη χώρα.

Τουλάχιστον ας δούμε, από εδώ και μπρος, τι πρέπει να γίνει ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση, όπως έγινε το 2014, και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Κατά την άποψή μου, όπως έχω υποστηρίξει και κατά το παρελθόν, βασικές προτεραιότητες είναι:

1η. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

2η. Η τάχιστη αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Δυστυχώς, η συνολική τους αποπληρωμή μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για το 2017.

3η. Η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής προσαρμογής, στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτό μπορεί να γίνει όταν υπάρχει κυβερνητική αξιοπιστία και επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι, όπως απεδείχθη το 2014. Τότε κερδίσαμε «βαθμούς ελευθερίας» και προχωρήσαμε στις πρώτες στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (μείωση ΦΠΑ στην εστίαση, μείωση ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κ.α.). Σήμερα, όλα αυτά αυξήθηκαν!!!

Μπορεί όμως να γίνει και με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων, από την πλευρά των δαπανών. Υπάρχουν περιθώρια περιστολής, δεν είναι μεγάλα, είναι όμως εντοπισμένα.

Και φυσικά μπορεί να γίνει με τη συνεχής θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

4η. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και στους θεσμούς, η υλοποίηση ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

5η. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Βιωσιμότητα που επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους κυβερνητικούς χειρισμούς των τελευταίων μηνών. Οι εταίροι θα πρέπει να αναλάβουν πιο «επιθετικές» πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τους δείκτες  χρέος / ΑΕΠ και ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες / ΑΕΠ. Όπως έγινε και κατά το παρελθόν, με τη διπλή αναδιάρθρωση και τη βελτίωση του «προφίλ» του χρέους.

6η. Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, στο σκέλος του ενεργητικού, αποτελεί η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη-εξυπηρετούμενων δανείων και, στο σκέλος του παθητικού, η επιστροφή μέρους των καταθέσεων και η επαναφορά του waiver στα ελληνικά ομόλογα, το οποίο βέβαια είχε αρθεί το 2015.

7η. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, καθώς και η προώθηση επενδυτικών σχεδίων που θα αξιοποιούν αποτελεσματικά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, όπου δυστυχώς η Ελλάδα καταγράφεται ως η μεγάλη απούσα περίπου 18 μήνες μετά τη δρομολόγησή του.

Αλλά και με έναν Αναπτυξιακό Νόμο, σε αντίθεση με αυτόν που έχει κατατεθεί, σοβαρό, «γενναιόδωρο» για τις επενδύσεις, εμπροσθοβαρή, μη γραφειοκρατικό, με μικρότερους χρόνους αναμονής και διαφανή.

8η. Η ενίσχυση των πολιτικής απασχόλησης και η δομική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, με την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως είναι ο θεσμός, σε εθνική κλίμακα, του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

9η. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του 3ου Μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί το Μάρτιο του 2016 και να είχε συνδεθεί με τις προβλέψεις του Αναπτυξιακού Νόμου. Και το οποίο σήμερα όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά ούτε καν συζήτηση γίνεται γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία, η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτές οι προτεραιότητες θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας, θα βοηθήσουν στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων και στην επίτευξη ρεαλιστικών στόχων για την οικονομία, όπως αυτοί που τέθηκαν από τον Πρόεδρο της ΝΔ κ. Κ. Μητσοτάκη, για ονομαστική ανάπτυξη 4% και μακροχρόνια πρωτογενή πλεονάσματα 2% του ΑΕΠ.

Αυτές όμως οι προϋποθέσεις απαιτούν στιβαρή και αποφασιστική πολιτική ηγεσία, η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, σοβαρότητα και αξιοπιστία.

Και η παρούσα Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει και δεν δείχνει ικανή να τα διαμορφώσει.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “8 αλήθειες για το δημόσιο χρέος και τη βιωσιμότητά του”

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την οικονομία και την πορεία της χώρας.

Γι’ αυτό το λόγο, αλλά εξαιτίας και της συζήτησης που θα ανοίξει και πάλι για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, είναι σκόπιμο να ειπωθούν ορισμένες αλήθειες για την αριθμητική και τη δυναμική του τα τελευταία χρόνια.

1η. Η αυξητική δυναμική του χρέους «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012.

Όπως καταγράφει και η «Προκαταρκτική Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους για την Ελλάδα», της 25ης Ιουνίου 2015, την οποία η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή: «Το PSI οδήγησε σε μείωση του δημοσίου χρέους κατά περίπου 100 δισ. ευρώ τον Μάρτιο του 2012 (52% του τότε ΑΕΠ)».

Ενώ, με την επαναγορά, το Δεκέμβριο του 2012, το χρέος μειώθηκε περαιτέρω κατά περίπου 32 δισ. ευρώ.   

2η. Εκτός όμως από το ύψος, και το «προφίλ» του χρέους, μετά το 2012, έχει αισθητά βελτιωθεί.

Όπως επισημαίνει η προαναφερόμενη Έκθεση: «Η Ελλάδα έχει ήδη ωφεληθεί από μια σειρά μέτρων για τη μείωση του χρέους. Οι όροι σχετικά με το Greek Loan Facility έχουν αναθεωρηθεί τρεις φορές (επέκταση της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, μείωση των επιτοκίων). Και οι όροι του EFSF τροποποιήθηκαν το 2012 (επέκταση ωριμάνσεων, κατάργηση χρεώσεων και αναβολή πληρωμών τόκων)».  

Όλα αυτά τα επιβεβαιώνει ο Προϋπολογισμός της Κυβέρνησης της Αριστεράς. Ενδεικτικά:

α) Το 2014, η μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους ήταν τα 16,2 έτη. Το 2011, η διάρκεια ήταν 6,3 έτη.

β) Το 2014, οι τόκοι ανέρχονταν στα 5,5 δισ. ευρώ. Το 2011, ήταν στα 16,1 δισ. ευρώ.

γ) Το 2014, το μέσο σταθμικό επιτόκιο ήταν λίγο πάνω από το 2%. Το 2011, ήταν 4%.

3η. Αυτές τις θετικές παρεμβάσεις (σημεία 1 και 2) τις έχει αποδεχθεί και ο Πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, προσυπογράφοντας την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2015, σύμφωνα με την οποία: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ υπενθυμίζει ότι τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης έχουν θεσπίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μία αξιοσημείωτη δέσμη μέτρων προς υποστήριξη της βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας, η οποία εξομάλυνε την πορεία εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας και μείωσε το κόστος σημαντικά».

Συνεπώς, πως η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «ανοίγει για πρώτη φορά το ζήτημα του χρέους», όταν η ίδια υποστηρίζει ότι έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητά του κατά το παρελθόν;

Οι ανακρίβειες και τα ψεύδη αποτελούν δομικό στοιχείο της Αριστερής Κυβέρνησης.

4η. Επιπλέον, το Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012, συμφώνησε να εξετάσει, υπό προϋποθέσεις, επιπλέον παρεμβάσεις προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η βιωσιμότητα του χρέους (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012).

Τα Eurogroup της 5ης Μαΐου 2014 και της 20ης Φεβρουαρίου 2015 επιβεβαίωσαν τη δέσμευση σε αυτό το πλαίσιο.

Είναι αλήθεια ότι οι δανειστές δεν υλοποίησαν τη «μακροχρόνια υπόσχεσή» τους, όπως υποστήριξε κατά το τελευταίο Eurogroup και ο κ. Ντάισελμπλουμ, παρά το γεγονός ότι η χώρα επέτυχε πρωτογενή πλεονάσματα τόσο το 2013 (και μάλιστα πολύ υψηλότερο από το στόχο) όσο και το 2014 (και εντός στόχου μέχρι το Νοέμβριο του 2014).

5η. Το χρέος ανήλθε στα 317 δισ. ευρώ ή στο 178,6% του ΑΕΠ το 2014, από 356 δισ. ευρώ ή 172% του ΑΕΠ το 2011.

Δηλαδή, ενώ ως απόλυτο μέγεθος μειώθηκε κατά περίπου 40 δισ. ευρώ, ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες.

Ο κύριος επιβαρυντικός παράγοντας για την αύξηση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, την περίοδο 2011-2014, είναι η διαφορά μεταξύ επιτοκίου και ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ, η οποία συνέβαλλε σωρευτικά κατά 60,4 ποσοστιαίες μονάδες (βλέπετε Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Φεβρουάριος 2016).

Συγκριτικά, η επιβάρυνση από τα πρωτογενή αποτελέσματα την ίδια περίοδο ανήλθε στις 14,7 ποσοστιαίες μονάδες.

Συνεπώς, η συρρίκνωση του ονομαστικού ΑΕΠ ήταν αυτή που συνέβαλλε καθοριστικά στην αύξηση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

6η. Η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015.

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Και επιβεβαιώθηκαν, μεταγενέστερα, από αντίστοιχες Εκθέσεις ([IMF, “GREECE: Preliminary Draft Budget Sustainability Analysis”, 26.6.2015], [IMF, “GREECE: An update of IMF staff’s preliminary public debt sustainability analysis”, 14.7.2015] και [European Commission, “Greece – Request for stability support in the form of an ESM loan”, 10.7.2015]).

Όλα αυτά ανέκυψαν, ως γνωστό, μέσα στο 2015.

Αυτό το κόστος φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

7η. Ο λόγος χρέος προς ΑΕΠ δεν αποτελεί από μόνος του επαρκές κριτήριο αξιολόγησης της βιωσιμότητας του χρέους, ούτε και υπάρχει ένα γενικά αποδεκτό όριο βιωσιμότητας (για παράδειγμα η Αργεντινή χρεοκόπησε με δημόσιο χρέος περίπου στο 60% του ΑΕΠ, ενώ η Ιαπωνία συνεχίζει να έχει διατηρήσιμο χρέος, παρότι αυτό υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ).

Διεθνείς οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ, εξετάζουν συμπληρωματικά ένα ευρύτερο φάσμα δεικτών, όπως είναι το ύψος των ετήσιων χρηματοδοτικών αναγκών, το οποίο ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά του «προφίλ» του χρέους, θέτοντας ενδεικτικά όρια βασισμένα στη διεθνή εμπειρία, προκρίνοντας, μέχρι σήμερα, ως όριο ασφαλείας το 15% του ΑΕΠ (βλέπετε Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, Δεκέμβριος 2015).

Το ποσοστό αυτό στη χώρα μας έχει διαμορφωθεί περίπου στο 12% και εκτιμάται μέχρι 15% του ΑΕΠ για τα προσεχή χρόνια (η Ιταλία πληρώνει 21% του ΑΕΠ, η Ισπανία 19% του ΑΕΠ, η Γαλλία 15% του ΑΕΠ).

Σύμφωνα όμως με εκτιμήσεις, η τήρηση του ορίου του 15% του ΑΕΠ, με την ενσωμάτωση πρόσφατων προβλέψεων για τα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας, απόρροια των πράξεων και παραλείψεων της Αριστερής διακυβέρνησης, δεν φαίνεται ρεαλιστική λίγο πριν τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.

8η. Συνεπώς, είναι αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012.

Συγκεκριμένα,  αναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Και προσθέτει: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ τονίζει ότι δεν μπορούν να αναληφθούν απομειώσεις της ονομαστικής αξίας του χρέους».

Η Κυβέρνηση που, επί χρόνια, καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για τη λύση του προβλήματος του δημόσιου χρέους, τώρα προσγειώνεται στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

Αυτό που χρειάζεται πλέον είναι η Κυβέρνηση να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα συντελέσουν στην έναρξη της συζήτησης για τη νέα αναδιάρθρωση του χρέους και οι δανειστές να τηρήσουν τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις τους.

Άρθρο στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τον 1 χρόνο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – “1 χρόνος ΣΥΡΙΖΑ: Οι μύθοι κατέρρευσαν, η χώρα οπισθοχώρησε”

Η συμπλήρωση 1 έτους διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ βρίσκει την Ελλάδα να προσπαθεί να ισορροπήσει σε ένα νέο οικονομικό επίπεδο, πολύ χαμηλότερο απ’ αυτό που ήταν στο τέλος του 2014.

Τότε που είχαν αρχίσει να καταγράφονται τα πρώτα μετρήσιμα, θετικά αποτελέσματα για την Ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Δυστυχώς όμως, οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία, η κακή διαπραγμάτευση, οι παλινωδίες και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης της Αριστεράς επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και την οικονομία το 2015. Ενδεικτικά:

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας διακόπηκε.
  • Η δημόσια οικονομία, παρά τα πρόσθετα μέτρα λιτότητας, επέστρεψε σε οριακές καταστάσεις.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, έχει καταρρεύσει.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα διογκώθηκαν.
  • Οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.
  • Η χώρα χρειάστηκε πρόσθετη χρηματοδότηση από τους εταίρους, που συνοδεύεται από ένα νέο, εξαιρετικά επώδυνο Μνημόνιο.

Οι προβληματισμοί όμως, από την ετήσια διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, πληθαίνουν σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής:

  • Στο πεδίο των επενδύσεων, η Κυβέρνηση αποθαρρύνει και διώχνει αντί να προσελκύει και να διευκολύνει επενδύσεις.
  • Στο πεδίο της λειτουργίας του Κράτους, το δήθεν «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς κατέρρευσε, αφού κυριάρχησαν μεθοδεύσεις νεποτισμού, με διορισμούς φίλων και συγγενών σε θέσεις κρατικών αξιωματούχων.
  • Στο πεδίο της εκπαίδευσης και της παιδείας, το «ρολόι» γύρισε δεκαετίες πίσω, με την αποψίλωση της αξιολόγησης και την αποδόμηση της αριστείας.
  • Στο πεδίο της υγείας, πολλά νοσοκομεία για μεγάλο χρονικό διάστημα παραμένουν ακόμη ακέφαλα.
  • Στο πεδίο των προσφυγικών ροών και της παράνομης μετανάστευσης, όπου το υπαρκτό πρόβλημα ενθαρρύνθηκε από την κυβερνητική ολιγωρία και ατολμία.

Συμπερασματικά, η «κατασκευή» του ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάσθηκε, «μετρήθηκε» με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης.

Οι πολίτες πλέον γνωρίζουν.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “News247.gr” – “Προϋπολογισμός 2016: Η χώρα, με βαριά βήματα «σημειωτόν», βουλιάζει στο τέλμα”

Ο πρώτος Προϋπολογισμός Κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα επιβεβαιώνει την κατάρρευση των μύθων που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε, αναδεικνύει την καλπάζουσα αναξιοπιστία της, επιβεβαιώνει την επιστροφή της χώρας στην ύφεση, στα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα και στην αύξηση του δημοσίου χρέους, αποκαλύπτει πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, καταδεικνύει ότι η χώρα, με βαριά βήματα «σημειωτόν», βουλιάζει στο τέλμα.

Συγκεκριμένα:

  • Η Ελληνική οικονομία, ήδη από το 3ο τρίμηνο του 2015, έχει επιστρέψει στην ύφεση, ενώ το 2016 προβλέπεται να είναι χειρότερη, μακροοικονομικά, χρονιά.
  • Η δημόσια οικονομία επέστρεψε σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015, μετά από 2 συνεχόμενα έτη, το 2013 και το 2014, επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων.
  • Ο Κοινωνικός Προϋπολογισμός «βουλιάζει» στα ελλείμματα. Στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης εκτιμάται και προβλέπεται επιδείνωση στις ασφαλιστικές εισφορές, στη συνταξιοδοτική δαπάνη, στις απλήρωτες υποχρεώσεις.
  • Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα διογκώνονται. Ενώ, αναλαμβάνονται ασαφείς, «αριστερής κοπής» δεσμεύσεις για την μελλοντική, σταδιακή αποπληρωμή τους.
  • Το ύψος των πρόσθετων μέτρων εκτιμάται, αρχικά, στα 5,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2016. Μέτρα που αποτυπώνουν την ιδεοληπτική, αριστερή εμμονή στην αύξηση υφιστάμενων ή στην επιβολή νέων φόρων. Μέτρα όπως είναι η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ, η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων, η αύξηση των συντελεστών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, η αύξηση των συντελεστών του φόρου ασφαλίστρων, η αύξηση των συντελεστών φορολόγησης του εισοδήματος από ενοίκια, η κατάργηση της έκπτωσης εφάπαξ πληρωμής φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, η κατάργηση απαλλαγών υποχρέωσης πληρωμής του ΕΝΦΙΑ, η αύξηση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος στα νομικά πρόσωπα, στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους αγρότες, η σταδιακή κατάργηση της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο για αγροτική χρήση, η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος στους αγρότες, κ.α. Και ο λογαριασμός συνεχώς διογκώνεται.
  • Οι δαπάνες κοινωνικού χαρακτήρα περικόπτονται, όπως είναι, ενδεικτικά, η μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων, η μείωση των εφάπαξ, η αύξηση των εισφορών των ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, η μείωση των δικαιούχων παροχής ΕΚΑΣ με την αύξηση των εισοδηματικών κριτηρίων, η μείωση κατά 50% του επιδόματος θέρμανσης.
  • Μια νέα ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών προέκυψε. Με κεφαλαιακές ανάγκες που οφείλονται, όπως έδειξε και η Έκθεση της ΕΚΤ, στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015. Ανακεφαλαιοποίηση η οποία προσθέτει κόστος στους φορολογούμενους, συρρικνώνει δραματικά την ιδιωτική και δημόσια Ελληνική συμμετοχή, απαξιώνει τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, εκμηδενίζει την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, τροποποιεί τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας η πώληση του συνόλου της συμμετοχής της στην Finansbank.
  • Τα αποτελέσματα στο πεδίο των αποκρατικοποιήσεων είναι πενιχρά. Η Κυβέρνηση είναι «εγκλωβισμένη» ανάμεσα στις ιδεοληψίες της και στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος που η ίδια προκάλεσε.
  • Το δημόσιο χρέος, και πάλι, διογκώνεται. Η βιωσιμότητά του επιδεινώθηκε ραγδαία το 2015. Καθίσταται, συνεπώς, αναπόφευκτη η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του. Ο κ. Τσίπρας αφού, επί χρόνια, καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για τη λύση του προβλήματος του δημόσιου χρέους, τώρα, προσγειώθηκε στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

 

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση της Αριστεράς, πέραν των ευθυνών που φέρει γιατί επί δεκαετίες «πετροβόλησε» κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος που έκαναν προηγούμενες Κυβερνήσεις, ευθύνεται γιατί η ίδια, ως Κυβέρνηση, οδηγούμενη από αριστερές ιδεολοψίες, εμμονές και δογματισμούς, περιέφερε, ασκόπως, τη χώρα σε περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας», οδηγώντας την σε πλήρες αδιέξοδο.

Το κόστος από τη διακυβέρνηση της Αριστεράς για τη χώρα και την οικονομία της, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, είναι μεγάλο. Ένα μέρος αυτού του κόστους αποτυπώνει ο Προϋπολογισμός του 2016. Ένας αντιαναπτυξιακός, οικονομικά αναποτελεσματικός και κοινωνικά άδικος Προϋπολογισμός, που οδηγεί την Ελληνική οικονομία σε ένα «καθοδικό σπιράλ».

 

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” – “Κατέρρευσε ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς”

Η Κυβέρνηση κατέθεσε ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο, με διαδικασία συζήτησης, και πάλι, αυτή του κατεπείγοντος. Διαδικασία η οποία, μαζί με τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, αποτελούν τον κανόνα της Κυβερνητικής νομοθέτησης και συνιστούν δείγματα κυβερνητικής ανακολουθίας και ερασιτεχνισμού, έλλειψης σχεδίου και στρατηγικής, ευτελισμού της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Επί του περιεχόμενου του Νομοσχεδίου:

1ον. Το Νομοσχέδιο οδηγεί, ουσιαστικά, σε άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Πλέον, φεύγει η προστασία από το νομοθέτη, τίθενται αυστηρότεροι όροι και προϋποθέσεις εξαίρεσης από την εκποίηση, ζητείται ο δανειολήπτης να υπήρξε συνεργάσιμος κατά το χρόνο της αρχικής καθυστέρησης του δανείου, και, ενώ η όποια προστασία ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου υφίσταται με βάση και την αντικειμενική αξία του ακινήτου, η τιμή του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης γίνεται από ειδικό εμπειρογνώμονα σε διαφορετική, πιθανότατα χαμηλότερη αξία.

Συνεπώς, ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς κατέρρευσε.

Ενώ ενισχύεται και ο Κώδικας Δεοντολογίας, με τις σχετικές έννοιες του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και των «εύλογων δαπανών διαβίωσης». Κώδικας Δεοντολογίας ο οποίος, αφού αρχικά επικρίθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, με αναφορές ότι «εξαθλιώνονται οι πολίτες» και «αλώνεται η ιδιωτική περιουσία», σήμερα, όχι μόνο υιοθετείται πλήρως, αλλά και ενισχύεται, ενώ αποτελεί και αντικείμενο θριαμβολογίας από πλευράς της Κυβέρνησης!

2ον. Το Νομοσχέδιο επιβάλλει νέους φόρους.

Πότε από προχειρότητα, πότε από ανικανότητα, και σίγουρα πάντοτε από αριστερή ιδεοληπτική εμμονή, η Κυβέρνηση, σε κάθε της Νομοσχέδιο, αυξάνει τη φορολογική επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου, ότι η Κυβέρνηση της Αριστεράς έχει την «ιδιοκτησία» του Προγράμματος, επιλέγει και υλοποιεί τα μέτρα και τις πολιτικές.

Είναι προφανές ότι η ΝΔ δεν μπορεί να στηρίξει πολιτικές που «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία. Και οι φορολογικές διατάξεις του Σχεδίου Νόμου εκτιμάται ότι θα περιορίσουν τον τζίρο των νόμιμων επιχειρήσεων, θα βάλουν λουκέτα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις των κλάδων, θα αυξήσουν την ανεργία και θα συρρικνώσουν τα έσοδα του Δημοσίου.  

3ον. Το Νομοσχέδιο τροποποιεί, για ακόμη μία φορά το τελευταίο διάστημα, και πάλι επί το δυσμενέστερο, τις ρυθμίσεις για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.

Το «πουλόβερ», είχε αρχίσει και συνεχίζει να ξηλώνεται, έχοντας εγκλωβίσει χιλιάδες συμπολίτες μας σε «καθεστώς ρυθμίσεων» που σήμερα δεν υφίσταται.

4ον. Το Νομοσχέδιο τροποποιεί, σε διάστημα περίπου 2 εβδομάδων, διατάξεις για τη δομή και λειτουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Νομοθετικό δείγμα προχειρότητας και ερασιτεχνισμού.

Συμπερασματικά, το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου αναδεικνύει την αριστερή ανακολουθία, την αριστερή προχειρότητα, την αριστερή ανευθυνότητα, την αριστερή αναλγησία.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “Η χώρα επέστρεψε στη δημοσιονομική ανισορροπία”

Η χώρα επέστρεψε στη δημοσιονομική ανισορροπία

Χρήστος Σταϊκούρας

Βουλευτής ΝΔ

Η χώρα, το 2014, κατάφερε, με τις θυσίες των πολιτών, να επιστρέψει σε θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, να μειώσει – έστω και ελαφρώς – την ανεργία, να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά της, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, να αντλήσει πόρους από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Όλα αυτά καταγράφονται στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ για το οικονομικό έτος 2016 και επιβεβαιώνονται στις φθινοπωρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Νοέμβριος 2015).

Ενώ, Έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναδεικνύει και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, από το καλοκαίρι του 2014, ως αποτέλεσμα, κυρίως, της σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Συνεπώς, η κατάσταση, στο τέλος του 2014, είχε σταθεροποιηθεί και διαγράφονταν θετικές προοπτικές. Όμως, εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη. Η χώρα είχε βγει από την «εντατική», αλλά παρέμενε στο «νοσοκομείο».

Με αποτέλεσμα, από τις αρχές του 2015, η σύγχυση, η αβελτηρία, η «δημιουργική ασάφεια», οι παλινωδίες και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, να βάλουν την Ελληνική οικονομία και κοινωνία σε ένα νέο «καθοδικό σπιράλ». Και όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας…

Δυστυχώς, η χώρα, με βαριά βήματα «σημειωτόν», βουλιάζει στο τέλμα. Επιστρέφει στην ύφεση, στην αύξηση της ανεργίας, στα πρωτογενή ελλείμματα, στη διόγκωση του δημοσίου χρέους.

Αυτή η αποσταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών της χώρας επιβεβαιώνεται από την πορεία εκτέλεσης του εφετινού Προϋπολογισμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών:

 

1ον. Οι αποκλίσεις στα έσοδα είναι σημαντικές, παραμένουν ακόμη και μετά την μεγάλη αναθεώρηση των μεγεθών στο Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, και οφείλονται, εν πολλοίς, στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης, τα έσοδα των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης εξακολουθούν να καταγράφουν σημαντική υστέρηση, παρά το γεγονός ότι πολλοί, υπό το καθεστώς του εγκλωβισμού που επέβαλαν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και με τον φόβο του «κουρέματος» των καταθέσεών τους, έσπευσαν, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Η έκταση του προβλήματος επιβεβαιώνεται και από τη συνεχή διόγκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των ιδιωτών προς το Δημόσιο, ακόμη και τον Οκτώβριο, οι οποίες υπερβαίνουν πλέον τα 80 δισ. ευρώ.

Και να σκεφτεί κανείς ότι το «τσουνάμι» νέων και υφιστάμενων φόρων είναι συσσωρευμένο στους τελευταίους μήνες του έτους, και μόλις ξεκίνησε…

 

2ον. Οι δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού διαμορφώνονται περίπου 4 δισ. ευρώ κάτω από το στόχο. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε ουσιαστική εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» και «παράλυση» την οικονομία.

Αυτή η στάση πληρωμών αποτυπώνεται και στη διόγκωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 57% από το τέλος του 2014.

 

3ον. Δεδομένης της υστέρησης των εσόδων, αν η εκτέλεση των δαπανών ομαλοποιηθεί και αυτές επανέλθουν στο επίπεδο των στόχων του Προϋπολογισμού, τότε η χώρα θα επιστρέψει στα πρωτογενή ελλείμματα, ακόμη και σε επίπεδο Κρατικού Προϋπολογισμού.

Κι αυτό, παρά τα πρόσθετα μέτρα, ύψους τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ για φέτος και 6,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2016 που έλαβε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, και την επιπλέον επιβάρυνση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών του κράτους, δηλαδή του δανεισμού της χώρας.

Ενώ, από τα δημοσιονομικά μέτρα που εισηγήθηκε και υιοθέτησε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, το 62% είναι πρόσθετοι, άμεσοι και έμμεσοι φόροι, και το 38% περικοπές στο σκέλος των δαπανών. Το μίγμα των παρεμβάσεων δείχνει ιδεοληπτική, αριστερή εμμονή στην αύξηση υφιστάμενων ή την επιβολή νέων φόρων. Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας απειλείται με πλήρη διάλυση, ενώ παράλληλα, περικόπτονται οι συντάξεις, μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και πλήττεται η ιδιωτική κατανάλωση.

Και δυστυχώς, ο λογαριασμός των μέτρων θα είναι, τελικά, πολύ υψηλότερος. Κι αυτό γιατί:

α) Υπάρχει μια σειρά από νέα μέτρα, τα οποία, σύμφωνα με το Προσχέδιο, «είτε δεν είναι μετρήσιμα είτε η διαδικασία ποσοτικοποίησής τους δεν έχει ολοκληρωθεί προς το παρόν».

β) Υπάρχουν, σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, του οποίου την ιδιοκτησία έχει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, πρόσθετα μέτρα για την περίοδο 2017-2018 («αξιόπιστα διαρθρωτικά μέτρα που θα αποφέρουν τουλάχιστον ¾% του ΑΕΠ το 2017 και ¼% του ΑΕΠ το 2018»).

Ενώ, «οι Ελληνικές αρχές δεσμεύονται να λάβουν περαιτέρω διαρθρωτικά μέτρα τον Οκτώβριο του 2016, αν κριθούν αναγκαία, για να διασφαλιστούν οι στόχοι του 2017 και του 2018».

Συμπερασματικά, πέραν της πλήρους διάψευσης των υποσχέσεων, μέσα και από την εκτέλεση του Προϋπολογισμού, καταδεικνύεται η αδυναμία της «ριζοσπαστικής Αριστεράς» να σχεδιάσει ρεαλιστικά και, κυρίως, να υλοποιήσει αποτελεσματικά.

Η αποκάλυψή της έχει ξεκινήσει.

Όπως και η διαδικασία κλιμάκωσης της δυσφορίας των πολιτών.

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή της Κυριακής” – “Τραπεζικό Σύστημα: Προκλήσεις και Προοπτικές”

Τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας βρέθηκαν, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών και δικών τους σφαλμάτων, αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις, που είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα και στη φερεγγυότητά τους.

Επιπτώσεις, που κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, προκειμένου να διαφυλαχθούν και οι καταθέσεις των πολιτών.

Το πλαίσιο, ξεκίνησε να δημιουργείται το 2008, με διορατικό και μεθοδικό τρόπο, από την τότε Κυβέρνηση της ΝΔ, παρά τη λυσσαλέα αντίδραση των Κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης.

Ενδεικτικά, από τότε και μέχρι το 2014, ανελήφθησαν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες πρωτοβουλίες:

1ον. Το 2008, θεσπίστηκε, «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι από τη ρύθμιση που είχε γίνει τα συνολικά έσοδα για τον Κρατικό Προϋπολογισμό, από μερίσματα και προμήθειες, κατά την περίοδο 2009-2014, υπερέβησαν τα 4 δισ. ευρώ. Αυτό το «πακέτο» αποτελεί, μέχρι και σήμερα, σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος.

2ον. Επίσης, από το 2008, ελήφθησαν πρωτοβουλίες για τη θεσμική θωράκιση του τραπεζικού συστήματος. Ενδεικτικά:

  • Το 2008, ενισχύθηκε το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ. Όριο που ισχύει μέχρι και σήμερα στη χώρα μας.
  • Το 2010, ιδρύθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο λειτουργεί και με την παρούσα Κυβέρνηση.
  • Το 2011, διαμορφώθηκε θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων, το οποίο υιοθετήθηκε και από την παρούσα Κυβέρνηση.

3ον. Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Ανακεφαλαιοποίηση που προφανώς, αντίθετα από τις αιτιάσεις της σημερινής Κυβέρνησης, περιελάμβανε και την αξιολόγηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου των τραπεζών. Και αυτό γιατί:

α) Οι τράπεζες έχουν ενσωματώσει τις προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο, βελτιώνοντας σημαντικά τα τελευταία χρόνια, τον δείκτη κάλυψης, που είναι ο λόγος των συσσωρευμένων προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο προς τα δάνεια σε καθυστέρηση.

β) Το 2013, η ΤτΕ ανέθεσε στην BlackRock την ευθύνη αξιολόγησης των πολιτικών, των διαδικασιών και των πρακτικών που έχουν καθιερώσει οι συστημικές τράπεζες προκειμένου να αντιμετωπίσουν μια ευρείας κλίμακας εξυγίανση των προβληματικών στοιχείων του ενεργητικού τους.

γ) Τον Οκτώβριο του 2014, ολοκληρώθηκε από την ΕΚΤ η άσκηση συνολικής αξιολόγησης, που αποτελούνταν επίσης από έναν ενδελεχή διαγνωστικό έλεγχο με ιδιαίτερα αυστηρά κριτήρια (Asset Quality Review – AQR) και μια άσκηση προσομοίωσης καταστάσεων κρίσης (stress tests).

Η επιτυχής αξιολόγηση των τραπεζών και η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης, σε συνδυασμό με τη σταθεροποίηση στα δημόσια οικονομικά της χώρας την περίοδο 2013-2014, είχε ως αποτέλεσμα τα τραπεζικά ιδρύματα να επανακτήσουν την πρόσβασή τους στις αγορές, μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου ύψους 8,3 δισ. ευρώ και έκδοσης τίτλων αξίας 2,5 δισ. ευρώ, να μηδενίσουν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό έκτακτης στήριξης της ΕΚΤ (ELA), ενώ μειώθηκε σημαντικά η ροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά το 2015. Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών της, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με τεράστιους κινδύνους, οι οποίοι διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς. Αυτή την πραγματικότητα την επισημαίνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία σε Έκθεσή της, τον Ιούλιο του 2015, αναφέρει ότι «υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ελλάδα που προήλθαν από την αβεβαιότητα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πολιτικών της Ελληνικής Κυβέρνησης το τελευταίο εξάμηνο [δηλαδή το 1ο εξάμηνο του 2015]» (European Commission, Greece – Request for stability support in the form of an ESM loan, 10 Ιουλίου 2015).

Ποιό όμως είναι το αποτέλεσμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σήμερα, στο τραπεζικό σύστημα;

1ον. Η χρηματοδότηση των τραπεζών γίνεται, κυρίως, μέσω του Ευρωσυστήματος. Ενδεικτικά, η χρηματοδότηση μέσω του ELA διαμορφώνεται περίπου στα 85 δισ. ευρώ, από μηδέν στο τέλος του 2014. Με κόστος τόσο για τις τράπεζες όσο και για τους δανειολήπτες.

2ον. Η αξία των τραπεζικών μετοχών έχει καταρρεύσει. Η αξία των μετοχών που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο, από την προηγούμενη ανακεφαλαιοποίηση, διαμορφώνεται περίπου στα 3 δισ. ευρώ, από 15 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014. Με τεράστιο δυνητικό κόστος για τους φορολογούμενους.

3ον. Καθίσταται αναγκαία μια νέα ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων, της οποίας το πλαίσιο πρόσφατα ψηφίστηκε από τη Βουλή. Με κεφαλαιακές ανάγκες, όπως επιβεβαιώνει και η ΕΚΤ, που οφείλονται στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Συγκεντρωτική Έκθεση για τη Συνολική Αξιολόγηση των Ελληνικών Τραπεζών, που δημοσιεύθηκε το προηγούμενο Σάββατο, οι ανάγκες αυτές οφείλονται «…στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, η οποία οδήγησε σε αύξηση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων καθώς και σε μείωση τόσο της αξίας των εξασφαλίσεων όσο και των αποτιμήσεων των ταμειακών ροών», ενώ οι κεφαλαιακές ανάγκες του βασικού σεναρίου ενσωματώνουν την επίδραση «της τραπεζικής αργίας, της εισαγωγής κεφαλαιακών περιορισμών και των νέων δημοσιονομικών μέτρων του προγράμματος».

Συνεπώς, είναι καθαρή η διαχρονική υπεροχή της ΝΔ έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων πολιτικών κομμάτων της χώρας, στο σχεδιασμό και την έγκαιρη εφαρμογή των αναγκαίων πολιτικών, οι οποίες αφορούσαν το τραπεζικό σύστημα της χώρας, στη δύσκολη παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ξεκίνησε το 2007. Κρίση η οποία ταλανίζει ακόμη τη χώρα μας.

Το ζητούμενο πλέον είναι η άμεση ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, παρά τους εύλογους προβληματισμούς που υφίστανται για τον ενισχυμένο και διευρυμένο ρόλο των «θεσμών» στη λειτουργία και διοίκηση του τραπεζικού συστήματος, για την ανάγκη τροποποίησης ήδη εγκεκριμένων σχεδίων αναδιάρθρωσης πιστωτικών ιδρυμάτων (ήδη η Εθνική Τράπεζα πουλάει τη συμμετοχή της στην Finansbank), για τους κινδύνους αφελληνισμού του τραπεζικού συστήματος.

Και αυτό γιατί θα πρέπει τα τραπεζικά ιδρύματα, με ισχυρή παρουσία ιδιωτών, να επιτελέσουν τον διαμεσολαβητικό τους, κυρίως, ρόλο στη λειτουργία της οικονομίας, να αρθούν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και να αποφευχθεί ο κίνδυνος ευρείας συστημικής αποσταθεροποίησης.

 

Άρθρο στο “Euro2day.gr” – “Οι προτεραιότητες της ΝΔ στην οικονομία”

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο, σε ένα σημείο καμπής.

Σημείο κατά το οποίο η χώρα προσπαθεί να βρει ένα νέο επίπεδο ισορροπίας, δυστυχώς πολύ χαμηλότερο από αυτό στο οποίο βρίσκονταν πριν λίγους μήνες, στο τέλος του 2014.

Πως φτάσαμε όμως μέχρι εδώ και τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος;

Είναι γνωστό ότι οι οικονομίες της Ευρώπης «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση του 2007-2008.

Η χώρα μας επλήγη περισσότερο. Κι αυτό γιατί παρουσίαζε, διαχρονικά, υποβόσκουσες, ενδογενείς αδυναμίες, όπως η αδυναμία βιώσιμης διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και η περιορισμένη φορολογική βάση, η αδυναμία εξορθολογισμού των δημόσιων, κυρίως των κοινωνικών, δαπανών, το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, η εξάρτηση της ανάπτυξης σχεδόν αποκλειστικά από την κατανάλωση. Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας. Και το κυριότερο; Με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηριζόταν από εμφανείς, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Οι συνθήκες αυτές επιδεινώθηκαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης και τη διάχυσή της στην Ευρώπη. Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα είναι, σε όλους μας, γνωστή. Η κρίση δανεισμού από τις αρχές του 2010, η προσφυγή της χώρας, πριν από 5 χρόνια, στο Μηχανισμό Στήριξης, ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών εκείνης της περιόδου, και η εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από το Μάιο του 2010.

Πρόγραμμα, το οποίο απαιτούσε «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων. Πρόγραμμα, το οποίο, παρά τα λάθη στο περιεχόμενό του αναφορικά με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, είχε αρχίσει, με την επιτάχυνση της εφαρμογής του μετά το 2012, να καταγράφει, στο τέλος του 2014, μετρήσιμα θετικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με την Έκθεση του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, τον Απρίλιο του 2015, δηλαδή επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, τα προηγούμενα χρόνια «η δημοσιονομική θέση της χώρας βελτιώθηκε σημαντικά, αλλά τέθηκαν και οι βάσεις ώστε η πρόοδος που επετεύχθη στα μακροοικονομικά μεγέθη να μην είναι μόνο κυκλικού χαρακτήρα αλλά να έχει και σημαντικό διαρθρωτικό υπόβαθρο».

Ενδεικτικά, σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά, επιτεύχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα, αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες, ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης. Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης. Ενώ, προβλέπονταν, πριν κάποιους μήνες, αυτός να είναι ακόμη υψηλότερος για το 2015, υπερβαίνοντας το 2,5%. Σ’ αυτή την πρόβλεψη συνέκλιναν όλοι: οι εταίροι, οι διεθνείς οργανισμοί, η Τράπεζα της Ελλάδος, τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, τα ερευνητικά κέντρα. Η χώρα, συνεπώς, αργά αλλά σταθερά, επέστρεφε στην ανάπτυξη.

Είναι όμως αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη. Και παρά ταύτα, πολιτικές δυνάμεις της χώρας διέπραξαν, για δεύτερη φορά μετά το 2009, το ίδιο λάθος. Με τυχοδιωκτική ελαφρότητα επέβαλλαν εκλογές. Από τα τέλη Ιανουαρίου μέχρι τα τέλη Αυγούστου, δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς είχαν τον πρώτο και κύριο ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτή την περίοδο, η αβελτηρία, η πολυγλωσσία, η ασάφεια και οι παλινωδίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ απεδείχθησαν επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της. Χάσαμε χρόνο, αξιοπιστία και συμμάχους. Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση μετά την ανάκαμψη του 2014, η ανεργία αυξήθηκε μετά τη μικρή υποχώρηση του 2014, η πραγματική οικονομία – λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών – έχει καταρρεύσει, το κόστος δανεισμού του Δημοσίου έχει διογκωθεί, η δημόσια οικονομία έχει επιστρέψει στα πρωτογενή ελλείμματα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν επιστρέψει στα προ-2013 επίπεδα, οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν σημαντικά συρρικνωθεί, οι τράπεζες έχουν ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης. Το αποτέλεσμα ήταν η χώρα να προχωρήσει στη σύναψη μιας νέας δανειακής σύμβασης και την υπογραφή ενός νέου 3ου Μνημονίου. Ένα Μνημόνιο που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ και το οποίο, πριν από ορισμένους μήνες, δεν ήταν αναπόφευκτο. Συμπερασματικά, το «πείραμα» ΣΥΡΙΖΑ κόστισε ακριβά στη χώρα.

Συνεπώς, το κεντρικό ερώτημα που τίθεται στις προσεχείς εκλογές είναι ποιά πολιτική δύναμη μπορεί πιο αποτελεσματικά να ηγηθεί ενός σχηματισμού ώστε η χώρα, με σχέδιο, βούληση και σκληρή δουλειά να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Οι ιδεολογικοπολιτικές συντεταγμένες, οι ιστορίες, τα αποτελέσματα των πεπραγμένων και τα σχέδια για το μέλλον καθιστούν ευκρινή την απάντηση.

Η ΝΔ διαθέτει στέρεο ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο, πεπραγμένα, στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα, πολιτική βούληση να κινηθεί με γοργό βηματισμό, αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη για να εμπεδώσει μια νέα ελπιδοφόρα προοπτική.

Στρατηγικό σχέδιο το οποίο έχει προτεραιότητες και οι οποίες θα πρέπει να υλοποιηθούν, με όρους ουσίας και όχι επικοινωνίας, συσσωρεύοντας αξιοπιστία και εμπιστοσύνη στη χώρα, με στόχο την επίτευξη δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης, με κοινωνική συνοχή.

Ενδεικτικά αυτές είναι:

1η. Η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών. Αυτό θα πρέπει να αποτυπώνεται στον Προϋπολογισμό του 2016, να αναλύεται στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής της περιόδου 2016-2019 και να επιβεβαιώνεται, σε μηνιαία βάση, μέσα από την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού, όπως με επιτυχία συνέβαινε την περίοδο 2012-2014. Στην κατεύθυνση αυτή θα μπορούσε να συμβάλλει:

  • Η λειτουργία και ενδυνάμωση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, που θεσμοθετήθηκε το 2014, το οποίο θα μπορούσε να αναλάβει και την αξιολόγηση των προεκλογικών οικονομικών προγραμμάτων των κομμάτων.
  • Η βελτίωση και ενδυνάμωση του πλαισίου δημοσιονομικών κανόνων που διέπει τη λειτουργία των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών.
  • Η διαμόρφωση ενός συστήματος δημοσιονομικών ελέγχων, το οποίο, προσαρμοσμένο στις διεθνείς πρακτικές και τα ελεγκτικά πρότυπα, θα συμβάλει στην εξυγίανση των δομών και στη διαφάνεια της λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης.

2η. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, πολλές από τις οποίες περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο. Μεταρρυθμίσεις, όπως είναι η άρση των εμποδίων και των κανονιστικών αγκυλώσεων στη λειτουργία της οικονομίας, προκειμένου να αυξηθεί η αγοραστική δυνατότητα των πολιτών και να βελτιωθεί η εγχώρια ανταγωνιστικότητα.

3η. Η άμεση ενίσχυση και σταδιακή αποκατάσταση της ρευστότητας στην οικονομία. Σε αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλλει η γρήγορη και επιτυχής ολοκλήρωση της προσεχούς αξιολόγησης του Προγράμματος, με στόχο την αποδέσμευση δόσης ύψους 3 δισ. ευρώ, που θα κατευθυνθεί εξ’ ολοκλήρου στην πραγματική οικονομία για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

4η. Η ολοκλήρωση, μέσα στο 2015, της νέας ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των μη συστημικών και συνεταιριστικών τραπεζών. Ανάγκη η οποία προέκυψε, στο σύνολό της, το 1ο εξάμηνο του 2015.

5η. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Οι ιδιωτικοποιήσεις εκείνες που συνιστούν ταυτόχρονα παραγωγικές ξένες άμεσες επενδύσεις, μπορούν να συμβάλουν στην εισαγωγή τεχνογνωσίας, στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου και, τελικά, στη μείωση του δημοσίου χρέους μεσοπρόθεσμα.

6η. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ.

Σε αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλλει η προώθηση ενός μεγάλου προγράμματος επενδύσεων σε υποδομές με μεγάλη προστιθέμενη αξία στην οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας (άμεση απορρόφηση πόρων ΕΣΠΑ και ΕΤΕπ και επέκταση ΣΔΙΤ), στοχεύοντας στην ενδυνάμωση και επέκταση των επιχειρηματικών και εμπορικών δικτύων και στη βελτίωση της ποιότητας και του κόστους της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής.

Ενώ σημαντικό ρόλο θα πρέπει να έχει και η υλοποίηση ενός μεγάλου προγράμματος διευκόλυνσης της εξωστρέφειας της εγχώριας παραγωγικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας με τη στενή συνεργασία των παραγωγικών φορέων, «ανοίγοντας» επιχειρηματικούς δρόμους με τις νέες μεγάλες αγορές, θεσμοθετώντας ένα πλαίσιο που θα διευκολύνει τη δημιουργία και ανάπτυξη εξαγωγικών clusters, και εντάσσοντας τη διάσταση της εξωστρέφειας στα πρώτα στάδια κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας.

7η. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.

Αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα. Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ανάδειξη παραγόντων όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία συνιστούν «ατμομηχανές» για μια ισχυρή και σύγχρονη αναπτυξιακή δυναμική.

Σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσαν να συμβάλλουν:

  • Μία Ετήσια Έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου προς τη Βουλή των Ελλήνων αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών για κάθε δημοσιονομικό έτος.
  • Η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος για την επισκόπηση δαπανών (spending review) του συνόλου των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών.
  • Η αξιολόγηση του ρόλου και των δραστηριοτήτων και η αναδιάρθρωση δομών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

8η. Η δομική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, μέσα από την καθολική καταγραφή, κωδικοποίηση και αξιολόγηση των παροχών, την εναρμόνιση μεταξύ αναγκών, εισοδηματικών συνθηκών και παροχών, και την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης που θα επιτρέψουν τη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.

Επίσης, η θέσπιση ενεργών πολιτικών αντιμετώπισης της ανεργίας και στήριξης της απασχόλησης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας και επανένταξης σε μια σύγχρονη αγορά εργασίας μέσα από τη διεύρυνση και βελτίωση της ποιότητας των πολιτικών κατάρτισης, εξειδίκευσης και δία βίου μάθησης και της προσβασιμότητας σε αυτές, αλλά και με τη στενή παρακολούθηση των τάσεων στην αγορά εργασίας.

9η. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας, μέχρι το Πάσχα του 2016, στοχεύοντας στη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου, καθώς και η ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς την κατεύθυνση αυτή, είναι προϋπόθεση και η διαμόρφωση, μέσα από αυστηρές νομοθετικές δεσμεύσεις, ενός σταθερού φορολογικού συστήματος που δεν θα υπόκειται σε συνεχείς τροποποιήσεις και έτσι θα επιτρέπει τον μεσομακροπρόθεσμο επιχειρηματικό και παραγωγικό σχεδιασμό, συμβάλλοντας καθοριστικά στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

Αλλά και η βελτίωση του ευρύτερου νομικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία της οικονομίας, με βασικούς πυλώνες αφενός μεν την καταπολέμηση φαινομένων απάτης και διαφθοράς, αφετέρου δε την εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας.

Επίσης, απαιτείται η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδίου για την αντιμετώπιση του δημογραφικού ζητήματος της χώρας.

10η. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους, με την εκπλήρωση κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων.

Με προτεραιότητα τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της διαφάνειας μέσα από την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξασφάλιση της ισονομίας, την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, την επέκταση της αξιολόγησης δημοσίων υπαλλήλων και διοικήσεων σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα και την εδραίωση ενός διαφανούς πλαισίου αξιολόγησης και επιβράβευσης της παραγωγικότητας.

11η. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αυτό μπορεί να γίνει με 3 τρόπους:

α) Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, στοιχείο που θα προσδώσει βαθμούς ελευθερίας. Υπενθυμίζω ότι υπάρχει το προηγούμενο του 2014, με τις στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση έκτακτης εισφοράς, βελτίωση ρυθμίσεων ληξιπρόθεσμων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων κ.ά.) και τη διανομή κοινωνικού μερίσματος.

β) Με την αναζήτηση και χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων, κυρίως από το σκέλος των δαπανών. Όπως ήδη, ενδεικτικά, πράξαμε με την επιβολή ΦΠΑ 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση.

γ) Με την συνεχή θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φορολογικού συστήματος, με στόχο την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του. Ενδεικτικά, η προώθηση, μέσω κινήτρων, της ευρείας αξιοποίησης των χρεωστικών και πιστωτικών καρτών στις συναλλαγές εκτιμάται ότι θα συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση.

12η. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Μέχρι το τέλος του 2014, η αυξητική δυναμική του χρέους είχε «φρενάρει» με την διπλή αναδιάρθρωση του 2012 και το «προφίλ» του είχε αισθητά βελτιωθεί. Η μέση διάρκειά του είχε χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του είχε μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους είχαν υποχωρήσει.

Όμως, η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Συνεπώς, είναι αναπόφευκτη και αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012. Συγκεκριμένα,  αναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Συμπερασματικά, όπως έχω υποστηρίξει και άλλες φορές, οφείλουμε όλοι μας να συνειδητοποιήσουμε ότι, ιδιαίτερα στο σύγχρονο ανταγωνιστικό κόσμο, δεν υπάρχει «εύκολος δρόμος» για την αξιοπρεπή πορεία της χώρας, για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ευημερία όλων των πολιτών.

Κατά την πεποίθησή μου, ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε, προσδιορίζεται:

  • Από την διάχυση και εμπέδωση ενός σύγχρονου και δημιουργικού αξιακού συστήματος.
  • Από την καλλιέργεια κουλτούρας κοινωνικής και πολιτικής συνεννόησης και σύνθεσης για την επίτευξη συλλογικά αποδεκτών στόχων.
  • Από την εκπόνηση και υλοποίηση ενός συγκροτημένου εθνικού σχεδίου θεσμικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης.
  • Από την επεξεργασία και εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών, συμβατών με το εθνικό και Ευρωπαϊκό σχέδιο.
  • Από την έντιμη, σκληρή, αποτελεσματική και ποιοτική εργασία από όλους μας.

Η ΝΔ έχει αποδείξει ότι μπορεί να κινηθεί πάνω σε αυτούς τους άξονες και να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, εξασφαλίζοντας συνέχεια, σταθερότητα και ευρωπαϊκή προοπτική για τη χώρα.

InstagramYoutube