ΑΡΘΡΟ

Άρθρο στo “Capital.gr” – “Η οικονομική στρατηγική της NΔ από την επομένη των εκλογών”

Η χώρα οδεύει σε εκλογές γιατί η προηγούμενη Κυβέρνηση δραπέτευσε.

Δραπέτευσε υπό το βάρος των εσωτερικών διασπάσεων, ως αποτέλεσμα των μύθων και ψευδαισθήσεων που ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ επί μακρόν καλλιεργούσαν για να αναρριχηθούν στην εξουσία, και της κατάρρευσης αυτών με την ψήφιση του 3ου Μνημονίου.

Ένα Μνημόνιο που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ και το οποίο, πριν από ορισμένους μήνες, δεν ήταν αναπόφευκτο.

Κατέστη όμως αναγκαίο γιατί, το 1ο εξάμηνο του 2015, η τότε Κυβέρνηση, μεταξύ άλλων:

  • Στηρίχθηκε σε εσφαλμένες θεμελιώδεις υποθέσεις. Υποθέσεις όπως ότι οι απόψεις της θα γίνουν άμεσα και πλήρως αποδεκτές από τους εταίρους και δανειστές ή ότι θα έχουμε οικονομική ενίσχυση από άλλες χώρες. Τις υποθέσεις αυτές, τις απέρριψε η πραγματικότητα. Έπρεπε να γνωρίζει ότι ζούμε σε περίοδο εφαρμογής μεγάλων στρατηγικών εκ μέρους των ισχυρών παικτών και εμείς οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί.
  • Αγνόησε και αδιαφόρησε για τους Ευρωπαϊκούς κανόνες διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα, εσφαλμένα, να θεωρεί ότι όσο περνάει ο χρόνος, οι εταίροι θα υποχωρούν.
  • Παρασύρθηκε από δογματισμούς, εμμονές, μαξιμαλιστική ρητορική, ευθύγραμμες απλοποιητικές προσεγγίσεις.
  • Συζητούσε ακατάπαυστα, μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καλλιεργώντας περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας».
  • Κατανάλωσε σημαντικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο και χρόνο σε θέματα διαδικαστικά και επουσιώδη, δίνοντας έμφαση στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.
  • Κινήθηκε στη λογική της εσκεμμένης «πολιτικής διαπραγμάτευσης» και υποτίμησε την τεχνοκρατική διαπραγμάτευση, για να αποφύγει την αλήθεια των αριθμών, η οποία, με το πέρασμα των μηνών, γινόταν όλο και πιο ζοφερή.
  • Συγκρότησε οικονομικό επιτελείο χωρίς συνοχή και σταθερή στρατηγική, με συχνές αλλαγές της διαπραγματευτικής ομάδας, σε όλα τα επίπεδα.
  • Προχώρησε στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, μιας εσφαλμένης επιλογής τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς το χρόνο πραγματοποίησής της, με αποτέλεσμα αυτή η θεωρητικά κορυφαία πολιτική διαδικασία να απαξιωθεί τελείως, να κλείσουν οι τράπεζες και να επιβληθούν κεφαλαιακοί έλεγχοι, να κλονιστεί και να καταστεί θολός – στην πολιτική συνείδηση των Ευρωπαίων πολιτών – ο Ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας μας.

Αποτέλεσμα όλων αυτών των πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, ήταν, μέρα με την ημέρα, η κατάσταση να επιβαρύνεται.

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, μετά την ανάκαμψη του 2014.
  • Η ανεργία αυξήθηκε, μετά τη μικρή υποχώρησή της το 2014.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, έχει καταρρεύσει.
  • Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου έχει διογκωθεί.
  • Η δημόσια οικονομία έχει επιστρέψει στα πρωτογενή ελλείμματα.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν επιστρέψει στα προ-2013 επίπεδα.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν σημαντικά συρρικνωθεί.
  • Οι τράπεζες έχουν ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης.

Συμπερασματικά, η «κατασκευή» του ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάσθηκε, μετρήθηκε με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης.

Συνεπώς, το κεντρικό ερώτημα που τίθεται στις προσεχείς εκλογές είναι ποιά πολιτική δύναμη μπορεί πιο αποτελεσματικά να ηγηθεί ενός σχηματισμού ώστε η χώρα, με σχέδιο, βούληση και σκληρή δουλειά να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Με δεδομένους τους αντικειμενικούς περιορισμούς στο πεδίο άσκησης της πολιτικής, καθώς και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η συσσωρευθείσα από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ αρνητική δυναμική στην οικονομία δεν αποκαθίσταται «με το πάτημα ενός κουμπιού» ούτε αναστρέφεται «στον αυτόματο πιλότο», η επιτυχία της χώρας θα εξαρτηθεί από το πόσο «έξυπνα» θα χρησιμοποιήσουμε, εν πορεία, το καταλληλότερο από τα εφικτά μίγματα πολιτικών.

Εάν κινηθούμε, όπως είναι η πρόταση της ΝΔ, συνεκτικά, συμπληρωματικά και αποτελεσματικά, σε παράλληλους άξονες και με χρονική κλιμάκωση, με όρους ουσίας και όχι επικοινωνίας, συσσωρεύοντας αξιοπιστία και εμπιστοσύνη, μπορούμε να επαναφέρουμε, σχετικά σύντομα, την αναγκαία σταθερότητα στη χώρα.

Συγκεκριμένα:

Στον 1ο άξονα, θα προηγηθεί, μέσα στο 2015, η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και θεσμικών αλλαγών, όπως αυτές, εν πολλοίς, ήδη περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, και οι οποίες, μέσω της άρσης στρεβλώσεων και αγκυλώσεων στην οικονομία, θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων, στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων και στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Εδώ, περιλαμβάνονται και οι ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, εναρμονισμένες όμως με τις βέλτιστες ευρωπαϊκές και διεθνείς πρακτικές.

Παράλληλα, θα εντατικοποιηθεί η υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Ενώ θα ολοκληρωθεί, μέσα στο 2015, η νέα, μεγάλη, ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των μη συστημικών και συνεταιριστικών τραπεζών. Ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης η οποία προέκυψε, στο σύνολό της, το 1ο εξάμηνο του 2015. Και η οποία είναι τεράστια, λαμβάνοντας υπόψη ότι το κόστος της διαμορφώνεται περίπου στο ύψος των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών.

Τέλος, κρίσιμος παράγοντας είναι η άμεση ενίσχυση και σταδιακή αποκατάσταση της ρευστότητας στην οικονομία. Σε αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλει, πέραν της επιτυχούς ολοκλήρωσης της ανακεφαλαιοποίησης, η γρήγορη και επιτυχής ολοκλήρωση της προσεχούς αξιολόγησης του Προγράμματος, με στόχο την αποδέσμευση δόσης ύψους 3 δισ. ευρώ, που θα κατευθυνθούν εξ’ ολοκλήρου στην πραγματική οικονομία για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

Στον 2ο άξονα, θα επιδιωχθεί η άμεση σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών, μετά την επιστροφή της χώρας, και πάλι, στα πρωτογενή ελλείμματα. Αυτό θα πρέπει να αποτυπώνεται στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, που αναμένεται να κατατεθεί στις αρχές Οκτωβρίου, και να επιβεβαιώνεται, σε μηνιαία βάση, όπως με επιτυχία έγινε την περίοδο 2012-2014, τους προσεχείς μήνες.

Στην κατεύθυνση αυτή αναμένεται να συμβάλλει ο αυστηρός έλεγχος της πορείας εκτέλεσης του Προϋπολογισμού όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, η ενίσχυση των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας και η λειτουργία του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.

Η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και η διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας θα προσδώσουν βαθμούς ελευθερίας, που θα επιτρέψουν με τη σειρά τους βελτίωση όρων του Μνημονίου, στην κατεύθυνση τόσο μείωσης των φόρων όσο και ενίσχυσης των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων.

Υπενθυμίζω ότι υπάρχει το προηγούμενο του 2014, με τις στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση έκτακτης εισφοράς, βελτίωση ρυθμίσεων ληξιπρόθεσμων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων κ.ά.) και τη διανομή κοινωνικού μερίσματος, εξαιτίας της υπερκάλυψης του δημοσιονομικού στόχου για το 2013. Κοινωνικό μέρισμα ύψους 450 εκατ. ευρώ, υπερδιπλάσιο του ποσού που χορηγήθηκε εφέτος για την ανθρωπιστική κρίση, ύψους 200 εκατ. ευρώ, το οποίο και απαιτούσε την εύρεση δημοσιονομικών ισοδυνάμων.

Στον 3ο άξονα, θα κινηθούμε, μέσα στο 2015, για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του διαχρονικά υψηλού δημοσίου χρέους, το οποίο έχει επιβαρυνθεί αισθητά από τους ανερμάτιστους χειρισμούς της απελθούσας Κυβέρνησης.

Υπενθυμίζεται ότι η αυξητική δυναμική του δημοσίου χρέους, που οφείλεται εν πολλοίς στις ασκούμενες πολιτικές της δεκαετίας του ‘80, «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012. Όπως καταγράφει και η «Προκαταρκτική Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους για την Ελλάδα», της 25ης Ιουνίου 2015, που η προηγούμενη Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή, «το PSI οδήγησε σε μείωση του δημοσίου χρέους κατά περίπου 100 δισ. ευρώ τον Μάρτιο του 2012 (52% του τότε ΑΕΠ)». Σε καθαρούς όρους, το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά 51 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, μετά το 2012, μέσω της επέκτασης της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, της μείωσης των επιτοκίων και της αναβολής πληρωμών τόκων, βελτιώθηκε και το «προφίλ» του χρέους. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί, όπως και η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ απεδέχθη, μέσω των τοποθετήσεων του πρώην Υπουργού Οικονομικών στα Eurogroup της 11ης Φεβρουαρίου και της 16ης Φεβρουαρίου 2015, «η δομή του χρέους είναι τόσο σημαντική όσο και ο δείκτης χρέος / ΑΕΠ προκειμένου να αξιολογηθεί η βιωσιμότητά του».

Όμως, η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Συνεπώς, είναι αναπόφευκτη και αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012. Συγκεκριμένα,  αναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Συμπερασματικά, το μακροχρόνιο μείζον πρόβλημα του δημοσίου χρέους, που αποτελεί βαρίδι στην πορεία της χώρας, πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με σχέδιο, συντεταγμένη δράση και σκληρή εργασία η οποία θα φέρνει θετικά αποτελέσματα, ενώ οι εταίροι, από τη μεριά τους, πρέπει να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει από το 2012, για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του.

Στον 4ο άξονα, σταδιακά και πέραν της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, αξιοποιώντας το κεφάλαιο αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης που θα έχει συσσωρευθεί, θα αναζητήσουμε δημοσιονομικά ισοδύναμα, κυρίως από το σκέλος των δαπανών, ώστε να αλλάξουμε εσφαλμένες δημοσιονομικές πολιτικές που «στραγγαλίζουν» τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Όπως ήδη, ενδεικτικά, πράξαμε με την επιβολή ΦΠΑ 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση. Καταθέτοντας μέτρο ισοδύναμης απόδοσης μέσω του περαιτέρω περιορισμού των λειτουργικών δαπανών, προκειμένου να επιτευχθεί εξοικονόμηση ύψους 150 εκατ. ευρώ ή 15% του συνόλου των δαπανών ελαστικού χαρακτήρα (μετακινήσεις προσωπικού, προμήθεις υλικοτεχνικού εξοπλισμού, αγορά υπηρεσιών τρίτων κ.α.) του Τακτικού Προϋπολογισμού.

Αυτό είναι εφικτό και ρεαλιστικό, αφού, κατά την περίοδο 2012-2014, οι συνολικές καταναλωτικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 302 εκατ. ευρώ.

Στον 5ο άξονα, θα προχωρήσουμε, μέχρι το Μάρτιο του 2016, σε ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Με έμφαση στη δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους, περνώντας στην εκπλήρωση κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση, με προτεραιότητα τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της διαφάνειας, την εξασφάλιση της ισονομίας, την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και την εδραίωση ενός διαφανούς πλαισίου αξιολόγησης και επιβράβευσης της παραγωγικότητας.

Με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, που θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα. Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ανάδειξη παραγόντων όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία συνιστούν «ατμομηχανές» για μια ισχυρή και σύγχρονη αναπτυξιακή δυναμική.

Αλλά και με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων, του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής, της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της μεταποίησης αγροτο-κτηνοτροφικών προϊόντων.

Στον 6ο άξονα, θα αξιοποιήσουμε ταχύτατα και εμπροσθοβαρώς τους ευρωπαϊκούς πόρους που εξασφάλισε και θεσμοθέτησε η Κυβέρνηση ΝΔ/ΠΑΣΟΚ, ύψους 35 δισ. ευρώ για την προγραμματική περίοδο 2014-2020.

Και που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ είχε την δυνατότητα να αξιοποιήσει αλλά δεν το έπραξε, μη ολοκληρώνοντας τις διαδικασίες που προβλέπει ο εφαρμοστικός Νόμος διαχείρισης των πόρων του νέου ΕΣΠΑ (Ν. 4314/2014), αφού ούτε σχέδιο διέθετε ούτε το χρονοδιάγραμμα, που παρέλαβε, τήρησε.

Συμπερασματικά, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, κανένα Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν είναι άκαμπτο.

Η τροποποίση όμως όρων του απαιτεί σοβαρότητα, σχέδιο, αξιοπιστία και συνέπεια.

Η ΝΔ, αυτά, τα διαθέτει.

Για το λόγο αυτό, προχωρεί με αυτοπεποίθηση, ρεαλιστική αισιοδοξία, πολιτική βούληση, σχέδιο και προγραμματικό προσανατολισμό για τη χώρα.

Όλο και περισσότεροι πολίτες κατανοούν την πραγματικότητα, το διακύβευμα των εκλογών, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει η ΝΔ σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ,  συστρατεύονται με τη ΝΔ και θα την αναδείξουν πρώτη πολιτική δύναμη, όπως επιτάσσει το συμφέρον της χώρας.

Άρθρο στην εφημερίδα “Η Άποψη” – “Στρατηγική με 5 άξονες για την οικονομία”

Η χώρα οδεύει σε εκλογές γιατί η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ δραπέτευσε.

Δραπέτευσε υπό το βάρος των εσωτερικών αντιφάσεων, αντιθέσεων και διασπάσεων και της ψήφισης του 3ου Μνημονίου.

Ένα Μνημόνιο που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ και το οποίο, πριν από ορισμένους μήνες, δεν ήταν αναπόφευκτο.

Κατέστη όμως αναγκαίο εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης κατά το 1ο εξάμηνο του 2015. Διάστημα κατά το οποίο:

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, μετά την ανάκαμψη του 2014.
  • Η ανεργία αυξήθηκε, μετά τη μικρή υποχώρησή της το 2014.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, έχει καταρρεύσει.
  • Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου έχει διογκωθεί.
  • Η δημόσια οικονομία έχει επιστρέψει στα πρωτογενή ελλείμματα.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν επιστρέψει στα προ-2013 επίπεδο.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν σημαντικά συρρικνωθεί.
  • Οι τράπεζες έχουν ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης.
  • Συμπερασματικά, η «κατασκευή» του ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάσθηκε, μετρήθηκε με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης.

Συμπερασματικά, η «κατασκευή» του ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάσθηκε, μετρήθηκε με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης.

Συνεπώς, το κεντρικό ερώτημα που τίθεται στις προσεχείς εκλογές είναι ποιά πολιτική δύναμη μπορεί πιο αποτελεσματικά να ηγηθεί ενός σχηματισμού ώστε η χώρα με σχέδιο, βούληση και σκληρή δουλειά να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Με δεδομένους τους αντικειμενικούς περιορισμούς στο πεδίο άσκησης της πολιτικής, καθώς και το γεγονός ότι η συσσωρευθείσα από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ αρνητική δυναμική στην οικονομία δεν αποκαθίσταται «με το πάτημα ενός κουμπιού» ούτε τίθεται «στον αυτόματο πιλότο», η ΝΔ θα χρησιμοποιήσει «έξυπνα» τον χρόνο στην εφαρμογή των πολιτικών της.

Θα δράσει σε παράλληλους άξονες:

Στον 1ο άξονα, θα δοθεί έμφαση στην άμεση υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και θεσμικών αλλαγών, αρκετών μέσα στο 2015. Μεταρρυθμίσεων, κυρίως στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, που ήδη περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, και οι οποίες θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

Παράλληλα, θα προωθηθούν θεσμικές βελτιώσεις του νομικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία της οικονομίας με βάση και διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, θα εντατικοποιηθεί η υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, ενώ θα ολοκληρωθεί, εντός της χρονιάς, η νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών.

Στον 2ο άξονα, θα επιδιωχθεί η άμεση επανασταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών.

Με την εφαρμογή αλλά και την ενίσχυση των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας και με τη λειτουργία και ενδυνάμωση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.

Η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων θα προσδώσει βαθμούς ελευθερίας, που θα επιτρέψουν βελτίωση όρων του Μνημονίου στην κατεύθυνση τόσο μείωσης των φόρων όσο και ενίσχυσης των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων.

Υπενθυμίζω ότι υπάρχει το προηγούμενο του 2014, με τις στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση έκτακτης εισφοράς, βελτίωση ρυθμίσεων ληξιπρόθεσμων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων κ.ά.) και τη διανομή κοινωνικού μερίσματος, εξαιτίας της υπερκάλυψης του δημοσιονομικού στόχου για το 2013.

Στον 3ο άξονα, σταδιακά και πέραν της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, αξιοποιώντας το κεφάλαιο αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης που θα έχει συσσωρευθεί, θα αναζητήσουμε δημοσιονομικά ισοδύναμα, κυρίως από το σκέλος των δαπανών, ώστε να αλλάξουμε εσφαλμένες δημοσιονομικές πολιτικές που «στραγγαλίζουν» τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Όπως ήδη, ενδεικτικά, πράξαμε με την επιβολή ΦΠΑ 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση και την κατάθεση ισοδυνάμων από το σκέλος των λειτουργικών δαπανών.

Στον 4ο άξονα, θα προχωρήσουμε, μέχρι το Μάρτιο του 2016 όπως αναγράφει και το Μνημόνιο, σε ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Με έμφαση στη δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους, περνώντας στην εκπλήρωση κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση με προτεραιότητα τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της διαφάνειας, την εξασφάλιση της ισονομίας, την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και την εδραίωση ενός διαφανούς πλαισίου αξιολόγησης και επιβράβευσης της παραγωγικότητας.

Με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, που θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα. Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ανάδειξη παραγόντων όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία συνιστούν «ατμομηχανές» για μια ισχυρή και σύγχρονη αναπτυξιακή δυναμική.

Αλλά και με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων, του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής, της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της μεταποίησης αγροτο-κτηνοτροφικών προϊόντων.

Στον 5ο άξονα, θα αξιοποιήσουμε ταχύτατα και εμπροσθοβαρώς τους Ευρωπαϊκούς πόρους που εξασφάλισε η προηγούμενη Κυβέρνηση, την περίοδο 2013-2014, ύψους 35 δισ. ευρώ για την προγραμματική περίοδο 2014-2020.

Συμπερασματικά, όπως έχει ήδη αποδειχθεί εντός και εκτός χώρας, κανένα Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν είναι άκαμπτο. Η αλλαγή όμως όρων του απαιτεί σχέδιο, πολιτική βούληση και αξιοπιστία.

Αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα διαθέτει. Αντιθέτως, η ΝΔ τα διαθέτει.

Άρθρο στην εφημερίδα “Η Καθημερινή” – “Η αλήθεια για το δημόσιο χρέος και τη βιωσιμότητά του”

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την οικονομία και την πορεία της χώρας. Η αντιμετώπισή του έχει επιβαρυνθεί εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της απελθούσης Κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Η αλήθεια για την αριθμητική, τη δυναμική και τη βιωσιμότητά του, είναι η εξής:

1ον. Το δημόσιο χρέος, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, είχε αποκτήσει ιδιαίτερα ισχυρή, αυξητική δυναμική. Ξεκίνησε περίπου από το 25% του ΑΕΠ το 1981, υπερέβη το 60% στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘80 και το 100% στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Έκτοτε, κινήθηκε περίπου σ’ αυτό το επίπεδο με μικρές διακυμάνσεις, μέχρι και το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

2ον. Το δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, και παρά τις λογιστικές επαναταξινομήσεις λογαριασμών και την αναθεώρηση του ΑΕΠ που έγιναν κατά τα τέλη του 2009 και στις αρχές του 2010, αυξήθηκε κατά περίπου 23 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο της κρίσης 2007-2009. Αντίστοιχη αύξηση παρατηρήθηκε και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Χαρακτηριστικά, κατά μέσο όρο, στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αύξηση του δημοσίου χρέους, κατά την ίδια περίοδο, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στη χώρα μας (αύξηση κατά 26 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ). Αυτή ήταν η κατάσταση, ως προς το δημόσιο χρέος, όταν η χώρα μπήκε στο Μηχανισμό Στήριξης.

3ον. Η αυξητική δυναμική του χρέους «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012. Όπως καταγράφει και η «Προκαταρκτική Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους για την Ελλάδα», της 25ης Ιουνίου 2015, που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή: «Το PSI οδήγησε σε μείωση του δημοσίου χρέους κατά περίπου 100 δισ. ευρώ τον Μάρτιο του 2012 (52% του τότε ΑΕΠ)». Σε καθαρούς όρους, το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά 51 δισ. ευρώ.

4ον. Το ύψος του χρέους θα ήταν πολύ υψηλότερο χωρίς την αναδιάρθρωσή του. Θα έφτανε στα 395 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014 (ή στο 221% του ΑΕΠ).

5ον. Το «προφίλ» του χρέους, μετά το 2012, έχει αισθητά βελτιωθεί. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί, όπως και η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ απεδέχθη, μέσω των τοποθετήσεων του πρώην Υπουργού Οικονομικών στα Eurogroup της 11ης Φεβρουαρίου και της 16ης Φεβρουαρίου 2015, «η δομή του χρέους είναι τόσο σημαντική όσο και ο δείκτης χρέος / ΑΕΠ προκειμένου να αξιολογηθεί η βιωσιμότητά του».

Έτσι, όπως επισημαίνει και η προαναφερόμενη «Προκαταρκτική Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους για την Ελλάδα»: «Η Ελλάδα έχει ήδη ωφεληθεί από μια σειρά μέτρων για τη μείωση του χρέους. Οι όροι σχετικά με το Greek Loan Facility έχουν αναθεωρηθεί τρεις φορές (επέκταση της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, μείωση των επιτοκίων). Και οι όροι του EFSF τροποποιήθηκαν το 2012 (επέκταση ωριμάνσεων, κατάργηση χρεώσεων και αναβολή πληρωμών τόκων).»  

Όλα αυτά τα επιβεβαιώνει και η πρόσφατη ετήσια Έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ). Συγκεκριμένα:

α. Το 2014, η μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους ήταν 16,6 έτη και το μέσο σταθμικό επιτόκιο λίγο πάνω από το 2%. Το 2011, η διάρκεια ήταν 6,3 έτη και το επιτόκιο 4%.

β. Το 2014, οι τόκοι ανέρχονταν στα 7 δισ. ευρώ. Το 2011, στα 15 δισ. ευρώ.

γ. Μόνο για τα έτη 2013 και 2014, η χώρα κατέβαλε συνολικά πλέον των 16 δισ. ευρώ λιγότερα χρήματα για την αποπληρωμή τοκοχρεωλυσίων (ή πάνω από το 4% του ΑΕΠ για κάθε έτος).

6ον. Επιπλέον, το Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012, συμφώνησε να εξετάσει, υπό προϋποθέσεις, επιπλέον παρεμβάσεις προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η βιωσιμότητα του χρέους (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012). Τα Eurogroup της 5ης Μαϊου 2014 και της 20ης Φεβρουαρίου 2015 επιβεβαίωσαν τη δέσμευση σε αυτό το πλαίσιο.

7ον. Η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Όλα αυτά επιβεβαιώθηκαν, μεταγενέστερα, από αντίστοιχες Εκθέσεις ([IMF, “GREECE: Preliminary Draft Budget Sustainability Analysis”, 26.6.2015], [IMF, “GREECE: An update of IMF staff’s preliminary public debt sustainability analysis”, 14.7.2015] και [European Commission, “Greece – Request for stability support in the form of an ESM loan”, 10.7.2015]). Σύμφωνα μάλιστα με την τελευταία Έκθεση του ΔΝΤ, το δημόσιο χρέος θα διαμορφωθεί στο 200% του ΑΕΠ τα επόμενα 2 έτη, ενώ θα βρίσκεται στο 170% του ΑΕΠ το 2022, αντί για 105% του ΑΕΠ που εκτιμούσε η αντίστοιχη Έκθεση πριν από ένα χρόνο.

Αυτό το κόστος φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

8ον. Είναι αναπόφευκτη και αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012. Συγκεκριμένα,  αναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Πρόσθετες χρηματοδοτικές ανάγκες, ύψους 86 δισ. ευρώ, που δημιουργήθηκαν, κυρίως, το 2015.

Και οι οποίες, αντίθετα από τους «πανηγυρισμούς» της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος.

Συμπερασματικά, το μακροχρόνιο μείζον πρόβλημα του δημοσίου χρέους, που αποτελεί βαρίδι στην πορεία της χώρας, πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με σχέδιο, συντεταγμένη δράση και σκληρή εργασία η οποία θα φέρνει θετικά αποτελέσματα, ενώ οι εταίροι, από τη μεριά τους, πρέπει να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει από το 2012, για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του.

Ελάχιστες αναγκαίες ενδογενείς συνθήκες που οφείλουμε να διαμορφώσουμε και σταθερά να προωθούμε είναι η πολιτική ομαλότητα και η κοινωνικοπολιτική συνεννόηση, τα υγιή δημόσια οικονομικά, η κοινωνική συνοχή, η εθνική παραγωγική ανασυγκρότηση με ανταγωνιστικότητα και εξωστρεφή προσανατολισμό, η αποτελεσματική αξιοποίηση όλων των πόρων του έθνους.

Η ΝΔ αποτελεί σαφώς την πιο φερέγγυα και αξιόπιστη επιλογή για να ηγηθεί αυτής της δύσκολης αλλά αναγκαίας πορείας της χώρας.

Άρθρο στο ΑΠΕ-ΜΠΕ – “Το κόστος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ και το νέο κόστος των εκλογών”

Ο κ. Τσίπρας, με το μέρος του ΣΥΡΙΖΑ που τον ακολουθεί, παραιτήθηκε από την διακυβέρνηση της χώρας. Δραπέτευσε υπό το βάρος των εσωτερικών αντιφάσεων που επιμελώς απέκρυβαν για να καταλάβουν την εξουσία.

Το κόστος της 7μηνης διακυβέρνησης από τον κ. Τσίπρα για τη χώρα και τους πολίτες είναι υψηλό. Συγκεκριμένα:

1ον. Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.

Μέσα σε 6 μήνες, μόνο για το 2015, η πρόβλεψη για ισχυρή ανάπτυξη άνω του 2,5%, μετατράπηκε σε εκτίμηση για βαθιά ύφεση άνω του 2%, εξαιτίας και της τραπεζικής αργίας και των κεφαλαιακών περιορισμών. Και η ύφεση θα συνεχιστεί και το 2016. Επιβάρυνση; Περίπου 11 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

2ον. Η δημόσια οικονομία επέστρεψε στα πρωτογενή ελλείμματα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεγαλύτερες δανειακές ανάγκες για τα επόμενα χρόνια και να αποδυναμώνεται η προοπτική βιωσιμότητας του χρέους. Επιβάρυνση; Περίπου 8 δισ. ευρώ μόνο για το 2015. Όσα και τα νέα μέτρα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

3ον. Οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιούνται και οι αποκρατικοποιήσεις δεν προχωρούν. Επιβάρυνση; Περίπου 10 δισ. ευρώ για την επόμενη τριετία.

4ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκαν, με αποτέλεσμα η αποπληρωμή τους να απαιτεί νέο δανεισμό. Επιβάρυνση; Περίπου 5 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

5ον. Τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης «σκουπίστηκαν», με αποτέλεσμα, για να επιστραφεί ένα μέρος τους, να απαιτείται επιπλέον δανεισμός. Επιβάρυνση; Περίπου 7 δισ. ευρώ για την επόμενη τριετία.

6ον. Προέκυψε ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Επιβάρυνση; Μέχρι 25 δισ. ευρώ.

Ενώ, και η αξία των τραπεζικών μετοχών, τους τελευταίους 6 μήνες, έχει καταρρεύσει. Με αποτέλεσμα, η αξία των μετοχών που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο να διαμορφώνεται, σήμερα, περίπου στα 3 δισ. ευρώ, από 15 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014. Δυνητική επιβάρυνση; 12 δισ. ευρώ.

Όλα αυτά, και πολλά ακόμη, φέρουν τη σφραγίδα της 7μηνης διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Και είναι το αποτέλεσμα των ιδεοληψιών, των λανθασμένων χειρισμών, των ανερμάτιστων τακτικισμών της παραιτηθείσας πλέον Κυβέρνησης.

Που οδήγησαν στο 3ο, εξαιρετικά επώδυνο, «αριστερό» Μνημόνιο. Και ακριβώς για αυτό το λόγο, επειδή είναι εξαιρετικά επώδυνο, ο κ. Τσίπρας επιλέγει να οδηγήσει τη χώρα σε μία νέα εκλογική αναμέτρηση, πριν οι πολίτες βιώσουν τις νέες φορολογικές επιβαρύνσεις και τις μειώσεις κύριων και επικουρικών συντάξεων, που ο ίδιος εισηγήθηκε.

Αγνοώντας, όμως, και τα νέα, πρόσθετα βάρη που μια εκλογική αναμέτρηση θα φέρει στις πλάτες των πολιτών.

Ενδεικτικά:

  • Η υπάρχουσα «τρύπα», ύψους 2,5 δισ. ευρώ, στα φορολογικά έσοδα θα διευρυνθεί. Οι παρατάσεις στην υποβολή φορολογικών δηλώσεων και στην αποστολή των εκκαθαριστικών του ΕΝΦΙΑ, απλώς μεταθέτουν τις φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών, αλλά διευρύνουν το δημοσιονομικό κενό.
  • Η αντίστοιχη «τρύπα», ύψους 1 δισ. ευρώ, στις ασφαλιστικές εισφορές, θα διευρυνθεί και αυτή.
  • Η αξιολόγηση των προαπαιτούμενων του Σεπτεμβρίου θα καθυστερήσει. Μαζί της θα καθυστερήσει και η εκταμίευση των 3 δισ. ευρώ που προορίζονται για αποπληρωμή μέρους των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, τις οποίες σώρευσε η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ με τη στάση πληρωμών των τελευταίων 7 μηνών. Και που είναι, ουσιαστικά, οι μόνοι πόροι της νέας δανειακής σύμβασης μέχρι σήμερα (+500 εκατ. ευρώ από τα πρώτα 13 δισ. ευρώ) που θα «πέσουν» στην Ελληνική οικονομία.
  • Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας θα εξακολουθεί να συνθλίβεται από την έλλειψη εμπιστοσύνης και την παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα, οι οποίες καθηλώνουν τον τζίρο, στεγνώνουν τη ρευστότητα, πολλαπλασιάζουν τα λουκέτα, διογκώνουν την ανεργία.
  • Η μείωση των καταθέσεων και των repos ύψους περίπου 50 δισ. ευρώ από το Δεκέμβριο του 2014 (ή το 25% επί του συνόλου τους), θα διατηρηθεί, δεδομένων των υφιστάμενων κεφαλαιακών περιορισμών, χωρίς όμως την προοπτική επαναφοράς τους στο τραπεζικό σύστημα λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας και της έλλειψης εμπιστοσύνης, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ήδη περιορισμένη ρευστότητα των τραπεζών.
  • Η ολοκλήρωση των «τεστ αντοχής» των τραπεζών θα καθυστερήσει και θα πραγματοποιηθεί σε ένα δυσμενέστερο πολιτικοοικονομικό περιβάλλον, θέτοντας σε κίνδυνο την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησής τους μέχρι το τέλος του 2015, πριν τη θέση σε ισχύ της κοινοτικής οδηγίας για το bail-in.
  • Ένα νέο σήμα αναξιοπιστίας θα δοθεί στους εταίρους και στις αγορές.
  • Το δημοσιονομικό και χρηματοδοτικό κενό πιθανότατα θα διευρυνθούν, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε νέα, πρόσθετα σκληρά μέτρα προκειμένου να καλυφθούν οι «τρύπες» στα δημόσια οικονομικά, επιπλέον αυτών που πρέπει να ψηφιστούν τον Οκτώβριο του 2015 αλλά και αυτών που προβλέπονται για το 2016 και το 2017.

Οι πολίτες πλέον γνωρίζουν. Έχουν υποστεί το κόστος των προεκλογικών ψευδαισθήσεων του 2009 και του 2015. Πλέον θα αναμετρηθούν, όχι οι υποσχέσεις, αλλά τα αποτελέσματα των διαδοχικών περιόδων διακυβέρνησης.

Σ’ αυτό το ορθολογικό πλαίσιο, με βάση το σχέδιο και τις προσδοκίες για το μέλλον αλλά και τα μετρήσιμα πλέον αποτελέσματα, η ΝΔ είναι σαφώς σε πλεονεκτική θέση.

Άρθρο στην ιστοσελίδα Reporter.gr – “Οι Προκλήσεις και οι Πολιτικές Διαχείρισης της Κρίσης στο Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα”

Οι Προκλήσεις και οι Πολιτικές Διαχείρισης της Κρίσης  στο Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα

Είναι γνωστό ότι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.

Κρίση συστημική και μεταδοτική, από τον χρηματοπιστωτικό στο δημοσιονομικό τομέα, ή το αντίστροφο, από τον δημοσιονομικό στο χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως έγινε στην Ελλάδα.

Πράγματι, τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απέρρεαν:

  • Από την μεγάλη επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας και των ιδίων των ιδρυμάτων.
  • Από τον αποκλεισμό τους από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή καταθέσεων, ιδιαίτερα το πρώτο εξάμηνο του 2015.
  • Από την «υποχρέωση» να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο.
  • Από την μεγάλη επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών, εξαιτίας της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ως αποτέλεσμα του αρνητικού αντίκτυπου της πολιτικής αβεβαιότητας – από τα τέλη του 2014 – στην οικονομική δραστηριότητα και στην κουλτούρα πληρωμών, της επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αλλά και σοβαρών διαχρονικών σφαλμάτων των ιδίων των τραπεζών στο σκέλος των χορηγήσεων.

Καταθέσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών (κάτοικοι εσωτερικού, εκατ. ευρώ)

Diagram_11

Όλες αυτές οι προκλήσεις είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα και στη φερεγγυότητα των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Καθιστώντας, έτσι, αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, για να διαφυλαχθούν οι καταθέσεις των πολιτών.

Προς την κατεύθυνση αυτή, από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της ΝΔ, ξεκίνησε, με μεθοδικό, διορατικό και συστηματικό τρόπο, η διαμόρφωση αυτού του πλαισίου, με σκοπό τόσο τη διασφάλιση της αναγκαίας χρηματοδότησης του τραπεζικού συστήματος, όσο και τη θεσμική θωράκιση της σταθερότητάς του.

Στην πρώτη κατεύθυνση, δηλαδή αυτής για τη διασφάλιση της χρηματοδότησης αναλήφθησαν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες πρωτοβουλίες:

1η. Θεσπίστηκε, το 2008, ένα «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ.

Αυτό το «πακέτο», παρά την αρχική κριτική του συνόλου της τότε Αντιπολίτευσης, αποτέλεσε σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος.

Με αποτέλεσμα, μεταγενέστερα, το όριο των εγγυήσεων να πολλαπλασιαστεί, φτάνοντας τα 85 δισ. ευρώ, και να συνεχίζει, ακόμη και σήμερα, να αξιοποιείται.

Υπενθυμίζεται δε, ότι τα συνολικά έσοδα στον Κρατικό Προϋπολογισμό από την αξιοποίηση αυτού του «πακέτου», από μερίσματα και προμήθειες, διαμορφώθηκαν περίπου στα 4 δισ. ευρώ για την περίοδο 2009-2014.

2η. Καλύφθηκαν, από το 2011, οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας μέσω της παροχής έκτακτης ενίσχυσης της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα, η αντληθείσα χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος μέσω του ELA να διαμορφώνεται περίπου στα 87 δισ. ευρώ.

Από μηδέν στο τέλος του 2014.

Και η συνολική χορηγηθείσα χρηματοδότηση μέσω του Ευρωσυστήματος να διαμορφώνεται περίπου στα 127 δισ. ευρώ.

Υπερβαίνοντας, για πρώτη φορά, το ύψος των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Εξαιτίας της ανασφάλειας που δημιουργήθηκε, από πράξεις και παραλείψεις της Κυβέρνησης, κατά το 1ο εξάμηνο του 2015.

Χρηματοδότηση τραπεζών από την ΕΚΤ και εξέλιξη καταθέσεων (δισ. ευρώ)

Diagram_12

3η. Εξασφαλίστηκαν, το 2012, επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Και η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα ενισχύθηκε, επ’ ωφελεία των καταθετών.

Το 2014, οι τράπεζες κατάφεραν να ανακτήσουν πρόσβαση στις αγορές, μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου και εκδόσεων τίτλων.

Η φερεγγυότητά τους επιβεβαιώθηκε και από τα αποτελέσματα της άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης, που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Δυστυχώς όμως σήμερα, το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με την ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης, και με επιπλέον κόστος για το Δημόσιο από την απώλεια αξίας μετοχών του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) στις συστημικές τράπεζες, που εκτιμάται στα 12,7 δισ. ευρώ, εξαιτίας της αδράνειας της Ελληνικής Κυβέρνησης, η οποία οδήγησε στην επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, στην επιστροφή στην ύφεση, στο κλείσιμο των τραπεζών, στους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Το αποτέλεσμα;

Γίνεται, σήμερα, συζήτηση για ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης ύψους μέχρι 25 δισ. ευρώ, όσα περίπου και τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών.

Υπενθυμίζεται πως όταν τα Κόμματα που στηρίζουν σήμερα την Κυβέρνηση ήταν στην Αντιπολίτευση υποστήριζαν ότι, μέσω της ανακεφαλαιοποίησης, «χαρίζονταν χρήματα στους τραπεζίτες».

Σήμερα, αντιλαμβάνονται ότι η ανακεφαλαιοποίηση είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η συστημική ευστάθεια των τραπεζών και να διαφυλαχθούν οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Πέρα από τη χρηματοδότηση, αναλήφθησαν, επίσης, πρωτοβουλίες και για τη θεσμική θωράκιση του τραπεζικού συστήματος.

Ενδεικτικά:

1η. Το 2008, ενισχύθηκε το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ από τις 20.000 ευρώ.

2η. Το 2010, συστάθηκε το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας και ιδρύθηκε το ΤΧΣ, τα οποία λειτουργούν και με την παρούσα Κυβέρνηση.

3η. Από το 2011, διαμορφώνεται ένα θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Και, πλέον, μετά την πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της παρούσας Κυβέρνησης, η οποία αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωμα σχετικών νομοθετικών πρωτοβουλιών της προηγούμενης Κυβέρνησης, αυτό θωρακίζεται με την ενσωμάτωση στην εσωτερική έννομη τάξη του Ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου για την ανάκαμψη και εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Πλαίσιο, που περιλαμβάνει ένα εύρος μέσων και κανόνων για την πρόληψη και έγκαιρη επέμβαση στα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και εργαλεία εξυγίανσης, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η πώληση δραστηριοτήτων, η δημιουργία μεταβατικού ιδρύματος, ο διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων και η αναδιάρθρωση του παθητικού.

Πλαίσιο, που συμπληρώνει τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό, καθώς θα διασφαλίζει ότι αν, παρά την αυστηρότερη εποπτεία, μια τράπεζα αντιμετωπίσει σοβαρές δυσχέρειες, η εξυγίανσή της θα αντιμετωπιστεί με αποτελεσματικό τρόπο και με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για τους φορολογουμένους πολίτες.

Πλαίσιο που θα πρέπει, όπως έχω υποστηρίξει και κατά το παρελθόν, να συμπληρωθεί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων.

Ο συνδυασμός αυτών των ενεργειών και πρωτοβουλιών, καθώς και η ενίσχυση της αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης της χώρας, οι οποίες χάθηκαν κατά το 1ο εξάμηνο του 2015, θέτουν τις βάσεις για την επανασταθεροποίηση και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών σε αυτό και να αποφευχθεί ο κίνδυνος ευρείας συστημικής αποσταθεροποίησης.

Άρθρο στην εφημερίδα “Η Καθημερινή” – “«Όπισθεν ολοταχώς» στην Εκπαίδευση” –

91898759Θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η εκπαίδευση δύναται να βελτιώνει την παραγωγικότητα – ανταγωνιστικότητα, να επιταχύνει τους ρυθμούς της βιώσιμης ανάπτυξης, να ενισχύει την απασχόληση, να μειώνει τις περιφερειακές ανισότητες, να προωθεί την κοινωνική συνοχή.

Ως εκ τούτου πρέπει, ως χώρα, να αποδώσουμε ιδιαίτερη σημασία στην ποσότητα και στην ποιότητα του ανθρωπίνου κεφαλαίου, δηλαδή της εκπαίδευσης. Θα έλεγα ότι μείζον στρατηγικός στόχος είναι η βελτίωση της ποιότητας.

Είναι γεγονός ότι, την τελευταία δεκαετία, έγιναν κάποια σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Κάποια από αυτά μάλιστα υλοποιήθηκαν σε περιβάλλον ευρύτερης κοινοβουλευτικής και κοινωνικής συναίνεσης. Το αποτέλεσμα είναι, σήμερα, στους κόλπους του εκπαιδευτικού μας συστήματος να έχουν δημιουργηθεί ορισμένες σημαντικές νησίδες ποιότητας, να έχουν διορθωθεί, έστω και ατελώς, κάποιες από τις χρόνιες παθογένειές του, να έχουν αναπτυχθεί κάποιες ισχνές δομές αξιολόγησης και να έχει ενισχυθεί η εξωστρέφειά του. Δημιουργήθηκε έτσι το αναγκαίο υπόβαθρο για την περαιτέρω βελτίωσή του.

Δυστυχώς, όμως, η παρούσα Κυβέρνηση, με τις πρωτοβουλίες που προωθεί όχι μόνο «φρενάρει» τις θετικές εξελίξεις, αλλά θα έλεγα ότι αποψιλώνει ότι άνθησε μέχρι σήμερα. Αντί να προωθήσει με βελτιωτικές ρυθμίσεις την αξιολόγηση και την αριστεία, ουσιαστικά τις αποδομεί, επαναφέρει τον κομματισμό και τη συναλλαγή, κολακεύει τη μετριότητα και αποκόπτει τη χώρα από τα τεκταινόμενα στον ευρωπαϊκό χώρο. Λόγω ιδεοληψιών κάνει βήματα προς τα πίσω.

Αντίθετα, η έμφαση θα πρέπει να δοθεί, στην συνεχή αξιολόγηση των δομών της εκπαίδευσης, στην ενίσχυση της αυτονομίας σχολείων και ιδρυμάτων, στην αξιολόγηση της οικονομικής αποτελεσματικότητας των διαθέσιμων πόρων, στο μέγεθος των μονάδων εκπαίδευσης. Ενώ θα πρέπει να μας απασχολεί, η χαμηλή αποδοτικότητα των κοινωνικών και ιδιωτικών επενδύσεων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, η δυσαρμονία μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, η μεγάλη διαρροή εγκεφάλων στο εξωτερικό.

Και όλα αυτά θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ουσιαστικού διαλόγου, προϊόν συνεννόησης και σύνθεσης, ώστε, τελικά, η εκπαίδευση να διαδραματίσει και στη χώρα μας τον δημιουργικό ρόλο που μπορεί και πρέπει.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” – “Μέτρα για την ανθρωπιστική κρίση: αλήθειες και υπερβολές”

k01_22032015_NEW.inddΗ Ν.Δ. στήριξε τα μέτρα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης. Και αυτό παρά το ότι αυτά είναι πρόχειρα, χρονοβόρα στην υλοποίησή τους και αποσπασματικά, αφού δεν αποτελούν μέρος μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της φτώχειας. Στρατηγικής, της οποίας βασικός πυλώνας θα έπρεπε να είναι η σταδιακή επέκταση του υφιστάμενου, πιλοτικού θεσμού του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

Επί των διατάξεων, όμως, κάναμε ορισμένες επισημάνσεις. Ειδικότερα:

1ον. Τα μέτρα είναι πολύ μικρότερης εμβέλειας σε σχέση με τις πολυάριθμες προεκλογικές υποσχέσεις και μετεκλογικές δεσμεύσεις της Κυβέρνησης. Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση, πριν από περίπου 1 χρόνο, για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, είχε διαθέσει υπερδιπλάσιο ποσό, με τη διανομή «κοινωνικού μερίσματος», χωρίς την αναζήτηση μάλιστα δημοσιονομικών ισοδυνάμων.

2ον. Σύμφωνα με υπηρεσιακό έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, σε ότι αφορά το μέτρο της επιδότησης σίτισης, εκτιμάται ότι θα ωφεληθούν, κατ’ ανώτατο όριο, 153.000 νοικοκυριά. Θυμίζουμε ότι ο Υπουργός Οικονομικών, στην τελευταία επιστολή του προς τον Πρόεδρο του Eurogroup, αναφέρθηκαν σε 300.000 νοικοκυριά. Είναι πρόδηλη η σύγχυση της Κυβέρνησης, όταν αναγκάζεται να περάσει από τη «δημιουργική ασάφεια» στη σαφήνεια της πραγματικότητας.

3ον. Στην ίδια επιστολή, ο Υπουργός Οικονομικών ισχυρίζεται ότι τα δημοσιονομικά ισοδύναμα θα προέλθουν από τις καταναλωτικές δαπάνες (60,9 εκατ. ευρώ) και τις κρατικές προμήθειες (140 εκατ. ευρώ). Την ίδια ημέρα, στη Βουλή, ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών ανέφερε ότι τα ισοδύναμα θα προέλθουν κατά 51,3 εκατ. ευρώ από καταναλωτικές δαπάνες, κατά 129 εκατ. ευρώ από κρατικές προμήθειες, και κατά 20 εκατ. ευρώ από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Είναι προφανής η έλλειψη στοιχειώδους συνεννόησης.

4ον. Ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών ανέφερε ότι έχει ήδη καταφέρει να εξοικονομήσει αυτά τα ποσά για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Διερωτώμεθα, αν αυτό έχει γίνει, γιατί δεν προβλέπεται στις διατάξεις του Σχεδίου Νόμου και δεν αποτυπώνεται στην Έκθεση του ΓΛΚ; Αλήθεια, πως προκύπτει αυτή η εξοικονόμηση; Η Έκθεση του ΓΛΚ προβλέπει ότι, από τις καταργήσεις θέσεων στα κυβερνητικά όργανα, αναμένεται να προκύψει μείωση της δημόσιας δαπάνης κατά 1,2 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με την ίδια Έκθεση, η μείωση της δαπάνης αντιρροπείται πλήρως από την αύξηση λειτουργικών δαπανών για τη σύσταση νέων θέσεων και την καταβολή επιπλέον αμοιβών. Ενώ δεν προσμετράται και η καταβολή οδοιπορικών εξόδων στους απεριόριστους εθελοντές συμβούλους αφού αυτό το κόστος «δεν μπορεί να προσδιορισθεί». Συνεπώς, από τη νέα δομή της Κυβέρνησης, όχι μόνο δεν θα προκύψει τελικά δημοσιονομική ωφέλεια, αλλά πιθανότατα, στην πράξη, θα υπάρξει και αύξηση της δημόσιας δαπάνης.

Έτσι, με αντικειμενικότητα, αξιολογήσαμε τα αποτελέσματα των προσπαθειών της Κυβέρνησης επί του πραγματικού πεδίου. Άλλωστε, η προσπάθεια με στόχο τη συγκρότηση μιας ισχυρής Ελλάδας, η οποία θα δρα με αξιοπρέπεια στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια σκηνή, πρέπει να είναι συνεχής και συλλογική.

Άρθρο στην εφημερίδα “Η Καθημερινή της Κυριακής” – “Από τη «δημιουργική ασάφεια» στη σαφήνεια της πραγματικότητας”

Site_32386991_af9faa183a2afe8c9da04e0b878591b0Ο Υπουργός Οικονομικών επιχαίρει για την «ασάφεια» της ενδιάμεσης και μεταβατικής συμφωνίας, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα ως «δημιουργική».

Είναι όμως; Βραχυχρονίως και ναι και όχι. Μεσο-μακροχρονίως σίγουρα όχι. Βραχυχρονίως, από τη μία ίσως θολώνει το περιβάλλον και επιτρέπει κυβιστήσεις και «πιρουέτες» έναντι προηγουμένων θέσεων, αλλά από την άλλη η «ασάφεια» σε συνεχή διαπραγμάτευση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη βοηθά, σε τελική ανάλυση, πάντοτε τον πρώτο. Το αντίθετο θα μπορούσε να ισχύσει μόνο στην αρχική διαπραγμάτευση.

Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν των άλλων, προδίδει και απουσία ολοκληρωμένου και κοστολογημένου σχεδίου για την πορεία της χώρας από την Ελληνική Κυβέρνηση. Γεγονός που επιβεβαιώνεται, καθημερινά, από τις δημόσιες τοποθετήσεις του Υπουργού Οικονομικών, από τις οποίες απουσιάζουν οι ποσοτικές προσεγγίσεις.

Σημείωσα ήδη τη θέση ότι ο Υπουργός επέλεξε να είναι «ασαφής» προκειμένου η Κυβέρνηση, και με θεσμικά τεχνάσματα, να «απορροφήσει», στο εσωτερικό μέτωπο, στα Κόμματα της Συγκυβέρνησης και στους ψηφοφόρους τους, τους κραδασμούς από τις τεράστιες αποκλίσεις από τις πολυάριθμες μεγαλόστομες εξαγγελίες των τελευταίων ετών, της προεκλογικής περιόδου και των πρώτων μετεκλογικών ημερών, αφού το πλαίσιο, οι διαδικασίες και οι δεσμεύσεις του Προγράμματος παραμένουν απολύτως σε ισχύ.

Επέλεξε να είναι βραχυχρονίως, ελπίζω, «ασαφής» αν και γνωρίζει καλά ότι μεσο-μακροχρονίως το περιβάλλον ασάφειας βλάπτει την οικονομία και τη χώρα.

Προσδοκώ ότι άμεσα θα περάσει στη φάση της σαφήνειας της πραγματικότητας.

Όταν, βεβαίως, οι υφιστάμενες ασάφειες, καταστούν, εν πορεία, σαφείς και ποσοτικά συγκεκριμένες, τότε πλέον θα πέσουν και τα τελευταία «φύλλα συκής» της Κυβέρνησης και θα αποκαλυφθεί, στους πολίτες, η αλήθεια.

Στο μεταξύ όμως, η πραγματική οικονομία, κυρίως λόγω της παρατεταμένης αβεβαιότητας και των συνεχιζόμενων Κυβερνητικών παλινωδιών, μπαίνει, το τελευταίο δίμηνο, σε νέα φάση επιδείνωσης.

  • Τα φορολογικά έσοδα και τα έσοδα των ασφαλιστικών ταμείων παρουσιάζουν σημαντική και διευρυνόμενη υστέρηση από τους στόχους.
  • Οι επενδυτές εγκαταλείπουν πρωτοβουλίες.
  • Η ανάκαμψη, που ετετεύχθη το 2014, για 1η φορά μετά από 6 χρόνια, κινδυνεύει.
  • Οι καταθέσεις έχουν συρρικνωθεί κατά 26 δισ. ευρώ το τελευταίο τρίμηνο και τα «κόκκινα δάνεια» έχουν αυξηθεί.
  • Το κόστος δανεισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει επιβαρυνθεί (ο δανεισμός από την ΕΚΤ έχει διαμορφωθεί στα 82 δισ. ευρώ, από 56 δισ. ευρώ στα τέλη Δεκεμβρίου).
  • Η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας υποβαθμίζεται ξανά.
  • Η απόσταση από την επιστροφή μας στις αγορές μεγαλώνει (όπως αποδεκνύεται από την πορεία των αποδόσεων μεσο-μακροπρόθεσμεων Ελληνικών ομολόγων και από το επιτόκιο των τελευταίων εκδόσεων εντόκων γραμματίων – περίπου στο 3% η τελευταία, αυτής της εβδομάδος, έκδοση 6μηνου εντόκου, από 2,1% πριν 3 μήνες).
  • Το κόστος του προγράμματος χρηματοδότησης μεγαλώνει και οι πηγές άντλησης πόρων «στερεύουν».
  • Η αξιοπιστία της χώρας έχει επιστρέψει στο χαμηλότερο σημείο.

Όλα αυτά συνθέτουν πάλι ένα βαρύ περιβάλλον, με κόστος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Για το λόγο αυτό, ο Υπουργός Οικονομικών και συνολικά η Κυβέρνηση, πρέπει να αφήσουν στην άκρη τα παίγνια με σύμβολα, συμβολισμούς, λέξεις και το περιττό άνοιγμα μετώπων με άλλα κράτη και ευρωπαϊκούς θεσμούς για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και να περάσουν, τώρα, από τη «δημιουργική ασάφεια» στη σαφήνεια της πραγματικότητας.

Και να υπενθυμίσω στον Υπουργό τα λόγια, που σίγουρα γνωρίζει, του Kelvin, ότι «όταν κάτι μπορείς να το μετρήσεις και να το εκφράσεις με αριθμούς, τότε κάτι ξέρεις για αυτό. Αν δεν μπορείς να το μετρήσεις και να το εκφράσεις με αριθμούς, τότε η γνώση σου είναι ισχνή και ελάχιστα αποτελεσματική».

Και ακόμη ότι οι Έλληνες πολίτες θέλουν και δικαιούνται «και εργασία και λεφτά και αξιοπρέπεια».

Είναι σημαντικό για την πορεία της χώρας, μετά και την αρχική συμφωνία, ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων αναζητούμε πλέον, λόγω και έργω, οδικό χάρτη και εφικτές λύσεις για τη χώρα, εντός του ιδίου πλαισίου.

Στην περίπτωση αναζήτησης καλών λύσεων για τη χώρα και τους πολίτες εμείς θα είμαστε δημιουργικά σαφείς, όπως πάντα έπραττε η Νέα Δημοκρατία.

Η άρνηση σε όλα και η «δημιουργική ασάφεια», αποτέλεσε πρακτική άλλων.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” – “Η Κυβέρνηση προσγειώνεται σταδιακά στην πραγματικότητα”

Site_32339054_c714a04ee082be2947e8620a7b848743Η ενδιάμεση και μεταβατική συμφωνία στην οποία κατέληξαν η Κυβέρνηση και το Eurogroup αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς την αναγκαία εξομάλυνση της σχέσης της χώρας με τους εταίρους και δανειστές.

Η διαταραχή του τελευταίου μήνα φαίνεται ότι ομαλοποιείται και η Κυβέρνηση,  με συνεχείς παλινδρομήσεις, ατελείωτες ανακολουθίες, παίγνια με σύμβολα, συμβολισμούς και λέξεις «προσγειώνεται», σταδιακά, στην πραγματικότητα.

Με τη συμφωνία εγκαταλείπει τις πολυάριθμες μεγαλόστομες εξαγγελίες των τελευταίων ετών, της προεκλογικής περιόδου και των πρώτων μετεκλογικών ημερών και κάνει στροφή περίπου 180 μοιρών.

Όταν δε οι υφιστάμενες στη συμφωνία ασάφειες, καταστούν εν πορεία σαφείς και ποσοτικά συγκεκριμένες, τότε πλέον θα πέσουν και τα τελευταία «φύλλα συκής» της Κυβέρνησης και θα αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια.

Βεβαίως τις αντιφάσεις, τις παλινωδίες, τις κραυγαλέες ασυνέπειές της, η Κυβέρνηση θα τις διαχειριστεί στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και φυσικά θα πρέπει να τις εξηγήσει στους ψηφοφόρους της.

Όμως, θέλω να σημειώσω το γεγονός ότι η Κυβέρνηση, έμπρακτα πλέον, αναζητεί την πορεία της χώρας εντός της Ευρωζώνης.

Αυτό από μόνο του αποτελεί θετική εξέλιξη για τη στρατηγική πορεία της χώρας.

Είναι σημαντικό, ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων αναζητούμε πλέον, λόγω και έργω, οδικό χάρτη και εφικτές λύσεις για τη χώρα, εντός του ιδίου πλαισίου.

Συγκεκριμένα:

1ον. Η Κυβέρνηση ζήτησε, με επιστολή του Υπουργού Οικονομικών στις 18 Φεβρουαρίου, και το Eurogroup ενέκρινε, την, υπό όρους,  προϋποθέσεις και δεσμεύσεις, επέκταση του υπάρχοντος Μνημονίου για 4 ακόμη μήνες.

Το ίδιο ακριβώς είχε πράξει και η προηγούμενη Κυβέρνηση, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.

Η ορολογία για την παράταση της υπάρχουσας Κύριας Σύμβασης Χρηματοπιστωτικής Διευκόλυνσης, τότε και τώρα, είναι ταυτόσημη.

Συνεπώς, η Κυβέρνηση, όχι μόνο δεν «έσκισε» το Μνημόνιο, αλλά το συνυπέγραψε.

2ον. Η Κυβέρνηση αποδέχεται την ανάγκη υλοποίησης των Ευρωπαϊκών αποφάσεων του Νοεμβρίου του 2012 για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Μάλιστα, στις προηγούμενες τοποθετήσεις του στο Eurogroup, ο Υπουργός Οικονομικών δεσμεύθηκε να μην αναλάβει κάποια δράση στην κατεύθυνση «κουρέματος» της ονομαστικής αξίας των δανείων (“…will not take any action toward a haircut of its loansface value”).

3ον. Οι «θεσμοί» (Τρόικα) θα λάβουν υπόψη τους, για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2015, τις υπάρχουσες οικονομικές δυσκολίες.

Και αυτό θα πρέπει να γίνει, γιατί, λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας και της συστηματικής υστέρησης των εσόδων μετά το Δεκέμβριο (σημαντικές πηγές εσόδων, δημοσιονομικά, μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2015 καταγράφονται στο 2014), και παρά την καλύτερη σε σχέση με τον Προϋπολογισμό πορεία των δαπανών μέχρι το Δεκέμβριο του 2014, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2014, κατά Πρόγραμμα, στη βάση του οποίου άλλωστε και αξιολογούμαστε από τους δανειστές, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί κάτω από το 1% του ΑΕΠ. Συνεπώς, το δημοσιονομικό κενό, στο οποίο και δεν έχουμε συμφωνήσει όπως ανέφερε ο Υπουργός Οικονομικών, έχει διευρυνθεί.

4ον. Η Κυβέρνηση αποδέχθηκε την επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των συνθηκών του τρέχοντος προγράμματος (“the successful completion of the review on the basis of the conditions in the current arrangement”).

Αυτό απεδείχθη και από το e-mail, με τις πρώτες, μη κοστολογημένες και σε αρκετά σημεία ασαφείς «μνημονιακές» προτάσεις του Υπουργού Οικονομικών.

Ενδεικτικά, η Κυβέρνηση:

  • Δεσμεύεται να προχωρήσει στη μεταρρύθμιση της πολιτικής για το ΦΠΑ, μεταβάλλοντας συντελεστές, περιορίζοντας εξαιρέσεις, καταργώντας φορολογικές ελαφρύνσεις. Δεσμεύσεις που, με εξαίρεση το ΦΠΑ στα ξενοδοχεία, δεν είχε αναλάβει η προηγούμενη Κυβέρνηση.
  • Δεσμεύεται να προχωρήσει στην υλοποίηση των νομοθετικών διατάξεων που είχε ετοιμάσει η προηγούμενη Κυβέρνηση για τις μη-μισθολογικές παροχές, τα οδοιπορικά και τις ημερήσιες αποζημιώσεις στο Δημόσιο.
  • Δεσμεύεται να συνεχίσει (“continue…”) τις πολιτικές της προηγούμενης Κυβέρνησης για τον εκσυγχρονισμό του συνταξιοδοτικού συστήματος: με τον εξορθολογισμό των συνταξιοδοτικών πολιτικών, τη διοικητική ενοποίηση των ταμείων, την κατάργηση πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, τη μεγαλύτερη σύνδεση συντάξεων με ασφαλιστικές εισφορές. Πολιτικές που μέχρι πρόσφατα κατήγγειλε.
  • Δεσμεύεται να καταργήσει φόρους υπέρ τρίτων. Η προηγούμενη Κυβέρνηση προχώρησε στην κατάργηση 44 τέτοιων φόρων και η τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση δεν ψήφισε ούτε μία.
  • Δεσμεύεται να μην ακυρώσει τις αποκρατικοποιήσεις της προηγούμενης Κυβέρνησης που έχουν ολοκληρωθεί ή είναι σε διαδικασία προσφορών, αντίθετα από τις προεκλογικές της δεσμεύσεις.
  • Δεσμεύεται να προχωρήσει τις αλλαγές στην αγορά εργασίας, ακολουθώντας, όπως έκανε και η προηγούμενη Κυβέρνηση, τις βέλτιστες πρακτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνεργασία με το Διεθνές Γραφείο Εργασίας ILO και τον ΟΟΣΑ. Ενώ παραπέμπει στο μέλλον την επέκταση των υπαρχόντων σχημάτων για προσωρινή απασχόληση και την αύξηση του κατώτατου μισθού.
  • Δεσμεύεται να προχωρήσει την απελευθέρωση αγορών με βάση μελέτες του ΟΟΣΑ. Μέχρι σήμερα δεν είχε ψηφίσει ως Αξιωματική Αντιπολίτευση ούτε μία.

Άρθρο Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην ιστοσελίδα “Huffington Post” – “Η Αναδιάρθρωση της Ελληνικής Οικονομίας: Επιτεύγματα και Στόχοι”

staikouras-5Η Ελλάδα, μετά από έξι χρόνια βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, έχει αποκαταστήσει τα δημόσια οικονομικά της, έχει αντιμετωπίσει τα υψηλά «δίδυμα» δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματά της, επιστρέφει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και σχεδιάζει την «επόμενη μέρα» για την οικονομία της.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα των πρωτοφανών θυσιών της Ελληνικής κοινωνίας, προκειμένου να επιτευχθεί η επώδυνη, αλλά αναγκαία, δημοσιονομική εξυγίανση.
Συγκεκριμένα:

1. Η Ελλάδα καταγράφει σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα.
Πράγματι, η χώρα παρουσιάζει το μεγαλύτερο κυκλικά προσαρμοσμένο πρωτογενές ισοζύγιο στην Ευρώπη, όπως αυτό υπολογίστηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

2. Η Ελλάδα επιστρέφει σε θετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.
Αυτό έχει ήδη συμβεί για τρία συνεχόμενα τρίμηνα του τρέχοντος έτους, καθιστώντας την εκτίμηση του ρυθμού ανάπτυξης για το σύνολο του 2014, αν όχι συντηρητική, σε κάθε περίπτωση πολύ ρεαλιστική.

3. Η ανεργία, αν και οριακά, αποκλιμακώνεται.
Ωστόσο, η ανεργία εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, κυρίως όσον αφορά την μακροχρόνια ανεργία και την ανεργία των νέων.

4. Χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες αντιμετωπίζονται.
Η Ελλάδα παράγει πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η ανταγωνιστικότητά της ενισχύεται, όπως επιβεβαιώνεται και από τη βελτίωση της κατάταξης σε όλους τους σχετικούς δείκτες που καταρτίζονται από διεθνείς οργανισμούς.

5. Το οικονομικό κλίμα έχει βελτιωθεί.
Ο αντίστοιχος δείκτης ανέκαμψε και βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των 4 τελευταίων ετών.
Μετά τα επιτυχημένα τεστ αντοχής των τραπεζών, που διεξήχθησαν από την ΕΚΤ, οι προοπτικές ανάκαμψης έχουν ενισχυθεί περαιτέρω, και οι τράπεζες, που ανακεφαλαιοποιήθηκαν πρόσφατα, μπορούν να επανεμπλακούν στη χρηματοδότηση της οικονομικής ανάπτυξης.

6. Η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους έχει ενισχυθεί.
Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έχει μειωθεί σημαντικά. Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι εταίροι έχουν δεσμευτεί να παράσχουν περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους, ενδεχομένως, από την άποψη της αναχρηματοδότησης του κινδύνου, εάν οι στόχοι για το πρωτογενές ισοζύγιο επιτυγχάνονται.
Όπως συμβαίνει σήμερα.

Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι η βιώσιμη δημοσιονομική προσαρμογή και πειθαρχία, αν και αναγκαία, δεν αποτελεί από μόνη της ικανή συνθήκη για την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία.
Είναι απαραίτητη μια επαναξιολόγηση των Ευρωπαϊκών οικονομικών πολιτικών και προτεραιοτήτων.
Αλλά και η Ελλάδα, ως χώρα, θα πρέπει να σχεδιάσει την «επόμενη ημέρα» για την οικονομία της και να μετατρέψει την τρέχουσα σταθεροποίηση σε βιώσιμη ανάπτυξη, με κοινωνική συνοχή.
Αυτή είναι η νέα πρόκληση για τη χώρα.
Προς αυτή την κατεύθυνση εργαζόμαστε, με την υιοθέτηση και εφαρμογή ενός ρεαλιστικού και συνεκτικού σχεδίου οικονομικής πολιτικής.
Βασικοί άξονες του σχεδίου είναι:

1. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης.
Απαιτείται ένταση των προσπαθειών σε αυτό το πεδίο, με περαιτέρω έμφαση στην καταπολέμηση της παραοικονομίας, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, την ενίσχυση της διαχείρισης των εσόδων, την ενίσχυση της διαφάνειας και την απλούστευση των διαδικασιών.

2. Η επίτευξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων.
Πρωτογενή πλεονάσματα τα οποία θα προέρχονται, κυρίως, από το σκέλος των δαπανών, τη μεγέθυνση της οικονομίας και την καταπολέμηση της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής.
Αυτό είναι οικονομικά πιο αποτελεσματικό και διατηρήσιμο, αλλά και κοινωνικά πιο δίκαιο.

3. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.
Αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα.

4. Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δαπανών.
Με στοχευμένες παρεμβάσεις κοινωνικής πολιτικής, όπως η διασφάλιση της υγειονομικής περίθαλψης για τις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες, αλλά και το καθεστώς του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, μέσω της πιλοτικής έναρξής του σε διάφορες περιοχές της χώρας.

5. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους.
Ήδη, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ο αριθμός των υπαλλήλων μειώθηκε σχεδόν κατά 25% από το 2009.
Πλέον, βρισκόμαστε στη φάση όπου περνάμε σταδιακά από την επίτευξη ποσοτικών στόχων στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων, με προτεραιότητα στην πάταξη της γραφειοκρατίας και την παροχή καλύτερων υπηρεσιών προς τους πολίτες.

6. Η αύξηση των επενδύσεων και η ενίσχυση των εξαγωγών, καθώς και η διατήρηση της κατανάλωσης σε υψηλά επίπεδα, έχοντας, όμως, σημαντικά μικρότερο συντελεστή βαρύτητας στη διαμόρφωση του ΑΕΠ.
Τα πολύτιμα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας σε σημαντικούς τομείς της οικονομίας θα συμβάλουν ουσιαστικά στη μετάβαση προς μια εξωστρεφή οικονομία.

7. Η ακόμη ταχύτερη αξιοποίηση των Ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων.
Το ποσοστό απορρόφησης των κονδυλίων του ΕΣΠΑ ανέρχεται σήμερα στο 86%.
Ενώ, η χώρα θα εισπράξει, προκαταβολικά, ένα σημαντικό ποσό από το νέο ΕΣΠΑ 2014-2020 για εμπροσθοβαρή, ώριμα έργα.
Το νέο πλαίσιο εισάγει, για πρώτη φορά, τη διάσταση της τομεακής στόχευσης και περιλαμβάνει, επίσης, προβλέψεις για χρηματοδότηση πολλαπλών τομέων από διάφορα ταμεία.
Προς την κατεύθυνση αυτή, 12 δισ. ευρώ θα είναι διαθέσιμα το 2015.

8. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.
Περισσότερες από 30 ιδιωτικοποιήσεις έχουν ολοκληρωθεί ή έχουν τεθεί σε τροχιά υλοποίησης.
Ενώ, περισσότερα από 3.000 ακίνητα έχουν προεπιλεχθεί για αξιοποίηση.

9. Η εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης και της ρευστότητας της αγοράς.
Ως τραπεζοκεντρική χώρα, η στρατηγική μας είναι να διασφαλίσουμε τη σταθερότητα, την αντοχή και την κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού συστήματος.
Αυτό έχει επιτευχθεί με την επαρκή και έγκαιρη ανακεφαλαιοποίησή του.
Συνεπώς, οι τράπεζες πρέπει να ανταποκριθούν, άμεσα και με επάρκεια, στον διαμεσολαβητικό τους ρόλο, παρέχοντας την αναγκαία ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Η Ελλάδα έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο: η δημοσιονομική της θέση είναι ισχυρή και βιώσιμη, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που υλοποιήθηκαν πρόσφατα, είναι βαθιές, ριζικές και αξιόπιστες, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών έχει ολοκληρωθεί, οι οικονομικές προοπτικές είναι θετικές, τα τομεακά και γεωγραφικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας είναι σημαντικά, το επενδυτικό περιβάλλον και κλίμα έχει βελτιωθεί.

Η Ελληνική οικονομία περνά σταδιακά στον ενάρετο κύκλο της ευημερίας για όλους τους πολίτες.

Δείτε το άρθρο στην Ελληνική έκδοση της “Huffington Post” εδώ και στην Αγγλική έκδοση εδώ.

InstagramYoutube