Ασφαλιστική Αγορά

Χαιρετισμός στο 11ο Insurance Conference

Θέλω να συγχαρώ τους διοργανωτές του 11ου Ασφαλιστικού Συνεδρίου για την εξαιρετική διοργάνωσή του.

Και να τους ευχαριστήσω για την δυνατότητα που μου δίνουν να καταθέσω κάποιες σκέψεις για το ζήτημα της ασφάλισης.

Διαχρονικό και διατοπικό ζήτημα.

Ζήτημα με οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις.

Ζήτημα κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, την ευημερία της κοινωνίας και την κοινωνική αλληλεγγύη.

Κυρίες και Κύριοι,

Η ασφάλιση αποτελεί μέρος του οικονομικού συστήματος, όπου τα κράτος, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις επιλογές της κάθε χώρας, διαδραματίζει μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το σύστημα ασφάλισης στη χώρα μας, επί μακρόν, χαρακτηρίζονταν, από:

  • τον υποχρεωτικό και εκτεταμένο δημόσιο χαρακτήρα του,
  • την αναδιανεμητική λογική μεταξύ τόσο των εργαζομένων όσο και των γενεών,
  • τη συνταξιοδοτική φιλοσοφία των καθορισμένων παροχών,
  • τον υψηλό βαθμό εισοδηματικής αντικατάστασης,
  • τον κατακερματισμό του σε δεκάδες ασφαλιστικά ταμεία,
  • την έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των εργαζομένων αναφορικά με τις παροχές και τον απαιτούμενο χρόνο για τη συνταξιοδότηση,
  • την πολιτική εξάρτηση της διαχείρισης των ασφαλιστικών ταμείων, και
  • το ιδιαίτερα μικρό μέγεθος της ιδιωτικής ασφαλιστικής δραστηριότητας, ως αποτέλεσμα, κυρίως, της χαμηλής ασφαλιστικής συνείδησης και κουλτούρας των πολιτών.

Σ’ αυτά τα δομικά συστατικά του ασφαλιστικού συστήματος, ήρθαν να προστεθούν, στο πέρασμα των ετών, πρόσθετες, συγκυριακές ή μόνιμες προκλήσεις, όπως είναι:

  • οι δημογραφικές εξελίξεις και η γήρανση του πληθυσμού,
  • η μετακίνηση πληθυσμού από τον ανασφάλιστο γεωργικό τομέα προς τα αστικά κέντρα,
  • η αύξηση της συμμετοχής – με ευνοϊκότερες συνθήκες – των γυναικών στο εργατικό δυναμικό,
  • η είσοδος παλιννοστούντων ομογενών και ο επαναπατρισμός μεταναστών,
  • η αύξηση της ανεργίας και
  • η αύξηση της εισφοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας.

Έτσι, σε ένα περιβάλλον ωρίμανσης του ασφαλιστικού συστήματος και μείωσης της αναλογίας των οικονομικά ενεργών πολιτών προς τους συνταξιούχους, ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων διαμόρφωσε ιδιαίτερα αρνητικές συνθήκες για τη μακροχρόνια βιωσιμότητά του.

Αφού διαμορφώθηκε, µε συλλογικές διαχρονικές ευθύνες, ένα στρεβλό ασφαλιστικό σύστημα, με διαφοροποιήσεις, με εξαιρέσεις, με προνομιακές προβλέψεις.

Με χρονική μετάθεση της επίλυσης των προβλημάτων, ή, στην καλύτερη περίπτωση, με μερική, αποσπασματική και χαμηλής ισχύος προσπάθεια αντιμετώπισής τους.

Και σε αυτό έφεραν ευθύνη, διαχρονικά, τόσο Κυβερνήσεις όσο και Αντιπολιτεύσεις, που πολιτεύθηκαν με «αυταπάτες» και με τη λογική του «όχι σε όλα».

Όμως είναι αλήθεια ότι στο πέρασμα των ετών, αναλήφθηκαν και ορισμένες σοβαρές πρωτοβουλίες για την ουσιαστική ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, με σημαντικό τμήμα της αντιπολίτευσης να διαμαρτύρεται στις πλατείες.

Όπως έγινε, ενδεικτικά, το 2008, όταν ο αριθμός των ασφαλιστικών ταμείων στη χώρα μας μειώθηκε από τα 133 στα 13.

Ωστόσο, οι όποιες θετικές διαρθρωτικές πρωτοβουλίες δεν ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα το ασφαλιστικό σύστημα να βρεθεί στο επίκεντρο των προγραμμάτων προσαρμογής.

Επιβλήθηκαν επώδυνες περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων, κάποιες αναγκαίες και κάποιες αχρείαστες, όπως οι τελευταίες ή αυτές που επίκεινται.

Προωθήθηκαν όμως και διαρθρωτικές αλλαγές που συνέβαλλαν στην αντιμετώπιση προβλημάτων, υστερήσεων και αποκλίσεων προηγούμενων ετών.

Παρεμβάσεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων:

  • η ενοποίηση ταμείων κύριας ασφάλισης,
  • η δημιουργία ενός ενιαίου ταμείου επικουρικής ασφάλισης,
  • η ενοποίηση μίας σειράς κανόνων και διαδικασιών,
  • η θέσπιση ενός κέντρου είσπραξης ασφαλιστικών οφειλών,
  • ο διαχωρισμός των δύο βασικών κλάδων ασφάλισης,
  • η θέσπιση ενός ενιαίου συστήματος ελέγχου πληρωμών συντάξεων και
  • η εφαρμογή μίας ευρείας κλίμακας πληροφοριακών συστημάτων.

Παράλληλα, επί ημερών της προηγούμενης Κυβέρνησης:

  • Εκπονήθηκε και υλοποιήθηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, και στον χώρο της ασφάλισης.
  • Βελτιώθηκε η διαδικασία συνταξιοδότησης υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, με παρεμβάσεις εξορθολογισμού σε διάφορες πτυχές της.
  • Μειώθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, συμβάλλοντας στην τόνωση της απασχόλησης και στην ενίσχυση της τάσης αποκλιμάκωσης της ανεργίας.

Αυτές οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις συνεισέφεραν στη μείωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, στον περιορισμό του διοικητικού βάρους, στην εξοικονόμηση πόρων και στην αναβάθμιση των υπηρεσιών προς τον πολίτη, διαμορφώνοντας τις βάσεις για τη σύγκλιση του συστήματος με τα υπόλοιπα της Ευρώπης.

Έτσι, στο τέλος του 2014, δημιουργήθηκε τάση ισορροπίας στο ασφαλιστικό σύστημα, υποβοηθούμενη από την ευρύτερη δημοσιονομική και μακροοικονομική σταθεροποίηση και την καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, για πρώτη χρονιά μετά από πολλά χρόνια ύφεσης.

Αυτό αποτυπώθηκε και στην αναλογιστική μελέτη που διεξήχθη υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Δυστυχώς όμως μετά ακολούθησε η «δημιουργική ασάφεια» και οι «ηρωϊκές διαπραγματεύσεις».

Με αποτέλεσμα η οικονομία να επιστρέψει στην ύφεση το 2015 και το 2016, και έκτοτε, να αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς της στόχους.

Αυτή η δυσμενής εξέλιξη αποτυπώνεται στην αντίστοιχη αναλογιστική μελέτη του 2018.

Η διαφορά στην εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης μεταξύ των δύο μελετών προκύπτει από τις αλλαγές στις παραδοχές σχετικά με τη δημογραφική εξέλιξη, την απασχόληση, το ΑΕΠ και τη συνολική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Έτσι προέκυψαν νέες, επώδυνες παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.

Παρεμβάσεις που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2015, συνεχίστηκαν το Μάιο του 2016 και θα ολοκληρωθούν το 2019.

Παρεμβάσεις οι οποίες, κατά την εκτίμησή μας, καταλύουν την αλληλεγγύη των γενεών, στρεβλώνουν την ανταποδοτικότητα του ασφαλιστικού συστήματος και πολεμούν την παραγωγική Ελλάδα, με την μεγάλη και συνεχιζόμενη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να επιτύχει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια, να διασφαλισθεί η χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού και να ενισχυθεί, ουσιαστικά, η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η χώρα θα εξακολουθεί να λειτουργεί σε περιβάλλον αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών, ενώ θα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Συνεκτιμώντας ότι θα έχει να αντιμετωπίσει πρόσθετες προκλήσεις στο δημογραφικό πεδίο, από το χαμηλό ποσοστό γεννητικότητας και τον αυξημένο βαθμό γήρανσης και εξάρτησης του πληθυσμού.

Συνυπολογίζοντας το εξαιρετικά ανησυχητικό, διογκωμένο τα τελευταία χρόνια, φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» στο εξωτερικό.

Προσμετρώντας τις δυσοίωνες μακροοικονομικές προβλέψεις για τον μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης και αύξησης της απασχόλησης, τα οποία επενεργούν αρνητικά στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Τούτων δοθέντων, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα.

Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από τη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα διασφαλίζει τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, θα εμπεδώνει την ασφαλιστική συνείδηση, θα ενθαρρύνει την εργασία, θα διαχωρίζει την κοινωνική ασφάλιση από την πρόνοια και θα συμβάλλει στην ενδυνάμωση της αλληλεγγύης των γενεών.

Σε αυτό το πλαίσιο απαιτούνται:

1ον. Παρεμβάσεις μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να ανακάμψει, κατά διατηρήσιμο τρόπο, η ελληνική οικονομία, να περιορισθεί η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών και να βελτιωθεί το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

2ον. Διαμόρφωση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου, για την αντιμετώπιση των αρνητικών δημογραφικών τάσεων, δίνοντας κίνητρα σε νέους να μείνουν στη χώρα και να δημιουργήσουν οικογένεια.

3ον. Πολιτικές παροχής κινήτρων για την ενίσχυση και της ιδιωτικής ασφάλισης, διασφαλίζοντας όμως ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα, με καθολικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπή εθνική σύνταξη και ενεργοποιώντας το θεσμό των επαγγελματικών ταμείων.

Κυρίες και Κύριοι,

Ο ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης είναι σημαντικός.

Συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην προστασία των νοικοκυριών, στην αποκατάσταση πολύτιμων υλικών και οικονομικών πόρων, στη δημιουργία αποταμιευτικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων, στη στήριξη και ενθάρρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και στην τόνωση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου.

Η ελληνική αγορά όμως είναι ρηχή και μικρή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

  • Τα ασφάλιστρα ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχονται στο 2,2%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 7,2%.
  • Οι δαπάνες για ασφάλιση ζωής και υγείας ανέρχονται στα 190 ευρώ, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στα 1.370 ευρώ.
  • Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχονται στο 7,2%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 61,9%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του κλάδου, αν η ελληνική ασφαλιστική αγορά άγγιζε τα ευρωπαϊκά επίπεδα ανάπτυξης, οι επενδύσεις της από 13 δισ. ευρώ που είναι σήμερα, θα μπορούσαν να φτάσουν τα 110 δισ. ευρώ.

Είναι βέβαια γεγονός ότι κατά το παρελθόν, υπήρχαν προβλήματα στον κλάδο που έβλαψαν την εικόνα και τη φήμη της αγοράς, και υπονόμευσαν την ήδη χαμηλή ασφαλιστική συνείδηση των πολιτών.

Σήμερα όμως, ο κλάδος φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από τις αστοχίες του παρελθόντος.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την ενίσχυση της αξιοπιστίας του κλάδου, με την εφαρμογή του κανονιστικού πανευρωπαϊκού πλαισίου Solvency II και την αυστηρή εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το στοίχημα πλέον είναι η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς αυτή αποτελεί στοιχείο-κλειδί για να μπορέσει να αναπτυχθεί η ασφαλιστική αγορά, να διεισδύσει στην κοινωνία και να διαδραματίσει το ρόλο που πρέπει στην εθνική οικονομία.

Προς αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν προτάσεις του κλάδου για παροχή φορολογικών κινήτρων και για συμπράξεις σε πεδία, όπως είναι οι συντάξεις, η υγεία και οι φυσικές καταστροφές, με γνώμονα τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών και τον έλεγχο του κόστους.

Με αυτές τις σκέψεις θέλω να ευχηθώ καλή συνέχεια στις εργασίες του Συνεδρίου, οι οποίες είμαι βέβαιος ότι θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θα αποφέρουν χρήσιμα συμπεράσματα, τα οποία και θα ήθελα θα πληροφορηθώ.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων για την «Εποπτεία Ιδιωτικής Ασφάλισης»

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με το Σχέδιο Νόμου επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, η υπαγωγή της εποπτείας του ασφαλιστικού κλάδου στην Τράπεζα της Ελλάδος, η αντιμετώπιση του ζητήματος των εταιρειών του Ομίλου ΑΣΠΙΣ, και η σύσταση εγγυητικού κεφαλαίου ασφάλισης ζωής.

 

Ως προς την πρώτη επιδίωξη, με τις προτεινόμενες διατάξεις η Κυβέρνηση επιλέγει την κατάργηση της ΕΠΕΙΑ και την υπαγωγή της εποπτείας του ασφαλιστικού κλάδου στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Έτσι, το εγχώριο εποπτικό πλαίσιο των τριών πυλώνων – μία εποπτική αρχή ανά χρηματοπιστωτική αγορά – αναμένεται να μετατραπεί σ’ ένα πλαίσιο δύο εποπτικών φορέων (ΤτΕ και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς).

Επιλέγοντας η Κυβέρνηση, όπως αναφέρει και η Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου «την προφανώς δόκιμη και συνάδουσα με την τάση της διεθνούς πρακτικής λύση.»

Είναι όμως αυτή η διεθνής πρακτική;

Σήμερα, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ενοποιημένη εποπτική αρχή για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο, υπό την Κεντρική Τράπεζα, συναντάμε μόνο στη Γαλλία, και μάλιστα αυτό θεσμοθετήθηκε πολύ πρόσφατα, στις αρχές του 2010.

Σε καμία άλλη Ευρωπαϊκή χώρα. Σύμφωνα μάλιστα με πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τέτοια αρχή υπάρχει μόνο στον Καναδά, στην Κολομβία, στο Εκουαδόρ, στο Ελ Σαλβαδόρ, στη Γουατεμάλα, στη Μαλαισία, στο Περού και στη Βενεζουέλα.

Αυτό που συναντάται στις περισσότερες χώρες είναι η ενοποιημένη εποπτεία για όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ή το παραδοσιακό μοντέλο θεσμικής εποπτείας ανά αγορά, όπως ισχύει σήμερα και στη χώρα μας.

Η λογική όμως της ενοποιημένης εποπτείας παρουσιάζει έντονα σημάδια κριτικής, και αποδόμησης σε ορισμένες περιπτώσεις, μετά και τις εξελίξεις στο Βρεττανικό κανονιστικό πλαίσιο.

Πλαίσιο το οποίο κατακρίθηκε για υπερσυγκεντρωτισμό, αδυναμία αντιμετώπισης της κρίσης με αποτελεσματικότητα, αδυναμία επίτευξης των προσδοκόμενων οικονομιών κλίμακος και φάσματος για τις οποίες είχε δημιουργηθεί.

Έτσι, το κανονιστικό πλαίσιο του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ενοποιημένου εποπτικού καθεστώτος και μεταρρυθμιστικό σημείο αναφοράς για πολλά άλλα καθεστώτα, διασπάται από το 2012, – μετά και την πρόσφατη απόφαση των εκεί αρχών – στο Financial Policy Committee της Τράπεζας της Αγγλίας που επωμίζεται τη μακροπροληπτική εποπτεία, στην Prudential Regulation Authority υπό το Διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας που εστιάζει στη μικροπροληπτική εποπτεία, και της Consumer Protection and Markets Authority που επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στους κανόνες επιχειρηματικής συμπεριφοράς (conduct-of-business).

Έτσι ενισχύεται η ιδέα ενός εποπτικού πλαισίου που δομείται σύμφωνα με τους στόχους, και όχι σύμφωνα με τις επιμέρους αγορές.

Ένος εποπτικού πλαισίου με χαρακτηριστικότερη διάσταση αυτού το μοντέλων των «δίδυμων κορυφών» [twin (Ολλανδία), three or four (Αυστραλία) peaks], το οποίο εδράζεται στην διάκριση ανάμεσα στην προληπτική εποπτεία και την εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς οριζόντια για όλους τους χρηματοοικονομικούς κλάδους.

Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, δημιουργούνται δύο εποπτικές αρχές, μια για την προληπτική εποπτεία όλων των χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων (όπου εμπλέκεται και η Κεντρική Τράπεζα) και μία για την εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς.

Ως εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς νοείται πλέγμα ρυθμίσεων κανόνων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι αποσκοπούν στην προστασία του λήπτη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, καταναλωτή ή επαγγελματία.

Ωστόσο, και πέρα από τα ανωτέρω, αυτό που καταδεικνύει η ευρύτερη ανάλυση της διαμόρφωσης της χρηματοπιστωτικής εποπτείας είναι πως δεν υπάρχει ενδεδειγμένη πρακτική.

Μάλιστα μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Abrams και Taylor, 2000) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διάρθρωση του κανονιστικού συστήματος πρέπει να αντανακλά τη διάρθρωση των αγορών που διέπονται από αυτό.

Συνεπώς, θα μπορούσαν να προκύψουν 2 εναλλακτικές λύσεις για την ελληνική περίπτωση:

1η. Η καθοριστική ενδυνάμωση της Αρχής που διέπει την αγορά ιδιωτικής ασφάλισης με την ενίσχυση της κανονιστικής και εποπτικής αξιοπιστίας και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανάπτυξη της εν λόγω αγοράς, η οποία αναμένεται να αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική μετά και τις εξελίξεις στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας.

Άλλωστε το ρυθμιστικό και εποπτικό έργο της Επιτροπής, που δημιουργήθηκε από την προηγούμενη Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την οποία η σημερινή καταργεί, κρίνεται θετικό, αν και αυτό ξεκίνησε με καθυστέρηση.

2η. Η μεταφορά ενός μοντέλου των «δίδυμων» κορυφών στην ελληνική πραγματικότητα, που θα σήμαινε τη μεταφορά του συνόλου της χρηματοοικονομικής εποπτείας (εταιρείες της κεφαλαιαγοράς, της αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης, και της τραπεζικής αγοράς) στην ΤτΕ και την μετατροπή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ή τη δημιουργία μιας άλλης Επιτροπής, σε Επιτροπής Εποπτείας των Κανόνων Συμπεριφοράς για όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, δηλαδή την ανάθεση σε αυτήν της εποπτείας των κανόνων αυτών, και για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο.

Πέραν της σκοπιμότητας για κατάργηση ή μη της ΕΠΕΙΑ, εκείνο το οποίο οφείλουμε να επισημάνουμε, και το αναφέρει και η ΟΚΕ στη γνώμη της, είναι ότι θα πρέπει να διασφαλισθεί ο αδιάλειπτος χαρακτήρας του εποπτικού ελέγχου της εγχώριας αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης.

Η δεύτερη επιδίωξη της Κυβέρνησης είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος των εταιρειών του Ομίλου ΑΣΠΙΣ η οποία έχει χρονίσει στα χέρια της Κυβέρνησης, παρότι υπήρχε νομοθετικό πλαίσιο επαρκές και εξουσιοδοτήσεις ικανές να επιλύσουν το θέμα.

Η πραγματικότητα είναι ότι χρησιμοποιήθηκε από την Κυβέρνηση μία εικασία, ότι δηλαδή το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ίσως να ήταν αντικοινοτικό εάν εφαρμοζόταν.

Βέβαια από τις απαντήσεις των αρμοδίων οργάνων δεν απορρέει κάτι τέτοιο.

Ίσα ίσα, ο Επίτροπος κ. Μπαρνιέ, σε Ερώτηση του κ. Χουντή, ανέφερε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στις ελληνικές αρχές το ελληνικό δημόσιο δύναται να χορηγήσει υπό προϋποθέσεις εγγύηση υπέρ του αναδόχου του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου ζωής ή σε περίπτωση απουσίας τέτοιου αναδόχου εγγύηση απευθείας υπέρ των ασφαλιζομένων.

Και χρησιμοποιήθηκε αυτή η εικασία ακριβώς για να συγκαλυφθεί η αδράνεια και η απραξία, η οποία οδήγησε τα χαρτοφυλάκια ζωής των εταιρειών αυτών σε πλήρη απαξίωση και τους ασφαλισμένους τους σε τέλεια απόγνωση.

Η Κυβέρνηση ανέλαβε τα καθήκοντά της τον Οκτώβριο του 2009, μόλις ένα μήνα μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ.

Βρήκε έτοιμο το υποτιθέμενο αντικοινοτικό πλαίσιο και εξέδωσε και κανονιστική απόφαση επ’ αυτού, την οποία, όμως, στην πραγματικότητα, δεν εφάρμοσε.

Και δεν την εφάρμοσε γιατί, όπως φαίνεται και από το παρόν Σχέδιο Νόμου, απαιτούνται άλλοι έξι μήνες (αρθρ. 2 παρ. 2) για την επιμέτρηση του ανοίγματος του χαρτοφυλακίου ζωής της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ, όταν έχουν περάσει ήδη 8 μήνες από τον διορισμό του τελευταίου, και ήδη σήμερα αρμόδιου, Επόπτη.

Διαπίστωσε δε η Κυβέρνηση, κατά τις δηλώσεις της, οι οποίες έγιναν διά στόματος του Υφυπουργού, ήδη τον Νοέμβριο του 2009, ότι το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, ίσως, πιθανόν, χωρίς να επιβεβαιώνεται αλλά αντιθέτως να διαψεύδεται από τα αρμόδια κοινοτικά στελέχη, να είναι αντικοινοτικό.

Και τι έπραξε για να το διορθώσει; Τίποτα.

Δεν έσπευσε καν να διορθώσει το δήθεν αντικοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο και να θεσπίσει άλλο, που, τέλος πάντων, να επιλύει το θέμα.

Δικαίως λοιπόν φοβάται σήμερα για την αστική ευθύνη του Δημοσίου, που θεμελιώνουν οι δικές της ενέργειες.

Παράλογα βέβαια,  εντελώς επικίνδυνα για τα συμφέροντα του Δημοσίου αλλά και παρανόμως, προβαίνει σε δήλωση αποδοχής της ευθύνης της στο αρθρ. 2 παρ. 3(θ) του Σχεδίου Νόμου ενώ μάλιστα επιδιώκει, με αυτήν την μεθόδευση, να απαλλαγεί από την ευθύνη αυτή, προφανώς ατελέσφορα μετά τις διαδοχικές και διαρκείς παραλείψεις της.

Ας δούμε όμως την πρόταση, όπως καταγράφεται στο αρθρ. 2 του Σχεδίου Νόμου: 

Στον Επόπτη Χαρτοφυλακίου, ο οποίος έχει δαπανήσει ήδη 8 μήνες για την μία εταιρεία (ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ) και 4 μήνες για την άλλη εταιρεία (Commercial Value) παρέχεται περαιτέρω, χωρίς καμία ειδικότερη αιτιολογία, διάστημα έξι μηνών.

Να κάνει τι; Προφανώς να συνεχίσει την αργή διαδικασία επιμέτρησης του ανοίγματος των εταιρειών αυτών, με τα έξοδα εκκαθάρισης να πολλαπλασιάζονται.

Πώς θα λειτουργήσουν τα χαρτοφυλάκια στο διάστημα αυτό;

Πώς θα εξυπηρετηθούν οι ασφαλισμένοι; Δεν θα εξυπηρετηθούν.

Για τους μεν ασφαλισμένους ζωής, αναστέλλεται κάθε εξαγορά ή καταβολή ασφαλίσματος, για τους δε ασφαλισμένους υγείας, που είναι εκείνοι που είναι τόσο γέροι ή ανήμποροι που δεν μπορούν να ασφαλιστούν αλλού και έχουν μείνει δέσμιοι στο χαρτοφυλάκιο των εταιρειών αυτών, εάν δεν έχουν κοινωνική ασφάλιση (πράγμα απίθανο, αφού η κοινωνική ασφάλιση είναι υποχρεωτική στην χώρα), θα νοσηλευθούν δωρεάν στα δημόσια νοσοκομεία. Δηλαδή για έξι μήνες, μηδέν εις το πηλίκον και η απραξία συνεχίζεται.

Και ερωτάται η Κυβέρνηση: γιατί ο Επόπτης δεν έχει ολοκληρώσει την επιμέτρηση και τακτοποίηση των χαρτοφυλακίων, όπως άλλωστε προέβλεπε και η Υπουργική Απόφαση, που εσείς εκδώσατε;

Εάν ο Επόπτης βρει ανάδοχο στο διάστημα αυτό του εξαμήνου, δεν ισχύουν τα κριτήρια επιλογής και οι, δήθεν διασφαλιστικές για τους ασφαλισμένους, διαδικασίες των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 του Σχεδίου Νόμου; Γιατί;

Μετά το πέρας λοιπόν του εξαμήνου και αφού έχει απαξιωθεί απολύτως και το χαρτοφυλάκιο και της δεύτερης ανακληθείσας εταιρείας, δηλαδή της Commercial Value (το χαρτοφυλάκιο της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ έχει ήδη σήμερα απαξιωθεί απολύτως) και αφού έχει καταργηθεί κάθε έννοια ασφαλιστικών μαθηματικών που να καθιστά τα χαρτοφυλάκια μεταβιβάσιμα, το Σχέδιο Νόμου προβλέπει μία τόσο πολύπλοκη διαδικασία, που πραγματικά σου δίνει την εντύπωση ότι η λύση επετεύχθη. Αρκεί να μην την διαβάσεις.

 Γιατί εάν την διαβάσεις, παρατηρείς ότι η προτεινόμενη λύση είναι η εξής: Γίνεται νέα, τρίτη προσπάθεια πώλησης των χαρτοφυλακίων. Αυτή την φορά υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος. Μπαίνουν κριτήρια, διαδικασίες, δεδομένα, αιρέσεις, εγκρίσεις κ.λ.π. αλλά τελικά ο παρανομαστής παραμένει ίδιος. Εάν η μεταβίβαση δεν επιτευχθεί (που εάν ήταν να επιτευχθεί θα είχε επιτευχθεί ήδη ή, τέλος πάντως, θα επιτευχθεί εντός εξαμήνου από τον επόπτη, εκτός και εάν υποθέσει κανείς ότι ο επόπτης παραβαίνει τα καθήκοντά του και δεν επιμελείται της εξεύρεσης αναδόχου όλους αυτούς τους μήνες τώρα, οπότε τι συζητάμε για αστική ευθύνη του κράτους), εάν, τέλος πάντων, η μεταβίβαση δεν επιτευχθεί, τότε το χαρτοφυλάκιο εκκαθαρίζεται. Δηλαδή καταλήγουμε στα ίδια μετά από αρκετούς μήνες και με πολλές επίσημες διαδικασίες.

Ενδιαφέρον είναι και τι προβλέπει το Σχέδιο Νόμου, εάν τελικά επιτευχθεί η πολυπόθητη μεταβίβαση: Ο ανάδοχος θα παραλάβει ένα χαρτοφυλάκιο, που πιθανότατα τον καθιστά αφερέγγυο αμέσως μετά την παραλαβή του αλλά οι ασφαλισμένοι μπορούν να αντιταχθούν. Ενδιαφέρον και πολύ δίκαιο.

Και εάν αντιταχθούν, τι γίνεται;

Βελτιώνονται οι συνθήκες αναδοχής; Όχι.

Απλώς οι απαιτήσεις τους πάνε, πάλι, στην εκκαθάριση.

Αλλά ας πούμε ότι όλα πήγανε καλά και ο ανάδοχος ευρέθη. Τότε, η Τράπεζα της Ελλάδος, που γενικώς κινεί την διαδικασία, μπορεί να μην εγκρίνει την μεταβίβαση, για αγνώστους λόγους.

Έχει ένα έτος να το αποφασίσει σύμφωνα με την παρ. 5 του εν λόγω άρθρου 2 του Σχεδίου Νόμου.

Εάν τελικώς δεν εγκρίνει, πάλι η εκκαθάριση είναι η λύση.

Εάν όμως πάνε τελικά ΟΛΑ καλά, δηλαδή εάν βρεθεί ο ανάδοχος, δεν καταστεί αφερέγγυος από την ανάληψη του χαρτοφυλακίου, συναινέσουν οι ασφαλισμένοι και εγκρίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, τότε, θα έχει, τουλάχιστον τυπικά, διευθετηθεί το θέμα.

Άλλο λεφτά δεν θα μπορούν οι ασφαλισμένοι να εισπράξουν για μία διετία τουλάχιστον. Δεν θα μπορούν να διαμαρτυρηθούν κατά του Δημοσίου. Αφού υπέγραψαν!

Εάν όμως, κ Υπουργέ, είχατε σήμερα ανάδοχο, σας εμποδίζει κάτι, να πιέσετε τον επόπτη να επιμετρήσει το χαρτοφυλάκιο στα όρια που ο νόμος προβλέπει και να του το μεταβιβάσετε;

Δεν προβλέπεται σήμερα στην Υπουργική Απόφαση η αναμόρφωση των απαιτήσεων των ασφαλισμένων, που συνιστά και στο Σχέδιο Νόμου το όριο της ανάληψης ευθύνης του αναδόχου;

Και εάν τελικά δεν υπάρχει ανάδοχος, όλα γίνονται για να παραπεμφθούν τα πολύπαθα αυτά χαρτοφυλάκια στην εκκαθάρισή τους, χρειάζεται να ξοδέψουμε επιπλέον από 6 έως 18 μήνες εκκαθάρισης και εξόδων, για να μην μείνει τελικά τίποτα για τους ασφαλισμένους;

Και τέλος, κύριε υπουργέ, πότε θα μας πείτε για την ταμπακέρα; Γιατί με το Σχέδιο Νόμου δεν μας λέτε τίποτα; Έστω ότι οι τυμπανοκρουσίες αποτύχουν ( το πιθανότερο) και ευλογίες για δήθεν απαλλαγή σας από την αστική ευθύνη δεν δοθούν από τους ασφαλισμένους (επίσης το πιθανότερο), ποιος θα πληρώσει τους ασφαλισμένους στην εκκαθάριση; Τι θα πάρουν εν τέλει αυτοί οι άνθρωποι, πότε και από ποιον;

Ως προς την τρίτη επιδίωξη, όσον αφορά τώρα τη θέσπιση Εγγυητικού Κεφαλαίου Ζωής είναι γνωστό ότι μέχρι σήμερα, ο ασφαλιστικός κλάδος στερείται παντελώς εγγυητικού κεφαλαίου για την κάλυψη των δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωής.

Όμως οι πρόσφατες εξελίξεις στην ασφαλιστική αγορά, ανέδειξαν την ανάγκη δημιουργίας εγγυητικού κεφαλαίου ζωής, για την κάλυψη του συγκεκριμένου κενού.

Συνεπώς συμφωνούμε απολύτως με την δημιουργία εγγυητικού κεφαλαίου ζωής, το οποίο θα παρέχει κάλυψη στις περιπτώσεις που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης, ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση του νόμου.

Τέλος, η αναδρομική επιβάρυνση του υπό σύσταση Εγγυητικού Κεφαλαίου με ελλείμματα από ανακλήσεις αδειών που προηγούνται της σύστασής του προσκρούει και σε νομικά εμπόδια, καθ΄ότι παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές προστατευόμενες από το Σύνταγμα, όπως η αρχή της ισότητας και της ιδιοκτησίας.

Αναφορικά με την κάλυψη που περιέχει το Ε.Κ.Ζ. δηλαδή ίση με το 100% κάθε ασφαλιστικής αποζημίωσης και μέχρι του ύψους των 25.000€ ανά ασφαλισμένο, άποψη της ΟΚΕ είναι να αυξηθεί το ανώτατο ποσό της κάλυψης στα 30.000€, όπως ισχύει και στο Συνεγγυητικό Κεφαλαίο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών.

Η επιβολή εισφοράς σε ποσοστό 1,5% κρίνεται υπερβολική και αυθαίρετα υψηλή ακόμη και συγκρινόμενη με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές επιβαρύνσεις, καθιστώντας το ασφαλιστικό προϊόν μη ανταγωνιστικό. Βάσει έρευνας που διεξήχθη από την εταιρία Oxera για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα σχετικά ποσοστά ανέρχονται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα.

Και κάτι ακόμη: ο καθορισμός του ποσοστού που θα εισφέρουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μήπως προσκρούει σε δεδομένα του Κοινοτικού Δικαίου σύμφωνα με τα οποία δεν μπορεί η εισφορά από ασφαλιστικές επιχχειρήσεις σε Επικουρικό Κεφάλαιο να υπερβαίνει το 0,20% των ασφαλίσεων ζωής; 

InstagramYoutube