Ομιλία

Αύριο, Τετάρτη, η Εκδήλωση του Χρ. Σταϊκούρα για τις Γυναίκες

Αύριο, Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019 και ώρα 20:00 θα πραγματοποιήσει Εκδήλωση για τις Γυναίκες ο Τομεάρχης Οικονομικών και Υποψήφιος Βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, κ. Χρήστος Σταϊκούρας.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα του Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου Λαμιέων, Λεωνίδου 9-11.

Σας περιμένουμε!

 

Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

Ομιλία στο 7th Greek Export Forum | 9.5.2019

 

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω την Ένωση Διπλωματικών Υπαλλήλων Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, την «Ethos Events», το οικονομικό και επιχειρηματικό portal «banks.com.gr» και το περιοδικό «ΧΡΗΜΑ», για την τιμητική πρόσκληση να παραστώ στη σημερινή εκδήλωση και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας καθώς και για το στρατηγικό ρόλο που πρέπει να έχουν οι εξαγωγές στην αναπτυξιακή διαδικασία της χώρας.

Εξαγωγές που συμβάλλουν σημαντικά στην παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας, στην ενίσχυση της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας, στην αύξηση του πλούτου, στην τόνωση της απασχόλησης και στη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Οι συνθήκες που επικρατούν στο σημερινό αβέβαιο και γεμάτο κινδύνους διεθνές περιβάλλον, σε συνδυασμό με την αντιαναπτυξιακή πολιτική που ακολουθεί επί τετραετίας η σημερινή Κυβέρνηση, δεν ευνοούν την εξαγωγική δραστηριότητα της χώρας.

Διεθνές περιβάλλον που κυριαρχείται από τις ασθενέστερες από τις αναμενόμενες προοπτικές ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, τις συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών, την απειλή του εμπορικού προστατευτισμού, την ευπάθεια πολλών αναδυόμενων οικονομιών στο ενδεχόμενο αποστροφής των διεθνών επενδυτών προς τον κίνδυνο, την αυξημένη μεταβλητότητα στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, την αβεβαιότητα για τον τρόπο αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ενώ στο εσωτερικό η Κυβέρνηση, αποδεδειγμένα επί τετραετίας, αδυνατεί να επιτύχει υψηλή και διατηρήσιμη οικονομική μεγέθυνση, να βελτιώσει τη σύνθεση του πλούτου, να ενισχύσει την προσφορά στην οικονομία, να ενεργοποιήσει εγχώριες επενδύσεις, να προσελκύσει ξένες άμεσες επενδύσεις και να υλοποιήσει αποκρατικοποιήσεις.

Και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει με το προεκλογικό «πακέτο» μέτρων που «άρον – άρον» εξήγγειλε η Κυβέρνηση, το οποίο ακουμπά κατά κύριο λόγο την πλευρά της ζήτησης και δεν αποτελεί μέρος ενός συνολικού σχεδίου για τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο στο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων όσο και το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που υπέβαλε η Κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο ρυθμός ανάπτυξης αναθεωρείται προς τα κάτω το 2019, και αναμένεται ασθενικός μέχρι το 2022.

Ενώ, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου όχι μόνο δεν αυξήθηκε το 2018, αλλά μειώθηκε κατά 12%, με την αύξηση που είχε προβλεφθεί για το 2019 να ψαλιδίζεται κατά 1/3.

Και πώς να μην συμβαίνει αυτό, όταν:

  • 29 νέοι φόροι έχουν επιβληθεί,
  • οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί,
  • μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιούνται,
  • ανακύπτουν διαρκώς εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων,
  • κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται,
  • η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή,
  • το ΠΔΕ υποεκτελείται;

Συνεπώς, υφίσταται αρνητικός ρυθμός καθαρών επενδύσεων, δηλαδή το λειτουργικό κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας μειώνεται.

Επιπλέον, η συνεισφορά του εξωτερικού ισοζυγίου στην ανάπτυξη διατηρείται αρνητική, αφού η αύξηση στο σκέλος των εξαγωγών αντισταθμίζεται από την αύξηση που συνεχίζεται στις εισαγωγές, οι οποίες παραμένουν υψηλότερες σε όγκο.

Και ενώ κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί βραχυπρόθεσμα, αφού ένα τμήμα των εισαγωγών είναι απαραίτητο για τη στήριξη της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων, μεσομακροπρόθεσμα η αρνητική συνεισφορά του εξωτερικού ισοζυγίου είναι ανησυχητική.

 

Κυρίες και κύριοι,

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω είναι η στιγμή να σχεδιάσουμε, με σοβαρότητα και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα.

Επόμενη ημέρα που πρέπει να δίνει μεγάλη έμφαση, εκτός των άλλων, στην εξαγωγική δραστηριότητα της χώρας, η οποία, παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί, συνεχίζει να αντιμετωπίζει εμπόδια.

Εμπόδια, που βάζει η σημερινή Κυβέρνηση, και τα οποία διατηρούν την ελληνική οικονομία εγκλωβισμένη στην εσωστρέφεια.

Εμπόδια όπως είναι η έντονη γραφειοκρατία και η πολυνομία, το υψηλό κόστος δανεισμού, η αδυναμία άσκησης πολιτικών επιθετικής προώθησης σε ξένες αγορές, η καθυστέρηση στην επιστροφή ΦΠΑ, η έλλειψη υποδομών (κυρίως μεταφοράς προϊόντων), το υψηλό κόστος παραγωγής σε σχέση με τον ανταγωνισμό και η υπερφορολόγηση.

Υπερφορολόγηση που διέλυσε τη μεσαία τάξη, φτωχοποίησε την κοινωνία και «εκτόξευσε» τις οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία.

Και έρχεται σήμερα η Κυβέρνηση, με μεγάλη καθυστέρηση, να φέρει μία ρύθμιση που δεν αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους, θέτει εισοδηματικά κριτήρια ακόμη και για μικρές σχετικά οφειλές, προβλέπει πολύ λίγες δόσεις για τις επιχειρήσεις και δεν επιβραβεύει τη συνέπεια.

Το αποτέλεσμα είναι η Ελλάδα να παραμένει μια σπάνια περίπτωση «μικρής ημίκλειστης» οικονομίας, με το μερίδιο του εξαγωγικού τομέα στο ΑΕΠ της να είναι ιδιαίτερα χαμηλό, αρκετά μικρότερο σε σχέση με άλλες «μικρές» οικονομίες, όπως είναι αυτή της Πορτογαλίας.

Απαιτείται, συνεπώς, η διαμόρφωση και υλοποίηση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας.

Σχέδιο που θα ενισχύει την προσφορά στην οικονομία, με τόνωση των επενδύσεων και ενίσχυση της εξωστρέφειας.

Σχέδιο που θα ενισχύει την παραγωγικότητα και την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα.

Σχέδιο που θα αναστρέφει τη «διαρροή» επιστημόνων και επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχή μείωση του πληθυσμού της χώρας.

Σχέδιο που θα βοηθάει τη χώρα να ανταποκριθεί στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας, εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.

 

Σχέδιο με βασικούς άξονες:

1ον. Την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογίας, μέσω της γενναίας μείωσης φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων με:

  • Μεγαλύτερη και εμπροσθοβαρή μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων.
  • Μείωση ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους.
  • Άμεση επιστροφή του ΦΠΑ στους εξαγωγείς.
  • Δημιουργία «Λευκού Μητρώου Ασφαλιστικού Συστήματος».

Κάποιες μάλιστα από τις προτάσεις του σχεδίου μας, όπως είναι η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, οι υπερ-αποσβέσεις για τις επενδύσεις κεφαλαίου, η μείωση του μεσαίου συντελεστή ΦΠΑ και η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τα συνεταιριστικά σχήματα, περιλαμβάνονται και στις πρόσφατες κυβερνητικές προεκλογικές εξαγγελίες.

 

2ον: Την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων με φιλοεπενδυτικό και φιλοεξαγωγικό πρόσημο με:

  • Απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος.
  • Βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου για τις χρήσεις γης.
  • Δημιουργία ενιαίου φορέα για την προώθηση της εξωστρέφειας στον οποίο θα υπαχθούν και οι οικονομικοί/εμπορικοί ακόλουθοι. Ο φορέας αυτός θα προκύψει από ενοποίηση των επιμέρους δημοσίων δομών, θα έχει διοικητική αυτονομία και θα συνεργάζεται με τον ιδιωτικό τομέα για τη διάγνωση των αναγκών και τη χάραξη των κατάλληλων στρατηγικών.
  • Αναβάθμιση της οικονομικής/εμπορικής διπλωματίας με σκοπό να συμβάλλει στην προώθηση οικονομικών και εμπορικών σχέσεων.
  • Διεύρυνση του ωραρίου στα τελωνεία.
  • Βελτίωση των δικτύων και των υπηρεσιών εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics).
  • Αναβάθμιση των υποδομών που σχετίζονται με την εξαγωγική δραστηριότητα, με στόχο την ανταγωνιστική διακίνηση πρώτων υλών και προϊόντων.
  • Αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας.
  • Ανάπτυξη ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, καινοτομίας και τεχνολογίας σε στενότερη σχέση με τις επιχειρήσεις, με στόχο τον μετασχηματισμό των αποτελεσμάτων τους σε διεθνώς ανταγωνιστικά, ελκυστικά και εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες.
  • Εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου ασφαλιστικού συστήματος τριών πυλώνων.
  • Δημιουργία ενός καλύτερου και όχι ενός μεγαλύτερου κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες και διαδικασίες αξιολόγησης, και επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης.

 

3ον. Την τόνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία με:

  • Αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.
  • Εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.
  • Εκκαθάριση των οφειλών του Δημοσίου.
  • Πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.
  • Αξιοποίηση εξωτραπεζικών εργαλείων και εναλλακτικών εργαλείων χρηματοδότησης από τις κεφαλαιαγορές.
  • Σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Συμπερασματικά, αυτό το σχέδιο θα ενδυναμώσει την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, θα τονώσει τις εξαγωγές και θα συμβάλει στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

Επιπλέον, θα ενισχύσει τη συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αλυσίδες αξίας και θα βοηθήσει στην αναβάθμιση της παραγωγικής δομής της χώρας, που έως τώρα κυριαρχείται από κλάδους μέτριας και χαμηλής τεχνολογίας, και στην αύξηση του τεχνολογικού περιεχομένου και της προστιθέμενης αξίας των εξαγωγών.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας.

Δελτίο τύπου με αποσπάσματα από την ομιλία σε εκδήλωση της ΓΣΕΒΒΕ

«Θέλω να ευχαριστήσω την ΓΣΕΒΕΕ για την τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυνε να παραστώ και να καταθέσω, κωδικοποιημένα, ορισμένες σκέψεις, με αφορμή την 1ηΕτήσια Έκθεση του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της.

Μία ποιοτική Έκθεση, με προστιθέμενη αξία για όλους μας, που αναδεικνύει τη θέση, το ρόλο, τις προκλήσεις και τις προοπτικές της μικρομεσαίας επιχείρησης στην Ελλάδα.

Μικρομεσαία επιχείρηση η οποία, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις που της ασκήθηκαν την τελευταία δεκαετία μειώνοντας την ύπαρξή τους κατά 200.000, εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πυλώνα της παραγωγικής διαδικασίας, επενδύοντας, καινοτομώντας, παράγοντας, εξάγοντας.

Αποτελεί την κινητήριο δύναμη της οικονομίας, με σημαντική συνεισφορά στον πλούτο, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, στη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.

Και αυτό γιατί οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνιστούν το 99,5% του συνόλου των επιχειρήσεων, προσφέρουν το 85% των θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και αντιπροσωπεύουν το 20% του ΑΕΠ της χώρας».

«Μία χώρα, για να ανταποκριθεί στο ασταθές και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον και για να πετύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης οφείλει να δημιουργήσει ένα λειτουργικό, σταθερό και ασφαλές πλαίσιο για το επιχειρείν, ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες, στην Ελλάδα, επί μακρόν, αντιμετωπίζουν σημαντικά εξωγενή προβλήματα, όπως είναι το υψηλό κόστος συμμόρφωσης στη γραφειοκρατία, ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η δυσλειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών.

Σε αυτά προστίθενται και εγγενή προβλήματα, όπως είναι η δυσκολία διεύρυνσης της πελατειακής βάσης, η ποιοτική απόσταση σε επιδόσεις από τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, ο κατακερματισμός και το μεγάλο πλήθος μικρών επιχειρήσεων σε συνδυασμό με τη μικρή παραγωγικότητα, η περιορισμένη τεχνολογική εστίαση και η μη εκμετάλλευση της καινοτομίας.

Δυστυχώς, σε αυτά τα υπαρκτά, διαχρονικά προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση, η σημερινή Κυβέρνηση, την τελευταία τετραετία, ήρθε να προσθέσει νέα ή να οξύνει υπάρχοντα.

Κωδικοποιώ:

  • Επέβαλε 29 νέους φόρους και διόγκωσε τις ασφαλιστικές εισφορές, δημιουργώντας πρόβλημα βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Όπως επισημαίνει και η Έκθεση, το φορολογικό και ασφαλιστικό κόστος της εργασίας αυξάνεται συνεχώς μετά το 2015, και ανέρχεται σήμερα το 41%, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι στο 36%.

  • Η εσωτερική στάση πληρωμών συνεχίζεται, οι οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, νέες υποχρεώσεις δημιουργούνται, και οι επιστροφές φόρων προς τους ιδιώτες καθυστερούν, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.
  • Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, το οποίο σύμφωνα και με την Έκθεσηαποτελεί καταλυτικό παράγοντα για την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων, συστηματικά υπο-εκτελείται.
  • Η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείωνείναι αργή, ο συντονισμός τους ανύπαρκτος και η απορροφητικότητα από τους τελικούς δικαιούχους, δηλαδή τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, χαμηλή.
  • Εμβληματικές επενδύσεις, όπωςείναι το Ελληνικό και η COSCO, αν και δρομολογήθηκαν, τελματώνουν, εξαιτίας κυβερνητικών ιδεοληψιών. Ενώ σημαντικές αποκρατικοποιήσεις, όπως είναι οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ και τα Ελληνικά Πετρέλαια, καθηλώνονται, εξαιτίας δογματικών αγκυλώσεων.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης, συστηματικά,υποβαθμίζεται.

Κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται.

Η συνεχιζόμενη πιστωτική συρρίκνωση και το υψηλό κόστος δανεισμού επιβαρύνουν τη λειτουργία, αλλά και την ίδια τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ποιο όμως είναι το αποτέλεσμα αυτών των κυβερνητικών πράξεων και παραλείψεων;

Η μεγέθυνση της οικονομίας να παραμένει αναιμική, το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να ασφυκτιούν και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας να υποχωρεί.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση αδυνατεί να δρομολογήσει την αναγκαία παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Η όποια ισχνή μεγέθυνση στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση, η οποία μάλιστα ενισχύεται μέσω επιδομάτων και αποταμιεύσεων, και όχι μέσω της μείωσης της φορολογίας.

Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου υποχωρεί, και διαμορφώνεται στο επίπεδο του 1996 το 2018. Ενώ η καθαρή συνεισφορά του εξωτερικού ισοζυγίου γίνεται και πάλι αρνητική, αφού η αύξηση των εισαγωγών είναι υψηλότερη αυτής των εξαγωγών.

Συνεπώς, όπως καταγράφει και η Έκθεση, υφίσταται αρνητικός ρυθμός καθαρών επενδύσεων, δηλαδή το λειτουργικό κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας μειώνεται».

«Αυτές οι επισημάνσεις καταδεικνύουν αυτό που ολόκληρη η κοινωνία αντιλαμβάνεται:

Με τον σημερινό καπετάνιο και με αυτό το πλήρωμα, η χώρα, χωρίς πυξίδα, δεν θα βρει την Ιθάκη της.

Γι’ αυτό και πρέπει να αλλάξουμε ρότα, άμεσα.

Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα.

Απαιτείται στιβαρή ηγεσία, πολιτική βούληση, αποφασιστικότητα και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου.

Σχέδιο το οποίο:

  • Θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, με επενδυτική πανστρατιά, δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.
  • Θα αποφέρει περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα, για όλους τους πολίτες.
  • Θα βελτιώνει την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τη δημιουργικότητα και την εξωστρέφεια.
  • Θα διασφαλίζει την ατομική ελευθερία και προκοπή, αλλά και τη συλλογική ευημερία.
  • Θα στοχεύει σε ένα καλύτερο και πιο παραγωγικό Κράτος, στηριζόμενο στην οικοδόμηση μιας ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας, το οποίο θα μεριμνά για την εμπέδωση κουλτούρας διαφανούς και αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
  • Θα παρέχει υψηλής ποιότητας γνώσεις σε όλες τις βαθμίδες του συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης, με διεύρυνση των επιλογών, μέσα από ένα σύστημα ανοικτών οριζόντων και ίσων ευκαιριών για όλους τους πολίτες.
  • Θα αναστρέψει την αυξημένη «διαρροή» επιστημόνων και επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχή μείωση του πληθυσμού της χώρας.
  • Θα βοηθήσει να ανταποκριθεί η χώρα στον «δομικό μετασχηματισμό της εργασίας», εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.
  • Θα διασφαλίζει τη συστηματική, ασφαλή και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

Σχέδιο με βασικούς άξονες:

1ος. Η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογίας, με τη γενναία μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος. Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, με φιλοεπενδυτικό πρόσημο.

3ος. Η τόνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

4ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

5ος. Η ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους πιο αδύναμους πολίτες».

«Εκτιμούμε ότι αυτό το σχέδιο θα ενδυναμώσει την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας, θα τονώσει την επιχειρηματικότητα, ιδιαίτερα τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, και θα επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία, με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Η υλοποίηση όμως αυτού του σχεδίου απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά που η σημερινή Κυβέρνηση εγγενώς δεν διαθέτει και προφανώς δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αποκτήσει».

Τοποθέτηση στην παρουσίαση του βιβλίου του πρέσβη ε.τ. Αλέξανδρου Π. Μαλλιά «Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία Η Αυτοψία της Δύσκολης Συμφωνίας των Πρεσπών»

Φίλες και Φίλοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τον Πρέσβη κ. Αλέξανδρο Μαλλιά και τις Εκδόσεις «Σιδέρης» για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να συμμετάσχω στη σημερινή – εκτιμώ – εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Για εμένα, η αποδοχή της πρόσκλησης ήταν πρόκληση και ευκαιρία.

Πρόκληση να ιχνηλατήσω τους προβληματισμούς και τις θέσεις του συγγραφέα πάνω στην κακή και επικίνδυνη Συμφωνία των Πρεσπών.

Ευκαιρία να μελετήσω τις «μαρτυρίες» ενός έμπειρου διπλωμάτη, μέσα από γεγονότα που ο ίδιος βίωσε στο πέρασμα των δεκαετιών.

Διπλωμάτη που υπηρέτησε υπό 11 Κυβερνήσεις και 15 Υπουργούς Εξωτερικών.

Διπλωμάτη που υπηρέτησε, μεταξύ άλλων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στον ΟΗΕ, σε βαλκανικές χώρες, στα Σκόπια.

Σήμερα αισθάνομαι δικαιωμένος γι’ αυτή την επιλογή μου.

Όπως και για την θέση που κράτησα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, καταψηφίζοντας την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι ενδιαφέρουσα, χρήσιμη και διδακτική.

Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα τεκμηριωμένης ανάλυσης, συσσωρευμένης γνώσης και πολύχρονης εμπειρίας.

Για τους λόγους αυτούς αποτελεί εφαλτήριο, ανεξάρτητα από προσωπική συμφωνία ή διαφωνία με επιμέρους εκτιμήσεις και παρατηρήσεις του συγγραφέα, για γόνιμη σκέψη και ουσιαστική συζήτηση.

Φίλες και Φίλοι,

Η Νέα Δημοκρατία στήριζε, διαχρονικά, την εύρεση μιας αμοιβαία αποδεκτής λύσης μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών.

Αυτό καταγράφεται και στις σελίδες του βιβλίου.

Μια λύση όμως που θα σέβεται τα πραγματικά, ιστορικά και εθνικά, δεδομένα και δεν θα αφήνει περιθώρια στους γείτονες για υποδαύλιση, μελλοντικά, αυθαίρετων αξιώσεων.

Γιατί όπως ορθά επισημαίνει ο συγγραφέας:

«Η μη λύση δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνιμη ή βέλτιστη επιλογή. Ταυτόχρονα όμως, η παράταση της εκκρεμότητας δεν μπορεί να αποτελεί σήμερα το ισχυρότερο κίνητρο για λύση».

Με αυτό το κριτήριο και για μια σειρά από λόγους, η Νέα Δημοκρατία, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην μακραίωνη ιστορία και την προοπτική της πατρίδας, καταψήφισε την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Συνοψίζω και κωδικοποιώ αυτούς τους λόγους, όπως αποτυπώνονται διάσπαρτα στις σελίδες του βιβλίου.

1ον. Ο Πρωθυπουργός απέτυχε να αξιοποιήσει το κεκτημένο της εθνικής συνεννόησης επί του κρίσιμου αυτού θέματος.

Κεκτημένο που σωρεύτηκε από προηγούμενες Κυβερνήσεις, πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας.

Ενδεικτικά και πριν το Βουκουρέστι, τόσο η Ντόρα Μπακογιάννη, όσο και ο Πέτρος Μολυβιάτης, ενημέρωναν συνεχώς, πλήρως και ουσιαστικά όλες τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου.

Γιατί όπως σωστά επισημαίνει ο κ. Μαλλιάς, «η πολιτική συνεννόηση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για να αντιμετωπίσουμε προκλήσεις εθνικής ασφάλειας».

Και προσθέτει: «Από το 1992, είναι η πρώτη φορά που δεν υπάρχει καμία γέφυρα συνεννόησης και επικοινωνίας. Και αυτή είναι θεμελιώδης ευθύνη και θεσμική υποχρέωση της Κυβέρνησης».

Κυβέρνηση η οποία προσπάθησε να αποδυναμώσει, μέσω του Μακεδονικού, τη συνοχή Κομμάτων της Αντιπολίτευσης, να τα διεμβολίσει, λειτουργώντας με αρχές πολιτικού αταβισμού, επηρεάζοντας τη μέθοδο και την ποιότητα της διαπραγμάτευσης.

Και εύχομαι, αντιθέτως απ’ ότι υποστηρίζει ο Πρωθυπουργός, αυτή η στρατηγική να μην αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση και για άλλα, μελλοντικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

2ον. Η Κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει αστοχίες και σφάλματά της, προσπάθησε να ανασύρει, επιλεκτικά και διαστρεβλωμένα, στοιχεία του παρελθόντος.

Χρησιμοποίησε ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι.

Όπως, για παράδειγμα, ότι η χώρα είχε αποδεχθεί, δήθεν, τη μακεδονική γλώσσα από τη Διάσκεψη του ΟΗΕ του 1977.

Ο κ. Μαλλιάς όμως επισημαίνει ότι «ουδέποτε η Ελλάδα συμφώνησε, εδέχθη ή απεδέχθη τη “Μακεδονική γλώσσα”».

Κάτι που αποτυπώνεται τόσο στα πρακτικά των συσκέψεων των πολιτικών αρχηγών των Σκοπίων, όσο και σε έγγραφα του ΝΑΤΟ (2000).

Αντιθέτως μάλιστα, στους κυβερνητικούς κόλπους υπάρχουν υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού».

Με πρόσφατη έκφρασή του από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία «Μακεδονία».

Αλλά και με τελευταία έκφρασή του, την πρωθυπουργική αποδοχή της ονομασίας «Δημοκρατία της Μακεδονίας του Ίλιντεν», που – ευτυχώς – απέτρεψε η σημερινή Αξιωματική Αντιπολίτευση.

Συνεπώς, όλοι αυτοί δεν δικαιούνται να μας κάνουν μαθήματα!

3ον. Η Κυβέρνηση περιφρόνησε τις γνήσιες πατριωτικές ευαισθησίες των πολιτών και προσέβαλε την ιστορική συνείδηση του λαού.

Και όπως επισημαίνει ο Γιώργος Κουμουτσάκος, στο βιβλίο του Νίκου Στέφου, στην παρουσίαση του οποίου στην Αθήνα συμμετείχε ο κ. Μαλλιάς:

«Δεν θα ξεχάσω την απάντηση του Κώστα Καραμανλή όταν αμέσως μετά την ομόφωνη απόφαση των ηγετών του ΝΑΤΟ του είπα πως «ήταν μια καλή μέρα». «Πράγματι», μου απάντησε, «θα μπορώ να συνομιλώ με ήσυχη συνείδηση με τα φαντάσματα εκείνων που αγωνίσθηκαν για την υπόθεση της Μακεδονίας».

4ον. Η Συμφωνία των Πρεσπών καθιστά διάτρητη την εξωτερική πολιτική δεκαετιών.

Πριν ακριβώς από έντεκα χρόνια, η ελληνική εξωτερική πολιτική κατέγραφε μια ιστορική επιτυχία.

Η Ελλάδα κατάφερε να επιβάλλει στη Συμμαχία τη δική της θέση.

Μετέτρεψε σε «νατοϊκή», και μάλιστα με ομοφωνία, την ελληνική θέση.

Δυστυχώς, η σημερινή Κυβέρνηση «έκαψε» αυτό το ισχυρό διπλωματικό χαρτί.

Έσπευσε και παρέδωσε στους γείτονες καίριας σημασίας διαπραγματευτικά «κλειδιά»: την άμεση ένταξη στο ΝΑΤΟ και την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και τα παρέδωσε χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

5ον. Η Κυβέρνηση αναγνώρισε, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη δήθεν «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής εθνότητας».

Όπως υποστηρίζει και ο κ. Μαλλιάς, πρόκειται για την «αχίλλειο πτέρνα» της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Σύμφωνα με έγγραφο της αμερικανικής  πρεσβείας που κατέθεσε ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή, ήταν σχεδόν αδύνατον η Ελληνική Κυβέρνηση του 2008 να δεχθεί ένα κείμενο το οποίο θα όριζε τους πολίτες αυτής της χώρας ως «Μακεδόνες», και τη γλώσσα τους ως «μακεδονική». Σε αυτά είπε ΟΧΙ η Κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή.

Σε αυτά είπε ΝΑΙ η Κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.

Γιατί όπως επισημαίνει ο συγγραφέας:

«Δεν είναι άδικη ή υπερβολική η ένσταση ως προς την καταλληλότητα της χρήσης του όρου NATIONALITY, αντί του πλέον δόκιμου και κατάλληλου CITIZENSHIP. Δύσκολα μπορεί κάποιος να πείσει ότι η αποδοχή του όρου δεν συνεπάγεται και την εθνικότητα και την εθνική καταγωγή».

Και πράγματι, σε καμία άλλη χώρα που έχει γεωγραφικό προσδιορισμό, δεν ονομάζονται οι πολίτες χωρίς τον επιθετικό τους προσδιορισμό.

Αυτές όμως οι υποχωρήσεις δημιουργούν «εύφορο έδαφος» για τη συντήρηση – στους γείτονες – νοσηρών ιδεολογημάτων, και μπορεί να βάλουν τη χώρα σε εθνική περιπέτεια διαρκείας.

Γιατί «από μικρό σπέρμα μπορεί να βγουν μεγάλες ρίζες».

Και όπως – εύστοχα – επισημαίνει ο κ. Μαλλιάς, «μεταφέρει στις επόμενες γενιές τις σύγχρονες βασικές γενεσιουργές προκλήσεις του Μακεδονικού ζητήματος».

6ον. Η Κυβέρνηση έφερε μία συμφωνία γεμάτη «τρύπες», που δεν θωρακίζει, μακροχρονίως, τη χώρα.

Αφού, μεταξύ άλλων, αφήνει τεράστιες εκκρεμότητες ως προς τα εμπορικά σήματα, τις εμπορικές επωνυμίες, τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις προϊόντων.

Όπως ήδη βιώνουν, στις διεθνείς εκθέσεις προϊόντων, οι Έλληνες παραγωγοί και επιχειρηματίες.

Και δεν πείθουν κανέναν τα κυβερνητικά πολιτικά φληναφήματα περί βελτίωσης της οικονομικής σχέσης των δύο κρατών μέσω της συμφωνίας, αφού οι διμερείς σχέσεις ήταν πρακτικά ομαλές και στενές, παρά τις προκλήσεις των Σκοπίων ως προς την ιδεολογική χρήση της Ιστορίας και η οικονομική συνεργασία καλή, παρά τη ριζική αλλαγή των δεδομένων για την ελληνική πλευρά λόγω της κρίσης μετά το 2010.

Φίλες και Φίλοι,

Γι’ αυτούς τους λόγους η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μία ετεροβαρής, κακή και επικίνδυνη.

Η οποία έχει δημιουργήσει ήδη αρκετά δυσμενή τετελεσμένα.

Οφείλουμε τουλάχιστον να ελέγχουμε αυστηρά την εφαρμογή αυτής της συμφωνίας και να αγωνιστούμε ώστε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις στην οικονομία και την παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα της Βόρειας Ελλάδας.

Και η Νέα Δημοκρατία έχει αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες εξαγωγείς.

Δεσμεύσεις όπως είναι:

  • η έναρξη επικοινωνιακής καμπάνιας με σκοπό την προστασία του brand «Μακεδονία»,
  • η διευκόλυνση των επιχειρήσεων να κατοχυρώσουν εμπορικά σήματα για την προστασία των προϊόντων τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο,
  • η κατοχύρωση περισσότερων μακεδονικών προϊόντων ως Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης και Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
  • η έκδοση Υπουργικής Απόφασης η οποία θα απονέμει αυτόματα το σήμα «GR» στα προϊόντα όλων των μακεδονικών επιχειρήσεων που έχουν κατοχυρώσει το παράγωγο «Μακεδονικός, -ή, -ό» στο σήμα τους, και
  • η προβολή βέτο στην ενταξιακή πορεία των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο δεν διασφαλίζονται τα εθνικά συμφέροντά μας.

Και όπως δήλωσε πρόσφατα, εδώ από τη Λαμία, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης, για να μπει μία χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν 35 Κεφάλαια που απαιτούν έγκριση στην αρχή για να ανοίξουν και στο τέλος για να κλείσουν.

Αυτά ούτε θα ανοίξουν ούτε θα κλείσουν ποτέ, εάν προηγουμένως δεν ικανοποιηθούν οι ελληνικές θέσεις.

Φίλες και Φίλοι,

Συμπερασματικά, η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι χρήσιμη.

Προσφέρει μια υπεύθυνη και τεκμηριωμένη οπτική για ένα εξαιρετικά κρίσιμο εθνικό θέμα.

Συμβάλλει όμως και στον αναγκαίο εθνικό αναστοχασμό της εξωτερικής πολιτικής.

Εξωτερική πολιτική η οποία πρέπει να ασκείται με υπευθυνότητα, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, διορατικότητα και αξιοπιστία.

Άλλωστε, όπως επισημαίνει ορθά ο συγγραφέας, «αποκομίζουμε όφελος όταν είμαστε σοβαροί και πείθουμε για την αξιοπιστία και τη συνέπειά μας, με μέτρο και υπευθυνότητα».

Κύριε Μαλλιά, σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση και κάθε επιτυχία στις προσεχείς Ευρωεκλογές.

Τοποθέτηση στην Κοινή Συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής για το ΠΔΠ 2021-2027

Live, Βουλή | 10.7.2018

Ζωντανά, στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών και Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων.

Gepostet von Χρήστος Σταϊκούρας / Christos Staikouras am Dienstag, 10. Juli 2018

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027, καθώς και το Σύστημα των Ιδίων Πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελούν κρίσιμα ζητήματα για το μέλλον του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Σ’ αυτά τα ζητήματα η χώρα οφείλει να είναι παρούσα, με ενεργό ρόλο, δυνατή φωνή και δημιουργική συμμετοχή, κάτι που δυστυχώς, με κυβερνητική ευθύνη, δεν έγινε έγκαιρα και μεθοδικά, αφού απουσίαζε η στρατηγική και το σχέδιο.

Απόδειξη αυτού είναι ότι δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αναφορά στο δήθεν αναπτυξιακό σχέδιο της Κυβέρνησης σχετικά με τις προτεραιότητες του μακροπρόθεσμου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο σχεδιασμός για τη νέα προγραμματική περίοδο πραγματοποιείται σε ένα ρευστό, ομιχλώδες και με υψηλούς κινδύνους ευρωπαϊκό περιβάλλον.

Περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αμηχανία απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις.

Από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Από ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα υποσυστήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από τάσεις περιχαράκωσης και προστατευτισμού, αρκετών εκ των εταίρων.

Από αντιθέσεις και αμφισβητήσεις παραδοσιακών συμμαχιών.

Από διευρυμένες ξενοφοβικές τάσεις και ενισχυμένη εθνικιστική και λαϊκιστική ρητορική στους ευρωπαϊκούς κόλπους, ακόμη και στον πυρήνα του.

Από πολιτικές αλλαγές που μπορεί να επηρεάσουν τη σταθερότητα, τη συνοχή και την οικονομική προοπτική της Ευρώπης.

Από αναμενόμενες – νωρίτερα ή αργότερα – μεταβολές στην κατεύθυνση άσκησης νομισματικής πολιτικής.

Αλλά και από μία σειρά από νέες προκλήσεις, όπως είναι η διαχείριση του Brexit, η εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια, η τρομοκρατία, η δημογραφική εξέλιξη και η κλιματική αλλαγή.

Όλα αυτά απαιτούν τη διαμόρφωση ενός νέου, διαφανούς, απλού, ενισχυμένου και σύγχρονου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου για την περίοδο 2021-2027.

Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάθεσε την πρότασή της για τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό.

Πρόταση που περιλαμβάνει αλλαγές τόσο στο ύψος όσο και στη δομή του.

Πρόταση που προβλέπει εξοικονομήσεις, ανακατανομές δαπανών και αυξημένες εισφορές των κρατών-μελών, καθώς και την υιοθέτηση νέων ιδίων πόρων για την χρηματοδότηση του Πλαισίου, με στόχο την ευθυγράμμιση του προϋπολογισμού με τις πολιτικές προτεραιότητες.

Συνολικά, αν και η σημαντική βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μπορεί να δικαιολογήσει έναν συγκριτικά μεγαλύτερο προϋπολογισμό, δυστυχώς αυτός παραμένει – ενσωματώνοντας και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης – στα τρέχοντα επίπεδα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο πρέπει να είναι πιο αποδοτικό, αποτελεσματικό και προσαρμοστικό, με ενισχυμένη την έννοια της δημιουργικής αλληλεγγύης.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει ότι αυτό θα πρέπει εγκαίρως να εγκριθεί, διότι η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι καθυστερήσεις οδηγούν σε αναβολές σημαντικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων και επενδύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει ένα Πλαίσιο αυξημένης λογοδοσίας, ευέλικτης διάρθρωσης, στοχευμένο σε τομείς αυξημένης προστιθέμενης αξίας και σημαντικής μόχλευσης, με επιτέλεση βασικών λειτουργιών, όπως είναι οι επενδύσεις σε δημόσια αγαθά, η δημοσιονομική πειθαρχία και η μακροοικονομική σταθερότητα.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει έναν μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό που θα εδράζεται στις αρχές της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, μέσα από την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δαπανών και την υλοποίηση πολιτικών δίκαιης αναδιανομής του πλούτου.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει και χαιρετίζει τη σημαντική ενίσχυση των πόρων για την ασφάλεια, τη μετανάστευση και το άσυλο, ειδικά σε μια περίοδο άνισα κατανεμημένων μεταναστευτικών ροών, και με μία Κυβέρνηση ανίκανη να αξιοποιήσει και με διαφάνεια να χρησιμοποιήσει τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει και χαιρετίζει τη σημαντική ενίσχυση των πιστώσεων σε προγράμματα έρευνας και καινοτομίας, σε δράσεις ανταγωνιστικότητας και επιχειρηματικότητας, και σε τομείς όπως είναι η στήριξη της κινητικότητας των νέων και η προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού.

Επισημαίνει όμως την αναγκαιότητα ύπαρξης αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης, την οποία η σημερινή Κυβέρνηση, με πράξεις και παραλείψεις της, έχει υπονομεύσει.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την ενίσχυση της νησιωτικότητας, και θα ήθελε να δει περισσότερα πράγματα πάνω σ’ αυτό τον τομέα, με δεδομένες τις κυβερνητικές επιλογές οι οποίες επιβαρύνουν σημαντικά τα νησιά της χώρας μας.

Η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί τη σταθεροποίηση ή, στη χειρότερη περίπτωση, την όσο το δυνατόν μικρότερη συρρίκνωση των πόρων για την Κοινή Αγροτική Πολιτική, με την υιοθέτηση όμως πολιτικών ώστε αυτές να είναι πιο αποτελεσματικές σε εθνικό επίπεδο, με την ανάπτυξη δυναμικών αγροτικών περιοχών και τη στήριξη των μικρών και μεσαίων γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία χαιρετίζει την πρόταση τα κράτη-μέλη να αναλάβουν πρόσθετες ευθύνες όσον αφορά τη βέλτιστη χρήση του προϋπολογισμού για τη γεωργία, με μεγαλύτερη απ’ ότι σήμερα ευελιξία να μεταφέρουν κονδύλια μεταξύ των άμεσων ενισχύσεων και της αγροτικής ανάπτυξης, σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες και τους στόχους.

Εκφράζει όμως τον προβληματισμό της για τον κυβερνητικό σχεδιασμό σ’ αυτό το πεδίο, με δεδομένο το μηδενικό παραγόμενο έργο της τελευταίας τριετίας, όπως αποδεικνύεται από τις επιβαρύνσεις που έχει υποστεί ο πρωτογενής τομέας και επιβεβαιώνεται από τη πολύ χαμηλή απορροφητικότητα των κοινοτικών πόρων για τους αγρότες.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την τοποθέτηση κεφαλαίων από τα «διαθέσιμα περιθώρια» και από τα δεσμευμένα αλλά μη χρησιμοποιηθέντα κονδύλια σε «ενωσιακό αποθεματικό», που θα χρησιμοποιηθεί, αν και όταν κριθεί αναγκαίο, για τη χρηματοδότηση απρόβλεπτων γεγονότων και καταστάσεων, σε τομείς όπως είναι η ασφάλεια και η μετανάστευση.

Η Νέα Δημοκρατία κρίνει ως θετική την Ευρωπαϊκή Λειτουργία Σταθεροποιητικών Επενδύσεων για την αντιμετώπιση περιπτώσεων σοβαρών ασύμμετρων κλυδωνισμών.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει το νέο Πρόγραμμα Στήριξης Μεταρρυθμίσεων, το οποίο θα παρέχει χρηματοδοτική και τεχνική στήριξη για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων προτεραιότητας.

Εκφράζει όμως τον προβληματισμό της ως προς τη δυνατότητα αξιοποίησης των σχετικών κονδυλίων από τη σημερινή Κυβέρνηση, με δεδομένη την αποδεδειγμένη αβελτηρία και αλλεργία της στην υλοποίηση ουσιαστικών διαθρωτικών αλλαγών.

Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την προσθήκη νέων – φορολογικού και πράσινου χαρακτήρα – πόρων που θα δώσουν βιώσιμη λύση στο ζήτημα των εσόδων, διατηρώντας ταυτόχρονα τη διευρυμένη χρηματοδοτική αρχιτεκτονική από νέα εργαλεία, όργανα και μέσα.

Η Νέα Δημοκρατία, όλες αυτές τις πολιτικές, τις υποστήριξε, με συνέπεια και ένταση, στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, και τις έχει ήδη ενσωματώσει στο αναπτυξιακό σχέδιό της, αφού είναι συμβατές με αυτό.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής, διατηρήσιμης και έξυπνης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο που θα αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που προϋποθέτει μια μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Χαιρετισμός στο 11ο Insurance Conference

Θέλω να συγχαρώ τους διοργανωτές του 11ου Ασφαλιστικού Συνεδρίου για την εξαιρετική διοργάνωσή του.

Και να τους ευχαριστήσω για την δυνατότητα που μου δίνουν να καταθέσω κάποιες σκέψεις για το ζήτημα της ασφάλισης.

Διαχρονικό και διατοπικό ζήτημα.

Ζήτημα με οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις.

Ζήτημα κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, την ευημερία της κοινωνίας και την κοινωνική αλληλεγγύη.

Κυρίες και Κύριοι,

Η ασφάλιση αποτελεί μέρος του οικονομικού συστήματος, όπου τα κράτος, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις επιλογές της κάθε χώρας, διαδραματίζει μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το σύστημα ασφάλισης στη χώρα μας, επί μακρόν, χαρακτηρίζονταν, από:

  • τον υποχρεωτικό και εκτεταμένο δημόσιο χαρακτήρα του,
  • την αναδιανεμητική λογική μεταξύ τόσο των εργαζομένων όσο και των γενεών,
  • τη συνταξιοδοτική φιλοσοφία των καθορισμένων παροχών,
  • τον υψηλό βαθμό εισοδηματικής αντικατάστασης,
  • τον κατακερματισμό του σε δεκάδες ασφαλιστικά ταμεία,
  • την έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των εργαζομένων αναφορικά με τις παροχές και τον απαιτούμενο χρόνο για τη συνταξιοδότηση,
  • την πολιτική εξάρτηση της διαχείρισης των ασφαλιστικών ταμείων, και
  • το ιδιαίτερα μικρό μέγεθος της ιδιωτικής ασφαλιστικής δραστηριότητας, ως αποτέλεσμα, κυρίως, της χαμηλής ασφαλιστικής συνείδησης και κουλτούρας των πολιτών.

Σ’ αυτά τα δομικά συστατικά του ασφαλιστικού συστήματος, ήρθαν να προστεθούν, στο πέρασμα των ετών, πρόσθετες, συγκυριακές ή μόνιμες προκλήσεις, όπως είναι:

  • οι δημογραφικές εξελίξεις και η γήρανση του πληθυσμού,
  • η μετακίνηση πληθυσμού από τον ανασφάλιστο γεωργικό τομέα προς τα αστικά κέντρα,
  • η αύξηση της συμμετοχής – με ευνοϊκότερες συνθήκες – των γυναικών στο εργατικό δυναμικό,
  • η είσοδος παλιννοστούντων ομογενών και ο επαναπατρισμός μεταναστών,
  • η αύξηση της ανεργίας και
  • η αύξηση της εισφοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας.

Έτσι, σε ένα περιβάλλον ωρίμανσης του ασφαλιστικού συστήματος και μείωσης της αναλογίας των οικονομικά ενεργών πολιτών προς τους συνταξιούχους, ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων διαμόρφωσε ιδιαίτερα αρνητικές συνθήκες για τη μακροχρόνια βιωσιμότητά του.

Αφού διαμορφώθηκε, µε συλλογικές διαχρονικές ευθύνες, ένα στρεβλό ασφαλιστικό σύστημα, με διαφοροποιήσεις, με εξαιρέσεις, με προνομιακές προβλέψεις.

Με χρονική μετάθεση της επίλυσης των προβλημάτων, ή, στην καλύτερη περίπτωση, με μερική, αποσπασματική και χαμηλής ισχύος προσπάθεια αντιμετώπισής τους.

Και σε αυτό έφεραν ευθύνη, διαχρονικά, τόσο Κυβερνήσεις όσο και Αντιπολιτεύσεις, που πολιτεύθηκαν με «αυταπάτες» και με τη λογική του «όχι σε όλα».

Όμως είναι αλήθεια ότι στο πέρασμα των ετών, αναλήφθηκαν και ορισμένες σοβαρές πρωτοβουλίες για την ουσιαστική ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος, με σημαντικό τμήμα της αντιπολίτευσης να διαμαρτύρεται στις πλατείες.

Όπως έγινε, ενδεικτικά, το 2008, όταν ο αριθμός των ασφαλιστικών ταμείων στη χώρα μας μειώθηκε από τα 133 στα 13.

Ωστόσο, οι όποιες θετικές διαρθρωτικές πρωτοβουλίες δεν ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα το ασφαλιστικό σύστημα να βρεθεί στο επίκεντρο των προγραμμάτων προσαρμογής.

Επιβλήθηκαν επώδυνες περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων, κάποιες αναγκαίες και κάποιες αχρείαστες, όπως οι τελευταίες ή αυτές που επίκεινται.

Προωθήθηκαν όμως και διαρθρωτικές αλλαγές που συνέβαλλαν στην αντιμετώπιση προβλημάτων, υστερήσεων και αποκλίσεων προηγούμενων ετών.

Παρεμβάσεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων:

  • η ενοποίηση ταμείων κύριας ασφάλισης,
  • η δημιουργία ενός ενιαίου ταμείου επικουρικής ασφάλισης,
  • η ενοποίηση μίας σειράς κανόνων και διαδικασιών,
  • η θέσπιση ενός κέντρου είσπραξης ασφαλιστικών οφειλών,
  • ο διαχωρισμός των δύο βασικών κλάδων ασφάλισης,
  • η θέσπιση ενός ενιαίου συστήματος ελέγχου πληρωμών συντάξεων και
  • η εφαρμογή μίας ευρείας κλίμακας πληροφοριακών συστημάτων.

Παράλληλα, επί ημερών της προηγούμενης Κυβέρνησης:

  • Εκπονήθηκε και υλοποιήθηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, και στον χώρο της ασφάλισης.
  • Βελτιώθηκε η διαδικασία συνταξιοδότησης υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, με παρεμβάσεις εξορθολογισμού σε διάφορες πτυχές της.
  • Μειώθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, συμβάλλοντας στην τόνωση της απασχόλησης και στην ενίσχυση της τάσης αποκλιμάκωσης της ανεργίας.

Αυτές οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις συνεισέφεραν στη μείωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, στον περιορισμό του διοικητικού βάρους, στην εξοικονόμηση πόρων και στην αναβάθμιση των υπηρεσιών προς τον πολίτη, διαμορφώνοντας τις βάσεις για τη σύγκλιση του συστήματος με τα υπόλοιπα της Ευρώπης.

Έτσι, στο τέλος του 2014, δημιουργήθηκε τάση ισορροπίας στο ασφαλιστικό σύστημα, υποβοηθούμενη από την ευρύτερη δημοσιονομική και μακροοικονομική σταθεροποίηση και την καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, για πρώτη χρονιά μετά από πολλά χρόνια ύφεσης.

Αυτό αποτυπώθηκε και στην αναλογιστική μελέτη που διεξήχθη υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Δυστυχώς όμως μετά ακολούθησε η «δημιουργική ασάφεια» και οι «ηρωϊκές διαπραγματεύσεις».

Με αποτέλεσμα η οικονομία να επιστρέψει στην ύφεση το 2015 και το 2016, και έκτοτε, να αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς της στόχους.

Αυτή η δυσμενής εξέλιξη αποτυπώνεται στην αντίστοιχη αναλογιστική μελέτη του 2018.

Η διαφορά στην εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης μεταξύ των δύο μελετών προκύπτει από τις αλλαγές στις παραδοχές σχετικά με τη δημογραφική εξέλιξη, την απασχόληση, το ΑΕΠ και τη συνολική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Έτσι προέκυψαν νέες, επώδυνες παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.

Παρεμβάσεις που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2015, συνεχίστηκαν το Μάιο του 2016 και θα ολοκληρωθούν το 2019.

Παρεμβάσεις οι οποίες, κατά την εκτίμησή μας, καταλύουν την αλληλεγγύη των γενεών, στρεβλώνουν την ανταποδοτικότητα του ασφαλιστικού συστήματος και πολεμούν την παραγωγική Ελλάδα, με την μεγάλη και συνεχιζόμενη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να επιτύχει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια, να διασφαλισθεί η χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού και να ενισχυθεί, ουσιαστικά, η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η χώρα θα εξακολουθεί να λειτουργεί σε περιβάλλον αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών, ενώ θα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Συνεκτιμώντας ότι θα έχει να αντιμετωπίσει πρόσθετες προκλήσεις στο δημογραφικό πεδίο, από το χαμηλό ποσοστό γεννητικότητας και τον αυξημένο βαθμό γήρανσης και εξάρτησης του πληθυσμού.

Συνυπολογίζοντας το εξαιρετικά ανησυχητικό, διογκωμένο τα τελευταία χρόνια, φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» στο εξωτερικό.

Προσμετρώντας τις δυσοίωνες μακροοικονομικές προβλέψεις για τον μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης και αύξησης της απασχόλησης, τα οποία επενεργούν αρνητικά στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Τούτων δοθέντων, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα.

Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από τη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα διασφαλίζει τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, θα εμπεδώνει την ασφαλιστική συνείδηση, θα ενθαρρύνει την εργασία, θα διαχωρίζει την κοινωνική ασφάλιση από την πρόνοια και θα συμβάλλει στην ενδυνάμωση της αλληλεγγύης των γενεών.

Σε αυτό το πλαίσιο απαιτούνται:

1ον. Παρεμβάσεις μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να ανακάμψει, κατά διατηρήσιμο τρόπο, η ελληνική οικονομία, να περιορισθεί η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών και να βελτιωθεί το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

2ον. Διαμόρφωση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου, για την αντιμετώπιση των αρνητικών δημογραφικών τάσεων, δίνοντας κίνητρα σε νέους να μείνουν στη χώρα και να δημιουργήσουν οικογένεια.

3ον. Πολιτικές παροχής κινήτρων για την ενίσχυση και της ιδιωτικής ασφάλισης, διασφαλίζοντας όμως ένα ισχυρό δημόσιο σύστημα, με καθολικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπή εθνική σύνταξη και ενεργοποιώντας το θεσμό των επαγγελματικών ταμείων.

Κυρίες και Κύριοι,

Ο ρόλος της ιδιωτικής ασφάλισης είναι σημαντικός.

Συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην προστασία των νοικοκυριών, στην αποκατάσταση πολύτιμων υλικών και οικονομικών πόρων, στη δημιουργία αποταμιευτικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων, στη στήριξη και ενθάρρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και στην τόνωση των φορολογικών εσόδων του Δημοσίου.

Η ελληνική αγορά όμως είναι ρηχή και μικρή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

  • Τα ασφάλιστρα ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχονται στο 2,2%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 7,2%.
  • Οι δαπάνες για ασφάλιση ζωής και υγείας ανέρχονται στα 190 ευρώ, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στα 1.370 ευρώ.
  • Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχονται στο 7,2%, με μέσο ευρωπαϊκό όρο στο 61,9%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του κλάδου, αν η ελληνική ασφαλιστική αγορά άγγιζε τα ευρωπαϊκά επίπεδα ανάπτυξης, οι επενδύσεις της από 13 δισ. ευρώ που είναι σήμερα, θα μπορούσαν να φτάσουν τα 110 δισ. ευρώ.

Είναι βέβαια γεγονός ότι κατά το παρελθόν, υπήρχαν προβλήματα στον κλάδο που έβλαψαν την εικόνα και τη φήμη της αγοράς, και υπονόμευσαν την ήδη χαμηλή ασφαλιστική συνείδηση των πολιτών.

Σήμερα όμως, ο κλάδος φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από τις αστοχίες του παρελθόντος.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την ενίσχυση της αξιοπιστίας του κλάδου, με την εφαρμογή του κανονιστικού πανευρωπαϊκού πλαισίου Solvency II και την αυστηρή εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος.

Το στοίχημα πλέον είναι η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς αυτή αποτελεί στοιχείο-κλειδί για να μπορέσει να αναπτυχθεί η ασφαλιστική αγορά, να διεισδύσει στην κοινωνία και να διαδραματίσει το ρόλο που πρέπει στην εθνική οικονομία.

Προς αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν προτάσεις του κλάδου για παροχή φορολογικών κινήτρων και για συμπράξεις σε πεδία, όπως είναι οι συντάξεις, η υγεία και οι φυσικές καταστροφές, με γνώμονα τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών και τον έλεγχο του κόστους.

Με αυτές τις σκέψεις θέλω να ευχηθώ καλή συνέχεια στις εργασίες του Συνεδρίου, οι οποίες είμαι βέβαιος ότι θα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θα αποφέρουν χρήσιμα συμπεράσματα, τα οποία και θα ήθελα θα πληροφορηθώ.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής για την πρόταση δυσπιστίας της ΝΔ

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Αξιωματική Αντιπολίτευση, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών, κατέθεσε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης.

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι η Νέα Δημοκρατία, διαχρονικά, στηρίζει την εύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης μεταξύ της Ελλάδας και των Σκοπίων.

Μια λύση που θα σέβεται όμως τα πραγματικά ιστορικά, εθνικά δεδομένα.

Σήμερα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρνει μια συμφωνία που τη διαμόρφωσε «εν κρυπτώ».

Συμφωνία που με στρεψοδικίες και επικοινωνιακά τερτίπια, αυταρχικά προωθεί.

Αδιαφορώντας για τις ευαισθησίες των πολιτών και τις θέσεις των κομμάτων.

Κυβέρνηση η οποία απέτυχε να αξιοποιήσει το κεκτημένο της εθνικής συνεννόησης επί του εθνικά κρίσιμου αυτού θέματος.

Κεκτημένο που σωρεύτηκε από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις, πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι.

Δεν θα ακολουθήσω αυτό το δρόμο, παρ’ ότι θα μπορούσα να καταθέσω μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», αλλά και την τελευταία έκφρασή του από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία.

Θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να ανοίξουμε αυτό το θέμα;

Δεν θα το κάνω γιατί δεν ωφελεί την εθνικά κρίσιμη προσπάθεια.

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δικαιούται να μας κάνει μάθημα!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι, 

Η Κυβέρνηση περιφρονεί τον Ελληνικό λαό.

Λοιδορεί τις γνήσιες ευαισθησίες της πλειοψηφίας του.

Απαξιώνει το εθνικό κοινοβούλιο.

Επιδίδεται σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας και στρουθοκαμηλισμού.

Προχωρά σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Συμφωνία που παράγει διεθνή αποτελέσματα, κάποια από τα οποία θα αποκτήσουν τον χαρακτήρα του τετελεσμένου.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008.

Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Υποχωρήσεις αφού αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής ιθαγένειας», άρα και αντίστοιχης ταυτότητας.

Υποχωρήσεις αφού διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα, χωρίς κάποιον κοινά αποδεκτό όρο για όλες τις χρήσεις, κατοχυρώνοντας τον «μακεδονικό» εθνικισμό.

Πρόκειται συνεπώς για μία κακή συμφωνία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία, έχουμε χρέος από την ιστορία και ευθύνη για το μέλλον, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Να ενώσουμε και να μην διχάσουμε την κοινωνία.

Να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και τους κινδύνους με ενότητα, ευθύνη, ομοψυχία, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια.

Να εργαστούμε σκληρά, με αλληλεγγύη και συνοχή.

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών, όπως πράττει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις και με επικίνδυνους ακροβατισμούς, όπως κάνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων.

Πάνω από όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Όλα αυτά αποτελούν για τη σημερινή Κυβέρνηση, «αγαθά εν ανεπαρκεία».

Η «κατασκευή» των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δοκιμάσθηκε, «μετρήθηκε» με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης της χώρας.

Ομιλία στο Συνέδριο του Economist “22nd Roundtable with the Government of Greece”

Κυρίες και Κύριοι Οργανωτές του Συνεδρίου,

Αποτελεί για εμένα ιδιαίτερη ικανοποίηση να συμμετέχω στο Συνέδριό σας.

Είναι δε ιδιαίτερη τιμή και ευθύνη να συμμετέχω σε αυτό το στάδιο, εκπροσωπώντας τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος λόγω των πυκνών πολιτικών εξελίξεων, αν και θα το ήθελε πολύ, δεν μπορεί να απευθύνει την προγραμματισμένη ομιλία του.

Κυρίες και Κύριοι,

Το Συνέδριο πραγματοποιείται σε ένα ρευστό, αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον.

Εξωτερικό, που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αμηχανία απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις.

Από συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Από ανιχνεύσεις νέων αρχιτεκτονικών στα υποσυστήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από τάσεις περιχαράκωσης και προστατευτισμού, αρκετών εκ των εταίρων.

Από μεταβολές στην κατεύθυνση άσκησης της νομισματικής πολιτικής.

Και εσωτερικό, που χαρακτηρίζεται από μία οικονομία λιμνάζουσα, που συνεχίζει την «επί ξηρού ακμής» πορεία της.

Και μια κοινωνία κουρασμένη, απαισιόδοξη και ανασφαλή.

Σε αυτό το περιβάλλον και με αυτά τα δεδομένα, η οικονομία της χώρας οδεύει, ασθμαίνουσα, προς την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος στο τέλος Αυγούστου.

Εστιάζοντας σε πτυχές της, παρατηρούμε τα εξής:

1ον. Η κατάσταση, όπως αποτυπώνεται σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ βελτιώθηκε την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας σφαλμάτων του 1ου εξαμήνου του 2015, αγκομαχά να επανέλθει στο επίπεδο του 2014. Έκτοτε:

  • Η ανταγωνιστικότητα έχει υποχωρήσει.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν μειωθεί.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει χειροτερεύσει.

Η χώρα δεν έχει ακόμη επανέλθει στην κανονικότητα.

2ον. Οι δημοσιονομικοί στόχοι, τα τελευταία χρόνια, επιτυγχάνονται, και μάλιστα υπερκαλύπτονται.

Αντικείμενο όμως διερεύνησης πρέπει να είναι ο εντοπισμός και η αξιολόγηση των τρόπων επίτευξής τους, καθώς και τα παραγόμενα αποτελέσματά τους.

Η ανάλυση δείχνει ότι αυτό οφείλεται στην υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και στη στέρηση πόρων από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς.

Τα δε αποτελέσματα είναι η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους και η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων.

3ον. Η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Κυβέρνηση, με ευθύνη της:

  • επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Μάλιστα το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Η ελληνική οικονομία, δυστυχώς, παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται αναπτυξιακό σχέδιο.

Το σχέδιο που κατέθεσε η Κυβέρνηση είναι πρόχειρο και πτωχό, αφού αποτελεί μια γενικόλογη «έκθεση ιδεών», χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες πολιτικές.

4ον. Στο δημοσιονομικό πεδίο, οι αντιφάσεις διαδέχονται η μία την άλλη.

Τώρα η Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Και μάλιστα με χαμηλές πτήσεις στην οικονομία, με ρυθμό μεγέθυνσης 1,8%!

Θυμίζω ότι ο κ. Τσίπρας, πριν από 2 χρόνια, τέτοιες ημέρες, στο Συνέδριό σας, υποστήριζε ότι «είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και μάλιστα για αρκετά χρόνια, εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας».

Τα συμπεράσματα δικά σας…

5ον. Η επόμενη ημέρα, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, δεν θα βρει τη χώρα στην ίδια κατάσταση με τα άλλα κράτη-μέλη που εξήλθαν από τα μνημόνια.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

6ον. Η χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού, μετά τη λήξη του προγράμματος, δεν είναι εξασφαλισμένη.

Δεν έχουν δημιουργηθεί οι αναγκαίες συνθήκες.

Εάν υπήρχε αξιοπιστία και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα μπορούσε βάσιμα να προσδοκάται ότι τα επιτόκια δανεισμού από τις αγορές θα ήταν ήδη σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα.

Συνεπώς, προς αποφυγή ενδεχομένου επικίνδυνης παλινδρόμησης, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας».

Επιλογή της Κυβέρνησης είναι το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία.

Χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιτυγχάνει πάνω από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

Η δική μας πρόταση προς αυτή την κατεύθυνση, είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, που εκτιμώνται σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος.

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα συνεπώς είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Να επιτύχει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλισθεί η χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα.

Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Να συμμετέχουμε ενεργά και ισότιμα στη συζήτηση που έχει ξεκινήσει για τη βελτίωση και την ενίσχυση της αρχιτεκτονικής της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Προς τούτο, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μία επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ την επόμενη πενταετία, ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό που υπάρχει.

Όμως, για να φτάσουν οι ετήσιες επενδύσεις στο 21%-22% του ΑΕΠ, η οικονομία, σύμφωνα με διεθνείς μελέτες και εκθέσεις, θα πρέπει να μεγεθύνεται με ετήσιους ρυθμούς της τάξεως του 4%.

Αυτός ο στόχος είναι εφικτός!

Η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της χώρας μας.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Βασικοί άξονες αυτού είναι:

1ος. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Ξεκινώντας από τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, τις υπερ-αποσβέσεις για επενδύσεις κεφαλαίου, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, την έκπτωση φόρου για εργασίες ενεργειακής και λειτουργικής αναβάθμισης ακινήτων, την ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων για την απόκτηση ακίνητης περιουσίας από πολίτες άλλων κρατών (πρόγραμμα golden visa).

2ος. Η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας.
  • Με τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες, ξεκάθαρους κανόνες λειτουργίας και διαδικασίες αξιολόγησης, παντού.
  • Με την επιλογή να θέσουμε ως χώρα, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας και καινοτομίας.

3ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Αυτή η προτεραιότητα, αποτελεί ευθύνη τόσο της πολιτείας, όσο και των ίδιων των επιχειρήσεων.

Πολιτεία που πρέπει να δημιουργήσει ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις, με τη Διοίκηση, το Κράτος και τη Δικαιοσύνη συμμάχους της επιχειρηματικότητας.

Πολιτεία που πρέπει να περιορίσει τη ρυθμιστική γραφειοκρατία, μεταθέτοντας μέρος της ευθύνης για τη συμμόρφωση στις επιταγές του νόμου στους επιχειρηματίες, θέτοντας όμως πολύ αυστηρές κυρώσεις σε περιπτώσεις παραβάσεων.

Πολιτεία που πρέπει να εποπτεύει την αγορά με ισχυρούς και αποτελεσματικούς θεσμούς, θεσπίζοντας κανόνες, υιοθετώντας εποπτικές πρακτικές, θωρακίζοντας τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Και από την άλλη πλευρά, επιχειρήσεις που πρέπει να λειτουργούν με υπευθυνότητα, στοχεύοντας στην αποτελεσματική διαχείριση και ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, των stakeholders.

Επιχειρήσεις που πρέπει να αποκτήσουν κουλτούρα εταιρικής διακυβέρνησης.

Επιχειρήσεις που οφείλουν να υλοποιούν λειτουργικούς εσωτερικούς ελέγχους, να προστατεύουν και να αναδεικνύουν το περιβάλλον, να επιδεικνύουν αυξημένη εταιρική κοινωνική ευθύνη.

4ος. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

  • Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των χρηματοδοτικών εργαλείων.
  • Με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας.
  • Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές.
  • Με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω, κυρίως, του τραπεζικού συστήματος.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

5ος. Η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Υπενθυμίζω ότι με τη διπλή αναδιάρθρωσή του το 2012, μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του χρέους.

Απόδειξη αυτού είναι οι τόκοι που σήμερα ως χώρα καταβάλλουμε να είναι περίπου οι μισοί αυτών που πληρώναμε μέχρι το 2011.

Με αποτέλεσμα, στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ να υποστηρίζει ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Όμως, στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Συνεπώς σήμερα, οι παρεμβάσεις στο χρέος, μετά την επιβάρυνσή του την τελευταία τριετία, είναι αναγκαίες, στηριζόμενες σε αποφάσεις του παρελθόντος οι οποίες με ευθύνη των εταίρων ακόμη δεν έχουν υλοποιηθεί.

Ζητούμε δε αυτές οι παρεμβάσεις να είναι καθαρές, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες.

Κυρίες και Κύριοι,

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει αποδειχθεί διαχρονικά ότι η Νέα Δημοκρατία δημιουργεί πληρέστερα τις συνθήκες και επιτυγχάνει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας.

Η επίτευξη αυτή με τη σειρά της, θα βελτιώσει πιο αποτελεσματικά τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, αφού, σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες και τη βιβλιογραφία, η αναλογία επίδρασης του ρυθμού ανάπτυξης και των πρωτογενών πλεονασμάτων στο χρέος είναι 1,8:1.

Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, οι οποίοι πλέον θα επιτυγχάνονται μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Κυρίες και Κύριοι,

Όλα αυτά προϋποθέτουν μια μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, η οποία θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στην ιστορία, στις δυνατότητες και στην προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

Ομιλία στην Ολομέλεια για το Πολυνομοσχέδιο

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο «κοπής» ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Αφορά την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου.

Του Μνημονίου των κ. Τσίπρα και Καμμένου.

Ενός αχρείαστου Μνημονίου.

Του πιο επώδυνου Μνημονίου, από την πιο μνημονιακή Κυβέρνηση της τελευταίας οκταετίας.

Κυβέρνηση η οποία, χωρίς καμία ηθική αναστολή, χωρίς αξιακές σταθερές, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, περιφρονώντας ευαισθησίες της κοινωνίας, υπογράφει τα πάντα για την εξουσία, προχωρώντας σε βαριές οικονομικές και εθνικές υποχωρήσεις και κακές συμφωνίες.

Ας περιοριστούμε όμως σήμερα στο πεδίο της οικονομίας.

1ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η χώρα οδηγείται στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια.

Το μόνο όμως που ολοκληρώνεται είναι η χρηματοδότηση της χώρας από τα προγράμματα.

Αντιθέτως, οι μνημονιακές πολιτικές θα συνεχιστούν τα πολλά επόμενα χρόνια.

Όπως άλλωστε καταγράφει και το επικαιροποιημένο μνημόνιο, το οποίο αποφεύγει η Κυβέρνηση να καταθέσει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Κυβέρνηση η οποία, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι,
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, συνοδευόμενο από αυστηρούς όρους.

2ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται.

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει.

Σε σχέση με το 2014:

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί.
  • Το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει.
  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών, η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος», αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

3ον. Το Πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει νέα μέτρα που δεν έχει βιώσει ακόμη η κοινωνία και τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στο 3ο Μνημόνιο. Συνεπώς δεν έχει και την πολιτική νομιμοποίηση να τα εφαρμόσει!

  • Θα μειωθούν οι κύριες συντάξεις από το 2019.
  • Θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019.
  • Θα αυξηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019.
  • Θα αυξηθεί ο ΕΝΦΙΑ, που θα καταργούσατε σε 1εκατ. νοικοκυριά.
  • Θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020.

Αυτά τα νέα μέτρα οδηγούν σε απώλεια μίας έως τριών συντάξεων και ενός μισθού, ανεβάζοντας τον συνολικό λογαριασμό της σημερινής Κυβέρνησης στα 14,5 δισ. ευρώ.

Ειδικά για τους συνταξιούχους το 2019, ακόμη και στην πιο αισιόδοξη κυβερνητική εκδοχή, οι περικοπές στις συντάξεις υπερκαλύπτουν τα όποια αντίμετρα για κοινωνική προστασία, αν αυτά υλοποιηθούν, και τον όποιο δημοσιονομικό χώρο, αν υπάρξει.

Συνεπώς, το διαθέσιμο εισόδημα των συνταξιούχων θα μειωθεί ακόμη περισσότερο το 2019.

Ευτυχώς όμως τότε, το αργότερο, τελειώνουν τα βάσανα των πολιτών με τη σημερινή ανερμάτιστη Κυβέρνηση!

Πάντως, λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

4ον. Η Κυβέρνηση αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα η οικονομία να σέρνεται και η κοινωνία να φτωχοποιείται.

  • Επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016,
  • απέτυχε, και μάλιστα κατά 55%, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017,
  • αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και
  • προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Κατά τα άλλα υποστηρίζετε ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική!

Τελικά οι αυταπάτες δεν γιατρεύονται…

Και επειδή λέτε ότι δήθεν κινδυνολογούμε, να μια ακόμη απόδειξη της αποτυχίας σας:

Σε σχέση με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο που εσείς πέρυσι ψηφίσατε, ήδη σήμερα εκτιμάτε σωρευτική απώλεια πλούτου ύψους 26 δισ. ευρώ μέχρι το 2021!

Και μετά καυχιέστε για τις δήθεν επιτυχίες σας; Αιδώς Αργείοι…

5ον. Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, θριαμβολογώντας μάλιστα, ότι θα επιτύχει πολύ υψηλότερα από τους στόχους πρωτογενή πλεονάσματα, της τάξεως του 5,2% του ΑΕΠ το 2022!

Αλήθεια όμως, τι υποστήριζε ο κ. Τσίπρας πριν από 2 χρόνια (23 Ιουνίου 2016), μετά τη λαϊκή νομιμοποίηση του 2015;

«Είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% μετά το 2018 να διατηρηθούν και, μάλιστα, για αρκετά χρόνια. Εκτός αν θέλουμε να πνίξουμε την ελληνική οικονομία και να έχουμε διαρκώς συνθήκες μακροχρόνιας στασιμότητας.»

Συνεπώς μην υποστηρίζετε ότι η Αξιωματική Αντιπολίτευση κινδυνολογεί.

Μόνοι σας καρφώνεστε!

Είμαι όμως απολύτως βέβαιος ότι κατά την μεθαυριανή του ομιλία, στο ίδιο συνέδριο του Economist, ο κ. Τσίπρας θα κάνει άλλη μία κυβίστηση.

Ή να το πούμε πιο λαϊκά, μία ακόμη κωλοτούμπα!!!

Άλλωστε, το «χούι» δεν κόβεται…

6ον. Η δημόσια περιουσία μπαίνει υποθήκη και ενεχυριάζεται μέχρι του ύψους των 25 δισ. ευρώ.

Η Κυβέρνηση τροποποιεί τη χρηματοδοτική σύμβαση, προκειμένου το Υπερταμείο Αποκρατικοποιήσεων να εγγυάται «αμετάκλητα» και «άνευ όρων» στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της χώρας.

Η αφετηρία αυτής της επαχθούς εξέλιξης είναι η ηρωική διαπραγμάτευση του 2015, όταν η Κυβέρνηση ανέλαβε, ως «ρήτρα αναξιοπιστίας» της, την υποχρέωση ίδρυσης Υπερταμείου.

Πράγματι, με αίσθημα ευθύνης, η Νέα Δημοκρατία ψήφισε τότε την παραμονή της χώρας στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης.

Το μνημόνιο όμως φέρει τις δικές σας υπογραφές!!!

Ένα χρόνο μετά, το 2016, ιδρύθηκε το Υπερταμείο και δεσμεύθηκε η δημόσια περιουσία της χώρας.

Η Νέα Δημοκρατία καταψήφισε την ίδρυσή του.

Κι αυτό διότι περιελάμβανε δυσμενέστερους όρους σε σχέση με το 2015, με πρωτοφανή εκχώρηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας της χώρας, χωρίς ουσιαστικό εθνικό και δημοκρατικό έλεγχο και λογοδοσία.

Με διάρκεια ζωής τα 99 έτη, όταν η μέση υπολειπόμενη διάρκεια του δανείου είναι τα 33 έτη.

Χωρίς «οροφή» στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται, έναντι πρόβλεψης για 50 δισ. ευρώ στο 3ο Μνημόνιο.

Με αποτέλεσμα, Συνάδελφος της Κυβερνητικής πλειοψηφίας να υποστηρίζει στην Επιτροπή ότι «αυτό συνιστά την επισφράγιση ότι η χώρα μας είναι αποικία χρέους.»

Και λέτε μετά ότι εμείς κινδυνολογούμε;

Τελικά, με εσάς στην Κυβέρνηση «πάτος στις υποχωρήσεις και τον κατήφορο» δεν υπάρχει!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Νέα Δημοκρατία καταψηφίζει επί της αρχής το Πολυνομοσχέδιο.

Και αυτό γιατί λείπει από την Κυβέρνηση η βούληση, η αξιοπιστία και το σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Ένα σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Ένα σχέδιο ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξημένης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου.

Με βασικούς άξονες:

1ον. Την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και την άμεση και σταδιακή μείωση της υψηλής φορολόγησης των πολιτών.

Αντιθέτως, η σημερινή Κυβέρνηση, όπως περιγράφει και το δήθεν αναπτυξιακό της σχέδιο, πιστεύει ότι «ο συνολικός φορολογικός συντελεστής στην Ελλάδα δεν είναι υπερβολικά υψηλός σε ευρωπαϊκή κλίμακα».

2ον. Την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

  • Με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους.
  • Την επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

3ον. Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που σήμερα κατρακύλησε στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου που σήμερα παραμένουν σταθερά υψηλές και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Και έχει – διαχρονικά – αποδειχθεί ότι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να δημιουργήσει πληρέστερα τις συνθήκες υψηλότερης ανάπτυξης της οικονομίας.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, η οποία μαζί με τις αναγκαίες, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες παρεμβάσεις για τη ρύθμισή του, θα δώσουν τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.

Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό.

Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά ιστορικά, γεωπολιτικά, περιβαλλοντικά και γεωγραφικά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Διαθέτει υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της.

Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας.

Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

Δευτερολογία στις Επιτροπές της Βουλής για τα Άρθρα του Πολυνομοσχεδίου

Δευτερολογία στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής

κατά τη συζήτηση επί των Άρθρων του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών

για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Άκουσα χθες τον κ. Τσακαλώτο να υποστηρίζει ότι «δεν πουλάει φούμαρα».

Δηλαδή, δεν «πουλάει» αερολογίες, κενολογίες, υποσχέσεις άνευ ουσίας και μη υλοποιήσιμες.

Και το υποστηρίζει αυτό:

  • Ο Υπουργός ο οποίος δεσμεύθηκε ότι θα παραιτηθεί αν προχωρούσε σε οποιαδήποτε περικοπή αφορολόγητου, και σήμερα το «κόβει» για 2η φορά, μάλιστα κατά 35%, πλήττοντας τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, και παραμένει στη θέση του.
  • Ο Υπουργός ο οποίος δήλωνε ότι η Κυβέρνηση δεν πρόκειται να νομοθετήσει εκ των προτέρων μέτρα για μετά το 2018, και τελικά προ-νομοθέτησε μέτρα ύψους 5,1 δισ. ευρώ για το 2019 και το 2020.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε ότι η πολιτική του έχει κοινωνικό πρόσημο, και σήμερα προβλέπει πρόσθετες περικοπές τριών κυρίων συντάξεων και μίας επικουρικής σύνταξης, από 1.1.2019.
  • Ο Υπουργός ο οποίος επαιρόταν ότι η οικονομία θα αναπτυσσόταν με ρυθμό 2,7% το 2017, και τελικά έπεσε έξω σε ποσοστό 55%.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε, μέχρι πρόσφατα, ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αποτελεί προτεραιότητα για τη χώρα, και σήμερα η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υποστήριζε ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα δεν βγαίνουν από οικονομικής και κοινωνικής άποψης, και σήμερα τα υπερασπίζεται και τα θέτει και ως στόχους.
  • Ο Υπουργός ο οποίος υπόσχεται «καθαρή έξοδο» από τα Μνημόνια, αλλά συμφωνεί σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Τελικά ο κ. Τσακαλώτος «πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες».

Θα περίμενα ο κ. Υπουργός να είναι προσγειωμένος στην πραγματικότητα, σε επαφή με την αλήθεια και πιο προσεκτικός στις διατυπώσεις του, ειδικά όταν οι διαχρονικές θέσεις του κυριαρχούνται από καραμπινάτες αντιφάσεις και κυβιστήσεις.

Θα μου πείτε βέβαια ότι έχω υψηλές προσδοκίες από έναν Υπουργό και μία Κυβέρνηση για τον οποίους, όπως έχω υποστηρίξει και άλλη φορά σε αυτή την αίθουσα, τα ιδεολογικά και πολιτικά GPS, όλων των τύπων, δεν τους πιάνουν πουθενά.

Όλα για την εξουσία, όλα για την καρέκλα.

Επί των άρθρων τώρα, στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι:

  • θα περικοπούν οι κύριες συντάξεις από το 2019,
  • θα περικοπεί η προσωπική διαφορά στις επικουρικές συντάξεις από το 2019,
  • θα αυξηθούν, ακόμη περισσότερο, οι ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών από το 2019,
  • θα περικοπεί κατά 35% το αφορολόγητο όριο από το 2020,
  • θα διατηρηθούν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τουλάχιστον για μία πενταετία.

Η Κυβέρνηση, με τον οικονομικό προγραμματισμό της, κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.

Και αδυνατεί να επιτύχει την αναγκαία για τη χώρα, υψηλή και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Σε άλλες διατάξεις, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι:

  • δεν μπορεί να δημιουργήσει ευέλικτα και λειτουργικά διοικητικά σχήματα για να προχωρήσουν εμβληματικές επενδύσεις, όπως είναι η επένδυση στο Ελληνικό,
  • δεν διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης του υψηλού και διευρυμένου ιδιωτικού χρέους,
  • επανανομοθετεί, και μάλιστα με δυσμενέστερους όρους, παλαιότερους νόμους, εξαπατώντας – για ακόμη μια φορά – το σύνολο των εργαζομένων,
  • αδυνατεί να λάβει διαρθρωτικά μέτρα που θα εξορθολογήσουν τη φαρμακευτική δαπάνη,
  • βάζει υποθήκη και ενεχυριάζει τη δημόσια περιουσία της χώρας,
  • μετατρέπει τη διαχείριση ταμειακής ρευστότητας σε αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

Υπενθυμίζω ότι η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, από τις αρχές του 2014, έβαλε τις βάσεις για τη διεύρυνση των δυνατοτήτων του Δημοσίου να αντλεί και να διαχειρίζεται ταμειακά διαθέσιμα, που μέχρι τότε ήταν διάσπαρτα σε εμπορικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Όμως με το σημερινό Πολυνομοσχέδιο, όπως υποστήριξαν όλοι οι φορείς κατά την ακρόασή τους, περνάμε στο άλλο άκρο.

Επιχειρείται μία σαρωτική  παρέμβαση σε αυτό το πεδίο.

Σχεδόν σε όλο το εύρος των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

Με υποχρεωτικότητα.

Με κυρώσεις και ποινές μη συμμόρφωσης.

Επιβεβαιώνεται όμως ότι πρόθεση της Κυβέρνησης δεν είναι ο εξορθολογισμός και η μεταρρύθμιση του πλαισίου ταμειακής διαχείρισης. Άλλωστε σε αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ, ως Αντιπολίτευση, ήταν αντίθετος.

Αντίθετα, πρόθεσή της Κυβέρνησης είναι η υποστήριξη της αυταπάτης της.

Το 2015, ήταν η αυταπάτη «της ηρωικής διαπραγμάτευσης» και η απελπισία να βρει πόρους για να καλύψει τις ταμειακές ανάγκες της χώρας.

Σήμερα είναι η αυταπάτη της «καθαρής εξόδου» και η δημιουργία ταμειακού αποθέματος.

Αγνοώντας τους κινδύνους για τους φορείς, για το τραπεζικό σύστημα, για την οικονομία συνολικά.

Τέλος, 2 ακόμη επισημάνσεις:

1η Επισήμανση: Άκουσα συναδέλφους να υποστηρίζουν ότι για πρώτη φορά επίκειται κάτι ουσιαστικό για τη ρύθμιση του χρέους.

Λησμονώντας τη διπλή αναδιάρθρωσή του το 2012, με την οποία μειώθηκε το ύψος και βελτιώθηκε το «προφίλ» του χρέους.

Απόδειξη αυτού, όπως καταγράφεται και στο Πολυνομοσχέδιο, είναι οι τόκοι που σήμερα ως χώρα καταβάλλουμε να είναι περίπου οι μισοί αυτών που πληρώναμε πριν κάποια χρόνια.

Με αποτέλεσμα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ να υποστηρίζει ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014.

Όμως, στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».

Συνεπώς, οι παρεμβάσεις στο χρέος είναι σήμερα αναγκαίες μετά την επιβάρυνσή του την τελευταία τριετία, στηριζόμενες στις αποφάσεις του 2012, οι οποίες δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί με ευθύνη εταίρων και δανειστών.

Ζητούμε αυτές οι παρεμβάσεις να είναι καθαρές, ποσοτικοποιημένες και αυτόματες.

2η Επισήμανση: Άκουσα συναδέλφους να υποστηρίζουν ότι η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την συνέχιση των μνημονίων, μέσω προληπτικής γραμμής στήριξης.

Η αλήθεια είναι ότι η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Όμως, η καθαρή έξοδος δεν είναι εφικτή.

Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν «καθαρά» από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση:

  • έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα,
  • έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς, ενώ
  • έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ο οποίος συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Αλλά δυστυχώς και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο.

Εάν υπήρχε Κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Για αυτούς τους λόγους επιβεβαιώνεται ότι οι μνημονιακές πολιτικές συνεχίζουν και «αυγατίζουν» μετά το καλοκαίρι, χωρίς όμως κάποια πρόβλεψη χρηματοδότησης.

Και από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» καταλήξαμε στο «ένα ακόμη Μνημόνιο, το 4ο Μνημόνιο, χωρίς χρηματοδότηση».

InstagramYoutube