Ομιλία

Αύριο, Τετάρτη, η Εκδήλωση του Χρ. Σταϊκούρα για τις Γυναίκες

Αύριο, Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019 και ώρα 20:00 θα πραγματοποιήσει Εκδήλωση για τις Γυναίκες ο Τομεάρχης Οικονομικών και Υποψήφιος Βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, κ. Χρήστος Σταϊκούρας.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα του Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου Λαμιέων, Λεωνίδου 9-11.

Σας περιμένουμε!

 

Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

Ομιλία στο 7th Greek Export Forum | 9.5.2019

 

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω την Ένωση Διπλωματικών Υπαλλήλων Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, την «Ethos Events», το οικονομικό και επιχειρηματικό portal «banks.com.gr» και το περιοδικό «ΧΡΗΜΑ», για την τιμητική πρόσκληση να παραστώ στη σημερινή εκδήλωση και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας καθώς και για το στρατηγικό ρόλο που πρέπει να έχουν οι εξαγωγές στην αναπτυξιακή διαδικασία της χώρας.

Εξαγωγές που συμβάλλουν σημαντικά στην παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας, στην ενίσχυση της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας, στην αύξηση του πλούτου, στην τόνωση της απασχόλησης και στη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Οι συνθήκες που επικρατούν στο σημερινό αβέβαιο και γεμάτο κινδύνους διεθνές περιβάλλον, σε συνδυασμό με την αντιαναπτυξιακή πολιτική που ακολουθεί επί τετραετίας η σημερινή Κυβέρνηση, δεν ευνοούν την εξαγωγική δραστηριότητα της χώρας.

Διεθνές περιβάλλον που κυριαρχείται από τις ασθενέστερες από τις αναμενόμενες προοπτικές ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, τις συνεχείς αλλαγές γεωπολιτικών συσχετισμών, την απειλή του εμπορικού προστατευτισμού, την ευπάθεια πολλών αναδυόμενων οικονομιών στο ενδεχόμενο αποστροφής των διεθνών επενδυτών προς τον κίνδυνο, την αυξημένη μεταβλητότητα στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, την αβεβαιότητα για τον τρόπο αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ενώ στο εσωτερικό η Κυβέρνηση, αποδεδειγμένα επί τετραετίας, αδυνατεί να επιτύχει υψηλή και διατηρήσιμη οικονομική μεγέθυνση, να βελτιώσει τη σύνθεση του πλούτου, να ενισχύσει την προσφορά στην οικονομία, να ενεργοποιήσει εγχώριες επενδύσεις, να προσελκύσει ξένες άμεσες επενδύσεις και να υλοποιήσει αποκρατικοποιήσεις.

Και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει με το προεκλογικό «πακέτο» μέτρων που «άρον – άρον» εξήγγειλε η Κυβέρνηση, το οποίο ακουμπά κατά κύριο λόγο την πλευρά της ζήτησης και δεν αποτελεί μέρος ενός συνολικού σχεδίου για τη βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο στο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων όσο και το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που υπέβαλε η Κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο ρυθμός ανάπτυξης αναθεωρείται προς τα κάτω το 2019, και αναμένεται ασθενικός μέχρι το 2022.

Ενώ, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου όχι μόνο δεν αυξήθηκε το 2018, αλλά μειώθηκε κατά 12%, με την αύξηση που είχε προβλεφθεί για το 2019 να ψαλιδίζεται κατά 1/3.

Και πώς να μην συμβαίνει αυτό, όταν:

  • 29 νέοι φόροι έχουν επιβληθεί,
  • οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί,
  • μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιούνται,
  • ανακύπτουν διαρκώς εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων,
  • κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται,
  • η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή,
  • το ΠΔΕ υποεκτελείται;

Συνεπώς, υφίσταται αρνητικός ρυθμός καθαρών επενδύσεων, δηλαδή το λειτουργικό κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας μειώνεται.

Επιπλέον, η συνεισφορά του εξωτερικού ισοζυγίου στην ανάπτυξη διατηρείται αρνητική, αφού η αύξηση στο σκέλος των εξαγωγών αντισταθμίζεται από την αύξηση που συνεχίζεται στις εισαγωγές, οι οποίες παραμένουν υψηλότερες σε όγκο.

Και ενώ κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί βραχυπρόθεσμα, αφού ένα τμήμα των εισαγωγών είναι απαραίτητο για τη στήριξη της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων, μεσομακροπρόθεσμα η αρνητική συνεισφορά του εξωτερικού ισοζυγίου είναι ανησυχητική.

 

Κυρίες και κύριοι,

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω είναι η στιγμή να σχεδιάσουμε, με σοβαρότητα και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα.

Επόμενη ημέρα που πρέπει να δίνει μεγάλη έμφαση, εκτός των άλλων, στην εξαγωγική δραστηριότητα της χώρας, η οποία, παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί, συνεχίζει να αντιμετωπίζει εμπόδια.

Εμπόδια, που βάζει η σημερινή Κυβέρνηση, και τα οποία διατηρούν την ελληνική οικονομία εγκλωβισμένη στην εσωστρέφεια.

Εμπόδια όπως είναι η έντονη γραφειοκρατία και η πολυνομία, το υψηλό κόστος δανεισμού, η αδυναμία άσκησης πολιτικών επιθετικής προώθησης σε ξένες αγορές, η καθυστέρηση στην επιστροφή ΦΠΑ, η έλλειψη υποδομών (κυρίως μεταφοράς προϊόντων), το υψηλό κόστος παραγωγής σε σχέση με τον ανταγωνισμό και η υπερφορολόγηση.

Υπερφορολόγηση που διέλυσε τη μεσαία τάξη, φτωχοποίησε την κοινωνία και «εκτόξευσε» τις οφειλές των πολιτών σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία.

Και έρχεται σήμερα η Κυβέρνηση, με μεγάλη καθυστέρηση, να φέρει μία ρύθμιση που δεν αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους, θέτει εισοδηματικά κριτήρια ακόμη και για μικρές σχετικά οφειλές, προβλέπει πολύ λίγες δόσεις για τις επιχειρήσεις και δεν επιβραβεύει τη συνέπεια.

Το αποτέλεσμα είναι η Ελλάδα να παραμένει μια σπάνια περίπτωση «μικρής ημίκλειστης» οικονομίας, με το μερίδιο του εξαγωγικού τομέα στο ΑΕΠ της να είναι ιδιαίτερα χαμηλό, αρκετά μικρότερο σε σχέση με άλλες «μικρές» οικονομίες, όπως είναι αυτή της Πορτογαλίας.

Απαιτείται, συνεπώς, η διαμόρφωση και υλοποίηση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου.

Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας.

Σχέδιο που θα ενισχύει την προσφορά στην οικονομία, με τόνωση των επενδύσεων και ενίσχυση της εξωστρέφειας.

Σχέδιο που θα ενισχύει την παραγωγικότητα και την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα.

Σχέδιο που θα αναστρέφει τη «διαρροή» επιστημόνων και επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχή μείωση του πληθυσμού της χώρας.

Σχέδιο που θα βοηθάει τη χώρα να ανταποκριθεί στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας, εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.

 

Σχέδιο με βασικούς άξονες:

1ον. Την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογίας, μέσω της γενναίας μείωσης φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων με:

  • Μεγαλύτερη και εμπροσθοβαρή μείωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων.
  • Μείωση ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους.
  • Άμεση επιστροφή του ΦΠΑ στους εξαγωγείς.
  • Δημιουργία «Λευκού Μητρώου Ασφαλιστικού Συστήματος».

Κάποιες μάλιστα από τις προτάσεις του σχεδίου μας, όπως είναι η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, οι υπερ-αποσβέσεις για τις επενδύσεις κεφαλαίου, η μείωση του μεσαίου συντελεστή ΦΠΑ και η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τα συνεταιριστικά σχήματα, περιλαμβάνονται και στις πρόσφατες κυβερνητικές προεκλογικές εξαγγελίες.

 

2ον: Την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων με φιλοεπενδυτικό και φιλοεξαγωγικό πρόσημο με:

  • Απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος.
  • Βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου για τις χρήσεις γης.
  • Δημιουργία ενιαίου φορέα για την προώθηση της εξωστρέφειας στον οποίο θα υπαχθούν και οι οικονομικοί/εμπορικοί ακόλουθοι. Ο φορέας αυτός θα προκύψει από ενοποίηση των επιμέρους δημοσίων δομών, θα έχει διοικητική αυτονομία και θα συνεργάζεται με τον ιδιωτικό τομέα για τη διάγνωση των αναγκών και τη χάραξη των κατάλληλων στρατηγικών.
  • Αναβάθμιση της οικονομικής/εμπορικής διπλωματίας με σκοπό να συμβάλλει στην προώθηση οικονομικών και εμπορικών σχέσεων.
  • Διεύρυνση του ωραρίου στα τελωνεία.
  • Βελτίωση των δικτύων και των υπηρεσιών εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics).
  • Αναβάθμιση των υποδομών που σχετίζονται με την εξαγωγική δραστηριότητα, με στόχο την ανταγωνιστική διακίνηση πρώτων υλών και προϊόντων.
  • Αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας.
  • Ανάπτυξη ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, καινοτομίας και τεχνολογίας σε στενότερη σχέση με τις επιχειρήσεις, με στόχο τον μετασχηματισμό των αποτελεσμάτων τους σε διεθνώς ανταγωνιστικά, ελκυστικά και εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες.
  • Εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου ασφαλιστικού συστήματος τριών πυλώνων.
  • Δημιουργία ενός καλύτερου και όχι ενός μεγαλύτερου κράτους, με απλούστερες δομές, σαφείς αρμοδιότητες και διαδικασίες αξιολόγησης, και επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης.

 

3ον. Την τόνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία με:

  • Αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.
  • Εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.
  • Εκκαθάριση των οφειλών του Δημοσίου.
  • Πλήρη άρση των κεφαλαιακών περιορισμών.
  • Αξιοποίηση εξωτραπεζικών εργαλείων και εναλλακτικών εργαλείων χρηματοδότησης από τις κεφαλαιαγορές.
  • Σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Συμπερασματικά, αυτό το σχέδιο θα ενδυναμώσει την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, θα τονώσει τις εξαγωγές και θα συμβάλει στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

Επιπλέον, θα ενισχύσει τη συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αλυσίδες αξίας και θα βοηθήσει στην αναβάθμιση της παραγωγικής δομής της χώρας, που έως τώρα κυριαρχείται από κλάδους μέτριας και χαμηλής τεχνολογίας, και στην αύξηση του τεχνολογικού περιεχομένου και της προστιθέμενης αξίας των εξαγωγών.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας.

Δελτίο τύπου με αποσπάσματα από την ομιλία σε εκδήλωση της ΓΣΕΒΒΕ

«Θέλω να ευχαριστήσω την ΓΣΕΒΕΕ για την τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυνε να παραστώ και να καταθέσω, κωδικοποιημένα, ορισμένες σκέψεις, με αφορμή την 1ηΕτήσια Έκθεση του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της.

Μία ποιοτική Έκθεση, με προστιθέμενη αξία για όλους μας, που αναδεικνύει τη θέση, το ρόλο, τις προκλήσεις και τις προοπτικές της μικρομεσαίας επιχείρησης στην Ελλάδα.

Μικρομεσαία επιχείρηση η οποία, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις που της ασκήθηκαν την τελευταία δεκαετία μειώνοντας την ύπαρξή τους κατά 200.000, εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πυλώνα της παραγωγικής διαδικασίας, επενδύοντας, καινοτομώντας, παράγοντας, εξάγοντας.

Αποτελεί την κινητήριο δύναμη της οικονομίας, με σημαντική συνεισφορά στον πλούτο, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, στη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.

Και αυτό γιατί οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνιστούν το 99,5% του συνόλου των επιχειρήσεων, προσφέρουν το 85% των θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και αντιπροσωπεύουν το 20% του ΑΕΠ της χώρας».

«Μία χώρα, για να ανταποκριθεί στο ασταθές και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον και για να πετύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης οφείλει να δημιουργήσει ένα λειτουργικό, σταθερό και ασφαλές πλαίσιο για το επιχειρείν, ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες, στην Ελλάδα, επί μακρόν, αντιμετωπίζουν σημαντικά εξωγενή προβλήματα, όπως είναι το υψηλό κόστος συμμόρφωσης στη γραφειοκρατία, ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η δυσλειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών.

Σε αυτά προστίθενται και εγγενή προβλήματα, όπως είναι η δυσκολία διεύρυνσης της πελατειακής βάσης, η ποιοτική απόσταση σε επιδόσεις από τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, ο κατακερματισμός και το μεγάλο πλήθος μικρών επιχειρήσεων σε συνδυασμό με τη μικρή παραγωγικότητα, η περιορισμένη τεχνολογική εστίαση και η μη εκμετάλλευση της καινοτομίας.

Δυστυχώς, σε αυτά τα υπαρκτά, διαχρονικά προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση, η σημερινή Κυβέρνηση, την τελευταία τετραετία, ήρθε να προσθέσει νέα ή να οξύνει υπάρχοντα.

Κωδικοποιώ:

  • Επέβαλε 29 νέους φόρους και διόγκωσε τις ασφαλιστικές εισφορές, δημιουργώντας πρόβλημα βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας για τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Όπως επισημαίνει και η Έκθεση, το φορολογικό και ασφαλιστικό κόστος της εργασίας αυξάνεται συνεχώς μετά το 2015, και ανέρχεται σήμερα το 41%, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι στο 36%.

  • Η εσωτερική στάση πληρωμών συνεχίζεται, οι οφειλές του Δημοσίου δεν εκκαθαρίζονται, νέες υποχρεώσεις δημιουργούνται, και οι επιστροφές φόρων προς τους ιδιώτες καθυστερούν, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.
  • Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, το οποίο σύμφωνα και με την Έκθεσηαποτελεί καταλυτικό παράγοντα για την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων, συστηματικά υπο-εκτελείται.
  • Η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείωνείναι αργή, ο συντονισμός τους ανύπαρκτος και η απορροφητικότητα από τους τελικούς δικαιούχους, δηλαδή τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, χαμηλή.
  • Εμβληματικές επενδύσεις, όπωςείναι το Ελληνικό και η COSCO, αν και δρομολογήθηκαν, τελματώνουν, εξαιτίας κυβερνητικών ιδεοληψιών. Ενώ σημαντικές αποκρατικοποιήσεις, όπως είναι οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ και τα Ελληνικά Πετρέλαια, καθηλώνονται, εξαιτίας δογματικών αγκυλώσεων.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης, συστηματικά,υποβαθμίζεται.

Κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται.

Η συνεχιζόμενη πιστωτική συρρίκνωση και το υψηλό κόστος δανεισμού επιβαρύνουν τη λειτουργία, αλλά και την ίδια τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ποιο όμως είναι το αποτέλεσμα αυτών των κυβερνητικών πράξεων και παραλείψεων;

Η μεγέθυνση της οικονομίας να παραμένει αναιμική, το ιδιωτικό χρέος να διογκώνεται, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να ασφυκτιούν και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας να υποχωρεί.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση αδυνατεί να δρομολογήσει την αναγκαία παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Η όποια ισχνή μεγέθυνση στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση, η οποία μάλιστα ενισχύεται μέσω επιδομάτων και αποταμιεύσεων, και όχι μέσω της μείωσης της φορολογίας.

Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου υποχωρεί, και διαμορφώνεται στο επίπεδο του 1996 το 2018. Ενώ η καθαρή συνεισφορά του εξωτερικού ισοζυγίου γίνεται και πάλι αρνητική, αφού η αύξηση των εισαγωγών είναι υψηλότερη αυτής των εξαγωγών.

Συνεπώς, όπως καταγράφει και η Έκθεση, υφίσταται αρνητικός ρυθμός καθαρών επενδύσεων, δηλαδή το λειτουργικό κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας μειώνεται».

«Αυτές οι επισημάνσεις καταδεικνύουν αυτό που ολόκληρη η κοινωνία αντιλαμβάνεται:

Με τον σημερινό καπετάνιο και με αυτό το πλήρωμα, η χώρα, χωρίς πυξίδα, δεν θα βρει την Ιθάκη της.

Γι’ αυτό και πρέπει να αλλάξουμε ρότα, άμεσα.

Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στην μετριότητα.

Απαιτείται στιβαρή ηγεσία, πολιτική βούληση, αποφασιστικότητα και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου.

Σχέδιο το οποίο:

  • Θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση και την ποιότητα του πλούτου της χώρας, με επενδυτική πανστρατιά, δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.
  • Θα αποφέρει περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα, για όλους τους πολίτες.
  • Θα βελτιώνει την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τη δημιουργικότητα και την εξωστρέφεια.
  • Θα διασφαλίζει την ατομική ελευθερία και προκοπή, αλλά και τη συλλογική ευημερία.
  • Θα στοχεύει σε ένα καλύτερο και πιο παραγωγικό Κράτος, στηριζόμενο στην οικοδόμηση μιας ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας, το οποίο θα μεριμνά για την εμπέδωση κουλτούρας διαφανούς και αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
  • Θα παρέχει υψηλής ποιότητας γνώσεις σε όλες τις βαθμίδες του συστήματος της δημόσιας εκπαίδευσης, με διεύρυνση των επιλογών, μέσα από ένα σύστημα ανοικτών οριζόντων και ίσων ευκαιριών για όλους τους πολίτες.
  • Θα αναστρέψει την αυξημένη «διαρροή» επιστημόνων και επιχειρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχή μείωση του πληθυσμού της χώρας.
  • Θα βοηθήσει να ανταποκριθεί η χώρα στον «δομικό μετασχηματισμό της εργασίας», εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.
  • Θα διασφαλίζει τη συστηματική, ασφαλή και με χαμηλό κόστος δανεισμού χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές.

Σχέδιο με βασικούς άξονες:

1ος. Η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογίας, με τη γενναία μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος. Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, με φιλοεπενδυτικό πρόσημο.

3ος. Η τόνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

4ος. Η ενίσχυση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

5ος. Η ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους πιο αδύναμους πολίτες».

«Εκτιμούμε ότι αυτό το σχέδιο θα ενδυναμώσει την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας, θα τονώσει την επιχειρηματικότητα, ιδιαίτερα τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, και θα επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία, με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Η υλοποίηση όμως αυτού του σχεδίου απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά που η σημερινή Κυβέρνηση εγγενώς δεν διαθέτει και προφανώς δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αποκτήσει».

Τοποθέτηση στην παρουσίαση του βιβλίου του πρέσβη ε.τ. Αλέξανδρου Π. Μαλλιά «Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία Η Αυτοψία της Δύσκολης Συμφωνίας των Πρεσπών»

Φίλες και Φίλοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τον Πρέσβη κ. Αλέξανδρο Μαλλιά και τις Εκδόσεις «Σιδέρης» για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να συμμετάσχω στη σημερινή – εκτιμώ – εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Για εμένα, η αποδοχή της πρόσκλησης ήταν πρόκληση και ευκαιρία.

Πρόκληση να ιχνηλατήσω τους προβληματισμούς και τις θέσεις του συγγραφέα πάνω στην κακή και επικίνδυνη Συμφωνία των Πρεσπών.

Ευκαιρία να μελετήσω τις «μαρτυρίες» ενός έμπειρου διπλωμάτη, μέσα από γεγονότα που ο ίδιος βίωσε στο πέρασμα των δεκαετιών.

Διπλωμάτη που υπηρέτησε υπό 11 Κυβερνήσεις και 15 Υπουργούς Εξωτερικών.

Διπλωμάτη που υπηρέτησε, μεταξύ άλλων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στον ΟΗΕ, σε βαλκανικές χώρες, στα Σκόπια.

Σήμερα αισθάνομαι δικαιωμένος γι’ αυτή την επιλογή μου.

Όπως και για την θέση που κράτησα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, καταψηφίζοντας την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι ενδιαφέρουσα, χρήσιμη και διδακτική.

Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα τεκμηριωμένης ανάλυσης, συσσωρευμένης γνώσης και πολύχρονης εμπειρίας.

Για τους λόγους αυτούς αποτελεί εφαλτήριο, ανεξάρτητα από προσωπική συμφωνία ή διαφωνία με επιμέρους εκτιμήσεις και παρατηρήσεις του συγγραφέα, για γόνιμη σκέψη και ουσιαστική συζήτηση.

Φίλες και Φίλοι,

Η Νέα Δημοκρατία στήριζε, διαχρονικά, την εύρεση μιας αμοιβαία αποδεκτής λύσης μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών.

Αυτό καταγράφεται και στις σελίδες του βιβλίου.

Μια λύση όμως που θα σέβεται τα πραγματικά, ιστορικά και εθνικά, δεδομένα και δεν θα αφήνει περιθώρια στους γείτονες για υποδαύλιση, μελλοντικά, αυθαίρετων αξιώσεων.

Γιατί όπως ορθά επισημαίνει ο συγγραφέας:

«Η μη λύση δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνιμη ή βέλτιστη επιλογή. Ταυτόχρονα όμως, η παράταση της εκκρεμότητας δεν μπορεί να αποτελεί σήμερα το ισχυρότερο κίνητρο για λύση».

Με αυτό το κριτήριο και για μια σειρά από λόγους, η Νέα Δημοκρατία, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην μακραίωνη ιστορία και την προοπτική της πατρίδας, καταψήφισε την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Συνοψίζω και κωδικοποιώ αυτούς τους λόγους, όπως αποτυπώνονται διάσπαρτα στις σελίδες του βιβλίου.

1ον. Ο Πρωθυπουργός απέτυχε να αξιοποιήσει το κεκτημένο της εθνικής συνεννόησης επί του κρίσιμου αυτού θέματος.

Κεκτημένο που σωρεύτηκε από προηγούμενες Κυβερνήσεις, πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας.

Ενδεικτικά και πριν το Βουκουρέστι, τόσο η Ντόρα Μπακογιάννη, όσο και ο Πέτρος Μολυβιάτης, ενημέρωναν συνεχώς, πλήρως και ουσιαστικά όλες τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου.

Γιατί όπως σωστά επισημαίνει ο κ. Μαλλιάς, «η πολιτική συνεννόηση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για να αντιμετωπίσουμε προκλήσεις εθνικής ασφάλειας».

Και προσθέτει: «Από το 1992, είναι η πρώτη φορά που δεν υπάρχει καμία γέφυρα συνεννόησης και επικοινωνίας. Και αυτή είναι θεμελιώδης ευθύνη και θεσμική υποχρέωση της Κυβέρνησης».

Κυβέρνηση η οποία προσπάθησε να αποδυναμώσει, μέσω του Μακεδονικού, τη συνοχή Κομμάτων της Αντιπολίτευσης, να τα διεμβολίσει, λειτουργώντας με αρχές πολιτικού αταβισμού, επηρεάζοντας τη μέθοδο και την ποιότητα της διαπραγμάτευσης.

Και εύχομαι, αντιθέτως απ’ ότι υποστηρίζει ο Πρωθυπουργός, αυτή η στρατηγική να μην αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση και για άλλα, μελλοντικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

2ον. Η Κυβέρνηση, προκειμένου να καλύψει αστοχίες και σφάλματά της, προσπάθησε να ανασύρει, επιλεκτικά και διαστρεβλωμένα, στοιχεία του παρελθόντος.

Χρησιμοποίησε ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι.

Όπως, για παράδειγμα, ότι η χώρα είχε αποδεχθεί, δήθεν, τη μακεδονική γλώσσα από τη Διάσκεψη του ΟΗΕ του 1977.

Ο κ. Μαλλιάς όμως επισημαίνει ότι «ουδέποτε η Ελλάδα συμφώνησε, εδέχθη ή απεδέχθη τη “Μακεδονική γλώσσα”».

Κάτι που αποτυπώνεται τόσο στα πρακτικά των συσκέψεων των πολιτικών αρχηγών των Σκοπίων, όσο και σε έγγραφα του ΝΑΤΟ (2000).

Αντιθέτως μάλιστα, στους κυβερνητικούς κόλπους υπάρχουν υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού».

Με πρόσφατη έκφρασή του από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία «Μακεδονία».

Αλλά και με τελευταία έκφρασή του, την πρωθυπουργική αποδοχή της ονομασίας «Δημοκρατία της Μακεδονίας του Ίλιντεν», που – ευτυχώς – απέτρεψε η σημερινή Αξιωματική Αντιπολίτευση.

Συνεπώς, όλοι αυτοί δεν δικαιούνται να μας κάνουν μαθήματα!

3ον. Η Κυβέρνηση περιφρόνησε τις γνήσιες πατριωτικές ευαισθησίες των πολιτών και προσέβαλε την ιστορική συνείδηση του λαού.

Και όπως επισημαίνει ο Γιώργος Κουμουτσάκος, στο βιβλίο του Νίκου Στέφου, στην παρουσίαση του οποίου στην Αθήνα συμμετείχε ο κ. Μαλλιάς:

«Δεν θα ξεχάσω την απάντηση του Κώστα Καραμανλή όταν αμέσως μετά την ομόφωνη απόφαση των ηγετών του ΝΑΤΟ του είπα πως «ήταν μια καλή μέρα». «Πράγματι», μου απάντησε, «θα μπορώ να συνομιλώ με ήσυχη συνείδηση με τα φαντάσματα εκείνων που αγωνίσθηκαν για την υπόθεση της Μακεδονίας».

4ον. Η Συμφωνία των Πρεσπών καθιστά διάτρητη την εξωτερική πολιτική δεκαετιών.

Πριν ακριβώς από έντεκα χρόνια, η ελληνική εξωτερική πολιτική κατέγραφε μια ιστορική επιτυχία.

Η Ελλάδα κατάφερε να επιβάλλει στη Συμμαχία τη δική της θέση.

Μετέτρεψε σε «νατοϊκή», και μάλιστα με ομοφωνία, την ελληνική θέση.

Δυστυχώς, η σημερινή Κυβέρνηση «έκαψε» αυτό το ισχυρό διπλωματικό χαρτί.

Έσπευσε και παρέδωσε στους γείτονες καίριας σημασίας διαπραγματευτικά «κλειδιά»: την άμεση ένταξη στο ΝΑΤΟ και την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και τα παρέδωσε χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

5ον. Η Κυβέρνηση αναγνώρισε, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη δήθεν «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής εθνότητας».

Όπως υποστηρίζει και ο κ. Μαλλιάς, πρόκειται για την «αχίλλειο πτέρνα» της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Σύμφωνα με έγγραφο της αμερικανικής  πρεσβείας που κατέθεσε ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή, ήταν σχεδόν αδύνατον η Ελληνική Κυβέρνηση του 2008 να δεχθεί ένα κείμενο το οποίο θα όριζε τους πολίτες αυτής της χώρας ως «Μακεδόνες», και τη γλώσσα τους ως «μακεδονική». Σε αυτά είπε ΟΧΙ η Κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή.

Σε αυτά είπε ΝΑΙ η Κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα.

Γιατί όπως επισημαίνει ο συγγραφέας:

«Δεν είναι άδικη ή υπερβολική η ένσταση ως προς την καταλληλότητα της χρήσης του όρου NATIONALITY, αντί του πλέον δόκιμου και κατάλληλου CITIZENSHIP. Δύσκολα μπορεί κάποιος να πείσει ότι η αποδοχή του όρου δεν συνεπάγεται και την εθνικότητα και την εθνική καταγωγή».

Και πράγματι, σε καμία άλλη χώρα που έχει γεωγραφικό προσδιορισμό, δεν ονομάζονται οι πολίτες χωρίς τον επιθετικό τους προσδιορισμό.

Αυτές όμως οι υποχωρήσεις δημιουργούν «εύφορο έδαφος» για τη συντήρηση – στους γείτονες – νοσηρών ιδεολογημάτων, και μπορεί να βάλουν τη χώρα σε εθνική περιπέτεια διαρκείας.

Γιατί «από μικρό σπέρμα μπορεί να βγουν μεγάλες ρίζες».

Και όπως – εύστοχα – επισημαίνει ο κ. Μαλλιάς, «μεταφέρει στις επόμενες γενιές τις σύγχρονες βασικές γενεσιουργές προκλήσεις του Μακεδονικού ζητήματος».

6ον. Η Κυβέρνηση έφερε μία συμφωνία γεμάτη «τρύπες», που δεν θωρακίζει, μακροχρονίως, τη χώρα.

Αφού, μεταξύ άλλων, αφήνει τεράστιες εκκρεμότητες ως προς τα εμπορικά σήματα, τις εμπορικές επωνυμίες, τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις προϊόντων.

Όπως ήδη βιώνουν, στις διεθνείς εκθέσεις προϊόντων, οι Έλληνες παραγωγοί και επιχειρηματίες.

Και δεν πείθουν κανέναν τα κυβερνητικά πολιτικά φληναφήματα περί βελτίωσης της οικονομικής σχέσης των δύο κρατών μέσω της συμφωνίας, αφού οι διμερείς σχέσεις ήταν πρακτικά ομαλές και στενές, παρά τις προκλήσεις των Σκοπίων ως προς την ιδεολογική χρήση της Ιστορίας και η οικονομική συνεργασία καλή, παρά τη ριζική αλλαγή των δεδομένων για την ελληνική πλευρά λόγω της κρίσης μετά το 2010.

Φίλες και Φίλοι,

Γι’ αυτούς τους λόγους η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μία ετεροβαρής, κακή και επικίνδυνη.

Η οποία έχει δημιουργήσει ήδη αρκετά δυσμενή τετελεσμένα.

Οφείλουμε τουλάχιστον να ελέγχουμε αυστηρά την εφαρμογή αυτής της συμφωνίας και να αγωνιστούμε ώστε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις στην οικονομία και την παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα της Βόρειας Ελλάδας.

Και η Νέα Δημοκρατία έχει αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες εξαγωγείς.

Δεσμεύσεις όπως είναι:

  • η έναρξη επικοινωνιακής καμπάνιας με σκοπό την προστασία του brand «Μακεδονία»,
  • η διευκόλυνση των επιχειρήσεων να κατοχυρώσουν εμπορικά σήματα για την προστασία των προϊόντων τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο,
  • η κατοχύρωση περισσότερων μακεδονικών προϊόντων ως Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης και Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση,
  • η έκδοση Υπουργικής Απόφασης η οποία θα απονέμει αυτόματα το σήμα «GR» στα προϊόντα όλων των μακεδονικών επιχειρήσεων που έχουν κατοχυρώσει το παράγωγο «Μακεδονικός, -ή, -ό» στο σήμα τους, και
  • η προβολή βέτο στην ενταξιακή πορεία των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο δεν διασφαλίζονται τα εθνικά συμφέροντά μας.

Και όπως δήλωσε πρόσφατα, εδώ από τη Λαμία, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης, για να μπει μία χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν 35 Κεφάλαια που απαιτούν έγκριση στην αρχή για να ανοίξουν και στο τέλος για να κλείσουν.

Αυτά ούτε θα ανοίξουν ούτε θα κλείσουν ποτέ, εάν προηγουμένως δεν ικανοποιηθούν οι ελληνικές θέσεις.

Φίλες και Φίλοι,

Συμπερασματικά, η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι χρήσιμη.

Προσφέρει μια υπεύθυνη και τεκμηριωμένη οπτική για ένα εξαιρετικά κρίσιμο εθνικό θέμα.

Συμβάλλει όμως και στον αναγκαίο εθνικό αναστοχασμό της εξωτερικής πολιτικής.

Εξωτερική πολιτική η οποία πρέπει να ασκείται με υπευθυνότητα, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, διορατικότητα και αξιοπιστία.

Άλλωστε, όπως επισημαίνει ορθά ο συγγραφέας, «αποκομίζουμε όφελος όταν είμαστε σοβαροί και πείθουμε για την αξιοπιστία και τη συνέπειά μας, με μέτρο και υπευθυνότητα».

Κύριε Μαλλιά, σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση και κάθε επιτυχία στις προσεχείς Ευρωεκλογές.

Αποσπάσματα τοποθέτησης σε εκδήλωση στο InnovAthens με θέμα “Η ελληνική βιομηχανία σήμερα, κατάσταση και προοπτικές”

Θέλω να ευχαριστήσω την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων και το Innovathens για την πρόσκληση να παραστώ και να καταθέσω κάποιες σκέψεις για την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, και για τη θέση και τον ρόλο της ελληνικής βιομηχανίας στη μεγέθυνσή της.

Βιομηχανία, πυλώνας κάθε σύγχρονης οικονομίας.

Κι αυτό γιατί παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, ενισχύει την εξωστρέφεια, στηρίζει τα δημόσια οικονομικά, μετασχηματίζει την καινοτομία σε επιχειρηματικότητα, διαδραματίζει κομβικό ρόλο για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία σταθερών και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, και καθορίζει, εν τέλει, την οικονομική θέση κάθε χώρας.

 

Η χώρα σήμερα αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς στόχους που η ίδια θέτει.

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται.
  • Το ιδιωτικό χρέος διαρκώς διογκώνεται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται.

Ενώ η κανονικότητα στη χώρα, κανονικότητα που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται το 2014, δεν έχει ακόμη επανέλθει.

Και σαν να μην έφτανε η σημερινή κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας» της οικονομίας, η Κυβέρνηση, όπως ήδη γνωρίζετε:

  • έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά θα γίνει στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους Θεσμούς και θα συνοδευτεί από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς ότι το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» δεν είναι παρά ακόμη μία Κυβερνητική αυταπάτη.

 

Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση, τις προκλήσεις και τις δεσμεύσεις της χώρας, το ζητούμενο είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με σύνεση και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας.

Επόμενη ημέρα που θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Επόμενη ημέρα που θα στηρίζει και θα στηρίζεται σε κλάδους που επενδύουν στην πραγματική οικονομία, δημιουργώντας μια εύρωστη και παραγωγική βάση, με εμπορεύσιμα – κατά προτίμηση στις διεθνείς αγορές – αγαθά και υπηρεσίες.

Επόμενη ημέρα που θα χρειαστεί μια επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ για την επόμενη πενταετία, για να επιστρέψουν οι ιδιωτικές επενδύσεις στο μέσο Ευρωπαϊκό όρο και να ξεφύγει η οικονομία από τον φαύλο κύκλο της στασιμο-χρεοκοπίας.

Με επενδύσεις και στον κλάδο της βιομηχανίας.

 

Στη χώρα μας ο κλάδος της βιομηχανίας, παρότι δεν έμεινε ανεπηρέαστος από τη μακρά, επώδυνη και πολύπλευρη κρίση:

  • κατάφερε να δείξει ανθεκτικότητα και
  • συνέχισε να αποτελεί βασικό κορμό της εγχώριας παραγωγικής οικονομίας.

Η συμβολή της βιομηχανίας, ιδιαίτερα της μεταποίησης, στην οικονομία και την κοινωνία, λόγω των υψηλών πολλαπλασιαστικών επιδράσεών της, είναι ακόμα και σήμερα, καθοριστική.

Ενδεικτικά:

  • Η βιομηχανία απασχολεί σήμερα 1,2 εκατ. εργαζόμενους.
  • 1 στους 4 εργαζόμενους απασχολείται σε βιομηχανικές δραστηριότητες ή σε δραστηριότητες που οφείλονται στη βιομηχανία. Κατά κύριο λόγο είναι σταθερές θέσεις εργασίας, με πλήρες ωράριο και πλαίσιο παροχών περίθαλψης και ασφάλισης.
  • Ο μηνιαίος μισθός στη βιομηχανία είναι, κατά μέσο όρο, 25% υψηλότερος από το σύνολο της οικονομίας.
  • Συνεισφέρει το 40% του συνολικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων.
  • Μέσα στην κρίση, πραγματοποίησε επενδύσεις συνολικού ύψους 27 δισ. ευρώ.
  • Οι μεταποιητικές δραστηριότητες δημιουργούν, άμεσα και έμμεσα, περίπου το 31% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας.
  • Το 42% των συνολικών εξαγωγών είναι βιομηχανικά προϊόντα.

 

Δυστυχώς όμως η σημασία και η συμβολή της βιομηχανίας στην εθνική οικονομία δεν έχουν τύχει – διαχρονικά – της δέουσας αναγνώρισης.

Ειδικά όμως από τη σημερινή Κυβέρνηση.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να θέτει, έμμεσα και άμεσα, εμπόδια.

Εμπόδια όπως είναι η υψηλή φορολογία και το ευμετάβλητο φορολογικό καθεστώς, η διόγκωση των ασφαλιστικών εισφορών, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδοτικά και επενδυτικά εργαλεία.

 

Η χώρα όμως, διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας.

Διαθέτει επιχειρηματικό δαιμόνιο, που πολλές βιομηχανικές επιχειρήσεις διατήρησαν, καλλιέργησαν και εκδήλωσαν μέσα στην κρίση.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Ειδικά σε μία Ευρώπη η οποία, με βάση και το τελευταίο κείμενο συμπερασμάτων του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας, στρέφει και πάλι την προσοχή της στη δημιουργία μιας ισχυρής βιομηχανικής βάσης, επιδιώκοντας την αύξηση του μεριδίου της βιομηχανίας στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται, από μέρους της χώρας μας, η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, μέσα από ένα συνεκτικό πλαίσιο στρατηγικών κατευθύνσεων και πολιτικών, με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής.

  • Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας.
  • Με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, όπως είναι η μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις.
  • Με την αύξηση του ορίου για υποβολή ΦΠΑ.
  • Με την παροχή φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία.
  • Με υπερ-αποσβέσεις για τις επενδύσεις κεφαλαίου.
  • Με τη μείωση της φορολογίας ανάλογα με τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στις επιχειρήσεις.
  • Με τη δημιουργία «Λευκού Μητρώου Ασφαλιστικού Συστήματος», προβλέποντας μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές για τις συνεπείς επιχειρήσεις.

2ος Άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και θα οδηγήσουν στην υλοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων.

  • Με τη δημιουργία ενός σταθερού και απλού ρυθμιστικού πλαισίου.
  • Με την άρση των εμποδίων ομαλής λειτουργίας της αγοράς.
  • Με την απλοποίηση των διαδικασιών έναρξης επιχειρήσεων, με κεντρικό χαρακτηριστικό τη «δήλωση συμμόρφωσης» και τις πρότυπες προδιαγραφές.
  • Με την ασφάλεια δικαίου, μέσα από σταθερούς κανόνες λειτουργίας, την επιτάχυνση στην απονομή δικαιοσύνης, την κωδικοποίηση της νομοθεσίας.
  • Με τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου για τις χρήσεις γης.
  • Με τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές.
  • Με την υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων και την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων.
  • Με την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, την ολοκλήρωση και προώθηση των υποδομών διασύνδεσης και την υλοποίηση μιας εθνικής ενεργειακής πολιτικής, πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν στη μείωση του ενεργειακού κόστους και σε ενεργειακή επάρκεια.
  • Με τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του Κράτους, ώστε να δημιουργηθεί ένας αποτελεσματικός, ευέλικτος, σύγχρονος και παραγωγικός δημόσιος τομέας.
  • Με τη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων που σήμερα βρίσκονται κατακερματισμένες σε πολλά Υπουργεία.

3ος Άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την υιοθέτηση ενός πιο λειτουργικού «Αναπτυξιακού Νόμου», με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

4ος Άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου, όπως είναι η βιομηχανία.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, μεταξύ άλλων:

  • Πρέπει η βιομηχανική πολιτική να αποτελέσει δομικό στοιχείο της στρατηγικής, μέσα από ανάδειξη τομέων, κλάδων και γεωγραφικών περιοχών, με σαφείς εξωστρεφείς προοπτικές.
  • Πρέπει να ενισχυθούν τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα και οι υπηρεσίες στην κλίμακα της τεχνολογικής εξειδίκευσης.
  • Πρέπει οι επιχειρήσεις να ενταχθούν σε διεθνείς παραγωγικές αλυσίδες αξίας.
  • Πρέπει να βελτιωθούν τα δίκτυα και οι υπηρεσίες εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics) και να αναβαθμιστούν οι υποδομές για την ανταγωνιστική διακίνηση των πρώτων υλών και των προϊόντων από / προς τις αγορές.
  • Πρέπει να βελτιωθεί η προσβασιμότητα σε κεφάλαια, μέσα από την ενθάρρυνση εξω-τραπεζικών εργαλείων και εναλλακτικών τρόπων κεφαλαιακής ενίσχυσης, την αξιοποίηση σύγχρονων τεχνικών χρηματοοικονομικής μηχανικής, τον συντονισμό και τη σύνδεση των επενδυτικών εργαλείων και καθεστώτων ενίσχυσης επενδύσεων.
  • Πρέπει να θέσουμε ως χώρα, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, εναρμονισμένο με την καινοτομία και την τεχνολογία, προσαρμοσμένο στην ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα.
  • Πρέπει να απλοποιήσουμε τη συνεργασία πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων με επιχειρήσεις, για την παραγωγική αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων από τη βιομηχανία και για την πρακτική εφαρμογή καινοτόμων θεωριών και προγραμμάτων.
  • Πρέπει να επιδιώξουμε η προσφορά γνώσεων και δεξιοτήτων να είναι ικανές να δημιουργήσουν εστίες καινοτομίας, να καλύψουν τις τεχνολογικές – επιστημονικές ανάγκες της μεταποίησης και να στηρίξουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό της παραγωγής.
  • Πρέπει οι βιομηχανικές επιχειρήσεις να εστιάσουν στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην κυκλική οικονομία, ασκώντας υπεύθυνη επιχειρηματικότητα, μέσα από την υλοποίηση των αρχών της εταιρικής διακυβέρνησης και της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης».

 

Συμπερασματικά, αυτό το σχέδιο είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να μας βγάλει από τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής μιζέριας.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά τα οποία η σημερινή Κυβέρνηση εγγενώς δεν διαθέτει και προφανώς δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αποκτήσει.

Αποσπάσματα τοποθέτησης στην εκδήλωση του ΚΕΑΣΜ – «Το τέλος του 3ου Μνημονίου: Μία από τα ίδια ή ποτέ πια τα ίδια;»

Αποσπάσματα τοποθέτησης στην εκδήλωση του Κέντρου Αστικής Μεταρρύθμισης

με θέμα «Το τέλος του 3ου Μνημονίου: Μία από τα ίδια ή ποτέ πια τα ίδια;»

«Η χώρα, σήμερα, είναι «βουτηγμένη» στο οικονομικό τέλμα, την κοινωνική μιζέρια και την εθνική παρακμή.

  • Αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς στόχους που η ίδια θέτει.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται.
  • Το ιδιωτικό χρέος διαρκώς διογκώνεται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται.

Ενώ η κανονικότητα στη χώρα, κανονικότητα που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται το 2014, δεν έχει ακόμη επανέλθει.

  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις συνεχίζουν να επιβάλλονται.
  • Οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν στάσιμα υψηλές.
  • Καταθέσεις δεν επιστρέφουν – με ουσιαστικό τρόπο – στο τραπεζικό σύστημα.
  • Η εξάρτηση των τραπεζών από τον έκτακτο μηχανισμό ενίσχυσης της ρευστότητας (ELA) εξακολουθεί να υφίσταται.
  • Και η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Αυτό είναι το οδυνηρό αποτύπωμα της σημερινής διακυβέρνησης.

Το Κυβερνητικό αποτύπωμα της συνειδητής επιλογής της να υπερφορολογήσει τους πολίτες, της αδυναμίας της να υλοποιήσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και της τακτικής της να συρρικνώσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Και σαν να μην έφτανε η σημερινή κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας» της οικονομίας, η Κυβέρνηση, όπως ήδη γνωρίζετε:

  • έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά θα γίνει στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους Θεσμούς και θα συνοδευτεί από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς ότι το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» δεν είναι παρά ακόμη μία Κυβερνητική αυταπάτη.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η χώρα θα πρέπει να διαθέτει χρηματοδοτική επάρκεια και ασφάλεια, με χαμηλό κόστος δανεισμού από τις διεθνείς αγορές και με «δίχτυ προστασίας», χωρίς να επιβαρύνεται η πραγματική οικονομία.

Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Δυστυχώς όμως σήμερα:

1ον. Η Κυβέρνηση προσπαθεί να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία:

  • Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου.
  • Επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών.
  • «Σκουπίζει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων του Δημοσίου.
  • Υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
  • Προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι – με ευθύνη της – δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

2ον. Τα επιτόκια αγορών και τα spreads όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.

Απόδειξη; Το πώς κινήθηκαν οι αποδόσεις τις τελευταίες εβδομάδες, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους (έλλειψη εμπιστοσύνης, εσωτερική και εξωτερική πολιτική αβεβαιότητα, μεγάλες διεθνείς εκδόσεις χρέους, κατεύθυνση νομισματικής πολιτικής κ.α.).

Κοντά σε αυτά τα δεδομένα, η Κυβέρνηση οφείλει να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι η διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, τόσο με συμβατικά όσο και μη συμβατικά μέτρα, που βελτίωσαν τις συνθήκες χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν θα συνεχιστούν επί μακρόν.

Ενώ και η χρηματοδότηση των τραπεζών θα πρέπει να είναι διασφαλισμένη, δεδομένου ότι η Ελλάδα απέχει ακόμη αρκετά από το να έχει αποκτήσει επενδυτική πιστοληπτική διαβάθμιση.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τις προκλήσεις και τις δεσμεύσεις της χώρας, το ζητούμενο είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με σύνεση και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας.

Επόμενη ημέρα που δεν πρέπει να είναι ίδια με τη σημερινή.

Και δεν θα πρέπει να συνιστά επιστροφή στα διαχρονικά λάθη του παρελθόντος.

Επόμενη ημέρα που θα χαρακτηρίζεται από κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Επόμενη ημέρα που θα έχει ως στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος Άξονας: Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων.

Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.

Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό της νομοθεσίας για τις βιομηχανικές περιοχές, με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, με τη βελτίωση της ποιότητας και τη διασφάλιση της ορθής και ανεξάρτητης λειτουργίας των θεσμών και με την αναμόρφωση του ρόλου και τη βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους.

3ος Άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

4ος Άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Με τη μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, στις εξαγωγές και στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Καθώς και με την ανάδειξη της παιδείας σε βασικό μοχλό της αναπτυξιακής διαδικασίας».

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Ερώτησης για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου

Πρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Θα συμφωνείτε υποθέτω και εσείς ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, πέραν της συμβολής της στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του Δημοσίου, συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

Στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα», ως αποτέλεσμα – κυρίως – της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η σημερινή Κυβέρνηση.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, ερωτάστε κε. Υπουργέ:

1ον. Για ποιό λόγο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές παρά τους πρόσθετους δανειακούς και πλέον εθνικούς πόρους που διατίθενται για την αποπληρωμή τους, όταν μάλιστα, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού σας, «η εξόφλησή τους αποτελεί βασική προτεραιότητα για το Υπουργείο Οικονομικών»;

2ον. Σε τι ύψος ανέρχονται οι νέες οφειλές που δημιουργήθηκαν την τελευταία τριετία;

3ον. Ποιος είναι ο προγραμματισμός για την αποπληρωμή τους εντός του 2018; Πως θα χρηματοδοτηθεί η εξόφλησή τους από δανειακούς και εθνικούς πόρους;

4ον. Πότε εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα ολοκληρωθεί η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου;

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δευτερολογία

 Κύριε Υπουργέ,

Από την απάντησή σας, καθώς και από πρόσθετα στοιχεία που δεν πρόλαβα να αναπτύξω κατά την πρωτολογία μου, προκύπτουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα:

1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, εξαιτίας τόσο της επιλογής της να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και της ανικανότητάς της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους, δημιουργεί συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Και σε αυτές πρέπει να προστεθούν και όσες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν καταγράφονται, όπως είναι, σύμφωνα με την Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων καθώς και αιτήσεις συνταξιοδότησης.

Επιπρόσθετα, όπως επισημαίνει η ίδια Έκθεση, από τους συνολικούς δανειακούς πόρους που μεταβιβάστηκαν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών το 2017, μόνο οι μισοί έφτασαν στους τελικούς δικαιούχους.

Το υπόλοιπο ποσό είτε κόλλησε σε φορείς του Δημοσίου είτε δεν έφτασε στους φορείς.

2ο Συμπέρασμα: Λόγω της Κυβερνητικής καθυστέρησης στην απορρόφηση της χρηματοδότησης του προγράμματος, η διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει διαφοροποιηθεί επί το δυσμενέστερο για τη χώρα μας.

Το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – μετά την 2η αξιολόγηση, να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Πέρυσι η αναλογία ήταν 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου.

Σήμερα αυτή έγινε ακόμη πιο δυσμενής, διαμορφώθηκε στο 50%-50%, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.

Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχη, σχετική πρόβλεψη δεν υπήρξε στο 2ο Μνημόνιο.

3ο Συμπέρασμα: Η πλήρης εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, τον Αύγουστο του 2015, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο, τον Ιούνιο του 2016, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Και σήμερα, με βάση την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού, απλώς «αναμένεται η περαιτέρω μείωσή τους εντός του 2018».

Συνεπώς, για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνονται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Είναι σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει, δεν ξέρει και δεν μπορεί να «ρίξει» ρευστότητα στην αγορά.

Στον αντίποδα αυτής της οικονομικά ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της Νέας Δημοκρατίας είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε – πέρυσι – στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Ομιλία στο Delphi Economic Forum 2018 – “Towards a sustainable debt strategy”

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου, Θεσμού πλέον στη χώρα μας, για την πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτό και να καταθέσω σκέψεις και θέσεις για το ζήτημα του δημοσίου χρέους.

Κυρίες και Κύριοι,

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, παρά την διπλή αναδιάρθρωση και τη βελτίωση του «προφίλ» του από το 2012, την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2013 και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσής του από το 2017.

Σχετικές ανησυχίες καταγράφονται στις τελευταίες εκθέσεις τόσο του ΔΝΤ, όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά τις ευνοϊκότερες παραδοχές της τελευταίας.

Αποδεικνύεται έτσι ότι η δημοσιονομική ισορροπία και οι παρεμβάσεις ελάφρυνσης του χρέους συνιστούν αναγκαίες συνθήκες για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του, δεν αποτελούν όμως, από μόνες τους, και ικανές συνθήκες.

Και αυτό γιατί απαιτείται, συγχρόνως, η επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.

 

Τι συνέβη όμως τα τελευταία 3 χρόνια και επιβαρύνθηκε σημαντικά η βιωσιμότητα του χρέους, σε σχέση με τις εκτιμήσεις των εταίρων το 2014;

Ουσιαστικά, κυρίως λόγω αυταπάτης και δημιουργικής ασάφειας, «χάθηκε» η αναπτυξιακή δυναμική που τότε είχε διαμορφωθεί.

Και συσσωρεύτηκε ένα κόστος πολλών δεκάδων δισ. ευρώ, όπως οι εταίροι επανέλαβαν και κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου.

Είμαστε ως χώρα, σύμφωνα με τις διεθνείς Εκθέσεις, η μοναδική – παγκοσμίως – αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Η οικονομία «κατρακύλησε» στην ύφεση το 2015-2016, και παρουσίασε ασθενική – πολύ χαμηλότερη από τις προβλέψεις – μεγέθυνση το 2017, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο εκτιμώμενος μακροπρόθεσμος ρυθμός μεγέθυνσης, σύμφωνα με συγκρίσιμες μελέτες βιωσιμότητας του ΔΝΤ, συρρικνώθηκε σημαντικά, από το 1,9% στο 1%.

 

Συνεπώς, Κυρίες και Κύριοι, το ζητούμενο σήμερα είναι η επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, να δημιουργηθεί πολύτιμος δημοσιονομικός χώρος και να επιτυγχάνονται – χωρίς πρόσθετα μέτρα λιτότητας – πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούνται:

1ον. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την διαχρονική απώλεια εσόδων από την είσπραξη του ΦΠΑ, δηλαδή το κενό ΦΠΑ, το επιβεβαιώνει.

Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ον. Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων, που θα εκτείνεται μετά το 2018.

Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών.

Η οποία, με τη σειρά της, θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή μείωση των δημοσιονομικών στόχων, αφού σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες, η αναλογία επίδρασής τους στο χρέος είναι 1,8:1.

Οι πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Προσέξτε, μιλάμε για μία «ρήτρα μεταρρυθμίσεων» διαφορετική από τη «ρήτρα ανάπτυξης» στην οποία έχει συμφωνήσει η Ελληνική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία, όσο περισσότερο αυξάνει το εθνικό εισόδημα, τόσο μικρότερη ελάφρυνση χρέους θα απαιτείται από τους εταίρους.

3ον. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων.

4ον. Η υλοποίηση, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

Όπως έχει συμφωνηθεί από το Νοέμβριο του 2012 αλλά μέχρι σήμερα, με ευθύνη και των δανειστών, δεν έχει υλοποιηθεί.

Δυστυχώς βέβαια, με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup, οι αναγκαίες αυτές παρεμβάσεις θα υλοποιηθούν μετά τη λήξη του προγράμματος και στο βαθμό που αυτές κριθούν τότε αναγκαίες από τους θεσμούς, εκτιμάται δε ότι θα συνοδευτούν από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Καθιστώντας, μαζί με τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για μετά το 2018, το αφήγημα της Κυβέρνησης περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια», άλλη μία αυταπάτη.

Βέβαια, η Κυβέρνηση προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία.

Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Επιτόκιο των αγορών και spreads τα οποία όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.

Αν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Όλα αυτά όμως απαιτούν μια άλλη μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Τοποθέτηση στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής κατά την ενημέρωση από τον Επίτροπο κ. Moscovici

 

Κύριε Επίτροπε,

Καλώς ορίσατε, για ακόμη μία φορά, στην Ελλάδα και το Ελληνικό Κοινοβούλιο, προκειμένου να συζητήσουμε για το μέλλον της Ευρώπης.

Ευρώπη η οποία, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπη με μία πολυδιάστατη οικονομική, κοινωνική, θεσμική και πολιτική κρίση.

Κρίση που έπληξε, λιγότερο ή περισσότερο, όλα τα κράτη-μέλη της.

Με καθυστερήσεις, συμβιβασμούς και – σε ορισμένες περιπτώσεις – με υψηλό κοινωνικό κόστος, οι Ευρωπαϊκές ηγεσίες κατάφεραν να οδηγήσουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στην έξοδο από την κρίση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, όπως είναι η συμπλήρωση της αρχιτεκτονικής της, το δημογραφικό πρόβλημα, η προσφυγική κρίση, η ασφάλεια, η διαχείριση του Brexit, η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, οι οικονομικές σχέσεις με άλλες χώρες, ο φορολογικός ανταγωνισμός, η ευστάθεια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η χρηματοοικονομική καινοτομία.

Η απάντηση στις προκλήσεις πρέπει να είναι περισσότερη και πιο ποιοτική Ευρώπη, με ενισχυμένη την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

Με εμβάθυνση και ενδυνάμωση της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, με καλύτερο οικονομικό συντονισμό, με επαρκή εργαλεία και πόρους για την αντιμετώπιση ανισορροπιών, με κανόνες μακροπρόθεσμης οικονομικής διακυβέρνησης.

Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να συμβάλλουν:

  • Η ενίσχυση των μηχανισμών μακροοικονομικής εξισορρόπησης, οι οποίοι θα λειτουργούν συμμετρικά για τα κράτη-μέλη.
  • Η υλοποίηση υπεύθυνων δημοσιονομικών πολιτικών, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό κύκλο.
  • Η πραγματοποίηση έξυπνων διαρθρωτικών αλλαγών.
  • Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, με την λειτουργία ενός ευρωπαϊκού φορέα εγγύησης καταθέσεων.
  • Η προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών, με στόχο τη διεύρυνση των πηγών χρηματοδότησης – κυρίως – των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
  • Η μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Σε αυτή τη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, η Ελλάδα πρέπει να είναι δημιουργικά παρούσα και ενεργή.

Χώρα η οποία κατάφερε τα προηγούμενα χρόνια, με τις τεράστιες θυσίες των πολιτών της, και παρά τα ενδογενή και εξωγενή σφάλματα αυτής της περιόδου, να διορθώσει χρόνιες ανισορροπίες, να εξαλείψει τα «δίδυμα ελλείμματα» και να υλοποιήσει σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Δυστυχώς όμως, την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, που είτε επισημάνθηκαν είτε αγνοήθηκαν από εταίρους και δανειστές, η χώρα παρουσιάζει, ουσιαστικά, οικονομική στασιμότητα.

Αποτελεί την μοναδική, παγκοσμίως, αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Ενώ επίσης το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επιδεινώνεται, η ρευστότητα συρρικνώνεται, οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Και όμως, κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν, κρατώντας απόσταση από αυταπάτες και ψευδαισθήσεις.

Για το λόγο αυτό απαιτείται ένα συνεκτικό σχέδιο, με βασικούς άξονες:

  • την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας,
  • τη δρομολόγηση πιο ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων,
  • τη σταδιακή μείωση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
  • την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών,
  • την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και
  • την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Ένα ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης υψηλής και βιώσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα θέλει και μπορεί να προχωρήσει.

Τοποθέτηση στην παρουσίαση του βιβλίου του Σωτήρη Μιχ. Χατζηγάκη «Η Ελλάδα Ανάποδα – Αίτια, πρωταγωνιστές και προοπτικές»

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τον κ. Χατζηγάκη και το Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να συμμετάσχω στη σημερινή συζήτηση.

Για εμένα, η αποδοχή της πρόσκλησης ήταν πρόκληση και ευκαιρία.

Πρόκληση να ιχνηλατήσω τους προβληματισμούς και τις θέσεις του συγγραφέα, για ιδεολογικά, πολιτικά, ιστορικά, κοινωνικά, αξιακά ζητήματα.

Ευκαιρία να μελετήσω την «μαρτυρία» ενός πολιτικού, μέσα από εμπειρίες και γεγονότα όπως τα έζησε κατά την ιστορική τους εξέλιξη.

Πολιτικό που είχα την τύχη να γνωρίσω στα κοινοβουλευτικά έδρανα στην αρχή της δικής μου πολιτικής σταδιοδρομίας.

Σήμερα αισθάνομαι δικαιωμένος γι’ αυτή την επιλογή μου.

Η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη.

Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και μεθοδικής εργασίας, εκτεταμένης έρευνας και τεκμηριωμένης ανάλυσης, συμπυκνωμένης γνώσης και εμπειρίας.

Για τους λόγους αυτούς, το βιβλίο πρέπει να αποτελέσει εφαλτήριο για γόνιμη σκέψη και ουσιαστική συζήτηση.

Κυρίες και Κύριοι,

Θα μου επιτρέψετε να σταθώ σε ορισμένες σκέψεις και θέσεις του συγγραφέα που ξετυλίγονται και διατρέχουν τις σελίδες του βιβλίου.

1η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας ορθώς αναφέρεται εκτεταμένα στα δομικά προβλήματα της Ευρώπης.

Ευρώπη η οποία, τα τελευταία χρόνια, έχει βρεθεί αντιμέτωπη με τρεις μεγάλες κρίσεις:

  • Τη θεσμική, με την αποτυχία του σχεδίου για «Σύνταγμα της Ευρώπης».
  • Την οικονομική, με την κρίση του κοινού νομίσματος.
  • Την πολιτική και κοινωνική, με την έκρηξη του προσφυγικού/μεταναστευτικού προβλήματος.

Σ’ αυτές προστέθηκε η έκρηξη της τρομοκρατίας, με τις επιθέσεις μίσους σε Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Η διαχείριση αυτών έκανε την Ευρωπαϊκή Ένωση να δείχνει στα μάτια πολλών αναποτελεσματική.

Ένας γραφειοκρατικός οργανισμός, αδύναμος να δώσει λύσεις στην ανεργία, στην ανέχεια, στην ανασφάλεια.

Με το εγχείρημα της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, δομικά και θεσμικά, ημιτελές.

Με ένα «χάσμα» ανταγωνιστικότητας, το οποίο αποτυπώνεται σε έναν πλεονασματικό Βορρά και σε έναν ελλειμματικό Νότο.

Με τις ηγεσίες της αδυνατούσες να διαχειριστούν τις συνέπειες της κρίσης, με δογματικές προσεγγίσεις, πρακτικές επιβολής, γεωγραφικούς διαχωρισμούς.

Και με τον φόβο μπροστά στις προκλήσεις, να έχει δημιουργήσει ένα «πολιτικό και κοινωνικό θερμοκήπιο», όπου φύονται λαϊκισμός, μισαλλοδοξία και εθνικισμός.

Για το λόγο αυτό, η συμπλήρωση πρόσφατα 60 ετών από τότε που ξεκίνησε στη Ρώμη η πορεία της ενωμένης Ευρώπης, προσφέρεται για μία αξιολόγηση των μέχρι σήμερα πεπραγμένων, ανάδειξη των σφαλμάτων και των προβλημάτων και αναζήτηση λύσεων.

Η ευρωπαϊκή πορεία είναι μια ιστορία ειρήνης, δημοκρατίας, αλληλεγγύης και ελευθερίας, αλλά και ευημερίας, ισότητας, ευζωίας και βιωσιμότητας.

Η απάντηση συνεπώς πρέπει να είναι η εμβάθυνση και ενδυνάμωση της Ευρώπης.

Για μια Ευρώπη των πολιτών όπως εύστοχα επισημαίνει και ο συγγραφέας, με ενισχυμένη τη δημιουργική αλληλεγγύη.

Η Ελλάδα έχει περισσότερο από ποτέ ανάγκη την Ευρώπη.

Ασφάλεια, ευημερία και Δημοκρατία μπορούν να υπηρετηθούν μόνο εντός της Ευρώπης.

Για τους λόγους αυτούς πρέπει να είμαστε παρόντες και ενεργοί στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.

2η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας αισθάνεται θλίψη όταν επιχειρείται, αβασάνιστα και αποστροφικά, να μεταφερθούν όλα τα δεινά της σημερινής κατάστασης της χώρας στην περίοδο της μεταπολίτευσης.

Είναι γεγονός ότι η σημερινή Κυβερνητική ηγεσία, αφού πέρασε από διάφορα αφηγήματα τα οποία διαδοχικά κατέρρευσαν, προσπαθεί να γαντζωθεί από το τελευταίας κοπής, ότι «επί 40 χρόνια καταστρέψατε την Ελλάδα και τώρα εμείς την βγάζουμε από τα μνημόνια».

Όμως και αυτό το αφήγημα είναι έωλο, και ως προς τα δύο σκέλη του, αφού είναι ανιστόρητο και βρίσκεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, έκανε σημαντικά βήματα προόδου, με τις προσπάθειες πολιτών και πολιτικών.

Μετά δε την μεταπολίτευση διένυσε την καλύτερη περίοδο της ιστορίας της, στο οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο.

Αύξησε σημαντικά τον εθνικό πλούτο της και βελτίωσε την ευημερία των πολιτών.

Βεβαίως αυτές τις δεκαετίες, υπήρξαν και παραλείψεις, έγιναν και λάθη.

Από άλλες πλευρές λιγότερα, και από άλλες περισσότερα και βαρύτερα.

Όμως κανένας, και οπωσδήποτε η Αριστερά του κ. Τσίπρα, δεν δικαιούται να μηδενίζει τους αγώνες γενεών Ελλήνων πολιτών και πολιτικών και να παριστάνει μόνο τον κριτή.

Όταν το πράττει αφοριστικά, στρεβλώνοντας τις ιστορικές εξελίξεις, τους αδικεί.

3η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας αναφέρεται στα χαρακτηριστικά της παγκόσμιας κρίσης η οποία θα έπληττε τη χώρα, ανεξάρτητα από τις ενδογενείς αδυναμίες μας.

Γιατί όπως εύστοχα παρατηρεί, όταν επέρχεται μια τόσο βαθιά κρίση, τα αίτια που την έχουν προκαλέσει δεν είναι «στιγμιαία».

Έχουν εκκολαφθεί και αναπαραχθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα στο παρελθόν.

Είναι αλήθεια ότι η κρίση ήταν συστημική και μεταδοτική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική.

Βρήκε το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα «ανοχύρωτο», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισής της.

Και την Ελλάδα με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς, αλλά και υποβόσκουσες, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων είναι, σε όλους, γνωστή.

Η κρίση δανεισμού την άνοιξη του 2010.

Η προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών της διακυβέρνησης Παπανδρέου.

Και η εφαρμογή ασφυκτικών προγραμμάτων οικονομικής πολιτικής μέχρι και σήμερα.

4η Παρατήρηση:

Εύστοχα υποστηρίζει ο συγγραφέας ότι η λύση του αδιεξόδου είναι η ταχεία και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Και αυτή μπορεί να επιτευχθεί στηριζόμενη η χώρα στις αρχές και τις αξίες του κοινωνικού φιλελευθερισμού, της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, που εξασφαλίζουν τόσο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα όσο και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου.

Η Νέα Δημοκρατία έχει αποδείξει, διαχρονικά, ότι γνωρίζει και μπορεί τον εθνικό πλούτο να τον αυξάνει καλύτερα και να τον μοιράζει δικαιότερα.

Μεταπολιτευτικά, η μέση τιμή των ετήσιων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης κατά τις περιόδους που άσκησε τη διακυβέρνηση της χώρας ήταν σημαντικά υψηλότερη αυτών που πέτυχαν τα άλλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα.

Ενώ πρωταγωνίστησε και στη μείωση της άνισης διανομής του εισοδήματος.

Σήμερα, η επίτευξη ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης πρέπει να στηρίζεται:

  • στην αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, μέσα από την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και τη σταδιακή μείωση φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
  • στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας,
  • στην ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, και
  • στην υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, προσανατολισμένη στις ιδιωτικές επενδύσεις και τις εξαγωγές.

Δίνοντας προτεραιότητα στη βελτίωση της ποιότητας και της αποδοτικότητας, τον περιορισμό του κρατικού εναγκαλισμού και την προώθηση της διεθνοποίησης της εκπαίδευσης, της κατάρτισης, της δια βίου μάθησης, της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

5η Παρατήρηση:

Όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας, ο ρόλος ενός σύγχρονου κράτους, οικονομικού, παραγωγικού και κοινωνικού δικαίου, που θα μπορεί να διαφυλάξει και να προαγάγει τις αξίες και την ταυτότητα ενός λαού, είναι κομβικός.

Είναι βέβαια αλήθεια πως το κράτος λειτουργεί συχνά με σοβαρές ατέλειες, μεγάλη ακαμψία, χαμηλή ποιότητα, αναποτελεσματικότητα, και κακή οργάνωση, ενώ διακρίνεται για φαινόμενα διαφθοράς, νεποτισμού και ευνοιοκρατίας.

Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάνει να το ακυρώσουμε.

Ούτε είναι υπεύθυνο «δια πάσα νόσο».

Αντίθετα, αποτελεί παράγοντα συμπληρωματικό της σωστής λειτουργίας του «ιδιωτικού».

Καθημερινά αποδεικνύεται πως οι αστοχίες της αγοράς μόνο με ρυθμιστικά αντίβαρα, που διαθέτουν κυρίως τα κράτη και οι κεντρικοί μηχανισμοί, μπορούν να αποφευχθούν ή να διορθωθούν.

Συνεπώς το ζητούμενο σήμερα είναι να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό, ευέλικτο, σύγχρονο και παραγωγικό κράτος.

Ένα κράτος, εγγυητής του κοινωνικού συμβολαίου, με την οικοδόμηση μιας ελεύθερης, ανοικτής και δημοκρατικής κοινωνίας.

Ένα κράτος που θα παρεμβαίνει και θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς, την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του πλούτου.

Το μείγμα, βέβαια, αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας.

6η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας πιστεύει στις πολιτικές συνεργασίες, συγκλίσεις και συναινέσεις.

Θεωρώ και εγώ ότι η πολιτική και κοινωνική συνεννόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί ευκαιριακά, με «λεόντιες» συμπεριφορές του τύπου «τα κέρδη δικά μου, τις ζημιές τις μοιράζουμε».

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις, με επικίνδυνους ακροβατισμούς, με μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί, από όλους, αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων.

Πάνω από όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Και η εμπιστοσύνη οικοδομείται. Δεν υποκλέπτεται, ούτε εκβιάζεται.

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Να υπενθυμίσω ενδεικτικά ότι πολύ πρόσφατα, το 2015, όταν η χώρα «τρέκλισε» επικίνδυνα, διασώθηκε χάρη στο υψηλό αίσθημα ευθύνης που επέδειξε η Νέα Δημοκρατία και άλλες μικρές πολιτικές δυνάμεις της σημερινής αντιπολίτευσης.

7η Παρατήρηση:

Ο συγγραφέας ορθώς υποστηρίζει ότι η εποχή μας έχει ανάγκη από «ταγούς» με κατάρτιση, μόρφωση και ήθος.

Από μία «σπονδυλική στήλη» διανοούμενων.

Ποιους όμως διανοούμενους;

Αυτούς που είναι προσδεδεμένοι στο άρμα της αντικειμενικότητας, της εντιμότητας και της ανιδιοτέλειας.

Αυτούς που δεν διακατέχονται από τη λογική της καταγγελίας, της συκοφάντησης και της διαστρέβλωσης της σκέψης των αντιπάλων.

Αυτούς που προβάλλουν τον ορθό λόγο και καθοδηγούν, ορθολογικά, την κοινωνία.

Αυτούς που δεν έχουν κλίση προς έναν ψεύτικο «επαναστατισμό», «εκσυγχρονισμό» και «προοδευτισμό».

Αυτούς που δεν χρησιμοποιούν τη χώρα τους ως case study, όπως έγινε στην Ελλάδα το 2015, για την εμπειρική επαλήθευση επιστημονικών θεωριών.

8η Παρατήρηση:

Τα 3 τελευταία χρόνια, η δημιουργική ασάφεια, οι αυταπάτες, οι αυτοσχεδιασμοί και οι ιδεοληψίες, επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στους πολίτες.

Αυτό καθιστά μεγαλύτερες τις απαιτήσεις των πολιτών από τη Νέα Δημοκρατία.

Αυτό δεν γίνεται για πρώτη φορά.

Πάντα στα δύσκολα, η πολιτική λύση αναζητείται από τη Νέα Δημοκρατία.

Το Κόμμα που ανταποκρίθηκε με επιτυχία, ουσιαστικά και πρωταγωνιστικά, στην ιστορική πρόσκληση και αποστολή.

Οικοδόμησε τη σύγχρονη δημοκρατία.

Σχεδίασε, υλοποίησε και εδραίωσε την ευρωπαϊκή θέση της χώρας.

Αύξησε τον πλούτο της, βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο και την ευημερία των πολιτών.

Είπε τα μεγάλα «ΝΑΙ» και τα μεγάλα «ΌΧΙ», αποδεικνύοντας ότι μπορεί να υπηρετεί με ευθύνη την πατρίδα και τους πολίτες της.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταγράψει τις περισσότερες και σημαντικότερες επιτυχίες, τα μικρότερα λάθη και τις λιγότερες παραλείψεις συγκριτικά με τους πολιτικούς αντιπάλους της.

Γι’ αυτό, αν και διαχρονικά πολιτεύθηκε μακριά από ψεύδη και λαϊκισμούς, οι πολίτες με την εμπιστοσύνη τους, αθροιστικά, την έχουν αναδείξει ως την πρώτη, ως την πιο ισχυρή πολιτική δύναμη της χώρας.

Ως τον μεγάλο, μόνιμο και σταθερό πυλώνα του ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Την αγωνιώδη δε προσπάθεια των πολιτικών αντιπάλων να διαβάλλουν τη Νέα Δημοκρατία, την αντιμετωπίζουμε με λίγες, καθαρές και σταθερές κουβέντες.

Η Νέα Δημοκρατία ήταν, είναι και θα είναι η μεγάλη, πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας.

Με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις, τα μικρομεσαία στρώματα και τους νοικοκυραίους που αναφέρει ο κ. Υπουργός.

Η Νέα Δημοκρατία είναι βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, συνεκτική, ορθολογική, στιβαρή, προσαρμοστική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική.

Φίλες και Φίλοι,

Συμπερασματικά, η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου είναι συναρπαστική και χρήσιμη, προσφέροντας μια υπεύθυνη, τεκμηριωμένη και εκτεταμένη ανάγνωση του μακρινού και πρόσφατου παρελθόντος.

Γι’ αυτό το λόγο εύχομαι ολόψυχα το ανά χείρας βιβλίο να βρει την ανταπόκριση που προσδοκά ο συγγραφέας, και να διαβαστεί, να μελετηθεί καλύτερα, από πολλούς, όσο γίνεται περισσότερους…

InstagramYoutube