Πλειστηριασμοί

Ερώτηση για την αγορά ακινήτων, τις κατασχέσεις, τους πλειστηριασμούς, τις αποποιήσεις κληρονομιών και τη στεγαστική πολιτική

Ερώτηση προς

το Υπουργείο Οικονομικών,

το Υπουργείο Εσωτερικών,

το Υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας,

και το Υπουργείο Οικονομίας & Ανάπτυξης

Αθήνα, 3 Αυγούστου 2018

Θέμα: Αγορά ακινήτων, κατασχέσεις, πλειστηριασμοί, αποποιήσεις κληρονομιών και στεγαστική πολιτική.

Τα τελευταία χρόνια, η αγορά ακίνητης περιουσίας, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, έχει δεχθεί πολύ ισχυρό πλήγμα.

Η σταθεροποίηση στην πτώση των τιμών που επιτεύχθηκε το 2014, δεν ακολουθήθηκε από ανάκαμψη, αλλά αντίθετα η πτώση συνεχίστηκε και η αγορά τοποθετήθηκε σε χαμηλότερη βάση, επί της οποίας επήλθε μια νέα εύθραυστη ισορροπία.

Επί της ουσίας όμως, από το 2015 μέχρι και σήμερα, η κατάσταση στην αγορά ακίνητης περιουσίας ποιοτικά επιβαρύνθηκε σε πολύ σημαντικό βαθμό.

Δεδομένης της εξ ορισμού αργής προσαρμογής της αγοράς ακινήτων σε νέα δεδομένα, περαιτέρω αρνητικές εξελίξεις προμηνύονται, καθώς μια σειρά γεγονότων δύναται να λειτουργήσει σωρευτικά προκαλώντας νέες αναταράξεις.

Συγκεκριμένα, οι κατασχέσεις ακινήτων ιδιωτών από το Δημόσιο και οι σχετικοί πλειστηριασμοί που διενεργούνται, καθώς και οι αποποιήσεις κληρονομιών, δημιουργούν ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο ακινήτων το οποίο, σε μια ρηχή αγορά όπως είναι η ελληνική, καθιστά το Δημόσιο ουσιαστικό ρυθμιστή της πορείας εξέλιξής της και της βιωσιμότητάς της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο για το 2017, σύμφωνα με πληροφορίες, οι αποποιήσεις κληρονομιών ανήλθαν σε 130.000, σχεδόν τριπλάσιες συγκριτικά με το 2016.

Επιπρόσθετα, η κατάσταση στην αγορά περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς υπολογίζεται ότι άνω των 150.000 ακινήτων ιδιωτών (κυρίως κατοικίες) στην Αθήνα είναι μεγάλης παλαιότητας, μη συντηρημένα και έχουν τεθεί ουσιαστικά εκτός διαπραγμάτευσης και αγοράς.

Επίσης, οι νέες κατασκευές είναι ελάχιστες (όπως προκύπτει από τα στοιχεία έκδοσης νέων οικοδομικών αδειών), νέες εντάξεις στα σχέδια πόλεως δεν προγραμματίζονται, ενώ η παροχή πιστώσεων από το τραπεζικό σύστημα για στεγαστικά δάνεια βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά και δεν προβλέπεται σημαντική ανάκαμψη μεσοπρόθεσμα.

Τέλος, ένα πολύ σημαντικό τμήμα του οικιστικού αποθέματος μισθώνεται βραχυχρόνια αποκλειστικά στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού, ενώ άγνωστη παράμετρος παραμένει η μεσοπρόθεσμη πολιτική των τραπεζών (και των funds) σχετικά με τα ακίνητα ιδιωτών που έχουν περιέλθει ή θα περιέλθουν στην κατοχή τους αλλά και η σχετική επίπτωση αυτής της εξέλιξης στην κτηματαγορά.

Συμπερασματικά, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω δεδομένα, προκύπτουν δύο σημαντικές παρατηρήσεις:

  • Πρώτον, το Δημόσιο καθίσταται ρυθμιστής και διαχειριστής ενός νέου πολύ μεγάλου τμήματος της αγοράς ακίνητης περιουσίας, γεγονός το οποίο προκαλεί από μόνο του προβληματισμό δεδομένων των χαμηλών επιδόσεων στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας που διαχρονικά έχουν επιδείξει οι αρμόδιοι διαχειριστικοί φορείς.
  • Δεύτερον, εάν το Δημόσιο δεν καταφέρει τάχιστα να προσφέρει προς διάθεση στην αγορά τα ακίνητα που διαχειρίζεται ή θα κληθεί να διαχειριστεί, και εάν η Πολιτεία δεν δώσει σημαντικά κίνητρα σε ιδιώτες για τη ριζική ανακαίνιση ακινήτων παλαιότητας και την επανείσοδό τους στην αγορά, μια νέα ανισορροπία είναι προ των πυλών. Η μεγάλη ζήτηση για κατοικίες προς μίσθωση (και όχι για αγορά όπως συνέβαινε προ κρίσης) και η μικρή προσφορά ακινήτων προς μίσθωση, σε συνδυασμό με την υψηλή ανεργία και το συνεχώς συρρικνούμενο διαθέσιμο εισόδημα λόγω της υπερ-φορολόγησης, οδηγούν σε μια στεγαστική κρίση η οποία θα επηρεάσει κυρίως τους πολίτες των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων.

Για τους παραπάνω λόγους,

ΕΡΩΤΩΝΤΑΙ

οι κ.κ. Υπουργοί:

  1. Πόσα ακίνητα ιδιωτών έχουν κατασχεθεί από το Δημόσιο από το 2015 έως και σήμερα, τι ποσοστό εξ αυτών έχει πλειστηριαστεί και τι ποσοστό έχει πλειστηριαστεί αλλά κηρύχθηκε άγονη η διαδικασία; Ποια η τομεακή και η χωρική κατανομή των εν λόγω ακινήτων;
  2. Πόσα ακίνητα έχουν περιέλθει στο Δημόσιο από το 2015 έως και σήμερα λόγω αποποιήσεων κληρονομιών; Ποια η τομεακή και η χωρική κατανομή των εν λόγω ακινήτων;
  3. Ποια είναι η πολιτική της Κυβέρνησης σχετικά με τη διαχείριση των χιλιάδων ακινήτων που ήδη έχουν τεθεί ή θα τεθούν μελλοντικά υπό τη διαχείριση του Δημοσίου;
  4. Πώς σκοπεύει η Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη κρίση στην αγορά μισθώσεων κατοικιών; Υπάρχει επικαιροποιημένο εθνικό σχέδιο στεγαστικής πολιτικής;
  5. Η Κυβέρνηση εμφανίζεται να «κόπτεται» για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων. Τι θεσμικές πρωτοβουλίες και ενέργειες έχουν αναληφθεί και υλοποιηθεί από το 2015 έως και σήμερα ώστε να εισέλθουν ιδιωτικά κεφάλαια στον τομέα των αστικών αναπλάσεων, ιδιαίτερα στην περιοχή του κέντρου των Αθηνών, διευκολύνοντας την αξιοποίηση χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως είναι οι ΣΔΙΤ και το πακέτο Γιούνκερ;

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” – “Κατέρρευσε ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς”

Η Κυβέρνηση κατέθεσε ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο, με διαδικασία συζήτησης, και πάλι, αυτή του κατεπείγοντος. Διαδικασία η οποία, μαζί με τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, αποτελούν τον κανόνα της Κυβερνητικής νομοθέτησης και συνιστούν δείγματα κυβερνητικής ανακολουθίας και ερασιτεχνισμού, έλλειψης σχεδίου και στρατηγικής, ευτελισμού της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Επί του περιεχόμενου του Νομοσχεδίου:

1ον. Το Νομοσχέδιο οδηγεί, ουσιαστικά, σε άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Πλέον, φεύγει η προστασία από το νομοθέτη, τίθενται αυστηρότεροι όροι και προϋποθέσεις εξαίρεσης από την εκποίηση, ζητείται ο δανειολήπτης να υπήρξε συνεργάσιμος κατά το χρόνο της αρχικής καθυστέρησης του δανείου, και, ενώ η όποια προστασία ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου υφίσταται με βάση και την αντικειμενική αξία του ακινήτου, η τιμή του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης γίνεται από ειδικό εμπειρογνώμονα σε διαφορετική, πιθανότατα χαμηλότερη αξία.

Συνεπώς, ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς κατέρρευσε.

Ενώ ενισχύεται και ο Κώδικας Δεοντολογίας, με τις σχετικές έννοιες του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και των «εύλογων δαπανών διαβίωσης». Κώδικας Δεοντολογίας ο οποίος, αφού αρχικά επικρίθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, με αναφορές ότι «εξαθλιώνονται οι πολίτες» και «αλώνεται η ιδιωτική περιουσία», σήμερα, όχι μόνο υιοθετείται πλήρως, αλλά και ενισχύεται, ενώ αποτελεί και αντικείμενο θριαμβολογίας από πλευράς της Κυβέρνησης!

2ον. Το Νομοσχέδιο επιβάλλει νέους φόρους.

Πότε από προχειρότητα, πότε από ανικανότητα, και σίγουρα πάντοτε από αριστερή ιδεοληπτική εμμονή, η Κυβέρνηση, σε κάθε της Νομοσχέδιο, αυξάνει τη φορολογική επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου, ότι η Κυβέρνηση της Αριστεράς έχει την «ιδιοκτησία» του Προγράμματος, επιλέγει και υλοποιεί τα μέτρα και τις πολιτικές.

Είναι προφανές ότι η ΝΔ δεν μπορεί να στηρίξει πολιτικές που «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία. Και οι φορολογικές διατάξεις του Σχεδίου Νόμου εκτιμάται ότι θα περιορίσουν τον τζίρο των νόμιμων επιχειρήσεων, θα βάλουν λουκέτα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις των κλάδων, θα αυξήσουν την ανεργία και θα συρρικνώσουν τα έσοδα του Δημοσίου.  

3ον. Το Νομοσχέδιο τροποποιεί, για ακόμη μία φορά το τελευταίο διάστημα, και πάλι επί το δυσμενέστερο, τις ρυθμίσεις για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.

Το «πουλόβερ», είχε αρχίσει και συνεχίζει να ξηλώνεται, έχοντας εγκλωβίσει χιλιάδες συμπολίτες μας σε «καθεστώς ρυθμίσεων» που σήμερα δεν υφίσταται.

4ον. Το Νομοσχέδιο τροποποιεί, σε διάστημα περίπου 2 εβδομάδων, διατάξεις για τη δομή και λειτουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Νομοθετικό δείγμα προχειρότητας και ερασιτεχνισμού.

Συμπερασματικά, το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου αναδεικνύει την αριστερή ανακολουθία, την αριστερή προχειρότητα, την αριστερή ανευθυνότητα, την αριστερή αναλγησία.

InstagramYoutube