Βουλή

Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών Οικονομικών και Ισολογισμού-Απολογισμού της Βουλής επί της έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους για το δημόσιο χρέος

xristos-staikouras-bouli--Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με αφορμή την παρουσίαση της Έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, δίνεται η ευκαιρία να συζητήσουμε στην Επιτροπή για το ζήτημα του δημοσίου χρέους.

Ζήτημα υπαρκτό και μείζον, για το οποίο, όμως, αρκετές φορές ακούγονται υπερβολές και υποστηρίζονται ανακρίβειες.

Ενώ θα πρέπει να το προσεγγίζουμε με νηφαλιότητα, υπευθυνότητα και ρεαλισμό.

Να μένουμε στην αλήθεια.

Και η αλήθεια, μέσα σε 10 σημεία, ως προς την αριθμητική του χρέους, είναι:

1ον. Το δημόσιο χρέος, εδώ και δεκαετίες, έχει πολύ ισχυρή αυξητική δυναμική.

Ξεκίνησε από 22,5% του ΑΕΠ το 1980 και ανήλθε, μετά την επεκτατική δημοσιονομική διαχείριση της δεκαετίας του ’80, κοντά στο 100% στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Και πέριξ αυτού του επιπέδου, με κατά καιρούς αυξομειώσεις, κινήθηκε μέχρι το ξέσπασμα της μεγάλης παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Το αποτέλεσμα είναι από τα 12 δισ. ευρώ το 1981, αυτό να εκτοξευθεί, μέσα σε 25 χρόνια, στα 240 δισ. ευρώ το 2007.

2ον. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, την περίοδο 2007 – 2009, αυξήθηκε κατά το 1/5.

Αντίστοιχη αύξηση με αυτή που παρατηρήθηκε, κατά μέσο όρο, στην Ευρωζώνη.

Η 7η χαμηλότερη μεταξύ των κρατών-μελών της.

3ον. Το δημόσιο χρέος ανήλθε στα 299,7 δισ. ευρώ ή στο 129,7% του ΑΕΠ στο τέλος του 2009.

Αυτό έγινε μετά τις επαναταξινομήσεις λογαριασμών και την αναθεώρηση του ΑΕΠ που αφορούσαν την περίοδο 2006 – 2009 και που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2010 και του 2011.

Το χρέος ανήλθε στα 329,5 δισ. ευρώ το 2010.

Στα 355,2 δισ. ευρώ το 2011.

Στα 303,9 δισ. ευρώ το 2012.

Και εκτιμάται στα 321 δισ. ευρώ το 2013, λόγω της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

4ον. Το δημόσιο χρέος αυξάνει, όσο η χώρα έχει δημοσιονομικά ελλείμματα.

Ενώ, σε περιόδους ύφεσης, ο δείκτης του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ θα αυξάνει ανάλογα.

Έτσι παρατηρούμε ότι παρά τη μείωση του δημοσίου χρέους κατά 34 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2013, λόγω – κυρίως – της αναδιάρθρωσής του, το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, έχει αυξηθεί κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες την ίδια περίοδο, λόγω της βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης.

5ον. Η αυξητική δυναμική του δημοσίου χρέους «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωσή του.

Χρέος το οποίο, σε καθαρούς όρους, μειώθηκε κατά 52 δισ. ευρώ το 2012.

6ον. Το ύψος του δημοσίου χρέους θα ήταν υψηλότερο χωρίς την αναδιάρθρωσή του.

Ειδικότερα, μόνο με το άθροισμα των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της τετραετίας 2010 – 2013, το δημόσιο χρέος θα είχε αυξηθεί περίπου κατά 86 δισ. ευρώ το 2013 (ή 47% του ΑΕΠ).

Κάτι φυσικά που δεν έγινε.

Εάν δε στο δημόσιο χρέος του 2011, που ήταν 355 δισ. ευρώ, προσθέσουμε την ελλειμματική δραστηριότητα του δημοσίου και τα πακέτα στήριξης των τραπεζών κατά τα έτη 2012 και 2013, τότε το δημόσιο χρέος θα ξεπερνούσε τα 395 δισ. ευρώ ή το 216% του ΑΕΠ στο τέλος του 2013.

7ον. Η σύνθεση και η δομή του δημοσίου χρέους βελτιώθηκε.

Συγκεκριμένα, το δημόσιο χρέος της Κεντρικής Διοίκησης, το 2011, είχε μέση σταθμική διάρκεια 7 έτη και μέσο σταθμικό επιτόκιο 4,75%.

Το 2013, η μέση διάρκεια είναι 17 έτη και το μέσο σταθμικό επιτόκιο λίγο πάνω από το 2%.

8ον. Οι τόκοι, σε ταμειακή βάση, μειώθηκαν σημαντικά.

Από τα 16,3 δισ. ευρώ το 2011, στα 6,1 δισ. ευρώ το 2013.

Ή από το 7,8% του ΑΕΠ το 2011, στο 3,3% του ΑΕΠ το 2013.

Όσο περιορίζεται, και μάλιστα, σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους και επιμηκύνεται ο χρονικός ορίζοντας ωρίμανσής του, τόσο ο κίνδυνος για το Ελληνικό δημόσιο χρέος μετατρέπεται, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, από κίνδυνο πτώχευσης σε αναχρηματοδοτικό κίνδυνο.

Έχουμε, δηλαδή, καταφέρει να αποφύγουμε τον κίνδυνο πτώχευσης και εργαζόμαστε για να διασφαλίσουμε και τη μακροπρόθεσμη αναχρηματοδότηση του χρέους, ενδυναμώνοντας τη βιωσιμότητά του.

9ον. Το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους είναι πλέον στα χέρια των εταίρων και του Ευρωσυστήματος.

Μόνο 29,5 δισ. ευρώ βρίσκονται στα χέρια ιδιωτών πιστωτών και 28 δισ. ευρώ στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Η εν λόγω διακράτηση του δημοσίου χρέους από τους εταίρους ενισχύει τις διαπραγματευτικές δυνατότητες της χώρας.

10ον. Η αναδιάρθρωση, αν και φρέναρε την αυξητική δυναμική, δεν διευθέτησε οριστικά το ζήτημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Το ζήτημα της περαιτέρω ενίσχυσής της παραμένει ανοικτό.

Στην ενίσχυσή της θα συμβάλλουν:

1ον. Η επίτευξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων.

Αρχής γενομένης από το 2013.

Οι τελευταίες χειμερινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το επιβεβαιώνουν.

Η Ελλάδα, σύμφωνα τόσο με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής όσο και με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών, χωρίς την επίπτωση του προγράμματος στήριξης των τραπεζών, επιτυγχάνει, νωρίτερα από τις εκτιμήσεις, υψηλότερο από τις προβλέψεις πρωτογενές πλεόνασμα.

2ον. Η ανάταξη, μέσα στο 2014, και βιώσιμη ανάπτυξη, τα επόμενα χρόνια, της οικονομίας.

Που επηρεάζει σημαντικά το ύψος και τη δυναμική του χρέους.

Με την ισχυροποίηση των αναπτυξιακών εργαλείων και την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων.

3ον. Η λήψη των αναγκαίων μέτρων περαιτέρω ελάφρυνσης του Ελληνικού δημοσίου χρέους από τους εταίρους, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Αυτά τα στοιχεία, όχι μόνο θα ενισχύσουν τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, αλλά και θα καταστήσουν εφικτή την επιστροφή της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου μέσω προσφυγής της σε νέο δανεισμό.

Επιστροφή που θα εδράζεται σε ένα πλαίσιο αρχών.

Αρχές όπως είναι:

1η. Η σύνταξη, υιοθέτηση και υλοποίηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου για την παραγωγική ανασυγκρότηση του κράτους και της οικονομίας.

2η. Η διατήρηση της σχέσης αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης με τους εταίρους.

3η. Η εξασφάλιση του απαραίτητου χρόνου κατά τον οποίο το σύνολο των υποχρεώσεων για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους θα καλύπτεται από το πρωτογενές πλεόνασμα.

Έτσι, θα πεισθούν οι διεθνείς επενδυτές ότι διασφαλίζονται οι επενδύσεις τους και θα «επιστρέψουν» στη χώρα.

4η. Η διατήρηση και περαιτέρω ενίσχυση της αξιοπιστίας της χώρας.

Κυρίως οι δημοσιονομικές επιδόσεις αλλά και η σταδιακή, αλλά σημαντική, αποκατάσταση της φερεγγυότητας της χώρας, έχουν ήδη οδηγήσει σε σημαντική μείωση των επιτοκίων δανεισμού της.

Ενδεικτικά αλλά χαρακτηριστικά, σήμερα, οι αποδόσεις των 10ετών Ελληνικών ομολόγων ανέρχονται περίπου στο 7%, πολύ κοντά σε αυτές της «προ Μνημονίου» περιόδου.

Και ενώ, πριν από 18 μήνες, οι αντίστοιχες αποδόσεις ξεπερνούσαν το 30%.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Μέχρι όμως να βγούμε στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, εργαζόμαστε μεθοδικά και υπεύθυνα, ώστε να εξασφαλίσουμε και να ενισχύσουμε τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου.

Σε αυτή την κατεύθυνση, εξουσιοδοτήσαμε τον ΟΔΔΗΧ, να έχει τη δυνατότητα σύναψης πράξεων πώλησης τίτλων διαχείρισης του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνία επαναγοράς (repos) με αντισυμβαλλόμενους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.

Πρόκειται για μία κίνηση αξιοποίησης του συγκεκριμένου εργαλείου από την πλευρά του Ελληνικού Δημοσίου με στόχο, όταν κρίνεται απαραίτητο, να ενισχύεται βραχυπρόθεσμα η ρευστότητά του.

Ειδικότερα, ύστερα από ενδελεχή έρευνα των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης διαπιστώθηκε ότι ποσό πλέον των 3 δισ. ευρώ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί άμεσα από το Ελληνικό Δημόσιο για διαχείριση ρευστότητας επ’ αμοιβαίο όφελος.

Και η προσφορότερη τακτική κρίθηκε αυτή της σύναψης συμφωνιών repos.

Με κάθε σύμβαση ο ΟΔΔΗΧ θα προβαίνει σε συμφωνία με τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, με την οποία οι τελευταίοι θα επενδύουν συγκεκριμένο ποσό για χρονική διάρκεια ολίγων ημερών, εβδομάδων, ή μηνών με ανάλογο επιτόκιο αγοράς.

Συγκεκριμένα, θα συνάπτει συμφωνία πώλησης και επαναγοράς (sell – buy back) τίτλων, ίσης αξίας με το ύψος του ποσού που θα επενδυθεί.

Οι δεδουλευμένοι τόκοι των τίτλων που θα χρησιμοποιούνται για τη συμφωνία repos θα εισπράττονται από τον αρχικό κάτοχο, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο.

Πρόκειται για μία μέθοδο διαχείρισης ρευστότητας με ξεκάθαρα δημοσιονομικά πλεονεκτήματα:

1ον. Το κόστος για το Ελληνικό Δημόσιο είναι πολύ χαμηλό.

Αξίζει να αναφερθεί ότι τα επιτόκια αγοράς για προτεινόμενο διάστημα 15 ημερών, κυμαίνονται στα επίπεδα του 1,70%-1,75%.

2ον. Δεν επιβαρύνονται ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα των εν λόγω συμφωνιών εντάσσονται στο πλαίσιο του ενδοκυβερνητικού χρέους. 

Ειδικότερα, οι τόκοι που προκύπτουν από τις εν λόγω συμφωνίες και θα καταβληθούν από το Ελληνικό Δημόσιο αποτελούν δαπάνη της Γενικής Κυβέρνησης.

Ταυτόχρονα, όμως, αποτελούν και ισόποσο έσοδο των αντισυμβαλλομένων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

Να τονισθεί επίσης ότι τα Έντοκα Γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου και οι συμβάσεις Repos καλύπτουν δύο διαφορετικές ανάγκες.

Τα Έντοκα Γραμμάτια εκδίδονται επί τη βάσει του εγκεκριμένου  δανειακού προγράμματος για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου όπως αυτές προκύπτουν από την απρόσκοπτη εκτέλεση του προγράμματος, ενώ το νέο προϊόν εντάσσεται στη βραχυπρόθεσμη διαχείριση ρευστότητας.

Αλλά και δημοσιονομικά, σε σχέση με εναλλακτικό δανεισμό μέσω έκδοσης επιπλέον ποσού Εντόκων Γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου, για παράδειγμα 100 εκατ. ευρώ τρίμηνης διάρκειας με επιτόκιο 3,6%, ο οποίος δε θα εντασσόταν στο ενδοκυβερνητικό χρέος, από την σύναψη repos ίσης διάρκειας προκύπτει πραγματικό όφελος για το Ελληνικό Δημόσιο ύψους 900.000 ευρώ.

Αντίστοιχα για ποσό 3 δισ. ευρώ μέσω repos, το πραγματικό όφελος σε σχέση με τον προαναφερόμενο δανεισμό από την «αγορά» με Έντοκα Γραμμάτια θα ανέλθει σε περίπου 27 εκατ. ευρώ.

Επίσης, στο πλαίσιο διαχείρισης των υφιστάμενων νέων εκδόσεων, θα επιδιωχθεί, μέσω ανταλλαγών, η παροχή ρευστότητας σε επιλεγμένα «σημεία» της καμπύλης αποδόσεων με στόχο τη διαμόρφωση εκδόσεων αναφοράς.

Με τον τρόπο αυτό αναμένεται η καμπύλη αποδόσεων των Ελληνικών κρατικών χρεογράφων να αντικατοπτρίζει καλύτερα τον κίνδυνο ρευστότητας με πτώση των αποδόσεων, τόσο στο μακρινό αλλά ιδιαιτέρως στο μεσοπρόθεσμο τμήμα της.

Παράλληλα, σχεδιάζονται και μία σειρά από άλλες κινήσεις διαχείρισης του χαρτοφυλακίου των υφιστάμενων εκδόσεων για τη δημιουργία «ρευστότητας» και την περαιτέρω πτώση του κόστους δανεισμού.

Με στόχο, όπως είπαμε, τη σταδιακή επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές κεφαλαίου.

Η σταδιακή επιστροφή στις αγορές με έκδοση τίτλων μεσοπρόθεσμης διάρκειας (π.χ. 5ετών) και με επαρκή «ρευστότητα» θα συμβάλλει συνολικά στην πτώση των αποδόσεων των κρατικών χρεογράφων, των Ελληνικών τίτλων και των τίτλων στη διατραπεζική αγορά, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις πλέον να μπορούν δανείζονται με εύλογο κόστος.

Ο στόχος της αμοιβαιοποίησης του χρέους, πράγματι συζητείται εκτεταμένα στα ευρωπαϊκά όργανα.

Η επίτευξή του όμως, παραμένει πολιτικά δύσκολη.

Και αυτό γιατί, επί του παρόντος, δεν υπάρχει το απαραίτητο θεσμικό υπόβαθρο, αφού η Ευρωπαϊκή Ένωση κτίστηκε στις αρχές που κατοχύρωναν την οικονομική ανεξαρτησία των κρατών-μελών.

Ρεαλιστικά όμως, η εισαγωγή του κοινού νομίσματος, επιβάλλει σύγκλιση επιτοκίων.

Με την κρίση χρέους, την επέκταση ωρίμανσης του χρέους και την ανάληψη μέρους αυτών από τα κράτη-μέλη, ο αναχρηματοδοτικός κίνδυνος που ανακύπτει, εκτιμάται ότι θα αντιμετωπισθεί από κάποιου είδους ανάληψη του αναχρηματοδοτικού κινδύνου ή μέρους αυτού από κοινούς θεσμούς.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Τόσο η διαχείριση του δημοσίου χρέους, όσο και η ενίσχυση και διασφάλιση της βιωσιμότητας αυτού συνιστούν κρίσιμα στοιχεία όχι μόνο για την έξοδο της χώρας από την κρίση, αλλά και για τη μεταγενέστερη πορεία της.

Απαιτείται σύνεση, ρεαλισμός, διορατικότητα και υπευθυνότητα.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, συνεχίζουμε.

Υλοποιώντας την προσφορότερη τακτική και ακολουθώντας συγκεκριμένη στρατηγική.

Αναζητούμε τις βέλτιστες, εφικτές λύσεις, σεβόμενοι τις τεράστιες θυσίες της Ελληνικής κοινωνίας.

Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Ερώτησης του Βουλευτή Δ. Γελαλή σχετικά με τις καταπτώσεις εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου

XS_Vouli_25.02.2014Πρωτολογία

Κύριε Συνάδελφε,

Με την Επίκαιρη Ερώτηση που συζητάμε σήμερα, θίγεται ένα ζήτημα με ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική σημασία, το οποίο κατά καιρούς έχει απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση και το Κοινοβούλιο.

Το ζήτημα του πλαισίου που διέπει τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου.

Είναι, συνεπώς, ευκαιρία να αναδείξουμε το θέμα σε όλες τις διαστάσεις του, ώστε να έχουμε μια καλύτερη αντίληψη του τι πραγματικά συμβαίνει, αλλά και του τι μπορεί μελλοντικά, να υλοποιηθεί.

Με ρεαλισμό και υπευθυνότητα.

Μακριά από ανεύθυνες «κορώνες» και λαϊκίστικες προσεγγίσεις.

Κύριε Συνάδελφε,

Είναι αλήθεια ότι η χορήγηση εγγυήσεων από το Ελληνικό Δημόσιο αποτελεί ένα σημαντικό μέσο στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής του Κράτους, το οποίο μέχρι σήμερα έχει χρησιμοποιηθεί, σε μεγάλο βαθμό, για τη χρηματοδότηση δημόσιων και ιδιωτικών φορέων της οικονομίας αλλά και για κοινωνικούς σκοπούς.

Οι γενικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να παράσχει την εγγύησή του αποτυπώνονται στο σχετικό νομικό πλαίσιο, όπως αυτό κάθε φορά ισχύει.

Παράλληλα, με τις επιμέρους Υπουργικές Αποφάσεις παροχής εγγύησης καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις ισχύος αυτής.

Ειδικότερα, και απαντώντας στο 1ο σας ερώτημα, για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου απαιτείται:

1ον. Να περιλαμβάνεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα προσώπων στις κατηγορίες των δικαιούχων του Ν. 2322/1995.

2ον. Να διασφαλίζεται η συμβατότητα με την περί κρατικών ενισχύσεων νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προηγούμενη κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή του σχεδιαζόμενου μέτρου εγγύησης, στις περιπτώσεις που αυτό επιβάλλεται από τη σχετική νομοθεσία.

3ον. Να διασφαλίζεται η τήρηση του ετήσιου ανώτατου εγκεκριμένου ορίου συνολικού ποσού εγγυήσεων.

Πρέπει να επισημανθεί ότι από το έτος 2012, στο πλαίσιο των κριτηρίων και των στόχων του επικαιροποιημένου Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, το ετήσιο όριο εγγυήσεων είναι κατ’ αρχήν μηδενικό, με μόνες εξαιρέσεις τις εγγυήσεις:

  • που παρέχονται για τη στήριξη των τραπεζών,
  • που σχετίζονται με δάνεια που χορηγούνται από την ΕΤΕπ,
  • που χορηγούνται από το ΕΤΕΑΝ υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις,
  • που σχετίζονται με Διαρθρωτικά Ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη χρήση εργαλείων επιμερισμού κινδύνου.

Πρέπει δε να επισημανθεί ότι ως νέα εγγύηση λογίζεται και η επιμήκυνση υφιστάμενων εγγυήσεων για χρονικό διάστημα πέραν του αρχικώς προβλεπόμενου από τη σύμβαση.

4ον. Να τηρείται αυστηρά η προβλεπόμενη από το νομικό πλαίσιο διαδικασία, που επιβάλλει:

  • Την εξέταση των αιτημάτων από Υποεπιτροπή Εγγυήσεων ή, προκειμένου για δανεισμό ΔΕΚΟ, από Εξαμελή Επιτροπή Εγγυήσεων, που εισηγείται στη Διυπουργική Επιτροπή Εγγυήσεων ή στη Διυπουργική Επιτροπή ΔΕΚΟ αντίστοιχα.
  • Την παροχή της εγγύησης με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν σύμφωνης, ομόφωνης γνώμης της Διυπουργικής Επιτροπής.

Επιπλέον, για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να λαμβάνονται εξασφαλίσεις, εμπράγματες ή ενοχικές, και να επιβάλλεται προμήθεια ασφαλείας μέχρι 2% ετησίως επί του εκάστοτε εγγυημένου ποσού.

Παράλληλα, κατά την εξέταση των αιτημάτων από τα αρμόδια όργανα, αναλύονται οι όροι και ο σκοπός των δανείων, λαμβάνονται υπόψη οι επικρατούσες συνθήκες της αγοράς, οι επιδιωκόμενοι κοινωνικοί/αναπτυξιακοί στόχοι, η πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη και ο αναλαμβανόμενος, από πλευράς Δημοσίου, κίνδυνος.

Κύριε Συνάδελφε,

Σας ανέπτυξα, όσο το δυνατόν πιο κωδικοποιημένα, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύναται να παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Δυστυχώς, όμως, είναι γεγονός ότι, λόγω της κρίσης αλλά και λανθασμένων επιλογών του παρελθόντος, αρκετές από τις παρασχεθείσες εγγυήσεις καταπίπτουν, επιβαρύνοντας το Δημόσιο.

Πρόκειται για μία δυσμενή εξέλιξη, την οποία προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε με διάφορες ρυθμίσεις, τις οποίες προωθούμε, στο πλαίσιο πάντα των περιορισμών που απορρέουν από τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η χώρα.

Ωστόσο, για να απαντήσω στις υπερβολικές αιτιάσεις σας περί μη καταγραφής των στοιχείων, πρέπει να επισημάνω ότι τα στοιχεία που αφορούν τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου προφανώς όχι μόνο καταγράφονται αλλά και δημοσιοποιούνται.

Το Υπουργείο Οικονομικών δημοσιοποιεί, δύο φορές το μήνα, στο Δελτίο Εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού, στοιχεία για τις καταπτώσεις εγγυήσεων με κατηγοριοποίηση αυτών σε εντός και εκτός Γενικής Κυβέρνησης.

Ενώ, στην Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού του 2014, στο Κεφάλαιο 4, υπάρχει ολόκληρη ενότητα με πίνακες και διαγράμματα όπου μπορεί, όποιος ενδιάφερεται βέβαια, να ενημερωθεί για το ύψος των εγγυήσεων, το ανεξόφλητο εγγυημένο υπόλοιπο, τα έσοδα από προμήθειες εγγυήσεων – γιατί υπάρχουν και έσοδα – και το τελικό ποσό των καταπτώσεων που βαρύνουν το Δημόσιο, από το έτος 2000 μέχρι σήμερα.

Κύριε Συνάδελφε,

Ήδη έχω μακρηγορήσει, καθώς τα στοιχεία είναι πολλά και το θέμα σύνθετο.

Κατά τη δευτερολογία μου, θα τοποθετηθώ και επί των άλλων ζητημάτων που θίγετε στην Ερώτησή σας.

Δευτερολογία

Κύριε Συνάδελφε,

Είναι γεγονός ότι η ήδη ανειλημμένη, από τα προηγούμενα χρόνια, εγγυητική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου είναι, σωρευτικά, αρκετά αυξημένη.

Για το λόγο αυτό, και προκειμένου να μειωθεί περαιτέρω ο κίνδυνος μελλοντικών καταπτώσεων, η πολιτική εγγυήσεων συνεχίζει να προσανατολίζεται κυρίως στην κάλυψη δανείων που χρηματοδοτούν επενδυτικά προγράμματα, τα οποία συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, και να διαμορφώνεται σύμφωνα με τις επιταγές και τις εξαιρέσεις του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, με στόχο να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του Δημοσίου.

Προς την κατεύθυνση αυτή, και προς επίρρωση των ανωτέρω, οι παρασχεθείσες εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, από 01.01.2012 έως 30.11.2013, ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 1,7 δισ. ευρώ περίπου, τη στιγμή που το ανεξόφλητο εγγυημένο υπόλοιπο δανείων την 31.11.2011 ανήρχετο στο ποσό των 19,9 δισ. ευρώ.

Οι περιπτώσεις φορέων που δανειοδοτήθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που θέτει το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής.

Πρόκειται, κυρίως, είτε για δανειοδότησεις από την ΕΤΕπ, είτε για περιπτώσεις για τις οποίες έχει ληφθεί ειδική εξαίρεση, όπως π.χ. η ΔΕΗ και η ΔΕΠΑ, προκειμένου να μην δημιουργηθεί πρόβλημα στην ελληνική αγορά ενέργειας, ή για να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις έκτακτων φυσικών καταστροφών (Πίνακας 1).

Όσον αφορά στις καταπτώσεις εγγυήσεων (ερώτημα 3), τα δεδομένα έχουν συνοπτικά ως εξής:

Για το 2010:

  • Σε φορείς εντός Γενικής Κυβέρνησης 852 εκατ. ευρώ.
  • Σε φορείς εκτός Γενικής Κυβέρνησης 122 εκατ. ευρώ.

Για το 2011:

  • Σε φορείς εντός Γενικής Κυβέρνησης 1,25 δισ. ευρώ.
  • Σε φορείς εκτός Γενικής Κυβέρνησης 193 εκατ. ευρώ.

Για το 2012:

  • Σε φορείς εντός Γενικής Κυβέρνησης 678 εκατ. ευρώ.
  • Σε φορείς εκτός Γενικής Κυβέρνησης 117 εκατ. ευρώ.

Για το 2013:

  • Σε φορείς εντός Γενικής Κυβέρνησης 512 εκατ. ευρώ.
  • Σε φορείς εκτός Γενικής Κυβέρνησης 356 εκατ. ευρώ.

Καταθέτω του σχετικούς πίνακες στα Πρακτικά, προς ενημέρωσή σας.

Κύριε Συνάδελφε,

Στο σημείο αυτό θέλω να σας ενημερώσω, διότι μπορεί να μην το γνωρίζετε, ότι η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, δεν ενέχει μόνο τον κίνδυνο της κατάπτωσης και, συνεπώς, της επιβάρυνσης του Δημοσίου.

Από την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου προκύπτουν και έσοδα για τα δημόσια ταμεία.

Όπως συνέβη με την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις τράπεζες, στο πλαίσιο του Ν. 3723/2008, προκειμένου να ενισχυθεί η ρευστότητα της οικονομίας.

Η εγγύηση αυτή παρασχέθηκε έναντι προμήθειας, η οποία αποτελεί έσοδο του Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, για το έτος 2013 έχει εισπραχθεί το συνολικό ποσό των 580 εκατ. ευρώ.

Κύριε Συνάδελφε,

Η μείωση των παρεχομένων εγγυήσεων, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, είναι αποτέλεσμα της αυστηροποίησης των κριτηρίων αξιολόγησης των δανείων που παρέχονται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Ωστόσο, από την έναρξη ισχύος του Ν. 2322, το 1995, πολύ δε περισσότερο συνεκτιμώντας την τρέχουσα οικονομική συγκυρία, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της χώρας μας έχουν αλλάξει αισθητά.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με σχετικό αίτημα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για προσαρμογή του νομικού πλαισίου εγγυήσεων στα επιτασσόμενα από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο περί κρατικών ενισχύσεων, κατέστησαν αναγκαία τη αναμόρφωση του νομικού πλαισίου για τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου.

Προς το σκοπό αυτό έχει συνταχθεί από τις αρμόδιες Υπηρεσίες σχετικό Σχέδιο Νόμου, το οποίο, δίχως να υπονομεύει τον κοινωνικό/αναπτυξιακό ρόλο, που το Κράτος οφείλει να επιτελεί με την πολιτική εγγυήσεων, αυστηροποιεί τις ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις παροχής εγγύησης, θέτοντας δικλείδες προς ελαχιστοποίηση, στο μέτρο του εφικτού, των δημοσιονομικών κινδύνων και προς τη διασφάλιση της συμβατότητας με την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Εν τω μεταξύ, από τον Απρίλιο του 2013, με το Ν. 4151/2013, έχουν ήδη αναληφθεί στοχευμένες, βελτιωτικές πρωτοβουλίες επί του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου με την τροποποίηση της σύνθεσης και τον σαφή προσδιορισμό, αυστηρά ως γνωμοδοτικού οργάνου, του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου.

Δυστυχώς, την εν λόγω πρωτοβουλία, επιδιώξατε, ανεπιτυχώς, να ακυρώσετε με την κατάθεση τροπολογίας, μαζί με άλλους Συναδέλφους σας του ΣΥΡΙΖΑ, στις 21.06.2013, σε άλλο νομοσχέδιο, με την οποία ζητούσατε να επαναποδοθεί η δυνατότητα στο Συμβούλιο να διαγράφει χρέη.

Προφανώς, τότε, δεν είχατε αντιληφθεί ότι οι καταπτώσεις εγγυήσεων και η διαγραφή χρεών επιβαρύνουν τους φορολογούμενους πολίτες, που καταβάλλουν από το υστέρημά τους μεγάλα ποσά, όπως λέτε σήμερα στην Ερώτησή σας…

Καλώς ορίσατε, επιτέλους, στην πραγματικότητα!

Κύριε Συνάδελφε,

Σήμερα, η δημοσιονομική συγκυρία είναι διαφορετική και οι δυνατότητες παρέμβασης συγκεκριμένες και αισθητά περιορισμένες, σε σχέση με το παρελθόν.

Εμείς προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τις δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης και να αναδείξουμε τις δυνατότητες που διαφαίνονται μέσα από το γενικότερο πλαίσιο σταθεροποίησης και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, με σύνεση και υπευθυνότητα.

Προς την κατεύθυνση αυτή, με αυτά τα δεδομένα, συνεχίζουμε να αναζητούμε βιώσιμες, ρεαλιστικές και εφικτές λύσεις.

Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην Επιτροπή Απολογισμού-Ισολογισμού της Βουλής σχετικά με τις Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους

Κυρίες και Κύριοι,

Η σημερινή συνεδρίαση της Επιτροπής είναι η δεύτερη κατά την οποία το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους της Βουλής των Ελλήνων παρουσιάζει τις τριμηνιαίες Εκθέσεις του.

Ενός κοινοβουλευτικού θεσμού που η παρούσα Κυβέρνηση επαναλειτούργησε, αποδεχόμενη και τη διεύρυνση του αριθμού των μελών του Γραφείου.

Ενός θεσμού που οφείλει να καταθέτει την άποψή του χωρίς «καθοδηγήσεις» και «πολιτικές ισορροπίες».

Πρόκειται για χαρακτηριστικά τα οποία η Κυβέρνηση, από την πρώτη στιγμή, σέβεται απολύτως και μεριμνά για τη διασφάλισή τους.

Για αυτό το λόγο και δεν έχει τοποθετηθεί ποτέ επί του περιεχομένου των Εκθέσεων, όταν αυτές «βλέπουν το φως» της δημοσιότητας.

Όπως σπεύδουν, αρκετές φορές, να πράξουν Κόμματα της Αντιπολίτευσης.

Χωρίς καν να έχουν διαβάσει το περιεχόμενο των Εκθέσεων.

Η Κυβέρνηση, με υπευθυνότητα και σοβαρότητα, σεβόμενη το θεσμό, τοποθετείται εντός του Κοινοβουλίου.

Όπως έπραξε και πριν από ορισμένους μήνες, όταν συζητούσαμε την 1η Έκθεση του Γραφείου.

Πρώτη Έκθεση που κατέγραφε προβληματισμούς ως προς τη δυνατότητα της χώρας να επιτύχει, το 2013, νωρίτερα από τις προβλέψεις, πρωτογενές πλεόνασμα.

Έκθεση που υποστήριζε την «αδυναμία επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων παρά μόνο από το 2014».

Και τελικά διαψεύστηκε.

Όπως και μεταγενέστερες Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού. Ενδεικτικά:

1ον. Όταν Έκθεση είχε συγχύσει το «δημοσιονομικό» με το «χρηματοδοτικό» κενό.

Με αποτέλεσμα να υποστηρίζει ότι το δημοσιονομικό κενό είναι πολύ υψηλότερο,  4 φορές μεγαλύτερο ακόμη και από τις τότε εκτιμήσεις της Τρόικα.

2ον. Όταν Έκθεση υποστήριζε ότι «η Τρόικα αναμένει διορθωτικά μέτρα για να επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα το 2013».

Κάτι που τελικά, ποτέ δεν έγινε.

3ον. Όταν Έκθεση υποστήριζε ότι «οι δημόσιες επενδύσεις συνεχώς περικόπτονται».

Κάτι που επίσης δεν έγινε.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων ανήλθαν στα 6,65 δισ. ευρώ, υψηλότερες κατά 540 εκατ. ευρώ έναντι του 2012.

Ενώ οι συνολικές, και παρελθόντων ετών, επιστροφές φόρων ανήλθαν στα 3,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 420 εκατ. ευρώ έναντι του 2012.

Δηλαδή, δύο βασικοί πυλώνες ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας, διαμορφώθηκαν, τελικά, υψηλότερα από το 2012.

4ον. Όταν Έκθεση υποστήριζε ότι «το Κράτος εξακολουθεί να μην ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του έναντι των προμηθευτών».

Όταν το Κράτος έχει ήδη μειώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του κατά 50% το 2013.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές οι οποίες, το Δεκέμβριο του 2013, ανέρχονται, μαζί με τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων, στα 4,7 δισ. ευρώ, έναντι 9,2 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012.

Είναι όμως γεγονός ότι οι Εκθέσεις του Γραφείου προχωρούν και σε πολλές ορθές εκτιμήσεις για το παρόν και το μέλλον της Ελληνικής οικονομίας.

Ενδεικτικά αναφέρω κάποιες από αυτές:

  • Η φορολογική επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων είναι μεγάλη, ενώ ταυτόχρονα μειώνονται μισθοί και συντάξεις και η ανεργία ανεβαίνει.
  • Το πρόγραμμα προσαρμογής οδήγησε σε πολύ βαθύτερη ύφεση απ’ ότι είχε αρχικά προβλεφθεί.
  • Η γενικευμένη πολιτική λιτότητας, όπως εφαρμόστηκε από το 2010, προκαλεί ζητήματα αποδοχής από την κοινωνία, αναθερμαίνει το λαϊκισμό και απειλεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
  • Η εκτόξευση της ανεργίας και η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων αποτελούν την πιο σκοτεινή πλευρά της προσαρμογής.
  • Η δημοσιονομική σταθεροποίηση έχει συμβάλλει στη μείωση της αβεβαιότητας και τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και έχει εδραιώσει τη θέση της χώρας μας στην ευρωζώνη.
  • Η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων δεν εγγυάται από μόνη της τη διατηρησιμότητα των μακροοικονομικών ισορροπιών.
  • Δεν υπάρχουν περιθώρια να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό με νέα μέτρα λιτότητας.
  • Η επιστροφή σε διατηρήσιμη ανάπτυξη θα αποδειχθεί απατηλό όραμα αν δεν εφαρμοστούν κρίσιμες μεταρρυθμίσεις.
  • Οι αντιδράσεις σε κάθε μεταρρυθμιστικό μέτρο είναι μεγάλες, καθώς ατομικά και συλλογικά συμφέροντα ανθίστανται.
  • Θα πρέπει να εκλογικευθεί ο κρατικός παρεμβατισμός, ώστε να μην εμποδίζεται η επιχειρηματικότητα.
  • Η φοροδιαφυγή θα παραμείνει ένα από τα μεγάλα ζητούμενα το 2014 και μετέπειτα και θα απαιτηθεί μία ριζική αλλαγή στο επίπεδο των συνειδήσεων και των νοοτροπιών προκειμένου να περιορισθεί σημαντικά.
  • Απαιτούνται ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις για τη μελλοντική πορεία και τις στρατηγικές επιλογές της χώρας.
  • Στο τέλος του 2013 η Ελλάδα κατάφερε να μειώσει αισθητά, να μηδενίσει ή και να μετατρέψει σε πλεονάσματα όλα τα ελλείμματα που είχε πριν την κρίση. Η χώρα δεν δημιουργεί πλέον νέες δανειακές ανάγκες. Η χώρα δεν καταναλώνει πλέον πέρα από τις δυνάμεις της.
  • Η πιστοποίηση του πρωτογενούς πλεονάσματος θα ανοίξει το δρόμο για τη μείωση του χρέους με οποιονδήποτε τρόπο.
  • Με ή χωρίς «Μνημόνιο» η Ελλάδα θα κινείται στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται στην Ευρώπη όσον αφορά τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τις μακροοικονομικές ανισορροπίες.
  • Και αυτό γιατί, για την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης, ήδη έχουν θεσπιστεί:

‒   Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, με μία δέσμη οδηγιών και ένα νέα κανονισμό (six pack).

‒   Μηχανισμοί στήριξης των κρατών-μελών (Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας).

‒   Το «δημοσιονομικό σύμφωνο» (fiscal compact).

‒   Η ενδυνάμωση της οικονομικής συνεργασίας σε πεδία ευρύτερης οικονομικής πολιτικής (Euro-Plus-Pact και εποπτεία μακροοικονομικών ανισορροπιών).

‒   Η ενισχυμένη εποπτεία σε κεντρικό επίπεδο των εθνικών προϋπολογισμών (two pack).

Αυτό μεταφράζεται στο ότι κάθε κράτος-μέλος:

  • Θεσμοθετεί και τηρεί τον κανόνα του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.
  • Αποφασίζει μακροπρόθεσμους στόχους.
  • Εφαρμόζει πολιτικές που οδηγούν σε διατηρήσιμα αποτελέσματα.
  • Ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία του μηχανισμούς αυτόματης διόρθωσης τυχόν αποκλίσεων από δημοσιονομικούς στόχους.
  • Υπόκειται, ο Προϋπολογισμός του, σε ενισχυμένη προληπτική εποπτεία μέσα από την διαδικασία του «ευρωπαϊκού εξαμήνου».

Κυρίες και Κύριοι,

Σήμερα, όπως υποστηρίζουν και οι Εκθέσεις του Γραφείου «εμπεδώνεται η εκτίμηση ότι η οικονομία έχει εισέλθει σε τροχιά σταθεροποίησης και θα ακολουθήσει, ήδη από το 2014, η πολυπόθητη επιστροφή στην ανάπτυξη».

Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν ότι, τη χρονιά που πέρασε, πετύχαμε τη σταθεροποίηση της διεθνούς θέσης της χώρας και των δημόσιων οικονομικών της και δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για λήξη της παρατεταμένης ύφεσης κατά το τρέχον έτος.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα των τεράστιων, των πρωτόγνωρων θυσιών της Ελληνικής κοινωνίας.

Τόσο σε όρους δημοσιονομικού εγχειρήματος όσο και σε όρους βιοτικού επιπέδου.

Έτσι, σήμερα:

1ον. Η πρωτοφανής σε έκταση και ένταση ύφεση επιβραδύνεται.

Ο ρυθμός της θα περιορισθεί το 2013 σε σύγκριση τόσο με το 2012 όσο και με την πρόβλεψη στις αρχές του έτους.

Προβλέψεις τις οποίες επικαλούνται οι Εκθέσεις του Γραφείου και οι οποίες ανέβαζαν την ύφεση ακόμη και στο 5%.

Το 2014 εκτιμάται ότι η ύφεση θα τερματιστεί και η οικονομία θα αρχίσει να ανακάμπτει.

2ον. Διαρθρωτικές αλλαγές υλοποιούνται.

Η Ελλάδα είναι, πλέον, η χώρα με τον υψηλότερο, μεταξύ των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ, ρυθμό προώθησης των μεταρρυθμίσεων, υλοποιώντας μάλιστα τις δυσκολότερες διαρθρωτικές αλλαγές, ακόμη και σε ευαίσθητους τομείς, όπως είναι οι ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας.

Ενδεικτικά, αλλά χαρακτηριστικά, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η Ελλάδα, στον τομέα της ευκολίας ίδρυσης νέων επιχειρήσεων, βελτίωσε τη θέση της στην παγκόσμια κατάταξη κατά 110 βαθμίδες, από την 146η θέση το 2012 στην 36η το 2013.

3ον. Αποκρατικοποιήσεις ξεκίνησαν, μετά από σημαντικές καθυστερήσεις, να πραγματοποιούνται, παρά τα προβλήματα, κυρίως εξωγενή, που παρουσιάζονται.

Μέχρι σήμερα, την τελευταία διετία, υλοποιήθηκαν 12 έργα αποκρατικοποιήσεων, με συνολικά εκτιμώμενα έσοδα ύψους 3,8 δισ. ευρώ.

4ον. Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας ενισχύεται.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μετατρέπεται σε πλεονασματικό, για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν 20 χρόνια.

Βέβαια, κυρίως, λόγω υποχώρησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και των εισαγωγών εξαιτίας του περιορισμού του διαθέσιμου εισοδήματος.

5ον. Οι τιμές ανταποκρίνονται πλέον στον περιορισμό της ζήτησης και του κόστους εργασίας και η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε βελτίωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.

Εξέλιξη θετική, μη επιθυμητή όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα.

6ον. Το Κράτος, με δεδομένη την πιστωτική συρρίκνωση, ενίσχυσε, στο μέτρο του εφικτού, τη ρευστότητα στην οικονομία.

Πλήρωσε περίπου 6,2 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Επέστρεψε περίπου 3,1 δισ. ευρώ φόρους.

Δαπάνησε περίπου 6,7 δισ. ευρώ για δημόσιες επενδύσεις.

Ενώ οι πόροι από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπολογίζονται σε 4,6 δισ. ευρώ.

Η Ελλάδα έφθασε στο 118% του στόχου που είχε τεθεί στο Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής.

Τους τελευταίους 18 μήνες αξιοποιήθηκαν σχεδόν όσα είχαν επενδυθεί τα προηγούμενα 3,5 χρόνια.

Ενώ, και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων συγχρηματοδοτεί δάνεια προς μικρομεσαίες επιχερήσεις, ύψους 1,4 δισ. ευρώ.

7ον. Οι στόχοι της δημοσιονομικής πολιτικής επιτυγχάνονται.

Η χώρα, μετά από πολλά χρόνια, επιτυγχάνει πρωτογενές πλεόνασμα.

Πλεόνασμα το οποίο, σε διαρθρωτικούς όρους, είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη.

Πλεόνασμα σημαντικό, υψηλό, βιώσιμο.

Τόσο σε όρους Προγράμματος όσο και σε όρους Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών.

Σ’ αυτό το σημείο θα μου επιτρέψετε να επαναλάβω βασικές αρχές αποτίμησης της δημοσιονομικής επίδοσης μιας Ευρωπαϊκής χώρας, ιδιαίτερα όταν αυτή είναι σε Πρόγραμμα Προσαρμογής.

1ονΗ υπολογισμός των επιδόσεων μιας χώρας γίνεται σε επίπεδο αποτελέσματος του ισοζυγίου Γενικής Κυβέρνησης σε δημοσιονομική βάση, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών (ΕΣΛ-95) από τη Eurostat/ΕΛΣΤΑΤ σύμφωνα με τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος (ΔΥΕ – EDP).

Ειδικότερα, γίνεται επί του πρωτογενούς αποτελέσματος του ισοζυγίου της Γενικής Κυβέρνησης σε δημοσιονομική βάση, δηλαδή εξαιρουμένων των δαπανών για αποπληρωμή τόκων.

2ονΗ αξιολόγηση της Ελλάδας, επειδή βρίσκεται στο Μηχανισμό Στήριξης, γίνεται με βάση τις συμφωνηθείσες παραμέτρους με την Τρόικα στο πλαίσιο του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης δεν περιλαμβάνει:

  • Την αναδρομική μείωση του επιτοκίου για δάνεια από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
  • Τη μεταφορά των αποδόσεων των Ελληνικών ομολόγων από τις Κεντρικές Τράπεζες του Ευρωσυστήματος (ANFAs και SMPs).
  • Την επίπτωση από τη στήριξης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (εφάπαξ επίπτωση/one off).

Αυτή η διάκριση γίνεται σε όλες τις μελέτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Τρόικα και της Eurostat.

Και αυτή παρουσιάζεται και στην Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού του 2014, Πίνακας 3.4, σελ. 80.

3ον. Έτσι:

Σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, που αξιολογεί η Τρόικα, το πρωτογενές έλλειμμα ήταν 2,8 δισ. ευρώ ή 1,5% του ΑΕΠ το 2012.

Η χώρα, για πρώτη φορά, επέτυχε τους δημοσιονομικούς στόχους του Προγράμματος.

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών, που παρουσίασε η Eurostat, το πρωτογενές έλλειμμα ήταν μικρότερο, 2,2 δισ. ευρώ ή 1,1% του ΑΕΠ το 2012.

Με τις επιπτώσεις της στήριξης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ανήλθε στο 4% του ΑΕΠ.

4ονΣε ότι αφορά το 2013:

Σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής, που αξιολογεί η Τρόικα, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι θα είναι υψηλότερο από τα 812 εκατ. ευρώ ή το 0,4% του ΑΕΠ.

Η χώρα, για δεύτερη συνεχόμενη φορά, υπερκαλύπτει τους δημοσιονομικούς στόχους του Προγράμματος.

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών, που θα παρουσιάσει η Eurostat, το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται υψηλότερο, στα 3,9 δισ. ευρώ ή στο 2,1% του ΑΕΠ.

Δηλαδή, με τη μεθοδολογία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΛ-95), ενσωματώνονται οι υπόλοιπες παράμετροι που εξαιρούνται με βάση τη μεθοδολογία του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής και, συνεπώς, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώνεται σε υψηλότερο επίπεδο.

Με τις επιπτώσεις της στήριξης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, προκύπτει πρωτογενές έλλειμμα 8,3% του ΑΕΠ.

Όλα αυτά έχουν παρουσιασθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση στους Πίνακες του Προϋπολογισμού.

5ονΑξίζει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω δημοσιονομικά δεδομένα δεν επηρεάζονται από τη διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς η αξιολόγηση των δημοσιονομικών επιπέδων της χώρας γίνεται σε δημοσιονομική, δεδουλευμένη, βάση και όχι σε ταμειακή βάση.

Συγκεκριμένα, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης σε δημοσιονομική βάση, το οποίο αποτελεί και το κριτήριο επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, περιλαμβάνει ούτως ή άλλως και τις επιδράσεις από τις μεταβολές των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων.

Συνεπώς, το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης σε ταμειακή βάση, που επηρεάζεται από τις εξοφλήσεις ή μη των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, διορθώνεται από τις αντίστοιχες μεταβολές του αποθέματος των απλήρωτων υποχρεώσεων, προκειμένου να διαμορφωθεί το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης σε δημοσιονομική βάση.

Έτσι, το πρόγραμμα αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων είναι ουδέτερο, από δημοσιονομική άποψη σε ετήσια βάση, και δεν επηρεάζει το πρωτογενές αποτέλεσμα.

Κυρίες και Κύριοι,

Τα αποτελέσματα των προαναφερθέντων ευνοϊκών εξελίξεων άρχισαν να διαφαίνονται και στην πραγματική οικονομία.

1ον. Η παραγωγή στη μεταποίηση τείνει να σταθεροποιηθεί.

Οι νέες βιομηχανικές παραγγελίες και ο δείκτης προμηθειών, σταδιακά, ανακάμπτουν, τροφοδοτούμενες, κυρίως, από το εξωτερικό.

Η βιομηχανική παραγωγή παρουσίασε βελτίωση.

Επίσης, θετική πορεία, για πέμπτο συνεχόμενο μήνα, ακολουθεί η αγορά αυτοκινήτων.

Ενώ ο όγκος του λιανεμπορίου αυξήθηκε, για πρώτη φορά, την τελευταία 4ετία.

2ον. Η αυξητική δυναμική της ανεργίας ανακόπτεται.

Για παράδειγμα, όπως αναφέρουν και οι Εκθέσεις του Γραφείου, παρατηρείται αύξηση της μισθωτής εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.

Ενισχυτικά αναμένεται να λειτουργήσει η υλοποίηση από την Κυβέρνηση ενός ευρέος προγράμματος για την αντιμετώπιση της ανεργίας, το οποίο ανέρχεται στο 1,5 δισ. ευρώ και αφορά περισσότερους από 440.000 άνεργους συμπολίτες μας.

Βέβαια, η ανεργία, ιδιαίτερα η μακροχρόνια, κυρίως των νέων, παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Πρωτόγνωρα.

Γεγονός που καθιστά αναγκαία και απαραίτητη την ένταση των προσπαθειών της Κυβέρνησης σε αυτό το πεδίο.

3ον. Το οικονομικό κλίμα έχει βελτιωθεί.

Ο σχετικός δείκτης έχει φτάσει σε ένα από τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 40 μηνών.

Συγκεκριμένα, τον προηγούμενο μήνα ανήλθε στις 92,6 μονάδες, ενώ το Μάιο του 2010 ήταν στις 69,8 μονάδες και τον Ιούνιο του 2012 στις 77,3 μονάδες.

4ον. Ο «δείκτης φόβου» του ΚΕΠΕ, ο οποίος παρουσιάστηκε πρόσφατα σε σχετική μελέτη, έχει βελτιωθεί σημαντικά.

Πρόκειται για ένα βαρόμετρο της ψυχολογίας των επενδυτών, το οποίο επιβεβαιώνει την πρόοδο που έχει συντελεστεί στην οικονομία τους τελευταίους 20 μήνες.

5ον. Το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων έχει σημαντικά μειωθεί, και διαμορφώνεται σε προ Μνημονίου επίπεδα.

Συγκεκριμένα, το επιτόκιο των εξάμηνων εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία έκδοσή τους, στο 4,0%.

Είναι στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του 2010, όταν το αντίστοιχο επιτόκιο ανήλθε στο 4,55%, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο επιτόκιο στα μέσα του Ιουνίου του 2012 είχε ανέλθει στο 4,73%.

Ενώ και τα spreads έχουν σημαντικά συρρικνωθεί.

Το Δεκέμβριο του 2013, ήταν 75% χαμηλότερα έναντι του Ιουνίου του 2012.

Ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης έκλεισε, το 2013, 28% υψηλότερα έναντι του 2012.

Ο μέσος όρος της ημερήσιας αξίας συναλλαγών αυξήθηκε κατά 64% σε σχέση με το 2012.

6ον. Οι καταθέσεις σταδιακά επιστρέφουν στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα.

Συγκεκριμένα, από τον Ιούνιο του 2012, οι καταθέσεις στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα αυξήθηκαν κατά 8,5%.

Βέβαια, οι απώλειες από την αρχή της κρίσης παραμένουν μεγάλες, ύψους άνω των 75 δισ. ευρώ από το ιστορικό υψηλό του Σεπτεμβρίου του 2009.

Κυρίες και Κύριοι,

Όπως έχω και κατά το παρελθόν τονίσει, και το επαναλαμβάνω σήμερα, η παράθεση των θετικών ενδείξεων που σταδιακά αυξάνονται, και οι θετικές διαπιστώσεις εταίρων, δανειστών, ξένων επενδυτών και οίκων αξιολόγησης που όλο και πληθαίνουν, δεν γίνεται με καμία διάθεση «πανηγυρισμού».

Δεν δικαιολογούνται όμως και μεμψιμοιρίες.

Ειδικά όταν η συνεισφορά της κοινωνίας είναι τεράστια και επώδυνη.

Απλώς, τις παραθέτω για να καταστεί ξεκάθαρο ότι σταδιακά αυτή η επώδυνη συνεισφορά αρχίζει να αποδίδει.

Αυτές, όμως, οι ενδείξεις δεν θα πρέπει να αποτελέσουν αφορμή για εφησυχασμό.

Αλλά εφαλτήριο για τη συνέχιση του δημοσιονομικού εγχειρήματος και τον περαιτέρω εμπλουτισμό της δημοσιονομικής προσπάθειας με αναπτυξιακές δράσεις και πολιτικές.

Πολιτικές, που θα εξασφαλίσουν ότι η Ελλάδα, το 2014, μετά από 6 έτη, θα εξέλθει από την παρατεταμένη ύφεση και το δημοσιονομικό έλλειμμα θα διαμορφωθεί κάτω από το 3% του ΑΕΠ.

Πολιτικές, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής που θα έχει ως στόχο την επίτευξη διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων, την τόνωση της ανταγωνιστικότητας, την ενίσχυση της απασχόλησης, τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, την ανάκαμψη αλλά και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Η Ελλάδα της Ανάκαμψης, το 2014, θα στηριχθεί:

1ον. Στην επιβράδυνση της πτώσης της κατανάλωσης, καθώς προβλέπεται ότι θα ανακοπεί η μείωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.

2ον. Στη θετική συμβολή της εξωτερικής ζήτησης που θα ενισχυθεί από τις εξαγωγές αγαθών και τουριστικών υπηρεσιών.

3ον. Στην ταχύτερη αξιοποίηση και υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων από πόρους του ΕΣΠΑ και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων στις υποδομές καθώς και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

4ον. Στην εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, με προβλεπόμενα έσοδα ύψους 3,6 δισ. ευρώ το 2014.

5ον. Στην προσήλωση της οικονομικής πολιτικής στην πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως με την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.

6ον. Στην ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης και αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος, η οποία μεσοπρόθεσμα αναμένεται να συνοδευθεί από την εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης και την ενισχυμένη δυνατότητα χορήγησης πιστώσεων στην οικονομία.

7ον. Σε ένα ευνοϊκότερο διεθνές περιβάλλον, αφού η ανάπτυξη επιστρέφει σταδιακά – έστω και σε χαμηλά επίπεδα – συνολικά στην Ευρωζώνη.

Η Ελλάδα της Βιώσιμης Ανάπτυξης, από το 2014, θα στηριχθεί, πέρα και πάνω από «Μνημόνια», σε μια συνολική, συνεκτική, ρεαλιστική στρατηγική, συμβατή με τους στόχους της Ευρώπης.

Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:

1ον. Η ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.

Όσο περισσότερο προσεγγίζουμε αυτό το στόχο, τόσο διευρύνεται η ευχέρεια για ελάφρυνση των συνεπών φορολογουμένων, οι οποίοι όχι μόνο έχουν επιβαρυνθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια αλλά έχουν υποστεί και μείωση του εισοδήματός τους.

2ον. Η διασφάλιση της πιστής εφαρμογής των κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας.

Η προσήλωση σ’ αυτούς τους κανόνες και τις πρακτικές έχει ήδη αποδώσει αποτελέσματα, οδηγώντας σε σημαντική περιστολή των πρωτογενών δαπανών.

3ον. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους με την επιτάχυνση της διοικητικής μεταρρύθμισης.

4ον. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.

Και αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία παράγοντες όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική.

5ον. Η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δαπανών, ώστε να περιορισθεί το επίπεδο της φτώχειας που αντιμετωπίζει η χώρα.

Με στοχευμένες παρεμβάσεις κοινωνικής πολιτικής.

6ον. Η αύξηση των επενδύσεων και η ενίσχυση των εξαγωγών, καθώς και η διατήρηση της κατανάλωσης σε υψηλά επίπεδα, έχοντας, όμως, σημαντικά μικρότερο συντελεστή βαρύτητας στη διαμόρφωση του ΑΕΠ.

7ον. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.

Η αλήθεια είναι ότι το δημόσιο χρέος, εδώ και δεκαετίες, είχε πολύ ισχυρή αυξητική δυναμική.

Αλήθεια, επίσης, είναι ότι ο ρυθμός αύξησής του αρχίζει να περιορίζεται, η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκειά του έχει χρονικά επεκταθεί και οι δαπάνες εξυπηρέτησής του έχουν αισθητά μειωθεί.

Ειδικότερα:

  • Το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους διακρατείται πλέον από τους εταίρους και το Ευρωσύστημα, ενώ η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκειά του διαμορφώνεται στα 16 έτη.

Για τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης η μέση διάρκεια δεν ξεπερνά τα 7 έτη.

Και οι δύο αυτές παράμετροι έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη μείωση του κινδύνου εξόφλησης και αναχρηματοδότησης και για τη βιωσιμότητα του χρέους, ενώ απελευθερώνουν πόρους για την ανάπτυξη και εξοικονομούν χρόνο για την αναδιάταξη της οικονομίας.

  • Το μεσοσταθμικό επιτόκιο νέου δανεισμού, το οποίο διαμορφώνεται από τις εκδόσεις εντόκων γραμματίων και τα δάνεια που χορηγήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, διαμορφώθηκε, στο τέλος Δεκεμβρίου, σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, λίγο πάνω από 2%.
  • Οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους εκτιμάται ότι θα ανέλθουν στα 19 δισ. ευρώ το 2013, έναντι 36,7 δισ. ευρώ το 2012.
  • Οι δαπάνες για τόκους εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στα 6,1 δισ. ευρώ το 2013, από 12,2 δισ. ευρώ το 2012.

Ωστόσο, παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, το ζήτημα της περαιτέρω ενίσχυσης της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους παραμένει ανοικτό.

Ρεαλιστικές λύσεις και εφαρμόσιμες τεχνικές υπάρχουν.

Πρέπει να υιοθετηθούν, με καθαρό τρόπο, το συντομότερο δυνατό.

Κυρίες και Κύριοι,

Το κόστος που κατέβαλε η Ελληνική κοινωνία για να επιτευχθεί η σταθεροποίηση της κατάστασης, αναμφίβολα, ήταν και είναι υψηλό.

Η ύφεση βαθιά και παρατεταμένη.

Η ανεργία πρωτόγνωρη.

Η έλλειψη ρευστότητας πασιφανής.

Σήμερα, όμως, υπάρχει η δυνατότητα να ανακοπεί η πτωτική πορεία, καθώς, παρά τις καθυστερήσεις και τις αστοχίες, έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικές αλλαγές.

Με πιο ουσιώδη αλλαγή την εξάλειψη των υψηλών «δίδυμων» ελλειμμάτων της χώρας.

Για το λόγο αυτό είναι εθνική ανάγκη να διαφυλαχθούν όλα όσα έχουν επιτευχθεί με τόσο μεγάλο κόστος.

Σήμερα, δεν ωφελεί να φλερτάρουμε με πισωγυρίσματα.

Δεν ωφελεί να αναλώσουμε εθνική ενέργεια σε ομφαλοσκόπηση.

Δεν ωφελεί να ρισκάρουμε με δοκιμές.

Δεν ωφελεί να επιδοθούμε σε ανώριμες, θορυβώδεις τακτικές.

Πιστεύω ότι η ορθή εθνική επιλογή είναι να προχωρήσουμε αταλάντευτα μπροστά, ώστε να βγούμε από την κρίση μια ώρα αρχύτερα.

Έχουμε χγρέος να κρατήσουμε γερά το πηδάλιο και να κάνουμε τις ενδεδειγμένες ενέργειες.

Με πίστη, εθνικό σχέδιο και αποφασιστικότητα πρέπει και μπορούμε, όπως έχει αποδειχθεί, να πετυχαίνουμε τους στόχους και ταυτόχρονα να διεκδικούμε καλύτερους όρους συνεργασίας από τους εταίρους και δανειστές μας.

Μακριά από μαξιμαλιστικές, μη ρεαλιστικές απαιτήσεις.

Ώστε να επιστρέψει η οικονομία και η κοινωνία στον ενάρετο κύκλο της ευημερίας για όλους τους πολίτες, εντός της Ευρωζώνης.

Σας ευχαριστώ.

InstagramYoutube