Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” – “Κατέρρευσε ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς”

Η Κυβέρνηση κατέθεσε ένα ακόμη Πολυνομοσχέδιο, με διαδικασία συζήτησης, και πάλι, αυτή του κατεπείγοντος. Διαδικασία η οποία, μαζί με τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, αποτελούν τον κανόνα της Κυβερνητικής νομοθέτησης και συνιστούν δείγματα κυβερνητικής ανακολουθίας και ερασιτεχνισμού, έλλειψης σχεδίου και στρατηγικής, ευτελισμού της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Επί του περιεχόμενου του Νομοσχεδίου:

1ον. Το Νομοσχέδιο οδηγεί, ουσιαστικά, σε άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας.

Πλέον, φεύγει η προστασία από το νομοθέτη, τίθενται αυστηρότεροι όροι και προϋποθέσεις εξαίρεσης από την εκποίηση, ζητείται ο δανειολήπτης να υπήρξε συνεργάσιμος κατά το χρόνο της αρχικής καθυστέρησης του δανείου, και, ενώ η όποια προστασία ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου υφίσταται με βάση και την αντικειμενική αξία του ακινήτου, η τιμή του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης γίνεται από ειδικό εμπειρογνώμονα σε διαφορετική, πιθανότατα χαμηλότερη αξία.

Συνεπώς, ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς κατέρρευσε.

Ενώ ενισχύεται και ο Κώδικας Δεοντολογίας, με τις σχετικές έννοιες του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και των «εύλογων δαπανών διαβίωσης». Κώδικας Δεοντολογίας ο οποίος, αφού αρχικά επικρίθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, με αναφορές ότι «εξαθλιώνονται οι πολίτες» και «αλώνεται η ιδιωτική περιουσία», σήμερα, όχι μόνο υιοθετείται πλήρως, αλλά και ενισχύεται, ενώ αποτελεί και αντικείμενο θριαμβολογίας από πλευράς της Κυβέρνησης!

2ον. Το Νομοσχέδιο επιβάλλει νέους φόρους.

Πότε από προχειρότητα, πότε από ανικανότητα, και σίγουρα πάντοτε από αριστερή ιδεοληπτική εμμονή, η Κυβέρνηση, σε κάθε της Νομοσχέδιο, αυξάνει τη φορολογική επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου, ότι η Κυβέρνηση της Αριστεράς έχει την «ιδιοκτησία» του Προγράμματος, επιλέγει και υλοποιεί τα μέτρα και τις πολιτικές.

Είναι προφανές ότι η ΝΔ δεν μπορεί να στηρίξει πολιτικές που «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία. Και οι φορολογικές διατάξεις του Σχεδίου Νόμου εκτιμάται ότι θα περιορίσουν τον τζίρο των νόμιμων επιχειρήσεων, θα βάλουν λουκέτα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις των κλάδων, θα αυξήσουν την ανεργία και θα συρρικνώσουν τα έσοδα του Δημοσίου.  

3ον. Το Νομοσχέδιο τροποποιεί, για ακόμη μία φορά το τελευταίο διάστημα, και πάλι επί το δυσμενέστερο, τις ρυθμίσεις για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.

Το «πουλόβερ», είχε αρχίσει και συνεχίζει να ξηλώνεται, έχοντας εγκλωβίσει χιλιάδες συμπολίτες μας σε «καθεστώς ρυθμίσεων» που σήμερα δεν υφίσταται.

4ον. Το Νομοσχέδιο τροποποιεί, σε διάστημα περίπου 2 εβδομάδων, διατάξεις για τη δομή και λειτουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Νομοθετικό δείγμα προχειρότητας και ερασιτεχνισμού.

Συμπερασματικά, το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου αναδεικνύει την αριστερή ανακολουθία, την αριστερή προχειρότητα, την αριστερή ανευθυνότητα, την αριστερή αναλγησία.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “Η χώρα επέστρεψε στη δημοσιονομική ανισορροπία”

Η χώρα επέστρεψε στη δημοσιονομική ανισορροπία

Χρήστος Σταϊκούρας

Βουλευτής ΝΔ

Η χώρα, το 2014, κατάφερε, με τις θυσίες των πολιτών, να επιστρέψει σε θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, να μειώσει – έστω και ελαφρώς – την ανεργία, να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά της, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, να αντλήσει πόρους από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Όλα αυτά καταγράφονται στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ για το οικονομικό έτος 2016 και επιβεβαιώνονται στις φθινοπωρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Νοέμβριος 2015).

Ενώ, Έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναδεικνύει και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, από το καλοκαίρι του 2014, ως αποτέλεσμα, κυρίως, της σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Συνεπώς, η κατάσταση, στο τέλος του 2014, είχε σταθεροποιηθεί και διαγράφονταν θετικές προοπτικές. Όμως, εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη. Η χώρα είχε βγει από την «εντατική», αλλά παρέμενε στο «νοσοκομείο».

Με αποτέλεσμα, από τις αρχές του 2015, η σύγχυση, η αβελτηρία, η «δημιουργική ασάφεια», οι παλινωδίες και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, να βάλουν την Ελληνική οικονομία και κοινωνία σε ένα νέο «καθοδικό σπιράλ». Και όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας…

Δυστυχώς, η χώρα, με βαριά βήματα «σημειωτόν», βουλιάζει στο τέλμα. Επιστρέφει στην ύφεση, στην αύξηση της ανεργίας, στα πρωτογενή ελλείμματα, στη διόγκωση του δημοσίου χρέους.

Αυτή η αποσταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών της χώρας επιβεβαιώνεται από την πορεία εκτέλεσης του εφετινού Προϋπολογισμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών:

 

1ον. Οι αποκλίσεις στα έσοδα είναι σημαντικές, παραμένουν ακόμη και μετά την μεγάλη αναθεώρηση των μεγεθών στο Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού, και οφείλονται, εν πολλοίς, στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης, τα έσοδα των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης εξακολουθούν να καταγράφουν σημαντική υστέρηση, παρά το γεγονός ότι πολλοί, υπό το καθεστώς του εγκλωβισμού που επέβαλαν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και με τον φόβο του «κουρέματος» των καταθέσεών τους, έσπευσαν, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, να τακτοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Η έκταση του προβλήματος επιβεβαιώνεται και από τη συνεχή διόγκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των ιδιωτών προς το Δημόσιο, ακόμη και τον Οκτώβριο, οι οποίες υπερβαίνουν πλέον τα 80 δισ. ευρώ.

Και να σκεφτεί κανείς ότι το «τσουνάμι» νέων και υφιστάμενων φόρων είναι συσσωρευμένο στους τελευταίους μήνες του έτους, και μόλις ξεκίνησε…

 

2ον. Οι δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού διαμορφώνονται περίπου 4 δισ. ευρώ κάτω από το στόχο. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε ουσιαστική εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» και «παράλυση» την οικονομία.

Αυτή η στάση πληρωμών αποτυπώνεται και στη διόγκωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 57% από το τέλος του 2014.

 

3ον. Δεδομένης της υστέρησης των εσόδων, αν η εκτέλεση των δαπανών ομαλοποιηθεί και αυτές επανέλθουν στο επίπεδο των στόχων του Προϋπολογισμού, τότε η χώρα θα επιστρέψει στα πρωτογενή ελλείμματα, ακόμη και σε επίπεδο Κρατικού Προϋπολογισμού.

Κι αυτό, παρά τα πρόσθετα μέτρα, ύψους τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ για φέτος και 6,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2016 που έλαβε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, και την επιπλέον επιβάρυνση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών του κράτους, δηλαδή του δανεισμού της χώρας.

Ενώ, από τα δημοσιονομικά μέτρα που εισηγήθηκε και υιοθέτησε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, το 62% είναι πρόσθετοι, άμεσοι και έμμεσοι φόροι, και το 38% περικοπές στο σκέλος των δαπανών. Το μίγμα των παρεμβάσεων δείχνει ιδεοληπτική, αριστερή εμμονή στην αύξηση υφιστάμενων ή την επιβολή νέων φόρων. Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας απειλείται με πλήρη διάλυση, ενώ παράλληλα, περικόπτονται οι συντάξεις, μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και πλήττεται η ιδιωτική κατανάλωση.

Και δυστυχώς, ο λογαριασμός των μέτρων θα είναι, τελικά, πολύ υψηλότερος. Κι αυτό γιατί:

α) Υπάρχει μια σειρά από νέα μέτρα, τα οποία, σύμφωνα με το Προσχέδιο, «είτε δεν είναι μετρήσιμα είτε η διαδικασία ποσοτικοποίησής τους δεν έχει ολοκληρωθεί προς το παρόν».

β) Υπάρχουν, σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, του οποίου την ιδιοκτησία έχει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, πρόσθετα μέτρα για την περίοδο 2017-2018 («αξιόπιστα διαρθρωτικά μέτρα που θα αποφέρουν τουλάχιστον ¾% του ΑΕΠ το 2017 και ¼% του ΑΕΠ το 2018»).

Ενώ, «οι Ελληνικές αρχές δεσμεύονται να λάβουν περαιτέρω διαρθρωτικά μέτρα τον Οκτώβριο του 2016, αν κριθούν αναγκαία, για να διασφαλιστούν οι στόχοι του 2017 και του 2018».

Συμπερασματικά, πέραν της πλήρους διάψευσης των υποσχέσεων, μέσα και από την εκτέλεση του Προϋπολογισμού, καταδεικνύεται η αδυναμία της «ριζοσπαστικής Αριστεράς» να σχεδιάσει ρεαλιστικά και, κυρίως, να υλοποιήσει αποτελεσματικά.

Η αποκάλυψή της έχει ξεκινήσει.

Όπως και η διαδικασία κλιμάκωσης της δυσφορίας των πολιτών.

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή της Κυριακής” – “Τραπεζικό Σύστημα: Προκλήσεις και Προοπτικές”

Τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας βρέθηκαν, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών και δικών τους σφαλμάτων, αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις, που είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα και στη φερεγγυότητά τους.

Επιπτώσεις, που κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, προκειμένου να διαφυλαχθούν και οι καταθέσεις των πολιτών.

Το πλαίσιο, ξεκίνησε να δημιουργείται το 2008, με διορατικό και μεθοδικό τρόπο, από την τότε Κυβέρνηση της ΝΔ, παρά τη λυσσαλέα αντίδραση των Κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης.

Ενδεικτικά, από τότε και μέχρι το 2014, ανελήφθησαν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες πρωτοβουλίες:

1ον. Το 2008, θεσπίστηκε, «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι από τη ρύθμιση που είχε γίνει τα συνολικά έσοδα για τον Κρατικό Προϋπολογισμό, από μερίσματα και προμήθειες, κατά την περίοδο 2009-2014, υπερέβησαν τα 4 δισ. ευρώ. Αυτό το «πακέτο» αποτελεί, μέχρι και σήμερα, σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος.

2ον. Επίσης, από το 2008, ελήφθησαν πρωτοβουλίες για τη θεσμική θωράκιση του τραπεζικού συστήματος. Ενδεικτικά:

  • Το 2008, ενισχύθηκε το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ. Όριο που ισχύει μέχρι και σήμερα στη χώρα μας.
  • Το 2010, ιδρύθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο λειτουργεί και με την παρούσα Κυβέρνηση.
  • Το 2011, διαμορφώθηκε θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων, το οποίο υιοθετήθηκε και από την παρούσα Κυβέρνηση.

3ον. Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Ανακεφαλαιοποίηση που προφανώς, αντίθετα από τις αιτιάσεις της σημερινής Κυβέρνησης, περιελάμβανε και την αξιολόγηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου των τραπεζών. Και αυτό γιατί:

α) Οι τράπεζες έχουν ενσωματώσει τις προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο, βελτιώνοντας σημαντικά τα τελευταία χρόνια, τον δείκτη κάλυψης, που είναι ο λόγος των συσσωρευμένων προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο προς τα δάνεια σε καθυστέρηση.

β) Το 2013, η ΤτΕ ανέθεσε στην BlackRock την ευθύνη αξιολόγησης των πολιτικών, των διαδικασιών και των πρακτικών που έχουν καθιερώσει οι συστημικές τράπεζες προκειμένου να αντιμετωπίσουν μια ευρείας κλίμακας εξυγίανση των προβληματικών στοιχείων του ενεργητικού τους.

γ) Τον Οκτώβριο του 2014, ολοκληρώθηκε από την ΕΚΤ η άσκηση συνολικής αξιολόγησης, που αποτελούνταν επίσης από έναν ενδελεχή διαγνωστικό έλεγχο με ιδιαίτερα αυστηρά κριτήρια (Asset Quality Review – AQR) και μια άσκηση προσομοίωσης καταστάσεων κρίσης (stress tests).

Η επιτυχής αξιολόγηση των τραπεζών και η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης, σε συνδυασμό με τη σταθεροποίηση στα δημόσια οικονομικά της χώρας την περίοδο 2013-2014, είχε ως αποτέλεσμα τα τραπεζικά ιδρύματα να επανακτήσουν την πρόσβασή τους στις αγορές, μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου ύψους 8,3 δισ. ευρώ και έκδοσης τίτλων αξίας 2,5 δισ. ευρώ, να μηδενίσουν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό έκτακτης στήριξης της ΕΚΤ (ELA), ενώ μειώθηκε σημαντικά η ροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά το 2015. Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών της, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με τεράστιους κινδύνους, οι οποίοι διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς. Αυτή την πραγματικότητα την επισημαίνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία σε Έκθεσή της, τον Ιούλιο του 2015, αναφέρει ότι «υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ελλάδα που προήλθαν από την αβεβαιότητα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πολιτικών της Ελληνικής Κυβέρνησης το τελευταίο εξάμηνο [δηλαδή το 1ο εξάμηνο του 2015]» (European Commission, Greece – Request for stability support in the form of an ESM loan, 10 Ιουλίου 2015).

Ποιό όμως είναι το αποτέλεσμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, σήμερα, στο τραπεζικό σύστημα;

1ον. Η χρηματοδότηση των τραπεζών γίνεται, κυρίως, μέσω του Ευρωσυστήματος. Ενδεικτικά, η χρηματοδότηση μέσω του ELA διαμορφώνεται περίπου στα 85 δισ. ευρώ, από μηδέν στο τέλος του 2014. Με κόστος τόσο για τις τράπεζες όσο και για τους δανειολήπτες.

2ον. Η αξία των τραπεζικών μετοχών έχει καταρρεύσει. Η αξία των μετοχών που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο, από την προηγούμενη ανακεφαλαιοποίηση, διαμορφώνεται περίπου στα 3 δισ. ευρώ, από 15 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014. Με τεράστιο δυνητικό κόστος για τους φορολογούμενους.

3ον. Καθίσταται αναγκαία μια νέα ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων, της οποίας το πλαίσιο πρόσφατα ψηφίστηκε από τη Βουλή. Με κεφαλαιακές ανάγκες, όπως επιβεβαιώνει και η ΕΚΤ, που οφείλονται στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Συγκεντρωτική Έκθεση για τη Συνολική Αξιολόγηση των Ελληνικών Τραπεζών, που δημοσιεύθηκε το προηγούμενο Σάββατο, οι ανάγκες αυτές οφείλονται «…στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, η οποία οδήγησε σε αύξηση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων καθώς και σε μείωση τόσο της αξίας των εξασφαλίσεων όσο και των αποτιμήσεων των ταμειακών ροών», ενώ οι κεφαλαιακές ανάγκες του βασικού σεναρίου ενσωματώνουν την επίδραση «της τραπεζικής αργίας, της εισαγωγής κεφαλαιακών περιορισμών και των νέων δημοσιονομικών μέτρων του προγράμματος».

Συνεπώς, είναι καθαρή η διαχρονική υπεροχή της ΝΔ έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων πολιτικών κομμάτων της χώρας, στο σχεδιασμό και την έγκαιρη εφαρμογή των αναγκαίων πολιτικών, οι οποίες αφορούσαν το τραπεζικό σύστημα της χώρας, στη δύσκολη παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ξεκίνησε το 2007. Κρίση η οποία ταλανίζει ακόμη τη χώρα μας.

Το ζητούμενο πλέον είναι η άμεση ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, παρά τους εύλογους προβληματισμούς που υφίστανται για τον ενισχυμένο και διευρυμένο ρόλο των «θεσμών» στη λειτουργία και διοίκηση του τραπεζικού συστήματος, για την ανάγκη τροποποίησης ήδη εγκεκριμένων σχεδίων αναδιάρθρωσης πιστωτικών ιδρυμάτων (ήδη η Εθνική Τράπεζα πουλάει τη συμμετοχή της στην Finansbank), για τους κινδύνους αφελληνισμού του τραπεζικού συστήματος.

Και αυτό γιατί θα πρέπει τα τραπεζικά ιδρύματα, με ισχυρή παρουσία ιδιωτών, να επιτελέσουν τον διαμεσολαβητικό τους, κυρίως, ρόλο στη λειτουργία της οικονομίας, να αρθούν οι κεφαλαιακοί περιορισμοί, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και να αποφευχθεί ο κίνδυνος ευρείας συστημικής αποσταθεροποίησης.

 

Άρθρο στο “Euro2day.gr” – “Οι προτεραιότητες της ΝΔ στην οικονομία”

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο, σε ένα σημείο καμπής.

Σημείο κατά το οποίο η χώρα προσπαθεί να βρει ένα νέο επίπεδο ισορροπίας, δυστυχώς πολύ χαμηλότερο από αυτό στο οποίο βρίσκονταν πριν λίγους μήνες, στο τέλος του 2014.

Πως φτάσαμε όμως μέχρι εδώ και τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος;

Είναι γνωστό ότι οι οικονομίες της Ευρώπης «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση του 2007-2008.

Η χώρα μας επλήγη περισσότερο. Κι αυτό γιατί παρουσίαζε, διαχρονικά, υποβόσκουσες, ενδογενείς αδυναμίες, όπως η αδυναμία βιώσιμης διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και η περιορισμένη φορολογική βάση, η αδυναμία εξορθολογισμού των δημόσιων, κυρίως των κοινωνικών, δαπανών, το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, η εξάρτηση της ανάπτυξης σχεδόν αποκλειστικά από την κατανάλωση. Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας. Και το κυριότερο; Με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηριζόταν από εμφανείς, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Οι συνθήκες αυτές επιδεινώθηκαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης και τη διάχυσή της στην Ευρώπη. Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα είναι, σε όλους μας, γνωστή. Η κρίση δανεισμού από τις αρχές του 2010, η προσφυγή της χώρας, πριν από 5 χρόνια, στο Μηχανισμό Στήριξης, ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών εκείνης της περιόδου, και η εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από το Μάιο του 2010.

Πρόγραμμα, το οποίο απαιτούσε «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων. Πρόγραμμα, το οποίο, παρά τα λάθη στο περιεχόμενό του αναφορικά με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, είχε αρχίσει, με την επιτάχυνση της εφαρμογής του μετά το 2012, να καταγράφει, στο τέλος του 2014, μετρήσιμα θετικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με την Έκθεση του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, τον Απρίλιο του 2015, δηλαδή επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, τα προηγούμενα χρόνια «η δημοσιονομική θέση της χώρας βελτιώθηκε σημαντικά, αλλά τέθηκαν και οι βάσεις ώστε η πρόοδος που επετεύχθη στα μακροοικονομικά μεγέθη να μην είναι μόνο κυκλικού χαρακτήρα αλλά να έχει και σημαντικό διαρθρωτικό υπόβαθρο».

Ενδεικτικά, σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά, επιτεύχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα, αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες, ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης. Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης. Ενώ, προβλέπονταν, πριν κάποιους μήνες, αυτός να είναι ακόμη υψηλότερος για το 2015, υπερβαίνοντας το 2,5%. Σ’ αυτή την πρόβλεψη συνέκλιναν όλοι: οι εταίροι, οι διεθνείς οργανισμοί, η Τράπεζα της Ελλάδος, τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, τα ερευνητικά κέντρα. Η χώρα, συνεπώς, αργά αλλά σταθερά, επέστρεφε στην ανάπτυξη.

Είναι όμως αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη. Και παρά ταύτα, πολιτικές δυνάμεις της χώρας διέπραξαν, για δεύτερη φορά μετά το 2009, το ίδιο λάθος. Με τυχοδιωκτική ελαφρότητα επέβαλλαν εκλογές. Από τα τέλη Ιανουαρίου μέχρι τα τέλη Αυγούστου, δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς είχαν τον πρώτο και κύριο ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτή την περίοδο, η αβελτηρία, η πολυγλωσσία, η ασάφεια και οι παλινωδίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ απεδείχθησαν επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της. Χάσαμε χρόνο, αξιοπιστία και συμμάχους. Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση μετά την ανάκαμψη του 2014, η ανεργία αυξήθηκε μετά τη μικρή υποχώρηση του 2014, η πραγματική οικονομία – λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών – έχει καταρρεύσει, το κόστος δανεισμού του Δημοσίου έχει διογκωθεί, η δημόσια οικονομία έχει επιστρέψει στα πρωτογενή ελλείμματα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν επιστρέψει στα προ-2013 επίπεδα, οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν σημαντικά συρρικνωθεί, οι τράπεζες έχουν ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης. Το αποτέλεσμα ήταν η χώρα να προχωρήσει στη σύναψη μιας νέας δανειακής σύμβασης και την υπογραφή ενός νέου 3ου Μνημονίου. Ένα Μνημόνιο που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ και το οποίο, πριν από ορισμένους μήνες, δεν ήταν αναπόφευκτο. Συμπερασματικά, το «πείραμα» ΣΥΡΙΖΑ κόστισε ακριβά στη χώρα.

Συνεπώς, το κεντρικό ερώτημα που τίθεται στις προσεχείς εκλογές είναι ποιά πολιτική δύναμη μπορεί πιο αποτελεσματικά να ηγηθεί ενός σχηματισμού ώστε η χώρα, με σχέδιο, βούληση και σκληρή δουλειά να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Οι ιδεολογικοπολιτικές συντεταγμένες, οι ιστορίες, τα αποτελέσματα των πεπραγμένων και τα σχέδια για το μέλλον καθιστούν ευκρινή την απάντηση.

Η ΝΔ διαθέτει στέρεο ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο, πεπραγμένα, στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα, πολιτική βούληση να κινηθεί με γοργό βηματισμό, αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη για να εμπεδώσει μια νέα ελπιδοφόρα προοπτική.

Στρατηγικό σχέδιο το οποίο έχει προτεραιότητες και οι οποίες θα πρέπει να υλοποιηθούν, με όρους ουσίας και όχι επικοινωνίας, συσσωρεύοντας αξιοπιστία και εμπιστοσύνη στη χώρα, με στόχο την επίτευξη δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης, με κοινωνική συνοχή.

Ενδεικτικά αυτές είναι:

1η. Η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών. Αυτό θα πρέπει να αποτυπώνεται στον Προϋπολογισμό του 2016, να αναλύεται στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής της περιόδου 2016-2019 και να επιβεβαιώνεται, σε μηνιαία βάση, μέσα από την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού, όπως με επιτυχία συνέβαινε την περίοδο 2012-2014. Στην κατεύθυνση αυτή θα μπορούσε να συμβάλλει:

  • Η λειτουργία και ενδυνάμωση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, που θεσμοθετήθηκε το 2014, το οποίο θα μπορούσε να αναλάβει και την αξιολόγηση των προεκλογικών οικονομικών προγραμμάτων των κομμάτων.
  • Η βελτίωση και ενδυνάμωση του πλαισίου δημοσιονομικών κανόνων που διέπει τη λειτουργία των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών.
  • Η διαμόρφωση ενός συστήματος δημοσιονομικών ελέγχων, το οποίο, προσαρμοσμένο στις διεθνείς πρακτικές και τα ελεγκτικά πρότυπα, θα συμβάλει στην εξυγίανση των δομών και στη διαφάνεια της λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης.

2η. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, πολλές από τις οποίες περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο. Μεταρρυθμίσεις, όπως είναι η άρση των εμποδίων και των κανονιστικών αγκυλώσεων στη λειτουργία της οικονομίας, προκειμένου να αυξηθεί η αγοραστική δυνατότητα των πολιτών και να βελτιωθεί η εγχώρια ανταγωνιστικότητα.

3η. Η άμεση ενίσχυση και σταδιακή αποκατάσταση της ρευστότητας στην οικονομία. Σε αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλλει η γρήγορη και επιτυχής ολοκλήρωση της προσεχούς αξιολόγησης του Προγράμματος, με στόχο την αποδέσμευση δόσης ύψους 3 δισ. ευρώ, που θα κατευθυνθεί εξ’ ολοκλήρου στην πραγματική οικονομία για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

4η. Η ολοκλήρωση, μέσα στο 2015, της νέας ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των μη συστημικών και συνεταιριστικών τραπεζών. Ανάγκη η οποία προέκυψε, στο σύνολό της, το 1ο εξάμηνο του 2015.

5η. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Οι ιδιωτικοποιήσεις εκείνες που συνιστούν ταυτόχρονα παραγωγικές ξένες άμεσες επενδύσεις, μπορούν να συμβάλουν στην εισαγωγή τεχνογνωσίας, στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου και, τελικά, στη μείωση του δημοσίου χρέους μεσοπρόθεσμα.

6η. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ.

Σε αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλλει η προώθηση ενός μεγάλου προγράμματος επενδύσεων σε υποδομές με μεγάλη προστιθέμενη αξία στην οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας (άμεση απορρόφηση πόρων ΕΣΠΑ και ΕΤΕπ και επέκταση ΣΔΙΤ), στοχεύοντας στην ενδυνάμωση και επέκταση των επιχειρηματικών και εμπορικών δικτύων και στη βελτίωση της ποιότητας και του κόστους της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής.

Ενώ σημαντικό ρόλο θα πρέπει να έχει και η υλοποίηση ενός μεγάλου προγράμματος διευκόλυνσης της εξωστρέφειας της εγχώριας παραγωγικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας με τη στενή συνεργασία των παραγωγικών φορέων, «ανοίγοντας» επιχειρηματικούς δρόμους με τις νέες μεγάλες αγορές, θεσμοθετώντας ένα πλαίσιο που θα διευκολύνει τη δημιουργία και ανάπτυξη εξαγωγικών clusters, και εντάσσοντας τη διάσταση της εξωστρέφειας στα πρώτα στάδια κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας.

7η. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.

Αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα. Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ανάδειξη παραγόντων όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία συνιστούν «ατμομηχανές» για μια ισχυρή και σύγχρονη αναπτυξιακή δυναμική.

Σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσαν να συμβάλλουν:

  • Μία Ετήσια Έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου προς τη Βουλή των Ελλήνων αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών για κάθε δημοσιονομικό έτος.
  • Η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος για την επισκόπηση δαπανών (spending review) του συνόλου των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών.
  • Η αξιολόγηση του ρόλου και των δραστηριοτήτων και η αναδιάρθρωση δομών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

8η. Η δομική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, μέσα από την καθολική καταγραφή, κωδικοποίηση και αξιολόγηση των παροχών, την εναρμόνιση μεταξύ αναγκών, εισοδηματικών συνθηκών και παροχών, και την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης που θα επιτρέψουν τη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.

Επίσης, η θέσπιση ενεργών πολιτικών αντιμετώπισης της ανεργίας και στήριξης της απασχόλησης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας και επανένταξης σε μια σύγχρονη αγορά εργασίας μέσα από τη διεύρυνση και βελτίωση της ποιότητας των πολιτικών κατάρτισης, εξειδίκευσης και δία βίου μάθησης και της προσβασιμότητας σε αυτές, αλλά και με τη στενή παρακολούθηση των τάσεων στην αγορά εργασίας.

9η. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας, μέχρι το Πάσχα του 2016, στοχεύοντας στη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου, καθώς και η ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς την κατεύθυνση αυτή, είναι προϋπόθεση και η διαμόρφωση, μέσα από αυστηρές νομοθετικές δεσμεύσεις, ενός σταθερού φορολογικού συστήματος που δεν θα υπόκειται σε συνεχείς τροποποιήσεις και έτσι θα επιτρέπει τον μεσομακροπρόθεσμο επιχειρηματικό και παραγωγικό σχεδιασμό, συμβάλλοντας καθοριστικά στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

Αλλά και η βελτίωση του ευρύτερου νομικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία της οικονομίας, με βασικούς πυλώνες αφενός μεν την καταπολέμηση φαινομένων απάτης και διαφθοράς, αφετέρου δε την εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας.

Επίσης, απαιτείται η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδίου για την αντιμετώπιση του δημογραφικού ζητήματος της χώρας.

10η. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους, με την εκπλήρωση κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων.

Με προτεραιότητα τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της διαφάνειας μέσα από την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξασφάλιση της ισονομίας, την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, την επέκταση της αξιολόγησης δημοσίων υπαλλήλων και διοικήσεων σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα και την εδραίωση ενός διαφανούς πλαισίου αξιολόγησης και επιβράβευσης της παραγωγικότητας.

11η. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αυτό μπορεί να γίνει με 3 τρόπους:

α) Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, στοιχείο που θα προσδώσει βαθμούς ελευθερίας. Υπενθυμίζω ότι υπάρχει το προηγούμενο του 2014, με τις στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση έκτακτης εισφοράς, βελτίωση ρυθμίσεων ληξιπρόθεσμων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων κ.ά.) και τη διανομή κοινωνικού μερίσματος.

β) Με την αναζήτηση και χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων, κυρίως από το σκέλος των δαπανών. Όπως ήδη, ενδεικτικά, πράξαμε με την επιβολή ΦΠΑ 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση.

γ) Με την συνεχή θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φορολογικού συστήματος, με στόχο την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του. Ενδεικτικά, η προώθηση, μέσω κινήτρων, της ευρείας αξιοποίησης των χρεωστικών και πιστωτικών καρτών στις συναλλαγές εκτιμάται ότι θα συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση.

12η. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Μέχρι το τέλος του 2014, η αυξητική δυναμική του χρέους είχε «φρενάρει» με την διπλή αναδιάρθρωση του 2012 και το «προφίλ» του είχε αισθητά βελτιωθεί. Η μέση διάρκειά του είχε χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του είχε μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους είχαν υποχωρήσει.

Όμως, η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Συνεπώς, είναι αναπόφευκτη και αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012. Συγκεκριμένα,  αναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Συμπερασματικά, όπως έχω υποστηρίξει και άλλες φορές, οφείλουμε όλοι μας να συνειδητοποιήσουμε ότι, ιδιαίτερα στο σύγχρονο ανταγωνιστικό κόσμο, δεν υπάρχει «εύκολος δρόμος» για την αξιοπρεπή πορεία της χώρας, για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ευημερία όλων των πολιτών.

Κατά την πεποίθησή μου, ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε, προσδιορίζεται:

  • Από την διάχυση και εμπέδωση ενός σύγχρονου και δημιουργικού αξιακού συστήματος.
  • Από την καλλιέργεια κουλτούρας κοινωνικής και πολιτικής συνεννόησης και σύνθεσης για την επίτευξη συλλογικά αποδεκτών στόχων.
  • Από την εκπόνηση και υλοποίηση ενός συγκροτημένου εθνικού σχεδίου θεσμικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης.
  • Από την επεξεργασία και εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών, συμβατών με το εθνικό και Ευρωπαϊκό σχέδιο.
  • Από την έντιμη, σκληρή, αποτελεσματική και ποιοτική εργασία από όλους μας.

Η ΝΔ έχει αποδείξει ότι μπορεί να κινηθεί πάνω σε αυτούς τους άξονες και να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, εξασφαλίζοντας συνέχεια, σταθερότητα και ευρωπαϊκή προοπτική για τη χώρα.

Άρθρο στo “Capital.gr” – “Η οικονομική στρατηγική της NΔ από την επομένη των εκλογών”

Η χώρα οδεύει σε εκλογές γιατί η προηγούμενη Κυβέρνηση δραπέτευσε.

Δραπέτευσε υπό το βάρος των εσωτερικών διασπάσεων, ως αποτέλεσμα των μύθων και ψευδαισθήσεων που ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ επί μακρόν καλλιεργούσαν για να αναρριχηθούν στην εξουσία, και της κατάρρευσης αυτών με την ψήφιση του 3ου Μνημονίου.

Ένα Μνημόνιο που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ και το οποίο, πριν από ορισμένους μήνες, δεν ήταν αναπόφευκτο.

Κατέστη όμως αναγκαίο γιατί, το 1ο εξάμηνο του 2015, η τότε Κυβέρνηση, μεταξύ άλλων:

  • Στηρίχθηκε σε εσφαλμένες θεμελιώδεις υποθέσεις. Υποθέσεις όπως ότι οι απόψεις της θα γίνουν άμεσα και πλήρως αποδεκτές από τους εταίρους και δανειστές ή ότι θα έχουμε οικονομική ενίσχυση από άλλες χώρες. Τις υποθέσεις αυτές, τις απέρριψε η πραγματικότητα. Έπρεπε να γνωρίζει ότι ζούμε σε περίοδο εφαρμογής μεγάλων στρατηγικών εκ μέρους των ισχυρών παικτών και εμείς οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί.
  • Αγνόησε και αδιαφόρησε για τους Ευρωπαϊκούς κανόνες διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα, εσφαλμένα, να θεωρεί ότι όσο περνάει ο χρόνος, οι εταίροι θα υποχωρούν.
  • Παρασύρθηκε από δογματισμούς, εμμονές, μαξιμαλιστική ρητορική, ευθύγραμμες απλοποιητικές προσεγγίσεις.
  • Συζητούσε ακατάπαυστα, μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καλλιεργώντας περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας».
  • Κατανάλωσε σημαντικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο και χρόνο σε θέματα διαδικαστικά και επουσιώδη, δίνοντας έμφαση στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.
  • Κινήθηκε στη λογική της εσκεμμένης «πολιτικής διαπραγμάτευσης» και υποτίμησε την τεχνοκρατική διαπραγμάτευση, για να αποφύγει την αλήθεια των αριθμών, η οποία, με το πέρασμα των μηνών, γινόταν όλο και πιο ζοφερή.
  • Συγκρότησε οικονομικό επιτελείο χωρίς συνοχή και σταθερή στρατηγική, με συχνές αλλαγές της διαπραγματευτικής ομάδας, σε όλα τα επίπεδα.
  • Προχώρησε στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, μιας εσφαλμένης επιλογής τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς το χρόνο πραγματοποίησής της, με αποτέλεσμα αυτή η θεωρητικά κορυφαία πολιτική διαδικασία να απαξιωθεί τελείως, να κλείσουν οι τράπεζες και να επιβληθούν κεφαλαιακοί έλεγχοι, να κλονιστεί και να καταστεί θολός – στην πολιτική συνείδηση των Ευρωπαίων πολιτών – ο Ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας μας.

Αποτέλεσμα όλων αυτών των πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, ήταν, μέρα με την ημέρα, η κατάσταση να επιβαρύνεται.

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, μετά την ανάκαμψη του 2014.
  • Η ανεργία αυξήθηκε, μετά τη μικρή υποχώρησή της το 2014.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, έχει καταρρεύσει.
  • Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου έχει διογκωθεί.
  • Η δημόσια οικονομία έχει επιστρέψει στα πρωτογενή ελλείμματα.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν επιστρέψει στα προ-2013 επίπεδα.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν σημαντικά συρρικνωθεί.
  • Οι τράπεζες έχουν ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης.

Συμπερασματικά, η «κατασκευή» του ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάσθηκε, μετρήθηκε με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης.

Συνεπώς, το κεντρικό ερώτημα που τίθεται στις προσεχείς εκλογές είναι ποιά πολιτική δύναμη μπορεί πιο αποτελεσματικά να ηγηθεί ενός σχηματισμού ώστε η χώρα, με σχέδιο, βούληση και σκληρή δουλειά να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Με δεδομένους τους αντικειμενικούς περιορισμούς στο πεδίο άσκησης της πολιτικής, καθώς και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η συσσωρευθείσα από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ αρνητική δυναμική στην οικονομία δεν αποκαθίσταται «με το πάτημα ενός κουμπιού» ούτε αναστρέφεται «στον αυτόματο πιλότο», η επιτυχία της χώρας θα εξαρτηθεί από το πόσο «έξυπνα» θα χρησιμοποιήσουμε, εν πορεία, το καταλληλότερο από τα εφικτά μίγματα πολιτικών.

Εάν κινηθούμε, όπως είναι η πρόταση της ΝΔ, συνεκτικά, συμπληρωματικά και αποτελεσματικά, σε παράλληλους άξονες και με χρονική κλιμάκωση, με όρους ουσίας και όχι επικοινωνίας, συσσωρεύοντας αξιοπιστία και εμπιστοσύνη, μπορούμε να επαναφέρουμε, σχετικά σύντομα, την αναγκαία σταθερότητα στη χώρα.

Συγκεκριμένα:

Στον 1ο άξονα, θα προηγηθεί, μέσα στο 2015, η υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και θεσμικών αλλαγών, όπως αυτές, εν πολλοίς, ήδη περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, και οι οποίες, μέσω της άρσης στρεβλώσεων και αγκυλώσεων στην οικονομία, θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων, στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων και στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Εδώ, περιλαμβάνονται και οι ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, εναρμονισμένες όμως με τις βέλτιστες ευρωπαϊκές και διεθνείς πρακτικές.

Παράλληλα, θα εντατικοποιηθεί η υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Ενώ θα ολοκληρωθεί, μέσα στο 2015, η νέα, μεγάλη, ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των μη συστημικών και συνεταιριστικών τραπεζών. Ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης η οποία προέκυψε, στο σύνολό της, το 1ο εξάμηνο του 2015. Και η οποία είναι τεράστια, λαμβάνοντας υπόψη ότι το κόστος της διαμορφώνεται περίπου στο ύψος των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών.

Τέλος, κρίσιμος παράγοντας είναι η άμεση ενίσχυση και σταδιακή αποκατάσταση της ρευστότητας στην οικονομία. Σε αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλει, πέραν της επιτυχούς ολοκλήρωσης της ανακεφαλαιοποίησης, η γρήγορη και επιτυχής ολοκλήρωση της προσεχούς αξιολόγησης του Προγράμματος, με στόχο την αποδέσμευση δόσης ύψους 3 δισ. ευρώ, που θα κατευθυνθούν εξ’ ολοκλήρου στην πραγματική οικονομία για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

Στον 2ο άξονα, θα επιδιωχθεί η άμεση σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών, μετά την επιστροφή της χώρας, και πάλι, στα πρωτογενή ελλείμματα. Αυτό θα πρέπει να αποτυπώνεται στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, που αναμένεται να κατατεθεί στις αρχές Οκτωβρίου, και να επιβεβαιώνεται, σε μηνιαία βάση, όπως με επιτυχία έγινε την περίοδο 2012-2014, τους προσεχείς μήνες.

Στην κατεύθυνση αυτή αναμένεται να συμβάλλει ο αυστηρός έλεγχος της πορείας εκτέλεσης του Προϋπολογισμού όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, η ενίσχυση των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας και η λειτουργία του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.

Η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και η διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας θα προσδώσουν βαθμούς ελευθερίας, που θα επιτρέψουν με τη σειρά τους βελτίωση όρων του Μνημονίου, στην κατεύθυνση τόσο μείωσης των φόρων όσο και ενίσχυσης των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων.

Υπενθυμίζω ότι υπάρχει το προηγούμενο του 2014, με τις στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση έκτακτης εισφοράς, βελτίωση ρυθμίσεων ληξιπρόθεσμων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων κ.ά.) και τη διανομή κοινωνικού μερίσματος, εξαιτίας της υπερκάλυψης του δημοσιονομικού στόχου για το 2013. Κοινωνικό μέρισμα ύψους 450 εκατ. ευρώ, υπερδιπλάσιο του ποσού που χορηγήθηκε εφέτος για την ανθρωπιστική κρίση, ύψους 200 εκατ. ευρώ, το οποίο και απαιτούσε την εύρεση δημοσιονομικών ισοδυνάμων.

Στον 3ο άξονα, θα κινηθούμε, μέσα στο 2015, για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του διαχρονικά υψηλού δημοσίου χρέους, το οποίο έχει επιβαρυνθεί αισθητά από τους ανερμάτιστους χειρισμούς της απελθούσας Κυβέρνησης.

Υπενθυμίζεται ότι η αυξητική δυναμική του δημοσίου χρέους, που οφείλεται εν πολλοίς στις ασκούμενες πολιτικές της δεκαετίας του ‘80, «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012. Όπως καταγράφει και η «Προκαταρκτική Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους για την Ελλάδα», της 25ης Ιουνίου 2015, που η προηγούμενη Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή, «το PSI οδήγησε σε μείωση του δημοσίου χρέους κατά περίπου 100 δισ. ευρώ τον Μάρτιο του 2012 (52% του τότε ΑΕΠ)». Σε καθαρούς όρους, το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά 51 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, μετά το 2012, μέσω της επέκτασης της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, της μείωσης των επιτοκίων και της αναβολής πληρωμών τόκων, βελτιώθηκε και το «προφίλ» του χρέους. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί, όπως και η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ απεδέχθη, μέσω των τοποθετήσεων του πρώην Υπουργού Οικονομικών στα Eurogroup της 11ης Φεβρουαρίου και της 16ης Φεβρουαρίου 2015, «η δομή του χρέους είναι τόσο σημαντική όσο και ο δείκτης χρέος / ΑΕΠ προκειμένου να αξιολογηθεί η βιωσιμότητά του».

Όμως, η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Συνεπώς, είναι αναπόφευκτη και αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012. Συγκεκριμένα,  αναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Συμπερασματικά, το μακροχρόνιο μείζον πρόβλημα του δημοσίου χρέους, που αποτελεί βαρίδι στην πορεία της χώρας, πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με σχέδιο, συντεταγμένη δράση και σκληρή εργασία η οποία θα φέρνει θετικά αποτελέσματα, ενώ οι εταίροι, από τη μεριά τους, πρέπει να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει από το 2012, για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του.

Στον 4ο άξονα, σταδιακά και πέραν της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, αξιοποιώντας το κεφάλαιο αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης που θα έχει συσσωρευθεί, θα αναζητήσουμε δημοσιονομικά ισοδύναμα, κυρίως από το σκέλος των δαπανών, ώστε να αλλάξουμε εσφαλμένες δημοσιονομικές πολιτικές που «στραγγαλίζουν» τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Όπως ήδη, ενδεικτικά, πράξαμε με την επιβολή ΦΠΑ 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση. Καταθέτοντας μέτρο ισοδύναμης απόδοσης μέσω του περαιτέρω περιορισμού των λειτουργικών δαπανών, προκειμένου να επιτευχθεί εξοικονόμηση ύψους 150 εκατ. ευρώ ή 15% του συνόλου των δαπανών ελαστικού χαρακτήρα (μετακινήσεις προσωπικού, προμήθεις υλικοτεχνικού εξοπλισμού, αγορά υπηρεσιών τρίτων κ.α.) του Τακτικού Προϋπολογισμού.

Αυτό είναι εφικτό και ρεαλιστικό, αφού, κατά την περίοδο 2012-2014, οι συνολικές καταναλωτικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 302 εκατ. ευρώ.

Στον 5ο άξονα, θα προχωρήσουμε, μέχρι το Μάρτιο του 2016, σε ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Με έμφαση στη δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους, περνώντας στην εκπλήρωση κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση, με προτεραιότητα τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της διαφάνειας, την εξασφάλιση της ισονομίας, την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και την εδραίωση ενός διαφανούς πλαισίου αξιολόγησης και επιβράβευσης της παραγωγικότητας.

Με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, που θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα. Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ανάδειξη παραγόντων όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία συνιστούν «ατμομηχανές» για μια ισχυρή και σύγχρονη αναπτυξιακή δυναμική.

Αλλά και με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων, του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής, της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της μεταποίησης αγροτο-κτηνοτροφικών προϊόντων.

Στον 6ο άξονα, θα αξιοποιήσουμε ταχύτατα και εμπροσθοβαρώς τους ευρωπαϊκούς πόρους που εξασφάλισε και θεσμοθέτησε η Κυβέρνηση ΝΔ/ΠΑΣΟΚ, ύψους 35 δισ. ευρώ για την προγραμματική περίοδο 2014-2020.

Και που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ είχε την δυνατότητα να αξιοποιήσει αλλά δεν το έπραξε, μη ολοκληρώνοντας τις διαδικασίες που προβλέπει ο εφαρμοστικός Νόμος διαχείρισης των πόρων του νέου ΕΣΠΑ (Ν. 4314/2014), αφού ούτε σχέδιο διέθετε ούτε το χρονοδιάγραμμα, που παρέλαβε, τήρησε.

Συμπερασματικά, όπως έχει ήδη αποδειχθεί, κανένα Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν είναι άκαμπτο.

Η τροποποίση όμως όρων του απαιτεί σοβαρότητα, σχέδιο, αξιοπιστία και συνέπεια.

Η ΝΔ, αυτά, τα διαθέτει.

Για το λόγο αυτό, προχωρεί με αυτοπεποίθηση, ρεαλιστική αισιοδοξία, πολιτική βούληση, σχέδιο και προγραμματικό προσανατολισμό για τη χώρα.

Όλο και περισσότεροι πολίτες κατανοούν την πραγματικότητα, το διακύβευμα των εκλογών, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει η ΝΔ σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ,  συστρατεύονται με τη ΝΔ και θα την αναδείξουν πρώτη πολιτική δύναμη, όπως επιτάσσει το συμφέρον της χώρας.

Άρθρο στην εφημερίδα “Η Άποψη” – “Στρατηγική με 5 άξονες για την οικονομία”

Η χώρα οδεύει σε εκλογές γιατί η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ δραπέτευσε.

Δραπέτευσε υπό το βάρος των εσωτερικών αντιφάσεων, αντιθέσεων και διασπάσεων και της ψήφισης του 3ου Μνημονίου.

Ένα Μνημόνιο που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ και το οποίο, πριν από ορισμένους μήνες, δεν ήταν αναπόφευκτο.

Κατέστη όμως αναγκαίο εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης κατά το 1ο εξάμηνο του 2015. Διάστημα κατά το οποίο:

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, μετά την ανάκαμψη του 2014.
  • Η ανεργία αυξήθηκε, μετά τη μικρή υποχώρησή της το 2014.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, έχει καταρρεύσει.
  • Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου έχει διογκωθεί.
  • Η δημόσια οικονομία έχει επιστρέψει στα πρωτογενή ελλείμματα.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν επιστρέψει στα προ-2013 επίπεδο.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν σημαντικά συρρικνωθεί.
  • Οι τράπεζες έχουν ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης.
  • Συμπερασματικά, η «κατασκευή» του ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάσθηκε, μετρήθηκε με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης.

Συμπερασματικά, η «κατασκευή» του ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάσθηκε, μετρήθηκε με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης.

Συνεπώς, το κεντρικό ερώτημα που τίθεται στις προσεχείς εκλογές είναι ποιά πολιτική δύναμη μπορεί πιο αποτελεσματικά να ηγηθεί ενός σχηματισμού ώστε η χώρα με σχέδιο, βούληση και σκληρή δουλειά να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Με δεδομένους τους αντικειμενικούς περιορισμούς στο πεδίο άσκησης της πολιτικής, καθώς και το γεγονός ότι η συσσωρευθείσα από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ αρνητική δυναμική στην οικονομία δεν αποκαθίσταται «με το πάτημα ενός κουμπιού» ούτε τίθεται «στον αυτόματο πιλότο», η ΝΔ θα χρησιμοποιήσει «έξυπνα» τον χρόνο στην εφαρμογή των πολιτικών της.

Θα δράσει σε παράλληλους άξονες:

Στον 1ο άξονα, θα δοθεί έμφαση στην άμεση υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και θεσμικών αλλαγών, αρκετών μέσα στο 2015. Μεταρρυθμίσεων, κυρίως στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, που ήδη περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, και οι οποίες θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

Παράλληλα, θα προωθηθούν θεσμικές βελτιώσεις του νομικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία της οικονομίας με βάση και διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, θα εντατικοποιηθεί η υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, ενώ θα ολοκληρωθεί, εντός της χρονιάς, η νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών.

Στον 2ο άξονα, θα επιδιωχθεί η άμεση επανασταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών.

Με την εφαρμογή αλλά και την ενίσχυση των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας και με τη λειτουργία και ενδυνάμωση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.

Η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων θα προσδώσει βαθμούς ελευθερίας, που θα επιτρέψουν βελτίωση όρων του Μνημονίου στην κατεύθυνση τόσο μείωσης των φόρων όσο και ενίσχυσης των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων.

Υπενθυμίζω ότι υπάρχει το προηγούμενο του 2014, με τις στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (ΦΠΑ στην εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση έκτακτης εισφοράς, βελτίωση ρυθμίσεων ληξιπρόθεσμων φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων κ.ά.) και τη διανομή κοινωνικού μερίσματος, εξαιτίας της υπερκάλυψης του δημοσιονομικού στόχου για το 2013.

Στον 3ο άξονα, σταδιακά και πέραν της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, αξιοποιώντας το κεφάλαιο αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης που θα έχει συσσωρευθεί, θα αναζητήσουμε δημοσιονομικά ισοδύναμα, κυρίως από το σκέλος των δαπανών, ώστε να αλλάξουμε εσφαλμένες δημοσιονομικές πολιτικές που «στραγγαλίζουν» τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Όπως ήδη, ενδεικτικά, πράξαμε με την επιβολή ΦΠΑ 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση και την κατάθεση ισοδυνάμων από το σκέλος των λειτουργικών δαπανών.

Στον 4ο άξονα, θα προχωρήσουμε, μέχρι το Μάρτιο του 2016 όπως αναγράφει και το Μνημόνιο, σε ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Με έμφαση στη δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους, περνώντας στην εκπλήρωση κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση με προτεραιότητα τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της διαφάνειας, την εξασφάλιση της ισονομίας, την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και την εδραίωση ενός διαφανούς πλαισίου αξιολόγησης και επιβράβευσης της παραγωγικότητας.

Με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, που θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα. Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ανάδειξη παραγόντων όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία συνιστούν «ατμομηχανές» για μια ισχυρή και σύγχρονη αναπτυξιακή δυναμική.

Αλλά και με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων, του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής, της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της μεταποίησης αγροτο-κτηνοτροφικών προϊόντων.

Στον 5ο άξονα, θα αξιοποιήσουμε ταχύτατα και εμπροσθοβαρώς τους Ευρωπαϊκούς πόρους που εξασφάλισε η προηγούμενη Κυβέρνηση, την περίοδο 2013-2014, ύψους 35 δισ. ευρώ για την προγραμματική περίοδο 2014-2020.

Συμπερασματικά, όπως έχει ήδη αποδειχθεί εντός και εκτός χώρας, κανένα Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν είναι άκαμπτο. Η αλλαγή όμως όρων του απαιτεί σχέδιο, πολιτική βούληση και αξιοπιστία.

Αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα διαθέτει. Αντιθέτως, η ΝΔ τα διαθέτει.

Άρθρο στην εφημερίδα “Η Καθημερινή” – “Η αλήθεια για το δημόσιο χρέος και τη βιωσιμότητά του”

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την οικονομία και την πορεία της χώρας. Η αντιμετώπισή του έχει επιβαρυνθεί εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της απελθούσης Κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Η αλήθεια για την αριθμητική, τη δυναμική και τη βιωσιμότητά του, είναι η εξής:

1ον. Το δημόσιο χρέος, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80, είχε αποκτήσει ιδιαίτερα ισχυρή, αυξητική δυναμική. Ξεκίνησε περίπου από το 25% του ΑΕΠ το 1981, υπερέβη το 60% στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘80 και το 100% στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Έκτοτε, κινήθηκε περίπου σ’ αυτό το επίπεδο με μικρές διακυμάνσεις, μέχρι και το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

2ον. Το δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, και παρά τις λογιστικές επαναταξινομήσεις λογαριασμών και την αναθεώρηση του ΑΕΠ που έγιναν κατά τα τέλη του 2009 και στις αρχές του 2010, αυξήθηκε κατά περίπου 23 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο της κρίσης 2007-2009. Αντίστοιχη αύξηση παρατηρήθηκε και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Χαρακτηριστικά, κατά μέσο όρο, στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αύξηση του δημοσίου χρέους, κατά την ίδια περίοδο, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στη χώρα μας (αύξηση κατά 26 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ). Αυτή ήταν η κατάσταση, ως προς το δημόσιο χρέος, όταν η χώρα μπήκε στο Μηχανισμό Στήριξης.

3ον. Η αυξητική δυναμική του χρέους «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012. Όπως καταγράφει και η «Προκαταρκτική Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους για την Ελλάδα», της 25ης Ιουνίου 2015, που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή: «Το PSI οδήγησε σε μείωση του δημοσίου χρέους κατά περίπου 100 δισ. ευρώ τον Μάρτιο του 2012 (52% του τότε ΑΕΠ)». Σε καθαρούς όρους, το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά 51 δισ. ευρώ.

4ον. Το ύψος του χρέους θα ήταν πολύ υψηλότερο χωρίς την αναδιάρθρωσή του. Θα έφτανε στα 395 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014 (ή στο 221% του ΑΕΠ).

5ον. Το «προφίλ» του χρέους, μετά το 2012, έχει αισθητά βελτιωθεί. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί, όπως και η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ απεδέχθη, μέσω των τοποθετήσεων του πρώην Υπουργού Οικονομικών στα Eurogroup της 11ης Φεβρουαρίου και της 16ης Φεβρουαρίου 2015, «η δομή του χρέους είναι τόσο σημαντική όσο και ο δείκτης χρέος / ΑΕΠ προκειμένου να αξιολογηθεί η βιωσιμότητά του».

Έτσι, όπως επισημαίνει και η προαναφερόμενη «Προκαταρκτική Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους για την Ελλάδα»: «Η Ελλάδα έχει ήδη ωφεληθεί από μια σειρά μέτρων για τη μείωση του χρέους. Οι όροι σχετικά με το Greek Loan Facility έχουν αναθεωρηθεί τρεις φορές (επέκταση της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, μείωση των επιτοκίων). Και οι όροι του EFSF τροποποιήθηκαν το 2012 (επέκταση ωριμάνσεων, κατάργηση χρεώσεων και αναβολή πληρωμών τόκων).»  

Όλα αυτά τα επιβεβαιώνει και η πρόσφατη ετήσια Έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ). Συγκεκριμένα:

α. Το 2014, η μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους ήταν 16,6 έτη και το μέσο σταθμικό επιτόκιο λίγο πάνω από το 2%. Το 2011, η διάρκεια ήταν 6,3 έτη και το επιτόκιο 4%.

β. Το 2014, οι τόκοι ανέρχονταν στα 7 δισ. ευρώ. Το 2011, στα 15 δισ. ευρώ.

γ. Μόνο για τα έτη 2013 και 2014, η χώρα κατέβαλε συνολικά πλέον των 16 δισ. ευρώ λιγότερα χρήματα για την αποπληρωμή τοκοχρεωλυσίων (ή πάνω από το 4% του ΑΕΠ για κάθε έτος).

6ον. Επιπλέον, το Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012, συμφώνησε να εξετάσει, υπό προϋποθέσεις, επιπλέον παρεμβάσεις προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η βιωσιμότητα του χρέους (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012). Τα Eurogroup της 5ης Μαϊου 2014 και της 20ης Φεβρουαρίου 2015 επιβεβαίωσαν τη δέσμευση σε αυτό το πλαίσιο.

7ον. Η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Όλα αυτά επιβεβαιώθηκαν, μεταγενέστερα, από αντίστοιχες Εκθέσεις ([IMF, “GREECE: Preliminary Draft Budget Sustainability Analysis”, 26.6.2015], [IMF, “GREECE: An update of IMF staff’s preliminary public debt sustainability analysis”, 14.7.2015] και [European Commission, “Greece – Request for stability support in the form of an ESM loan”, 10.7.2015]). Σύμφωνα μάλιστα με την τελευταία Έκθεση του ΔΝΤ, το δημόσιο χρέος θα διαμορφωθεί στο 200% του ΑΕΠ τα επόμενα 2 έτη, ενώ θα βρίσκεται στο 170% του ΑΕΠ το 2022, αντί για 105% του ΑΕΠ που εκτιμούσε η αντίστοιχη Έκθεση πριν από ένα χρόνο.

Αυτό το κόστος φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

8ον. Είναι αναπόφευκτη και αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012. Συγκεκριμένα,  αναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Πρόσθετες χρηματοδοτικές ανάγκες, ύψους 86 δισ. ευρώ, που δημιουργήθηκαν, κυρίως, το 2015.

Και οι οποίες, αντίθετα από τους «πανηγυρισμούς» της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος.

Συμπερασματικά, το μακροχρόνιο μείζον πρόβλημα του δημοσίου χρέους, που αποτελεί βαρίδι στην πορεία της χώρας, πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με σχέδιο, συντεταγμένη δράση και σκληρή εργασία η οποία θα φέρνει θετικά αποτελέσματα, ενώ οι εταίροι, από τη μεριά τους, πρέπει να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει από το 2012, για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του.

Ελάχιστες αναγκαίες ενδογενείς συνθήκες που οφείλουμε να διαμορφώσουμε και σταθερά να προωθούμε είναι η πολιτική ομαλότητα και η κοινωνικοπολιτική συνεννόηση, τα υγιή δημόσια οικονομικά, η κοινωνική συνοχή, η εθνική παραγωγική ανασυγκρότηση με ανταγωνιστικότητα και εξωστρεφή προσανατολισμό, η αποτελεσματική αξιοποίηση όλων των πόρων του έθνους.

Η ΝΔ αποτελεί σαφώς την πιο φερέγγυα και αξιόπιστη επιλογή για να ηγηθεί αυτής της δύσκολης αλλά αναγκαίας πορείας της χώρας.

Άρθρο στο ΑΠΕ-ΜΠΕ – “Το κόστος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ και το νέο κόστος των εκλογών”

Ο κ. Τσίπρας, με το μέρος του ΣΥΡΙΖΑ που τον ακολουθεί, παραιτήθηκε από την διακυβέρνηση της χώρας. Δραπέτευσε υπό το βάρος των εσωτερικών αντιφάσεων που επιμελώς απέκρυβαν για να καταλάβουν την εξουσία.

Το κόστος της 7μηνης διακυβέρνησης από τον κ. Τσίπρα για τη χώρα και τους πολίτες είναι υψηλό. Συγκεκριμένα:

1ον. Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.

Μέσα σε 6 μήνες, μόνο για το 2015, η πρόβλεψη για ισχυρή ανάπτυξη άνω του 2,5%, μετατράπηκε σε εκτίμηση για βαθιά ύφεση άνω του 2%, εξαιτίας και της τραπεζικής αργίας και των κεφαλαιακών περιορισμών. Και η ύφεση θα συνεχιστεί και το 2016. Επιβάρυνση; Περίπου 11 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

2ον. Η δημόσια οικονομία επέστρεψε στα πρωτογενή ελλείμματα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεγαλύτερες δανειακές ανάγκες για τα επόμενα χρόνια και να αποδυναμώνεται η προοπτική βιωσιμότητας του χρέους. Επιβάρυνση; Περίπου 8 δισ. ευρώ μόνο για το 2015. Όσα και τα νέα μέτρα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

3ον. Οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιούνται και οι αποκρατικοποιήσεις δεν προχωρούν. Επιβάρυνση; Περίπου 10 δισ. ευρώ για την επόμενη τριετία.

4ον. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκαν, με αποτέλεσμα η αποπληρωμή τους να απαιτεί νέο δανεισμό. Επιβάρυνση; Περίπου 5 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

5ον. Τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης «σκουπίστηκαν», με αποτέλεσμα, για να επιστραφεί ένα μέρος τους, να απαιτείται επιπλέον δανεισμός. Επιβάρυνση; Περίπου 7 δισ. ευρώ για την επόμενη τριετία.

6ον. Προέκυψε ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Επιβάρυνση; Μέχρι 25 δισ. ευρώ.

Ενώ, και η αξία των τραπεζικών μετοχών, τους τελευταίους 6 μήνες, έχει καταρρεύσει. Με αποτέλεσμα, η αξία των μετοχών που κατέχει το Ελληνικό Δημόσιο να διαμορφώνεται, σήμερα, περίπου στα 3 δισ. ευρώ, από 15 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014. Δυνητική επιβάρυνση; 12 δισ. ευρώ.

Όλα αυτά, και πολλά ακόμη, φέρουν τη σφραγίδα της 7μηνης διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Και είναι το αποτέλεσμα των ιδεοληψιών, των λανθασμένων χειρισμών, των ανερμάτιστων τακτικισμών της παραιτηθείσας πλέον Κυβέρνησης.

Που οδήγησαν στο 3ο, εξαιρετικά επώδυνο, «αριστερό» Μνημόνιο. Και ακριβώς για αυτό το λόγο, επειδή είναι εξαιρετικά επώδυνο, ο κ. Τσίπρας επιλέγει να οδηγήσει τη χώρα σε μία νέα εκλογική αναμέτρηση, πριν οι πολίτες βιώσουν τις νέες φορολογικές επιβαρύνσεις και τις μειώσεις κύριων και επικουρικών συντάξεων, που ο ίδιος εισηγήθηκε.

Αγνοώντας, όμως, και τα νέα, πρόσθετα βάρη που μια εκλογική αναμέτρηση θα φέρει στις πλάτες των πολιτών.

Ενδεικτικά:

  • Η υπάρχουσα «τρύπα», ύψους 2,5 δισ. ευρώ, στα φορολογικά έσοδα θα διευρυνθεί. Οι παρατάσεις στην υποβολή φορολογικών δηλώσεων και στην αποστολή των εκκαθαριστικών του ΕΝΦΙΑ, απλώς μεταθέτουν τις φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών, αλλά διευρύνουν το δημοσιονομικό κενό.
  • Η αντίστοιχη «τρύπα», ύψους 1 δισ. ευρώ, στις ασφαλιστικές εισφορές, θα διευρυνθεί και αυτή.
  • Η αξιολόγηση των προαπαιτούμενων του Σεπτεμβρίου θα καθυστερήσει. Μαζί της θα καθυστερήσει και η εκταμίευση των 3 δισ. ευρώ που προορίζονται για αποπληρωμή μέρους των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, τις οποίες σώρευσε η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ με τη στάση πληρωμών των τελευταίων 7 μηνών. Και που είναι, ουσιαστικά, οι μόνοι πόροι της νέας δανειακής σύμβασης μέχρι σήμερα (+500 εκατ. ευρώ από τα πρώτα 13 δισ. ευρώ) που θα «πέσουν» στην Ελληνική οικονομία.
  • Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας θα εξακολουθεί να συνθλίβεται από την έλλειψη εμπιστοσύνης και την παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα, οι οποίες καθηλώνουν τον τζίρο, στεγνώνουν τη ρευστότητα, πολλαπλασιάζουν τα λουκέτα, διογκώνουν την ανεργία.
  • Η μείωση των καταθέσεων και των repos ύψους περίπου 50 δισ. ευρώ από το Δεκέμβριο του 2014 (ή το 25% επί του συνόλου τους), θα διατηρηθεί, δεδομένων των υφιστάμενων κεφαλαιακών περιορισμών, χωρίς όμως την προοπτική επαναφοράς τους στο τραπεζικό σύστημα λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας και της έλλειψης εμπιστοσύνης, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ήδη περιορισμένη ρευστότητα των τραπεζών.
  • Η ολοκλήρωση των «τεστ αντοχής» των τραπεζών θα καθυστερήσει και θα πραγματοποιηθεί σε ένα δυσμενέστερο πολιτικοοικονομικό περιβάλλον, θέτοντας σε κίνδυνο την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησής τους μέχρι το τέλος του 2015, πριν τη θέση σε ισχύ της κοινοτικής οδηγίας για το bail-in.
  • Ένα νέο σήμα αναξιοπιστίας θα δοθεί στους εταίρους και στις αγορές.
  • Το δημοσιονομικό και χρηματοδοτικό κενό πιθανότατα θα διευρυνθούν, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε νέα, πρόσθετα σκληρά μέτρα προκειμένου να καλυφθούν οι «τρύπες» στα δημόσια οικονομικά, επιπλέον αυτών που πρέπει να ψηφιστούν τον Οκτώβριο του 2015 αλλά και αυτών που προβλέπονται για το 2016 και το 2017.

Οι πολίτες πλέον γνωρίζουν. Έχουν υποστεί το κόστος των προεκλογικών ψευδαισθήσεων του 2009 και του 2015. Πλέον θα αναμετρηθούν, όχι οι υποσχέσεις, αλλά τα αποτελέσματα των διαδοχικών περιόδων διακυβέρνησης.

Σ’ αυτό το ορθολογικό πλαίσιο, με βάση το σχέδιο και τις προσδοκίες για το μέλλον αλλά και τα μετρήσιμα πλέον αποτελέσματα, η ΝΔ είναι σαφώς σε πλεονεκτική θέση.

Άρθρο στην ιστοσελίδα Reporter.gr – “Οι Προκλήσεις και οι Πολιτικές Διαχείρισης της Κρίσης στο Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα”

Οι Προκλήσεις και οι Πολιτικές Διαχείρισης της Κρίσης  στο Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα

Είναι γνωστό ότι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.

Κρίση συστημική και μεταδοτική, από τον χρηματοπιστωτικό στο δημοσιονομικό τομέα, ή το αντίστροφο, από τον δημοσιονομικό στο χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως έγινε στην Ελλάδα.

Πράγματι, τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απέρρεαν:

  • Από την μεγάλη επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας και των ιδίων των ιδρυμάτων.
  • Από τον αποκλεισμό τους από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή καταθέσεων, ιδιαίτερα το πρώτο εξάμηνο του 2015.
  • Από την «υποχρέωση» να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο.
  • Από την μεγάλη επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών, εξαιτίας της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ως αποτέλεσμα του αρνητικού αντίκτυπου της πολιτικής αβεβαιότητας – από τα τέλη του 2014 – στην οικονομική δραστηριότητα και στην κουλτούρα πληρωμών, της επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, αλλά και σοβαρών διαχρονικών σφαλμάτων των ιδίων των τραπεζών στο σκέλος των χορηγήσεων.

Καταθέσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών (κάτοικοι εσωτερικού, εκατ. ευρώ)

Diagram_11

Όλες αυτές οι προκλήσεις είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα και στη φερεγγυότητα των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Καθιστώντας, έτσι, αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, για να διαφυλαχθούν οι καταθέσεις των πολιτών.

Προς την κατεύθυνση αυτή, από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της ΝΔ, ξεκίνησε, με μεθοδικό, διορατικό και συστηματικό τρόπο, η διαμόρφωση αυτού του πλαισίου, με σκοπό τόσο τη διασφάλιση της αναγκαίας χρηματοδότησης του τραπεζικού συστήματος, όσο και τη θεσμική θωράκιση της σταθερότητάς του.

Στην πρώτη κατεύθυνση, δηλαδή αυτής για τη διασφάλιση της χρηματοδότησης αναλήφθησαν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες πρωτοβουλίες:

1η. Θεσπίστηκε, το 2008, ένα «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ.

Αυτό το «πακέτο», παρά την αρχική κριτική του συνόλου της τότε Αντιπολίτευσης, αποτέλεσε σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος.

Με αποτέλεσμα, μεταγενέστερα, το όριο των εγγυήσεων να πολλαπλασιαστεί, φτάνοντας τα 85 δισ. ευρώ, και να συνεχίζει, ακόμη και σήμερα, να αξιοποιείται.

Υπενθυμίζεται δε, ότι τα συνολικά έσοδα στον Κρατικό Προϋπολογισμό από την αξιοποίηση αυτού του «πακέτου», από μερίσματα και προμήθειες, διαμορφώθηκαν περίπου στα 4 δισ. ευρώ για την περίοδο 2009-2014.

2η. Καλύφθηκαν, από το 2011, οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας μέσω της παροχής έκτακτης ενίσχυσης της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα, η αντληθείσα χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος μέσω του ELA να διαμορφώνεται περίπου στα 87 δισ. ευρώ.

Από μηδέν στο τέλος του 2014.

Και η συνολική χορηγηθείσα χρηματοδότηση μέσω του Ευρωσυστήματος να διαμορφώνεται περίπου στα 127 δισ. ευρώ.

Υπερβαίνοντας, για πρώτη φορά, το ύψος των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Εξαιτίας της ανασφάλειας που δημιουργήθηκε, από πράξεις και παραλείψεις της Κυβέρνησης, κατά το 1ο εξάμηνο του 2015.

Χρηματοδότηση τραπεζών από την ΕΚΤ και εξέλιξη καταθέσεων (δισ. ευρώ)

Diagram_12

3η. Εξασφαλίστηκαν, το 2012, επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Και η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα ενισχύθηκε, επ’ ωφελεία των καταθετών.

Το 2014, οι τράπεζες κατάφεραν να ανακτήσουν πρόσβαση στις αγορές, μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου και εκδόσεων τίτλων.

Η φερεγγυότητά τους επιβεβαιώθηκε και από τα αποτελέσματα της άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης, που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Δυστυχώς όμως σήμερα, το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με την ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης, και με επιπλέον κόστος για το Δημόσιο από την απώλεια αξίας μετοχών του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) στις συστημικές τράπεζες, που εκτιμάται στα 12,7 δισ. ευρώ, εξαιτίας της αδράνειας της Ελληνικής Κυβέρνησης, η οποία οδήγησε στην επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, στην επιστροφή στην ύφεση, στο κλείσιμο των τραπεζών, στους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Το αποτέλεσμα;

Γίνεται, σήμερα, συζήτηση για ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης ύψους μέχρι 25 δισ. ευρώ, όσα περίπου και τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών.

Υπενθυμίζεται πως όταν τα Κόμματα που στηρίζουν σήμερα την Κυβέρνηση ήταν στην Αντιπολίτευση υποστήριζαν ότι, μέσω της ανακεφαλαιοποίησης, «χαρίζονταν χρήματα στους τραπεζίτες».

Σήμερα, αντιλαμβάνονται ότι η ανακεφαλαιοποίηση είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η συστημική ευστάθεια των τραπεζών και να διαφυλαχθούν οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Πέρα από τη χρηματοδότηση, αναλήφθησαν, επίσης, πρωτοβουλίες και για τη θεσμική θωράκιση του τραπεζικού συστήματος.

Ενδεικτικά:

1η. Το 2008, ενισχύθηκε το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ από τις 20.000 ευρώ.

2η. Το 2010, συστάθηκε το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας και ιδρύθηκε το ΤΧΣ, τα οποία λειτουργούν και με την παρούσα Κυβέρνηση.

3η. Από το 2011, διαμορφώνεται ένα θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Και, πλέον, μετά την πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της παρούσας Κυβέρνησης, η οποία αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωμα σχετικών νομοθετικών πρωτοβουλιών της προηγούμενης Κυβέρνησης, αυτό θωρακίζεται με την ενσωμάτωση στην εσωτερική έννομη τάξη του Ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου για την ανάκαμψη και εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Πλαίσιο, που περιλαμβάνει ένα εύρος μέσων και κανόνων για την πρόληψη και έγκαιρη επέμβαση στα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και εργαλεία εξυγίανσης, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η πώληση δραστηριοτήτων, η δημιουργία μεταβατικού ιδρύματος, ο διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων και η αναδιάρθρωση του παθητικού.

Πλαίσιο, που συμπληρώνει τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό, καθώς θα διασφαλίζει ότι αν, παρά την αυστηρότερη εποπτεία, μια τράπεζα αντιμετωπίσει σοβαρές δυσχέρειες, η εξυγίανσή της θα αντιμετωπιστεί με αποτελεσματικό τρόπο και με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για τους φορολογουμένους πολίτες.

Πλαίσιο που θα πρέπει, όπως έχω υποστηρίξει και κατά το παρελθόν, να συμπληρωθεί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων.

Ο συνδυασμός αυτών των ενεργειών και πρωτοβουλιών, καθώς και η ενίσχυση της αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης της χώρας, οι οποίες χάθηκαν κατά το 1ο εξάμηνο του 2015, θέτουν τις βάσεις για την επανασταθεροποίηση και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του τραπεζικού συστήματος, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών σε αυτό και να αποφευχθεί ο κίνδυνος ευρείας συστημικής αποσταθεροποίησης.

Άρθρο στην εφημερίδα “Η Καθημερινή” – “«Όπισθεν ολοταχώς» στην Εκπαίδευση” –

91898759Θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η εκπαίδευση δύναται να βελτιώνει την παραγωγικότητα – ανταγωνιστικότητα, να επιταχύνει τους ρυθμούς της βιώσιμης ανάπτυξης, να ενισχύει την απασχόληση, να μειώνει τις περιφερειακές ανισότητες, να προωθεί την κοινωνική συνοχή.

Ως εκ τούτου πρέπει, ως χώρα, να αποδώσουμε ιδιαίτερη σημασία στην ποσότητα και στην ποιότητα του ανθρωπίνου κεφαλαίου, δηλαδή της εκπαίδευσης. Θα έλεγα ότι μείζον στρατηγικός στόχος είναι η βελτίωση της ποιότητας.

Είναι γεγονός ότι, την τελευταία δεκαετία, έγιναν κάποια σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Κάποια από αυτά μάλιστα υλοποιήθηκαν σε περιβάλλον ευρύτερης κοινοβουλευτικής και κοινωνικής συναίνεσης. Το αποτέλεσμα είναι, σήμερα, στους κόλπους του εκπαιδευτικού μας συστήματος να έχουν δημιουργηθεί ορισμένες σημαντικές νησίδες ποιότητας, να έχουν διορθωθεί, έστω και ατελώς, κάποιες από τις χρόνιες παθογένειές του, να έχουν αναπτυχθεί κάποιες ισχνές δομές αξιολόγησης και να έχει ενισχυθεί η εξωστρέφειά του. Δημιουργήθηκε έτσι το αναγκαίο υπόβαθρο για την περαιτέρω βελτίωσή του.

Δυστυχώς, όμως, η παρούσα Κυβέρνηση, με τις πρωτοβουλίες που προωθεί όχι μόνο «φρενάρει» τις θετικές εξελίξεις, αλλά θα έλεγα ότι αποψιλώνει ότι άνθησε μέχρι σήμερα. Αντί να προωθήσει με βελτιωτικές ρυθμίσεις την αξιολόγηση και την αριστεία, ουσιαστικά τις αποδομεί, επαναφέρει τον κομματισμό και τη συναλλαγή, κολακεύει τη μετριότητα και αποκόπτει τη χώρα από τα τεκταινόμενα στον ευρωπαϊκό χώρο. Λόγω ιδεοληψιών κάνει βήματα προς τα πίσω.

Αντίθετα, η έμφαση θα πρέπει να δοθεί, στην συνεχή αξιολόγηση των δομών της εκπαίδευσης, στην ενίσχυση της αυτονομίας σχολείων και ιδρυμάτων, στην αξιολόγηση της οικονομικής αποτελεσματικότητας των διαθέσιμων πόρων, στο μέγεθος των μονάδων εκπαίδευσης. Ενώ θα πρέπει να μας απασχολεί, η χαμηλή αποδοτικότητα των κοινωνικών και ιδιωτικών επενδύσεων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, η δυσαρμονία μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, η μεγάλη διαρροή εγκεφάλων στο εξωτερικό.

Και όλα αυτά θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ουσιαστικού διαλόγου, προϊόν συνεννόησης και σύνθεσης, ώστε, τελικά, η εκπαίδευση να διαδραματίσει και στη χώρα μας τον δημιουργικό ρόλο που μπορεί και πρέπει.

InstagramYoutube