Μήνας: Μάρτιος 2018

Ερώτηση και Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων (ΑΚΕ) για επισκόπηση δαπανών φορέων Γενικής Κυβέρνησης

Ερώτηση και Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων (ΑΚΕ)

προς το Υπουργείο Οικονομικών  

Αθήνα, 30.03.2018

Θέμα: Επισκόπηση δαπανών φορέων Γενικής Κυβέρνησης.

Η Κυβέρνηση, το 2017, ως μνημονιακή δέσμευση, προχώρησε σε επισκόπηση δαπανών σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.

Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού για το 2018: «Η επισκόπηση δαπανών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των δημοσίων δαπανών και να ενισχυθούν οι δαπάνες σε τομείς με υψηλή κοινωνική αποτελεσματικότητα, απέφεραν για το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης προβλεπόμενη εξοικονόμηση ποσού ύψους περίπου 260 εκατ. ευρώ. Ειδικά για το έτος 2018, οι εξοικονομήσεις που προκύπτουν από την επιτυχημένη επισκόπηση των πρωτογενών λειτουργικών δαπανών, θα χρηματοδοτήσουν μια σειρά πρόσθετων δράσεων κοινωνικής προστασίας».

Αυτή όμως η εξοικονόμηση δεν αποτυπώθηκε αναλυτικά στον Προϋπολογισμό.

Μάλιστα, παρά και τη δέσμευση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού στη Βουλή, «να κοινοποιήσει [τις πηγές εξοικονόμησης] γραπτώς» (Πρακτικά της 18ης Δεκεμβρίου 2017), σε απάντηση δικών μου τόσο προφορικών (κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού) όσο και γραπτών αναφορών (Κοινοβουλευτικές Ερωτήσεις Αριθ. Πρωτ. 78/960/6.11.2017, Αριθ. Πρωτ. 1856/113/5.12.2017, Αριθ. Πρωτ. 2465/10.01.2018), αυτό μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει.

Για το λόγο αυτό, στις 16.01.2018 κατέθεσα τη σχετική Ερώτηση ως Επίκαιρη, η συζήτηση της οποίας εκκρεμεί μέχρι και σήμερα λόγω αναβολών από την πλευρά του Υπουργείου Οικονομικών.

Κατόπιν τούτων,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ και πάλι

ο κ. Υπουργός: 

Ποια είναι αναλυτικά τα αποτελέσματα της εν λόγω επισκόπησης δαπανών σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης;

Από ποιες συγκεκριμένες περιοχές και από ποιους συγκεκριμένους κωδικούς φορέων του Δημοσίου προκύπτουν οι εξοικονομήσεις; Σε ποια συγκεκριμένα υπουργεία και υποτομείς;

Παρακαλώ να κατατεθεί αυτούσια η εν λόγω επισκόπηση.

Ο Ερωτών Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “Alpha 98,9”

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

Δελτίο Τύπου σχετικά με σύσκεψη εργασίας στο Δήμο Αμφίκλειας στο πλαίσιο επισκέψεων εργασίας στους Δήμους της ΠΕ Φθιώτιδας

 

Χθες, στο πλαίσιο του νέου κύκλου επισκέψεων εργασίας του Βουλευτή Φθιώτιδας και Υπεύθυνου Τομέα Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, κ. Χρήστου Σταϊκούρα, στις έδρες των Δήμων της Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας, πραγματοποιήθηκε η δεύτερη, για το 2018, ευρεία σύσκεψη εργασίας στο Δημαρχείο του Δήμου Αμφίκλειας – Ελάτειας, στην Κάτω Τιθορέα.

Συμμετείχαν ο κ. Δήμαρχος, Αντιδήμαρχοι και εκπρόσωποι των φορέων της περιοχής που εκλήθησαν από το Δήμο.

Αντικείμενο της σύσκεψης ήταν η οικοδόμηση συστηματικής συνεργασίας με τη δημοτική αρχή και τους φορείς, η αξιολόγηση της πορείας επίλυσης των ζητημάτων που ετέθησαν κατά την περυσινή συνάντηση, και η συμβολή του κ. Σταϊκούρα σε αυτή, η επικαιροποίηση των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων της περιοχής, και ο σχεδιασμός βημάτων για την προώθηση, στο μέτρο του εφικτού, της επίλυσης τοπικών προβλημάτων.

Ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, συζητήθηκαν:

  • Προβλήματα αστυνόμευσης της περιοχής
  • Ζητήματα πρωτογενούς τομέα
  • Αθλητικές εγκαταστάσεις και υποδομές
  • Λειτουργία ΑΤΜ στην περιοχή (ιδιαίτερα στην Ελάτεια)
  • Προβλήματα ύδρευσης (κυρίως στο Ζέλι)
  • Προβλήματα στις σχολικές υποδομές
  • Αξιοποίηση ειρηνοδικείων στην περιοχή
  • Αξιοποίηση ορεινού όγκου και χιονοδρομικών εγκαταστάσεων
  • Ζητήματα βιολογικού στην Αμφίκλεια
  • Καλύτερη λειτουργία των παιδικών σταθμών στην περιοχή
  • Λειτουργία κέντρου υγείας και ελλείψεις ιατρικού προσωπικού

Ο κ. Σταϊκούρας, συνεχίζοντας τη συστηματικότερη μεθοδολογία συνεργασίας με τους εκπροσώπους των τοπικών κοινωνιών, δεσμεύθηκε ότι θα εξακολουθεί να εργάζεται προς την κατεύθυνση προώθησης της επίλυσης των ζητημάτων.

Μήνυμα για την Επέτειο της 25ης Μαρτίου

Με την επέτειο της 25ης Μαρτίου, οι Ελληνίδες και οι Έλληνες σε όλο τον κόσμο,  εορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την Εθνική Παλιγγενεσία.

Τιμούμε τον αγώνα και τη θυσία των Ηρώων και Αγωνιστών του 1821.

Τιμούμε τους προγόνους μας, για την απελευθέρωση της Πατρίδας από τον Οθωμανικό Ζυγό.

Σήμερα, η πατρίδα μας βρίσκεται, με ευθύνη της Κυβέρνησης, εν μέσω συνθηκών ασφυξίας στην οικονομία, απογοήτευσης στην κοινωνία, και διχαστικής όξυνσης στην πολιτική.

Ενώ οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι, ενδογενείς και εξωγενείς, πυκνώνουν.

Στο εσωτερικό μέτωπο, η Κυβέρνηση επιδεικνύει ανικανότητα σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας.

Στο εξωτερικό πεδίο, η Κυβέρνηση κινείται ανεύθυνα, επιπόλαια, χωρίς ενιαία θέση, ενώ η τουρκική επιθετικότητα, όχι μόνο στο Αιγαίο, αλλά και στην Κυπριακή ΑΟΖ, συνεχίζεται. Ταυτόχρονα, η συνεχιζόμενη απαράδεκτη κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, επιβαρύνει τις σχέσεις της χώρας μας με την Τουρκία.

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, έχουμε χρέος από το ένδοξο παρελθόν και ευθύνη για το μέλλον, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και τους κινδύνους με ενότητα, ευθύνη, ομοψυχία, αποφασιστικότητα, αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια.

Να εργαστούμε σκληρά, με αλληλεγγύη και συνοχή, για το καλύτερο μέλλον της κοινωνίας μας και τη συνολική ισχυροποίηση της Πατρίδας μας.

 

Συνέντευξη στην εφημερίδα “Παραπολιτικά” – “Η χώρα πληρώνει διαδοχικές αυταπάτες”

Η ΝΔ χαρακτήρισε προ ημερών τον κ. Τσίπρα ως «μετρ της διαπλοκής». Τι θα κάνει το Κόμμα σας για να φέρει την Κυβέρνηση προ των ευθυνών της για τους «διαπλεκόμενους φίλους της», όπως ο κ. Σαββίδης; 

Η Κυβέρνηση έχει ως πάγια τακτική τη δημιουργία «γκρίζων ζωνών» σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας, με σκοπό τη χειραγώγηση και τον έλεγχό τους.

Και όταν αυτές αναδεικνύονται, επιδίδεται σε ασκήσεις συγκάλυψης, αποπροσανατολισμού και αντιπερισπασμού. Οι πολίτες όμως έχουν αντιληφθεί το «παιχνίδι».

Η ΝΔ ασκεί, και θα συνεχίσει να το κάνει, υπεύθυνη και σκληρή αντιπολίτευση. Αναδεικνύει «δυσώδεις υποθέσεις» και επιδιώκει τη διαλεύκανσή τους. Παράλληλα, στο πλαίσιο του καταστατικού εκσυγχρονισμού της χώρας, θα καταθέσει προτάσεις για την ενδυνάμωση των θεσμών.

Σε αυτή τη γενική προσέγγιση, όλοι και όλες αντιμετωπίζονται με ενιαία κριτήρια.

Εκτιμάτε ότι η τριβή μεταξύ Μεγάρου Μαξίμου και Πάνου Καμένου θα οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές και αν ναι, πότε; 

Οι εταίροι της συγκυβέρνησης, χωρίς ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό, κάνουν τα πάντα προκειμένου να «πιουν» και την τελευταία «γουλιά» εξουσίας, χωρίς να προσφέρουν στη χώρα.

Εκτιμώ ότι η συσσώρευση «εκρηκτικών υλών», ως συνέπεια της πολιτικής τους, θα τους εξαναγκάσει να προσφύγουν στην κάλπη, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες να τη μεταθέσουν, όσο γίνεται για αργότερα.

Στο δίλημμα που διαμορφώνεται, «καθαρή έξοδος από τα μνημόνια ή προληπτική πιστωτική γραμμή», πως απαντάτε; 

Είναι δεδομένο ότι πλήρης «καθαρή έξοδος» δεν μπορεί να υπάρξει. Άλλωστε, για να λέμε την αλήθεια, δεν είναι και εφικτή. Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018, ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά θα γίνει στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς και θα συνοδευτεί από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Ελπίζω η Κυβέρνηση να μην παρασυρθεί από το «πάθος για δόξα» και μετά μας μιλά, έτσι απλά, για μια «νέα αυταπάτη». Η χώρα αρκετά πληρώνει τις διαδοχικές «αυταπάτες» της.

Η χώρα πρέπει να σχεδιάσει σοβαρά το επόμενο βήμα ώστε να πετύχει το βέλτιστο συνδυασμό μεταξύ των δύο στόχων: μεγιστοποίηση των  βαθμών ελευθερίας της χώρας από τους δανειστές και ελαχιστοποίηση του κόστους χρηματοδότησης της οικονομίας.

Αυτό μπορεί να γίνει με το ταμειακό απόθεμα που χτίζει η Κυβέρνηση;

Η χώρα θα πρέπει να διαθέτει χρηματοδοτική επάρκεια και ασφάλεια, με χαμηλό κόστος δανεισμού από τις διεθνείς αγορές και με «δίχτυ προστασίας», χωρίς να επιβαρύνεται η πραγματική οικονομία.

Δυστυχώς όμως σήμερα, η Κυβέρνηση προσπαθεί να φτιάξει ταμειακό απόθεμα «στύβοντας» την πραγματική οικονομία: χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι – με ευθύνη της – δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Ενώ και οι επιτοκιακές διαφορές (spreads) εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερες και πιο ευμετάβλητες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Κοντά σε αυτά τα δεδομένα, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι η διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, με συμβατικά (χαμηλά επιτόκια) και μη συμβατικά μέτρα (πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης), δεν θα συνεχιστούν επί μακρόν. Ενώ και η χρηματοδότηση των τραπεζών θα πρέπει να είναι διασφαλισμένη, δεδομένου ότι η Ελλάδα απέχει ακόμη αρκετά από το να έχει αποκτήσει επενδυτική πιστοληπτική διαβάθμιση.

Όλα αυτά μία σοβαρή Κυβέρνηση πρέπει να τα σταθμίσει και να τα συνεκτιμήσει. Κάτι που δεν γίνεται με την σημερινή.

Η δέσμευση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα επί πολλά χρόνια είναι ασφυκτική για τη χώρα και την οικονομία. Θα την επαναδιαπραγματευτεί ως Κυβέρνηση η ΝΔ και αν ναι, τι θα ζητήσει; 

Θα προτείνουμε, θα διεκδικήσουμε και εκτιμώ ότι θα επιτύχουμε μια «νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης». Θα δεσμευθούμε στην υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων για μετά το 2018, η επιτυχής υλοποίηση του οποίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών.

Η αύξηση του πλούτου θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Και αυτή με τη σειρά της, στη σταδιακή μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Η πρόταση είναι ρεαλιστική, ιστορικά επιβεβαιωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη.

Ζήσατε ως Υπουργός το μοντέλο της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Πιστεύετε ότι η ΝΔ, εφόσον είναι πρώτο κόμμα μετά τις επόμενες εκλογές, πρέπει να συνεργαστεί κυβερνητικά με το Κίνημα Αλλαγής; 

Η ΝΔ επιδιώκει να αποτελέσει την ορθολογική επιλογή μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας. Όσο πλατύτερη αυτή είναι, τόσο καλύτερα.

Ακόμη όμως και με αυτοδυναμία, που φαίνεται πιθανή, θα αναζητήσει τις μέγιστες δυνατές κοινωνικές συναινέσεις και πολιτικές συνεννοήσεις.

Συνεννοήσεις και συναινέσεις που θα χτιστούν με όρους εθνικής ευθύνης, αμοιβαίου σεβασμού και ειλικρίνειας.

Όλες και όλοι θα κριθούμε στον κατάλληλο χρόνο, αρχικά από τους πολίτες.

Δήλωση σχετικά με τα νέα στοιχεία για το ιδιωτικό χρέος

«Τα νέα στοιχεία για το ιδιωτικό χρέος

επιβεβαιώνουν την αδιέξοδη πολιτική της σημερινής Κυβέρνησης»

«Τα νέα στοιχεία για το ιδιωτικό χρέος, δυστυχώς, επιβεβαιώνουν για ακόμα μια φορά την αδιέξοδη πολιτική της σημερινής Κυβέρνησης.

  • Τα χρέη των πολιτών, μόνο προς την εφορία, ξεπέρασαν τα 102 δις ευρώ.
  • Ένας στους δύο Έλληνες φορολογούμενους χρωστούν στην εφορία.
  • Και πάνω από 1 εκατ. πολίτες έχουν ήδη υποστεί κατασχέσεις.

Κατά τα άλλα η ανερμάτιστη διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ πανηγυρίζει για μια δήθεν καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια.

Η μόνη λύση είναι η πολιτική αλλαγή. Και αυτό το γνωρίζουν καλά οι Έλληνες πολίτες».

Αποσπάσματα τοποθέτησης σε εκδήλωση στο InnovAthens με θέμα “Η ελληνική βιομηχανία σήμερα, κατάσταση και προοπτικές”

Θέλω να ευχαριστήσω την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων και το Innovathens για την πρόσκληση να παραστώ και να καταθέσω κάποιες σκέψεις για την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, και για τη θέση και τον ρόλο της ελληνικής βιομηχανίας στη μεγέθυνσή της.

Βιομηχανία, πυλώνας κάθε σύγχρονης οικονομίας.

Κι αυτό γιατί παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, ενισχύει την εξωστρέφεια, στηρίζει τα δημόσια οικονομικά, μετασχηματίζει την καινοτομία σε επιχειρηματικότητα, διαδραματίζει κομβικό ρόλο για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία σταθερών και ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, και καθορίζει, εν τέλει, την οικονομική θέση κάθε χώρας.

 

Η χώρα σήμερα αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς στόχους που η ίδια θέτει.

  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται.
  • Το ιδιωτικό χρέος διαρκώς διογκώνεται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται.

Ενώ η κανονικότητα στη χώρα, κανονικότητα που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται το 2014, δεν έχει ακόμη επανέλθει.

Και σαν να μην έφτανε η σημερινή κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας» της οικονομίας, η Κυβέρνηση, όπως ήδη γνωρίζετε:

  • έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά θα γίνει στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους Θεσμούς και θα συνοδευτεί από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς ότι το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» δεν είναι παρά ακόμη μία Κυβερνητική αυταπάτη.

 

Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση, τις προκλήσεις και τις δεσμεύσεις της χώρας, το ζητούμενο είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με σύνεση και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας.

Επόμενη ημέρα που θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Επόμενη ημέρα που θα στηρίζει και θα στηρίζεται σε κλάδους που επενδύουν στην πραγματική οικονομία, δημιουργώντας μια εύρωστη και παραγωγική βάση, με εμπορεύσιμα – κατά προτίμηση στις διεθνείς αγορές – αγαθά και υπηρεσίες.

Επόμενη ημέρα που θα χρειαστεί μια επενδυτική έκρηξη, ύψους 100 δισ. ευρώ για την επόμενη πενταετία, για να επιστρέψουν οι ιδιωτικές επενδύσεις στο μέσο Ευρωπαϊκό όρο και να ξεφύγει η οικονομία από τον φαύλο κύκλο της στασιμο-χρεοκοπίας.

Με επενδύσεις και στον κλάδο της βιομηχανίας.

 

Στη χώρα μας ο κλάδος της βιομηχανίας, παρότι δεν έμεινε ανεπηρέαστος από τη μακρά, επώδυνη και πολύπλευρη κρίση:

  • κατάφερε να δείξει ανθεκτικότητα και
  • συνέχισε να αποτελεί βασικό κορμό της εγχώριας παραγωγικής οικονομίας.

Η συμβολή της βιομηχανίας, ιδιαίτερα της μεταποίησης, στην οικονομία και την κοινωνία, λόγω των υψηλών πολλαπλασιαστικών επιδράσεών της, είναι ακόμα και σήμερα, καθοριστική.

Ενδεικτικά:

  • Η βιομηχανία απασχολεί σήμερα 1,2 εκατ. εργαζόμενους.
  • 1 στους 4 εργαζόμενους απασχολείται σε βιομηχανικές δραστηριότητες ή σε δραστηριότητες που οφείλονται στη βιομηχανία. Κατά κύριο λόγο είναι σταθερές θέσεις εργασίας, με πλήρες ωράριο και πλαίσιο παροχών περίθαλψης και ασφάλισης.
  • Ο μηνιαίος μισθός στη βιομηχανία είναι, κατά μέσο όρο, 25% υψηλότερος από το σύνολο της οικονομίας.
  • Συνεισφέρει το 40% του συνολικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων.
  • Μέσα στην κρίση, πραγματοποίησε επενδύσεις συνολικού ύψους 27 δισ. ευρώ.
  • Οι μεταποιητικές δραστηριότητες δημιουργούν, άμεσα και έμμεσα, περίπου το 31% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας.
  • Το 42% των συνολικών εξαγωγών είναι βιομηχανικά προϊόντα.

 

Δυστυχώς όμως η σημασία και η συμβολή της βιομηχανίας στην εθνική οικονομία δεν έχουν τύχει – διαχρονικά – της δέουσας αναγνώρισης.

Ειδικά όμως από τη σημερινή Κυβέρνηση.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να θέτει, έμμεσα και άμεσα, εμπόδια.

Εμπόδια όπως είναι η υψηλή φορολογία και το ευμετάβλητο φορολογικό καθεστώς, η διόγκωση των ασφαλιστικών εισφορών, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδοτικά και επενδυτικά εργαλεία.

 

Η χώρα όμως, διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Και κυρίως διαθέτει καλά εκπαιδευμένο και καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να προσφέρει στην προσπάθεια ανάταξης της οικονομίας μας.

Διαθέτει επιχειρηματικό δαιμόνιο, που πολλές βιομηχανικές επιχειρήσεις διατήρησαν, καλλιέργησαν και εκδήλωσαν μέσα στην κρίση.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν.

Ειδικά σε μία Ευρώπη η οποία, με βάση και το τελευταίο κείμενο συμπερασμάτων του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας, στρέφει και πάλι την προσοχή της στη δημιουργία μιας ισχυρής βιομηχανικής βάσης, επιδιώκοντας την αύξηση του μεριδίου της βιομηχανίας στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται, από μέρους της χώρας μας, η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, μέσα από ένα συνεκτικό πλαίσιο στρατηγικών κατευθύνσεων και πολιτικών, με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής.

  • Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας.
  • Με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών, όπως είναι η μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις.
  • Με την αύξηση του ορίου για υποβολή ΦΠΑ.
  • Με την παροχή φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία.
  • Με υπερ-αποσβέσεις για τις επενδύσεις κεφαλαίου.
  • Με τη μείωση της φορολογίας ανάλογα με τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στις επιχειρήσεις.
  • Με τη δημιουργία «Λευκού Μητρώου Ασφαλιστικού Συστήματος», προβλέποντας μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές για τις συνεπείς επιχειρήσεις.

2ος Άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και θα οδηγήσουν στην υλοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων.

  • Με τη δημιουργία ενός σταθερού και απλού ρυθμιστικού πλαισίου.
  • Με την άρση των εμποδίων ομαλής λειτουργίας της αγοράς.
  • Με την απλοποίηση των διαδικασιών έναρξης επιχειρήσεων, με κεντρικό χαρακτηριστικό τη «δήλωση συμμόρφωσης» και τις πρότυπες προδιαγραφές.
  • Με την ασφάλεια δικαίου, μέσα από σταθερούς κανόνες λειτουργίας, την επιτάχυνση στην απονομή δικαιοσύνης, την κωδικοποίηση της νομοθεσίας.
  • Με τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου για τις χρήσεις γης.
  • Με τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές.
  • Με την υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων και την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων.
  • Με την απελευθέρωση και ταχεία αναδιάρθρωση της αγοράς ενέργειας, την ολοκλήρωση και προώθηση των υποδομών διασύνδεσης και την υλοποίηση μιας εθνικής ενεργειακής πολιτικής, πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν στη μείωση του ενεργειακού κόστους και σε ενεργειακή επάρκεια.
  • Με τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του Κράτους, ώστε να δημιουργηθεί ένας αποτελεσματικός, ευέλικτος, σύγχρονος και παραγωγικός δημόσιος τομέας.
  • Με τη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων που σήμερα βρίσκονται κατακερματισμένες σε πολλά Υπουργεία.

3ος Άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την υιοθέτηση ενός πιο λειτουργικού «Αναπτυξιακού Νόμου», με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

4ος Άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου, όπως είναι η βιομηχανία.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, μεταξύ άλλων:

  • Πρέπει η βιομηχανική πολιτική να αποτελέσει δομικό στοιχείο της στρατηγικής, μέσα από ανάδειξη τομέων, κλάδων και γεωγραφικών περιοχών, με σαφείς εξωστρεφείς προοπτικές.
  • Πρέπει να ενισχυθούν τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα και οι υπηρεσίες στην κλίμακα της τεχνολογικής εξειδίκευσης.
  • Πρέπει οι επιχειρήσεις να ενταχθούν σε διεθνείς παραγωγικές αλυσίδες αξίας.
  • Πρέπει να βελτιωθούν τα δίκτυα και οι υπηρεσίες εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics) και να αναβαθμιστούν οι υποδομές για την ανταγωνιστική διακίνηση των πρώτων υλών και των προϊόντων από / προς τις αγορές.
  • Πρέπει να βελτιωθεί η προσβασιμότητα σε κεφάλαια, μέσα από την ενθάρρυνση εξω-τραπεζικών εργαλείων και εναλλακτικών τρόπων κεφαλαιακής ενίσχυσης, την αξιοποίηση σύγχρονων τεχνικών χρηματοοικονομικής μηχανικής, τον συντονισμό και τη σύνδεση των επενδυτικών εργαλείων και καθεστώτων ενίσχυσης επενδύσεων.
  • Πρέπει να θέσουμε ως χώρα, έστω με καθυστέρηση, έμπρακτα, ως προτεραιότητα την επένδυση στη γνώση, με την ανάπτυξη ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, εναρμονισμένο με την καινοτομία και την τεχνολογία, προσαρμοσμένο στην ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα.
  • Πρέπει να απλοποιήσουμε τη συνεργασία πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων με επιχειρήσεις, για την παραγωγική αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων από τη βιομηχανία και για την πρακτική εφαρμογή καινοτόμων θεωριών και προγραμμάτων.
  • Πρέπει να επιδιώξουμε η προσφορά γνώσεων και δεξιοτήτων να είναι ικανές να δημιουργήσουν εστίες καινοτομίας, να καλύψουν τις τεχνολογικές – επιστημονικές ανάγκες της μεταποίησης και να στηρίξουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό της παραγωγής.
  • Πρέπει οι βιομηχανικές επιχειρήσεις να εστιάσουν στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην κυκλική οικονομία, ασκώντας υπεύθυνη επιχειρηματικότητα, μέσα από την υλοποίηση των αρχών της εταιρικής διακυβέρνησης και της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης».

 

Συμπερασματικά, αυτό το σχέδιο είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να μας βγάλει από τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής μιζέριας.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου όμως απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.

Χαρακτηριστικά τα οποία η σημερινή Κυβέρνηση εγγενώς δεν διαθέτει και προφανώς δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αποκτήσει.

Αποσπάσματα τοποθέτησης στην εκδήλωση του ΚΕΑΣΜ – «Το τέλος του 3ου Μνημονίου: Μία από τα ίδια ή ποτέ πια τα ίδια;»

Αποσπάσματα τοποθέτησης στην εκδήλωση του Κέντρου Αστικής Μεταρρύθμισης

με θέμα «Το τέλος του 3ου Μνημονίου: Μία από τα ίδια ή ποτέ πια τα ίδια;»

«Η χώρα, σήμερα, είναι «βουτηγμένη» στο οικονομικό τέλμα, την κοινωνική μιζέρια και την εθνική παρακμή.

  • Αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς στόχους που η ίδια θέτει.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται.
  • Το ιδιωτικό χρέος διαρκώς διογκώνεται.
  • Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.
  • Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται.

Ενώ η κανονικότητα στη χώρα, κανονικότητα που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται το 2014, δεν έχει ακόμη επανέλθει.

  • Κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται.
  • Νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις συνεχίζουν να επιβάλλονται.
  • Οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν στάσιμα υψηλές.
  • Καταθέσεις δεν επιστρέφουν – με ουσιαστικό τρόπο – στο τραπεζικό σύστημα.
  • Η εξάρτηση των τραπεζών από τον έκτακτο μηχανισμό ενίσχυσης της ρευστότητας (ELA) εξακολουθεί να υφίσταται.
  • Και η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Αυτό είναι το οδυνηρό αποτύπωμα της σημερινής διακυβέρνησης.

Το Κυβερνητικό αποτύπωμα της συνειδητής επιλογής της να υπερφορολογήσει τους πολίτες, της αδυναμίας της να υλοποιήσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και της τακτικής της να συρρικνώσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Και σαν να μην έφτανε η σημερινή κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας» της οικονομίας, η Κυβέρνηση, όπως ήδη γνωρίζετε:

  • έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
  • έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018,
  • ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά θα γίνει στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους Θεσμούς και θα συνοδευτεί από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς ότι το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» δεν είναι παρά ακόμη μία Κυβερνητική αυταπάτη.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η χώρα θα πρέπει να διαθέτει χρηματοδοτική επάρκεια και ασφάλεια, με χαμηλό κόστος δανεισμού από τις διεθνείς αγορές και με «δίχτυ προστασίας», χωρίς να επιβαρύνεται η πραγματική οικονομία.

Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Δυστυχώς όμως σήμερα:

1ον. Η Κυβέρνηση προσπαθεί να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία:

  • Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου.
  • Επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών.
  • «Σκουπίζει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων του Δημοσίου.
  • Υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
  • Προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι – με ευθύνη της – δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

2ον. Τα επιτόκια αγορών και τα spreads όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.

Απόδειξη; Το πώς κινήθηκαν οι αποδόσεις τις τελευταίες εβδομάδες, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους (έλλειψη εμπιστοσύνης, εσωτερική και εξωτερική πολιτική αβεβαιότητα, μεγάλες διεθνείς εκδόσεις χρέους, κατεύθυνση νομισματικής πολιτικής κ.α.).

Κοντά σε αυτά τα δεδομένα, η Κυβέρνηση οφείλει να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι η διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, τόσο με συμβατικά όσο και μη συμβατικά μέτρα, που βελτίωσαν τις συνθήκες χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν θα συνεχιστούν επί μακρόν.

Ενώ και η χρηματοδότηση των τραπεζών θα πρέπει να είναι διασφαλισμένη, δεδομένου ότι η Ελλάδα απέχει ακόμη αρκετά από το να έχει αποκτήσει επενδυτική πιστοληπτική διαβάθμιση.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τις προκλήσεις και τις δεσμεύσεις της χώρας, το ζητούμενο είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με σύνεση και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας.

Επόμενη ημέρα που δεν πρέπει να είναι ίδια με τη σημερινή.

Και δεν θα πρέπει να συνιστά επιστροφή στα διαχρονικά λάθη του παρελθόντος.

Επόμενη ημέρα που θα χαρακτηρίζεται από κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.

Επόμενη ημέρα που θα έχει ως στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Για το σκοπό αυτό απαιτείται η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, με βασικούς άξονες:

1ος Άξονας: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος Άξονας: Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων.

Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.

Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό της νομοθεσίας για τις βιομηχανικές περιοχές, με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, με τη βελτίωση της ποιότητας και τη διασφάλιση της ορθής και ανεξάρτητης λειτουργίας των θεσμών και με την αναμόρφωση του ρόλου και τη βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους.

3ος Άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

4ος Άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Με τη μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, στις εξαγωγές και στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.

Καθώς και με την ανάδειξη της παιδείας σε βασικό μοχλό της αναπτυξιακής διαδικασίας».

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Ερώτησης για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου

Πρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Θα συμφωνείτε υποθέτω και εσείς ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, πέραν της συμβολής της στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του Δημοσίου, συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.

Στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.

Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα», ως αποτέλεσμα – κυρίως – της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η σημερινή Κυβέρνηση.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, ερωτάστε κε. Υπουργέ:

1ον. Για ποιό λόγο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές παρά τους πρόσθετους δανειακούς και πλέον εθνικούς πόρους που διατίθενται για την αποπληρωμή τους, όταν μάλιστα, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού σας, «η εξόφλησή τους αποτελεί βασική προτεραιότητα για το Υπουργείο Οικονομικών»;

2ον. Σε τι ύψος ανέρχονται οι νέες οφειλές που δημιουργήθηκαν την τελευταία τριετία;

3ον. Ποιος είναι ο προγραμματισμός για την αποπληρωμή τους εντός του 2018; Πως θα χρηματοδοτηθεί η εξόφλησή τους από δανειακούς και εθνικούς πόρους;

4ον. Πότε εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα ολοκληρωθεί η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου;

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δευτερολογία

 Κύριε Υπουργέ,

Από την απάντησή σας, καθώς και από πρόσθετα στοιχεία που δεν πρόλαβα να αναπτύξω κατά την πρωτολογία μου, προκύπτουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα:

1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, εξαιτίας τόσο της επιλογής της να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και της ανικανότητάς της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους, δημιουργεί συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Και σε αυτές πρέπει να προστεθούν και όσες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν καταγράφονται, όπως είναι, σύμφωνα με την Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων καθώς και αιτήσεις συνταξιοδότησης.

Επιπρόσθετα, όπως επισημαίνει η ίδια Έκθεση, από τους συνολικούς δανειακούς πόρους που μεταβιβάστηκαν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών το 2017, μόνο οι μισοί έφτασαν στους τελικούς δικαιούχους.

Το υπόλοιπο ποσό είτε κόλλησε σε φορείς του Δημοσίου είτε δεν έφτασε στους φορείς.

2ο Συμπέρασμα: Λόγω της Κυβερνητικής καθυστέρησης στην απορρόφηση της χρηματοδότησης του προγράμματος, η διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει διαφοροποιηθεί επί το δυσμενέστερο για τη χώρα μας.

Το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – μετά την 2η αξιολόγηση, να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Πέρυσι η αναλογία ήταν 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου.

Σήμερα αυτή έγινε ακόμη πιο δυσμενής, διαμορφώθηκε στο 50%-50%, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.

Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχη, σχετική πρόβλεψη δεν υπήρξε στο 2ο Μνημόνιο.

3ο Συμπέρασμα: Η πλήρης εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».

Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, τον Αύγουστο του 2015, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.

Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο, τον Ιούνιο του 2016, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Και σήμερα, με βάση την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού, απλώς «αναμένεται η περαιτέρω μείωσή τους εντός του 2018».

Συνεπώς, για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνονται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Είναι σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει, δεν ξέρει και δεν μπορεί να «ρίξει» ρευστότητα στην αγορά.

Στον αντίποδα αυτής της οικονομικά ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της Νέας Δημοκρατίας είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε – πέρυσι – στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δελτίο Τύπου σχετικά με συνάντηση εργασίας με τον Πρόεδρο και τη Διοίκηση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, συναντήθηκε σήμερα με τον Πρόεδρο, κ. Σαββάκη, και τη Διοίκηση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος (ΣΒΒΕ), στα γραφεία του Συνδέσμου στη Θεσσαλονίκη.

Έγινε εκτενής ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης και των προοπτικών της Ελληνικής οικονομίας, δίνοντας έμφαση σε θέματα που σχετίζονται με την ανάπτυξη υγιούς επιχειρηματικότητας, τη στήριξη της βιομηχανίας και της περιφερειακής ανάπτυξης.

Στη συζήτηση διαπιστώθηκε κοινή βούληση για επεξεργασία πολιτικών, οι οποίες θα εστιάζουν:

1ον. Στον περιορισμό και τον εξορθολογισμό της φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, στη στήριξη της ανταγωνιστικής, εξωστρεφούς και καινοτόμου παραγωγικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας, στη διασύνδεσή τους με την έρευνα, την τεχνολογική πρόοδο και την εκπαίδευση.

2ον. Στη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης της βιώσιμης επιχειρηματικής δραστηριότητας, κυρίως για τις παραγωγικές επιχειρήσεις της περιφέρειας.

3ον. Στη δημιουργία ενός νέου παραγωγικού μοντέλου που θα στηριχθεί και θα στηρίζει την εξωστρέφεια της οικονομίας και τις εξαγωγικές της δυνατότητες και την περιφερειακή ανάπτυξη. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος της βιομηχανίας της Βορείου Ελλάδος και εν γένει της βιομηχανικών επιχειρήσεων είναι καθοριστικός.

Ακόμη συζητήθηκαν θέματα που αφορούν την περαιτέρω βελτίωση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος για το επιχειρείν, θέματα αποκέντρωσης και η ριζική βελτίωση του χωροταξικού πλαισίου.

Συμφωνήθηκε ότι απαιτείται μια διαφορετική οικονομική πολιτική, με βασικούς άξονες την πραγματοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και  ιδιωτικοποιήσεων, την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής δίνοντας έμφαση στη μείωση των φόρων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Μία οικονομική πολιτική που θα οδηγεί σε υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, στη δημιουργία νέων και ποιοτικών θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της περιφέρειας και της κοινωνικής συνοχής.

InstagramYoutube