Άρθρο στην εφημερίδα “Ημερησία” σχετικά με το Σ/Ν για τα “κλειστά επαγγέλματα”

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι η χώρα μας διαθέτει μια κλειστή Οικονομία.

Μία Οικονομία, που σύμφωνα με τις Εκθέσεις για την «Οικονομική Απελευθέρωση» αλλά και τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, παρουσιάζει σημαντικές ακαμψίες, στρεβλώσεις, εμπόδια και περιορισμούς στην εύρυθμη λειτουργία αγορών και στην ελεύθερη πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων.

Στρεβλώσεις και περιορισμοί που «νοθεύουν» τον ανταγωνισμό, περιορίζουν τη δυναμική ανάπτυξης συγκεκριμένων κλάδων, συρρικνώνουν τις ευκαιρίες απασχόλησης, «δυναμιτίζουν» την κοινωνική συνοχή δημιουργώντας αίσθηση αδικίας και προνομιακής μεταχείρισης συγκεκριμένων ομάδων.

Καθίσταται συνεπώς αναγκαία, από οικονομικής και κοινωνικής πλευράς, η κατάργηση των αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και στην άσκηση επαγγελμάτων. Έτσι ώστε οι αντίστοιχες δραστηριότητες των φυσικών και νομικών προσώπων να διέπονται από τις αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Γιατί όλοι οι πολίτες θα πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες στην «αφετηρία».

Με αυτή τη λογική, σε αυτό το ιδεολογικό περίγραμμα, η Νέα Δημοκρατία τάσσεται θετικά στην κατάργηση περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων, αφού κάτι τέτοιο, δυνητικά, μπορεί να τονώσει την ανάπτυξη, να ενισχύσει την απασχόληση, να ενδυναμώσει την κοινωνική συνοχή.

Όμως, η Κυβέρνηση, υπό το βάρος των συμβατικών δεσμεύσεών της απέναντι στην «Τρόϊκα», προχωρά με συνοπτικές διαδικασίες, βεβιασμένα και αλόγιστα στην παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία.

Πρωτοβουλία η οποία:

1ον. Περικλείει οριζόντιες και ισοπεδωτικές ρυθμίσεις για πλήθος «άγνωστων», αόριστων, επαγγελμάτων.

2ον. Δεν περιλαμβάνει μελέτη επιπτώσεων που να τεκμηριώνει την επίτευξη δημοσίου συμφέροντος.

3ον. Εδράζεται σε αυθαίρετες παραδοχές και άγνωστες μελέτες, όπως είναι αυτή του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ), προκειμένου να εκτιμήσει τα προσδοκώμενα οφέλη. Οφέλη που κινούνται μεταξύ προσδοκίας, ευχών και αναμονής του αγνώστου. Υπάρχουν μάλιστα και Εκθέσεις, όπως αυτή του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας, οι οποίες δεν επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, θεωρώντας ότι οι ισχυρισμοί του Ιδρύματος είναι αβάσιμοι και δεν έχουν επιστημονική τεκμηρίωση.

4ον. Παραπέμπει σε Προεδρικά Διατάγματα με τα οποία μπορούν να προστεθούν περιορισμοί ή να θεσπιστούν εξαιρέσεις από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις. Ουσιαστικά, η Κυβέρνηση επιζητά «λευκή επιταγή» και γενικές, ευρύτερες, εξουσιοδοτήσεις.

5ον. Έρχεται σε αντίθεση με πρότερες Κυβερνητικές επιλογές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ενεργειακοί επιθεωρητές οι οποίοι, εδώ και λίγες ημέρες, είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο ακινήτων για την έκδοση Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης.

6ον. Στηρίζεται σε δημοσκοπήσεις. Αν όμως η Κυβέρνηση θεωρεί ότι το περιεχόμενο του Σχεδίου Νόμου εδράζεται στην πολιτική της φιλοσοφία, τότε προφανώς δεν υπάρχει ανάγκη να δαπανά δημόσιους πόρους για τη διεξαγωγή δημοσκοπήσεων. Εάν, όμως, έτσι αντιλαμβάνεται την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής, τότε γιατί δεν έκανε ανάλογες δημοσκοπήσεις όταν αποφάσισε τις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων και την πρωτοφανή διόγκωση της άμεσης και έμμεσης φορολογικής επιβάρυνσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων;

Η υπό συζήτηση νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, για να επιτύχει τους επιδιωκόμενους στόχους της, θα πρέπει:

1ον. Να συνοδεύεται από συγκεκριμένες μελέτες σχετικά με τις επιπτώσεις των αλλαγών σε κάθε επάγγελμα.

2ον. Να ενσωματώνει αναλυτικά τις κοινωνικές και οικονομικές ομάδες που επηρεάζονται άμεσα από τις αρχικές, γενικές ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου.

3ον. Να εξασφαλίζει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την ασφάλεια του πολίτη. Να διασφαλίζει ότι η κατάργηση των περιορισμών στην άσκηση επαγγελμάτων δεν θα οδηγήσει σε ασυδοσία, σε αθέμιτο ανταγωνισμό, στην επικράτηση μεγάλων εταιρειών, σε γεωγραφικό αφανισμό, σε κατάργηση κάθε ελέγχου, σε μείωση της ποιότητας των υπηρεσιών.

4ον. Να επιβάλλει μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις στο περιβάλλον άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, στον χώρο των μηχανικών, ύπαρξη μηχανισμού ελέγχου και αποτροπής του αθέμιτου ανταγωνισμού, θεσμοθέτηση φορέα μητρώων, διαβάθμισης και πιστοποίησης τεχνικών επαγγελμάτων, θέσπιση μητρώου κατασκευαστών ιδιωτικών έργων, αναθεώρηση συστήματος έκδοσης οικοδομικών αδειών.

Τότε και μόνο τότε τα αποτελέσματα της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης δεν θα είναι αντίθετα από τις επιδιώξεις της.

Άρθρο στη “Δημοκρατία” – “Αναγκαία η μείωση του δημοσίου χρέους”

Τα επιτόκια δανεισμού στην αγορά εντόκων γραμματίων, τα spreads και τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS) παραμένουν σε απαγορευτικά επίπεδα για τη Ελλάδα αφού οι αγορές εκτιμούν, μεταξύ άλλων, ότι η χώρα μας δεν θα καταφέρει, παρά τις θυσίες του Ελληνικού λαού, να εξυπηρετήσει τα χρέη της.

Και αυτό εξαιτίας:

  • Του ύψους του δημόσιου χρέους, το οποίο αναμένεται να διαμορφωθεί στα 362 δισ. ευρώ (ή στο 159% του ΑΕΠ) το 2011.
  • Του υψηλού κόστους εξυπηρέτησής του, αφού οι δαπάνες για τόκους προβλέπεται να ανέλθουν στο 7% του ΑΕΠ το 2011 (από 5,2% του ΑΕΠ το 2009). Σύμφωνα μάλιστα με τον οίκο αξιολόγησης Fitch, η χώρα θα χρειαστεί κεφάλαια ύψους 25% του ΑΕΠ το 2011 για να καλύψει τις δανειακές της υποχρεώσεις, το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρώπη. 
  • Της δυναμικής του, αφού, σύμφωνα και με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το χρέος αναμένεται να διευρυνθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2013, ενώ εκτιμάται, ότι, το 2020 θα είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο του 2009.
  • Της δυσχέρειας στην εξυπηρέτησή του μετά το τέλος της περιόδου που καλύπτεται από το Μηχανισμό Στήριξης. Η Ελλάδα καλείται να καλύψει δανειακές ανάγκες ύψους 200 δισ. ευρώ την περίοδο 2013-2015.
  • Της δυσκολίας περιορισμού του, αφού με την υιοθέτηση των νέων κανόνων της οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη, μετά το 2013, θα απαιτείται δημοσιονομικό πλεόνασμα τουλάχιστον 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο για τα επόμενα 20 χρόνια.

 

Συνεπώς, κύριος δημοσιονομικός στόχος πρέπει να είναι η αντιμετώπιση του χρέους και της δυναμικής του, ώστε αυτό το οικονομικό μέγεθος να καταστεί βιώσιμο.

Με τη συγκρότηση ενός συνολικού και συνεκτικού σχεδίου, σε ευρωπαϊκό και σε εγχώριο επίπεδο, και όχι με ημίμετρα, όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Προς την κατεύθυνση αυτή, απαιτείται:

1ον. Η επίτευξη, όχι απλώς πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά τουλάχιστον ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.

2ον. Η προώθηση, παράλληλα με τα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, όχι βέβαια αυτής της έντασης και έκτασης, αναπτυξιακών δράσεων, με έμφαση στις νέες πηγές ανάπτυξης (παιδεία, έρευνα και καινοτομία, επιχειρηματικότητα, λειτουργία θεσμών και κράτους).

3ον. Η καταγραφή, ορθολογική διαχείριση και διαφανής αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

4ον. Η προώθηση ενός τολμηρού, αλλά ρεαλιστικού, προγράμματος αποκρατικοποιήσεων.

5ον. Η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους, χωρίς όμως αυτή να συνοδευτεί από νέους, δυσμενείς, όρους και προϋποθέσεις.

6ον. Η μείωση του κόστους αποπληρωμής του δανείου (δηλαδή του επιτοκίου δανεισμού).

7ον. Η θεσμοθέτηση και έκδοση ευρωομολόγου που θα αυξήσει το βάθος της ευρωπαϊκής αγοράς ομολόγων και θα μειώσει το κόστος δανεισμού σε κράτη με δημοσιονομικά προβλήματα.

 

Αυτές οι επιλογές είναι αναγκαίες, προκειμένου η χώρα να αντιμετωπίσει με επάρκεια τα μεγάλα και διαχρονικά δημοσιονομικά της προβλήματα και να πιάσουν τόπο οι μεγάλες και διευρυνόμενες θυσίες των Ελλήνων πολιτών.

Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο – “Δημόσιο Χρέος: Μύθος και Αλήθειες”

Το δημόσιο χρέος αποτελεί μείζον πρόβλημα της χώρας κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Έχει εκτραπεί και ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αποτελεί μεγάλο βαρίδι για την προοπτική της οικονομίας και της χώρας. Το σύστημα ΠΑΣΟΚ, μέσω ενορχηστρωμένης επικοινωνιακής καταιγίδας, επιχείρησε να πείσει τους Έλληνες πολίτες ότι η ευθύνη για το μεγάλο αυτό πρόβλημα βαρύνει τη ΝΔ. Ξέχασε όμως ότι οι επιστημονικά αστήρικτες αξιολογήσεις μεσο-μακροχρόνια αποκαλύπτονται. Η εσκεμμένα αυθαίρετη ερμηνεία των διαχρονικών εξελίξεων έχει αρχίσει να καταρρέει. Είναι αλήθεια ότι: 1ον: Το δημόσιο χρέος ήταν 22% του ΑΕΠ το 1980 και διαμορφώθηκε στο 71% του ΑΕΠ το 1990. Αν, δε, προστεθούν και οι μεταγενέστερες καταπτώσεις εγγυήσεων του Δημοσίου για δάνεια σε ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης που είχαν δοθεί εκείνη τη δεκαετία, τότε το δημόσιο χρέος, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 κάλυπτε το 100% του ΑΕΠ. Αλήθεια, οι ηγετικοί κύκλοι του ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου δεν έχουν κατανοήσει ούτε σήμερα τις καταστροφικές επιπτώσεις εκείνης της δεκαετίας, ή ενσυνείδητα επιχειρούν να παραπλανούν τους Έλληνες πολίτες; 2ον: Από το 1990 έως το 2007, οι κυβερνήσεις, άλλοτε με μικρότερη και άλλοτε με σχετικά μεγαλύτερη επιτυχία, προσπάθησαν να ελέγξουν τη δυναμική του δημοσίου χρέους που είχε προκληθεί τη δεκαετία του ‘80. Είναι γεγονός όμως ότι ουσιαστική μείωση δεν επήλθε. Το χρέος, με μικρές διακυμάνσεις, ήταν στο 105% του ΑΕΠ το 2007. 3ον: Τα έτη 2008 και 2009, εν μέσω της πιο βαθιάς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, υπήρξε διεύρυνση του χρέους. Το 2009, μετά και τις επαναταξινομήσεις λογιστικών στοιχείων και την ενσωμάτωση των swaps της περιόδου 2000-2001, συνολικού ύψους 10% του ΑΕΠ, αυτό διαμορφώθηκε στο 127% του ΑΕΠ. Tο μέσο δημόσιο χρέος, στις 17 χώρες-μέλη της ευρωζώνης, αυξήθηκε από το 66% του ΑΕΠ το 2007 στο 79% του ΑΕΠ το 2009. 4ον: Τα έτη 2004-2009, υπήρξε μία αύξηση του χρέους κατά 116 δισ. ευρώ. Εξ αυτών το 70% οφείλεται στην αποπληρωμή υποχρεώσεων των προηγούμενων Κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, το 5% σε δαπάνες στο πλαίσιο προγραμμάτων ενίσχυσης της πραγματικής οικονομίας, και το υπόλοιπο στα ελλείμματα, για τη διαμόρφωση των οποίων, λόγω «λογιστικών ακροβασιών», ευθύνη φέρει και η σημερινή Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. 5ον: Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι τα 116 δισ. ευρώ βαρύνουν αποκλειστικά τη ΝΔ, η προβλεπόμενη μέση ετήσια αύξηση του δημοσίου χρέους τη διετία 2010-2011 θα είναι πολύ μεγαλύτερη, τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, από εκείνη της εξαετίας 2004-2009. Η ΝΔ, με ευθύνη, επιμένει στη συγκρότηση ελληνικού στρατηγικού σχεδίου, σε συνεργασία με τους ευρωπαίους εταίρους μας. Στον πυρήνα αυτής της στρατηγικής πρέπει να εμπεριέχονται: 1ον. Η επίτευξη τουλάχιστον ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, και όχι απλώς πρωτογενών πλεονασμάτων. 2ον. Η προώθηση, παράλληλα με τα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης και προσαρμογής, αναπτυξιακών δράσεων, με έμφαση στις νέες πηγές ανάπτυξης. 3ον. Η άμεση καταγραφή, ορθολογική διαχείριση και διαφανής αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου. 4ον. Η προώθηση ενός τολμηρού, αλλά ρεαλιστικού, προγράμματος αποκρατικοποιήσεων. 5ον. Η επιδίωξη επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής και η μείωση του επιτοκίου του χρέους, χωρίς όμως να συνοδευτούν από νέους, δυσμενείς, όρους. 6ον. Η επιδίωξη της θεσμοθέτησης και έκδοσης ευρωομολόγου που θα αυξήσει το βάθος της ευρωπαϊκής αγοράς ομολόγων και θα μειώσει το κόστος δανεισμού σε κράτη-μέλη με δημοσιονομικά προβλήματα.

Άρθρο στην Εφημερίδα Ημέρα – “Η ορθότητα της δέσμης μέτρων της ΝΔ για την ενίσχυση των καπνοπαραγωγών”

Ο καθοριστικός ρόλος του αγροτικού τομέα στην πρόοδο και αειφόρο ανάπτυξη της Ελληνικής περιφέρειας είναι καθολικά αναγνωρισμένος.

 

Είναι και ενισχυμένος αφού λόγω, κυρίως, της οικονομικής κρίσης και παρά τη συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος, ο αριθμός των αγροτών αυξάνεται (κατά 6% το 1ο εξάμηνο του 2010).

 

Τα αγροτικά προβλήματα, όμως, είναι πολλά, μεγάλα και ανοικτά. Ένα από αυτά, ιδιαίτερα σημαντικό για τους παραγωγούς του Νομού Φθιώτιδας (2.654 δικαιούχοι), αφορά το προϊόν του καπνού.

 

Όπως είναι γνωστό, αρχής γενομένης από το 2010 και για τα έτη 2011 και 2012, οι άμεσες ενισχύσεις στον καπνό μειώθηκαν κατά 50% σε σχέση με το 2009, λόγω της μεταφοράς στο 2ο πυλώνα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής του 50% των άμεσων ενισχύσεων των καπνοπαραγωγών.

Το συνολικό ύψος των απωλειών αυτών για τους καπνοπαραγωγούς είχε προϋπολογισθεί με βάση τα ιστορικά δικαιώματα στο ύψος των 568,3 εκατ. ευρώ.

 

Κανονιστική υποχρέωση αποτελούσε το ποσό των 568,3 εκατ. ευρώ να διατεθεί στις καπνοπαραγωγικές περιοχές, ενώ αίτημα των καπνοπαραγωγών και των φορέων τους είναι το ποσό αυτό να διατεθεί στους ίδιους.

 

Ήδη, από τον  Ιούνιο 2009 η τότε Κυβέρνηση της ΝΔ επεξεργάστηκε σχέδιο πρωτοβουλιών, που περιελάμβανε δέσμη στοχευμένων μέτρων για την ενίσχυση των καπνοπαραγωγών (στήριξη γεωργικών εκμεταλλεύσεων που βρίσκονται στη διαδικασία αναδιάρθρωσης, γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις, εκσυγχρονισμό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, πρόωρη συνταξιοδότηση, διαφοροποίηση προς μη γεωργικές δραστηριότητες, στήριξη της δημιουργίας και ανάπτυξης πολύ μικρών επιχειρήσεων, ενθάρρυνση τουριστικών δραστηριοτήτων, πρώτη δάσωση γεωργικής γης). Προτάσεις, οι οποίες παρουσιάσθηκαν στους παραγωγούς, είτε στο Νομό είτε σε συναντήσεις με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων.

 

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, προχώρησε μόλις πρόσφατα στη δημοσιοποίηση ομάδας μέτρων του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης (ΠΑΑ), μέσω των οποίων θα αποδοθεί το ποσό των 568,3 εκατ. ευρώ που μεταφέρθηκε από τον 1ο στον 2ο πυλώνα, σε πρώην και νυν καπνοπαραγωγούς.

 

Όπως προκύπτει από τη σύγκριση των παρεμβάσεων που είχαν σχεδιαστεί από τη ΝΔ με αυτές που ανακοινώθηκαν μόλις πρόσφατα από το ΠΑΣΟΚ (βλ. σχετικό πίνακα), η δέσμη μέτρων είναι η ίδια (Άξονας 1 – Βελτίωση Ανταγωνιστικότητας, Άξονας 2 – Βελτίωση Περιβάλλοντος, Άξονας 3 – Ποιότητα ζωής-Διαφοροποίηση). Πιο ειδικά, ο Άξονας 1 είναι σχεδόν ταυτόσημος και ειδικότερα το Μέτρο 144, που απευθύνεται στην πλειοψηφία των δικαιούχων, είναι ακριβώς το ίδιο.

 

Καθίσταται, επομένως, σαφές, πως η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σε ακόμη μία περίπτωση καθυστέρησε χαρακτηριστικά να αναλάβει δράση, και όταν τελικά αποφάσισε να το πράξει, υιοθέτησε προτάσεις μέτρων της ΝΔ που ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση. Προτάσεις της ΝΔ, τις οποίες κατέκρινε, τότε, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση.

 

Προλογικό Σημείωμα στον Ελληνικό Χάρτη Καινοτομίας 2010

Η βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση, απόρροια των χρόνιων εγχώριων ανισορροπιών, στρεβλώσεων και διαρθρωτικών αδυναμιών της οικονομίας, αλλά και της διεθνούς χρηματοπιστωτικής και δημοσιονομικής κρίσης, αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, την αποτυχία του ελληνικού αναπτυξιακού μοντέλου.

Ενός μοντέλου που, εκτός πολλών άλλων, δεν αξιοποίησε έγκαιρα και αποτελεσματικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και άφησε ανεκμετάλλευτους σημαντικούς αναπτυξιακούς παράγοντες (όπως είναι η αποτελεσματικότητα και η ένταση του ανταγωνισμού στις αγορές, η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η αποδοτικότητα του «τριγώνου της γνώσης» [παιδεία-έρευνα-καινοτομία], η επάρκεια των θεσμών, το ανθρώπινο και το κοινωνικό κεφάλαιο).

Είναι φανερό ότι στις συνθήκες κρίσης είναι ανάγκη να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο για το μέλλον προκειμένου η χώρα να αποκτήσει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ευημερία.

Το πρότυπο θα πρέπει πρωτίστως να εδράζεται στις νέες πηγές ανάπτυξης, όπως είναι:

 

1η. Η επένδυση στη γνώση.

Για να έχει μία χώρα προοπτική στο νέο περιβάλλον οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης.

Σύστημα που αποτελεί το βασικό θεσμικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης ανθρώπινου κεφαλαίου.

 

2η. Η επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία.

Επένδυση που αποτελεί, σήμερα, το μόνο τρόπο για να διαμορφώσει η επιχειρηματική δραστηριότητα ισχυρά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, συμβάλλοντας καθοριστικά στον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής διαδικασίας και διασφαλίζοντας οφέλη για τις επιχειρήσεις, ποιότητα για τους πολίτες, ανάπτυξη για την οικονομία.

Που συνιστά τρόπο δημιουργίας πλούτου περισσότερο απ’ όσο αναλογικά θα δημιουργούνταν με βάση το συνολικά επενδεδυμένο κεφάλαιο και τη διαθέσιμη εργατική δύναμη.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

  • Η δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και των απαραίτητων  προϋποθέσεων που ευνοούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της καινοτομίας, με αξιολόγηση των κέντρων έρευνας και τεχνολογίας, με τη δημιουργία ζωνών καινοτομίας, με πόλους καινοτομίας που συνδέουν ερευνητικά κέντρα, εκπαιδευτικά ιδρύματα, τεχνολογικά πάρκα, οργανισμούς και επιχειρήσεις κ.α.
  • Η ενσωμάτωση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγική διαδικασία και η διάχυση των αποτελεσμάτων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.

 

3η. Η επένδυση στην επιχειρηματικότητα.

Η επιχειρηματικότητα, δηλαδή η ανθρώπινη ικανότητα συνδυασμού των άλλων συντελεστών παραγωγής για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, είναι σημαντική πηγή ανάπτυξης, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην ενθάρρυνση της οικονομικής δραστηριότητας, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην ανάπτυξη και στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

  • Η απο-ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, ώστε να μετατραπεί η νομοθεσία (με απλούς, διαφανείς και σταθερούς κανόνες) και η λειτουργία του κράτους σε φιλικότητα προς την επιχείρηση.
  • Η βελτίωση του ρυθμιστικού και ανταγωνιστικού πλαισίου των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, με την επιλογή ορθών μέτρων προστασίας της εργασίας.
  • Η σταδιακή μείωση των φόρων, έκτακτων και μη, καθώς και των φορολογικών συντελεστών.
  • Η σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μη-μισθολογικού εργοδοτικού κόστους.

 

4η. Η δημιουργία ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους και η βελτίωση του «κοινωνικού κεφαλαίου».

Ένα αποτελεσματικό και δίκαιο κράτος, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, σε συνθήκες δημοσιονομικής πειθαρχίας, μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής.

Κράτος που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς, την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου.

Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

  • Η βελτίωση της ποιότητας των θεσμών και η οικοδόμηση κράτους δικαίου (με την ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της ταχύτητας στην απονομή της και με την ενίσχυση της διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση). Είναι γνωστή πρόσφατη μελέτη του Ιδρύματος Brookings σύμφωνα με την οποία η απώλεια δημοσίων εσόδων λόγω της διαφθοράς ανέρχεται τουλάχιστον στο 8% του ΑΕΠ.
  • Η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, δηλαδή του κόστους και του χρόνου συμμόρφωσης στις διοικητικές πράξεις, με συγκεκριμένες δομικές πρωτοβουλίες (όπως είναι η κωδικοποίηση και απλοποίηση της νομοθεσίας, ο περιορισμός των ερμηνευτικών εγκυκλίων, η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη, ο περιορισμός των επικαλύψεων των αρμοδιοτήτων των δημόσιων υπηρεσιών και η ενοποίηση των κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων).

 

Συμπερασματικά, η δημοσιονομική εξυγίανση και πειθαρχία, με έμφαση στη διαρθρωτική μείωση των δαπανών είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή, συνθήκη για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της οικονομίας.

Αυτό που χρειάζεται είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και συνακόλουθα η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση και την αξιοποίηση των νέων πηγών ανάπτυξης.

Είναι επιβεβλημένο οι επενδύσεις σε αυτές τις πηγές, όπως άλλωστε και όλες οι επενδύσεις και οι πολιτικές, να αξιολογούνται, εκ των προτέρων και εκ των υστέρων, ώστε να διασφαλίζεται η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα αυτών σε κάθε περίπτωση ανεπαρκών πόρων. 

Στόχος η επίτευξη διατηρήσιμης ανάπτυξης, η ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Άρθρο στην Ελευθεροτυπία – “Σοβαρές ευθύνες για την απογείωση των spreads”

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποδεικνύει καθημερινά, με το λόγο και τις πράξεις της, ότι δεν έχει μάθει να «διαβάζει» τις αγορές.

Αρχικά, υποστήριζε ότι για τη ενίσχυση των spreads ευθύνεται η αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων.

Όμως, μελέτη του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) υποστηρίζει ότι «η άνοδος των spreads δεν οφείλεται στο ύψος του δημοσίου ελλείμματος και χρέους της χώρας, αλλά στη μελλοντική εξέλιξη – δυναμική – αυτών των μεγεθών». Άλλωστε, όπως, η ίδια μελέτη, σημειώνει, «η απογραφή του 2004 δεν επηρέασε τη διαχρονική εξέλιξη των spreads» (Οικονομικές Εξελίξεις, Τεύχος 12, Μάιος 2010).

Στη συνέχεια, η Κυβέρνηση υποστήριζε ότι για τη διεύρυνση των spreads ευθύνονται οι κερδοσκόποι.

Όμως, μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ της αγοράς ασφαλίστρων αντιστάθμισης κινδύνου και της ανόδου των κόστους δανεισμού για τα κράτη-μέλη (Report on Sovereign CDS, Δεκέμβριος 2010).

Σήμερα, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι για τη διατήρηση των spreads σε υψηλά επίπεδα ευθύνονται οι Ευρωπαϊκές αναταράξεις.

Όμως, Έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου εκτιμά ότι τα spreads θα μειωθούν στις 300 μονάδες βάσης στα μέσα του 2013 [από περίπου 850 σήμερα και 130 τον Οκτώβριο του 2009] (Second Review Under the Stand-By Arrangement, Δεκέμβριος 2010).

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, όλους αυτούς τους μήνες, «καλλιεργεί μύθους» για την διεύρυνση και διατήρηση των spreads σε υψηλά επίπεδα προκειμένου να αποφύγει τις δικές της, σοβαρές, ευθύνες.

Ευθύνες γιατί, μεταξύ άλλων:

1ον. Έστελνε, επί μήνες, αντιφατικά μηνύματα στις αγορές, με αποτέλεσμα ακόμη και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης να συστήσουν στα κυβερνητικά στελέχη να σιωπήσουν.

2ον. Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα.

3ον. Άργησε να πάρει μέτρα. Τον Οκτώβριο του 2010, το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, κ. Σμάγκι, υπογράμμιζε ότι «εάν η Ελληνική Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε διορθωτικές δράσεις από το φθινόπωρο του 2009, θα μπορούσε να αποφύγει την κρίση χρέους και το δραστικό πρόγραμμα προσαρμογής».

Ευθύνες όμως γιατί η χώρα, εξαιτίας και του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, θα βρεθεί με χρέος στο 152% του ΑΕΠ το 2011.

Χρέος που αναμένεται να διογκωθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2013, και που εκτιμάται, ότι, το 2020, θα είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο του 2009.

Και οι αγορές εξετάζουν και αξιολογούν αυτές τις προοπτικές της Οικονομίας.

Αυτό που απαιτείται συνεπώς το συντομότερο δυνατόν, πέρα από τις αναγκαίες Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες (επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεων, έκδοση ευρωομολόγου, διεύρυνση λειτουργίας του Ταμείου Στήριξης), είναι, στο εσωτερικό, η αλλαγή της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής και η επίτευξη ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.

Και αυτό διότι η χώρα, για να αντιμετωπίσει το δημόσιο χρέος της, χρειάζεται ικανοποιητικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και δημοσιονομικά πλεονάσματα.

Άρθρο στο “Ελλάδα 2011” – “Επένδυση στις Νέες Πηγές Ανάπτυξης”

Η διεθνής χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική κρίση, σε συνδυασμό με συσσωρευμένες, χρόνιες, εγχώριες δημοσιονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες, με πράξεις και παραλείψεις της παρούσας Κυβέρνησης, και με κερδοσκοπικές πιέσεις, οδήγησαν τη χώρα μας στην προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και στη σύναψη ενός Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής («Μνημόνιο»). Ενός φιλόδοξου αλλά πρόχειρα σχεδιασμένου και μη ρεαλιστικού Προγράμματος – όπως καταδεικνύουν ήδη, στο πρώτο επτάμηνο υλοποίησής του, οι αστοχίες στις προβλέψεις και οι αποκλίσεις από τους στόχους – που περιλαμβάνει συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, οικονομικά αναποτελεσματικά και κοινωνικά άδικα, και διαρθρωτικές αλλαγές, αρκετές από τις οποίες είναι αναγκαίες για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας.

 

Η κρίση όμως αντανακλά, μεταξύ άλλων, τις υστερήσεις και τις στρεβλώσεις του αναπτυξιακού προτύπου της Ελληνικής οικονομίας. Ενός προτύπου που, εκτός πολλών άλλων, δεν αξιοποίησε έγκαιρα και αποτελεσματικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και άφησε ανεκμετάλλευτους σημαντικούς αναπτυξιακούς παράγοντες (όπως είναι η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η αποτελεσματικότητα του «τριγώνου της γνώσης» [παιδεία-έρευνα-καινοτομία], η επάρκεια των θεσμών, το ανθρώπινο και το κοινωνικό κεφάλαιο). Είναι φανερό ότι είναι ανάγκη να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο για το μέλλον προκειμένου η χώρα να αποκτήσει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ευημερία. Το πρότυπο θα πρέπει πρωτίστως να εδράζεται στη διατηρήσιμη δημοσιονομική προσαρμογή και στην επένδυση στις νέες πηγές ανάπτυξης.

 

Όσον αφορά τη δημοσιονομική προσαρμογή, βασικές πολιτικές πρέπει να είναι:

  • Η ουσιαστική συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών με την ταυτόχρονη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών. Απαιτείται η αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων, ενισχύοντας, από την μία πλευρά, τις δαπάνες που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα, αλλά και μειώνοντας, από την άλλη πλευρά, τις δαπάνες που αποτελούν κρατικές σπατάλες.
  • Η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, της καταπολέμησης της παραοικονομίας και του περιορισμού της φοροδιαφυγής, με τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συστήματος και την ουσιαστική αναδιάρθρωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.
  • Η καταγραφή, αποτίμηση και αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου για την αντιμετώπιση του υψηλού δημόσιου χρέους.

 

Όσον αφορά τις νέες πηγές ανάπτυξης, βασικές πολιτικές πρέπει να είναι:

1η. Η επένδυση στη γνώση. Για να έχει μία χώρα προοπτική στο νέο περιβάλλον οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης. Σύστημα που αποτελεί το βασικό θεσμικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.

 

2η. Η επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία. Με τη δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και των απαραίτητων  προϋποθέσεων που ευνοούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της καινοτομίας (π.χ. ζώνες και πόλοι καινοτομίας), και με την ενσωμάτωση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγική διαδικασία και τη διάχυση των αποτελεσμάτων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.

 

3η. Η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας. Βασικοί άξονες δράσης πρέπει να είναι:

  • Η διαμόρφωση απλών, διαφανών και σταθερών κανόνων για την ίδρυση και λειτουργία επιχειρήσεων.
  • Η βελτίωση του ρυθμιστικού και ανταγωνιστικού πλαισίου των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, με την επιλογή ορθών μέτρων προστασίας της εργασίας.
  • Η σταδιακή μείωση των φόρων, έκτακτων και μη, καθώς και των φορολογικών συντελεστών.
  • Η σταδιακή μείωση των υψηλών ασφαλιστικών εισφορών, αφού αυτές δημιουργούν προβλήματα στην απασχόληση και στην ανταγωνιστικότητα.

 

4η. Η δημιουργία ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους. Ένα αποτελεσματικό και δίκαιο κράτος, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, σε συνθήκες δημοσιονομικής πειθαρχίας, μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής. Κράτος που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς, την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου. Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας. Βασικοί άξονες δράσης πρέπει να είναι:

  • Η βελτίωση της ποιότητας των θεσμών και η οικοδόμηση κράτους δικαίου (με την ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της ταχύτητας στην απονομή της, καθώς και με την ενίσχυση της διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση).
  • Η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, δηλαδή του κόστους και του χρόνου συμμόρφωσης στις διοικητικές πράξεις, με συγκεκριμένες δομικές πρωτοβουλίες (όπως είναι η κωδικοποίηση και απλοποίηση της νομοθεσίας, ο περιορισμός των ερμηνευτικών εγκυκλίων, η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη και ο περιορισμός των επικαλύψεων των αρμοδιοτήτων των δημόσιων υπηρεσιών).

 

5η. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Βασικοί άξονες δράσης πρέπει να είναι:

  • Η ενίσχυση της εξωστρέφειας και η στροφή στην ποιότητα με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας.
  • Η ανάπτυξη συγκεκριμένων μεσοπρόθεσμων σχεδίων για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, μέσα από την αναβάθμιση των υποδομών και τον σαφή προσανατολισμό των δημοσίων επενδύσεων.

 

Συμπερασματικά, η δημοσιονομική εξυγίανση και πειθαρχία είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή, συνθήκη για την ενίσχυση του μεσοπρόθεσμου δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης. Αυτό που χρειάζεται είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και συνακόλουθα η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση και την αξιοποίηση των νέων πηγών ανάπτυξης. Για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Άρθρο στην Free Sunday – “Ο πρώτος «προσωρινός» Προϋπολογισμός του 2011”

Η εφετινή διαδικασία συζήτησης του Προϋπολογισμού αποκτά, εύλογα, ιδιαίτερη σημασία για δύο λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι η Ελληνική οικονομία διανύει τη δυσκολότερη φάση της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Και ο δεύτερος είναι ότι πρόκειται για τον πρώτο Προϋπολογισμό που καταρτίζει και καλείται να υλοποιήσει η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. μετά την προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης και την υπογραφή, χωρίς ίχνος διαπραγμάτευσης από μέρους της, του «Μνημονίου».

Προσφυγή για την οποία φέρει η ίδια το μεγάλο μερίδιο ευθύνης, αφού, ενδεικτικά:

1ον. Συνέβαλε, με πράξεις και παραλείψεις, στη διόγκωση του ελλείμματος του 2009.

2ον. Έστελνε λανθασμένα και αντιφατικά μηνύματα στις αγορές.

3ον. Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα.

4ον. Υπέπεσε σε σωρεία παλινωδιών και παρουσίασε κραυγαλέες διαχειριστικές αδυναμίες.

5ον. Άργησε να πάρει μέτρα.

6ον. Δεν άντλησε έγκαιρα κεφάλαια από τις αγορές.

Η υπογραφή του «Μνημονίου» συνοδεύτηκε από νέα, επώδυνα, μέτρα τόσο για εφέτος όσο και για τα επόμενα χρόνια.

Μέτρα, η υλοποίηση των οποίων καταδεικνύει ότι το «θεραπευτικό σχήμα» που έχει τεθεί σε εφαρμογή στη χώρα μας δεν είναι κατάλληλο.

Αυτό αποδεικνύεται από τις συνεχείς αστοχίες σε προβλέψεις και αποκλίσεις από στόχους.

Αστοχίες σε προβλέψεις για βασικά μεγέθη της Οικονομίας, όπως είναι η ύφεση, ο πληθωρισμός και η ανεργία.

Αποκλίσεις από στόχους για βασικά μεγέθη του Προϋπολογισμού, όπως είναι τα δημόσια έσοδα και οι δαπάνες του ΠΔΕ.

Υστερήσεις που αναγνωρίζονται, πλέον, από την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αναφέρει ότι τα 2/3 της αναθεώρησης και διεύρυνσης του ελλείμματος του 2010 οφείλονται στην υστέρηση των εφετινών εσόδων.

 

Η αποτυχία, συνεπώς, αυτού του μείγματος οικονομικής πολιτικής μεταφέρεται, αναπόφευκτα, και επιβαρύνει τη δημοσιονομική κατάσταση και του επόμενου έτους.

Έτσι, τα βασικά χαρακτηριστικά του 2011, όπως καταγράφονται στον Προϋπολογισμό του, είναι:

1ον. Η ύφεση παραμένει βαθιά και είναι παρατεταμένη.

2ον. Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι οικονομικά αναποτελεσματική.

Λαμβάνονται μέτρα συνολικού ύψους 14,3 δισ. ευρώ προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης κατά 5 δισ. ευρώ.

Αυτή η διαφορά μεταξύ επιθυμίας και πραγματικής προσαρμογής οφείλεται στις πολλαπλασιαστικές, δυσμενείς, επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων και στην ύφεση.

3ον. Τα συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής είναι υπερβολικά σε ένταση και έκταση.

Και προστίθενται συνεχώς, κυρίως λόγω αστοχιών στις εκτιμήσεις, νέα, επώδυνα, μέτρα, εκτός «Μνημονίου», ύψους 6,1 δισ. ευρώ μόνο για το 2011.

Μέτρα, πολλά από τα οποία περιλαμβάνονται στο πρόσφατο «Πολυνομοσχέδιο» της Κυβέρνησης, το οποίο, για άλλη μία φορά, κατατέθηκε και συζητήθηκε με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, και το οποίο φέρνει ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις.

4ον. Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι εξαιρετικά φιλόδοξη και η επίτευξη των στόχων της μη ρεαλιστική.

Η Κυβέρνηση παραμένει αθεράπευτα φιλόδοξη στην είσπραξη εσόδων, παρά τη βαθιά ύφεση, την καθίζηση της κατανάλωσης, τη συρρίκνωση των εισοδημάτων, την εκτίναξη της ανεργίας (14,6% το 2011).

5ον. Δεν υπάρχει αναπτυξιακός προσανατολισμός, καθώς η Κυβέρνηση κρατά το ΠΔΕ στο 3,7% του ΑΕΠ, στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας.

6ον. Το δημόσιο χρέος διογκώνεται και διατηρεί τη δυναμική του.

Το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ, αναμένεται να διευρυνθεί στο 159% του ΑΕΠ το 2011.

 

Η πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού του 2010, η μεγάλη  δημοσιονομική προσαρμογή που απαιτείται για το 2011, οι συνεχείς αστοχίες στις εκτιμήσεις και οι αποκλίσεις από τους στόχους του «Μνημονίου», και οι διευρυνόμενες ενστάσεις παραγωγικών και κοινωνικών φορέων, δικαιώνουν τη στάση της Ν.Δ. και καθιστούν επιβεβλημένη την αλλαγή του μείγματος της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής.

Γι αυτό και ο υπό συζήτηση Προϋπολογισμός δύναται να χαρακτηριστεί ως ο πρώτος «προσωρινός» Προϋπολογισμός για το 2011.

Άρθρο στις Αποκαλύψεις – “Ύφεση και το 2011 χωρίς αλλαγή πλεύσης”

Ένας Προϋπολογισμός αξιολογείται με βάση την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού ως προς τον οποίο συγκρίνεται, και τη ρεαλιστικότητα των στόχων που θέτει. Η εκτέλεση του εφετινού Προϋπολογισμού χαρακτηρίζεται από αστοχίες προβλέψεων και αποκλίσεις στόχων. Οι εκτιμήσεις της Κυβέρνησης σπανίως επιβεβαιώνονται, γι’ αυτό και αναθεωρούνται. Συγκεκριμένα:

– Η υστέρηση εσόδων έναντι των στόχων συνεχίζεται.

– Οι επιστροφές φόρων προς τις επιχειρήσεις εμφανίζονται μειωμένες (έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση κατά 3%).

– Οι δαπάνες, αν και εμφανίζονται μειωμένες σε σχέση με πέρυσι λόγω, κυρίως, της οριζόντιας περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής και της συρρίκνωσης των προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας, υπολείπονται του αναθεωρημένου στόχου.

– Η συρρίκνωση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις συνεχίζεται.

– Οι Κυβερνητικές αναφορές ότι «πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή που επιτεύχθηκε ποτέ στη χώρα μας και η οποία ανέρχεται στο 6% του ΑΕΠ, ή 14 δισ. ευρώ» αποτελούν αισιόδοξες εκτιμήσεις και όχι πραγματικά δεδομένα.

 

Δηλαδή η μείωση θα προέλθει, κυρίως, από λογιστικές ταξινομήσεις, από τη φορολογική αφαίμαξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων και από την περιοριστική εισοδηματική πολιτική, και όχι από τη μείωση της σπατάλης. Πολιτικές επιλογές που ενισχύουν τις υφεσιακές ροπές της Οικονομίας.  Η αποτυχία, συνεπώς, του εφετινού μείγματος της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής μεταφέρεται, αναπόφευκτα, και επιβαρύνει τη δημοσιονομική κατάσταση και του επόμενου έτους.

 

Έτσι, τα βασικά χαρακτηριστικά του 2011, όπως καταγράφονται στον Προϋπολογισμό του, είναι:

1ον. Η ύφεση παραμένει βαθιά και είναι παρατεταμένη.

2ον. Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι οικονομικά αναποτελεσματική, αποδεικνύεται εξαιρετικά φιλόδοξη και και κοινωνικά άδικη.

3ον. Τα συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, εντός και εκτός «Μνημονίου», είναι υπερβολικά σε ένταση και έκταση.

4ον. Η επίτευξη των στόχων της δημοσιονομικής προσαρμογής είναι μη ρεαλιστική. Η Κυβέρνηση παραμένει αθεράπευτα φιλόδοξη στην είσπραξη εσόδων, παρά τη βαθιά ύφεση, την καθίζηση της κατανάλωσης, τη συρρίκνωση των εισοδημάτων, την εκτίναξη της ανεργίας.

5ον. Δεν υπάρχει αναπτυξιακός προσανατολισμός ούτε σχέδιο για ουσιαστικές παρεμβάσεις, με στόχο την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

6ον. Το δημόσιο χρέος διογκώνεται και διατηρεί τη δυναμική του.

7ον. Η ανεργία διογκώνεται δραματικά και η κοινωνική διάσταση του κράτους συρρικνώνεται.

Η ρεαλιστική δημοσιονομική εξυγίανση και πειθαρχία είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή, συνθήκη για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της οικονομίας. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η ανάληψη των αναγκαίων μέτρων τόνωσης της αγοράς, μηδενικού ή ελαχίστου δημοσιονομικού κόστους, για την ανάταξη της οικονομίας και η άμεση συγκρότηση ενός συνεκτικού σχεδίου και συνακόλουθα η ανάληψη δράσεων για την επίτευξη ικανοποιητικού ρυθμού ανάπτυξης σε διατηρήσιμη βάση.

Άρθρο στην Εφημερίδα Παρασκευή και 13 – “Αναγκαία η αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους”

Τα τελευταία χρόνια, οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν μια μεγάλη και παρατεταμένη χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική κρίση, με σημαντικά και διευρυνόμενα προβλήματα ελλείμματος και χρέους.

Αυτή η διεθνής κρίση, χρόνιες στρεβλώσεις και διαρθρωτικές αδυναμίες της Ελληνικής οικονομίας, που αποτυπώνονται στα «δίδυμα» ελλείμματα και χρέη, πράξεις και παραλείψεις της παρούσας Κυβέρνησης, αλλά και κερδοσκοπικές πιέσεις, οδήγησαν στην Ελληνική κρίση δανεισμού.

Κρίση δανεισμού που αποτυπώνεται στα ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα των διαφορικών επιτοκίων των Ελληνικών ομολόγων (spreads) και των συμβολαίων ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης των Ελληνικών ομολογιακών εκδόσεων (credit default swaps – CDS).

Κρίση δανεισμού η οποία συνεχίζεται, παρά την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, αφού οι αγορές εκτιμούν ότι η χώρα μας δεν θα καταφέρει να εξυπηρετήσει τα χρέη της.

Και αυτό εξαιτίας:

  • Του ύψους του δημόσιου χρέους, το οποίο αναμένεται να διαμορφωθεί, μετά την αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων, στα 330,4 δισ. ευρώ (ή στο 142,5% του ΑΕΠ) το 2010.
  • Του υψηλού κόστους εξυπηρέτησής του, αφού οι δαπάνες για τόκους προβλέπεται να ανέλθουν στο 5,7% του ΑΕΠ το 2010, με αποτέλεσμα η εξυπηρέτησή του να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής στις τρέχουσες δύσκολες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, στερώντας πόρους από την άσκηση της αναγκαίας αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής.
  • Της δυναμικής του, αφού, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής («Μνημόνιο»), και πριν την αναθεώρηση των στοιχείων, το δημόσιο χρέος αναμένεται να διαμορφωθεί στο 149% του ΑΕΠ το 2013 από 115% το 2009.
  • Της δυσχέρειας στην εξυπηρέτησή του μετά το τέλος της περιόδου που καλύπτεται από το Μηχανισμό Στήριξης (και πριν της όποιας επιμήκυνσης στην αποπληρωμή του χρέους προκύψει μετά τις τελευταίες εξελίξεις στην Ιρλανδία). Σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Σεπτέμβριος 2010), η Ελλάδα καλείται να καλύψει δανειακές ανάγκες ύψους 200 δισ. ευρώ την περίοδο 2013-2015 (53,2 δισ. ευρώ το 2013, 70,8 δισ. ευρώ το 2014, και 76,7 δισ. ευρώ το 2015).
  • Της δυσκολίας περιορισμού του κατά την επόμενη εικοσαετία στο πλαίσιο του μηχανισμού οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Συνεπώς, κύριος δημοσιονομικός στόχος πρέπει να είναι η αντιμετώπιση του χρέους και της δυναμικής του.

Προς την κατεύθυνση αυτή, απαιτείται:

 

1ον. Η επίτευξη, όχι απλώς πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά τουλάχιστον ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.

Η Ελλάδα καλείται να επιτύχει ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή μέσα από την υιοθέτηση ενός άλλου μείγματος οικονομικής πολιτικής.

Μείγμα που θα περιλαμβάνει συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής προκειμένου να συρρικνωθεί το «διαρθρωτικό» έλλειμμα και αντισταθμιστικά μέτρα, μηδενικού ή ελαχίστου δημοσιονομικού κόστους, τόνωσης της αγοράς ώστε να αντιμετωπισθεί το «κυκλικό» έλλειμμα.

 

2ον. Η προώθηση, παράλληλα με τη δημοσιονομική προσαρμογή, αναπτυξιακών διαρθρωτικών αλλαγών και η επένδυση στις νέες πηγές ανάπτυξης (παιδεία, έρευνα και καινοτομία, επιχειρηματικότητα, λειτουργία θεσμών και κράτους) προκειμένου να επισπευσθεί η ανάκαμψη της οικονομίας, να βελτιωθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της εγχώριας οικονομίας και να αυξηθεί ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης.

 

3ον. Η καταγραφή, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, με έμφαση στη διαφάνεια, τον έλεγχο και την αποδοτικότητα.

Μια ορθολογική διαχείριση και μια δυναμική, στοχευμένη και άμεση αξιοποίηση και ανάπτυξη της δημόσιας ακίνητης περιουσίας μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικά, σταθερά και σε μακροχρόνια βάση έσοδα για το Ελληνικό Δημόσιο, να μειώσει το ύψος του χρέους, και να δημιουργήσει πρόσθετα αναπτυξιακά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες.

 

4ον. Η προώθηση ενός τολμηρού, αλλά ρεαλιστικού, προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, το οποίο αφενός θα βελτιώσει καθοριστικά την αποδοτική λειτουργία των εν λόγω δημοσίων επιχειρήσεων, αυξάνοντας τη βιωσιμότητά τους σε ένα διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, και αφετέρου θα συνεισφέρει σημαντικά στα δημόσια οικονομικά.

 

Καθίσταται, συνεπώς, σαφές ότι η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους απαιτεί άμεσες αποφάσεις που στοχεύουν στην αντιμετώπιση τόσο των διαρθρωτικών προβλημάτων της Ελληνικής οικονομίας, όσο και των προβλημάτων που συνδέονται με τη δημοσιονομική διαχείριση.

Αναγκαίες, όμως, αποφάσεις, αφού, η χρεοκοπία δεν είναι ούτε αναγκαία, ούτε, όμως, και επιθυμητή.

TwitterInstagramYoutube