Άρθρο στο “Ελλάδα 2011” – “Επένδυση στις Νέες Πηγές Ανάπτυξης”

Η διεθνής χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική κρίση, σε συνδυασμό με συσσωρευμένες, χρόνιες, εγχώριες δημοσιονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες, με πράξεις και παραλείψεις της παρούσας Κυβέρνησης, και με κερδοσκοπικές πιέσεις, οδήγησαν τη χώρα μας στην προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και στη σύναψη ενός Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής («Μνημόνιο»). Ενός φιλόδοξου αλλά πρόχειρα σχεδιασμένου και μη ρεαλιστικού Προγράμματος – όπως καταδεικνύουν ήδη, στο πρώτο επτάμηνο υλοποίησής του, οι αστοχίες στις προβλέψεις και οι αποκλίσεις από τους στόχους – που περιλαμβάνει συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, οικονομικά αναποτελεσματικά και κοινωνικά άδικα, και διαρθρωτικές αλλαγές, αρκετές από τις οποίες είναι αναγκαίες για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας.

 

Η κρίση όμως αντανακλά, μεταξύ άλλων, τις υστερήσεις και τις στρεβλώσεις του αναπτυξιακού προτύπου της Ελληνικής οικονομίας. Ενός προτύπου που, εκτός πολλών άλλων, δεν αξιοποίησε έγκαιρα και αποτελεσματικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και άφησε ανεκμετάλλευτους σημαντικούς αναπτυξιακούς παράγοντες (όπως είναι η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η αποτελεσματικότητα του «τριγώνου της γνώσης» [παιδεία-έρευνα-καινοτομία], η επάρκεια των θεσμών, το ανθρώπινο και το κοινωνικό κεφάλαιο). Είναι φανερό ότι είναι ανάγκη να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο για το μέλλον προκειμένου η χώρα να αποκτήσει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ευημερία. Το πρότυπο θα πρέπει πρωτίστως να εδράζεται στη διατηρήσιμη δημοσιονομική προσαρμογή και στην επένδυση στις νέες πηγές ανάπτυξης.

 

Όσον αφορά τη δημοσιονομική προσαρμογή, βασικές πολιτικές πρέπει να είναι:

  • Η ουσιαστική συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών με την ταυτόχρονη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών. Απαιτείται η αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων, ενισχύοντας, από την μία πλευρά, τις δαπάνες που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα, αλλά και μειώνοντας, από την άλλη πλευρά, τις δαπάνες που αποτελούν κρατικές σπατάλες.
  • Η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, της καταπολέμησης της παραοικονομίας και του περιορισμού της φοροδιαφυγής, με τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συστήματος και την ουσιαστική αναδιάρθρωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.
  • Η καταγραφή, αποτίμηση και αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου για την αντιμετώπιση του υψηλού δημόσιου χρέους.

 

Όσον αφορά τις νέες πηγές ανάπτυξης, βασικές πολιτικές πρέπει να είναι:

1η. Η επένδυση στη γνώση. Για να έχει μία χώρα προοπτική στο νέο περιβάλλον οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης. Σύστημα που αποτελεί το βασικό θεσμικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.

 

2η. Η επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία. Με τη δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και των απαραίτητων  προϋποθέσεων που ευνοούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της καινοτομίας (π.χ. ζώνες και πόλοι καινοτομίας), και με την ενσωμάτωση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγική διαδικασία και τη διάχυση των αποτελεσμάτων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.

 

3η. Η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας. Βασικοί άξονες δράσης πρέπει να είναι:

  • Η διαμόρφωση απλών, διαφανών και σταθερών κανόνων για την ίδρυση και λειτουργία επιχειρήσεων.
  • Η βελτίωση του ρυθμιστικού και ανταγωνιστικού πλαισίου των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, με την επιλογή ορθών μέτρων προστασίας της εργασίας.
  • Η σταδιακή μείωση των φόρων, έκτακτων και μη, καθώς και των φορολογικών συντελεστών.
  • Η σταδιακή μείωση των υψηλών ασφαλιστικών εισφορών, αφού αυτές δημιουργούν προβλήματα στην απασχόληση και στην ανταγωνιστικότητα.

 

4η. Η δημιουργία ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους. Ένα αποτελεσματικό και δίκαιο κράτος, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, σε συνθήκες δημοσιονομικής πειθαρχίας, μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής. Κράτος που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς, την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου. Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας. Βασικοί άξονες δράσης πρέπει να είναι:

  • Η βελτίωση της ποιότητας των θεσμών και η οικοδόμηση κράτους δικαίου (με την ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της ταχύτητας στην απονομή της, καθώς και με την ενίσχυση της διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση).
  • Η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, δηλαδή του κόστους και του χρόνου συμμόρφωσης στις διοικητικές πράξεις, με συγκεκριμένες δομικές πρωτοβουλίες (όπως είναι η κωδικοποίηση και απλοποίηση της νομοθεσίας, ο περιορισμός των ερμηνευτικών εγκυκλίων, η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη και ο περιορισμός των επικαλύψεων των αρμοδιοτήτων των δημόσιων υπηρεσιών).

 

5η. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Βασικοί άξονες δράσης πρέπει να είναι:

  • Η ενίσχυση της εξωστρέφειας και η στροφή στην ποιότητα με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας.
  • Η ανάπτυξη συγκεκριμένων μεσοπρόθεσμων σχεδίων για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, μέσα από την αναβάθμιση των υποδομών και τον σαφή προσανατολισμό των δημοσίων επενδύσεων.

 

Συμπερασματικά, η δημοσιονομική εξυγίανση και πειθαρχία είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή, συνθήκη για την ενίσχυση του μεσοπρόθεσμου δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης. Αυτό που χρειάζεται είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και συνακόλουθα η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση και την αξιοποίηση των νέων πηγών ανάπτυξης. Για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Άρθρο στην Free Sunday – “Ο πρώτος «προσωρινός» Προϋπολογισμός του 2011”

Η εφετινή διαδικασία συζήτησης του Προϋπολογισμού αποκτά, εύλογα, ιδιαίτερη σημασία για δύο λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι η Ελληνική οικονομία διανύει τη δυσκολότερη φάση της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Και ο δεύτερος είναι ότι πρόκειται για τον πρώτο Προϋπολογισμό που καταρτίζει και καλείται να υλοποιήσει η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. μετά την προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης και την υπογραφή, χωρίς ίχνος διαπραγμάτευσης από μέρους της, του «Μνημονίου».

Προσφυγή για την οποία φέρει η ίδια το μεγάλο μερίδιο ευθύνης, αφού, ενδεικτικά:

1ον. Συνέβαλε, με πράξεις και παραλείψεις, στη διόγκωση του ελλείμματος του 2009.

2ον. Έστελνε λανθασμένα και αντιφατικά μηνύματα στις αγορές.

3ον. Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα.

4ον. Υπέπεσε σε σωρεία παλινωδιών και παρουσίασε κραυγαλέες διαχειριστικές αδυναμίες.

5ον. Άργησε να πάρει μέτρα.

6ον. Δεν άντλησε έγκαιρα κεφάλαια από τις αγορές.

Η υπογραφή του «Μνημονίου» συνοδεύτηκε από νέα, επώδυνα, μέτρα τόσο για εφέτος όσο και για τα επόμενα χρόνια.

Μέτρα, η υλοποίηση των οποίων καταδεικνύει ότι το «θεραπευτικό σχήμα» που έχει τεθεί σε εφαρμογή στη χώρα μας δεν είναι κατάλληλο.

Αυτό αποδεικνύεται από τις συνεχείς αστοχίες σε προβλέψεις και αποκλίσεις από στόχους.

Αστοχίες σε προβλέψεις για βασικά μεγέθη της Οικονομίας, όπως είναι η ύφεση, ο πληθωρισμός και η ανεργία.

Αποκλίσεις από στόχους για βασικά μεγέθη του Προϋπολογισμού, όπως είναι τα δημόσια έσοδα και οι δαπάνες του ΠΔΕ.

Υστερήσεις που αναγνωρίζονται, πλέον, από την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αναφέρει ότι τα 2/3 της αναθεώρησης και διεύρυνσης του ελλείμματος του 2010 οφείλονται στην υστέρηση των εφετινών εσόδων.

 

Η αποτυχία, συνεπώς, αυτού του μείγματος οικονομικής πολιτικής μεταφέρεται, αναπόφευκτα, και επιβαρύνει τη δημοσιονομική κατάσταση και του επόμενου έτους.

Έτσι, τα βασικά χαρακτηριστικά του 2011, όπως καταγράφονται στον Προϋπολογισμό του, είναι:

1ον. Η ύφεση παραμένει βαθιά και είναι παρατεταμένη.

2ον. Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι οικονομικά αναποτελεσματική.

Λαμβάνονται μέτρα συνολικού ύψους 14,3 δισ. ευρώ προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης κατά 5 δισ. ευρώ.

Αυτή η διαφορά μεταξύ επιθυμίας και πραγματικής προσαρμογής οφείλεται στις πολλαπλασιαστικές, δυσμενείς, επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων και στην ύφεση.

3ον. Τα συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής είναι υπερβολικά σε ένταση και έκταση.

Και προστίθενται συνεχώς, κυρίως λόγω αστοχιών στις εκτιμήσεις, νέα, επώδυνα, μέτρα, εκτός «Μνημονίου», ύψους 6,1 δισ. ευρώ μόνο για το 2011.

Μέτρα, πολλά από τα οποία περιλαμβάνονται στο πρόσφατο «Πολυνομοσχέδιο» της Κυβέρνησης, το οποίο, για άλλη μία φορά, κατατέθηκε και συζητήθηκε με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, και το οποίο φέρνει ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις.

4ον. Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι εξαιρετικά φιλόδοξη και η επίτευξη των στόχων της μη ρεαλιστική.

Η Κυβέρνηση παραμένει αθεράπευτα φιλόδοξη στην είσπραξη εσόδων, παρά τη βαθιά ύφεση, την καθίζηση της κατανάλωσης, τη συρρίκνωση των εισοδημάτων, την εκτίναξη της ανεργίας (14,6% το 2011).

5ον. Δεν υπάρχει αναπτυξιακός προσανατολισμός, καθώς η Κυβέρνηση κρατά το ΠΔΕ στο 3,7% του ΑΕΠ, στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας.

6ον. Το δημόσιο χρέος διογκώνεται και διατηρεί τη δυναμική του.

Το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης, ως ποσοστό του ΑΕΠ, αναμένεται να διευρυνθεί στο 159% του ΑΕΠ το 2011.

 

Η πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού του 2010, η μεγάλη  δημοσιονομική προσαρμογή που απαιτείται για το 2011, οι συνεχείς αστοχίες στις εκτιμήσεις και οι αποκλίσεις από τους στόχους του «Μνημονίου», και οι διευρυνόμενες ενστάσεις παραγωγικών και κοινωνικών φορέων, δικαιώνουν τη στάση της Ν.Δ. και καθιστούν επιβεβλημένη την αλλαγή του μείγματος της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής.

Γι αυτό και ο υπό συζήτηση Προϋπολογισμός δύναται να χαρακτηριστεί ως ο πρώτος «προσωρινός» Προϋπολογισμός για το 2011.

Άρθρο στις Αποκαλύψεις – “Ύφεση και το 2011 χωρίς αλλαγή πλεύσης”

Ένας Προϋπολογισμός αξιολογείται με βάση την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού ως προς τον οποίο συγκρίνεται, και τη ρεαλιστικότητα των στόχων που θέτει. Η εκτέλεση του εφετινού Προϋπολογισμού χαρακτηρίζεται από αστοχίες προβλέψεων και αποκλίσεις στόχων. Οι εκτιμήσεις της Κυβέρνησης σπανίως επιβεβαιώνονται, γι’ αυτό και αναθεωρούνται. Συγκεκριμένα:

– Η υστέρηση εσόδων έναντι των στόχων συνεχίζεται.

– Οι επιστροφές φόρων προς τις επιχειρήσεις εμφανίζονται μειωμένες (έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση κατά 3%).

– Οι δαπάνες, αν και εμφανίζονται μειωμένες σε σχέση με πέρυσι λόγω, κυρίως, της οριζόντιας περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής και της συρρίκνωσης των προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας, υπολείπονται του αναθεωρημένου στόχου.

– Η συρρίκνωση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις συνεχίζεται.

– Οι Κυβερνητικές αναφορές ότι «πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή που επιτεύχθηκε ποτέ στη χώρα μας και η οποία ανέρχεται στο 6% του ΑΕΠ, ή 14 δισ. ευρώ» αποτελούν αισιόδοξες εκτιμήσεις και όχι πραγματικά δεδομένα.

 

Δηλαδή η μείωση θα προέλθει, κυρίως, από λογιστικές ταξινομήσεις, από τη φορολογική αφαίμαξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων και από την περιοριστική εισοδηματική πολιτική, και όχι από τη μείωση της σπατάλης. Πολιτικές επιλογές που ενισχύουν τις υφεσιακές ροπές της Οικονομίας.  Η αποτυχία, συνεπώς, του εφετινού μείγματος της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής μεταφέρεται, αναπόφευκτα, και επιβαρύνει τη δημοσιονομική κατάσταση και του επόμενου έτους.

 

Έτσι, τα βασικά χαρακτηριστικά του 2011, όπως καταγράφονται στον Προϋπολογισμό του, είναι:

1ον. Η ύφεση παραμένει βαθιά και είναι παρατεταμένη.

2ον. Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι οικονομικά αναποτελεσματική, αποδεικνύεται εξαιρετικά φιλόδοξη και και κοινωνικά άδικη.

3ον. Τα συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, εντός και εκτός «Μνημονίου», είναι υπερβολικά σε ένταση και έκταση.

4ον. Η επίτευξη των στόχων της δημοσιονομικής προσαρμογής είναι μη ρεαλιστική. Η Κυβέρνηση παραμένει αθεράπευτα φιλόδοξη στην είσπραξη εσόδων, παρά τη βαθιά ύφεση, την καθίζηση της κατανάλωσης, τη συρρίκνωση των εισοδημάτων, την εκτίναξη της ανεργίας.

5ον. Δεν υπάρχει αναπτυξιακός προσανατολισμός ούτε σχέδιο για ουσιαστικές παρεμβάσεις, με στόχο την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

6ον. Το δημόσιο χρέος διογκώνεται και διατηρεί τη δυναμική του.

7ον. Η ανεργία διογκώνεται δραματικά και η κοινωνική διάσταση του κράτους συρρικνώνεται.

Η ρεαλιστική δημοσιονομική εξυγίανση και πειθαρχία είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή, συνθήκη για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της οικονομίας. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η ανάληψη των αναγκαίων μέτρων τόνωσης της αγοράς, μηδενικού ή ελαχίστου δημοσιονομικού κόστους, για την ανάταξη της οικονομίας και η άμεση συγκρότηση ενός συνεκτικού σχεδίου και συνακόλουθα η ανάληψη δράσεων για την επίτευξη ικανοποιητικού ρυθμού ανάπτυξης σε διατηρήσιμη βάση.

Άρθρο στην Εφημερίδα Παρασκευή και 13 – “Αναγκαία η αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους”

Τα τελευταία χρόνια, οι περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν μια μεγάλη και παρατεταμένη χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική κρίση, με σημαντικά και διευρυνόμενα προβλήματα ελλείμματος και χρέους.

Αυτή η διεθνής κρίση, χρόνιες στρεβλώσεις και διαρθρωτικές αδυναμίες της Ελληνικής οικονομίας, που αποτυπώνονται στα «δίδυμα» ελλείμματα και χρέη, πράξεις και παραλείψεις της παρούσας Κυβέρνησης, αλλά και κερδοσκοπικές πιέσεις, οδήγησαν στην Ελληνική κρίση δανεισμού.

Κρίση δανεισμού που αποτυπώνεται στα ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα των διαφορικών επιτοκίων των Ελληνικών ομολόγων (spreads) και των συμβολαίων ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης των Ελληνικών ομολογιακών εκδόσεων (credit default swaps – CDS).

Κρίση δανεισμού η οποία συνεχίζεται, παρά την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, αφού οι αγορές εκτιμούν ότι η χώρα μας δεν θα καταφέρει να εξυπηρετήσει τα χρέη της.

Και αυτό εξαιτίας:

  • Του ύψους του δημόσιου χρέους, το οποίο αναμένεται να διαμορφωθεί, μετά την αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων, στα 330,4 δισ. ευρώ (ή στο 142,5% του ΑΕΠ) το 2010.
  • Του υψηλού κόστους εξυπηρέτησής του, αφού οι δαπάνες για τόκους προβλέπεται να ανέλθουν στο 5,7% του ΑΕΠ το 2010, με αποτέλεσμα η εξυπηρέτησή του να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής στις τρέχουσες δύσκολες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, στερώντας πόρους από την άσκηση της αναγκαίας αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής.
  • Της δυναμικής του, αφού, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής («Μνημόνιο»), και πριν την αναθεώρηση των στοιχείων, το δημόσιο χρέος αναμένεται να διαμορφωθεί στο 149% του ΑΕΠ το 2013 από 115% το 2009.
  • Της δυσχέρειας στην εξυπηρέτησή του μετά το τέλος της περιόδου που καλύπτεται από το Μηχανισμό Στήριξης (και πριν της όποιας επιμήκυνσης στην αποπληρωμή του χρέους προκύψει μετά τις τελευταίες εξελίξεις στην Ιρλανδία). Σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Σεπτέμβριος 2010), η Ελλάδα καλείται να καλύψει δανειακές ανάγκες ύψους 200 δισ. ευρώ την περίοδο 2013-2015 (53,2 δισ. ευρώ το 2013, 70,8 δισ. ευρώ το 2014, και 76,7 δισ. ευρώ το 2015).
  • Της δυσκολίας περιορισμού του κατά την επόμενη εικοσαετία στο πλαίσιο του μηχανισμού οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Συνεπώς, κύριος δημοσιονομικός στόχος πρέπει να είναι η αντιμετώπιση του χρέους και της δυναμικής του.

Προς την κατεύθυνση αυτή, απαιτείται:

 

1ον. Η επίτευξη, όχι απλώς πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά τουλάχιστον ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.

Η Ελλάδα καλείται να επιτύχει ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή μέσα από την υιοθέτηση ενός άλλου μείγματος οικονομικής πολιτικής.

Μείγμα που θα περιλαμβάνει συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής προκειμένου να συρρικνωθεί το «διαρθρωτικό» έλλειμμα και αντισταθμιστικά μέτρα, μηδενικού ή ελαχίστου δημοσιονομικού κόστους, τόνωσης της αγοράς ώστε να αντιμετωπισθεί το «κυκλικό» έλλειμμα.

 

2ον. Η προώθηση, παράλληλα με τη δημοσιονομική προσαρμογή, αναπτυξιακών διαρθρωτικών αλλαγών και η επένδυση στις νέες πηγές ανάπτυξης (παιδεία, έρευνα και καινοτομία, επιχειρηματικότητα, λειτουργία θεσμών και κράτους) προκειμένου να επισπευσθεί η ανάκαμψη της οικονομίας, να βελτιωθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της εγχώριας οικονομίας και να αυξηθεί ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης.

 

3ον. Η καταγραφή, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, με έμφαση στη διαφάνεια, τον έλεγχο και την αποδοτικότητα.

Μια ορθολογική διαχείριση και μια δυναμική, στοχευμένη και άμεση αξιοποίηση και ανάπτυξη της δημόσιας ακίνητης περιουσίας μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικά, σταθερά και σε μακροχρόνια βάση έσοδα για το Ελληνικό Δημόσιο, να μειώσει το ύψος του χρέους, και να δημιουργήσει πρόσθετα αναπτυξιακά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες.

 

4ον. Η προώθηση ενός τολμηρού, αλλά ρεαλιστικού, προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, το οποίο αφενός θα βελτιώσει καθοριστικά την αποδοτική λειτουργία των εν λόγω δημοσίων επιχειρήσεων, αυξάνοντας τη βιωσιμότητά τους σε ένα διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, και αφετέρου θα συνεισφέρει σημαντικά στα δημόσια οικονομικά.

 

Καθίσταται, συνεπώς, σαφές ότι η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους απαιτεί άμεσες αποφάσεις που στοχεύουν στην αντιμετώπιση τόσο των διαρθρωτικών προβλημάτων της Ελληνικής οικονομίας, όσο και των προβλημάτων που συνδέονται με τη δημοσιονομική διαχείριση.

Αναγκαίες, όμως, αποφάσεις, αφού, η χρεοκοπία δεν είναι ούτε αναγκαία, ούτε, όμως, και επιθυμητή.

Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο – “Οι 6 Κομβικές Διαφορές σε Ελλάδα και Ιρλανδία”

Αυτή την εβδομάδα ξεκίνησαν οι διαβουλεύσεις της Κυβέρνησης της Ιρλανδίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την παροχή οικονομικής βοήθειας προς τη χώρα μέσω της προσφυγής της στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.

Όμως, η προσφυγή της Ιρλανδίας στο Μηχανισμό Στήριξης δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτή της χώρας μας τον προηγούμενο Μάιο, για μία σειρά από λόγους:

1ος. Στην Ιρλανδία υπάρχει τραπεζική κρίση, η οποία μετατράπηκε σε δημοσιονομική. Η κρατική ενίσχυση στις τρεις μεγαλύτερες τράπεζες ανήλθε στα 30 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας να εκτοξευθεί εφέτος σε επίπεδα άνω του 30% του ΑΕΠ, από 14,4% του ΑΕΠ το 2009.

Στην Ελλάδα αντίθετα είχαμε μία κρίση δανεισμού, η οποία είχε επιπτώσεις και στον τραπεζικό τομέα.

2ος. Τα συνολικά χρέη της Ιρλανδίας προς ξένες τράπεζες ανέρχονται στα 731 δισ. δολάρια (Πηγή: Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, Νοέμβριος 2010). Τη μεγαλύτερη έκθεση στη χώρα έχουν Βρετανικές (149 δισ. δολάρια) και Γερμανικές (139 δισ. δολάρια) τράπεζες.

Το αντίστοιχο χρέος της Ελλάδας ανέρχεται στα 175 δισ. δολάρια.

3ος. Η Ιρλανδία, σύμφωνα με διαβεβαιώσεις της Κυβέρνησής της, έχει καλύψει τις δανειακές της ανάγκες μέχρι τα μέσα του 2011.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να καλύψει τις υπόλοιπες δανειακές ανάγκες της χρονιάς εάν απορροφούσε από τις αγορές τα διαθέσιμα κεφάλαια που υπερκάλυπταν τις εκδόσεις ομολόγων μέχρι τις αρχές Απριλίου (33,7 δισ. ευρώ).

4ος. Η Ιρλανδία ακολούθησε μια αυστηρή δημοσιονομική πολιτική λιτότητας, η οποία όμως δεν οδήγησε στη λύση του προβλήματος.

Η Ελλάδα ακολουθεί αυτή την αποτυχημένη δημοσιονομική συνταγή που της χορηγήθηκε ως «φάρμακο» μέσω του «Μνημονίου», παρά τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει (και τα οποία δεν έχει η Ιρλανδία).

 

5ος. Η δημοσιονομική προσαρμογή στην Ιρλανδία αναμένεται να προσεγγίσει τα 15 δισ. ευρώ την τετραετία 2011-2014 (με μέτρα ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ εντός του 2011).

Η δημοσιονομική προσαρμογή στην Ελλάδα θα υπερβεί τα 30 δισ. ευρώ την ίδια περίοδο (με μέτρα ύψους 14 δισ. ευρώ μόνο για το 2011).

 

6ος. Η προσφυγή της Ιρλανδίας στο Μηχανισμό Στήριξης επιδιώχθηκε από Ευρωπαϊκές χώρες, εντός και εκτός ευρωζώνης (κυρίως Βρετανία, ενώ στη χρηματοδότηση θα συμβάλλει και η Σουηδία), για μια σειρά από λόγους, με πιο σημαντικό το θέμα της φορολόγησης των επιχειρήσεων στην Ιρλανδία. Χαρακτηριστικά, η Βρετανική εφημερίδα Guardian αναφέρει ότι η προσφυγή στο Μηχανισμό «για την Ιρλανδία είναι καταστροφή, για άλλους όμως είναι ευκαιρία».

Τέτοιοι όμως λόγοι δεν υπήρξαν στην περίπτωση της Ελλάδας.

Άρθρο στο Eklogika.gr – “Τα μηνύματα των αυτοδιοικητικών εκλογών”

Η Νέα Δημοκρατία σταθερά θεωρεί ότι οι περιφερειακές και δημοτικές εκλογές έχουν δύο διαστάσεις: την αυτοδιοικητική και την πολιτική.

 

Η αυτοδιοικητική διάσταση σχετίζεται με το θεσμό και με τα πρόσωπα. Θεσμό καινούργιο, όπως είναι ο «Καλλικράτης», που περιλαμβάνει όμως μεγάλους ρόλους με μικρές εξουσίες, δίνει αρμοδιότητες χωρίς εξουσίες και αποδίδει κάποιες εξουσίες χωρίς πόρους. Και πρόσωπα των οποίων οι θέσεις και οι ιδέες θα ανταποκρίνονται στις αγωνίες των τοπικών κοινωνιών.Θα εκφράζουν ανησυχίες και θα αναδεικνύουν τις ελπίδες της κοινωνίας για την πορεία της χώρας και της οικονομίας.

 

Η πολιτική διάσταση σχετίζεται με την εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική. Είναι προφανές ότι στην παρούσα οικονομική και κοινωνική συγκυρία, η πολιτική διάσταση υπερισχύει της αυτοδιοικητικής. Και αυτή την πραγματικότητα ανέδειξε, σταθερά και αταλάντευτα, από την πρώτη στιγμή, η Νέα Δημοκρατία. Αντίθετα η Κυβέρνηση, αρχικά μίλησε για δημοψήφισμα ως προς το θεσμό, στη συνέχεια έδωσε στις αυτοδιοικητικές εκλογές χαρακτήρα ψήφου εμπιστοσύνης, και σήμερα, ενόψει του δευτέρου γύρου των εκλογών, επιστρέφει στον αυτοδιοικητικό χαρακτήρα των εκλογών.

 

Οι παλινωδίες αυτές αποτελούν δείγμα πανικού, έλλειψης πολιτικής αυτοπεποίθησης και φόβου για το αποτέλεσμα των εκλογών. Εκλογές που στον πρώτο γύρο περιείχαν σημαντικά πολιτικά μηνύματα, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται, να αναλύονται, να μελετώνται και να αξιολογούνται από τους αποδέκτες τους με τη δέουσα σοβαρότητα και υπευθυνότητα.

 

Το πρώτο μήνυμα, προς το πολιτικό σύστημα, σχετίζεται με τη μεγάλη αποχή των πολιτών από την εκλογική διαδικασία, η οποία στον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών κυμάνθηκε στο 40%. Το μήνυμα αυτό, μάλιστα, γίνεται ακόμη πιο ευκρινές αν προσθέσουμε τον αριθμό των λευκών και άκυρων ψηφοδελτίων που υπερέβησαν αθροιστικά το 9%. Πρόκειται, κατά βάση, για συνειδητή επιλογή αφού επαναλαμβάνεται στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, έκφραση απογοήτευσης και δυσαρέσκειας, διαμαρτυρίας και αποδοκιμασίας. Έκφραση, όμως, και απροθυμίας μιας σημαντικής μερίδας του εκλογικού σώματος να υποκύψει στο εκβιαστικό και θολό εκλογικό δίλημμα του κ. Πρωθυπουργού.

 

Το δεύτερο μήνυμα, προς την Κυβέρνηση, σχετίζεται με τη σημαντική υποχώρηση της απήχησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο εκλογικό σώμα, τόσο σε ποσοστά όσο και σε ψήφους. Μήνυμα που γίνεται πιο ισχυρό λόγω του δημοψηφισματικού χαρακτήρα που προσέδωσε η Κυβέρνηση στην εκλογική διαδικασία. Η επιλογή της, όμως, αυτή δεν δικαιώθηκε. Οι ψηφοφόροι που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά της ήταν κατά 1.100.000 λιγότεροι από τους αντίστοιχους των εθνικών εκλογών του 2009. Παράλληλα, οι υποψήφιοι που στήριξε το ΠΑ.ΣΟ.Κ., σε περιφερειακό επίπεδο, επικράτησαν από τον πρώτο γύρω σε 2 περιφέρειες και προηγούνται σε 5 (σε 2 περιπτώσεις οριακά), ενώ πριν από ένα χρόνο το ΠΑ.ΣΟ.Κ. προηγούνταν και στις 13 περιφέρειες της χώρας. Επίσης, το ποσοστό που αντιστοιχεί στους υποψηφίους που στηρίχθηκαν σε περιφερειακό επίπεδο από το ΠΑΣΟΚ (34,6%) υπολείπεται περίπου κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες του αντιστοίχου των εθνικών εκλογών του 2009. Ουσιαστικά, λοιπόν, οι πολίτες έστειλαν στην Κυβέρνηση μήνυμα καταδίκης του πολιτικού εκβιασμού, μήνυμα αποδοκιμασίας και απόρριψης της οικονομικής πολιτικής της. Ζήτησαν αλλαγή του μίγματος οικονομικής πολιτικής, που να συνδυάζει μέτρα για την εξυγίανση των δημοσιονομικών της χώρας με μέτρα για την ανάπτυξη, τα οποία δεν έχουν ληφθεί και πρέπει να ληφθούν άμεσα.

 

Το τρίτο μήνυμα, προς τη Νέα Δημοκρατία, σχετίζεται με τη μείωση της διαφοράς από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και με τις θετικές επιδόσεις της σε περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, η διαφορά μεταξύ ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Νέας Δημοκρατίας, από τις 10,5 ποσοστιαίες μονάδες που ήταν τον Οκτώβριο του 2009, διαμορφώνεται, 12 μήνες αργότερα, περίπου στις 2 ποσοστιαίες μονάδες. Η Νέα Δημοκρατία προηγείται στον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών στις 6 από τις 13 περιφέρειες της χώρας, όταν πριν από ένα χρόνο υπολείπονταν σε όλες τις περιφέρειες, και μάλιστα στις 8 από αυτές με διψήφια ποσοστά. Προηγείται σε 33 Νομούς της χώρας, έναντι μόλις 6 στις εθνικές εκλογές του 2009. Αυτά τα στοιχεία συγκροτούν μία εικόνα ικανοποίησης για τη Νέα Δημοκρατία. Δημιουργούν κλίμα πολιτικής ανάκαμψης και διαμορφώνουν προοπτική δημιουργίας μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας με στόχο μια νέα πορεία για τον τόπο. Όμως, οφείλει συνεχώς να βελτιώνεται. Απαιτείται να καταβάλλει ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια προκειμένου να ισχυροποιήσει τους δεσμούς της με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πολιτών και στις προκλήσεις των καιρών.

 

Τα πολιτικά μηνύματα, συνεπώς, της κάλπης των αυτοδιοικητικών εκλογών είναι σημαντικά, ευκρινή, ηχηρά και σε πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις. Είναι ιδιαίτερα δυνατά και αυστηρά προς την Κυβέρνηση. Και θα επαναληφθούν με πιο εμφατικό τρόπο στον επόμενο γύρο των εκλογών, την επόμενη Κυριακή. Ώστε να μην υπάρξει καμία δυνατότητα αμφισβήτησής τους από την Κυβέρνηση. Κυβέρνηση η οποία, όπως φάνηκε από τις δηλώσεις του κ. Πρωθυπουργού, δεν τα έλαβε.

Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο – “Η σιωπή είναι χρυσός…”

Η ηγετική ομάδα της Κυβέρνησης με την πρακτική της αποδεικνύει ότι δεν διδάσκεται από τα λάθη της.

Αρχικά ο κ. Παπανδρέου, με τα θολά, εκβιαστικά, και σε δραματικούς τόνους, εκλογικά διλήμματα που έθεσε, δυσχέρανε τη δανειοληπτική ικανότητα της χώρας.

Στη συνέχεια ο κ. Παπακωνσταντίνου συνέδεσε την αύξηση των spreads με το πρόβλημα που θα είχε η Ελληνική Οικονομία εξαιτίας ενός εξαιρετικά δυσμενούς αποτελέσματος στις αυτοδιοικητικές εκλογές για την Κυβέρνηση.

Και χθες, ο κ. Πάγκαλος αναφέρθηκε σε πιθανή επιδίωξη της χώρας μας να προβεί σε αναδιάρθρωση του χρέους.

Εξέλιξη όμως που, ανεξάρτητα από τον ορισμό στην έννοια που θα δώσει κανείς, δεν συνιστά επιλογή για την Ελλάδα εξαιτίας του μεγάλου κόστους που αυτή θα είχε για τους εγχώριους και τους Ευρωπαίους πιστωτές.

Όλα αυτές οι Κυβερνητικές αναφορές, πέραν του πανικού, της έλλειψης πολιτικής αυτοπεποίθησης και του φόβου που περικλύουν για το εκλογικό αποτέλεσμα στις αυτοδιοικητικές εκλογές, αποδεικνύονται επιζήμιες για τη σταθερότητα της Ελληνικής οικονομίας.

Προφανώς όμως η ηγετική ομάδα της Κυβέρνησης θυσιάζει τις επώδυνες προσπάθειες της Ελληνικής κοινωνίας για έξοδο από την κρίση στην κομματική σκοπιμότητα.

Θα έπρεπε να γνωρίζει όμως ότι «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» και ότι «η σιωπή είναι χρυσός», όπως είχε υπενθυμίσει πρόσφατα (19 Μαρτίου) στον κ. Πρωθυπουργό η Wall Street Journal.

Άρθρο στην Εφημερίδα “Η Χώρα” – “Τα ψέματα του πρωθυπουργού;”

Οι πρόσφατες δηλώσεις των δύο κορυφαίων αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έρχονται σε αντίθεση με τις διαβεβαιώσεις της Κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ότι δεν πρόκειται, λόγω της αναθεώρησης των δημοσιονομικών στοιχείων, να απαιτηθεί περαιτέρω δημοσιονομική προσαρμογή.  Ο Επίτροπος κ. Rehn τόνισε πως “[…] οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 2011 θα διατηρηθούν και αυτό μπορεί να απαιτήσει κάποια πρόσθετα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής για να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι […]”. Νέα πρόσθετα μέτρα επώδυνα για τους πολίτες. Νέα μέτρα που, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση θα υπάρξουν για το 2011. Καταγράφονται στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, όπου περιλαμβάνονται για το 2011 πρόσθετοι φόροι ύψους 5,3 δισ. ευρώ και περαιτέρω περικοπές δαπανών ύψους 1,4 δισ. ευρώ. Το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνονται στο «Μνημόνιο» δεν τα κάνει παλιά, ούτε καταργεί τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες που αυτά έχουν στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.

Διαψεύδεται, λοιπόν, ο κ. Πρωθυπουργός που μόλις πριν από λίγες ημέρες είχε δηλώσει ότι “[…] παρά τις νέες διορθώσεις της Eurostat θα κατακτήσουμε τους στόχους που θέσαμε φέτος και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε μέτρα που θα επιβαρύνουν περαιτέρω τον Έλληνα πολίτη […]” (07.10.2010).

Επιπρόσθετα, ο κ. Rehn υπογράμμισε ότι “[…] η Eurostat έχει εντοπίσει συγκεκριμένους φορείς που πρέπει να επανακατηγοριοποιηθούν ως δημόσιοι φορείς […]” και ο Πρόεδρος του Eurogroup κ. Juncker σημείωσε ότι η όποια αναθεώρηση δεν θα είναι το αποτέλεσμα παρατυπιών ή παραλείψεων της κυβέρνησης της Ελλάδας, αλλά το αποτέλεσμα της ‘’επανακατηγοριοποίησης’’ ορισμένων κρατικών δαπανών, καταρρίπτοντας τους ισχυρισμούς του κ. Πρωθυπουργού πως “[…] αλήθεια είναι ότι, ακόμα και σήμερα, η Eurostat βρίσκει «γαλάζιους» σκελετούς στην ντουλάπα του ελλείμματος […]” (17.10.2010).

Η αλήθεια, συνεπώς, δεν αποτυπώνεται στους ισχυρισμούς, τις διαβεβαιώσεις, τις επιθυμίες και τους μικροκομματικούς τακτικισμούς της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Άρθρο στην Εφημερίδα CityPress – “Ρεαλιστικότητα Πολιτικών και Μαγικές Συνταγές”

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αφού τις αγνόησε επί 3 μήνες, αμφισβητεί τώρα τη ρεαλιστικότητα των προτάσεων της ΝΔ, μιλώντας για δήθεν «μαγικές συνταγές».

Καλεί, μάλιστα, την Αξιωματική Αντιπολίτευση να παρουσιάσει τις οικονομικές της εκτιμήσεις σε Οικονομολόγους.

Καλό θα ήταν, όμως, η Κυβέρνηση να παρουσιάσει σε Οικονομολόγους και τις δικές της εκτιμήσεις.

Να παρουσιάσει καταρχήν τις αποκλίσεις των στόχων για βασικά μεγέθη της Οικονομίας κατά τους πρώτους 5 μήνες υλοποίησης του «Μνημονίου», όπως είναι:

  • ο πληθωρισμός (το «Μνημόνιο» προέβλεπε 1,9%, το Προσχέδιο εκτιμά 4,6%, το Σεπτέμβριο ήταν στο 5,6%),
  • η ανεργία (το «Μνημόνιο» προέβλεπε 11,8%, το Προσχέδιο εκτιμά 11,6%, Τον Ιούλιο ήταν στο 12%),
  • τα έσοδα (το «Μνημόνιο» προέβλεπε αύξηση 13,7%, το Προσχέδιο εκτιμά αύξηση 8,7%, μέχρι Σεπτέμβριο ήταν στο 3,7%).

 

Να παρουσιάσει τις εκτιμήσεις της για την ύφεση του 2010, όπου προέβλεπε ύφεση 0,3% τον Ιανουάριο, 2% το Μάρτιο και 4% το Μαϊο.

Να παρουσιάσει, επίσης, και τις πολιτικές της για την ανάπτυξη, με την εγκατάλειψη βασικών αναπτυξιακών εργαλείων της Οικονομίας. Το ΕΣΠΑ είναι κολλημένο, το ΤΕΜΠΜΕ βούλιαξε, οι πρωτοβουλίες για ΣΔΙΤ και συμβάσεις παραχώρησης καρκινοβατούν, οι δημόσιες επενδύσεις είναι περιορισμένες κατά 30% σε σχέση με πέρυσι, Επενδυτικός Νόμος δεν υπάρχει.

 

Ήδη όμως διακεκριμένοι Οικονομολόγοι και εκπρόσωποι παραγωγικών φορέων έχουν αξιολογήσει τις κυβερνητικές προτάσεις.

Έκθεση του Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) υπογραμμίζει ότι «η επιβολή έκτακτης εισφοράς στις επιχειρήσεις, ή η εξοικονόμηση πόρων 500 εκατ. ευρώ το ίδιο έτος από την εφαρμογή του «Καλλικράτη», δεν μπορούν να θεωρηθούν στη σημερινή συγκυρία ρεαλιστικές προτάσεις δημοσιονομικής προσαρμογής για το 2011» (Η Ελληνική Οικονομία, Τεύχος 03/10, Οκτώβριος, σελ. 44).

Η ίδια Έκθεση υπογραμμίζει ότι η υστέρηση εσόδων, μεταξύ άλλων, οφείλεται και «…στη θέσπιση υπεραισιόδοξων στόχων μετά τη λήψη των φορολογικών μέτρων, ενδεχομένως, λόγω της υποεκτίμησης της ελαστικότητας ζήτησης ως προς τις τιμές και ως προς το εισόδημα…».

Μελέτη του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) προχωρά στη διάκριση διαρθρωτικού και κυκλικού ελλείμματος, όπως κάνει και η πρόταση της ΝΔ, και ποσοτικοποιεί τα δύο μεγέθη σε αντίστοιχο ύψος με αυτό της πρότασης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης (Οικονομικές Εξελίξεις, Τεύχος 12, Μάιος 2010).

Οι παραγωγικοί φορείς διαπιστώνουν ότι το «Μνημόνιο» οδηγεί στον φαύλο κύκλο της ανατροφοδοτούμενης ύφεσης. Προτείνουν «διαπραγμάτευση με στόχο την επιμήκυνση της περιόδου δημοσιονομικής προσαρμογής», «ευελιξία στην εφαρμογή του Μνημονίου», «άμεση απεμπλοκή από τους όρους του».

Από τα ανωτέρω, αντιλαμβάνεται κανείς πως, εκ του αποτελέσματος, η τελευταία που δικαιούται να ομιλεί για ρεαλιστικότητα πολιτικών και για «μαγικές συνταγές» είναι η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο – “Περί Ευθύνης”

Το τελευταίο χρονικό διάστημα, η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αλλά και όσοι στήριξαν την επιβολή του «Μνημονίου», επιχειρούν να παρουσιάσουν αυτή την επιλογή τους ως στάση εθνικής ευθύνης και κατηγορούν την Αξιωματική Αντιπολίτευση για ανευθυνότητα.

Τα γεγονότα όμως τους διαψεύδουν.

Πρώτον, διότι οι αστοχίες στις προβλέψεις και οι αποκλίσεις από τους στόχους του «Μνημονίου» δικαιώνουν την επιλογή της Νέας Δημοκρατίας.

Και δεύτερον, διότι η Νέα Δημοκρατία έχει αποδείξει έμπρακτα, τον τελευταίο χρόνο, πως αντιλαμβάνεται το θεσμικό της ρόλο.

Πιο συγκεκριμένα:

1ον. Πρότεινε, έγκαιρα, από το Δεκέμβριο του 2009, επώδυνα, αλλά αναγκαία, συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής.

2ον. Στήριξε την προσπάθεια της Κυβέρνησης, μέσα στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης για τη χώρα μας.

3ον. Υποστήριξε, στο «δεύτερο πακέτο» του Μαρτίου, τα περισσότερα Κυβερνητικά μέτρα.

4ον. Στήριξε χρηματοπιστωτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος.

5ον. Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για τη βιώσιμη διόρθωση των δημοσίων οικονομικών.

6ον. Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για την απελευθέρωση δυνάμεων και πόρων στην Οικονομία (όπως είναι η απελευθέρωση του κλάδου των μεταφορών και η αναδιάρθρωση του ΟΣΕ).

7ον. Κατέθεσε, το Φεβρουάριο, τον Ιούλιο και το Σεπτέμβριο, τεκμηριωμένες και ρεαλιστικές προτάσεις για την ταχύτερη έξοδο της χώρας από το «Μνημόνιο» και την κρίση.

 

Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση:

1ον. Συναίνεσε μόλις σε 7 νομοθετικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας τα τελευταία χρόνια.

2ον. Απειλούσε την τότε Κυβέρνηση να «μην παραχωρεί το λιμάνι του Πειραιά σε μια κρατική κινεζική εταιρεία».

3ον. Κατηγορούσε την τότε Κυβέρνηση ότι «διαθέτει 28 δισ. ευρώ στις τράπεζες χωρίς διαφάνεια…» και ότι το πακέτο ρευστότητας προς την Οικονομία αποτελεί «έγκλημα σε βάρος του κοινωνικού συνόλου».

4ον. Κατηγορούσε την τότε Κυβέρνηση ότι η περαίωση «είναι ένα νέο χαράτσι, που επιβάλλεται με εκβιαστικό τρόπο» (29.08.2008).

5ον. Κατηγορούσε την τότε Κυβέρνηση ότι «το χειρότερο πράγμα που μπορεί να κάνει κανένας όταν μια Οικονομία είναι σε ύφεση είναι να παγώσει τους μισθούς».

6ον. Υπόσχονταν προεκλογικά ότι «λεφτά υπάρχουν».

7ον. Καταφέρονταν εναντίον του ΔΝΤ.

TwitterInstagramYoutube