Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” – “Προτεραιότητες μιας νέας οικονομικής πολιτικής”

Η Ελλάδα, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης το 2014, «λιμνάζει» βυθιζόμενη, σε ένα ευρύτερο περίγυρο μεγάλης αβεβαιότητας και υψηλών κινδύνων.

Τα τελευταία δύο χρόνια, δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε, το επενδυτικό περιβάλλον υπονομεύθηκε, νέα δημοσιονομικά μέτρα επιβλήθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώθηκαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε.

Και όμως, η Κυβέρνηση συνεχίζει να «βαδίζει» στον ίδιο δρόμο: να ξοδεύει πολύτιμο χρόνο, να εστιάζει – εμμονικά – στην υπερφορολόγηση της εμφανούς οικονομίας και να παλινδρομεί – αμήχανα – ως προς τις μεταρρυθμίσεις.

Δεν θέλει ούτε μπορεί να εκσυγχρονίσει το αξιακό σύστημα, να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα, να προωθήσει την εξωστρέφεια της οικονομίας.

Οικονομία η οποία βρίσκεται σε παρατεταμένη, χαμηλή και με ισχυρές αναταράξεις «πτήση», με ασθενέστερη δυναμική σε σχέση με το 2014.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά διατηρήσιμης μεγέθυνσης και βιώσιμης ανάπτυξης;

Κατά την άποψή μου, πάνω απ’ όλα, απαιτείται μία στιβαρή, συνεκτική και αποφασιστική πολιτική ηγεσία.

Ηγεσία η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, να υπηρετεί και να μην χρησιμοποιεί τη χώρα και τους πολίτες προκειμένου να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους, και να κινείται γρήγορα και αποτελεσματικά πάνω σε βασικούς άξονες, όπως είναι:

  • Η αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους, με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξάλειψη της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα.
  • Η διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με την εύρεση και αξιοποίηση δημοσιονομικών ισοδυνάμων, με την θέσπιση αυστηρών διαδικασιών για την τακτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δημοσίων δαπανών, με τη συρρίκνωση της φοροδιαφυγής μέσα από τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.
  • Η εμπροσθοβαρής υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών για την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και η εντατικοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.
  • Η ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, με την εμπροσθοβαρή αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με προσανατολισμό στην εξωστρέφεια, με την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας, καθώς και με την ανάδειξη των νέων πηγών ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση πολιτικών πάνω σε αυτούς τους άξονες, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας μας και θα ενισχύσει τις επενδύσεις.

Αυτά όμως προϋποθέτουν πολιτική αλλαγή, ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” – “Η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα”

Η Κυβέρνηση, με την υπογραφή της στην τελευταία απόφαση του Eurogroup:

1ον. Αποδέχεται ότι υφίσταται δημοσιονομικό κενό το 2018, το οποίο συμφωνεί να καλύψει με πρόσθετα μέτρα λιτότητας.

2ον. Επιβεβαιώνει ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα παραμείνουν υψηλοί, για αρκετά χρόνια μετά το 2018.

3ον. Δεσμεύεται στην επίτευξη αυτών των υψηλών στόχων με την υιοθέτηση διαρθρωτικών μέτρων και την επέκταση του «κόφτη», δηλαδή με την εφαρμογή μόνιμων μηχανισμών επιτροπείας της χώρας.

Και επειδή η Κυβέρνηση συνεχίζει να κρύβει την αλήθεια ως προς το ύψος και τη διάρκεια των πλεονασμάτων που – τουλάχιστον μέχρι σήμερα – έχει συμφωνηθεί για τη μεσο-μακροπρόθεσμη περίοδο, ιδού οι αποδείξεις των ψεμάτων της:

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα του χρέους, τα οποία θα το μειώσουν κατά περίπου 22 ποσοστιαίες του ΑΕΠ το 2060.

Η άσκηση όμως αυτή στηρίζεται σε ορισμένες παραδοχές.

Σύμφωνα με την Έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), η επίτευξη αυτού του στόχου στηρίζεται στις «βασικές παραδοχές του περασμένου Μαΐου».

[Συνημμένο Α].

synimmeno_1_20161128-ewg-item-10-esm-note-short-term-measures

Ποιες είναι όμως οι βασικές παραδοχές σύμφωνα με την Έκθεση του Μάϊου;

Σε ότι αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα, ύψος 3,5% του ΑΕΠ για μία δεκαετία, 3,2% του ΑΕΠ για τα επόμενα τουλάχιστον 5 χρόνια και 2,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2040 (συνημμένο Β).

[Συνημμένο Β]

synimmeno_2_2016-05-05-greece_debt-measures_short-v3_final

Συνεπώς, τα Κυβερνητικά «ψέματα έχουν κοντά ποδάρια».

Και σήμερα που αποδεικνύεται, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση δεν έχει «κόκκινες γραμμές» και η ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης μετατίθεται, παλινδρομεί και «κατασκευάζει εχθρούς», εντός και εκτός χώρας, για να καλύψει τα αδιέξοδα της πολιτικής της.

Η αλήθεια, όμως, δεν κρύβεται:

O κ. Πρωθυπουργός και η Κυβέρνησή του, κάθε μέρα, όλο και περισσότερο, επιβεβαιώνουν ότι είναι ιδεολογικά και πολιτικά ανερμάτιστοι και ανειλικρινείς.

Η πολιτική αλλαγή έχει καταστεί επιβεβλημένη.

Οι Έλληνες μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά με σχέδιο, στηριγμένοι στην αλήθεια, τη συνεννόηση και τη συνοχή μας.

Παρέμβαση στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” για την απόφαση του Eurogroup

«Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα μικρό καλάθι», λέει ο λαός μας.

Και αυτό ισχύει απολύτως για τις κυβερνητικές θριαμβολογίες σχετικά με την τελευταία απόφαση του Eurogroup για τη χώρα μας.

Σύμφωνα με την απόφαση, την οποία συνυπέγραψε και η ελληνική πλευρά:

1ον. Η 2η αξιολόγηση δεν έκλεισε, παρά τις περί του αντιθέτου συνεχείς διαβεβαιώσεις της Κυβέρνησης.

Έτσι, ένα σημαντικό χρονικό «ορόσημο» χάθηκε, η αβεβαιότητα διατηρείται, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης καθυστερεί, ο λογαριασμός των μέτρων «ανεβαίνει», η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου αναβάλλεται, η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάρτιο του 2015, μετατίθεται. 

2ον. Καταγράφεται δημοσιονομικό κενό για το 2018, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί με νέα, επώδυνα μέτρα λιτότητας, πέραν αυτών που ήδη έχει πάρει η σημερινή Κυβέρνηση, ύψους 9 δισ. ευρώ μέχρι σήμερα.

3ον. Επιβεβαιώνεται ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα παραμείνουν υψηλοί, στο 3,5% του ΑΕΠ, για αρκετά χρόνια μετά το 2018.

Η Κυβέρνηση, μάλιστα, δεσμεύτηκε στην επίτευξη αυτών των στόχων, με την εφαρμογή νέων διαρθρωτικών μέτρων και τη μονιμοποίηση της χρήσης του δημοσιονομικού «κόφτη».

Δεσμεύτηκε συνεπώς σε μόνιμους μηχανισμούς εποπτείας της ελληνικής οικονομίας, πέραν της ολοκλήρωσης του 3ου Μνημονίου, οδηγώντας ουσιαστικά τη χώρα σε ένα 4ο Μνημόνιο.

Έτσι όμως στραγγαλίζεται η οικονομία και φεύγουν οι επενδύσεις από τον τόπο.

4ον. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που αποφασίστηκαν για το χρέος, τα οποία έρχονται να καλύψουν μόνο μέρος του κόστους που επέφεραν οι ανερμάτιστοι χειρισμοί της σημερινής Κυβέρνησης, αν και κινούνται προς τη θετική κατεύθυνση, είναι λίγα, θα έχουν θετική επίπτωση σε βάθος χρόνου, δεν συνδυάζονται με μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά αντιθέτως συνοδεύονται από βαρύ τίμημα για τους πολίτες, με πρόσθετα μέτρα λιτότητας.

Συγκεκριμένα, με τη συγκεκριμένη δέσμη παρεμβάσεων προβλέπεται:

α) σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, μέχρι τουλάχιστον το 2022, να υπάρξει επιβάρυνση της βιωσιμότητας του χρέους λόγω της αύξησης των επιτοκίων (άρα και των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους),

β) στη συνέχεια και μέχρι το 2030, να υπάρξει οριακή βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους (το χρέος, το 2030, εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά μόλις 2,5% του ΑΕΠ σε έναν λόγο χρέος/ΑΕΠ = 131%!), και

γ) ακολούθως, σε μεγάλο βάθος χρόνου και μετά το 2040, να υπάρξει μερική βελτίωση των δεικτών του χρέους και των χρηματοδοτικών αναγκών ως προς το ΑΕΠ.

Και όλα αυτά προϋποθέτουν την πλήρη επίτευξη των, για πολλά χρόνια, υψηλών δημοσιονομικών στόχων.

Ενώ τα όποια αναγκαία μεσο-μακροπρόθεσμα μέτρα παραπέμπονται για το 2018, μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος, γι’ αυτό και απουσιάζει η οποιαδήποτε αναφορά σε αυτά στο κείμενο συμπερασμάτων.

Συνεπώς, αυτές οι παρεμβάσεις στο χρέος δεν έχουν καμία σχέση με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012, η οποία οδήγησε σε σημαντική απομείωση του χρέους τόσο σε ονομαστική όσο και σε παρούσα αξία.

Και σε μείωση κατά 50% των δαπανών για τόκους εξυπηρέτησης του χρέους, τόσο ως απόλυτο αριθμό όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Ούτε φυσικά αυτές οι παρεμβάσεις έχουν οποιαδήποτε σχέση με τις Κυβερνητικές υποσχέσεις περί «διαγραφής» και «κουρέματος» του χρέους.

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, για ακόμη μία φορά, «έβαλε τον πήχυ ψηλά και πέρασε από κάτω».

Αυτό είναι το οδυνηρό αποτέλεσμα της αναξιοπιστίας και της ανεπάρκειάς της.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – Αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών: «Μνημείο» κυβερνητικής ανικανότητας και αναποτελεσματικότητας

Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες αποτελεί βασική πηγή ενίσχυσης της ρευστότητας στην οικονομία και ουσιαστικό μηχανισμό τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας.

Αυτό απεδείχθη την περίοδο 2013-2014 όταν και ετέθησαν οι βάσεις για τη μείωσή τους, με τη νομοθέτηση και υλοποίηση ενός συνεκτικού και αποτελεσματικού προγράμματος αποπληρωμής των οφειλών, το οποίο ακόμη και η σημερινή Κυβέρνηση επικαλείται στον εφετινό Προϋπολογισμό της.

Το αποτέλεσμα ήταν, στο τέλος του 2014, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές να έχουν μειωθεί, καθαρά, κατά 6 δισ. ευρώ και η οικονομία να παρουσιάζει μεγέθυνση, για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή, από τις αρχές του 2015, ανετράπη.

Οι οφειλές «τράβηξαν», και πάλι, «την ανηφόρα», ενώ συνεχίζουν να δημιουργούνται και καινούργιες.

Οι δεσμεύσεις δε της Κυβέρνησης για την αποπληρωμή τους, αποδεικνύονται «αριστερές πομφόλυγες».

Συγκεκριμένα:

1η. Με βάση το 3ο Μνημόνιο (Αύγουστος 2015), η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θα έπρεπε να προχωρήσει στην εκκαθάριση του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών έως το τέλος του 2016.

Αυτό δεν έγινε εξαιτίας της δήθεν «γενναίας» διαπραγμάτευσης και της πολύμηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου να «εκτοξευθούν» στα 7,2 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2016, αυξημένες κατά 89% από το Δεκέμβριο του 2014.

2η. Με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο (Ιούνιος 2016), η αποπληρωμή του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Πράγματι, από τον Ιούλιο του 2016, ξεκίνησε η σταδιακή αποπληρωμή τους.

Όμως, αυτή γίνεται με «ρυθμούς χελώνας», με λιγότερους σε σχέση με τον προγραμματισμό πόρους για την αποπληρωμή τους (-2,3 δισ. ευρώ) και με την Κυβέρνηση να δημιουργεί και νέες οφειλές.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου να παραμένουν υψηλές και να έχουν διαμορφωθεί στα 6,2 δισ. ευρώ το Σεπτέμβριο του 2016.

Δηλαδή, μέσα στο τελευταίο τρίμηνο, οι οφειλές μειώθηκαν κατά 1 δισ. ευρώ, αν και διοχετεύθηκαν πόροι ύψους περίπου 1,8 δισ. ευρώ.

Γιατί υπήρξε αυτή η απόκλιση; Επειδή την ίδια περίοδο δημιουργήθηκαν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους περίπου 850 εκατ. ευρώ!

Πρόκειται για «μνημείο» Κυβερνητικής ανικανότητας, αναποτελεσματικότητας και αβελτηρίας.

imageimage-1

3η. Σήμερα, φαίνεται ότι η αποπληρωμή των οφειλών, μέσω ασαφών «αριστερής κοπής» δεσμεύσεων, μετατίθεται για ακόμη αργότερα, πιθανόν και για μετά το 2017.

Προσδοκώντας τουλάχιστον το 2017 να φτάσουν στο επίπεδο του 2014.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και στο πεδίο της αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ παρέλαβε την οικονομία στον «1ο όροφο», την έριξε στο «υπόγειο», και σήμερα πανηγυρίζει που προσπαθεί να την ανεβάσει στο «ισόγειο».

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “Κυβερνητική ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα στην αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου”

Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες αποτελεί βασική πηγή ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας και ουσιαστικό μηχανισμό τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, συμβάλλοντας παράλληλα στην τόνωση της αξιοπιστίας των φορέων του Δημοσίου και στη βελτίωση της ποιότητας των δημόσιων οικονομικών.

Μία μικρή ιστορική αναδρομή στους «μνημονιακούς προϋπολογισμούς» επιβεβαιώνει αυτές τις διαπιστώσεις.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου (δηλαδή δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης και εκκρεμείς επιστροφές φόρων), την περίοδο 2010-2012, διαρκώς αυξάνονταν, για να διαμορφωθούν τελικά στα 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012.

Στη συνέχεια, με το πρόγραμμα αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έθεσε η τότε Κυβέρνηση με κορμό τη Νέα Δημοκρατία σε εφαρμογή, ξεκίνησε η αποκλιμάκωσή τους.

Έτσι, τα προσεχή δύο χρόνια, αποπληρώθηκαν οφειλές ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα αυτές να διαμορφωθούν στα 3,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014, μειωμένες κατά 60% σε σχέση με το 2012.

diagram_1

Αυτή η «ένεση» ρευστότητας στην πραγματική οικονομία συνέβαλε ουσιαστικά στην ανακοπή της καθοδικής πορείας του ΑΕΠ και στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης το 2014, για πρώτη φορά μετά από 6 χρόνια ύφεσης.

diagram_2

Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές άρχισαν, και πάλι, «να τραβάνε τον ανήφορο», ως αποτέλεσμα της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ξεπερνώντας τα 7 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2016.

Και ενώ, από τότε, ξεκίνησε η μερική αποπληρωμή τους, αυτή γίνεται «με το ζόρι».

Ενδεικτικά, ενώ μεταφέρθηκαν στους φορείς πιστώσεις 2 δισ. ευρώ, έγιναν πληρωμές 1,44 δισ. ευρώ και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές μειώθηκαν μόλις κατά 975 εκατ. ευρώ, για να διαμορφωθούν στα 6,3 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2016, αυξημένες κατά 63% από τις αρχές του 2015!

Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση, μέχρι το τέλος του 2016 θα έχει αποπληρωθεί περίπου το 50% των ληξιπρόθεσμων οφειλών, επαναφέροντας την κατάσταση εκεί που ήταν το 2014.

Με λίγα λόγια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και δεν μπορεί να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην αγορά και δημιουργεί νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

Για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνεται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.

Άρθρο στην εφημερίδα “Κεφάλαιο” – “Δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας”

Η Ελληνική οικονομία, μετά την μικρή ανάκαμψη του 2014, «κύλισε», με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, και πάλι στην ύφεση το 2015, κατάσταση στην οποία παραμένει το 2016.

Έτσι, την ίδια περίοδο που η Ευρώπη επιταχύνει, η χώρα μας οπισθοχωρεί και «σέρνεται», έχοντας χάσει ήδη 2 χρόνια.

Συνεπώς, σήμερα, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση της οικονομίας και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Ανάπτυξης και όχι απλώς μεγέθυνσης, κάτι που σημαίνει βελτίωση τόσο της υλικής ευημερίας όσο και της κατανομής των παραγόμενων αγαθών.

Βασικές προϋποθέσεις είναι:

1η: Η διαμόρφωση μιας συνεκτικής και αποφασιστικής Κυβέρνησης, η οποία να διαθέτει ένα συγκροτημένο σχέδιο επανεκκίνησης της οικονομίας.

2η: Η εμπροσθοβαρής προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, ακόμη και πέραν αυτών που έχουν συμφωνηθεί στο 3ο Μνημόνιο.

Και φυσικά, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

3η: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με ποιους τρόπους μπορεί αυτό να γίνει;

1ος: Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων.

2ος: Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, οι οποίες, σήμερα, έχουν «εκτοξευθεί» κατά 63% από τις αρχές του 2015, ενώ γεννιούνται, παρά τη μερική αποπληρωμή τους, και νέες.

3ος: Με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης και την ένταξη στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης». Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

4η: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Αυτό μπορεί να γίνει:

  • Με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.
  • Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε το 2014, όταν και αρχίσαμε να μειώνουμε – σταδιακά – φορολογικούς συντελεστές.
  • Με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών.
  • Με τη συρρίκνωση της «παραοικονομίας» και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, υλοποιώντας – μεταξύ άλλων – ένα συνεκτικό πλέγμα διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων για την προώθηση και επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως πρόσφατα – ως Αξιωματική Αντιπολίτευση – καταθέσαμε.
  • Με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% του ΑΕΠ, από το 3,5%.

5η: Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Βιωσιμότητα η οποία επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους χειρισμούς των 2 τελευταίων ετών.

Επί του παρόντος, η απόφαση του Eurogroup παραμένει ασαφής και είναι αβέβαιη, τελεί υπό πολλές προϋποθέσεις και είναι μελλοντική.

6η: Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να ολοκληρωθεί – από την Ελληνική Κυβέρνηση – το Μάρτιο του 2016. Και το οποίο σήμερα όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά ούτε καν συζήτηση γίνεται γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία, καθώς και η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης.
Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση αυτών των προϋποθέσεων θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και θα βοηθήσει στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Δυστυχώς όμως, η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.

Η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση. Κυβέρνηση της ΝΔ, που θα είναι περισσότερο αποτελεσματική και πιο αξιόπιστη, θα στηρίζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και θα έχει ως στόχο την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής.

Ώστε, με τη δημιουργική συμβολή όλων, να σπάσουμε τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αδράνειας και μιζέριας και να διασφαλίσουμε για τη χώρα μας μια αξιοπρεπή πορεία στην ανταγωνιστική και αβέβαιη ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Newpost.gr” – “«Ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας”

Η Κυβέρνηση, κατά την προσφιλή τακτική της, «πανηγυρίζει» για την πορεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2016.

«Πανηγυρίζει» για τη σημαντική υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, παρά το γεγονός ότι αυτό οφείλεται, ουσιαστικά, στην εσωτερική στάση πληρωμών, αφού η υποεκτέλεση των δαπανών έχει παγιωθεί και υπερβαίνει τα 3 δισ. ευρώ.

«Πανηγυρίζει» για την υπέρβαση του στόχου για τα έσοδα, ιδιαίτερα του προηγούμενου μήνα, παρά το γεγονός ότι αυτό οφείλεται, ουσιαστικά, σε μη επαναλαμβανόμενα έσοδα (π.χ. σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με τις προβλέψεις μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος), σε εφάπαξ εξόφληση του ΕΝΦΙΑ μέσω πιστωτικών καρτών και στους συμψηφισμούς δικαιούμενων επιστροφών φόρου εισοδήματος με τον οφειλόμενο ΕΝΦΙΑ.

Και τέλος, «πανηγυρίζει» για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, παρά το γεγονός ότι με την ιδεοληπτική εμμονή της στην αύξηση των φόρων, δημιουργεί μια σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας. Ειδικότερα:

  • Διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών.

Συγκεκριμένα, από την αρχή του έτους, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές έχουν αυξηθεί περίπου κατά 9 δισ. ευρώ, και «αγγίζουν», πλέον, τα 92 δισ. ευρώ.

Μόνο τον Αύγουστο, μήνα που δεν υπήρχαν φορολογικές υποχρεώσεις για την καταβολή δόσεων φόρου εισοδήματος από φυσικά πρόσωπα και ΕΝΦΙΑ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν κατά 1,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου το 1 δισ. ευρώ αφορούσε καθαρά φορολογικές οφειλές.

  • Διογκώνεται η «μαύρη τρύπα» στα ασφαλιστικά ταμεία.

Συγκεκριμένα, στο τέλος Ιουνίου, το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο οφειλών (κύρια οφειλή και πρόσθετα τέλη) προς τα ασφαλιστικά ταμεία ανήλθε περίπου στα 17 δισ. ευρώ.

Ενδεικτικά, ο ΟΑΕΕ έχει ήδη βγει «εκτός πορείας» καθώς στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου, δηλαδή στα 2/3 της χρονιάς, χρησιμοποίησε τα 6/7 ή το 86% της ετήσιας επιχορήγησης του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Το αποτέλεσμα είναι η Κυβέρνηση να «βάλει χέρι» – για ακόμη μία φορά – στα αποθεματικά Ταμείων και να «σπάσει τον κουμπαρά» του Λογαριασμού Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων προκειμένου να αντλήσει 370 εκατ. ευρώ.

  • Διογκώνονται τα «κόκκινα» δάνεια» στο τραπεζικό σύστημα.

Συγκεκριμένα, το μερίδιο των συνολικών ανοιγμάτων που χαρακτηρίζονται ως μη εξυπηρετούμενα ανήλθε στο 45,2% τον Μάρτιο του 2016, από 39,9% το Δεκέμβριο του 2014. Ενώ, το 70% των δανείων που είχαν ρυθμιστεί κατά το παρελθόν, προκειμένου να ενισχυθεί η πιθανότητα αποπληρωμής τους, χαρακτηρίζονται και πάλι ως μη εξυπηρετούμενα.

  • Επιδεινώνεται η ρευστότητα και η βιωσιμότητα φορέων του δημοσίου.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την ΔΕΗ έχουν αυξηθεί δραματικά, προσεγγίζοντας πλέον τα 3 δισ. ευρώ, με το σημαντικότερο μέρος τους να προέρχεται από τη χαμηλή τάση, που αφορά νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ενώ τα έσοδα στις αστικές συγκοινωνίες είναι σημαντικά συρρικνωμένα, πολύ χαμηλότερα από τις προβλέψεις αλλά και από την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, όταν λόγω κεφαλαιακών περιορισμών δεν καταβάλλονταν εισιτήριο.

Συμπερασματικά, αυτά τα στοιχεία εκτιμώ ότι δεν είναι για «πανηγυρισμούς», αλλά μάλλον θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού.

Άρθρο στην εφημερίδα “Real News” – “Η αύξηση φόρων οδηγεί σε μειωμένα φορολογικά έσοδα”

Η δημοσιονομική στρατηγική της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, η οποία καθοδηγείται από μια ιδεοληπτική εμμονή αύξησης των φόρων, δεν θα αποφέρει τα προσδοκόμενα από την ίδια αποτελέσματα.

Μία αναδρομή στους απολογισμούς των «μνημονιακών» Προϋπολογισμών το επιβεβαιώνει.

Συγκεκριμένα:

1ον. Τα φορολογικά έσοδα, από το 2010 μέχρι και το 2015, παρά την αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, συνεχώς μειώνονται.

2ον. Η μοναδική χρονιά κατά την οποία παρατηρήθηκε σταθεροποίηση των φορολογικών εσόδων ήταν το 2014. Θυμίζουμε ότι εκείνη τη χρονιά, η οικονομία σταθεροποιήθηκε επιτυγχάνοντας για πρώτη – και μοναδική μέχρι σήμερα φορά από την αρχή της κρίσης – θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης (+0,7%), ενώ η τότε Κυβέρνηση προχώρησε και στις πρώτες στοχευμένες μειώσεις φορολογικών συντελεστών (κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες τον ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% την έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, κατά 5% τις ασφαλιστικές εισφορές κ.α.).

3ον. Τα φορολογικά έσοδα το 2015 ήταν τα χαμηλότερα της δεκαετίας, παρά την επιβολή νέων, πρόσθετων φόρων από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

diagram

Συμπερασματικά, η στρατηγική της δημοσιονομικής προσαρμογής κυρίως μέσω της αύξησης των φορολογικών συντελεστών, ειδικά σε ένα υφεσιακό μακροοικονομικό περιβάλλον, έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Ενώ, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική, έχει αποδειχθεί και μη διατηρήσιμη (βλέπετε μελέτες Τράπεζας της Ελλάδος, ΕΚΤ, ΟΟΣΑ κ.α.).

Για τους λόγους αυτούς, η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει τη σταδιακή μείωση φορολογικών συντελεστών, όπως παρουσιάστηκαν από τον Πρόεδρό της κ. Μητσοτάκη στην ΔΕΘ.

Και πως μπορεί αυτό να γίνει;

  • Με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.
  • Με μία αξιόπιστη Κυβέρνηση και με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως άλλωστε έγινε και το 2014.
  • Με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών, κυρίως σε περιοχές που αυτές διογκώθηκαν επί της σημερινής διακυβέρνησης (π.χ. διόρθωση αποκλίσεων στην εκτέλεση Προϋπολογισμών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης το 2015, νέες διοικητικές δομές, αύξηση του κόστους δανεισμού κ.α.).
  • Με τη συρρίκνωση της «παραοικονομίας» και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, υλοποιώντας – μεταξύ άλλων – ένα συνεκτικό πλέγμα διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων για την προώθηση και επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως πρόσφατα, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, δημόσια καταθέσαμε.
  • Με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% από 3,5% του ΑΕΠ.

Και φυσικά με την επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Για να γίνουν όμως αυτά απαιτείται η Κυβέρνηση να είναι τεκμηριωμένη, να διαθέτει αξιοπιστία και να μην διακρίνεται από ιδεολογικές εμμονές.

Και η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει.

Άρθρο στην εφημερίδα “ΤΟ ΠΑΡΟΝ” – “Είναι εφικτή ανάπτυξη 2,7% το 2017;”

Η οικονομία, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, επέστρεψε στην ύφεση το 2015 και παραμένει σε ύφεση το 2016.

Μάλιστα, ενώ η Ευρώπη – αυτά τα χρόνια – επιτάχυνε, η Ελλάδα οπισθοχώρησε.

Ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση υποχώρησαν και οι εξαγωγές συρρικνώθηκαν.

Και ενώ η χώρα «σέρνεται» στο τέλμα, η Κυβέρνηση προβλέπει ανάπτυξη 2,7% το 2017.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτή η πρόβλεψη, αν και θεμιτή, δεν είναι ρεαλιστική.

Γιατί όμως;

1ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8%.

Αυτό είναι μη ρεαλιστικό σε μία χρονιά κατά την οποία θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

Και αυτό γιατί επιβάλλονται νέοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι και περικοπές στις συντάξεις και την κοινωνική προστασία, ύψους περίπου 2,6 δισ. ευρώ μόνο για το 2017.

Ενώ και η μείωση της ανεργίας, που ξεκίνησε το 2014 και θα μπορούσε, μέσω της αύξησης της απασχόλησης, να συμβάλει στην ενίσχυση της κατανάλωσης, επιβραδύνεται.

2ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, δηλαδή αύξηση των επενδύσεων, κατά 9,1%.

Κι αυτό όμως είναι εξαιρετικά αισιόδοξο.

Αλήθεια, πως θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν η Κυβέρνηση «στραγγαλίζει» τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας με την υπερφορολόγηση, τη «στάση πληρωμών» και την στέρηση ρευστότητας, με αποτέλεσμα να έχουν «πολλαπλασιαστεί» τα λουκέτα στην αγορά;

Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις με μία Κυβέρνηση που επιδεικνύει αναβλητικότητα και αβελτηρία και διακατέχεται από ιδεολογικές εμμονές και αγκυλώσεις σε ότι αφορά την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών;

Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν ο δείκτης οικονομικού κλίματος και οι επιχειρηματικές προσδοκίες έχουν «κατρακυλίσει»;

Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία της Κυβέρνησης;

3ον. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι «θα αυξηθεί η πιστωτική επέκταση στην οικονομία».

Βασικός μηχανισμός επίτευξης αυτού του στόχου είναι το τραπεζικό σύστημα.

Πώς θα μπορέσει να διοχετεύσει πόρους στην οικονομία το τραπεζικό σύστημα όταν, επί ημερών της σημερινής Κυβέρνησης, υπήρξε η μεγαλύτερη από την αρχή της κρίσης εκροή καταθέσεων, ενώ και τα «κόκκινα δάνεια» συνεχίζουν να αυξάνονται με αποτέλεσμα να έχει διευρυνθεί και διογκωθεί η «πιστωτική ασφυξία»;

Συμπερασματικά, η πρόβλεψη της Κυβέρνησης αποτελεί, απλώς, «ευσεβή πόθο» της.

Άλλωστε, αν είναι ρεαλιστική η πρόβλεψη της σημερινής Κυβέρνησης για ανάπτυξη 2,7% το 2017 από ύφεση 0,3% το 2016, γιατί δεν ήταν ρεαλιστική παρόμοια πρόβλεψη της Κυβέρνησης ΝΔ για ανάπτυξη 2,9% το 2015 από ανάπτυξη 0,7% το 2014;

Είναι προφανές ότι σήμερα η απόσταση από τον στόχο είναι πολύ μεγαλύτερη, το μακροοοικονομικό περιβάλλον επιβαρυμένο και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών πολύ λιγότερο.

Ακόμη όμως και αν αποδεχθούμε τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η απώλεια πλούτου σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις είναι 24 δισ. ευρώ μόνο για το 2017.

Αυτό είναι το οδυνηρό «αποτύπωμα» της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Συμπερασματικά, και αφού ήδη χάθηκαν 2 χρόνια, θα μπορούσε η χώρα, υπό προϋποθέσεις, να επιστρέψει το 2017 εκεί που ήταν το 2014.

Δυστυχώς όμως, η σημερινή Κυβέρνηση απέδειξε ότι όχι μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μπροστά, αλλά αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.

Είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση, περισσότερο αποτελεσματική, πιο  αξιόπιστη και αφοσιωμένη στο στόχο.

Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας η οποία θα υλοποιήσει εμπροσθοβαρώς διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις.

Θα προωθήσει την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Και θα ισορροπήσει σε καλό σημείο μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Δήλωση στο ΑΠΕ για το Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2017

Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού επιβεβαιώνει ότι η χώρα, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, έχασε 2 χρόνια.

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει. Έτσι, ενώ η Ευρώπη επιτάχυνε, η Ελλάδα οπισθοχώρησε.
  • Η κατανάλωση και οι εξαγωγές υποχώρησαν.
  • Το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Το βιοτικό επίπεδο των πολιτών συρρικνώθηκε.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές – ιδιωτών και Δημοσίου – διογκώθηκαν.
  • Η μείωση της ανεργίας επιβραδύνθηκε.
  • Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε.
  • Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια διογκώθηκαν.
  • Οι καταθέσεις παρουσίασαν πρωτοφανή από την αρχή της κρίσης συρρίκνωση.
  • Η χώρα ήταν και είναι απούσα από το πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης».
  • Ταπεινωτικές δεσμεύσεις – όπως το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο «κόφτης» – αναλήφθηκαν.
  • Νέα μέτρα – ένα «τσουνάμι» φόρων και περικοπές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, στα εφάπαξ και στην κοινωνική προστασία, ύψους 9 δισ. ευρώ – επιβλήθηκαν.

Και ενώ η χώρα σέρνεται στο τέλμα, οι προβλέψεις της Κυβέρνησης για το 2017 είναι μη ρεαλιστικές. Όπως μάλιστα προϊδεάζει και το ίδιο το Προσχέδιο, τα μεγέθη «ενδέχεται να αναθεωρηθούν με τη δημοσιοποίηση περισσότερων στοιχείων για το 2016».

Αξίζουν όμως ορισμένες επισημάνσεις:

1η. Η πρόβλεψη της Κυβέρνησης για ανάπτυξη 2,7% το 2017 είναι εξαιρετικά αισιόδοξη, αφού, μεταξύ άλλων, εδράζεται σε μη ρεαλιστικούς στόχους σημαντικής αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης σε ένα περιβάλλον μεγάλης και πρόσθετης φορολογικής επιβάρυνσης και περαιτέρω μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος.

Είναι προφανές ότι η σχετική, ίδιου ύψους πρόβλεψη της προηγούμενης Κυβέρνησης για το 2015 ήταν πιο ρεαλιστική, γιατί η χώρα είχε ήδη πετύχει ρυθμό ανάπτυξης +0,7% το 2014. Δυστυχώς όμως η χώρα επέστρεψε το 2015 και παραμένει το 2016 σε ύφεση, οπότε η απόσταση από τον στόχο είναι πολύ μεγαλύτερη και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών πολύ λιγότερο.

Ακόμη όμως και αν αποδεχθούμε τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η απώλεια πλούτου σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις είναι 24 δισ. ευρώ μόνο για το 2017. Αυτό είναι το οδυνηρό αποτύπωμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

2η. Τα καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού αναμένεται να διαμορφωθούν στα επίπεδα του 2016, ενώ η προβλεπόμενη αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων οφείλεται αποκλειστικά στην επιβολή νέων φόρων ύψους 2,5 δισ. ευρώ το 2017.

3η. Οι δαπάνες για μισθούς, συντάξεις, ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία παραμένουν σταθερές το 2017, περίπου στα 32,5 δισ. ευρώ, παρά την «κυβερνητική διαφήμιση» για την πλήρη εφαρμογή του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης.

Με λίγα λόγια, η Κυβέρνηση «τα παίρνει από τη μία τσέπη», με την περικοπή των συντάξεων και του ΕΚΑΣ και την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, για να «τα δώσει από την άλλη».

4η. Παρά την αύξηση του εθνικού σκέλους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι συνολικές δαπάνες του Προγράμματος παραμένουν, το 2017, σταθερές.

5η. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν αυξηθεί κατά 80% από τις αρχές του 2015, και ανέρχονται στα 6,8 δισ. ευρώ.

Το 2016, στην καλύτερη περίπτωση, θα αποπληρωθούν οι μισές από αυτές, μεταθέτοντας την πλήρη αποπληρωμή τους για αργότερα.

Και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα δημιουργηθούν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές, κάτι που ήδη γίνεται.

6η. Το δημόσιο χρέος θα επιστρέψει στα επίπεδα του 2014.

Ενώ η όποια ρύθμιση για το χρέος παραμένει ασαφής και είναι αβέβαιη, τελεί υπό προϋποθέσεις και είναι μελλοντική.

Συμπερασματικά, εκτιμάται ότι η χώρα μπορεί, υπό προϋποθέσεις, το 2017 να επιστρέψει εκεί που ήταν το 2014.

Δυστυχώς η σημερινή Κυβέρνηση απέδειξε ότι όχι μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μπροστά, αλλά αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.

Είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση, μία Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, αποτελεσματική και αξιόπιστη.

InstagramYoutube