Άρθρο στο “Capital.gr” – “Έξω από το πρόγραμμα, έξω από τις αγορές” | 22.8.2018

Η χώρα ολοκλήρωσε το 3ο, αχρείαστο πρόγραμμα προσαρμογής, που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν δεν υπήρχαν οι «αυταπάτες», η «δημιουργική ασάφεια», ο τυχοδιωκτισμός και οι ιδεοληψίες της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, κυρίως του 1ου εξαμήνου του 2015, τα οποία και κόστισαν στην χώρα, σύμφωνα με εκτιμήσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, έως 200 δισ. ευρώ και επιβάρυναν τους πολίτες με επιπλέον μέτρα λιτότητας ύψους 14,5 δισ. ευρώ.

Η ολοκλήρωση του προγράμματος όμως δεν έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την «καθαρή έξοδο» από τις μνημονιακές πολιτικές, ούτε έχει διασφαλίσει τη χρηματοδότηση της χώρας από τις διεθνείς αγορές με ασφάλεια, σταθερότητα και χαμηλό κόστος δανεισμού. Πιο αναλυτικά:

1ον. Η χώρα δεν εξήλθε από το πρόγραμμα στην ίδια κατάσταση με τα άλλα κράτη-μέλη. Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση:

  • Έχει ήδη προ-νομοθετήσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας,  ύψους 5,1 δισ. ευρώ, για τα επόμενα έτη, όπως είναι η περαιτέρω περικοπή των συντάξεων, η μεγάλη μείωση του αφορολόγητου ορίου (2η επί αριστερής Κυβέρνησης) και η νέα αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.
  • Έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060.
  • Έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, με τη σύσταση του υπερταμείου, ενός φορέα χωρίς ουσιαστικό εθνικό έλεγχο και δημοκρατική λογοδοσία.
  • Έχει συμφωνήσει οι όποιες, περιορισμένες σε σχέση με προγενέστερες δεσμεύσεις των εταίρων, ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν υπό προϋποθέσεις.
  • Έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, που ενεργοποιείται για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό κράτος-μέλος, και το οποίο εμπεριέχει βαριές δεσμεύσεις, αυστηρούς όρους και τακτικούς ελέγχους, με τη συμμετοχή όλων των θεσμών.

2ον. Η χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένη, αφού δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί οι αναγκαίες προς τούτο συνθήκες, όπως επιβεβαιώνει ο ιδιαίτερα υψηλός συντελεστής ευαισθησίας των ελληνικών ομολόγων σε εξωτερικές αναταράξεις.

Εάν υπήρχε κυβερνητική σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί έγκαιρα πιο γενναίες αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους, εάν είχαν αρθεί οι κεφαλαιακοί περιορισμοί, εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, με δεδομένη την υψηλή διεθνώς διαθέσιμη ρευστότητα, τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λιγότερο ευμετάβλητα.

Η Κυβέρνηση μάλιστα δεν διεκδίκησε ούτε τους αναξιοποίητους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ, χαμηλού κόστους δανεισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για το «χτίσιμο» του ταμειακού αποθέματος.

3ον. Η κατάσταση, σε θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, ενώ έχει βελτιωθεί την τελευταία διετία, δυστυχώς, εξαιτίας χειρισμών και σφαλμάτων κυρίως του 2015, μετά βίας προσεγγίζει το επίπεδο του 2014.

Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης έχει υποβαθμιστεί, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, κεφαλαιακοί περιορισμοί συνεχίζουν να υφίστανται, καταθέσεις δεν έχουν επιστρέψει με ουσιαστικό τρόπο στο τραπεζικό σύστημα, το ιδιωτικό χρέος των πολιτών προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία έχει διογκωθεί, και η χώρα αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επανέφερε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022.

Με λίγα λόγια, η χώρα δεν έχει ακόμη επιστρέψει στην κανονικότητα.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, οφείλουμε με αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση και σχέδιο, να εργαστούμε για την πραγματικά «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και την ασφαλή χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Σχέδιο ενίσχυσης της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας και σε βελτίωση της σύνθεσης του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα τέτοιο συνεκτικό σχέδιο που εδράζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου, με βασικούς άξονες τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση. Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, αποτελούν ζητούμενα.

Η κοινωνία όμως αρκετά ταλανίστηκε με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τον λαϊκισμό και τον παρασιτισμό. Η χώρα διαθέτει αρκετά δυνατά στοιχεία για να καταστεί ισχυρό οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο.

Ζητείται όραμα, στρατηγικό σχέδιο και προ παντός πίστη στις δυνατότητες, την ιστορία και την προοπτική της πατρίδας και των πολιτών της. Ο βαθμός επιτυχίας αυτού του μείζονος εθνικού στόχου εξαρτάται από όλους μας. Πιστεύω ότι τελικά θα τα καταφέρουμε.

capital.gr

Άρθρο στον “Ελεύθερο Τύπο” – “Η έξοδος από το πρόγραμμα δεν συνιστά έξοδο από το μνημόνιο” | 21.8.2018

Η χώρα στρέφεται πλέον στις αγορές για την κάλυψη των αναγκών της, μετά την ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω του τρίτου προγράμματος οικονομικής στήριξης.

Το πλέον αχρείαστο και βαρύ πρόγραμμα, αποτέλεσμα της «δημιουργικής ασάφειας», της «αυταπάτης» και των ιδεοληψιών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, που κόστισε στη χώρα από 86 έως 200 δισ. ευρώ, και επιβάρυνε τους πολίτες της με 14,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας.

Πρόγραμμα, η ολοκλήρωση του οποίου, αφήνει την οικονομία σε κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, με την ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης να έχει χειροτερεύσει, την ανταγωνιστικότητα να έχει υποχωρήσει, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών να έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό τους χρέος προς εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να έχει διογκωθεί, με τους κεφαλαιακούς περιορισμούς ακόμα σε ισχύ, και τη χώρα να αδυνατεί να επιτύχει υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Πρόγραμμα, η ολοκλήρωση του οποίου, δεν έχει διασφαλίσει τη συστηματική και βιώσιμη χρηματοδότηση της χώρας, αφού η Κυβέρνηση δεν δημιούργησε τις αναγκαίες προς τούτο συνθήκες. Κυβέρνηση η οποία μάλιστα δεν διεκδίκησε τους αναξιοποίητους πόρους από τη δανειακή σύμβαση, ύψους 24 δισ. ευρώ, χαμηλού κόστους δανεισμού, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, για το «χτίσιμο» του ταμειακού αποθέματος.

Πρόγραμμα, η ολοκλήρωση του οποίου, δεν οδηγεί την οικονομία στην κανονικότητα και τη χώρα στην έξοδο από το μνημόνιο. Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που βγήκαν με «καθαρό» τρόπο από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη προ-νομοθετήσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας για τα προσεχή έτη, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει οι ρυθμίσεις για το χρέος να υλοποιηθούν μελλοντικά υπό όρους και προϋποθέσεις, και έχει αποδεχθεί την ένταξη της χώρας σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Καθεστώς πρωτόγνωρα αυστηρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, το οποίο ενεργοποιείται για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό κράτος-μέλος, με βάση τον Κανονισμό 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και το οποίο περιλαμβάνει τριμηνιαίους ελέγχους, συμμετοχή όλων των θεσμών, αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.

Τούτων δοθέντων, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει σήμερα, μέσα και σε ένα αβέβαιο και με υψηλούς κινδύνους εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον και με πιθανή την σχετικά άμεσα ολοκλήρωση της χαλαρής νομισματικής πολιτικής, ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης, να υλοποιήσει την επιθυμητή, πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές με χαμηλό κόστος δανεισμού, δεδομένου μάλιστα ότι ο συντελεστής ευαισθησίας των ελληνικών ομολόγων παραμένει ακόμη ιδιαίτερα υψηλός και η πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας μακριά από την επενδυτική διαβάθμιση.

Για να επιτευχθούν αυτά, απαιτείται βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο. Σχέδιο επίτευξης υψηλής, διατηρήσιμης και έξυπνης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Σχέδιο που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων, θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει, και διαρκώς εμπλουτίζει, ένα τέτοιο συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, με βασικούς άξονες την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας. Αυτή, με τη σειρά της, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των υψηλών δημοσιονομικών στόχων, προσθέτοντας «βαθμούς ελευθερίας» για ακόμη μεγαλύτερες μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, υπεύθυνη και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές. Προϋποθέτουν, πολιτική αλλαγή!

 

 ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή” – “Φορολογική συνείδηση και οι ευθύνες της πολιτείας” | 29.7.2018

Χρήστος Σταϊκούρας1 και Στάθης Μπακάλης2

1 Βουλευτής Φθιώτιδας ΝΔ, πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, Επίκουρος Καθηγητής ΟΠΑ

2 Δικηγόρος, Φορολογικός Σύμβουλος ΔΣΑ, DEA, ΜΔΕ Φορολογικού Δικαίου, ΜΔΕ Αστικού Δικαίου

Κομβική προϋπόθεση για την επίτευξη και διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, τη μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την ενδυνάμωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής αποτελεί η ενίσχυση της φορολογικής συνείδησης των πολιτών.

Φορολογική συνείδηση που βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα στη χώρα μας, εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της πολυπλοκότητας του φορολογικού συστήματος, της υψηλής και διαρκώς διογκούμενης φορολογίας, της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, της γενικότερης πεποίθησης των πολιτών ως προς τη συνέπεια και την ανταποδοτικότητα του Κράτους, της ίδιας της κουλτούρας της κοινωνίας.

Η αντιμετώπιση του διαχρονικού και διατοπικού προβλήματος της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και της παραοικονομίας απαιτεί τη διαμόρφωση ενός φορολογικού συστήματος που θα διέπεται από τις αρχές της διαφάνειας, της ουδετερότητας, της απλότητας, της σταθερότητας, της λειτουργικότητας, της ισορροπίας και της ισότητας. Με την υλοποίηση πολιτικών που θα στοχεύουν στη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών και των ασφαλιστικών εισφορών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στη δημιουργία ενός απλοποιημένου και σταθερού – τουλάχιστον για μία πενταετία – φορολογικού συστήματος, στην εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων με κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στην εκπαίδευση των ελεγκτών με πραγματικά δεδομένα και στην καθολική χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, εάν η Ελλάδα έφτανε, το 2017, το μέσο επίπεδο χρήσης καρτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ετήσια έσοδα από ΦΠΑ θα ήταν υψηλότερα κατά 21%.

Με την προϋπόθεση ότι τα παραπάνω θα εφαρμοσθούν, το ερώτημα που τίθεται είναι, τί άλλο μπορεί να υλοποιηθεί ώστε να ενισχυθεί η φορολογική συνείδηση των πολιτών; Σε αυτή την κατεύθυνση εκτιμούμε ότι θα μπορούσαν να συμβάλουν:

1ον. Η καθιέρωση πολιτικής δημοσιοποίησης των εισπραττόμενων φόρων και αξιοποίησης αυτών για τη δημιουργία παροχών προς τους φορολογούμενους.

Για παράδειγμα, το Υπουργείο Οικονομικών/Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, τον Δεκέμβριο του 2013, προέβη στο άνοιγμα ειδικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου κατατίθενται χρηματικά ποσά, τα οποία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Με το Ν. 4270/2014 θεσμοθετήθηκε αυτά τα ποσά να αποτελούν έσοδα του Προϋπολογισμού στο έτος που κατατίθενται, με αντίστοιχου ύψους πιστώσεις να εγγράφονται για την χρηματοδότηση δράσεων που αφορούν την εκπαίδευση, την έρευνα, την υγεία και την κοινωνική αλληλεγγύη. Αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί και να γενικευθεί, ξεκινώντας από τα μη επαναλαμβανόμενα έσοδα. Συγκεκριμένα, έναντι της πεποίθησης των πολιτών ότι τα εισπραττόμενα έσοδα προορίζονται για την ικανοποίηση των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας ή απορροφώνται αλόγιστα σε ήσσονος σημασίας δαπάνες, θα μπορούσε να δημοσιοποιείται μια μελέτη συσχετισμού τους με συγκεκριμένες δράσεις, που χρηματοδοτούνται με βάση αυτά τα έσοδα.

Και ναι μεν η φορολογία υπηρετεί γενικούς σκοπούς, σε αντίθεση με τα ανταποδοτικά τέλη των οποίων η νόμιμη εισαγωγή απαιτεί ειδική αντιπαροχή και αντιστοιχία με τη συγκεκριμένη δαπάνη, πλην όμως η πρόταση πολιτικής δεν αφορά στη μεταβολή της φύσης της φορολογίας. Αφορά σε μια πιο διαφανή και εξωστρεφή παρουσίαση των κοινωνικοοικονομικών πρωτοβουλιών, δράσεων και έργων, που χρηματοδοτούνται μέσω των φορολογούμενων, ώστε να καλλιεργηθεί μια πιο στέρεη αντίληψη ότι οι οικονομικές τους θυσίες «πιάνουν τόπο».

2ον. Η επιβράβευση των συνεπών φορολογούμενων.

Η έως σήμερα πρακτική του νομοθέτη έχει καταλήξει να ωφελεί τους φορολογουμένους που αντιμετωπίζουν υπαρκτά ή μη οικονομικά προβλήματα και είναι ασυνεπείς ή/και στρατηγικοί κακοπληρωτές, παρά τους συνεπείς φορολογουμένους.

Ειδικότερα, όσες φορές θεσπίζεται ένα ιδιαίτερο καθεστώς που χορηγεί κίνητρα εφ’ άπαξ εξόφλησης ή τμηματικής καταβολής βεβαιωμένων οφειλών (π.χ. Ν. 4321/2015) ή παρακινεί σε οικειοθελή δήλωση αδήλωτης φορολογητέας ύλης (π.χ. Ν. 4446/2016), τα ευεργετήματα από την υπαγωγή σε αυτό τα καρπώνεται εξ αντικειμένου ο μη συνεπής – για αντικειμενικούς ή μη λόγους – φορολογούμενος, ο οποίος, την υπαγωγή του σε ένα τέτοιο καθεστώς, επωμίζεται μικρότερο βάρος έναντι του, σε ομοειδείς συνθήκες, συνεπούς φορολογούμενου. Έτσι όμως ενισχύεται και ο ηθικός κίνδυνος (moral hazard).

Επομένως, πέραν της αδήριτης ανάγκης παροχής βοήθειας προς τους πολίτες που βρέθηκαν σε δυσχερή θέση εξαιτίας αποκλειστικά και μόνο της οικονομικής κρίσης, της άμεσης, ταχείας και κατά το δυνατόν πιο μαζικής είσπραξης των ληξιπροθέσμων οφειλών και της αποκάλυψης της αδήλωτης φορολογητέας ύλης, αντίστοιχη προσοχή πρέπει να επιφυλαχθεί και στη μεταχείριση των συνεπών φορολογουμένων, προκειμένου να διαφυλαχθεί το «κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Ειδικότερα, με κριτήρια όπως η συστηματική υποβολή των οικείων δηλώσεων εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, η εφ’ άπαξ καταβολή των αναλογούντων ποσών φόρου, η επιβεβαίωση της νομιμότητος της φορολογικής συμπεριφοράς από φορολογικούς ελέγχους κ.α., θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα σύστημα μοριοδότησης των συνεπών φορολογουμένων, με τελικό όφελος τη χορήγηση περαιτέρω κλιμακουμένων φορολογικών ελαφρύνσεων.

Επιπλέον, σε περίπτωση θέσπισης τέτοιων ειδικών καθεστώτων, προκειμένου να μην καλλιεργείται αίσθημα αδικίας έναντι των όσων ευεργετούνται από την υπαγωγή τους σε αυτά, θα ήταν χρήσιμη η πρόβλεψη αποκαταστατικών μηχανισμών και για όσους δεν βρίσκουν έδαφος υπαγωγής, διότι έχουν ήδη ανταποκριθεί στις σχετικές υποχρεώσεις τους, όπως, π.χ. η αναγνώριση πίστωσης φόρου σε ποσοστό των ήδη εξοφληθεισών οφειλών τους και σε ύψος αντίστοιχο του οφέλους του υπαγομένου σε ένα τέτοιο καθεστώς, έναντι μελλοντικών τους υποχρεώσεων.

Εκτιμάται, λοιπόν, ότι τέτοιες μέθοδοι αφενός επιβεβαιώνουν την επιλογή του φορολογούμενου να λειτουργεί με συνέπεια και αφετέρου ενισχύουν τα κίνητρα να παρουσιάζει κανείς την απαιτούμενη συνεπή συμπεριφορά, χωρίς να αναμένει να επωφεληθεί μελλοντικώς από ευνοϊκές ρυθμίσεις.

3ον. Η απαρέγκλιτη τήρηση της αρχής της χρηστής διοίκησης, μέσω της ισότιμης και ορθολογικής αντιμετώπισης των ελεγχομένων, και η παραδειγματική τιμωρία όσων συστηματικά φοροδιαφεύγουν ή φοροαποφεύγουν.

Πάγια απαίτηση των φορολογουμένων, ιδίως σε εποχές μαζικών και εξαντλητικών φορολογικών ελέγχων, συνιστά η εφαρμογή ομοιόμορφων κριτηρίων κατά την αντιμετώπισή τους από τις φορολογικές αρχές.

Συνεπώς, χρήσιμη καθίσταται η ανά τακτά διαστήματα χορήγηση κατευθυντήριων οδηγιών σε συχνά απαντώμενα ζητήματα, κατ’ οριζόντιο τρόπο, από την Κεντρική Διοίκηση, προκειμένου να ακολουθούνται ως «πυξίδα» στις ομοειδείς περιπτώσεις και να αποφεύγονται περιστατικά έντονης υποκειμενικότητας και αυθαιρεσιών.

Περαιτέρω, ωφέλιμη αλλά και αναγκαία, καθίσταται η ταχεία και άμεση προσαρμογή στα πορίσματα της νομολογίας, ιδίως των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, που επιλύουν κρίσιμα νομικά ζητήματα, ώστε να αποφεύγεται το φαινόμενο να λειτουργούν τα ελεγκτικά όργανα δυνάμει ερμηνευτικών εγκυκλίων ή παρωχημένων διοικητικών θέσεων, που έχουν ανατραπεί νομολογιακά.

Από την άλλη πλευρά, επιτυγχάνοντας να τιμωρούνται τελικώς εκείνοι οι ελεγχόμενοι οι οποίοι πράγματι φοροδιαφεύγουν ή φοροαποφεύγουν, ιδίως κατά τρόπο συστηματικό, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο (πρόστιμα και τόκοι, μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, διάρρηξη καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, ποινικές κυρώσεις) επιτρέπει, εφ’ όσον εφαρμόζεται με συνέπεια, ταχύτητα και ορθή στόχευση, την παραδειγματική τιμωρία τους, ώστε να αποθαρρύνονται ανάλογες συμπεριφορές από άλλους.

4ον. Η φορολογική εντιμότητα και ειλικρίνεια του Κράτους (βλέπετε τις υψηλές ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα και τη μη ορθή υλοποίηση της νομοθεσίας περί κυρώσεων επί καθυστερήσεως πληρωμών [late payment]).

Αναμένοντας συνεπή και σταθερή συμμόρφωση των οικονομικών υποχρεώσεων των πολιτών έναντί του, το Κράτος οφείλει να αντιμετωπίζει με αντίστοιχο έντιμο και ειλικρινή τρόπο, έγκαιρα, όσους συναλλάσσονται μαζί του και θεμελιώνουν οικονομικές αξιώσεις προς αυτό, όπως και όσους δικαιούνται επιστροφής φόρου.

Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δεν κατορθώνει την εμπρόθεσμη συμμόρφωσή του, πρέπει να αποδέχεται τις προβλεπόμενες κυρώσεις και να πειθαρχεί σε αυτές, ώστε να μην επηρεάζει αρνητικά τον οικονομικό προγραμματισμό των δικαιούχων, ιδίως των επιχειρήσεων, και να νομιμοποιείται από την πλευρά του να επιβάλει αντίστοιχες κυρώσεις στους φορολογουμένους, όταν αυτοί με τη σειρά τους αποδεικνύονται ασυνεπείς απέναντί του.

5ον. Η επένδυση στην εκπαίδευση και στη διά βίου μάθηση για την καλλιέργεια, τη διαμόρφωση και την εμπέδωση κουλτούρας φορολογικής συνείδησης.

Επιδίωξη, η ενίσχυση, σε όλα τα στάδια της εκπαιδευτικής διαδικασίας, των εννοιών της φορολογικής συνέπειας και της ανταποδοτικότητας της φορολογίας. Κάτι τέτοιο θα αναδείκνυε έγκαιρα τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις του κάθε πολίτη, τις αρχές μιας δίκαιης και ευνομούμενης πολιτείας που στηρίζεται στην άριστη κατανομή των πόρων και στην αναλογικότητα των φορολογικών βαρών, και θα συνέβαλε στην απόκτηση γνώσης τόσο για τις αρνητικές συνέπειες της φοροδιαφυγής, όσο και για την αναπτυξιακή διάσταση της φορολόγησης των πολιτών.

Συμπερασματικά, η αποκλειστική και εντεινόμενη έμφαση σε κλασικές μεθόδους φορολογικής επιβολής και καταστολής μπορεί να επιφέρει πολλαπλά αρνητικά αποτελέσματα σε δημοσιονομικό και κοινωνικό επίπεδο, περιορίζοντας περαιτέρω τη φορολογική συνείδηση των πολιτών.

Η καλλιέργεια φορολογικής συνείδησης μέσω της υιοθέτησης πρωτοποριακών νομοθετικών πρωτοβουλιών και της ένταξης σύγχρονων δράσεων στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της φορολογικής διοίκησης, αλλά και στην εκπαιδευτική διαδικασία, κρίνεται αναγκαία για τη διευκόλυνση της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων και τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ φορολογικής διοίκησης και πολιτών.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ_ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΡ_ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ _Σ8_2018-07-29

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “Απόφαση κατώτερη των προσδοκιών και των κεκτημένων” | 25.6.2018

Οι πολίτες της χώρας έχουν πληρώσει πολύ ακριβά τις θριαμβολογίες της Κυβέρνησης, οι οποίες τελικά, πολύ γρήγορα, αποδεικνύονται αυταπάτες, ψευδαισθήσεις και λάθος υπολογισμοί.

Αυτό θα επιβεβαιωθεί και με την τελευταία απόφαση του Eurogroup, που αφορά τη μετα-προγραμματική περίοδο της χώρας και τη ρύθμιση του δημοσίου χρέους.

Και αυτό γιατί:

1ον. Η Ελλάδα, μόνη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών-μελών που «βγήκαν» από προγράμματα προσαρμογής, «μπαίνει» σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας (Κανονισμός 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου).

Καθεστώς που εμπεριέχεται και στην προληπτική γραμμή πίστωσης (Άρθρο 5, “Enhanced surveillance”, Guideline on Precautionary Financial Assistance).

Η μετα-προγραμματική παρακολούθηση θα είναι ασφυκτική, ίδια με την μνημονιακή παρακολούθηση.

Οι θεσμοί, με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, θα συντάσσουν 4 εκθέσεις το έτος, ενώ η χώρα αναλαμβάνει αυστηρές πολυετείς δεσμεύσεις, μέσα σε συγκεκριμένα ασφυκτικά πλαίσια και χρονοδιαγράμματα.

2ον. Οι μετα-προγραμματικές δεσμεύσεις συνιστούν, επί της ουσίας, ένα 4ο Μνημόνιο.

Με νέα μέτρα λιτότητας για το 2019 και το 2020, όπως είναι η περικοπή των συντάξεων, η μείωση του αφορολόγητου και οι αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών, διαμορφώνοντας τον συνολικό – ιδιαίτερα επώδυνο για τους πολίτες – λογαριασμό της διακυβέρνησης του κ. Τσίπρα στα 14,5 δισ. ευρώ.

Και με ιδιαίτερα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία επεκτείνονται μέχρι το 2060.

Με την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

3ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους έρχονται να καλύψουν μέρος της επιβάρυνσης της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία.

Συγκεκριμένα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014. Εκτιμούσε ότι αυτό θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του ΑΕΠ.
Στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 195% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας στο 45% του ΑΕΠ! Και χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».
Είναι προφανές ότι η βιωσιμότητά του επιβαρύνθηκε την τελευταία τριετία, ιδιαίτερα με την «υπερήφανη διαπραγμάτευση» και τη «δημιουργική ασάφεια» του 1ου εξαμήνου του 2015. Διεθνείς παράγοντες και φορείς εκτιμούν το κόστος εκείνης της περιόδου κατ’ ελάχιστον στα 86 δισ. ευρώ.

4ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους απέχουν από τις δεσμεύσεις που είχε εξασφαλίσει η Ελλάδα ήδη από το 2012, και οι οποίες δυστυχώς – με ευθύνη των εταίρων – μέχρι σήμερα δεν υλοποιήθηκαν.

Συγκεκριμένα:

α) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες να γίνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις, αντιθέτως απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

β) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε τη μετάθεση της πληρωμής τόκων για τα δάνεια του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης (EFSF) κατά 10 χρόνια, δηλαδή ίση παράταση της περιόδου χάριτος με αυτή που προβλέπεται σήμερα, και την επιμήκυνση των ωριμάνσεων των δανείων για 15 χρόνια, δηλαδή περισσότερα απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

γ) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε μείωση του λόγου χρέος/ΑΕΠ, στο 124% το 2020 και «αισθητά πιο κάτω» από το 110% το 2022. Σχετικές προβλέψεις δεν υπάρχουν στην τελευταία απόφαση. Υπενθυμίζεται ότι η Κυβέρνηση, στο τελευταίο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, εκτιμά τον σχετικό λόγο στο 150% το 2022.

5ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους υπολείπονται ακόμη και των προβλέψεων των αποφάσεων του Eurogroup του 2017.

Συγκεκριμένα, με την τελευταία απόφαση:

α) Προβλέπεται η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 2,2% του ΑΕΠ από το 2023 μέχρι το 2060. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν για πρωτογενή πλεονάσματα «ίσα ή υψηλότερα αλλά κοντά στο 2% του ΑΕΠ» για την ίδια περίοδο. Αυτή η φαινομενικά μικρή διαφορά του 0,2% του ΑΕΠ, η οποία θα έπρεπε να διεκδικηθεί από την Κυβέρνηση, ισοδυναμεί, σε σημερινούς όρους ΑΕΠ, με περίπου 360 εκατ. ευρώ. Όσο η περικοπή του εισπραχθέντα ΕΝΦΙΑ κατά περίπου 15%.

β) Η 10ετής παράταση της περιόδου χάριτος και η 10ετής επιμήκυνση των ωριμάνσεων συνιστούν θετικές παρεμβάσεις, αλλά δεν είναι οι βέλτιστες που θα μπορούσαν να επιτευχθούν. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν μέχρι και 15 έτη.

γ) Η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες θα υλοποιηθεί σε εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι τον Ιούνιο του 2022, και θα συνδυάζεται με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Στην απόφαση του 2017, η επιστροφή προβλέπονταν να μην είναι τμηματική και να είναι και αυτόματη.

δ) Η γαλλική πρόταση για αυτόματη σύνδεση των παρεμβάσεων για το χρέος με το ρυθμό ανάπτυξης, όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017, για την οποία η Αξιωματική Αντιπολίτευση είχε εκφράσει προβληματισμούς και η Κυβέρνηση θριαμβολογούσε, εξαφανίστηκε.

ε) Υπάρχει η δέσμευση να επανεξεταστεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους το 2032, κάτι που δεν προβλέπονταν στην απόφαση του 2017.

6ον. Από την τελευταία δόση του δανείου, ύψους 15 δισ. ευρώ, ούτε 1 ευρώ δεν θα «πέσει» στην πραγματική οικονομία.

Ένα σημαντικό μέρος αυτής, ύψους 9,5 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος. Απόθεμα που μέχρι σήμερα δημιουργούσε η Κυβέρνηση «στραγγαλίζοντας» την οικονομία, υπερφορολογώντας τους πολίτες, κηρύσσοντας εσωτερική στάση πληρωμών και καταφεύγοντας σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

7ον. Ενώ σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων πόρων του δανείου, ύψους 24 δισ. ευρώ, θα παραμείνει αχρησιμοποίητο, στερώντας ρευστότητα από την οικονομία.

Η Κυβέρνηση θα έπρεπε να διασφαλίσει αυτούς τους πόρους, όταν μάλιστα ότι έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα ενός αιώνα.

Με δεδομένη συνεπώς την τελευταία απόφαση του Eurogroup, η οποία είναι κατώτερη των προσδοκιών και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης, να επιτύχει την επιθυμητή και πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα. Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, με πολιτική βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής. Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Αυτά, μόνο η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να τα διασφαλίσει.

Άρθρο στο “Capital.gr” – “Αναγκαία η επαρκής και φθηνή χρηματοδότηση” | 30.5.2018

Η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.
Όμως η καθαρή έξοδος, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι εφικτή. Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, που συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.
Αλλά δυστυχώς, και το χαμηλό κόστος δανεισμού, κυρίως με κυβερνητική ευθύνη, δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.
Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι αυτή να γίνει με το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία.
Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ:

1ον. Αντλεί χαμηλότερους πόρους από τη δανειακή σύμβαση.
Ο αρχικός χρηματοδοτικός προγραμματισμός έχει πλήρως ανατραπεί. Συγκεκριμένα, το τρέχον πρόγραμμα θα ολοκληρωθεί με 4 αντί για 12 αξιολογήσεις. Ως αποτέλεσμα, οι δόσεις που εκταμιεύονται είναι χαμηλότερες τόσο των προβλέψεων της συμφωνίας όσο και των αναγκών της οικονομίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του επικαιροποιημένου μνημονίου, δεν θα αξιοποιηθούν 27,4 δισ. ευρώ από τον προβλεπόμενο «χρηματοδοτικό φάκελο» του δανείου, οι οποίοι προσφέρονται με χαμηλό επιτόκιο.
Αντί αυτού, η Κυβέρνηση προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους για να δημιουργήσει ταμειακό απόθεμα.
Με τα επιτόκια των αγορών και τις επιτοκιακές διαφορές (spreads) να είναι υψηλότερα και πιο ευμετάβλητα άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Με τη χώρα να απέχει ακόμη αρκετά από την απόκτηση επενδυτικής πιστοληπτικής διαβάθμισης.
Και με την διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, με συμβατικά και μη συμβατικά μέτρα, να εκτιμάται ότι δεν θα συνεχιστεί επί μακρόν, γεγονός που θα σημάνει άνοδο των επιτοκίων.

2ον. Χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου για δημιουργία ταμειακού αποθέματος, στερώντας πόρους από την πραγματική οικονομία.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην τελευταία εκταμίευση του δανείου, το Μάρτιο του 2018, η δόση ανήλθε στα 5,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 3,3 δισ. ευρώ «κατευθύνθηκαν» για δανειακές ανάγκες, μόλις 500 εκατ. ευρώ για εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και 1,9 δισ. ευρώ «πήγαν» για δημιουργία ταμειακού αποθέματος.

3ον. Επιτυγχάνει υπερ-πλεονάσματα, υπερ-φορολογώντας τους πολίτες, προβαίνοντας σε κατασχέσεις και σε αναγκαστικά μέτρα είσπραξης και επιβάλλοντας εσωτερική στάση πληρωμών.
Ενδεικτικά, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) υπο-εκτελείται. Συγκεκριμένα, οι δαπάνες του Προγράμματος έκλεισαν, το 2017, στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, πολύ χαμηλότερα από τον στόχο. Με αυτό τον τρόπο η Κυβέρνηση, τη διετία 2016-2017, στέρησε, σωρευτικά, 1,3 δισ. ευρώ από την πραγματική οικονομία, προκειμένου να εμφανίσει ένα ακόμη υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα. Ενώ το 2018, οι σχετικές δαπάνες συνεχίζουν να παρουσιάζουν υστέρηση έναντι του στόχου, με αυξητική μάλιστα τάση κάθε μήνα, η οποία ξεπερνάει τα 550 εκατ. ευρώ στο 1ο τρίμηνο.

4ον. Καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό.
Η Κυβέρνηση έχει μετατρέψει τo εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας υπό τη μορφή σύναψης συμφωνιών repos με τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, σε εργαλείο αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.
Ειδικότερα, τα repos ανέρχονταν στα 8,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014. Το Μάρτιο του 2018, ανέρχονταν στα 22,5 δισ. ευρώ (+14 δισ. ευρώ ή +165% από το 2014, +7,5 δισ. ευρώ ή +50% από το 2017), αντιστοιχώντας στο 6,5% του συνολικού χρέους της Κεντρικής Διοίκησης.
Επιβαρύνοντας το επιτοκιακό προφίλ και – ελαφρώς – τη μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους.

Η λύση συνεπώς θα έπρεπε να είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, με δεδομένο μάλιστα ότι η Κυβέρνηση έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος.
Επιπρόσθετα, η επίτευξη πρόσθετων εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις (οι εκτιμήσεις για τα προσδοκώμενα έσοδα – σε σχέση με τον Αύγουστο του 2015 – έχουν συρρικνωθεί κατά 50%), καθώς και η είσπραξη εσόδων από την επιστροφή κερδών της ΕΚΤ και των κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης από τη διακράτηση χρεογράφων του Ελληνικού Δημοσίου (ANFAs και SMPs), τα οποία είχαμε εξασφαλίσει το 2014 και πλέον, μετά το 2015, επαναδιαπραγματευόμαστε την είσπραξή τους στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους.
Και βέβαια, η δημιουργία των προϋποθέσεων για την διατηρήσιμη και μεθοδική έξοδο στις αγορές. Κάτι που η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να πράξει.

capital.gr

Άρθρο στη “Νέα Σελίδα” – “Η ελληνική οικονομία απαιτεί σχέδιο, σοβαρότητα και αποφασιστικότητα” | 26.5.2018

Η χώρα οδεύει προς την ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, χωρίς όμως να μπορεί να πετύχει την καθαρή έξοδό της από αυτά. Και αυτό γιατί, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,2 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, που συνοδεύεται από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις.
Και όλα αυτά όταν η οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας, με υποβαθμισμένους θεσμούς διακυβέρνησης, συρρικνωμένη ανταγωνιστικότητα, διογκωμένο και διαρκώς αυξανόμενο ιδιωτικό χρέος, χωρίς αναπτυξιακή δυναμική, με το ΑΕΠ της χώρας να μην έχει ακόμη φτάσει, σε ονομαστικούς όρους, το επίπεδο που ήταν το 2014.
Συνεπώς, αυτό που επιβάλλεται να εξασφαλιστεί για την ελληνική οικονομία, με δεδομένη την επιλογή της Κυβέρνησης να «χτίσει» ταμειακό απόθεμα εις βάρος της πραγματικής οικονομίας, είναι η συστηματική χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές με χαμηλό κόστος δανεισμού, κάτι που με τα σημερινά δεδομένα, δεν είναι εξασφαλισμένο.
Και αυτό γιατί λείπει από την Κυβέρνηση, λόγω ανικανότητας, αβελτηρίας και ιδεοληψιών, το σχέδιο, η βούληση, η σοβαρότητα και η αποφασιστικότητα να υλοποιηθεί ένα ολοκληρωμένο, εξωστρεφές και ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό της αυξανόμενης «διαρροής εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στο δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής επανάστασης.
Ένα σχέδιο που θα ενισχύει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων και τη σταδιακή υποκατάσταση των εισαγωγών από προϊόντα που παράγονται εγχώρια, το οποίο θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, νέων και παραδοσιακών.
Αυτό προϋποθέτει μεταβολές στη σύνθεση της οικονομικής δραστηριότητας, με έμφαση στις εξαγωγές διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και με ενίσχυση βασικών μεγεθών ποιότητας των θεσμών και επίδοσης της οικονομίας, όπως είναι η ευκολία άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, η αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, του εκπαιδευτικού συστήματος και του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, οι επενδύσεις στην καινοτομία και στην έρευνα και ανάπτυξη.
Η Νέα Δημοκρατία, σε αυτό το πλαίσιο, έχει ήδη καταθέσει και διαρκώς εμπλουτίζει ένα συνεκτικό και τεκμηριωμένο σχέδιο, που εδράζεται στις αρχές και τις αξίες της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, με στόχο τη μέγιστη οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή των εισοδημάτων και του παραγόμενου πλούτου, με βασικούς άξονες:

1ον. Την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.
Με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας που θα ενισχύει τη φορολογική συνείδηση και θα προωθεί την κοινωνική ανταποδοτικότητα, και με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ον. Την υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσει τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και την επενδυτική ελκυστικότητα της οικονομίας, με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων και την αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης ενεργειακής στρατηγικής, τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού, ευέλικτου, σύγχρονου και παραγωγικού κράτους.

3ον. Την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την ουσιαστική αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και χρηματοδοτικών εργαλείων, την πλήρη εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων, με κοινωνική ευθύνη και ευαισθησία.

Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, υπεύθυνη, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση, που θα υλοποιήσει πραγματικά προοδευτικές και γνήσια πατριωτικές πολιτικές.
Κυβέρνηση η οποία θα συμμετέχει ισότιμα και ενεργά στον πυρήνα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, συμβάλλοντας στην αναγκαία εμβάθυνση και ενδυνάμωσή του, με ενισχυμένη τη δημιουργική αλληλεγγύη.
Και αυτά, με τη σημερινή διακυβέρνηση, είναι ζητούμενα για τη χώρα.

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ_ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ_Σ19_2018-05-26

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Marketpost.gr” – “Οι υστερήσεις στο ΠΔΕ πλήττουν την ανάπτυξη” | 18.5.2018

Οι υστερήσεις στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων πλήττουν την ανάπτυξη

Η χώρα οδεύει προς την ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, σε κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας. Χωρίς αναπτυξιακή δυναμική, με υποβαθμισμένους θεσμούς διακυβέρνησης, με συρρικνωμένη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με διογκωμένο και διαρκώς αυξανόμενο ιδιωτικό χρέος.

Απαιτείται συνεπώς η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού, συνεκτικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, το οποίο θα υλοποιηθεί με συνέπεια και αποφασιστικότητα και θα έχει ως στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Πυλώνας αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Δυστυχώς, και σε αυτό το πεδίο, οι επιδόσεις της Κυβέρνησης είναι πενιχρές. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν αρκετά υψηλές, το σκούπισμα των ταμειακών διαθεσίμων σε φορείς του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) υποεκτελείται.

 

Όταν μάλιστα είναι επιστημονικά επιβεβαιωμένο και εμπειρικά αποτυπωμένο ότι οι δαπάνες του ΠΔΕ έχουν υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, συμβάλλουν στην αύξηση του ιδιωτικού και δημόσιου κεφαλαίου, στηρίζουν την αναπτυξιακή διαδικασία και τον εκσυγχρονισμό της χώρας σε μακροχρόνια βάση.

Ειδικότερα:

  • Το 2017, οι δαπάνες του ΠΔΕ έκλεισαν στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, πολύ χαμηλότερα από τον στόχο. Με αυτό τον τρόπο η Κυβέρνηση, τη διετία 2016-2017, στέρησε, σωρευτικά, 1,3 δισ. ευρώ από την πραγματική οικονομία, προκειμένου να εμφανίσει ένα ακόμη υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα.
  • Το 2018, οι δαπάνες του ΠΔΕ παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, με αυξητική μάλιστα τάση κάθε μήνα. Ήδη η απόκλιση ξεπερνά τα 550 εκατ. ευρώ.

 

Αποδεικνύεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε τροχιά ισχυρής και διατηρήσιμης ανάπτυξης.

marketplace.gr

Άρθρο στο protothema.gr – Καθαρή έξοδος: Η νέα κυβερνητική αυταπάτη | 12.5.2018

Η χώρα οδεύει στην ολοκλήρωση της χρηματοδότησής της μέσω του τρέχοντος προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, και το ερώτημα που τίθεται στο δημόσιο διάλογο είναι αν θα υπάρξει καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, όπως συνέβη στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Δυστυχώς, με τα δεδομένα που δημιούργησε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αυτός ο επιθυμητός στόχος δεν είναι και εφικτός.

Και αυτό γιατί σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν από τα μνημόνια:

1ον. Η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος.
Μέτρα όπως είναι οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και η μεγάλη μείωση του αφορολόγητου ορίου, συνολικού ύψους 5,2 δισ. ευρώ, για την περίοδο 2019-2020. Μέτρα που ανεβάζουν το συνολικό λογαριασμό της Κυβέρνησης του κ. Τσίπρα στα 14,5 δισ. ευρώ.

2ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018.
Πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ από εφέτος μέχρι και το 2022, και αρκετά υψηλά μεταγενέστερα, έως το 2060.

3ον. Η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει, με τη θέσπιση του υπερταμείου αποκρατικοποιήσεων, τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα περίπου ενός αιώνα.
Χωρίς «οροφή» στην αξία των περιουσιακών στοιχείων που το ταμείο θα αξιοποιεί και θα ρευστοποιεί.

4ον. Η Κυβέρνηση έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους να μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι.
Μάλιστα αυτή θα γίνει στο βαθμό που κριθεί τότε – το καλοκαίρι – αναγκαίο από τους θεσμούς, και πιθανόν θα συνοδευτεί από πρόσθετους όρους και προϋποθέσεις.
Δεν φαίνεται συνεπώς η λύση για το χρέος να είναι οριστική, καθαρή και αυτόματη, όπως θα έπρεπε.

5ον. Η Κυβέρνηση έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η ενισχυμένη εποπτεία (enhanced surveillance) είναι πιο αυστηρή από την μετα-προγραμματική εποπτεία (post-programme surveillance).

Η ενισχυμένη εποπτεία θεωρεί το κράτος-μέλος δυνητική εστία κινδύνου για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εμπλέκει το ΔΝΤ, περικλείει 4 εκθέσεις παρακολούθησης ανά έτος και περιλαμβάνει πιθανές μελλοντικές παρεμβάσεις στις περιπτώσεις αποκλίσεων. Μάλιστα η ίδια ενισχυμένη εποπτεία προβλέπεται και στην περίπτωση προληπτικής γραμμής πίστωσης.

Αντιθέτως, η μετα-προγραμματική εποπτεία απλώς δίνει βαρύτητα στη διασφάλιση της οικονομικής και δημοσιονομικής βιωσιμότητας του κράτους-μέλους.

Είναι συνεπώς σαφές ότι το κυβερνητικό αφήγημα της καθαρής εξόδου από τα μνημόνια, αποτελεί τη νέα αυταπάτη.
Και είναι γνωστό ότι οι αυταπάτες έχουν κοστίσει πολύ ακριβά στη χώρα, πάνω από 86 δισ. ευρώ σύμφωνα με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις. Αυταπάτες οι οποίες οδήγησαν την οικονομία αρχικά στην ύφεση και στη συνέχεια στην υστέρηση έναντι των αναπτυξιακών στόχων, στη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, στην απώλεια της δημόσιας περιουσίας και ιδιοκτησίας στο τραπεζικό σύστημα με την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση, στη διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, στη διατήρηση της εσωτερικής στάσης πληρωμών, στην υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στην υποβάθμιση της ποιότητας των θεσμών διακυβέρνησης.

Η χώρα πρέπει να σχεδιάσει, άμεσα και σοβαρά, το επόμενο βήμα ώστε να πετύχει το βέλτιστο συνδυασμό μεγιστοποίησης των βαθμών ελευθερίας από τους δανειστές και ελαχιστοποίησης του κόστους χρηματοδότησης της χώρας, χωρίς να επιβαρύνεται – όπως γίνεται σήμερα – η πραγματική οικονομία.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει ένα ρεαλιστικό, συνεκτικό και τεκμηριωμένο οικονομικό σχέδιο, το οποίο διαρκώς εμπλουτίζει. Σχέδιο που στηρίζεται στην αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και την επενδυτική ελκυστικότητα της οικονομίας, και στην ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Σχέδιο με στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη βελτίωση της παραγωγικότητας παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής, τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

protothema.gr

Άρθρο στην ιστοσελίδα Capital.gr – Η αποτίμηση των αποφάσεων του Eurogroup | 26.1.2018

Την περασμένη Δευτέρα, το Eurogroup αποφάσισε τη χορήγηση της επόμενης δόσης του δανείου, με βάση την ολοκλήρωση της 3ης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Μπορούμε να πιστώσουμε στην τυχοδιωκτική Κυβέρνηση του «ναι σε όλα», την μικρότερη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση αξιολόγησης.

Η απόφαση όμως αυτή, εκτός του ότι εδράζεται στην υλοποίηση νέων δημοσιονομικών μέτρων ύψους 1,9 δισ. ευρώ για το 2018, δεν προσφέρεται για θριαμβολογίες.

1ον. Η εκταμίευση της δόσης, ύψους 6,7 δισ. ευρώ, θα γίνει και πάλι τμηματικά, υπό την προϋπόθεση υλοποίησης προαπαιτούμενων που ακόμη η Κυβέρνηση δεν έχει υλοποιήσει, μεταξύ των οποίων η ανεμπόδιστη εφαρμογή ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και η προώθηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων. Υπενθυμίζεται ότι η Κυβέρνηση του «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», έχει δεσμευθεί στην υλοποίηση 130.000 πλειστηριασμών μέχρι το 2022, όπως αποτυπώνεται στο «κείμενο συμμόρφωσης» που επισημαίνεται στο ανακοινωθέν του Eurogroup.

2ον. Από την 1η υποδόση, ύψους 5,7 δισ. ευρώ, ένα μικρό μόνο τμήμα της θα κατευθυνθεί προς την πραγματική οικονομία, ύψους μόλις 500 εκατ. ευρώ, στερώντας πολύτιμους πόρους από την πραγματική οικονομία.

3ον. Ένα σημαντικότερο τμήμα της υποδόσης, ύψους 1,9 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, το οποίο διαρκώς «αυγατίζει» εξαιτίας των επιδεινούμενων εκτιμήσεων για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

4ον. Ο τρόπος δημιουργίας του ταμειακού αποθέματος δεν είναι ορθολογικός. Το «χτίσιμό» του γίνεται με τη χρήση δανειακών πόρων που δεν κατευθύνονται για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την ακριβή έξοδο στις αγορές, με τα υπερπλεονάσματα μέσω της υπερφορολόγησης των πολιτών, με το υποχρεωτικό «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων όλων των φορέων του Δημοσίου και με την εσωτερική στάση πληρωμών. Δηλαδή γίνεται εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.

Επισημαίνεται ότι αν ο χρηματοδοτικός προγραμματισμός του 3ου Μνημονίου εξελισσόταν ομαλά και είχαμε λάβει το ύψος των δόσεων που προέβλεπε το Πρόγραμμα, τότε και σημαντικό ταμειακό απόθεμα θα είχε δημιουργηθεί και η πραγματική οικονομία θα είχε τονωθεί.

5ον. Η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει και δεν μπορεί να διοχετεύσει ρευστότητα στην αγορά. Αυτό αποτυπώνεται στο ύψος και στη διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Οφειλές που παραμένουν υψηλές, λίγο υψηλότερες από το 2014, παρά την εκταμίευση από το 3ο Μνημόνιο ποσού ύψους 5 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή τους.

Αυτό οφείλεται τόσο στην ανικανότητα της Κυβέρνησης να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, όσο και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας – συνεχώς – νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές. Επιπλέον, εφεξής, το Δημόσιο, μέσω της υπερφορολόγησης των πολιτών, θα πρέπει να συμμετέχει στη διαδικασία αποπληρωμής τους σε αναλογία 1:1 με την δόση, ενώ μέχρι πρότινος αυτή ήταν 1:2.

Ενώ το 1,5 δισ. ευρώ που θα χορηγηθεί τους προσεχείς μήνες, είναι το τελευταίο ποσό από τους πόρους του δανείου που θα κατευθυνθεί για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών. Όσες οφειλές δεν εξοφληθούν, θα αποπληρώνονται με ίδιους πόρους, από τους φορολογούμενους, μέχρι να μηδενιστούν.

Παράλληλα, η πλήρης εκκαθάρισή τους ακόμη «αναζητείται». Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο (Αύγουστος 2015), η αποπληρωμή τους θα γινόταν έως το τέλος του 2016. Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο (Ιούνιος 2016), αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017. Σήμερα, με βάση τα κείμενα της 3ης αξιολόγησης, θα πρέπει να έχουν μηδενιστεί μέχρι το καλοκαίρι του 2018. Και ενώ ο Προϋπολογισμός αναφέρεται – απλώς – σε μείωσή τους το 2018.

Όλα αυτά αναδεικνύουν – για ακόμη μία φορά – την αδιέξοδη και τυχοδιωκτική οικονομική πολιτική της σημερινής Κυβέρνησης και επιβεβαιώνουν την ανικανότητα και αναποτελεσματικότητά της.

6ον. Η επιθυμητή επί τα βελτίω αναθεώρηση των προβλέψεων για το ρυθμό ανάπτυξης, υπό την υφιστάμενη «ρήτρα ανάπτυξης» που έχει συμφωνήσει η Κυβέρνηση, δεν αναμένεται να αποβεί επ’ ωφελεία της χώρας και των πολιτών. Κι αυτό γιατί όσο καλύτερα θα πηγαίνει η οικονομία, τόσο μικρότερη ελάφρυνση χρέους θα απαιτείται από τους εταίρους.

Η αναθεώρηση των ρυθμών ανάπτυξης έχει νόημα με τη «ρήτρα μεταρρυθμίσεων» που έχει προτείνει η Νέα Δημοκρατία, με βάση την οποία η αύξηση του πλούτου – μέσω της υλοποίησης ενός συνεκτικού, δικής μας ιδιοκτησίας προγράμματος μεταρρυθμίσεων – θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της στη σταδιακή μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η επίτευξη αυτών θα επιτυγχάνεται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας. Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

Συμπερασματικά, πλήρης και καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, κάτι που θα ήταν και το επιθυμητό, δεν είναι σήμερα εφικτή. Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018, ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί και από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Επιπρόσθετα, εάν η Κυβέρνηση ήταν αξιόπιστη, σοβαρή και υπεύθυνη, εάν είχε υλοποιήσει ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Δυστυχώς, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, αυτά μέχρι σήμερα δεν έχουν γίνει. Τα πεπραγμένα της, δεν μας κάνουν αισιόδοξους και για το μέλλον.

* Ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας είναι Τομεάρχης Οικονομικών ΝΔ – Βουλευτής Φθιώτιδας

capital.gr

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Insider.gr” – “Η Κυβέρνηση συνεχίζει να μην λέει την αλήθεια” | 17.1.2018

Στην πρόσφατη συζήτηση και ψήφιση του Πολυνομοσχεδίου είμασταν και πάλι «θεατές στην ίδια θεατρική παράσταση». Για πολλοστή φορά σε ασφυκτικές προθεσμίες, με σχετική χρονική καθυστέρηση, με τον καθιερωμένο πια υποκριτικό «αριστερό πόνο ψυχής» και με αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον, ψηφίστηκαν από την Κυβερνητική πλειοψηφία προαπαιτούμενα για την ολοκλήρωση της 3ης αξιολόγησης.

Κάποιες, λίγες διατάξεις του Πολυνομοσχεδίου κινούνταν προς τη σωστή κατεύθυνση, αν και περιείχαν ασάφειες. Οι περισσότερες όμως διατάξεις επιβεβαιώνουν την αστοχία προηγούμενων ρυθμίσεων της σημερινής Κυβέρνησης, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό, «καζινοποιούν» τη χώρα, δημιουργούν νέες διοικητικές δομές με πρόσθετο κόστος και εγγενείς αδυναμίες, ανοίγουν «παράθυρα» εξαιρέσεων από το δημόσιο λογιστικό, είναι άτολμες, ημιτελείς και αποσπασματικές. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι οι δήθεν «κόκκινες γραμμές» έχουν καταπατηθεί και η τυχοδιωκτική Κυβέρνηση του «ναι σε όλα» πουλάει «φύκια και μεταξωτές κορδέλες».

Όμως, για να δικαιολογήσει τη διγλωσσία και τις συνεχείς και ολοκληρωτικές υποχωρήσεις της, η Κυβέρνηση καταφεύγει σε νέο αφήγημα: ισχυρίζεται ότι με την ψήφιση του Πολυνομοσχεδίου ολοκληρώθηκε η αξιολόγηση «χωρίς ένα ευρώ νέα μέτρα», ότι η κατάσταση στην οικονομία βελτιώνεται και ότι ανοίγει ο δρόμος για «καθαρή έξοδο» από τα Μνημόνια.

Και πάλι όμως, δεν λέει την αλήθεια στους πολίτες.

1ον. Οι πολίτες ήδη βιώνουν τα νέα μέτρα για το 2018, ύψους 1,9 δισ. ευρώ.

Μέτρα όπως είναι οι πρόσθετες μειώσεις στα μισθολόγια, οι μειώσεις στις συντάξεις, η κατάργηση σειράς φοροαπαλλαγών, η αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης, ο φόρος διαμονής, οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές. Και ακολουθούν και άλλα μέτρα, για μετά το 2018. Μέτρα που μειώνουν το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών, αλλά επιβαρύνουν περισσότερο τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα.

2ον. Αφού χάθηκαν 3 χρόνια, η οικονομία, σε μακροοικονομικό επίπεδο, φτάνει στο επίπεδο που ήταν στο τέλος του 2014. Συνεπώς, η βελτίωση των περισσότερων δεικτών προκύπτει συγκριτικά με το χειρότερο σημείο στο οποίο η οικονομία «κατρακύλησε» επί ημερών της σημερινής Κυβέρνησης.

Όμως, σε μικροοικονομικό επίπεδο, η κατάσταση είναι χειρότερη. Οι πολίτες είναι σε πολύ δυσμενέστερη θέση σε σχέση με το 2014. Τρεις αριθμοί συμπυκνώνουν την οδυνηρή πραγματικότητα: έχουν ψηφιστεί 14,5 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών προς την εφορία ξεπέρασαν – για πρώτη φορά – τα 100 δισ. ευρώ και έχουν επιβληθεί κατασχέσεις σε 1 εκατομμύριο πολίτες. Οι δε μαζικοί ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί περιουσιών είναι «προ των πυλών».

3ον. Πλήρης και καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, κάτι που θα ήταν και το επιθυμητό, σήμερα δεν είναι εφικτή.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018, ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί και από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Και φυσικά τα όποια ταμειακά αποθέματα δημιουργούνται με τη χρήση δανειακών πόρων, με την ακριβή έξοδο στις αγορές, με την υπερφορολόγηση των πολιτών, με το υποχρεωτικό «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων φορέων του Δημοσίου και με την εσωτερική στάση πληρωμών. Δηλαδή, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.

Και ενώ αυτή είναι η πραγματικότητα, ο Πρωθυπουργός, κατά την προσφιλή τακτική του, σχετικοποιεί τη σημασία των λέξεων, προσπαθώντας να διαμορφώσει κλίμα αισιοδοξίας, για κάθε χρήση. Αισιοδοξία η οποία, όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, διαψεύδεται από την ζωή. Αυτό έγινε πριν τις πρώτες εκλογές του 2015, κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης του 1ου εξαμήνου του 2015, πριν το δημοψήφισμα του 2015, πριν την ολοκλήρωση των δύο πρώτων αξιολογήσεων.

Αυτό θα γίνει και τώρα. Οι λεκτικές ακροβασίες και τα επικοινωνιακά περιτυλίγματα δεν αναιρούν την οδυνηρή πρόσκρουση με την πραγματικότητα. Πραγματικότητα που βιώνουν, επώδυνα, οι πολίτες. Και θα συνεχίσουν να τη βιώνουν όσο παραμένει η σημερινή Κυβέρνηση.

 

insider.gr

InstagramYoutube