Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή της Κυριακής” – “Εφικτή η μείωση των φόρων;”

Η ελληνική οικονομία, περίπου δύο χρόνια με διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σέρνει τα βήματά της στο τέλμα.

Η Νέα Δημοκρατία, δια του Προέδρου της κ. Κ. Μητσοτάκη, κατέθεσε, στο πλαίσιο των αρχών, αξιών και λογικών της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, έναν ρεαλιστικό, τεκμηριωμένο και συνεκτικό δημοσιονομικό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την οικονομική κρίση.

Στόχος η έξοδος από το τέλμα και η προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Βασικός άξονας του δημοσιονομικού σχεδίου είναι η σταδιακή μείωση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων με ταυτόχρονη περιστολή των δημοσίων δαπανών.

Με αυτή την πολιτική θα αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών, συνακόλουθα η οικονομική δραστηριότητα και θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας πρότεινε, σε πρώτη φάση και σε βάθος διετίας:

  • Τη μεσοσταθμική μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% εντός διετίας.
  • Τη μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη από το 29% στο 20% και της φορολόγησης στα μερίσματα από το 15% στο 5%, αμφότερα εντός διετίας.
  • Την επαναφορά του ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια από το 24% στο 13% και την κατάργηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο κρασί.

Κάποιοι αναρωτιούνται αν αυτή η στρατηγική, που αναμφίβολα διαφέρει από την στρατηγική της Κυβέρνησης, είναι εφικτό να υλοποιηθεί εντός του υφιστάμενου δημοσιονομικού πλαισίου.

Η απάντηση είναι καταφατική: Ναι, μπορεί. Και τούτο γιατί:

1ον. Αν και το πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής είναι αυστηρό και οι δημοσιονομικοί στόχοι δεδομένοι, η επιλογή του μείγματος των πολιτικών ανήκει στην Κυβέρνηση.

Η κάθε Κυβέρνηση, για να επιτύχει συγκεκριμένους δημοσιονομικούς στόχους μπορεί να ακολουθήσει μία από δύο διαφορετικές στρατηγικές.

Στην Ελλάδα, από το καλοκαίρι του 2010, οι Κυβερνήσεις των κ.κ. Παπανδρέου και Τσίπρα επέλεξαν να πετύχουν τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως, από το σκέλος των εσόδων με αύξηση της φορολογίας, ενώ η Κυβέρνηση του κ. Σαμαρά επέλεξε την επίτευξη των στόχων, μέσω, κυρίως, του σκέλους των δαπανών.

Η θεωρία και τα εμπειρικά αποτελέσματα, τόσο από την Ελλάδα όσο και από άλλες χώρες, επιβεβαιώνουν την ορθότητα της δικής μας στρατηγικής.

2ον. Όταν η Κυβέρνηση είναι αξιόπιστη και οι στόχοι επιτυγχάνονται, δημιουργούνται βαθμοί ελευθερίας. Όπως έγινε το 2014.

Όταν και υλοποιήθηκαν οι πρώτες και μοναδικές από το 2010 μέχρι σήμερα μειώσεις της φορολογίας: μειώθηκαν κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες ο ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης και κατά 5% οι ασφαλιστικές εισφορές.

Και όλα αυτά χωρίς δημοσιονομικά ισοδύναμα.

3ον. Όμως η Νέα Δημοκρατία δεν παραμένει σε αυτά. Εκτός των ανωτέρω, για να είναι απολύτως αξιόπιστη η πολιτική μείωσης της φορολογίας, συνοδεύεται και από ένα σχέδιο ισόποσης περιστολής δαπανών.

Και το οποίο περιλαμβάνει περιοχές στις οποίες διογκώθηκαν οι δαπάνες επί της σημερινής διακυβέρνησης (π.χ. διόρθωση αποκλίσεων στην εκτέλεση Προϋπολογισμών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, νέες διοικητικές δομές, αύξηση του κόστους δανεισμού κ.α.).

Σημειώνεται ότι την αξιοπιστία του σχεδίου της Νέας Δημοκρατίας ουδείς μέχρι σήμερα την έχει αμφισβητήσει.

Συμπερασματικά, η στρατηγική της υπερβολικής αύξησης των φόρων έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη, ενώ αντιθέτως η στρατηγική μείωσης των φόρων, όπου και όταν εφαρμόστηκε «πυροδότησε» την οικονομική δραστηριότητα.

Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διαθέτοντας πλεόνασμα ιδεολογικών εμμονών και έλλειμμα αξιοπιστίας δεν θέλει και δεν μπορεί να εφαρμόσει την ορθή δημοσιονομική στρατηγική.

Η χώρα έχει ανάγκη από νέα Κυβέρνηση η οποία θα έχει, άλλη πολιτική φιλοσοφία, αυτή του κοινωνικού φιλελευθερισμού, σχέδιο και διαχειριστική επάρκεια.

Παρέμβαση στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” για το ζήτημα της ΕΛΣΤΑΤ – “Η οικονομική και πολιτική ιστορία της χώρας γράφεται με γεγονότα και όχι όπως βολεύει κάποιους”

Το θέμα έχει δύο διαστάσεις. Τη δικαστική και την οικονομική – πολιτική.

Η δικαστική έχει πάρει το δρόμο της. Δεν θα κάνω κανένα σχόλιο.

Ως προς την οικονομική – πολιτική διάσταση, σημειώνω τα εξής:

Πρώτον. Η Ελληνική οικονομία απέκτησε νοσηρό υπόστρωμα από τις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Ενδεικτικά, το δημόσιο χρέος υπερέβη το 100% του ΑΕΠ από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Η χώρα πλήρωνε, π.χ. την περίοδο 2004-2009, για τόκους δανείων που είχαν συναφθεί σε προηγούμενες περιόδους περίπου 13 δισ. ευρώ ετησίως.

Δεύτερον. Το αξιακό σύστημα της ελληνικής κοινωνίας είχε αποσαρθρωθεί και οι αγκυλώσεις είχαν εγκατασταθεί για τα καλά και παντού.

Τρίτον. Η χώρα από τα μέσα του 2008 βρέθηκε αντιμέτωπη με την πιο βαθιά παγκόσμια κρίση, η οποία αποσταθεροποίησε, λιγότερο ή περισσότερο, όλες τις οικονομίες του κόσμου.

Τέταρτον. Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα του 2009 διαμορφώθηκαν από την εξέλιξη των λογαριασμών μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 2010. Άρα τα τελικά αποτελέσματα διαμορφώθηκαν από τις πολιτικές, πράξεις ή παραλείψεις, των κυβερνήσεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.

Πέμπτον. Το ελληνικό δημόσιο, στις 5 Οκτωβρίου του 2009, δανειζόταν από τις διεθνείς αγορές με χαμηλά επιτόκια (132 μβ). Μετά, σε λίγους μήνες, ετέθη εκτός αγορών.

Συνεπώς, η προσπάθεια πολιτικών κομμάτων και άλλων κύκλων να φορτώσουν στη ΝΔ και τον Κ. Καραμανλή την ευθύνη για τις δυσμενείς εξελίξεις είναι εμφανώς σκόπιμη, παντελώς αυθαίρετη και γι’ αυτό προσφέρεται μόνο για μονολόγους.

Εμείς είμαστε ανοικτοί για νηφάλια και τεκμηριωμένη συζήτηση.

Θυμίζω δε και τα εξής: Όταν, στις αρχές του 2009, η τότε ηγεσία της Κυβέρνησης της ΝΔ κάλεσε σε συνεννόηση τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, όλοι τους, με πρωταγωνιστή την ηγεσία της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη της παγκόσμιας κρίσης, τορπίλισαν τη συνεννόηση και πολέμησαν λυσσαλέα, εντός και εκτός Βουλής, τις δέσμες των μέτρων που ελήφθησαν για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Αποκορύφωμα της στάσης τους το γεγονός ότι έσυραν τη χώρα σε εκλογές, στις οποίες, η τότε επερχόμενη πολιτική δύναμη υποσχόταν ότι θα μοιράσει τα «λεφτά» που «υπάρχουν», προτείνοντας μάλιστα ως θεραπεία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.

Στη συνέχεια, η νέα Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το τελευταίο τρίμηνο του 2009 και μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 2010, με τις πράξεις και παραλείψεις της διόγκωσε το πρόβλημα της χώρας.

Τότε, εν μέσω κρίσης, η ΕΛΣΤΑΤ προχώρησε σε χειρισμούς (αναταξινομήσεις λογαριασμών κ.α.) που διεύρυναν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της χώρας.

Έτσι, το έλλειμμα στη χώρα διαμορφώθηκε στο 15,3% του ΑΕΠ το 2009, από 6,7% το 2007. Υπενθυμίζω ότι την ίδια περίοδο, ο μέσος όρος του ελλείμματος της Ευρώπης «σκαρφάλωσε» στο 6,7% του ΑΕΠ το 2009, από μόλις 0,8% το 2007.

Το ίδιο συνέβη και για το δημόσιο χρέος. Σημειώνω δε ότι, κατά μέσο όρο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση του δημοσίου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, κατά την περίοδο 2007-2009, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ελλάδα.

Συνεπώς, ενώ η χώρα αντιμετώπιζε, διαχρονικά από τη δεκαετία του ‘80, πρόβλημα ελλείμματος και χρέους μεγαλύτερο από τις άλλες χώρες της Ευρώπης, κατέληξε, λόγω κακών χειρισμών της τότε Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, σε κρίση δανεισμού.

Ο επίλογος γράφτηκε με την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης.

Για το λάθος σχεδιασμένο μνημόνιο μιλάνε σήμερα οι περισσότεροι εκ των σχεδιαστών του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, του Μαΐου του 2010.

Ας αφήσει λοιπόν το τότε και το τώρα ΠΑΣΟΚ τον «πετροπόλεμο». Ας συγκλίνουμε  για να βγάλουμε τη χώρα μια ώρα νωρίτερα από την κρίση.

Η οικονομική και πολιτική ιστορία της χώρας γράφεται με γεγονότα, αριθμούς, κείμενα, μαρτυρίες. Δεν γράφεται τελικά όπως βολεύει κάποιους. Ας μην ματαιοπονούν.

Παρέμβαση στην εφημερίδα “Real News” για το ζήτημα της ΕΛΣΤΑΤ – “Η πολιτική και εθνική αξιολόγηση είναι υπόθεση όλων μας, υπήρξαν ανεπιτυχείς και επιζήμιοι χειρισμοί”

«Το θέμα έχει δύο διαστάσεις. Την οικονομική – πολιτική και την δικαστική.

Είναι αποδεδειγμένο ότι η οικονομία απέκτησε νοσηρό υπόστρωμα από τις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Η χώρα από τα μέσα του 2008 βρέθηκε αντιμέτωπη με την πιο βαθιά παγκόσμια κρίση, η οποία αποσταθεροποίησε, λιγότερο ή περισσότερο, όλες τις οικονομίες του κόσμου.

Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα του 2009 διαμορφώθηκαν από την εξέλιξη των λογαριασμών μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 2010. Άρα, σχεδόν στο μισό του, διαμορφώθηκαν από τις πράξεις ή παραλείψεις της τότε Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Παράλληλα η ΕΛΣΤΑΤ προχώρησε σε χειρισμούς (π.χ. επαναταξινομήσεις λογαριασμών κ.α.) που επιβάρυναν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της χώρας.

Εξαιτίας όλων αυτών, η χώρα ετέθη εκτός αγορών, και σε λίγους μήνες οδηγήθηκε στο μηχανισμό στήριξης και το Μνημόνιο.

Αυτό το Μνημόνιο επικρίνουν σήμερα οι περισσότεροι εκ των σχεδιαστών του.

Η οικονομική και πολιτική ιστορία της χώρας γράφεται όμως με γεγονότα, αριθμούς, κείμενα, μαρτυρίες. Όλα αυτά απορρίπτουν το αφήγημα του ΠΑΣΟΚ.

Η δικαιοσύνη θα αποφανθεί αν οι χειρισμοί της κρίσιμης περιόδου ήταν σύννομοι. Η πολιτική και εθνική αξιολόγηση είναι υπόθεση όλων μας.

Η θέση μου είναι ότι υπήρξαν ανεπιτυχείς και επιζήμιοι χειρισμοί».

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” – “Η καθυστέρηση της αξιολόγησης «φούσκωσε» το λογαριασμό”

Σήμερα, στη μέση του έτους, με αρκετή ασφάλεια, μπορούμε να κάνουμε ορισμένες διαπιστώσεις που συνδέονται με την εκτέλεση του εφετινού προϋπολογισμού.

1η Διαπίστωση: Η 7μηνη καθυστέρηση ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης του προγράμματος, κόστισε ακριβά στη χώρα και «βάρυνε το λογιαριασμό» στους πολίτες.

Τα δημοσιονομικά μέτρα αυξήθηκαν και ανέρχονται πλέον στα 9 δισ. ευρώ.

Μέτρα κυρίως φορολογικά, απότοκο αριστερής ιδεοληπτικής εμμονής.

Εμμονή που δεν έχει λογική, όρια και φραγμό.

Επίσης, ως απόρροια της αναξιοπιστίας της Κυβέρνησης, επιβλήθηκαν στη χώρα νέες, επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις, όπως είναι ο οριζόντιος και αυτόματος μηχανισμός δημοσιονομικής προσαρμογής και το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων.

2η Διαπίστωση: Το «μαρτύριο της σταγόνας» συνεχίζεται.

Η δόση εκταμιεύεται τμηματικά, υπό προϋποθέσεις και σε βάθος χρόνου.

Ακόμη και η πρώτη υπο-δόση που συνόδευσε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, αποτελεί το 50% του ποσού που θα έπρεπε να λάβει η χώρα μέχρι τον Ιούνιο του 2016.

Συγκεκριμένα, είναι μόλις 7,5 αντί για 15,1 δισ. ευρώ που ήταν ο χρηματοδοτικός προγραμματισμός του 3ου Μνημονίου.

3η Διαπίστωση: Ο στόχος για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για το 2017.

Θυμίζω ότι, σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2016.

Τελικά, εφέτος, θα αποπληρωθούν οι μισές, δηλαδή περίπου 3,5 από τα 7 δισ. ευρώ που σωρεύθηκαν μέχρι σήμερα.

Άρα θα φτάσουμε εκεί που ήμασταν το 2014.

Και αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι στο μεσοδιάστημα δεν θα δημιουργηθεί μια νέα «γενιά» ληξιπρόθεσμων οφειλών, κάτι που είναι εξαιρετικά αμφίβολο με τη σημερινή ανερμάτιστη διακυβέρνηση.

4η Διαπίστωση: Η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει εξαντληθεί.

Ενδεικτικά, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές τους αυξήθηκαν κατά περίπου 5 δισ. ευρώ το πρώτο πεντάμηνο του έτους και υπερέβησαν, συνολικά, τα 88 δισ. ευρώ.

Και όλα αυτά, ενώ μόλις ολοκληρώθηκε η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων και εκκρεμεί η αποστολή των εκκαθαριστικών του ΕΝΦΙΑ, σωρεύοντας τις υποχρεώσεις των πολιτών στους τελευταίους μήνες του έτους.

5η Διαπίστωση: Η χώρα έχει επιστρέψει στην ύφεση, όπου και παραμένει.

Εκτιμάται μάλιστα ότι η ύφεση θα διατηρηθεί και το 2016, όπως έγινε το 2015, παρά την ανάκαμψη του 2014.

Αυτές οι διαπιστώσεις αποτυπώνονται και στην εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Συγκεκριμένα, το σύνολο των καθαρών εσόδων, το μήνα Ιούνιο, είναι μειωμένο κατά 180 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου.

Ενώ οι δαπάνες του Τακτικού Προϋπολογισμού είναι μειωμένες περίπου κατά 2,5 δισ. ευρώ, όσο είναι και το πρωτογενές πλεόνασμα που παρουσιάζει ο Προϋπολογισμός.

Ενώ, αν συνυπολογιστεί και η συγκράτηση των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (-40% από το στόχο!!!), η στερούμενη ρευστότητα από την οικονομία αγγίζει τα 3,5 δισ. ευρώ, όσο είναι η υπέρβαση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αυτό το ποσό είναι ίσο με το ύψος των παρεμβάσεων του οριζόντιου «κόφτη» δαπανών που θέσπισε η Κυβέρνηση. Με λίγα λόγια, αν δεν αλλάξει η κατάσταση στο σκέλος των δαπανών, ο «κόφτης» ήδη ενεργοποιήθηκε…

Είναι προφανές ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Απαιτείται άμεσα η εφαρμογή μιας διαφορετικού μείγματος συνεκτικής οικονομικής πολιτικής, προκειμένου η χώρα να βαδίσει πιο αποτελεσματικά προς τους στόχους της.

Άρθρο στην εφημερίδα “Η Άποψη του Σαββατοκύριακου” – “6 αναπτυξιακές προτάσεις κόντρα στις κυβερνητικές εμμονές”

Όπως υποστηρίζεται πλέον και από ποσοτικούς δείκτες, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης το 2014, η οικονομία «παλινδρομεί βυθιζόμενη», ως αποτέλεσμα των ιδεοληψιών, της αβελτηρίας και των παλινωδιών της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, των ανερμάτιστων χειρισμών του 1ου εξαμήνου του 2015 και της 7μηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης του προγράμματος.

Πρόσφατα, οι εκτιμήσεις του Επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ανεβάζουν το κόστος εκείνων των χειρισμών από τα 85 μέχρι τα 100 δισ. ευρώ.

Επιπλέον, η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της αξιολόγησης οδήγησε σε πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, τα οποία πλέον αθροίζουν στα 9 δισ. ευρώ, και σε επώδυνες δεσμεύσεις για τη χώρα, όπως είναι το νέο υπερ-ταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο αυτόματος μηχανισμός δημοσιονομικής προσαρμογής.

Σημειώνω την λανθασμένη εμμονή της Κυβέρνησης στην αύξηση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Επιλογή, η οποία, όπως και στο 1ο Μνημόνιο, έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Το αποτέλεσμα;

  • Η χώρα έχει επιστρέψει, μετά την ανάκαμψη του 2014, στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, τόσο του Δημοσίου όσο και των ιδιωτών, εκτοξεύθηκαν.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις «ξαναβούλιαξαν στο βούρκο».
  • Οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.
  • Η βιωσιμότητα του χρέους επιδεινώθηκε.

Συνεπώς, η χώρα, τους τελευταίους 18 μήνες, έκανε βήματα προς τα πίσω.

Η ΝΔ εκτιμά ότι η χώρα μας μπορεί να βαδίσει πιο αποτελεσματικά προς τους στόχους αν εφαρμοσθεί μία, άλλου μίγματος και προτεραιοτήτων, συνεκτική οικονομική πολιτική.

Θυμίζω ότι πρόσφατα απέδειξε ότι ξέρει να επιτυγχάνει δημοσιονομικούς στόχους και να υλοποιεί διαρθρωτικές αλλαγές.

Η νέα οικονομική πρόταση της ΝΔ, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες συνθήκες, στοχεύει σε ένα καλό συγκερασμό οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης και εδράζεται:

1ον. Στην εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων, στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων και στην ενίσχυση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.

2ον. Στην υλοποίηση, χωρίς παλινδρομήσεις, ιδιωτικοποιήσεων και στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Ιδιωτικοποιήσεις, που μπορούν να συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου.

3ον. Στην ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, με την ταχύτερη υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, με την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με την εκκαθάριση του ενεργητικού και την ενίσχυση του παθητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

4ον. Στη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών. Αυτό μπορεί να γίνει:

  • με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας,
  • με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε το 2014,
  • με την αξιοποίηση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών,
  • με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, μέσα και από την εκτεταμένη χρήση πλαστικού χρήματος, και
  • με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, στο 2% του ΑΕΠ.

5ον. Στην ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Επί αυτού αναμένουμε την έμπρακτη συμβολή των εταίρων μας.

6ον. Στην υιοθέτηση και εφαρμογή ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας, παράλληλα προς το πρόγραμμα, που θα στοχεύει σε μία ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία.

Εκτιμούμε ότι αυτή η πολιτική είναι ρεαλιστική και θα αποδειχθεί πιο αποτελεσματική.

Αυτή την πολιτική είμαστε αποφασισμένοι να την εφαρμόσουμε με αξιοπιστία, σοβαρότητα και σε δημιουργική συνεννόηση με τους εταίρους μας.

Άρθρο στο περιοδικό “Reporter” – “Προκλήσεις για την Ανάκαμψη”

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, το οποίο υποστηρίζεται πλέον και από ποσοτικούς δείκτες, ότι η χώρα, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης το 2014, «λιμνάζει» βυθιζόμενη από τις αρχές του 2015, αναλώνοντας χρόνο και πόρους, σε έναν ευρύτερο περίγυρο υψηλών κινδύνων.

Οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία και οι παλινωδίες επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στην οικονομία.

  • Η πραγματική οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας συρρικνώθηκε.
  • Oι επιχειρηματικές προσδοκίες επιδεινώθηκαν και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε.
  • Οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των ιδιωτών προς το Κράτος διογκώθηκαν.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα «εκτοξεύθηκαν».
  • Ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, ο δείκτης κύκλου εργασιών στη βιομηχανία, στις κατασκευές, στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, στις υπηρεσίες, συρρικνώθηκαν.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Οι τραπεζικές καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών επιδεινώθηκε και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίστηκε.
  • Οι διαρθρωτικές αλλαγές «κόλλησαν» ενώ κάποιες, λίγες αποκρατικοποιήσεις, μετά από πολλά εμπόδια, τελικά πραγματοποιήθηκαν.

Το αποτέλεσμα σήμερα αυτής της εικόνας της οικονομίας, εξαιτίας και της 7μηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, είναι οι πολίτες να έχουν ήδη φορτωθεί πολύ βαριά μέτρα, να έχουν προστεθεί νέες επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις στη χώρα, όπως είναι το ταμείο αποκρατικοποιήσεων, να έχουν επιβληθεί μόνιμα μνημόνια με τον αυτόματο και οριζόντιο μηχανισμό δημοσιονομικής διόρθωσης, και να έχουν φουσκώσει οι οφειλές του Κράτους προς τους ιδιώτες.

Συνεπώς, η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, θα βρει την Ελλάδα σε ένα κρίσιμο σημείο.

Σημείο κατά το οποίο θα προσπαθεί να βρει ένα νέο επίπεδο ισορροπίας, δυστυχώς πολύ χαμηλότερο από αυτό στο οποίο βρισκόταν στο τέλος του 2014.

Το ερώτημα συνεπώς, που τίθεται, είναι: τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος για να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης;

Κατά την άποψή μου πρέπει να κινηθούμε σε παράλληλους άξονες, με βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο χρονικά ορίζοντα.

Αυτοί οι άξονες είναι:

1ος. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Οι οποίες, δυστυχώς σήμερα, αποτελούν «αγαθό σε ανεπάρκεια».

2ος. Η τάχιστη αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου.

Δυστυχώς, η δόση που συνοδεύει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης υπολείπεται σημαντικά του ποσού που είχε προγραμματιστεί να λάβει η Ελλάδα μέχρι σήμερα. Ανέρχεται μόλις στα 7,5 δισ. ευρώ, έναντι των 15 δισ. ευρώ που προέβλεπε ο χρηματοδοτικός προγραμματισμός του Μνημονίου. Ενώ τα υπόλοιπα 2,8 δισ. ευρώ, θα χορηγηθούν σταδιακά, υπό προϋποθέσεις και νέα προαπαιτούμενα. 

Ένα κομμάτι αυτής, και μάλιστα το μικρότερο, θα αποπληρώσει μόνο μέρος από τις συσσωρευμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές. 

Είναι προφανές ότι η συνολική τους αποπληρωμή μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για το 2017, στερώντας ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

3ος. Η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής προσαρμογής, με τη μείωση των υψηλών και για μεγάλη περίοδο στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα.

Η αριστερή ιδεοληπτική εμμονή στην αύξηση της φορολογίας έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Αντίθετα, θα πρέπει να περάσουμε στη σταδιακή μείωση της φορολογίας.

Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε με τις πρώτες φορολογικές ελαφρύνσεις του 2014.

Με την μεγαλύτερη περιστολή των δημοσίων δαπανών. Υπάρχουν περιθώρια, δεν είναι πολύ μεγάλα.

Με τη συνεχή θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φορολογικού συστήματος, με στόχο την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της.

4ος. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

Μεταρρυθμίσεις που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

5ος. Η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Ιδιωτικοποιήσεις οι οποίες μπορούν να συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου.

6ος. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Βιωσιμότητα που επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους χειρισμούς των τελευταίων μηνών.

Επί του παρόντος, η προτεινομένη από του Ευρωπαίους εταίρους ρύθμιση για το χρέος παραμένει ασαφής και είναι αβέβαιη, τελεί υπό προϋποθέσεις και είναι μελλοντική.

Σε κάθε δε περίπτωση η ρύθμιση αυτή συνοδεύεται από τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, ενώ δεν γίνεται καθόλου λόγος για την εξέλιξη του μεγέθους χρέος/ΑΕΠ.

7ος. Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, στο σκέλος του ενεργητικού, αποτελεί η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη-εξυπηρετούμενων δανείων.

Προς την κατεύθυνση αυτή απαιτείται καλύτερος συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων σε επίπεδο στρατηγικής και τεχνικής υλοποίησης των αποφάσεων, προώθηση της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, επίσπευση των διαδικασιών.

8ος. Η ταχύτερη υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Καθώς και η προώθηση επενδυτικών σχεδίων που θα αξιοποιούν αποτελεσματικά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, το «Πρόγραμμα Γιούνκερ». Αλλά και η ψήφιση του νέου Αναπτυξιακού Νόμου για την ενίσχυση νέων επενδύσεων.

9ος. Η δομική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, με την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως είναι ο θεσμός του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, που θα επιτρέψουν τη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.

10ος. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση το Μάρτιο του 2016.

Και το οποίο σήμερα, προφανώς, δεν υφίσταται. Ούτε καν γίνεται συζήτηση γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα πρέπει να στοχεύει στη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Καθώς και μεταρρυθμίσεις στο Κράτος, με τη δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, την προώθηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, την ολοκλήρωση του ρυθμιστικού μηχανισμού αδειοδότησης και τη θωράκιση του ρόλου των Ανεξάρτητων Αρχών.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτές οι προτεραιότητες θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας μας και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλασιαστικές θετικές επιδράσεις σε νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Αυτές όμως οι προϋποθέσεις απαιτούν στιβαρή και αποφασιστική πολιτική ηγεσία, η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, σοβαρότητα και αξιοπιστία.

Και η παρούσα Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει και δεν δείχνει ικανή να τα διαμορφώσει.

Άρθρο στην εφημερίδα “Πρώτο Θέμα” – “Η αποτυχία της διαπραγμάτευσης και οι προτεραιότητες για βιώσιμη ανάπτυξη”

Η Νέα Δημοκρατία, εδώ και μήνες, συστηματικά και υπεύθυνα, υποστήριζε την έγκαιρη ολοκλήρωση της αξιολόγησης, κατά τον βέλτιστο όμως για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο. Ολοκλήρωση που θα έπρεπε να συνοδευτεί από την εκταμίευση ολόκληρης της δόσης και από συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους. Τι επέτυχε τελικά η Ελληνική Κυβέρνηση σε αυτά τα 4 πεδία;

1ον. Εξαιτίας της 7μηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, ο «λογαριασμός» «βάρυνε» πολύ.

Τα δημοσιονομικά μέτρα αυξήθηκαν κατά 1,5 δισ. ευρώ σε σχέση με τις εκτιμήσεις του περυσινού Αυγούστου και ανήλθαν, συνολικά, στα 9 δισ. ευρώ (3,6 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2015 και 5,4 δισ. ευρώ τον Μάιο του 2016).

Πολλά «κρυφά» προαπαιτούμενα και ένα συμπληρωματικό Μνημόνιο προστέθηκαν.

Ένας νέος μηχανισμός δημοσιονομικής προσαρμογής υιοθετήθηκε, μόνιμος αφού η λειτουργία του θα επεκταθεί και πέραν της λήξης του προγράμματος, αυτόματος αφού η ενεργοποίησή του επιβάλλεται αυτοδίκαια παρακάμπτοντας το Ελληνικό Κοινοβούλιο και οριζόντιος αφού δεν εξαιρεί μισθούς και συντάξεις.

Νέες επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις επιβλήθηκαν, όπως είναι το υπερ-ταμείο αποκρατικοποιήσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται σχεδόν το σύνολο της περιουσίας της χώρας, διάρκειας ζωής ενός αιώνα, χωρίς ουσιαστικό εθνικό έλεγχο και με ανύπαρκτη κοινοβουλευτική λογοδοσία.

«Κόκκινα» και «πράσινα» δάνεια, χωρίς εξαιρέσεις και χρονικούς περιορισμούς, ακόμη και με αύξηση επιτοκίου για τα ενήμερα επιχειρηματικά, μπορούν πλέον να μεταβιβαστούν σε ξένα funds.

Με όλα αυτά, μόνο η σημερινή Κυβέρνηση θα μπορούσε να «πανηγυρίζει».

Η οποία πρόθυμα, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, υποχωρεί στα πάντα, αρκεί να κερδίσει λίγο ακόμη χρόνο στην εξουσία.

2ον. Επιβλήθηκαν νέοι και πρόσθετοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι, απότοκο αριστερής ιδεοληπτικής εμμονής.

Εμμονή που δεν έχει λογική, όρια και φραγμό και η οποία δεν θα έχει, τελικά, και τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Ήδη η Ελληνική οικονομία έχει επιστρέψει εδώ και τρία τρίμηνα και παραμένει στην ύφεση. Ενώ έχει εξαντληθεί, προ πολλού, και η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, όπως αποδεικνύει και η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους κατά περίπου 4 δισ. ευρώ από τις αρχές του έτους. Χωρίς ακόμη οι πολίτες να έχουν βιώσει το «τσουνάμι» των νέων φόρων που ξεκίνησε, σταδιακά, να υλοποιείται.

3ον. Το «μαρτύριο της σταγόνας» συνεχίζεται.

Η δόση θα εκταμιευθεί τμηματικά, υπό προϋποθέσεις και σε βάθος χρόνου.

Ακόμη και η πρώτη υπο-δόση που θα συνοδεύσει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, υπολείπεται κατά 50% του ποσού που είχε προγραμματισθεί να λάβει μέχρι σήμερα η χώρα μας. Συγκεκριμένα, ανέρχεται στα 7,5 δισ. ευρώ, έναντι 15,1 δισ. ευρώ που προέβλεπε ο αρχικός χρηματοδοτικός προγραμματισμός του 3ου Μνημονίου (5,7 δισ. ευρώ [Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2015] + 4,9 δισ. ευρώ [1ο τρίμηνο 2016] + 4,5 δισ. ευρώ [2ο τρίμηνο 2016]).

Και μάλιστα από αυτά, ένα μικρό κομμάτι, μόλις 1,8 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Οφειλές οι οποίες στο μεταξύ έχουν «εκτοξευθεί» στα 6,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 75% από τις αρχές του 2015!!!

4ον. Η όποια ρύθμιση για το δημόσιο χρέος παραμένει ασαφής, τελεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις, μετατίθεται για το μέλλον και συνοδεύεται από τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Και φυσικά, δεν γίνεται καθόλου λόγος για την εξέλιξη του μεγέθους χρέος / ΑΕΠ. Και αυτό γιατί το κείμενο του ESM που συζητήθηκε στο προηγούμενο Eurogroup προέβλεπε, μετά τις προτεινόμενες παρεμβάσεις για το χρέος, ότι αυτό θα διαμορφωθεί στο 142% του ΑΕΠ (!!!) το 2022, από 120% που ήταν η πρόβλεψη του 2ου Μνημονίου.

Συμπερασματικά, το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης δεν είναι ικανοποιητικό για τη χώρα.

Τουλάχιστον ας δούμε, από εδώ και μπρος, τι πρέπει να γίνει ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση, όπως έγινε το 2014, και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Κατά την άποψή μου, όπως έχω υποστηρίξει και κατά το παρελθόν, βασικές προτεραιότητες είναι:

1η. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

2η. Η τάχιστη αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Δυστυχώς, η συνολική τους αποπληρωμή μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για το 2017.

3η. Η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής προσαρμογής, στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτό μπορεί να γίνει όταν υπάρχει κυβερνητική αξιοπιστία και επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι, όπως απεδείχθη το 2014. Τότε κερδίσαμε «βαθμούς ελευθερίας» και προχωρήσαμε στις πρώτες στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (μείωση ΦΠΑ στην εστίαση, μείωση ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κ.α.). Σήμερα, όλα αυτά αυξήθηκαν!!!

Μπορεί όμως να γίνει και με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων, από την πλευρά των δαπανών. Υπάρχουν περιθώρια περιστολής, δεν είναι μεγάλα, είναι όμως εντοπισμένα.

Και φυσικά μπορεί να γίνει με τη συνεχής θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

4η. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και στους θεσμούς, η υλοποίηση ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

5η. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Βιωσιμότητα που επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους κυβερνητικούς χειρισμούς των τελευταίων μηνών. Οι εταίροι θα πρέπει να αναλάβουν πιο «επιθετικές» πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τους δείκτες  χρέος / ΑΕΠ και ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες / ΑΕΠ. Όπως έγινε και κατά το παρελθόν, με τη διπλή αναδιάρθρωση και τη βελτίωση του «προφίλ» του χρέους.

6η. Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, στο σκέλος του ενεργητικού, αποτελεί η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη-εξυπηρετούμενων δανείων και, στο σκέλος του παθητικού, η επιστροφή μέρους των καταθέσεων και η επαναφορά του waiver στα ελληνικά ομόλογα, το οποίο βέβαια είχε αρθεί το 2015.

7η. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, καθώς και η προώθηση επενδυτικών σχεδίων που θα αξιοποιούν αποτελεσματικά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, όπου δυστυχώς η Ελλάδα καταγράφεται ως η μεγάλη απούσα περίπου 18 μήνες μετά τη δρομολόγησή του.

Αλλά και με έναν Αναπτυξιακό Νόμο, σε αντίθεση με αυτόν που έχει κατατεθεί, σοβαρό, «γενναιόδωρο» για τις επενδύσεις, εμπροσθοβαρή, μη γραφειοκρατικό, με μικρότερους χρόνους αναμονής και διαφανή.

8η. Η ενίσχυση των πολιτικής απασχόλησης και η δομική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, με την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως είναι ο θεσμός, σε εθνική κλίμακα, του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

9η. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του 3ου Μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί το Μάρτιο του 2016 και να είχε συνδεθεί με τις προβλέψεις του Αναπτυξιακού Νόμου. Και το οποίο σήμερα όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά ούτε καν συζήτηση γίνεται γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία, η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτές οι προτεραιότητες θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας, θα βοηθήσουν στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων και στην επίτευξη ρεαλιστικών στόχων για την οικονομία, όπως αυτοί που τέθηκαν από τον Πρόεδρο της ΝΔ κ. Κ. Μητσοτάκη, για ονομαστική ανάπτυξη 4% και μακροχρόνια πρωτογενή πλεονάσματα 2% του ΑΕΠ.

Αυτές όμως οι προϋποθέσεις απαιτούν στιβαρή και αποφασιστική πολιτική ηγεσία, η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, σοβαρότητα και αξιοπιστία.

Και η παρούσα Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει και δεν δείχνει ικανή να τα διαμορφώσει.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “8 αλήθειες για το δημόσιο χρέος και τη βιωσιμότητά του”

Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την οικονομία και την πορεία της χώρας.

Γι’ αυτό το λόγο, αλλά εξαιτίας και της συζήτησης που θα ανοίξει και πάλι για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, είναι σκόπιμο να ειπωθούν ορισμένες αλήθειες για την αριθμητική και τη δυναμική του τα τελευταία χρόνια.

1η. Η αυξητική δυναμική του χρέους «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012.

Όπως καταγράφει και η «Προκαταρκτική Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους για την Ελλάδα», της 25ης Ιουνίου 2015, την οποία η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή: «Το PSI οδήγησε σε μείωση του δημοσίου χρέους κατά περίπου 100 δισ. ευρώ τον Μάρτιο του 2012 (52% του τότε ΑΕΠ)».

Ενώ, με την επαναγορά, το Δεκέμβριο του 2012, το χρέος μειώθηκε περαιτέρω κατά περίπου 32 δισ. ευρώ.   

2η. Εκτός όμως από το ύψος, και το «προφίλ» του χρέους, μετά το 2012, έχει αισθητά βελτιωθεί.

Όπως επισημαίνει η προαναφερόμενη Έκθεση: «Η Ελλάδα έχει ήδη ωφεληθεί από μια σειρά μέτρων για τη μείωση του χρέους. Οι όροι σχετικά με το Greek Loan Facility έχουν αναθεωρηθεί τρεις φορές (επέκταση της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, μείωση των επιτοκίων). Και οι όροι του EFSF τροποποιήθηκαν το 2012 (επέκταση ωριμάνσεων, κατάργηση χρεώσεων και αναβολή πληρωμών τόκων)».  

Όλα αυτά τα επιβεβαιώνει ο Προϋπολογισμός της Κυβέρνησης της Αριστεράς. Ενδεικτικά:

α) Το 2014, η μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους ήταν τα 16,2 έτη. Το 2011, η διάρκεια ήταν 6,3 έτη.

β) Το 2014, οι τόκοι ανέρχονταν στα 5,5 δισ. ευρώ. Το 2011, ήταν στα 16,1 δισ. ευρώ.

γ) Το 2014, το μέσο σταθμικό επιτόκιο ήταν λίγο πάνω από το 2%. Το 2011, ήταν 4%.

3η. Αυτές τις θετικές παρεμβάσεις (σημεία 1 και 2) τις έχει αποδεχθεί και ο Πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, προσυπογράφοντας την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2015, σύμφωνα με την οποία: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ υπενθυμίζει ότι τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης έχουν θεσπίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μία αξιοσημείωτη δέσμη μέτρων προς υποστήριξη της βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας, η οποία εξομάλυνε την πορεία εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας και μείωσε το κόστος σημαντικά».

Συνεπώς, πως η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «ανοίγει για πρώτη φορά το ζήτημα του χρέους», όταν η ίδια υποστηρίζει ότι έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητά του κατά το παρελθόν;

Οι ανακρίβειες και τα ψεύδη αποτελούν δομικό στοιχείο της Αριστερής Κυβέρνησης.

4η. Επιπλέον, το Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012, συμφώνησε να εξετάσει, υπό προϋποθέσεις, επιπλέον παρεμβάσεις προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η βιωσιμότητα του χρέους (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012).

Τα Eurogroup της 5ης Μαΐου 2014 και της 20ης Φεβρουαρίου 2015 επιβεβαίωσαν τη δέσμευση σε αυτό το πλαίσιο.

Είναι αλήθεια ότι οι δανειστές δεν υλοποίησαν τη «μακροχρόνια υπόσχεσή» τους, όπως υποστήριξε κατά το τελευταίο Eurogroup και ο κ. Ντάισελμπλουμ, παρά το γεγονός ότι η χώρα επέτυχε πρωτογενή πλεονάσματα τόσο το 2013 (και μάλιστα πολύ υψηλότερο από το στόχο) όσο και το 2014 (και εντός στόχου μέχρι το Νοέμβριο του 2014).

5η. Το χρέος ανήλθε στα 317 δισ. ευρώ ή στο 178,6% του ΑΕΠ το 2014, από 356 δισ. ευρώ ή 172% του ΑΕΠ το 2011.

Δηλαδή, ενώ ως απόλυτο μέγεθος μειώθηκε κατά περίπου 40 δισ. ευρώ, ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες.

Ο κύριος επιβαρυντικός παράγοντας για την αύξηση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, την περίοδο 2011-2014, είναι η διαφορά μεταξύ επιτοκίου και ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ, η οποία συνέβαλλε σωρευτικά κατά 60,4 ποσοστιαίες μονάδες (βλέπετε Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Φεβρουάριος 2016).

Συγκριτικά, η επιβάρυνση από τα πρωτογενή αποτελέσματα την ίδια περίοδο ανήλθε στις 14,7 ποσοστιαίες μονάδες.

Συνεπώς, η συρρίκνωση του ονομαστικού ΑΕΠ ήταν αυτή που συνέβαλλε καθοριστικά στην αύξηση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.

6η. Η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015.

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Και επιβεβαιώθηκαν, μεταγενέστερα, από αντίστοιχες Εκθέσεις ([IMF, “GREECE: Preliminary Draft Budget Sustainability Analysis”, 26.6.2015], [IMF, “GREECE: An update of IMF staff’s preliminary public debt sustainability analysis”, 14.7.2015] και [European Commission, “Greece – Request for stability support in the form of an ESM loan”, 10.7.2015]).

Όλα αυτά ανέκυψαν, ως γνωστό, μέσα στο 2015.

Αυτό το κόστος φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

7η. Ο λόγος χρέος προς ΑΕΠ δεν αποτελεί από μόνος του επαρκές κριτήριο αξιολόγησης της βιωσιμότητας του χρέους, ούτε και υπάρχει ένα γενικά αποδεκτό όριο βιωσιμότητας (για παράδειγμα η Αργεντινή χρεοκόπησε με δημόσιο χρέος περίπου στο 60% του ΑΕΠ, ενώ η Ιαπωνία συνεχίζει να έχει διατηρήσιμο χρέος, παρότι αυτό υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ).

Διεθνείς οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ, εξετάζουν συμπληρωματικά ένα ευρύτερο φάσμα δεικτών, όπως είναι το ύψος των ετήσιων χρηματοδοτικών αναγκών, το οποίο ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά του «προφίλ» του χρέους, θέτοντας ενδεικτικά όρια βασισμένα στη διεθνή εμπειρία, προκρίνοντας, μέχρι σήμερα, ως όριο ασφαλείας το 15% του ΑΕΠ (βλέπετε Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, Δεκέμβριος 2015).

Το ποσοστό αυτό στη χώρα μας έχει διαμορφωθεί περίπου στο 12% και εκτιμάται μέχρι 15% του ΑΕΠ για τα προσεχή χρόνια (η Ιταλία πληρώνει 21% του ΑΕΠ, η Ισπανία 19% του ΑΕΠ, η Γαλλία 15% του ΑΕΠ).

Σύμφωνα όμως με εκτιμήσεις, η τήρηση του ορίου του 15% του ΑΕΠ, με την ενσωμάτωση πρόσφατων προβλέψεων για τα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας, απόρροια των πράξεων και παραλείψεων της Αριστερής διακυβέρνησης, δεν φαίνεται ρεαλιστική λίγο πριν τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.

8η. Συνεπώς, είναι αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012.

Συγκεκριμένα,  αναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Και προσθέτει: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ τονίζει ότι δεν μπορούν να αναληφθούν απομειώσεις της ονομαστικής αξίας του χρέους».

Η Κυβέρνηση που, επί χρόνια, καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για τη λύση του προβλήματος του δημόσιου χρέους, τώρα προσγειώνεται στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

Αυτό που χρειάζεται πλέον είναι η Κυβέρνηση να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα συντελέσουν στην έναρξη της συζήτησης για τη νέα αναδιάρθρωση του χρέους και οι δανειστές να τηρήσουν τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις τους.

Άρθρο στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τον 1 χρόνο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – “1 χρόνος ΣΥΡΙΖΑ: Οι μύθοι κατέρρευσαν, η χώρα οπισθοχώρησε”

Η συμπλήρωση 1 έτους διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ βρίσκει την Ελλάδα να προσπαθεί να ισορροπήσει σε ένα νέο οικονομικό επίπεδο, πολύ χαμηλότερο απ’ αυτό που ήταν στο τέλος του 2014.

Τότε που είχαν αρχίσει να καταγράφονται τα πρώτα μετρήσιμα, θετικά αποτελέσματα για την Ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Δυστυχώς όμως, οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία, η κακή διαπραγμάτευση, οι παλινωδίες και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης της Αριστεράς επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και την οικονομία το 2015. Ενδεικτικά:

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας διακόπηκε.
  • Η δημόσια οικονομία, παρά τα πρόσθετα μέτρα λιτότητας, επέστρεψε σε οριακές καταστάσεις.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, έχει καταρρεύσει.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα διογκώθηκαν.
  • Οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.
  • Η χώρα χρειάστηκε πρόσθετη χρηματοδότηση από τους εταίρους, που συνοδεύεται από ένα νέο, εξαιρετικά επώδυνο Μνημόνιο.

Οι προβληματισμοί όμως, από την ετήσια διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, πληθαίνουν σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής:

  • Στο πεδίο των επενδύσεων, η Κυβέρνηση αποθαρρύνει και διώχνει αντί να προσελκύει και να διευκολύνει επενδύσεις.
  • Στο πεδίο της λειτουργίας του Κράτους, το δήθεν «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς κατέρρευσε, αφού κυριάρχησαν μεθοδεύσεις νεποτισμού, με διορισμούς φίλων και συγγενών σε θέσεις κρατικών αξιωματούχων.
  • Στο πεδίο της εκπαίδευσης και της παιδείας, το «ρολόι» γύρισε δεκαετίες πίσω, με την αποψίλωση της αξιολόγησης και την αποδόμηση της αριστείας.
  • Στο πεδίο της υγείας, πολλά νοσοκομεία για μεγάλο χρονικό διάστημα παραμένουν ακόμη ακέφαλα.
  • Στο πεδίο των προσφυγικών ροών και της παράνομης μετανάστευσης, όπου το υπαρκτό πρόβλημα ενθαρρύνθηκε από την κυβερνητική ολιγωρία και ατολμία.

Συμπερασματικά, η «κατασκευή» του ΣΥΡΙΖΑ δοκιμάσθηκε, «μετρήθηκε» με τα προβλήματα και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της διακυβέρνησης.

Οι πολίτες πλέον γνωρίζουν.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “News247.gr” – “Προϋπολογισμός 2016: Η χώρα, με βαριά βήματα «σημειωτόν», βουλιάζει στο τέλμα”

Ο πρώτος Προϋπολογισμός Κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα επιβεβαιώνει την κατάρρευση των μύθων που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε, αναδεικνύει την καλπάζουσα αναξιοπιστία της, επιβεβαιώνει την επιστροφή της χώρας στην ύφεση, στα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα και στην αύξηση του δημοσίου χρέους, αποκαλύπτει πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, καταδεικνύει ότι η χώρα, με βαριά βήματα «σημειωτόν», βουλιάζει στο τέλμα.

Συγκεκριμένα:

  • Η Ελληνική οικονομία, ήδη από το 3ο τρίμηνο του 2015, έχει επιστρέψει στην ύφεση, ενώ το 2016 προβλέπεται να είναι χειρότερη, μακροοικονομικά, χρονιά.
  • Η δημόσια οικονομία επέστρεψε σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015, μετά από 2 συνεχόμενα έτη, το 2013 και το 2014, επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων.
  • Ο Κοινωνικός Προϋπολογισμός «βουλιάζει» στα ελλείμματα. Στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης εκτιμάται και προβλέπεται επιδείνωση στις ασφαλιστικές εισφορές, στη συνταξιοδοτική δαπάνη, στις απλήρωτες υποχρεώσεις.
  • Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα διογκώνονται. Ενώ, αναλαμβάνονται ασαφείς, «αριστερής κοπής» δεσμεύσεις για την μελλοντική, σταδιακή αποπληρωμή τους.
  • Το ύψος των πρόσθετων μέτρων εκτιμάται, αρχικά, στα 5,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2016. Μέτρα που αποτυπώνουν την ιδεοληπτική, αριστερή εμμονή στην αύξηση υφιστάμενων ή στην επιβολή νέων φόρων. Μέτρα όπως είναι η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ, η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων, η αύξηση των συντελεστών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, η αύξηση των συντελεστών του φόρου ασφαλίστρων, η αύξηση των συντελεστών φορολόγησης του εισοδήματος από ενοίκια, η κατάργηση της έκπτωσης εφάπαξ πληρωμής φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, η κατάργηση απαλλαγών υποχρέωσης πληρωμής του ΕΝΦΙΑ, η αύξηση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος στα νομικά πρόσωπα, στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους αγρότες, η σταδιακή κατάργηση της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο για αγροτική χρήση, η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος στους αγρότες, κ.α. Και ο λογαριασμός συνεχώς διογκώνεται.
  • Οι δαπάνες κοινωνικού χαρακτήρα περικόπτονται, όπως είναι, ενδεικτικά, η μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων, η μείωση των εφάπαξ, η αύξηση των εισφορών των ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, η μείωση των δικαιούχων παροχής ΕΚΑΣ με την αύξηση των εισοδηματικών κριτηρίων, η μείωση κατά 50% του επιδόματος θέρμανσης.
  • Μια νέα ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών προέκυψε. Με κεφαλαιακές ανάγκες που οφείλονται, όπως έδειξε και η Έκθεση της ΕΚΤ, στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015. Ανακεφαλαιοποίηση η οποία προσθέτει κόστος στους φορολογούμενους, συρρικνώνει δραματικά την ιδιωτική και δημόσια Ελληνική συμμετοχή, απαξιώνει τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, εκμηδενίζει την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, τροποποιεί τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας η πώληση του συνόλου της συμμετοχής της στην Finansbank.
  • Τα αποτελέσματα στο πεδίο των αποκρατικοποιήσεων είναι πενιχρά. Η Κυβέρνηση είναι «εγκλωβισμένη» ανάμεσα στις ιδεοληψίες της και στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος που η ίδια προκάλεσε.
  • Το δημόσιο χρέος, και πάλι, διογκώνεται. Η βιωσιμότητά του επιδεινώθηκε ραγδαία το 2015. Καθίσταται, συνεπώς, αναπόφευκτη η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του. Ο κ. Τσίπρας αφού, επί χρόνια, καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για τη λύση του προβλήματος του δημόσιου χρέους, τώρα, προσγειώθηκε στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

 

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση της Αριστεράς, πέραν των ευθυνών που φέρει γιατί επί δεκαετίες «πετροβόλησε» κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος που έκαναν προηγούμενες Κυβερνήσεις, ευθύνεται γιατί η ίδια, ως Κυβέρνηση, οδηγούμενη από αριστερές ιδεολοψίες, εμμονές και δογματισμούς, περιέφερε, ασκόπως, τη χώρα σε περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας», οδηγώντας την σε πλήρες αδιέξοδο.

Το κόστος από τη διακυβέρνηση της Αριστεράς για τη χώρα και την οικονομία της, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, είναι μεγάλο. Ένα μέρος αυτού του κόστους αποτυπώνει ο Προϋπολογισμός του 2016. Ένας αντιαναπτυξιακός, οικονομικά αναποτελεσματικός και κοινωνικά άδικος Προϋπολογισμός, που οδηγεί την Ελληνική οικονομία σε ένα «καθοδικό σπιράλ».

 

InstagramYoutube