Σε λίγες ημέρες, η Θεσσαλονίκη και η Διεθνής Έκθεσή της θα αποτελέσουν –και πάλι – το επίκεντρο του δημόσιου και οικονομικού διαλόγου. Εκεί, η Κυβέρνηση θα έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει τις βασικές οικονομικές προτεραιότητες για το επόμενο έτος, αλλά και να ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για την πορεία της χώρας τα επόμενα χρόνια. Καθώς πρόκειται για την τελευταία παρουσία στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης πριν από τις εκλογές του 2027, η φετινή αποκτά έναν ευρύτερο και ιδιαίτερο πολιτικό και συμβολικό χαρακτήρα, αφού όλα τα Κόμματα καλούνται να ξεδιπλώσουν, με σαφήνεια και ρεαλισμό, τον οδικό χάρτη τους για την πορεία της Ελλάδας προς το 2030.
Κατά την πεποίθησή μας, το ζητούμενο, από όλους μας, δεν είναι απλώς να φτάσουμε σε εκείνο το χρονικό σημείο με μια οικονομία μεγαλύτερη σε μέγεθος. Είναι πως θα φτάσουμε σε αυτή τη χρονιά με μια Ελλάδα ουσιαστικά ισχυρότερη: πιο παραγωγική, πιο ανταγωνιστική, πιο κοινωνικά δίκαιη, με ισχυρότερους θεσμούς, μικρότερες ανισότητες και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις μιας ταραγμένης εποχής.
Για να γίνει αυτό, χρειάζεται πρώτα να δούμε, με ειλικρίνεια, πού βρισκόμαστε σήμερα. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε σαφώς καλύτερη θέση από το 2019. Η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών με την επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων και τη ραγδαία αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους – από 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 164% του 2023 και το 146% το 2025, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, η υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων και η ενίσχυση και βελτίωση της παραγωγικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας, έχουν ενισχύσει τη θέση και το κύρος της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο στερέωμα. Παράλληλα, η οικονομία κατέγραψε τα τελευταία χρόνια ρυθμούς μεγέθυνσης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με την ανεργία – ιδίως των γυναικών και των νέων – να υποχωρεί στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων πολλών ετών και την γενιά του brain drain να δείχνει τάσης επιστροφής στη χώρα.
Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι η δική του οικονομική κατάσταση δεν έχει ακολουθήσει παράλληλη πορεία. Η αντίφαση αυτή συνδέεται με τον επίμονα υψηλό πληθωρισμό, την πεποίθηση ότι σε αρκετές αγορές επικρατούν ολιγοπωλιακές συνθήκες, την αίσθηση διεύρυνσης των ανισοτήτων και την επιβράδυνση της βελτίωσης βασικών οικονομικών δεικτών. Μεταξύ άλλων οφείλουμε να αξιολογήσουμε και τα κάτωθι:
•Επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ: αύξηση κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες την πρώτη τετραετία, και περαιτέρω 1 μονάδα στη δεύτερη.
•Φοροδιαφυγή (κενό ΦΠΑ): μείωση κατά 12,5 ποσοστιαίες μονάδες την πρώτη τετραετία, και περαιτέρω 2,5 μονάδες στη δεύτερη.
•Εξαγωγές αγαθών: αύξηση κατά 17 δισ. ευρώ την πρώτη τετραετία, έναντι μικρής μείωσης κατά 2 δισ. ευρώ τη δεύτερη.
•Ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος: μείωση κατά 10 δισ. ευρώ την πρώτη τετραετία, έναντι αύξησης την δεύτερη.
•Κατά κεφαλή κατανάλωση: αύξηση κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες την πρώτη τετραετία, και μικρή υποχώρηση κατά 2 μονάδες τη δεύτερη.
Αυτά τα στοιχεία αποτυπώνουν μεν τη συνολική πρόοδο, που οφείλεται στις εφαρμοζόμενες πολιτικές των Κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας, αλλά δείχνουν επίσης ότι πρέπει να κινούμαστε σταθερά ταχύτερα.
Ο στόχος για το 2030 πρέπει να είναι η ουσιαστική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε παραγωγικότητα, εισόδημα, κοινωνική συνοχή και ποιότητα ζωής. Για να τον πετύχουμε, χρειάζεται – μεταξύ άλλων – ενίσχυση των εξαγωγών, της βιομηχανικής παραγωγής και της μεταποίησης, ψηφιακός μετασχηματισμός – κυρίως των μικρότερων επιχειρήσεων, επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία και αποτελεσματικότερη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Παράλληλα, πρέπει να αξιοποιήσουμε τις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης της χώρας: το ανθρώπινο κεφάλαιο, την επιχειρηματικότητα, την παραγωγική παράδοση, τον πρωτογενή τομέα, το φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο και τα ιδιαίτερα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε περιφέρειας. Περιφέρειες προς τις οποίες οφείλουμε να ενδυναμώσουμε τις διαδικασίες αποκέντρωσης, ώστε να αποτελέσουν οργανικό μέρος της αναπτυξιακής στρατηγικής και της συνολικής ισχυροποίησης όλης της χώρας.
Η Θεσσαλονίκη, λοιπόν, δεν πρέπει να είναι απλώς ένας ακόμη σταθμός παρουσίασης οικονομικών προτεραιοτήτων. Πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συζήτησης για την Ελλάδα του 2030. Μια Ελλάδα πιο παραγωγική, πιο εξωστρεφής, πιο δίκαιη και πιο ανθεκτική. Μια χώρα όπου η ανάπτυξη θα έχει ουσιαστικό αντίκρισμα στην καθημερινότητα του πολίτη και όπου οι νέοι θα μπορούν να σχεδιάζουν το μέλλον τους με περισσότερες ευκαιρίες στον τόπο τους, ιδιαίτερα στην περιφέρεια.
*Βουλευτής ΝΔ, Καθηγητής ΟΠΑ
Πρώην Υπουργός Οικονομικών (2019-2023) και Υποδομών & Μεταφορών (2023-2025)






