Του Χρήστου Σταϊκούρα*
Σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και σύνθετες γεωπολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις, το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2027 αποτυπώνει την πορεία της ελληνικής οικονομίας και τις προτεραιότητες για τα επόμενα χρόνια. Η Ελλάδα διατηρεί τη δημοσιονομική της σταθερότητα, ενισχύει τις αναπτυξιακές της προοπτικές και συνεχίζει την προσπάθεια να καλύψει την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η θετική πορεία της οικονομίας επιβεβαιώνεται από μια σειρά κρίσιμων μεγεθών. Για έβδομη διαδοχική χρονιά, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να κινηθεί πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ η επενδυτική απόσταση από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες προβλέπεται να περιοριστεί περαιτέρω. Την ίδια στιγμή, η ανεργία εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει το 2027 στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2008. Σημαντική παραμένει και η δημοσιονομική επίδοση της χώρας, με την καταγραφή πρωτογενών πλεονασμάτων και τη συνεχή μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την οικονομική μεγέθυνση, την ενίσχυση της απασχόλησης και τις προσπάθειες περιορισμού της φοροδιαφυγής. Παράλληλα, η προβλεπόμενη αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ δημιουργεί περιθώρια περαιτέρω σύγκλισης του ελληνικού εισοδήματος με τα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Τα αποτελέσματα αυτά αντανακλούν μια πολυετή προσπάθεια, η οποία στηρίχθηκε σε συγκεκριμένες οικονομικές επιλογές, σχεδιασμό και συνεχή εργασία. Δεν συνεπάγονται, ωστόσο, ότι η βελτίωση των συνολικών επιδόσεων έχει αποτυπωθεί στον ίδιο βαθμό στην οικονομική κατάσταση όλων των πολιτών. Για σημαντικό μέρος της κοινωνίας, η καθημερινότητα εξακολουθεί να επιβαρύνεται από τις ανατιμήσεις και το υψηλό κόστος διαβίωσης. Η επιμονή του πληθωρισμού, οι προβληματισμοί για τον ανταγωνισμό σε ορισμένες αγορές και η διεύρυνση των ανισοτήτων ενισχύουν την απόσταση ανάμεσα στη θετική εικόνα των μακροοικονομικών μεγεθών και στην προσωπική εμπειρία των νοικοκυριών.
Παράλληλα, ορισμένοι δείκτες υποδηλώνουν ότι ο ρυθμός βελτίωσης δεν είναι πλέον τόσο ισχυρός όσο κατά την πρώτη τετραετία. Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες την πρώτη περίοδο, ενώ για τη δεύτερη εκτιμάται άνοδος περίπου 2,5 μονάδων. Το κενό ΦΠΑ μειώθηκε αρχικά κατά 12,5 ποσοστιαίες μονάδες και στη συνέχεια κατά επιπλέον 2,5. Αντίστοιχα, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ενισχύθηκαν κατά 25 δισ. ευρώ την πρώτη τετραετία, και παρέμειναν σταθερές στη συνέχεια. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση, μετά την αρχική βελτίωση κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες, παρουσίασε επίσης εικόνα στασιμότητας.
Οι εξελίξεις αυτές δεν αναιρούν τα επιτεύγματα της ελληνικής οικονομίας. Καταδεικνύουν, όμως, ότι η διατήρηση των θετικών επιδόσεων δεν αρκεί. Απαιτείται νέα ώθηση, ώστε η ανάπτυξη να αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια και βάθος, να ενισχύσει τα εισοδήματα και να βελτιώσει ουσιαστικά τις συνθήκες διαβίωσης.
Η προσπάθεια αυτή προϋποθέτει την αντιμετώπιση χρόνιων αδυναμιών, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, οι δημογραφικές πιέσεις, η αναντιστοιχία δεξιοτήτων και αναγκών της αγοράς εργασίας, το αυξημένο κόστος στέγασης, οι ανισότητες μεταξύ των περιφερειών και η ανάγκη ενίσχυσης της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, στοχευμένες παρεμβάσεις και συστηματική αποτίμηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών.
Συνεπώς, η βασική προτεραιότητα της επόμενης περιόδου δεν περιορίζεται στην επίτευξη υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης. Εξίσου σημαντικό είναι να διευρυνθεί η συμμετοχή της κοινωνίας στα οφέλη της οικονομικής προόδου. Η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και των αναπτυξιακών παρεμβάσεων, όπως έχει τονίσει ο Πρωθυπουργός στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, πρέπει να συμβαδίζει με τη διαφύλαξη της δημοσιονομικής ισορροπίας.
Από το 2019, η οικονομική πολιτική έχει επιδιώξει τη μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων, την αποκλιμάκωση του χρέους και την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας. Τα βήματα που έχουν γίνει είναι σημαντικά, αλλά η συνέχισή τους απαιτεί εγρήγορση και προσαρμογή στις νέες ανάγκες. Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν πρέπει να λειτουργεί εις βάρος της κοινωνικής μέριμνας, αλλά να συνδυάζεται με πολιτικές που ενισχύουν τις ευκαιρίες και περιορίζουν τις ανισότητες.
Ο Προϋπολογισμός του 2027 καλείται, επομένως, να συμβάλει στην επόμενη φάση της ελληνικής οικονομίας: μια φάση με ισχυρότερη παραγωγική βάση, μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα και πιο δίκαιη κατανομή των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης. Το ζητούμενο είναι η οικονομική πρόοδος να μετατρέπεται σε απτά οφέλη για την κοινωνία.
*Βουλευτής Ν.Δ., Καθηγητής Ο.Π.Α., Πρώην Υπουργός






