Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Καθημερινή” | 29.4.2017

“Αυταπάτες και πραγματικότητα για τη δημοσιονομική προσαρμογή”

 

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.

Το μέγεθος όμως της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά τους.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και έχουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα όμως, η αναγκαία δημοσιονομική ισορροπία θα πρέπει να συνοδεύεται από την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να μειώνονται οι επιπτώσεις της προσαρμογής και να επιτυγχάνονται, σταδιακά, διατηρήσιμοι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης.

Οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βοηθήσουν, μέσω μιας αυτοτροφοδοτούμενης διαδικασίας, στην επίτευξη υψηλών, αλλά ρεαλιστικών, δημοσιονομικών στόχων, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δυστυχώς, τα δύο τελευταία χρόνια, δεν ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική.

Η Κυβέρνηση με τις πράξεις και παραλείψεις της, με την αναποτελεσματικότητα και την αβελτηρία της, με τις παλινωδίες και τις ιδεοληψίες της, «φόρτωσε» τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις με 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, κυρίως μέσω της αύξησης άμεσων και έμμεσων φόρων, διόγκωσε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Κράτους προς τους ιδιώτες, συμφώνησε σε υψηλά και για μακρά περίοδο πρωτογενή πλεονάσματα, επέδειξε αλλεργία στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, ο δείκτης υλοποίησης μεταρρυθμίσεων υποχώρησε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2015-2016 σε σχέση με την περίοδο 2013-2014.

Το αποτέλεσμα είναι το «στέγνωμα» της αγοράς από ρευστότητα και η επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση. Η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα σε ύφεση τα 2 τελευταία χρόνια! Καθιστώντας τον εφετινό στόχο για υψηλή ανάπτυξη μη ρεαλιστικό.

Παρά ταύτα, η Κυβέρνηση, μέσα στις αυταπάτες της, πανηγυρίζει για το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2016.

Παραβλέπει όμως ότι αυτό οφείλεται, εκτός της διευρυμένης και πράγματι επωφελούς χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών, στην εσωτερική στάση πληρωμών (π.χ. οι δαπάνες για ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, που έχουν πολύ υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, μειώθηκαν κατά 1,3 δισ. ευρώ), στην υπερφορολόγηση των πολιτών (5 δισ. ευρώ νέα μέτρα), στην εκτόξευση των κατασχέσεων και των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και σε μη-επαναλαμβανόμενα έσοδα (π.χ. αυξημένο μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος).

Και αδιαφορεί για το ότι, με την πολιτική της, διογκώνει μια σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας, όπως είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, τα «κόκκινα δάνεια» στο τραπεζικό σύστημα, η βιωσιμότητα φορέων του Δημοσίου (π.χ. ΔΕΗ).

Υπενθυμίζεται ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση επιτύγχανε πρωτογενή πλεονάσματα πληρώνοντας το μεγαλύτερο κομμάτι των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, διευρύνοντας τη φορολογική βάση, μειώνοντας φόρους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χορηγώντας κοινωνικό μέρισμα με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, βελτιώνοντας, έστω και οριακά, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, οδηγώντας την οικονομία στη σταδιακή ανάκαμψη.

Με στόχο την υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, που με τη σειρά της θα οδηγούσε στην επίτευξη, για μικρή περίοδο, υψηλών δημοσιονομικών στόχων.

Δυστυχώς όμως, σύμφωνα με τις συγκριτικές εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ελληνική οικονομία, εξαιτίας της ακολουθούμενης πολιτικής της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, θα έχει απολέσει 27 δισ. ευρώ δυνητικού πλούτου μέχρι το 2018, καθιστώντας αναγκαία τη λήψη πρόσθετων μέτρων από το 2015, ακόμη και για μετά το 2018.

Συνεπώς, η πραγματικότητα δεν προσφέρεται για όψιμους πανηγυρισμούς, αλλά για σοβαρούς προβληματισμούς.

Η χώρα πρέπει να υλοποιήσει διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις και να συνεχίσει τη δημοσιονομική ισορροπία, που ξεκίνησε το 2013, με ένα άλλο μείγμα πολιτικής και με ρεαλιστικούς στόχους.

Η χώρα χρειάζεται παραγωγή – παραγωγή – παραγωγή ανταγωνιστικών και διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν μπορεί να τα επιτύχει.

 

2017-04-29 Άρθρο Καθημερινή

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην ιστοσελίδα “insider.gr” | 26.4.2017

“Το κόστος της καθυστέρησης για την ελληνική οικονομία”

 

Τα χρονικά ορόσημα που θέτει η Κυβέρνηση παρέρχονται, το ένα μετά το άλλο, με κόστος για την ελληνική οικονομία και τους πολίτες.

Η Κυβέρνηση βάζει, συνεχώς, νέες, δήθεν «κόκκινες γραμμές», τις οποίες πολύ σύντομα διαγράφει.

Ο Πρωθυπουργός υποστήριζε ότι «είναι απολύτως αδύνατον, πρωτογενή πλεονάσματα του ύψους του 3,5% του ΑΕΠ, μετά το 2018, να διατηρηθούν». Και σήμερα συμφωνεί για το αντίθετο.

Ο Υπουργός Οικονομικών υποστήριζε ότι «η Κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να νομοθετήσει τώρα μέτρα για το 2019 και μετά». Και σήμερα συμφωνεί στο αντίθετο.

Ο Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης υποστήριζε ότι «δεν είναι στις προθέσεις της Κυβέρνησης η μείωση του αφορολόγητου». Και σήμερα συμφωνεί στο αντίθετο.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η Κυβέρνηση, στο πλαίσιο της 2ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου, να διαπραγματεύεται ουσιαστικά το 4ο Μνημόνιο.

Στο μεταξύ όμως, η πολύμηνη καθυστέρηση ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, «φούσκωσε» το λογαριασμό.

Αποδεικνύεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος» στην οικονομία.

Τα πρόσφατα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα.

Η καθυστέρηση του 2015 και του 2016 οδήγησε στο 3ο αχρείαστο Μνημόνιο, στους κεφαλαιακούς περιορισμούς που υφίστανται ακόμη και σήμερα, στον οριζόντιο και αυτόματο «κόφτη», στο αιώνιο υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και σε 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, κυρίως με την αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων.

Επιπλέον, η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της τρέχουσας αξιολόγησης προσέθεσε νέα δημοσιονομικά μέτρα, όπως είναι η περικοπή του αφορολόγητου και των συντάξεων, για μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή για μετά το 2018.

Ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στα 12,6 δισ. ευρώ μέτρα.

Είναι σαφές, με την αποδοχή όλων των απαιτήσεων των δανειστών, ότι όχι μόνο δεν «θα έχουμε το τέλος της λιτότητας», αλλά θα έχουμε τη διεύρυνση και την επέκτασή της.

Το αντίμετρο είναι η υποθήκευση του μέλλοντος της χώρας από τους δανειστές για την αναξιοπιστία του παρόντος.

Επίσης όμως, η καθυστέρηση προσέθεσε κόστος και στην πραγματική οικονομία.

Ενδεικτικά:

  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν, μόνο το πρώτο δίμηνο του έτους κατά 500 εκατ. ευρώ, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία. Και η εικόνα σίγουρα θα είναι δυσμενέστερη τους επόμενους μήνες.

  • Ο εσωτερικός δανεισμός (repos), μέσω του «σκουπίσματος» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αυξάνεται συνεχώς, «στεγνώνοντας» την αγορά.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε και η αγοραστική τους δύναμη συρρικνώθηκε, ακόμη και για βασικά είδη διατροφής, αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης των δυο τελευταίων ετών.
  • Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, στο χαμηλότερο σημείο από το Σεπτέμβριο του 2013, επιβαρύνοντας, ακόμη περισσότερο, το οικονομικό κλίμα.

  • Οι επενδύσεις συρρικνώθηκαν και τα λουκέτα πολλαπλασιάστηκαν.
  • Οι εκροές καταθέσεων από τις τράπεζες εντείνονται, παρά τους κεφαλαιακούς περιορισμούς, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν και το κόστος δανεισμού των τραπεζών διογκώθηκε.

Με λίγα λόγια αβεβαιότητα, έλλειψη εμπιστοσύνης, στέγνωμα της αγοράς και υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνθέτουν, σήμερα, την τραγική εικόνα της οικονομίας.

Στο μεταξύ, οι «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας, όπως είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, η βιωσιμότητα φορέων του Δημοσίου (π.χ. ΔΕΗ), διογκώνονται.

Συμπερασματικά, η χώρα συνεχίζει να πληρώνει πολύ ακριβά την αναποτελεσματικότητα, την αναβλητικότητα, τις παλινωδίες και τις ιδεοληψίες της σημερινής Κυβέρνησης.

Η χώρα χρειάζεται μία άλλη οικονομική πολιτική.

Με εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων και αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών.

Αυτή την πολιτική η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να την υλοποιήσει.

 

Επιμέλεια: Στέλλα Κεμανετζή

insider.gr

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην ιστοσελίδα “Capital.gr” | 5.4.2017

“Ρέπος και ληξιπρόθεσμες οφειλές «τραβούν ξανά την ανηφόρα»”

 

Η Κυβέρνηση κάθε φορά που «δήθεν διαπραγματεύεται», όχι μόνο δεν «ρίχνει» ρευστότητα στην αγορά, αλλά αντίθετα αντλεί ρευστότητα από αυτήν.

Ενδεικτικά, τον Φεβρουάριο, παρατηρήθηκε αύξηση των ρέπος (repos) κατά 850 εκατ. ευρώ, αγγίζοντας έτσι, συνολικά, τα 12 δισ. ευρώ.

Κάτι τέτοιο όμως στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, καθώς τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης:

1ον. Μεταφέρονται, από τις εμπορικές τράπεζες, στην Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να δανειστεί το Δημόσιο, δυσχεραίνοντας έτσι, ακόμη περισσότερο, την πιστωτική επέκταση (δεδομένης και της μείωσης των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων τους τελευταίους μήνες).

2ον. Δεσμεύονται για τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό, με αποτέλεσμα να συγκρατούνται οι πληρωμές/δαπάνες των φορέων και να δημιουργούνται νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου. Όπως άλλωστε και έγινε, αφού, από τις αρχές του έτους, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 500 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας πλέον τα 5 δισ. ευρώ.

Χαρακτηριστικό είναι δε ότι κάθε φορά που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ υποστηρίζει ότι διαπραγματεύεται, η τακτική του εκτεταμένου εσωτερικού δανεισμού, μέσω του «σκουπίσματος» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, και της εσωτερικής στάσης πληρωμών που χρησιμοποιεί για την τακτοποίηση των υποχρεώσεών της «στεγνώνει» εντελώς την αγορά.

Συγκεκριμένα, τόσο κατά τη διαπραγμάτευση του 1ου εξαμήνου του 2015, όσο και αυτής της 1ης και της τρέχουσας 2ης αξιολόγησης του 3ου Μνημονίου, ρέπος και ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν «πάρει» την ανηφόρα, στερώντας πολύτιμους πόρους από την πραγματική οικονομία.

Αποδεικνύεται ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος», στην οικονομία.

Η καθυστέρηση όμως στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης έχει κοστίσει στην οικονομία και έχει επιβαρύνει τους πολίτες.

Η χώρα «βούλιαξε» στην ύφεση, το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε, τα φορολογικά έσοδα συρρικνώθηκαν, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, οι επενδύσεις μειώθηκαν, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάστηκαν, θέσεις απασχόλησης χάθηκαν, καταθέσεις αποσύρθηκαν, τα «κόκκινα δάνεια» αυξήθηκαν, το κόστος δανεισμού των τραπεζών ενισχύθηκε, νέα μέτρα λιτότητα δρομολογούνται ακόμη και για μετά το 2018.

Αυτός ο λογαριασμός, ο οποίος και συνεχώς ανεβαίνει, έχει την σφραγίδα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και είναι το αποτέλεσμα της αναποτελεσματικότητας, της αναβλητικότητας, των παλινωδιών και των ιδεοληψιών της σημερινής Κυβέρνησης.

 

* Ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας είναι Τομεάρχης Οικονομικών ΝΔ – Βουλευτής Φθιώτιδας

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Νεοδημοκράτης” | 27.1.2017

“Προοπτικές και προτεραιότητες για το 2017”

 

Τα δύο έτη διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήταν χαμένα χρόνια για τη χώρα μας.

Δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε, το επενδυτικό περιβάλλον υπονομεύθηκε, νέα δημοσιονομικά μέτρα επιβλήθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώθηκαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών μειώθηκε, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συρρικνώθηκε.

Σήμερα, με ευθύνη της Κυβέρνησης, η Ελλάδα «λιμνάζει» βυθιζόμενη, σε ένα ευρύτερο περιβάλλον μεγάλης αβεβαιότητας και υψηλών καθοδικών κινδύνων.

Κυβέρνηση η οποία εστιάζει – εμμονικά – στην υπερφορολόγηση της εμφανούς οικονομίας και παλινδρομεί – αμήχανα – ως προς τις μεταρρυθμίσεις

Κυβέρνηση η οποία δεν θέλει ούτε μπορεί να εκσυγχρονίσει το αξιακό σύστημα, να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και να προωθήσει την εξωστρέφεια της.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να ξοδεύει πολύτιμο χρόνο, καθυστερώντας. Καθυστέρηση η οποία στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Μάρτιο του 2015, μεταθέτει τη συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους και προσθέτει μέτρα στις πλάτες της κοινωνίας.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι, τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση, όπως έγινε το 2014, και η χώρα να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή, εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό;

Κατά την άποψή μου, πάνω απ’ όλα, απαιτείται μία στιβαρή, συνεκτική και αποφασιστική πολιτική ηγεσία.

Ηγεσία η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, και να είναι διατεθειμένη να δουλέψει σκληρά.

Ηγεσία η οποία δεν θα χρησιμοποιεί τη χώρα και τους πολίτες προκειμένου να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους.

Ηγεσία η οποία θα κινείται γρήγορα, συνεκτικά, συμπληρωματικά και αποτελεσματικά, πάνω σε βασικούς άξονες, όπως είναι ενδεικτικά:

  • Η αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους, με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξάλειψη της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα.
  • Η διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με τη διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος προμηθειών, με τον αυστηρότερο έλεγχο των επιχορηγήσεων κ.α.
  • Η εμπροσθοβαρής προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου. Και αυτό γιατί αυτές μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας.
  • Η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Η θέσπιση ενεργών πολιτικών αντιμετώπισης της ανεργίας και στήριξης της απασχόλησης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας και επανένταξης σε μια σύγχρονη αγορά εργασίας μέσα από τη διεύρυνση και βελτίωση της ποιότητας των πολιτικών κατάρτισης, εξειδίκευσης και δία βίου μάθησης και της προσβασιμότητας σε αυτές, αλλά και με τη στενή παρακολούθηση των τάσεων στην αγορά εργασίας.
  • Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με προσανατολισμό στην εξωστρέφεια, με στόχευση και αξιοποίηση κλάδων με σημαντικό δυναμικό πλεονέκτημα, όπως είναι ο τουρισμός, ο πρωτογενής τομέας, η μεταποίηση, η ενέργεια, το λιανικό και χονδρικό εμπόριο, η περιβαλλοντική βιομηχανία, η ναυτιλία, και της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας, καθώς και με την ανάδειξη των νέων πηγών ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση πολιτικών πάνω σε αυτούς τους άξονες, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και θα ενισχύσει τις επενδύσεις.

Αυτά όμως προϋποθέτουν πολιτική αλλαγή, ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην ιστοσελίδα “insider.gr” | 25.1.2017

“Το κόστος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ”

 

Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τότε που ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αποκαλύφθηκε η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε.

Αποκαλύφθηκε η αδυναμία της, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποφασιστικά.

Αποκαλύφθηκαν οι πομφόλυγες για «παράλληλα προγράμματα» και για δήθεν «αριστερά πρόσημα».

Αποκαλύφθηκε η μνημονιακή της μετάλλαξη και η «διαρκής αφοσίωση στο Μνημόνιο».

Αποκαλύφθηκε πώς η «αριστερή ψυχή» γίνεται θυσία στο βωμό για λίγη «πολιτική εξουσία», ακόμη και ακραίας νεοφιλελεύθερης κοπής.

Το αποτέλεσμα σήμερα είναι, εξαιτίας της ανικανότητας, αναποτελεσματικότητας, αβελτηρίας και αναξιοπιστίας της Κυβέρνησης, η κατάσταση της οικονομίας να έχει επιδεινωθεί σημαντικά από το 2014.

Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, δυνητικός πλούτος χάθηκε, το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε, η ανταγωνιστικότητα επιδεινώθηκε, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές Δημοσίου και ιδιωτών διογκώθηκαν, το κόστος δανεισμού αυξήθηκε, η βιωσιμότητα του χρέους επιδεινώθηκε, το βιοτικό επίπεδο των πολιτών συρρικνώθηκε, τα λουκέτα στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.

Το αποτέλεσμα είναι νέα μέτρα λιτότητας, ύψους 9 δισ. ευρώ, να έχουν επιβληθεί, και ταπεινωτικές δεσμεύσεις, όπως το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο αυτόματος «κόφτης», να έχουν αναληφθεί.

Η χώρα σέρνεται και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται.

Αδιέξοδα που οφείλονται και στην αδυναμία της Κυβέρνησης να ολοκληρώσει, έγκαιρα, τη δεύτερη αξιολόγηση.

Καθυστέρηση η οποία διατηρεί και ενισχύει την αβεβαιότητα, στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Μάρτιο του 2015, μεταθέτει τη συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους στο απώτερο μέλλον και προσθέτει, άμεσα, μέτρα λιτότητας στις πλάτες της κοινωνίας.

Κάτι άλλωστε που αποτυπώνεται και στην απόφαση του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου 2016, την οποία προσυπέγραψε ο Υπουργός Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία η Κυβέρνηση:

1ον. Αποδέχεται ότι υφίσταται δημοσιονομικό κενό το 2018, το οποίο συμφωνεί να καλύψει με νέα μέτρα.

2ον. Επιβεβαιώνει ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα παραμείνουν υψηλοί, για αρκετά χρόνια μετά το 2018.

3ον. Δεσμεύεται στην επίτευξη αυτών των υψηλών στόχων με την υιοθέτηση διαρθρωτικών μέτρων και την επέκταση του «κόφτη», δηλαδή με την εφαρμογή μόνιμων μηχανισμών επιτροπείας της χώρας.

Από τα ανωτέρω, είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή.

Με την υιοθέτηση μιας διαφορετικής, συνεκτικής και ρεαλιστικής, πρότασης οικονομικής πολιτικής. Με λιγότερους φόρους, λιγότερες δαπάνες και αποτελεσματικότερο κράτος, με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας, με περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες δουλειές.

Οι Έλληνες μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά με μια άλλη Κυβέρνηση, με εθνικό σχέδιο και σκληρή δουλειά, στηριγμένοι στην αλήθεια, τη συνεννόηση και την ενότητά μας ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

 

insider.gr

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Documento” | 24.12.2016

“Ορισμένες αλήθειες για το δημόσιο χρέος και τη δυναμική του”

 

Συχνά, στο δημόσιο διάλογο, με ευθύνη της σημερινής Κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ακούγονται απλουστεύσεις και διατυπώνονται ανακρίβειες για το κρίσιμο ζήτημα του δημοσίου χρέους.

Ορισμένες αλήθειες για την αριθμητική και τη δυναμική του:

1η: Στην παγκόσμια επιστημονική βιβλιογραφία και σε εμπειρικό επίπεδο δεν υπάρχει κάποιο κρίσιμο ύψος ή κάποια καθολικά αποδεκτή μέθοδος αξιολόγησης της βιωσιμότητας του χρέους. Έτσι εξετάζεται ένα ευρύτερο φάσμα δεικτών, θέτοντας ενδεικτικά όρια, βασισμένα στη διεθνή εμπειρία.

Σε κάθε περίπτωση, κρίσιμο στοιχείο είναι η ικανότητα άντλησης χρηματοδότησης από τις αγορές, με ρεαλιστικούς όρους.

2η: Η κύρια αιτία εκτόξευσης του χρέους τη δεκαετία του 1980 ήταν η άσκηση αλόγιστης επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.

Από το τέλος αυτής της περιόδου μέχρι και το 2007, παρά τις σποραδικές προσπάθειες τιθάσευσης των δημοσιονομικών ανισορροπιών και την ύπαρξη σημαντικά υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, εκείνο που κατορθώθηκε ήταν το δημόσιο χρέος να σταθεροποιηθεί γύρω στο 100%-110% του ΑΕΠ.

Όταν δε ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση, με συνέπεια να διογκωθούν τα δημόσια χρέη όλων των χωρών, στην Ελλάδα, την άνοιξη του 2010, λόγω και λανθασμένων χειρισμών εκείνης της περιόδου, το πρόβλημα χρέους μετετράπη σε κρίση δανεισμού.

Στη συνέχεια όμως, το 78% της σωρευτικής διόγκωσης του λόγου χρέος/ΑΕΠ την περίοδο 2010-2015 οφείλεται στον παρονομαστή, στη μεγάλη συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας.

3η: Η αυξητική δυναμική του χρέους «φρέναρε» με τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012.

Εκτός όμως από το ύψος, βελτιώθηκε αισθητά και το «προφίλ» του χρέους, με την υλοποίηση δέσμης μέτρων, όπως είναι η επέκταση της περιόδου χάριτος και των ωριμάνσεων, η μείωση των επιτοκίων, η κατάργηση χρεώσεων και η αναβολή πληρωμών τόκων.

Το αποτέλεσμα αυτών των παρεμβάσεων είναι οι τόκοι να διαμορφώνονται σήμερα στα 5,6 δισ. ευρώ, από 16,1 δισ. ευρώ το 2011. Ενώ, 20 από τις υπόλοιπες 27 ευρωπαϊκές χώρες έχουν υψηλότερο κόστος δανεισμού.

Ενώ η χώρα βγήκε και στις αγορές, δοκιμαστικά, δύο φορές, το 2014.

4η: Σήμερα συζητάμε και πάλι για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους. Γιατί;

Καταρχήν γιατί οι δανειστές δεν υλοποίησαν τις υποσχέσεις του 2012, για επιπλέον ρυθμίσεις στο χρέος.

Αλλά κυρίως γιατί η βιωσιμότητα του χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία από τις αρχές του 2015. Με ένα σωρευτικό κόστος το οποίο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης και της Τράπεζας της Ελλάδος, υπερβαίνει τα 86 δισ. ευρώ.

5η: Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που αποφασίστηκαν στο τελευταίο Eurogroup, αν και κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, έρχονται να καλύψουν ένα μικρό μέρος αυτής της επιβάρυνσης, και μάλιστα το 2060.

Ενώ παράλληλα, η Κυβέρνηση συμφώνησε σε υψηλούς δημοσιονομικούς στόχους, για αρκετά χρόνια μετά το 2018. Δεσμεύτηκε μάλιστα στην επίτευξη αυτών των στόχων, με την εφαρμογή νέων μέτρων και τη μονιμοποίηση του «κόφτη». Ενώ στην απόφαση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα αναγκαία μεσοπρόθεσμα μέτρα, τα οποία παραπέμπονται για μετά το 2018.

6η: Συνεπώς, τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος;

Καταρχήν, θα πρέπει να υλοποιηθούν, το ταχύτερο δυνατόν, οι βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις για το χρέος.

Παράλληλα, θα πρέπει να διατυπωθούν, μετά την ολοκλήρωση της τρέχουσας αξιολόγησης και όχι το 2018, οι αναγκαίες μεσοπρόθεσμες παραμετρικές παρεμβάσεις στο χρέος, οι οποίες θα πρέπει να περικλείουν χαμηλότερα δημοσιονομικά πλεονάσματα.

Αυτές όμως οι παρεμβάσεις αν και αναγκαίες, δεν είναι αρκετές αν δεν συνοδευτούν από την επιστροφή της χώρας σε διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Η χώρα χρειάζεται, άμεσα, ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών.

Κυρίως χρειάζεται τη διαμόρφωση και υλοποίηση ενός συγκροτημένου σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης, που θα έχει ως στόχο μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, με την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και τη συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Αν υλοποιήσουμε αυτές τις προϋποθέσεις, θα καταφέρουμε να σπάσουμε το φαύλο κύκλο της ύφεσης και να οδηγηθούμε στον ενάρετο κύκλο της ανάπτυξης.

 

2016-12-24 Άρθρο DOCUMENTO

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” | 24.12.2016

“Προτεραιότητες μιας νέας οικονομικής πολιτικής”

 

Η Ελλάδα, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης το 2014, «λιμνάζει» βυθιζόμενη, σε ένα ευρύτερο περίγυρο μεγάλης αβεβαιότητας και υψηλών κινδύνων.

Τα τελευταία δύο χρόνια, δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε, το επενδυτικό περιβάλλον υπονομεύθηκε, νέα δημοσιονομικά μέτρα επιβλήθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώθηκαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε.

Και όμως, η Κυβέρνηση συνεχίζει να «βαδίζει» στον ίδιο δρόμο: να ξοδεύει πολύτιμο χρόνο, να εστιάζει – εμμονικά – στην υπερφορολόγηση της εμφανούς οικονομίας και να παλινδρομεί – αμήχανα – ως προς τις μεταρρυθμίσεις.

Δεν θέλει ούτε μπορεί να εκσυγχρονίσει το αξιακό σύστημα, να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα, να προωθήσει την εξωστρέφεια της οικονομίας.

Οικονομία η οποία βρίσκεται σε παρατεταμένη, χαμηλή και με ισχυρές αναταράξεις «πτήση», με ασθενέστερη δυναμική σε σχέση με το 2014.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά διατηρήσιμης μεγέθυνσης και βιώσιμης ανάπτυξης;

Κατά την άποψή μου, πάνω απ’ όλα, απαιτείται μία στιβαρή, συνεκτική και αποφασιστική πολιτική ηγεσία.

Ηγεσία η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, να υπηρετεί και να μην χρησιμοποιεί τη χώρα και τους πολίτες προκειμένου να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους, και να κινείται γρήγορα και αποτελεσματικά πάνω σε βασικούς άξονες, όπως είναι:

  • Η αναμόρφωση του ρόλου και η βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους, με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την εξάλειψη της γραφειοκρατίας, την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας, την επέκταση της αξιολόγησης σε όλο το εύρος του δημοσίου τομέα.
  • Η διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, που θα εδράζεται σε χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με την εύρεση και αξιοποίηση δημοσιονομικών ισοδυνάμων, με την θέσπιση αυστηρών διαδικασιών για την τακτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δημοσίων δαπανών, με τη συρρίκνωση της φοροδιαφυγής μέσα από τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.
  • Η εμπροσθοβαρής υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών για την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και η εντατικοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου.
  • Η ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, με την εμπροσθοβαρή αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με προσανατολισμό στην εξωστρέφεια, με την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας, καθώς και με την ανάδειξη των νέων πηγών ανάπτυξης, όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση πολιτικών πάνω σε αυτούς τους άξονες, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας μας και θα ενισχύσει τις επενδύσεις.

Αυτά όμως προϋποθέτουν πολιτική αλλαγή, ώστε να σπάσει το καταστροφικό καθοδικό σπιράλ που οδηγεί όλο και βαθύτερα στο οικονομικό τέλμα και την κοινωνική μιζέρια.

 

2016-12-24 Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” | 18.12.2016

“Η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα”

 

Η Κυβέρνηση, με την υπογραφή της στην τελευταία απόφαση του Eurogroup:

1ον. Αποδέχεται ότι υφίσταται δημοσιονομικό κενό το 2018, το οποίο συμφωνεί να καλύψει με πρόσθετα μέτρα λιτότητας.

2ον. Επιβεβαιώνει ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα παραμείνουν υψηλοί, για αρκετά χρόνια μετά το 2018.

3ον. Δεσμεύεται στην επίτευξη αυτών των υψηλών στόχων με την υιοθέτηση διαρθρωτικών μέτρων και την επέκταση του «κόφτη», δηλαδή με την εφαρμογή μόνιμων μηχανισμών επιτροπείας της χώρας.

Και επειδή η Κυβέρνηση συνεχίζει να κρύβει την αλήθεια ως προς το ύψος και τη διάρκεια των πλεονασμάτων που – τουλάχιστον μέχρι σήμερα – έχει συμφωνηθεί για τη μεσο-μακροπρόθεσμη περίοδο, ιδού οι αποδείξεις των ψεμάτων της:

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα του χρέους, τα οποία θα το μειώσουν κατά περίπου 22 ποσοστιαίες του ΑΕΠ το 2060.

Η άσκηση όμως αυτή στηρίζεται σε ορισμένες παραδοχές.

Σύμφωνα με την Έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), η επίτευξη αυτού του στόχου στηρίζεται στις «βασικές παραδοχές του περασμένου Μαΐου».

Ποιες είναι όμως οι βασικές παραδοχές σύμφωνα με την Έκθεση του Μάϊου;

Σε ότι αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα, ύψος 3,5% του ΑΕΠ για μία δεκαετία, 3,2% του ΑΕΠ για τα επόμενα τουλάχιστον 5 χρόνια και 2,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2040 (συνημμένο Β).

Συνεπώς, τα Κυβερνητικά «ψέματα έχουν κοντά ποδάρια».

Και σήμερα που αποδεικνύεται, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση δεν έχει «κόκκινες γραμμές» και η ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης μετατίθεται, παλινδρομεί και «κατασκευάζει εχθρούς», εντός και εκτός χώρας, για να καλύψει τα αδιέξοδα της πολιτικής της.

Η αλήθεια, όμως, δεν κρύβεται:

O κ. Πρωθυπουργός και η Κυβέρνησή του, κάθε μέρα, όλο και περισσότερο, επιβεβαιώνουν ότι είναι ιδεολογικά και πολιτικά ανερμάτιστοι και ανειλικρινείς.

Η πολιτική αλλαγή έχει καταστεί επιβεβλημένη.

Οι Έλληνες μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά με σχέδιο, στηριγμένοι στην αλήθεια, τη συνεννόηση και τη συνοχή μας.

2016-12-18 Άρθρο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” | 28.11.2016

Αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών: «Μνημείο» κυβερνητικής ανικανότητας και αναποτελεσματικότητας

 

Η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες αποτελεί βασική πηγή ενίσχυσης της ρευστότητας στην οικονομία και ουσιαστικό μηχανισμό τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας.

Αυτό απεδείχθη την περίοδο 2013-2014 όταν και ετέθησαν οι βάσεις για τη μείωσή τους, με τη νομοθέτηση και υλοποίηση ενός συνεκτικού και αποτελεσματικού προγράμματος αποπληρωμής των οφειλών, το οποίο ακόμη και η σημερινή Κυβέρνηση επικαλείται στον εφετινό Προϋπολογισμό της.

Το αποτέλεσμα ήταν, στο τέλος του 2014, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές να έχουν μειωθεί, καθαρά, κατά 6 δισ. ευρώ και η οικονομία να παρουσιάζει μεγέθυνση, για πρώτη φορά από την έναρξη της κρίσης.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή, από τις αρχές του 2015, ανετράπη.

Οι οφειλές «τράβηξαν», και πάλι, «την ανηφόρα», ενώ συνεχίζουν να δημιουργούνται και καινούργιες.

Οι δεσμεύσεις δε της Κυβέρνησης για την αποπληρωμή τους, αποδεικνύονται «αριστερές πομφόλυγες».

Συγκεκριμένα:

1η. Με βάση το 3ο Μνημόνιο (Αύγουστος 2015), η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θα έπρεπε να προχωρήσει στην εκκαθάριση του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών έως το τέλος του 2016.

Αυτό δεν έγινε εξαιτίας της δήθεν «γενναίας» διαπραγμάτευσης και της πολύμηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου να «εκτοξευθούν» στα 7,2 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2016, αυξημένες κατά 89% από το Δεκέμβριο του 2014.

2η. Με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο (Ιούνιος 2016), η αποπληρωμή του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.

Πράγματι, από τον Ιούλιο του 2016, ξεκίνησε η σταδιακή αποπληρωμή τους.

Όμως, αυτή γίνεται με «ρυθμούς χελώνας», με λιγότερους σε σχέση με τον προγραμματισμό πόρους για την αποπληρωμή τους (-2,3 δισ. ευρώ) και με την Κυβέρνηση να δημιουργεί και νέες οφειλές.

Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου να παραμένουν υψηλές και να έχουν διαμορφωθεί στα 6,2 δισ. ευρώ το Σεπτέμβριο του 2016.

Δηλαδή, μέσα στο τελευταίο τρίμηνο, οι οφειλές μειώθηκαν κατά 1 δισ. ευρώ, αν και διοχετεύθηκαν πόροι ύψους περίπου 1,8 δισ. ευρώ.

Γιατί υπήρξε αυτή η απόκλιση; Επειδή την ίδια περίοδο δημιουργήθηκαν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους περίπου 850 εκατ. ευρώ!

Πρόκειται για «μνημείο» Κυβερνητικής ανικανότητας, αναποτελεσματικότητας και αβελτηρίας.

3η. Σήμερα, φαίνεται ότι η αποπληρωμή των οφειλών, μέσω ασαφών «αριστερής κοπής» δεσμεύσεων, μετατίθεται για ακόμη αργότερα, πιθανόν και για μετά το 2017.

Προσδοκώντας τουλάχιστον το 2017 να φτάσουν στο επίπεδο του 2014.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και στο πεδίο της αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ παρέλαβε την οικονομία στον «1ο όροφο», την έριξε στο «υπόγειο», και σήμερα πανηγυρίζει που προσπαθεί να την ανεβάσει στο «ισόγειο».

 

liberal.gr

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στο capital.gr | 29.10.2016

Δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας

 

Η ελληνική οικονομία, μετά την μικρή ανάκαμψη του 2014, “κύλησε”, με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης, και πάλι στην ύφεση το 2015, κατάσταση στην οποία παραμένει το 2016.

Έτσι, την ίδια περίοδο που η Ευρώπη επιταχύνει, η χώρα μας οπισθοχωρεί και “σέρνεται”, έχοντας χάσει ήδη δύο χρόνια.

Συνεπώς, σήμερα το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση της οικονομίας και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Ανάπτυξης και όχι απλώς μεγέθυνσης, κάτι που σημαίνει βελτίωση τόσο της υλικής ευημερίας όσο και της κατανομής των παραγόμενων αγαθών.

Βασικές προϋποθέσεις είναι:

: Η διαμόρφωση μιας συνεκτικής και αποφασιστικής κυβέρνησης, η οποία να διαθέτει ένα συγκροτημένο σχέδιο επανεκκίνησης της οικονομίας.

: Η εμπροσθοβαρής προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, ακόμα και πέραν αυτών που έχουν συμφωνηθεί στο τρίτο Μνημόνιο.

Και, φυσικά, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με ποιους τρόπους μπορεί αυτό να γίνει;

1ος: Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων.

2ος: Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, οι οποίες σήμερα έχουν “εκτοξευθεί” κατά 63% από τις αρχές του 2015, ενώ γεννιούνται, παρά τη μερική αποπληρωμή τους, και νέες.

3ος: Με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης και την ένταξη στο πρόγραμμα “ποσοτικής χαλάρωσης”. Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης, που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

: Η αλλαγή του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Αυτό μπορεί να γίνει:

– Με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.

– Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε το 2014, όταν και αρχίσαμε να μειώνουμε –σταδιακά– φορολογικούς συντελεστές.

– Με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών.

– Με τη συρρίκνωση της “παραοικονομίας” και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, υλοποιώντας –μεταξύ άλλων– ένα συνεκτικό πλέγμα διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων για την προώθηση και επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως πρόσφατα –ως αξιωματική αντιπολίτευση– καταθέσαμε.

– Με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% του ΑΕΠ, από το 3,5%.

: Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.

Βιωσιμότητα η οποία επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους χειρισμούς των 2 τελευταίων ετών.

Επί του παρόντος, η απόφαση του Eurogroup παραμένει ασαφής και είναι αβέβαιη, τελεί υπό πολλές προϋποθέσεις και είναι μελλοντική.

: Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να ολοκληρωθεί –από την ελληνική κυβέρνηση– τον Μάρτιο του 2016. Και το οποίο σήμερα όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά ούτε καν συζήτηση γίνεται γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της Δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της “ποιότητας” των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία, καθώς και η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης.

Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση αυτών των προϋποθέσεων θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και θα βοηθήσει στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Δυστυχώς, όμως, η σημερινή κυβέρνηση αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.

Η χώρα χρειάζεται μια άλλη κυβέρνηση. Κυβέρνηση της Ν.Δ., που θα είναι περισσότερο αποτελεσματική και πιο αξιόπιστη, θα στηρίζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και θα έχει ως στόχο την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής.

Ώστε, με τη δημιουργική συμβολή όλων, να σπάσουμε τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αδράνειας και μιζέριας και να διασφαλίσουμε για τη χώρα μας μια αξιοπρεπή πορεία στην ανταγωνιστική και αβέβαιη ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή.

* Άρθρο του, Χρήστου Σταϊκούρα, Συντονιστή Οικονομικών Υποθέσεων Ν.Δ. – Βουλευτή Φθιώτιδας, με αφορμή το Capital + Vision 2016

 

capital.gr

TwitterInstagramYoutube