ΑΡΘΡΟ

Άρθρο στην ιστοσελίδα “tovima.gr” – “Ελληνική οικονομία: Κυκλική ανάταξη ή βιώσιμη ανάπτυξη;”

Η χώρα έχει πληρώσει πολύ ακριβά τις πράξεις και τις παραλείψεις της ανερμάτιστης και ιδεοληπτικής διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Στο πεδίο της οικονομίας, οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησαν, πολλαπλασιάστηκαν τα «λουκέτα» στην αγορά, εκτοξεύθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, διογκώθηκε το ιδιωτικό χρέος, επιδεινώθηκε η ανταγωνιστικότητα της χώρας, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί περιορισμοί, αυξήθηκε το κόστος δανεισμού, συρρικνώθηκαν οι καταθέσεις ιδιωτών και επιχειρήσεων, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση μετά την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια, η χώρα παραμένει «απούσα» – δυόμιση χρόνια μετά την έναρξή του – από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, νέα αχρείαστα μνημόνια επιβλήθηκαν, υψηλά και για πολλά χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα συμφωνήθηκαν, πολλά δισεκατομμύρια νέα μέτρα λιτότητας ελήφθησαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε σημαντικά.

Και σήμερα, παρά την κυκλική ανάταξη και τη βελτίωση που έχει επέλθει σε κάποιους μακροοικονομικούς δείκτες εξαιτίας της – με μεγάλη καθυστέρηση και τεράστιο κόστος – ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης, η χώρα όχι μόνο δεν έχει φτάσει ακόμη εκεί που ήταν το 2014, αλλά συνεχίζει να «σέρνεται» στο τέλμα.

Η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει εξαντληθεί, οι κατασχέσεις πολλαπλασιάζονται, η εσωτερική στάση πληρωμών διευρύνεται και διογκώνεται, αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν, σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές δεν πραγματοποιούνται, η Κυβέρνηση βάζει συνεχή εμπόδια στην υλοποίηση επενδύσεων, η ολοκλήρωση της 3ης αξιολόγησης μετατίθεται – από το τέλος Οκτωβρίου – στην καλύτερη περίπτωση για το Δεκέμβριο.

Συνεπώς, στόχος της επόμενης Κυβέρνησης, της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, θα είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την έξοδο της χώρας από την πολυετή και πολύπλευρη κρίση, παρά τις επώδυνες δεσμεύσεις και τις μνημονιακές πολιτικές στις οποίες έχει συμφωνήσει η σημερινή Κυβέρνηση με τους δανειστές για μετά τη λήξη του 3ου Προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018.

Προς αυτή την κατεύθυνση, ο Πρόεδρός της κ. Κ. Μητσοτάκης, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, κατέθεσε ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου είναι:

1ος άξονας: Η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων (μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις, μείωση του ΕΝΦΙΑ, μείωση του φόρου στα μερίσματα, αύξηση του ορίου για υποβολή ΦΠΑ, παροχή φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, μείωση της φορολογίας ανάλογα με τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται).

Αυτό θα γίνει με τη χρήση ισοδυνάμων που θα προκύψουν, μεταξύ άλλων, από την αξιολόγηση των δαπανών, τη δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, την αυστηρότερη αναλογία προσλήψεων/αποχωρήσεων στο Δημόσιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, την παραχώρηση ορισμένων λειτουργιών στον ιδιωτικό τομέα μέσω συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, την ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τους αυστηρότερους ελέγχους, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και την επέκταση της χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Επιπλέον, θα επιδιωχθεί μια νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης, με σκοπό την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης σε σχέση με τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών (1%), που θα προσεγγίζουν ή/και θα υπερβαίνουν την αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν στις εκθέσεις τους το 2014 (1,9%).

Η αύξηση του πλούτου, και πάλι σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, αφού στα τρέχοντα επίπεδα χρέους, μία αύξηση του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού Α.Ε.Π. κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/Α.Ε.Π. κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, μια αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 1 ποσοστιαία μονάδα του Α.Ε.Π. οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/Α.Ε.Π., μόνο, κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, και αυτό στην καλύτερη περίπτωση, όταν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής ισούται με μηδέν, το οποίο είναι γνωστό πως δεν ισχύει.

Αυτό, με τη σειρά του, θα οδηγήσει στη σταδιακή μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά και σε βάθος τετραετίας, για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τη μείωση του κατώτατου φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα, την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και τη μείωση του ΦΠΑ.

Παράλληλα, θα ενισχυθεί η κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή, με την καθολική επέκταση και αναβάθμιση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

2ος άξονας: Η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα βελτιώσουν την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, θα ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις απασχόλησης.

Με την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό του νομοθετικού πλαισίου για τις βιομηχανικές περιοχές, την ταχύτατη υλοποίηση των ήδη σχεδιασμένων αποκρατικοποιήσεων, την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τον εξορθολογισμό της λειτουργίας του Κράτους, τη μείωση των διοικητικών βαρών, την απλούστευση των διαδικασιών, τη νέα οργάνωση της Κυβέρνησης και της ανώτατης διοίκησης.

3ος άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και θα οδηγήσει στην κατάργηση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, η βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας η οποία θα μειώσει το κόστος δανεισμού των τραπεζών, η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Παράλληλα, προτείνεται η εισαγωγή ενός λευκού μητρώου επιχειρήσεων, προσφέροντας κίνητρα με μειωμένες εισφορές για τις συνεπείς ασφαλιστικά επιχειρήσεις.

4ος άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Στόχος αυτής πρέπει να είναι η μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου (με έμφαση στον τουρισμό, στον πρωτογενή τομέα, στις υποδομές, στον ορυκτό πλούτο της χώρας κ.α.).

Βασικός πυλώνας πρέπει να είναι η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, δίνοντας έμφαση στη διαμόρφωση ενός ποιοτικού, ανοικτού και διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας.

Συμπερασματικά, αυτό το σχέδιο είναι ικανό να απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και να μας βγάλει από τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής μιζέριας.

Σχέδιο που θα επαναφέρει τη χώρα σε ανοδική πορεία με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίησή της.

Διότι οι Έλληνες αξίζουμε και μπορούμε καλύτερα.

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή” – “Πόσο εφικτή είναι η αλλαγή δημοσιονομικής πολιτικής;”

Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι η δημοσιονομική προσαρμογή αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.

Το μέγεθος όμως της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά τους.

Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και έχουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.

Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα όμως, η αναγκαία δημοσιονομική ισορροπία θα πρέπει να συνοδεύεται από την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να μειώνονται οι επιπτώσεις της προσαρμογής και να επιτυγχάνονται, σταδιακά, διατηρήσιμοι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης.

Οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα βοηθήσουν, μέσω μιας αυτοτροφοδοτούμενης διαδικασίας, στην επίτευξη υψηλών, αλλά ρεαλιστικών, δημοσιονομικών στόχων, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.

Δυστυχώς, τα 2,5 τελευταία χρόνια, δεν ακολουθείται αυτή η οικονομική πολιτική.

Επιλογή της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είναι η δημοσιονομική προσαρμογή να γίνεται από το σκέλος των εσόδων, με την περαιτέρω αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των πολιτών.

Επιλογή οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη, την οποία κακώς αποδέχθηκαν οι εταίροι και δανειστές.

Επιλογή που έχει οδηγήσει τη χώρα να «σέρνεται» στο τέλμα, με αποτέλεσμα την υπογραφή νέων αχρείαστων μνημονίων, τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας που συρρικνώνουν σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, τη δέσμευση για υψηλά και για πολλά χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα και με μια «ρήτρα ανάπτυξης» που θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως αντικίνητρο ανάπτυξης.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κ. Μητσοτάκης, στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, κατέθεσε ένα ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση, με στόχο τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Βασικός πυλώνας αυτού του σχεδίου είναι η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και με τη στοχευμένη και σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αρχικά, με τη μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις, τη μείωση του ΕΝΦΙΑ, τη μείωση του φόρου στα μερίσματα, την αύξηση του ορίου για υποβολή ΦΠΑ, τα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία, τη μείωση της φορολογίας ανάλογα με τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται.

Αυτά θα γίνουν με ισοδύναμα που θα προκύψουν, μεταξύ άλλων, από την αξιολόγηση των δαπανών, τη δημοσιονομική πειθαρχία σε όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, την αυστηρότερη αναλογία προσλήψεων/αποχωρήσεων στο Δημόσιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, την παραχώρηση ορισμένων λειτουργιών στον ιδιωτικό τομέα μέσω συμπράξεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, την ενίσχυση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, τους αυστηρότερους ελέγχους, τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και την επέκταση της χρήσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Στη συνέχεια, η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα προτείνει, θα διεκδικήσει και τελικά θα επιτύχει μια νέα ρήτρα μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης.

Θα δεσμευθεί στην υλοποίηση ενός συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων – εντός και εκτός του Προγράμματος – για μετά το 2018. Σχέδιο που θα ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, με έμφαση στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, την πιο αποτελεσματική λειτουργία του Κράτους, την υλοποίηση αναπτυξιακών πολιτικών στον πρωτογενή τομέα, τον τουρισμό, τον ορυκτό πλούτο και τις υποδομές και, κυρίως, με την επένδυση στις νέες, ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως είναι η παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία.

Η επιτυχής υλοποίηση αυτού του προγράμματος θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών (1%), που θα προσεγγίζουν ή/και θα υπερβαίνουν την αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν στις δικές τους εκθέσεις το 2014 (1,9%).

Κάτι που θεωρείται εφικτό αφού, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τα συμπληρωματικά οφέλη από τη ταυτόχρονη υλοποίηση δημοσιονομικής προσαρμογής και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μπορούν να οδηγήσουν σε επιπρόσθετη αύξηση του ΑΕΠ μεταξύ 0,5% και 4%, ανάλογα με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής.

Η αύξηση του πλούτου, και πάλι σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, αφού στα τρέχοντα επίπεδα χρέους, μία αύξηση του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού Α.Ε.Π. κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/Α.Ε.Π. κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίθετα, μια αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος κατά 1 ποσοστιαία μονάδα του Α.Ε.Π. οδηγεί σε μείωση του λόγου χρέους/Α.Ε.Π., μόνο, κατά 1 ποσοστιαία μονάδα, και αυτό στην καλύτερη περίπτωση, όταν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής ισούται με μηδέν, το οποίο είναι γνωστό πως δεν ισχύει.

Αυτό, με τη σειρά του, θα οδηγήσει στη σταδιακή μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος μέχρι το 2%. Ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά και σε βάθος τετραετίας, για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, τη μείωση του κατώτατου φορολογικού συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα, την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και τη μείωση του ΦΠΑ.

Υπενθυμίζουμε ότι το 2014, με αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα, η τότε Κυβέρνηση επέτυχε τη μείωση φορολογικών συντελεστών, κάτι που δεν προβλέπονταν στο 2ο Μνημόνιο.

Αυτό το συνεκτικό σχέδιο μπορεί να σπάσει το καταστροφικό «καθοδικό σπιράλ» που οδηγεί, όλο και βαθύτερα, στο οικονομικό τέλμα, την κοινωνική μιζέρια και την εθνική παρακμή. Και να μας οδηγήσει σε «ανοδικό σπιράλ», με στόχο την ολόπλευρη ισχυροποίηση της χώρας. Διότι οι Έλληνες αξίζουμε και μπορούμε καλύτερα.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Capital.gr” – “Κεντρική διαχείριση ταμειακών διαθεσίμων: Χρήση για ενίσχυση ρευστότητας, όχι κατάχρηση για “ασφυξία” της οικονομίας”

Η κεντρική διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης είναι, καταρχήν, επιθυμητή. Πρέπει όμως να γίνεται λελογισμένα, όταν κρίνεται απαραίτητο, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των φορέων και την καταθετική βάση των τραπεζών, με στόχο τον ορθολογικότερο ταμειακό προγραμματισμό και την ενίσχυση της ρευστότητας του Δημοσίου, και συνακόλουθα της πραγματικής οικονομίας.

Με βάση αυτή την αρχή, ξεκίνησε στις αρχές του 2014 η αξιοποίηση του εργαλείου της σύναψης ρέπος από την πλευρά του Δημοσίου. Έτσι, στο τέλος του 2014, τα ρέπος ανέρχονταν σε 8,6 δισ. ευρώ. Όμως, τότε, οι καταθέσεις στις εμπορικές τράπεζες ήταν 160 δισ. ευρώ και η εξάρτηση από τον έκτακτο μηχανισμό ενίσχυσης της ρευστότητας (ELA) μηδενική. Παράλληλα, η τότε Κυβέρνηση αποπλήρωνε μεθοδικά και σταθερά τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, μειώνοντας αυτές κατά 5,5 δισ. ευρώ ή 60% μέχρι το τέλος του 2014.

Αυτή η ορθολογική πρακτική, δυστυχώς, άλλαξε από τις αρχές του 2015. Και είναι το αποτέλεσμα της αναποτελεσματικότητας, της αναβλητικότητας και των παλινωδιών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση η οποία όχι μόνο δεν “ρίχνει” ρευστότητα στην αγορά, αλλά αντίθετα αντλεί ρευστότητα από αυτήν. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι αυτό συμβαίνει, κυρίως, κάθε φορά που η Κυβέρνηση δήθεν διαπραγματεύεται (βλέπετε διάγραμμα).

πιν

Όμως, η τακτική του εκτεταμένου, υποχρεωτικού εσωτερικού δανεισμού, μέσω του υποχρεωτικού “σκουπίσματος” των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και της εσωτερικής στάσης πληρωμών, έχει ως αποτέλεσμα να στερείται, άμεσα και έμμεσα, πολύτιμης ρευστότητας η πραγματική οικονομία.

Άμεσα, διότι διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, οι οποίες σήμερα είναι αυξημένες κατά 42% από το τέλος του 2014. Και έμμεσα, διότι δυσχεραίνεται ακόμη περισσότερο η πιστωτική επέκταση, αφού αφαιρούνται πόροι από το τραπεζικό σύστημα, με δεδομένη μάλιστα και τη συρρίκνωση των καταθέσεων κατά 40 δισ. ευρώ από το τέλος του 2014, αναγκάζοντας τις τράπεζες να αντλούν κεφάλαια – με υψηλότερο κόστος – από τον ELA.

Δυστυχώς, για την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αυτή η πρακτική έχει γίνει ο κανόνας. Έτσι σήμερα, τα ρέπος παραμένουν αυξημένα κατά περίπου 50% από το τέλος του 2014, και διαμορφώνονται στα 15 δισ. ευρώ. Ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου αυξάνονται αντί να μειώνονται. Συνεπώς, οι διαθέσιμοι πόροι δεν χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα, αλλά για τη χρηματοδότηση του Κράτους.

Και αυτό γιατί η προβλεπόμενη δόση, που συνόδευε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, είναι πολύ χαμηλότερη τόσο των αναγκών της οικονομίας όσο και των προβλέψεων της συμφωνίας.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, το μικρότερο τμήμα της δόσης, και μάλιστα τμηματικά, μένει για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών και για την ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας.

Στον αντίποδα αυτής της ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της ΝΔ, όπως παρουσιάστηκε από τον Πρόεδρό της κ. Μητσοτάκη, στη ΔΕΘ, είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία. Αυτή μπορεί να γίνει με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτά η σημερινή Κυβέρνηση ούτε ξέρει, ούτε μπορεί, ούτε θέλει να τα κάνει.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “Ένας Πρωθυπουργός σε «παράλληλο σύμπαν»”

Ο κ. Τσίπρας, στην αρχή της συνέντευξης τύπου, είπε ότι «δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια σε μία πραγματικότητα».

Και όμως, αυτή την πραγματικότητα αγνόησε. Δεν έδωσε καμία απάντηση στα πιεστικά ερωτήματα των πολιτών, που απορρέουν από αυτή τη δυσάρεστη πραγματικότητα. Ειδικότερα, στο πεδίο της οικονομίας, δεν είπε τίποτα για τα 100 δισ. ευρώ «εθνικό κόστος» που φόρτωσε στους πολίτες, τους νέους φόρους και τις περικοπές των συντάξεων, τη μείωση του αφορολόγητου, τις εξοντωτικές ασφαλιστικές εισφορές, τους πλειστηριασμούς και τις κατασχέσεις, τα capital controls, την πιστωτική ασφυξία, τις ομαδικές απολύσεις, τη γενιά των 360 ευρώ, τα τεράστια χρέη του Κράτους προς τους ιδιώτες, την κατάργηση κοινωνικών επιδομάτων, την υστέρηση των κοινωνικών δαπανών.

Αυτή όμως η πραγματικότητα είναι οδυνηρή για τους πολίτες. Το διαθέσιμο εισόδημά τους φθίνει και θα συνεχίσει να φθίνει. Με αποτέλεσμα, το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες, τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και κρίσιμους δημόσιους φορείς, διαρκώς να αυξάνει. Οι «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της οικονομίας διογκώνονται. Αυτό είναι το οδυνηρό αποτέλεσμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Ο Πρωθυπουργός όμως, όχι μόνο αγνόησε αυτή την πραγματικότητα, αλλά προσπάθησε να παρουσιάσει μια άλλη, εικονική πραγματικότητα, ως γνήσιος και σταθερός οπαδός της ρήσης πως «όταν η πραγματικότητα δεν σέβεται τις επιθυμίες μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα».

Ενδεικτικά:

1ον. Είπε ότι η οικονομία βρίσκεται σε αναπτυξιακή τροχιά.

Όταν οι ρυθμοί οικονομικοί μεγέθυνσης είναι αναιμικοί, χαρακτηρίζονται από κυκλικότητα, έχουν αναθεωρηθεί προς το χειρότερο και το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες διευρύνεται. Όταν έχει χαθεί η υψηλή αναπτυξιακή δυναμική που είχε δημιουργηθεί το 2014, μαζί με 26 δισ. ευρώ δυνητικού πλούτου μέχρι σήμερα.

2ον. Μίλησε για βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και για μεγάλο αριθμό νέων επενδύσεων.

Όταν ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει συρρικνωθεί, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχουν μειωθεί, η φορολογία έχει αυξηθεί, οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν διογκωθεί, η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται, το κράτος έχει κηρύξει «εσωτερική στάση πληρωμών», η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ είναι χαμηλή και αργή, διαρθρωτικές αλλαγές που βελτιώνουν το επιχειρηματικό κλίμα δεν υλοποιούνται, νέα εμπόδια στην υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ανακύπτουν, εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις καρκινοβατούν. ΣΥΡΙΖΑ και επενδύσεις είναι έννοιες ασύμβατες. 

3ον. Μίλησε για «άλλο πρότυπο παραγωγής».

Όταν η κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου εκκρεμεί από το Μάρτιο του 2016, γιατί η Κυβέρνηση ούτε θέλει, ούτε ξέρει, ούτε μπορεί να βάλει μπρος την παραγωγική μηχανή της οικονομίας.

4ον. Μίλησε για δείκτες της οικονομίας οι οποίοι βελτιώνονται.

Όταν, η οποία μικρή βελτίωση παρουσιάζεται σε κάποιους μακροοικονομικούς δείκτες, είναι σε σύγκριση με το χειρότερο σημείο στο οποίο η οικονομία κατρακύλησε επί ημερών της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Η χώρα, όμως, δυστυχώς, δεν έχει ακόμη φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

5ον. Μίλησε για επιτυχή έξοδο της χώρας στις αγορές.

Όταν αυτή έγινε μετά από 3ετές «εμπάργκο» από τις αγορές, εξαιτίας της ανικανότητας, της ανευθυνότητας και των ιδεοληψιών της σημερινής Κυβέρνησης, η οποία έπληξε την αξιοπιστία της χώρας και επιβάρυνε πολύ την οικονομία της.

Το αποτέλεσμα είναι, εκτός της καθυστέρησης εξόδου στις αγορές, το υψηλό κόστος δανεισμού, αφού παρά το ευνοϊκό – τα τελευταία χρόνια – διεθνές περιβάλλον, τα ελληνικά ομόλογα δεν ακολούθησαν τα ευρωπαϊκά στη μείωση των αποδόσεων.

Και φυσικά, ο Πρωθυπουργός δεν έκανε καμία αναφορά στην αποτυχία ένταξης των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, η οποία αποτελούσε υψίστη προτεραιότητα της οικονομικής του πολιτικής μέχρι πρόσφατα. Ένταξη που θα έπρεπε να έχει γίνει από τον Μάρτιο του 2015.

6ον. Υποσχέθηκε ότι η 3η αξιολόγηση θα κλείσει έγκαιρα.

Όταν, σύμφωνα με τις τοποθετήσεις των αρμόδιων Κυβερνητικών στελεχών, ο στόχος από Οκτώβριο μετατίθεται για Δεκέμβριο.

Και όταν η εκταμίευση της 2ης υποδόσης της 2ης αξιολόγησης, διαθέσιμη από 1η Σεπτεμβρίου, έχει μετατεθεί για το τέλος Οκτωβρίου, εξαιτίας της αδυναμίας της Κυβέρνησης να ενισχύσει με ρευστότητα την πραγματική οικονομία.

7ον. Υποσχέθηκε ότι θα μας βγάλει από τα μνημόνια και την επιτροπεία.

Όταν έχει δεσμεύσει τη χώρα σε επώδυνα μέτρα και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018.

8ον. Αναφέρθηκε, γενικά και αόριστα, στην «αναγκαία αποκλιμάκωση των φορολογικών συντελεστών».

Χωρίς χρονοδιάγραμμα, χωρίς προτεραιότητες, χωρίς σχεδιασμό. Και αφού πρώτα τους εκτόξευσε. Μόνο στον «μη αποδοτικό φόρο στο κρασί» αναφέρθηκε. Αλλά παρέλειψε να πει ότι και αυτόν, μαζί με την αύξηση του ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια, τον επέλεξε και τον επέβαλε ο ίδιος. Ευτυχώς, έστω και αργά, αναγνωρίζει αυτό που ο πρόεδρο της ΝΔ κ. Μητσοτάκης, είχε, από πέρυσι, αναφέρει στη ΔΕΘ: ότι ο φόρος αυτός είναι άδικος, αναποτελεσματικός, στρεβλώνει τον υγιή ανταγωνισμό και πλήττει την εξωστρέφεια της μικρής πρωτογενούς οινοποιητικής παραγωγής.

9ον. Μίλησε για την πάταξη του λαθρεμπορίου στα καπνικά και στα τσιγάρα και για τους φορολογικούς ελέγχους στις λίστες καταθετών εξωτερικού.

Πεδία στα οποία, τα αποτελέσματα που έχει να παρουσιάσει η Κυβέρνηση είναι από πενιχρά έως απογοητευτικά. Υποσχόταν έσοδα 3 δισ. ευρώ μέσα σε 6 μήνες από τη φοροδιαφυγή, αλλά τελικά μέσα σε 33 μήνες κατάφερε να εισπράξει λιγότερα από 100 εκ. ευρώ. Ενδεικτικά και μόνο, στον τομέα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου στα καύσιμα, τα εισπραχθέντα ποσά από υποθέσεις παραβάσεων καυσίμων ανέρχονταν στα 26 εκατ. ευρώ το 2013-2014, μειώθηκαν στα 8,8 εκατ. ευρώ το 2015-2016, ενώ έχουν εισπραχθεί μόλις 1,3 εκατ. ευρώ την εφετινή χρονιά.

Συμπερασματικά, ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνησή του δεν διαθέτουν το σχέδιο, την πολιτική βούληση και το όραμα για να οδηγήσουν τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

Για να γίνει αυτό απαιτείται μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση, η οποία θα πραγματοποιήσει διαρθρωτικές αλλαγές,  θα προσελκύσει επενδύσεις και θα διαπραγματευτεί μια άλλη δημοσιονομική πολιτική, με πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους.

Αυτά, η σημερινή Κυβέρνηση δεν έχει ούτε την ικανότητα, ούτε τη γνώση, ούτε τη θέληση να τα υλοποιήσει.

Οι Έλληνες αξίζουμε καλύτερα.

Άρθρο στην εφημερίδα “Καθημερινή” – “Φυγή προς τα εμπρός με αιχμή την ανάπτυξη”

Η χώρα, τα τελευταία 2,5 χρόνια, «σέρνεται» στο τέλμα. Οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησαν δραματικά, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί περιορισμοί, πολλαπλασιάστηκαν τα «λουκέτα» στην αγορά, εκτοξεύθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές Δημοσίου και ιδιωτών, επιδεινώθηκε η ανταγωνιστικότητα, διογκώθηκε το κόστος δανεισμού, συρρικνώθηκαν οι καταθέσεις ιδιωτών και επιχειρήσεων, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση μετά την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια, ενώ η χώρα παραμένει «απούσα» – δύο και πλέον χρόνια μετά την έναρξή του – από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Αυτή η πορεία της χώρας, χωρίς σχέδιο και γεμάτη αυτοσχεδιασμούς και αντιφάσεις, είναι αποτέλεσμα της ιδεολογικοπολιτικής ασυναρτησίας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Ένα αποτέλεσμα που οδήγησε στην υπογραφή νέων αχρείαστων μνημονίων, με τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας ύψους 14,5 δισ. ευρώ, που συρρικνώνουν σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, με τη δέσμευση για υψηλά και για πολλά χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα και με μια «ρήτρα ανάπτυξης» που θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως αντικίνητρο ανάπτυξης.

Και σήμερα η Κυβέρνηση, αφού με την ανερμάτιστη πολιτική της βύθισε την οικονομία, επιχειρεί να την επαναφέρει στην επιφάνεια. Όμως, παρά τη βελτίωση που έχει επιφέρει η – με μεγάλη καθυστέρηση – ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος, σε σχέση πάντοτε με το χειρότερο σημείο που έφτασε η οικονομία επί της σημερινής διακυβέρνησης, η χώρα ακόμη δεν έχει φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

Χρονιά κατά την οποία εμφανίσθηκαν τα πρώτα – επί περιόδου μνημονίων – αλλά ορατά δείγματα σταθεροποίησης της κατάστασης, με την επιστροφή της οικονομίας σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης (υπενθυμίζεται ότι η ύφεση ήταν 7,3% το 2012) και την προσδοκία, αποτυπωμένη και στα κείμενα των θεσμών, για πολύ υψηλότερους ρυθμούς τα επόμενα έτη. Δυστυχώς όμως, αντί η χώρα να επιταχύνει στηριζόμενη στις ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές που είχαν τότε δημιουργηθεί, οπισθοχώρησε, την ίδια στιγμή μάλιστα που η Ευρώπη επιταχύνει. Οι προσδοκίες δε είναι δυσοίωνες, αφού οι συγκριτικές μελέτες των θεσμών προβλέπουν ο μεσο-μακροπρόθεσμος ρυθμός αύξησης του Α.Ε.Π. να διαμορφωθεί στο 1%, από 1,9% που ήταν η πρόβλεψη τον Ιούνιο του 2014.

Είναι συνεπώς πρόδηλο ότι η Κυβέρνηση ουσιαστικά «σέρνει» την ελληνική οικονομία.

Τούτων δοθέντων, στόχος της επόμενης Κυβέρνησης, της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, θα είναι η φυγή προς τα εμπρός, με την επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, να δημιουργηθεί πολύτιμος δημοσιονομικός χώρος και να επιτυγχάνονται – χωρίς πρόσθετα μέτρα λιτότητας –πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι.

Και αναφερόμαστε στην οικονομική ανάπτυξη, η οποία πέραν της μεγεθυντικής διαδικασίας, έχει και ποιοτικές διαστάσεις με στόχο τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών (βελτίωση θεσμών, συμμετοχή στην παραγωγή, δικαιότερη διανομή εισοδήματος).

Στην κατεύθυνση αυτή απαιτείται η υιοθέτηση και υλοποίηση μιας συγκροτημένης και συνεκτικής στρατηγικής, που θα περικλείει πραγματικά προοδευτικές και  ρεαλιστικές πολιτικές, με βασικούς άξονες:

1ος. Την έγκαιρη ολοκλήρωση των επόμενων αξιολογήσεων, ώστε να μπορέσει η χώρα, εκτός της αξιοπιστίας που θα κερδίσει, να αντλήσει τους διαθέσιμους από το πρόγραμμα πόρους, οι οποίοι προσφέρονται με εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο, προκειμένου να καλύψει το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών με ξένους και όχι με ίδιους πόρους. Μέχρι σήμερα, έχουμε χάσει περίπου 13 δισ. ευρώ από τέτοιους πόρους.

2ος. Την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, μέσα από τη στοχευμένη  μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της Γενικής Κυβέρνησης, με την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δαπανών (spending reviews) και, προφανώς, με την ένταξη «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της.

3ος. Την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων, που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, θα ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις απασχόλησης.

4ος. Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των διογκωμένων τα τελευταία χρόνια ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και θα οδηγήσει στην κατάργηση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, καθώς και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

5ος. Η υλοποίηση ενεργών πολιτικών αντιμετώπισης της ανεργίας με στήριξη της απασχόλησης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας και επανένταξης σε μια σύγχρονη αγορά εργασίας.

6ος. Η υιοθέτηση ενός στρατηγικού σχεδίου για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με προώθηση της παραγωγικότητας, με αναβάθμιση της αλυσίδας αξίας και με στόχο μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων στην πρωτογενή παραγωγή, στη μεταποίηση και στις υπηρεσίες.

Η χώρα χρειάζεται διεύρυνση της παραγωγής – της παραγωγής – της παραγωγής ανταγωνιστικών και διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Βασικός πυλώνας του σχεδίου πρέπει να είναι η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, δίνοντας έμφαση στο ανθρώπινο κεφάλαιο μέσω της διαμόρφωσης ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς, διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και δια βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, το οποίο να είναι εναρμονισμένο με την καινοτομία, τις νέες τεχνολογίες και την επιχειρηματικότητα.

Η ταχύτατη εφαρμογή, ιεραρχημένα και συνεκτικά αυτών των πολιτικών θα βελτιώσει τις προσδοκίες για την οικονομία, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους και θα πυροδοτήσει τη διαδικασία της επίτευξης υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, υψηλότερων από αυτούς που σήμερα εκτιμούν οι θεσμοί. Και τα οφέλη από την οποία θα πρέπει να διανεμηθούν δίκαια και αποτελεσματικά σε όλα τα υποκείμενα (νοικοκυριά, επιχειρήσεις, κράτος) της οικονομίας.

Η επίτευξη όμως αυτών των στόχων απαιτεί πολιτική ηγεσία που να την χαρακτηρίζει η ευθύνη, η μεθοδικότητα, η σκληρή δουλειά, το μέτρο, η  μετριοπάθεια, η απόσταση από θεατρινισμούς και λαϊκισμούς.

Μια ηγεσία που να μπορεί να κάνει τη δουλειά με ποιότητα και αποτελεσματικότητα.

Και αυτή την ηγεσία, η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να τη δώσει στη χώρα και τους πολίτες.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” – “Το τεράστιο κόστος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ”

Η χώρα, τα τελευταία 2,5 χρόνια, έχασε πολύτιμο χρόνο και πόρους. Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, η ανταγωνιστικότητά της επιδεινώθηκε, κεφαλαιακοί περιορισμοί επιβλήθηκαν, οι οφειλές του Δημοσίου διογκώθηκαν, νέα μνημόνια υπεγράφησαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε.

Δυστυχώς, αντί η χώρα να επιταχύνει στηριζόμενη στις ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές που είχαν δημιουργηθεί το 2014, οπισθοχώρησε. Και σήμερα προσπαθεί, με ασθενέστερη δυναμική και από χαμηλότερο σημείο αφετηρίας, να φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

Και ακόμη δεν τα έχει καταφέρει. Απλά, μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, βελτιώνει την τρέχουσα κατάστασή της σε σχέση με το χειρότερο σημείο στο οποίο έφτασε επί της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και ας μην πανηγυρίζει η Κυβέρνηση περί «επιστροφής στην ευρωπαϊκή κανονικότητα».

Γιατί αλήθεια, σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, πριν από 2 μήνες, ψήφισε νέα μέτρα λιτότητας, ύψους 5,1 δισ. ευρώ, για μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου;

Σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, στο Eurogroup του Ιουνίου, δεσμεύτηκε σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και περίπου 2% του ΑΕΠ μέχρι το 2060, με χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, δεσμεύοντας τη χώρα σε αέναη λιτότητα;

Σε ποια επιστροφή αναφέρεται όταν, την ημέρα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγήθηκε την έξοδο της χώρας από τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος μετά τις πολύχρονες και επώδυνες θυσίες της κοινωνίας, η Κυβέρνηση έστελνε επιστολή δεσμεύσεων στο ΔΝΤ, προκειμένου να συνάψει χρηματοδοτικό πρόγραμμα με το Ταμείο;

Είναι συνεπώς σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Απαιτείται μια άλλη οικονομική πολιτική, με βασικούς άξονες:

  • Την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που θα πείσουν ότι επανέρχεται και διατηρείται η αναπτυξιακή δυναμική του 2014.
  • Την αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής, με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
  • Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.
  • Τη δρομολόγηση συμφωνίας σε πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους, η επίτευξη των οποίων θα εδράζεται σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Την υλοποίηση, από τους δανειστές, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.
  • Την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Η υλοποίηση όμως αυτής της πολιτικής απαιτεί μία μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση. Και η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει, ούτε μπορεί να τα αποκτήσει.

Άρθρο στην ιστοσελίδα “mononews.gr” – “Δόση χαμηλή, με το σταγονόμετρο και με υψηλό κόστος”

Η αξιολόγηση τελικά ολοκληρώθηκε, με πολύμηνη καθυστέρηση σε σχέση με το αρχικό χρονοδιάγραμμα.

Καθυστέρηση που κόστισε 5,1 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας, μέχρι το 2022.

Καθυστέρηση που κόστισε την περικοπή του αφορολόγητου και των κύριων και επικουρικών συντάξεων.

Καθυστέρηση που «αποστράγγισε» την οικονομία από ρευστότητα. Ρευστότητα η οποία δεν θα ενισχυθεί με ουσιαστικό τρόπο με βάση την πρόσφατη συμφωνία του Eurogroup.

Και αυτό γιατί η προβλεπόμενη δόση που συνοδεύει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης είναι πολύ χαμηλότερη τόσο των αναγκών της οικονομίας όσο και των προβλέψεων της συμφωνίας.

Συγκεκριμένα, με βάση τον χρηματοδοτικό προγραμματισμό του 3ου Μνημονίου, μέχρι το τέλος Ιουνίου, η χώρα θα έπρεπε να είχε λάβει δόσεις ύψους 22,9 δισ. ευρώ. Αντί αυτού του ποσού, λαμβάνει δόση ύψους, μόλις, 8,5 δισ. ευρώ. Δηλαδή, η χώρα θα έχει στερηθεί πόρους περίπου 15 δισ. ευρώ.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις 1,6 δισ. ευρώ από τη δόση, και μάλιστα τμηματικά, θα μείνουν για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών και για την ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, αφού τα 6,9 δισ. ευρώ προορίζονται για την πληρωμή δανειακών υποχρεώσεων.

Εσωτερικές ανάγκες, όπως είναι:

1ον. Η δημιουργία αποθέματος ταμειακών διαθεσίμων.

Απόθεμα που ως σκοπό θα έχει τη λήξη της κυβερνητικής πρακτικής του εκτεταμένου εσωτερικού δανεισμού (τα ρέπος στο τέλος Απριλίου ανήλθαν στα 14 δισ. ευρώ) και την επιστροφή στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης των ταμειακών διαθεσίμων που «σκούπισε» η Κυβέρνηση.

Υπενθυμίζεται ότι τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με το χρηματοδοτικό προγραμματισμό και αν οι εκταμιεύσεις εξελίσσονταν ομαλά, θα έπρεπε να είναι 7 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου και 15 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου του 2017. Δημιουργώντας, έτσι, από σήμερα, τις προϋποθέσεις για έξοδο στις αγορές. Αντ’ αυτού, στο τέλος Μαρτίου, τα ταμειακά διαθέσιμα ανέρχονταν, μόλις, στα 3 δισ. ευρώ.

2ον. Η αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου σε ιδιώτες.

Υπενθυμίζεται ότι, στο τέλος Απριλίου, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, λόγω της εσωτερικής στάσης πληρωμών που πραγματοποιεί η Κυβέρνηση για την τακτοποίηση των υποχρεώσεών της, ξεπερνούσαν τα 5 δισ. ευρώ, «στεγνώνοντας» εντελώς την αγορά.

Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι αν οι εκταμιεύσεις εξελίσσονταν ομαλά, εκτός των 3,5 δισ. ευρώ που ήδη έχουμε εισπράξει, θα έπρεπε, από τις δόσεις του δανείου, να είχαμε λάβει επιπλέον 6 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Συμπερασματικά, αντί οι χρηματοδοτικές και ταμειακές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται, κυρίως, από τις προβλεπόμενες δόσεις του δανείου, καλύπτονται από τα πρωτογενή πλεονάσματα, που επιτυγχάνονται με τις θυσίες των πολιτών.

Δηλαδή η Κυβέρνηση, αντί να πάρει τις προβλεπόμενες δόσεις, παίρνει νέα μέτρα λιτότητας.

Δυστυχώς, το κόστος της καθυστέρησης είναι πολύ μεγάλο. Υπονομεύει την πραγματική οικονομία, τη δυναμική του χρέους και την προοπτική επανόδου της χώρας στις αγορές.

Αποδεικνύεται έτσι, για ακόμη μία φορά, ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την αίσθηση της επίδρασης του παράγοντα «χρόνος» στην οικονομία.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” – “Η Κυβέρνηση έδωσε τα πάντα, χωρίς να πετύχει τον στόχο που είχε θέσει”

Η Κυβέρνηση καθυστέρησε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης προκειμένου, υποτίθεται, να κερδίσει κάτι από αυτήν. Τελικά, απέτυχε.

Έχασε πολύτιμο χρόνο, όχι για διαπραγμάτευση αλλά για «σερβίρισμα» των υποχωρήσεών της στο εσωτερικό της χώρας, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός των μέτρων να αυξηθεί και να διαμορφωθεί πλέον, συνολικά, στα 14,5 δισ. ευρώ.

Και σα να μην έφτανε αυτό, η Κυβέρνηση ούτε τη συνολική συμφωνία ταυτόχρονης ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης, διευθέτησης του ζητήματος του χρέους και ένταξης της Ελλάδας στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της ΕΚΤ, πέτυχε.

Συγκεκριμένα:

1ον. Κατέπεσαν όλες οι δήθεν «κόκκινες γραμμές» της Κυβέρνησης. Αποδέχθηκε περικοπές του αφορολόγητου και των συντάξεων, αποδέχθηκε νέα μέτρα ύψους 5,1 δισ. ευρώ μέχρι το 2022, αποδέχθηκε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022 και ένα διαρκές μνημόνιο μέχρι το 2060.

2ον. Το ύψος της δόσης είναι πολύ χαμηλότερο των αναγκών της οικονομίας και των προβλέψεων της συμφωνίας. Συγκεκριμένα, με βάση τον χρηματοδοτικό προγραμματισμό του 3ου Μνημονίου, μέχρι το τέλος του εφετινού Ιουνίου, η χώρα θα έπρεπε να είχε λάβει δόσεις ύψους 22,9 δισ. ευρώ. Αντί αυτού, λαμβάνει δόση 8,5 δισ. ευρώ. Και μάλιστα, μόλις 1,6 δισ. ευρώ από αυτά θα μείνουν για την κάλυψη εσωτερικών αναγκών. Όταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου ξεπερνούν τα 5 δισ. ευρώ. Αντί συνεπώς οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να καλύπτονται, κυρίως, από τις προβλεπόμενες δόσεις του δανείου, καλύπτονται από τα πρωτογενή πλεονάσματα, που επιτυγχάνονται με τις θυσίες των πολιτών.

3ον. Ξεκάθαρη και οριστική λύση για το χρέος, όπως όλοι επιθυμούσαμε, δεν υπήρξε. Όλα παραπέμπονται για το μέλλον, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ασαφείς μηχανισμούς και στο βαθμό που αυτό καταστεί αναγκαίο. Η διατύπωση μάλιστα των όποιων δυνητικών μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων παραμένει η ίδια με την απόφαση του Eurogroup του Μαϊου του 2016.

4ον. Δεν φαίνεται, στον άμεσο χρονικό ορίζοντα, ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Ένταξη που θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάρτιο του 2015.

5ον. Η ρήτρα ανάπτυξης αποτελεί ουσιαστικά «αντικίνητρο ανάπτυξης». Την απάντηση την δίνει η ίδια η Κυβέρνηση. Σε non-paper που κυκλοφόρησε, υποστηρίζει ότι «η ρήτρα ανάπτυξης μετατρέπει τους ευρωπαίους εταίρους, σε συμμάχους στο στόχο της ανάπτυξης, αφού όσο περισσότερο μεγεθύνεται η ελληνική οικονομία, τόσο λιγότερο θα χρειαστεί να απομειώσουν το χρέος». Δηλαδή, όσο περισσότερο αυξάνεται το εθνικό εισόδημα των Ελλήνων, το μέρισμα της ανάπτυξης δεν θα πηγαίνει στους πολίτες, αλλά στους δανειστές.

6ον. Τα όποια αναπτυξιακά μέτρα εξαντλούνται στην ανακύκλωση υφιστάμενων πόρων από τα κοινοτικά ταμεία και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και σε μία ασαφή αναφορά για δημιουργία Αναπτυξιακής Τράπεζας. Υπενθυμίζεται ότι στο 3ο Μνημόνιο, υπήρχαν δεσμεύσεις για την κινητοποίηση πόρων του ΕΣΠΑ, του Σχεδίου Γιούνκερ και των λοιπών χρηματοδοτικών οργανισμών (π.χ. ΕΤΕπ). Καθώς και η πρόβλεψη για την κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου για τη χώρα, με καταληκτική προθεσμία τον Μάρτιο του 2016. Όλα αυτά, ακόμη τα περιμένουμε, γιατί η Κυβέρνηση ούτε θέλει, ούτε ξέρει, ούτε μπορεί να βάλει μπρος την παραγωγική μηχανή της οικονομίας.

Συμπερασματικά, για ακόμη μία φορά, η Κυβέρνηση πέρασε κάτω από τον πήχη που η ίδια είχε θέσει.

Άρθρο στην εφημερίδα “Νέα Σελίδα” – “Βρισκόμαστε σε τέλμα”

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αντί όταν ανέλαβε, αρχές του 2015, να αξιοποιήσει το «άνοιγμα της πόρτας» εξόδου από την κρίση που είχε συντελεστεί, αρκέστηκε να «παίζει», αυτάρεσκα, με την «περιστρεφόμενη πόρτα», χρησιμοποιώντας δύο γλώσσες, εσωτερικού και εξωτερικού.

Έτσι βούλιαξε τη χώρα, η οποία, έκτοτε, σέρνεται στο τέλμα, αφού δεν μπορεί να υπηρετήσει κανέναν εθνικό στόχο.

Προσπαθεί να πετύχει κάτι ουσιαστικό για το χρέος, αφού πρώτα επιβάρυνε τη βιωσιμότητά του, στηριζόμενη στις αποφάσεις του 2012, και δεν τα έχει καταφέρει.

Προσπαθεί να εντάξει τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, στο οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται από το Μάρτιο του 2015, και δεν τα έχει καταφέρει.

Προσπαθεί να βγάλει τη χώρα στις διεθνείς αγορές, κάτι που είχε γίνει με επιτυχία το 2014, και δεν τα έχει καταφέρει.

Για να βγει όμως η χώρα στις αγορές, με λογικό κόστος, απαιτείται η ικανοποίηση, ταυτόχρονα, ορισμένων προϋποθέσεων:

1η. Η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών (για παράδειγμα, η δημιουργία προϋποθέσεων για την προσέλκυση επενδύσεων, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του κράτους, η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης π.χ. παιδεία και καινοτομία κ.α.), που θα πείσουν ότι επανέρχεται η αναπτυξιακή δυναμική που καταγραφόταν το 2014.

2η. Η δρομολόγηση μιας συμφωνίας σε πιο ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους. Δυστυχώς, η Κυβέρνηση έχει αποδεχθεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, για μακρά χρονική περίοδο. Αυτό όμως δεν είναι εφικτό χωρίς διαρκή λιτότητα, οπότε καθίσταται και αντιαναπτυξιακό.

3ηΗ υλοποίηση, από τους δανειστές, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους. Δέσμευση που εκκρεμεί από το 2012 και δεν έχει, κυρίως με ευθύνη τους, ακόμη υλοποιηθεί.

Ο συνδυασμός αυτών των πρωτοβουλιών θα επαναφέρει την κανονικότητα, θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη και θα αποκαταστήσει τη σταθερότητα στη χώρα.

Εμπιστοσύνη και σταθερότητα που αποτελούν βασικά προαπαιτούμενα για την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Εμπιστοσύνη και σταθερότητα που προϋποθέτουν αξιοπιστία, σοβαρότητα και πολιτικό κεφάλαιο.

Και αυτά είναι «αγαθά σε ανεπάρκεια» για την σημερινή Κυβέρνηση.

Άρθρο στην εφημερίδα “Αυγή της Κυριακής” – “4ο Μνημόνιο: Η επιτομή της «αριστερής μετρολαγνείας»”

Η Κυβερνητική πλειοψηφία, μόνη της, ψήφισε το 4ο Μνημόνιο, το 2ο Μνημόνιο στα 2,5 χρόνια διακυβέρνησής της. Ο συνολικός λογαριασμός των Μνημονίων της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ ανέρχεται πλέον στα 14,2 δισ. ευρώ μέτρα λιτότητας. Ο πιο βαρύς, κοινωνικά άδικος και αχρείαστος μνημονιακός λογαριασμός, που φέρει, αποκλειστικά, τη σφραγίδα της Κυβέρνησης του κ. Τσίπρα.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής υποκρισίας, της κοινωνικής αναλγησίας, της αναξιοπιστίας, της ανικανότητας και της πολιτικής εξαπάτησης της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Συγκεκριμένα:

1ον. Το 4ο Μνημόνιο αποτελεί την επιτομή της πολιτικής υποκρισίας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Πριν 1 χρόνο, ο κ. Τσίπρας, μετά την ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης, δήλωνε ότι «εκείνες οι θυσίες ήταν οι τελευταίες». Πρόσφατα, ο ίδιος και Υπουργοί του μιλούσαν για το «τέλος της λιτότητας». Και σήμερα, αντί για το τέλος της λιτότητας, έχουμε ακόμη μεγαλύτερη «αριστερή μετρολαγνεία».

Έχουμε νέα μέτρα για το 2018, που επιβαρύνουν τους οικονομικά πιο αδύναμους: μεγαλύτερη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες, μείωση της έκπτωσης του φόρου εισοδήματος για ιατρικές υπηρεσίες, μείωση του επιδόματος θέρμανσης, μείωση των κοινωνικών επιδομάτων.

Έχουμε όμως νέα μέτρα μέχρι το 2021, ύψους 4,9 δισ. ευρώ: μείωση του αφορολόγητου και περικοπή των συντάξεων.

2ον. Το 4ο Μνημόνιο αποτελεί την επιτομή της κοινωνικής αναλγησίας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Το 4ο Μνημόνιο φτωχοποιεί όλη την κοινωνία. Εξοντώνει ελεύθερους επαγγελματίες, ειδικά μισθολόγια, χαμηλοσυνταξιούχους, εργαζόμενους και αγρότες. Καταστρέφει τη μεσαία τάξη, μεταφέρει βάρη στους πιο αδύναμους, απελευθερώνει τις ομαδικές απολύσεις. Οι περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων και η μείωση του αφορολόγητου, μεταφράζονται σε τουλάχιστον δύο χαμένες συντάξεις για τους συνταξιούχους και σε έναν χαμένο μισθό για τους μισθωτούς. 1,3 εκατ. πολίτες θα πληρώσουν για πρώτη φορά φόρο και 1,4 ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες θα επιβαρυνθούν με επιπλέον ασφαλιστικές εισφορές.

3ον. Το 4ο Μνημόνιο αποτελεί την επιτομή της αναξιοπιστίας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Ο κ. Τσίπρας, τον Ιανουάριο, δεσμευόταν ότι «δεν θα νομοθετήσει μέτρα ύψους 3,6 δισ. ευρώ και μάλιστα εκ των προτέρων για το 2019, δεν θα νομοθετήσει μείωση του αφορολόγητου, δεν θα νομοθετήσει νέες περικοπές στις συντάξεων». Σήμερα, 4 μήνες αργότερα, όλα αυτά, και ακόμη χειρότερα, τα νομοθετεί. Δεν κράτησε ούτε μία «κόκκινη γραμμή»! Από το «ούτε 1 ευρώ νέα μέτρα», οι Κυβερνητικοί βουλευτές ψήφισαν «5 δισ. ευρώ νέα μέτρα, και με τα δύο χέρια, χωρίς πόνο ψυχής». Ο απόλυτος εθισμός!

 

4ον. Το 4ο Μνημόνιο αποτελεί την επιτομή της ανικανότητας της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η Κυβέρνηση, με δική της ευθύνη, καθυστέρησε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Συνέχισε να χάνει πολύτιμο χρόνο για δήθεν «ηρωικές διαπραγματεύσεις», και επί της ουσίας, για κομματικές διευθετήσεις και «φαντεζί γαρνιτούρες» στο «σερβίρισμα» των μέτρων στους πολίτες.

Στο μεταξύ όμως, συσσώρευσε τεράστιο κόστος στη χώρα. Πλούτος 29 δισ. ευρώ εξανεμίστηκε.

5ον. Το 4ο Μνημόνιο αποτελεί την επιτομή της πολιτικής εξαπάτησης της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Η Κυβέρνηση προσπαθεί, και πάλι, να εξαπατήσει τους πολίτες, με τα «αντίμετρα».

Αντίμετρα τα οποία αποτελούν όμως μία επικοινωνιακή απάτη και συνιστούν τον «φερετζέ» του πολύ σκληρού πακέτου μέτρων. Γιατί;

Καταρχήν, αν η Κυβέρνηση πιστεύει, για παράδειγμα, ότι το ζήτημα της παιδικής φτώχειας είναι σημαντικό, όπως το πιστεύουμε και εμείς, να αναλάβει, σήμερα, όχι στο μέλλον και υπό δημοσιονομικές προϋποθέσεις, σχετικές πρωτοβουλίες. Έχει άλλωστε, όπως γράφει και το 3ο Μνημόνιο, την ιδιοκτησία του προγράμματος.

Επίσης, μέτρα και αντίμετρα δεν είναι ισοδύναμα για τον κάθε πολίτη. Για παράδειγμα, οι πολίτες με ετήσιο εισόδημα μέχρι 22.000 ευρώ, ακόμη και αν υλοποιούνταν όλα τα αντίμετρα, θα πληρώσουν νέους φόρους.

Επιπλέον, σύμφωνα με το Άρθρο 15 του Νόμου, τα αντίμετρα προϋποθέτουν α) την ψήφιση και πλήρη υλοποίηση των μέτρων, β) την μόνιμη επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και γ) την αξιολόγηση των θεσμών. Αρχίζουν να υλοποιούνται από το στιγμή που η χώρα, μετά τη λήψη των μέτρων, υπερβαίνει το ήδη υψηλό 3,5% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα. Για παράδειγμα, αν οι θεσμοί, μετά τη μείωση του αφορολόγητου και την περικοπή των συντάξεων, κρίνουν ότι η χώρα επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2021, η Κυβέρνηση θα λάβει 0 αντίμετρα!

Συνεπώς, τα μέτρα αποτελούν τη «φάκα». Τα «αντίμετρα» το «τυρί», με στόχο την απόσπαση της προσοχής των πολιτών από τη «φάκα». Η κοινωνία, όμως, δεν «τσιμπάει».

Αντιθέτως, η τροπολογία της ΝΔ, που δεν έγινε τελικά δεκτή από την Κυβέρνηση, για τη άμεση λήψη «αντιμέτρων», λόγω της υπέρβασης του περυσινού δημοσιονομικού στόχου, ήταν ειλικρινής, λελογισμένη, ρεαλιστική, ορθά κοστολογημένη και τεκμηριωμένη.

InstagramYoutube