ΑΡΘΡΟ

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Κεφάλαιο” | 22.10.2016

“Δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας”

 

Η Ελληνική οικονομία, μετά την μικρή ανάκαμψη του 2014, «κύλισε», με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, και πάλι στην ύφεση το 2015, κατάσταση στην οποία παραμένει το 2016.

Έτσι, την ίδια περίοδο που η Ευρώπη επιταχύνει, η χώρα μας οπισθοχωρεί και «σέρνεται», έχοντας χάσει ήδη 2 χρόνια.

Συνεπώς, σήμερα, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση της οικονομίας και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Ανάπτυξης και όχι απλώς μεγέθυνσης, κάτι που σημαίνει βελτίωση τόσο της υλικής ευημερίας όσο και της κατανομής των παραγόμενων αγαθών.

Βασικές προϋποθέσεις είναι:

1η: Η διαμόρφωση μιας συνεκτικής και αποφασιστικής Κυβέρνησης, η οποία να διαθέτει ένα συγκροτημένο σχέδιο επανεκκίνησης της οικονομίας.

2η: Η εμπροσθοβαρής προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, ακόμη και πέραν αυτών που έχουν συμφωνηθεί στο 3ο Μνημόνιο.

Και φυσικά, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

3η: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Με ποιους τρόπους μπορεί αυτό να γίνει;

1ος: Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων.

2ος: Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, οι οποίες, σήμερα, έχουν «εκτοξευθεί» κατά 63% από τις αρχές του 2015, ενώ γεννιούνται, παρά τη μερική αποπληρωμή τους, και νέες.

3ος: Με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης και την ένταξη στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης». Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

4η: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Αυτό μπορεί να γίνει:

  • Με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.
  • Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε το 2014, όταν και αρχίσαμε να μειώνουμε – σταδιακά – φορολογικούς συντελεστές.
  • Με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών.
  • Με τη συρρίκνωση της «παραοικονομίας» και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, υλοποιώντας – μεταξύ άλλων – ένα συνεκτικό πλέγμα διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων για την προώθηση και επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως πρόσφατα – ως Αξιωματική Αντιπολίτευση – καταθέσαμε.
  • Με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% του ΑΕΠ, από το 3,5%.

5η: Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Βιωσιμότητα η οποία επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους χειρισμούς των 2 τελευταίων ετών.

Επί του παρόντος, η απόφαση του Eurogroup παραμένει ασαφής και είναι αβέβαιη, τελεί υπό πολλές προϋποθέσεις και είναι μελλοντική.

6η: Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να ολοκληρωθεί – από την Ελληνική Κυβέρνηση – το Μάρτιο του 2016. Και το οποίο σήμερα όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά ούτε καν συζήτηση γίνεται γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία, καθώς και η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης.
Κατά την εκτίμησή μου, η υλοποίηση αυτών των προϋποθέσεων θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας και θα βοηθήσει στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Δυστυχώς όμως, η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.

Η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση. Κυβέρνηση της ΝΔ, που θα είναι περισσότερο αποτελεσματική και πιο αξιόπιστη, θα στηρίζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και θα έχει ως στόχο την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής.

Ώστε, με τη δημιουργική συμβολή όλων, να σπάσουμε τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αδράνειας και μιζέριας και να διασφαλίσουμε για τη χώρα μας μια αξιοπρεπή πορεία στην ανταγωνιστική και αβέβαιη ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή.

2016-10-22 Άρθρο στην εφημερίδα_ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Άρθρο Χρήστου Σταϊκούρα στο “Newpost.gr” | 18.10.2016

«Ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας”

 

Η Κυβέρνηση, κατά την προσφιλή τακτική της, «πανηγυρίζει» για την πορεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2016.

«Πανηγυρίζει» για τη σημαντική υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, παρά το γεγονός ότι αυτό οφείλεται, ουσιαστικά, στην εσωτερική στάση πληρωμών, αφού η υποεκτέλεση των δαπανών έχει παγιωθεί και υπερβαίνει τα 3 δισ. ευρώ.

«Πανηγυρίζει» για την υπέρβαση του στόχου για τα έσοδα, ιδιαίτερα του προηγούμενου μήνα, παρά το γεγονός ότι αυτό οφείλεται, ουσιαστικά, σε μη επαναλαμβανόμενα έσοδα (π.χ. σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με τις προβλέψεις μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος), σε εφάπαξ εξόφληση του ΕΝΦΙΑ μέσω πιστωτικών καρτών και στους συμψηφισμούς δικαιούμενων επιστροφών φόρου εισοδήματος με τον οφειλόμενο ΕΝΦΙΑ.

Και τέλος, «πανηγυρίζει» για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, παρά το γεγονός ότι με την ιδεοληπτική εμμονή της στην αύξηση των φόρων, δημιουργεί μια σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας. Ειδικότερα:

  • Διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών.

Συγκεκριμένα, από την αρχή του έτους, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές έχουν αυξηθεί περίπου κατά 9 δισ. ευρώ, και «αγγίζουν», πλέον, τα 92 δισ. ευρώ.

Μόνο τον Αύγουστο, μήνα που δεν υπήρχαν φορολογικές υποχρεώσεις για την καταβολή δόσεων φόρου εισοδήματος από φυσικά πρόσωπα και ΕΝΦΙΑ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν κατά 1,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου το 1 δισ. ευρώ αφορούσε καθαρά φορολογικές οφειλές.

  • Διογκώνεται η «μαύρη τρύπα» στα ασφαλιστικά ταμεία.

Συγκεκριμένα, στο τέλος Ιουνίου, το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο οφειλών (κύρια οφειλή και πρόσθετα τέλη) προς τα ασφαλιστικά ταμεία ανήλθε περίπου στα 17 δισ. ευρώ.

Ενδεικτικά, ο ΟΑΕΕ έχει ήδη βγει «εκτός πορείας» καθώς στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου, δηλαδή στα 2/3 της χρονιάς, χρησιμοποίησε τα 6/7 ή το 86% της ετήσιας επιχορήγησης του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Το αποτέλεσμα είναι η Κυβέρνηση να «βάλει χέρι» – για ακόμη μία φορά – στα αποθεματικά Ταμείων και να «σπάσει τον κουμπαρά» του Λογαριασμού Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων προκειμένου να αντλήσει 370 εκατ. ευρώ.

  • Διογκώνονται τα «κόκκινα» δάνεια» στο τραπεζικό σύστημα.

Συγκεκριμένα, το μερίδιο των συνολικών ανοιγμάτων που χαρακτηρίζονται ως μη εξυπηρετούμενα ανήλθε στο 45,2% τον Μάρτιο του 2016, από 39,9% το Δεκέμβριο του 2014. Ενώ, το 70% των δανείων που είχαν ρυθμιστεί κατά το παρελθόν, προκειμένου να ενισχυθεί η πιθανότητα αποπληρωμής τους, χαρακτηρίζονται και πάλι ως μη εξυπηρετούμενα.

  • Επιδεινώνεται η ρευστότητα και η βιωσιμότητα φορέων του δημοσίου.

Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την ΔΕΗ έχουν αυξηθεί δραματικά, προσεγγίζοντας πλέον τα 3 δισ. ευρώ, με το σημαντικότερο μέρος τους να προέρχεται από τη χαμηλή τάση, που αφορά νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ενώ τα έσοδα στις αστικές συγκοινωνίες είναι σημαντικά συρρικνωμένα, πολύ χαμηλότερα από τις προβλέψεις αλλά και από την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, όταν λόγω κεφαλαιακών περιορισμών δεν καταβάλλονταν εισιτήριο.

Συμπερασματικά, αυτά τα στοιχεία εκτιμώ ότι δεν είναι για «πανηγυρισμούς», αλλά μάλλον θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού.

 

newpost.gr

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Real News” | 16.10.2016

“Η αύξηση φόρων οδηγεί σε μειωμένα φορολογικά έσοδα”

 

Η δημοσιονομική στρατηγική της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, η οποία καθοδηγείται από μια ιδεοληπτική εμμονή αύξησης των φόρων, δεν θα αποφέρει τα προσδοκόμενα από την ίδια αποτελέσματα.

Μία αναδρομή στους απολογισμούς των «μνημονιακών» Προϋπολογισμών το επιβεβαιώνει.

Συγκεκριμένα:

1ον. Τα φορολογικά έσοδα, από το 2010 μέχρι και το 2015, παρά την αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, συνεχώς μειώνονται.

2ον. Η μοναδική χρονιά κατά την οποία παρατηρήθηκε σταθεροποίηση των φορολογικών εσόδων ήταν το 2014. Θυμίζουμε ότι εκείνη τη χρονιά, η οικονομία σταθεροποιήθηκε επιτυγχάνοντας για πρώτη – και μοναδική μέχρι σήμερα φορά από την αρχή της κρίσης – θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης (+0,7%), ενώ η τότε Κυβέρνηση προχώρησε και στις πρώτες στοχευμένες μειώσεις φορολογικών συντελεστών (κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες τον ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% την έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, κατά 5% τις ασφαλιστικές εισφορές κ.α.).

3ον. Τα φορολογικά έσοδα το 2015 ήταν τα χαμηλότερα της δεκαετίας, παρά την επιβολή νέων, πρόσθετων φόρων από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Συμπερασματικά, η στρατηγική της δημοσιονομικής προσαρμογής κυρίως μέσω της αύξησης των φορολογικών συντελεστών, ειδικά σε ένα υφεσιακό μακροοικονομικό περιβάλλον, έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Ενώ, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική, έχει αποδειχθεί και μη διατηρήσιμη (βλέπετε μελέτες Τράπεζας της Ελλάδος, ΕΚΤ, ΟΟΣΑ κ.α.).

Για τους λόγους αυτούς, η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει τη σταδιακή μείωση φορολογικών συντελεστών, όπως παρουσιάστηκαν από τον Πρόεδρό της κ. Μητσοτάκη στην ΔΕΘ.

Και πως μπορεί αυτό να γίνει;

  • Με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.
  • Με μία αξιόπιστη Κυβέρνηση και με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως άλλωστε έγινε και το 2014.
  • Με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών, κυρίως σε περιοχές που αυτές διογκώθηκαν επί της σημερινής διακυβέρνησης (π.χ. διόρθωση αποκλίσεων στην εκτέλεση Προϋπολογισμών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης το 2015, νέες διοικητικές δομές, αύξηση του κόστους δανεισμού κ.α.).
  • Με τη συρρίκνωση της «παραοικονομίας» και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, υλοποιώντας – μεταξύ άλλων – ένα συνεκτικό πλέγμα διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων για την προώθηση και επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως πρόσφατα, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, δημόσια καταθέσαμε.
  • Με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% από 3,5% του ΑΕΠ.

Και φυσικά με την επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Για να γίνουν όμως αυτά απαιτείται η Κυβέρνηση να είναι τεκμηριωμένη, να διαθέτει αξιοπιστία και να μην διακρίνεται από ιδεολογικές εμμονές.

Και η σημερινή Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει.

2016-10-16 Άρθρο Real News

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “ΤΟ ΠΑΡΟΝ” | 9.10.2016

“Είναι εφικτή ανάπτυξη 2,7% το 2017;”

 

Η οικονομία, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, επέστρεψε στην ύφεση το 2015 και παραμένει σε ύφεση το 2016.

Μάλιστα, ενώ η Ευρώπη – αυτά τα χρόνια – επιτάχυνε, η Ελλάδα οπισθοχώρησε.

Ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση υποχώρησαν και οι εξαγωγές συρρικνώθηκαν.

Και ενώ η χώρα «σέρνεται» στο τέλμα, η Κυβέρνηση προβλέπει ανάπτυξη 2,7% το 2017.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτή η πρόβλεψη, αν και θεμιτή, δεν είναι ρεαλιστική.

Γιατί όμως;

1ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8%.

Αυτό είναι μη ρεαλιστικό σε μία χρονιά κατά την οποία θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.

Και αυτό γιατί επιβάλλονται νέοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι και περικοπές στις συντάξεις και την κοινωνική προστασία, ύψους περίπου 2,6 δισ. ευρώ μόνο για το 2017.

Ενώ και η μείωση της ανεργίας, που ξεκίνησε το 2014 και θα μπορούσε, μέσω της αύξησης της απασχόλησης, να συμβάλει στην ενίσχυση της κατανάλωσης, επιβραδύνεται.

2ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, δηλαδή αύξηση των επενδύσεων, κατά 9,1%.

Κι αυτό όμως είναι εξαιρετικά αισιόδοξο.

Αλήθεια, πως θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν η Κυβέρνηση «στραγγαλίζει» τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας με την υπερφορολόγηση, τη «στάση πληρωμών» και την στέρηση ρευστότητας, με αποτέλεσμα να έχουν «πολλαπλασιαστεί» τα λουκέτα στην αγορά;

Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις με μία Κυβέρνηση που επιδεικνύει αναβλητικότητα και αβελτηρία και διακατέχεται από ιδεολογικές εμμονές και αγκυλώσεις σε ότι αφορά την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών;

Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν ο δείκτης οικονομικού κλίματος και οι επιχειρηματικές προσδοκίες έχουν «κατρακυλίσει»;

Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία της Κυβέρνησης;

3ον. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι «θα αυξηθεί η πιστωτική επέκταση στην οικονομία».

Βασικός μηχανισμός επίτευξης αυτού του στόχου είναι το τραπεζικό σύστημα.

Πώς θα μπορέσει να διοχετεύσει πόρους στην οικονομία το τραπεζικό σύστημα όταν, επί ημερών της σημερινής Κυβέρνησης, υπήρξε η μεγαλύτερη από την αρχή της κρίσης εκροή καταθέσεων, ενώ και τα «κόκκινα δάνεια» συνεχίζουν να αυξάνονται με αποτέλεσμα να έχει διευρυνθεί και διογκωθεί η «πιστωτική ασφυξία»;

Συμπερασματικά, η πρόβλεψη της Κυβέρνησης αποτελεί, απλώς, «ευσεβή πόθο» της.

Άλλωστε, αν είναι ρεαλιστική η πρόβλεψη της σημερινής Κυβέρνησης για ανάπτυξη 2,7% το 2017 από ύφεση 0,3% το 2016, γιατί δεν ήταν ρεαλιστική παρόμοια πρόβλεψη της Κυβέρνησης ΝΔ για ανάπτυξη 2,9% το 2015 από ανάπτυξη 0,7% το 2014;

Είναι προφανές ότι σήμερα η απόσταση από τον στόχο είναι πολύ μεγαλύτερη, το μακροοοικονομικό περιβάλλον επιβαρυμένο και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών πολύ λιγότερο.

Ακόμη όμως και αν αποδεχθούμε τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η απώλεια πλούτου σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις είναι 24 δισ. ευρώ μόνο για το 2017.

Αυτό είναι το οδυνηρό «αποτύπωμα» της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Συμπερασματικά, και αφού ήδη χάθηκαν 2 χρόνια, θα μπορούσε η χώρα, υπό προϋποθέσεις, να επιστρέψει το 2017 εκεί που ήταν το 2014.

Δυστυχώς όμως, η σημερινή Κυβέρνηση απέδειξε ότι όχι μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μπροστά, αλλά αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.

Είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση, περισσότερο αποτελεσματική, πιο  αξιόπιστη και αφοσιωμένη στο στόχο.

Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας η οποία θα υλοποιήσει εμπροσθοβαρώς διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις.

Θα προωθήσει την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Και θα ισορροπήσει σε καλό σημείο μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

 

2016-10-09 Άρθρο _ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Καθημερινή της Κυριακής” | 25.9.2016

“Εφικτή η μείωση των φόρων;”

 

Η ελληνική οικονομία, περίπου δύο χρόνια με διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σέρνει τα βήματά της στο τέλμα.

Η Νέα Δημοκρατία, δια του Προέδρου της κ. Κ. Μητσοτάκη, κατέθεσε, στο πλαίσιο των αρχών, αξιών και λογικών της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, έναν ρεαλιστικό, τεκμηριωμένο και συνεκτικό δημοσιονομικό οδικό χάρτη εξόδου της χώρας από την οικονομική κρίση.

Στόχος η έξοδος από το τέλμα και η προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Βασικός άξονας του δημοσιονομικού σχεδίου είναι η σταδιακή μείωση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων με ταυτόχρονη περιστολή των δημοσίων δαπανών.

Με αυτή την πολιτική θα αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημα όλων των πολιτών, συνακόλουθα η οικονομική δραστηριότητα και θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας πρότεινε, σε πρώτη φάση και σε βάθος διετίας:

  • Τη μεσοσταθμική μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% εντός διετίας.
  • Τη μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη από το 29% στο 20% και της φορολόγησης στα μερίσματα από το 15% στο 5%, αμφότερα εντός διετίας.
  • Την επαναφορά του ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια από το 24% στο 13% και την κατάργηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο κρασί.

Κάποιοι αναρωτιούνται αν αυτή η στρατηγική, που αναμφίβολα διαφέρει από την στρατηγική της Κυβέρνησης, είναι εφικτό να υλοποιηθεί εντός του υφιστάμενου δημοσιονομικού πλαισίου.

Η απάντηση είναι καταφατική: Ναι, μπορεί. Και τούτο γιατί:

1ον. Αν και το πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής είναι αυστηρό και οι δημοσιονομικοί στόχοι δεδομένοι, η επιλογή του μείγματος των πολιτικών ανήκει στην Κυβέρνηση.

Η κάθε Κυβέρνηση, για να επιτύχει συγκεκριμένους δημοσιονομικούς στόχους μπορεί να ακολουθήσει μία από δύο διαφορετικές στρατηγικές.

Στην Ελλάδα, από το καλοκαίρι του 2010, οι Κυβερνήσεις των κ.κ. Παπανδρέου και Τσίπρα επέλεξαν να πετύχουν τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως, από το σκέλος των εσόδων με αύξηση της φορολογίας, ενώ η Κυβέρνηση του κ. Σαμαρά επέλεξε την επίτευξη των στόχων, μέσω, κυρίως, του σκέλους των δαπανών.

Η θεωρία και τα εμπειρικά αποτελέσματα, τόσο από την Ελλάδα όσο και από άλλες χώρες, επιβεβαιώνουν την ορθότητα της δικής μας στρατηγικής.

2ον. Όταν η Κυβέρνηση είναι αξιόπιστη και οι στόχοι επιτυγχάνονται, δημιουργούνται βαθμοί ελευθερίας. Όπως έγινε το 2014.

Όταν και υλοποιήθηκαν οι πρώτες και μοναδικές από το 2010 μέχρι σήμερα μειώσεις της φορολογίας: μειώθηκαν κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες ο ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης και κατά 5% οι ασφαλιστικές εισφορές.

Και όλα αυτά χωρίς δημοσιονομικά ισοδύναμα.

3ον. Όμως η Νέα Δημοκρατία δεν παραμένει σε αυτά. Εκτός των ανωτέρω, για να είναι απολύτως αξιόπιστη η πολιτική μείωσης της φορολογίας, συνοδεύεται και από ένα σχέδιο ισόποσης περιστολής δαπανών.

Και το οποίο περιλαμβάνει περιοχές στις οποίες διογκώθηκαν οι δαπάνες επί της σημερινής διακυβέρνησης (π.χ. διόρθωση αποκλίσεων στην εκτέλεση Προϋπολογισμών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, νέες διοικητικές δομές, αύξηση του κόστους δανεισμού κ.α.).

Σημειώνεται ότι την αξιοπιστία του σχεδίου της Νέας Δημοκρατίας ουδείς μέχρι σήμερα την έχει αμφισβητήσει.

Συμπερασματικά, η στρατηγική της υπερβολικής αύξησης των φόρων έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη, ενώ αντιθέτως η στρατηγική μείωσης των φόρων, όπου και όταν εφαρμόστηκε «πυροδότησε» την οικονομική δραστηριότητα.

Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διαθέτοντας πλεόνασμα ιδεολογικών εμμονών και έλλειμμα αξιοπιστίας δεν θέλει και δεν μπορεί να εφαρμόσει την ορθή δημοσιονομική στρατηγική.

Η χώρα έχει ανάγκη από νέα Κυβέρνηση η οποία θα έχει, άλλη πολιτική φιλοσοφία, αυτή του κοινωνικού φιλελευθερισμού, σχέδιο και διαχειριστική επάρκεια.

2016-09-25 Άρθρο_ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΡ_

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” | 31.7.2016

“Η καθυστέρηση της αξιολόγησης «φούσκωσε» το λογαριασμό”

 

Σήμερα, στη μέση του έτους, με αρκετή ασφάλεια, μπορούμε να κάνουμε ορισμένες διαπιστώσεις που συνδέονται με την εκτέλεση του εφετινού προϋπολογισμού.

1η Διαπίστωση: Η 7μηνη καθυστέρηση ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης του προγράμματος, κόστισε ακριβά στη χώρα και «βάρυνε το λογιαριασμό» στους πολίτες.

Τα δημοσιονομικά μέτρα αυξήθηκαν και ανέρχονται πλέον στα 9 δισ. ευρώ.

Μέτρα κυρίως φορολογικά, απότοκο αριστερής ιδεοληπτικής εμμονής.

Εμμονή που δεν έχει λογική, όρια και φραγμό.

Επίσης, ως απόρροια της αναξιοπιστίας της Κυβέρνησης, επιβλήθηκαν στη χώρα νέες, επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις, όπως είναι ο οριζόντιος και αυτόματος μηχανισμός δημοσιονομικής προσαρμογής και το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων.

2η Διαπίστωση: Το «μαρτύριο της σταγόνας» συνεχίζεται.

Η δόση εκταμιεύεται τμηματικά, υπό προϋποθέσεις και σε βάθος χρόνου.

Ακόμη και η πρώτη υπο-δόση που συνόδευσε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, αποτελεί το 50% του ποσού που θα έπρεπε να λάβει η χώρα μέχρι τον Ιούνιο του 2016.

Συγκεκριμένα, είναι μόλις 7,5 αντί για 15,1 δισ. ευρώ που ήταν ο χρηματοδοτικός προγραμματισμός του 3ου Μνημονίου.

3η Διαπίστωση: Ο στόχος για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για το 2017.

Θυμίζω ότι, σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2016.

Τελικά, εφέτος, θα αποπληρωθούν οι μισές, δηλαδή περίπου 3,5 από τα 7 δισ. ευρώ που σωρεύθηκαν μέχρι σήμερα.

Άρα θα φτάσουμε εκεί που ήμασταν το 2014.

Και αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι στο μεσοδιάστημα δεν θα δημιουργηθεί μια νέα «γενιά» ληξιπρόθεσμων οφειλών, κάτι που είναι εξαιρετικά αμφίβολο με τη σημερινή ανερμάτιστη διακυβέρνηση.

4η Διαπίστωση: Η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών έχει εξαντληθεί.

Ενδεικτικά, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές τους αυξήθηκαν κατά περίπου 5 δισ. ευρώ το πρώτο πεντάμηνο του έτους και υπερέβησαν, συνολικά, τα 88 δισ. ευρώ.

Και όλα αυτά, ενώ μόλις ολοκληρώθηκε η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων και εκκρεμεί η αποστολή των εκκαθαριστικών του ΕΝΦΙΑ, σωρεύοντας τις υποχρεώσεις των πολιτών στους τελευταίους μήνες του έτους.

5η Διαπίστωση: Η χώρα έχει επιστρέψει στην ύφεση, όπου και παραμένει.

Εκτιμάται μάλιστα ότι η ύφεση θα διατηρηθεί και το 2016, όπως έγινε το 2015, παρά την ανάκαμψη του 2014.

Αυτές οι διαπιστώσεις αποτυπώνονται και στην εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Συγκεκριμένα, το σύνολο των καθαρών εσόδων, το μήνα Ιούνιο, είναι μειωμένο κατά 180 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου.

Ενώ οι δαπάνες του Τακτικού Προϋπολογισμού είναι μειωμένες περίπου κατά 2,5 δισ. ευρώ, όσο είναι και το πρωτογενές πλεόνασμα που παρουσιάζει ο Προϋπολογισμός.

Ενώ, αν συνυπολογιστεί και η συγκράτηση των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (-40% από το στόχο!!!), η στερούμενη ρευστότητα από την οικονομία αγγίζει τα 3,5 δισ. ευρώ, όσο είναι η υπέρβαση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αυτό το ποσό είναι ίσο με το ύψος των παρεμβάσεων του οριζόντιου «κόφτη» δαπανών που θέσπισε η Κυβέρνηση. Με λίγα λόγια, αν δεν αλλάξει η κατάσταση στο σκέλος των δαπανών, ο «κόφτης» ήδη ενεργοποιήθηκε…

Είναι προφανές ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί.

Απαιτείται άμεσα η εφαρμογή μιας διαφορετικού μείγματος συνεκτικής οικονομικής πολιτικής, προκειμένου η χώρα να βαδίσει πιο αποτελεσματικά προς τους στόχους της.

2016-07-31 Άρθρο Ελεύθερος Τύπος

Άρθρο στην εφημερίδα “Η Άποψη του Σαββατοκύριακου” | 30.7.2016

 

“6 αναπτυξιακές προτάσεις κόντρα στις κυβερνητικές εμμονές”

 

Όπως υποστηρίζεται πλέον και από ποσοτικούς δείκτες, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης το 2014, η οικονομία «παλινδρομεί βυθιζόμενη», ως αποτέλεσμα των ιδεοληψιών, της αβελτηρίας και των παλινωδιών της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, των ανερμάτιστων χειρισμών του 1ου εξαμήνου του 2015 και της 7μηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της 1ης αξιολόγησης του προγράμματος.

Πρόσφατα, οι εκτιμήσεις του Επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ανεβάζουν το κόστος εκείνων των χειρισμών από τα 85 μέχρι τα 100 δισ. ευρώ.

Επιπλέον, η καθυστέρηση ολοκλήρωσης της αξιολόγησης οδήγησε σε πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, τα οποία πλέον αθροίζουν στα 9 δισ. ευρώ, και σε επώδυνες δεσμεύσεις για τη χώρα, όπως είναι το νέο υπερ-ταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο αυτόματος μηχανισμός δημοσιονομικής προσαρμογής.

Σημειώνω την λανθασμένη εμμονή της Κυβέρνησης στην αύξηση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Επιλογή, η οποία, όπως και στο 1ο Μνημόνιο, έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Το αποτέλεσμα;

  • Η χώρα έχει επιστρέψει, μετά την ανάκαμψη του 2014, στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, τόσο του Δημοσίου όσο και των ιδιωτών, εκτοξεύθηκαν.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις «ξαναβούλιαξαν στο βούρκο».
  • Οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.
  • Η βιωσιμότητα του χρέους επιδεινώθηκε.

Συνεπώς, η χώρα, τους τελευταίους 18 μήνες, έκανε βήματα προς τα πίσω.

Η ΝΔ εκτιμά ότι η χώρα μας μπορεί να βαδίσει πιο αποτελεσματικά προς τους στόχους αν εφαρμοσθεί μία, άλλου μίγματος και προτεραιοτήτων, συνεκτική οικονομική πολιτική.

Θυμίζω ότι πρόσφατα απέδειξε ότι ξέρει να επιτυγχάνει δημοσιονομικούς στόχους και να υλοποιεί διαρθρωτικές αλλαγές.

Η νέα οικονομική πρόταση της ΝΔ, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες συνθήκες, στοχεύει σε ένα καλό συγκερασμό οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης και εδράζεται:

1ον. Στην εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων, στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων και στην ενίσχυση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.

2ον. Στην υλοποίηση, χωρίς παλινδρομήσεις, ιδιωτικοποιήσεων και στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Ιδιωτικοποιήσεις, που μπορούν να συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου.

3ον. Στην ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, με την ταχύτερη υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, με την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με την εκκαθάριση του ενεργητικού και την ενίσχυση του παθητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

4ον. Στη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών. Αυτό μπορεί να γίνει:

  • με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας,
  • με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε το 2014,
  • με την αξιοποίηση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών,
  • με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, μέσα και από την εκτεταμένη χρήση πλαστικού χρήματος, και
  • με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, στο 2% του ΑΕΠ.

5ον. Στην ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Επί αυτού αναμένουμε την έμπρακτη συμβολή των εταίρων μας.

6ον. Στην υιοθέτηση και εφαρμογή ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας, παράλληλα προς το πρόγραμμα, που θα στοχεύει σε μία ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία.

Εκτιμούμε ότι αυτή η πολιτική είναι ρεαλιστική και θα αποδειχθεί πιο αποτελεσματική.

Αυτή την πολιτική είμαστε αποφασισμένοι να την εφαρμόσουμε με αξιοπιστία, σοβαρότητα και σε δημιουργική συνεννόηση με τους εταίρους μας.

 

2016-07-30 Άρθρο στην Άποψη

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στο περιοδικό “Reporter” | 3.7.2016

“Προκλήσεις για την Ανάκαμψη”

 

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, το οποίο υποστηρίζεται πλέον και από ποσοτικούς δείκτες, ότι η χώρα, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης το 2014, «λιμνάζει» βυθιζόμενη από τις αρχές του 2015, αναλώνοντας χρόνο και πόρους, σε έναν ευρύτερο περίγυρο υψηλών κινδύνων.

Οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία και οι παλινωδίες επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στην οικονομία.

  • Η πραγματική οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας συρρικνώθηκε.
  • Oι επιχειρηματικές προσδοκίες επιδεινώθηκαν και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε.
  • Οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των ιδιωτών προς το Κράτος διογκώθηκαν.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα «εκτοξεύθηκαν».
  • Ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, ο δείκτης κύκλου εργασιών στη βιομηχανία, στις κατασκευές, στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, στις υπηρεσίες, συρρικνώθηκαν.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Οι τραπεζικές καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών επιδεινώθηκε και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίστηκε.
  • Οι διαρθρωτικές αλλαγές «κόλλησαν» ενώ κάποιες, λίγες αποκρατικοποιήσεις, μετά από πολλά εμπόδια, τελικά πραγματοποιήθηκαν.

Το αποτέλεσμα σήμερα αυτής της εικόνας της οικονομίας, εξαιτίας και της 7μηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, είναι οι πολίτες να έχουν ήδη φορτωθεί πολύ βαριά μέτρα, να έχουν προστεθεί νέες επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις στη χώρα, όπως είναι το ταμείο αποκρατικοποιήσεων, να έχουν επιβληθεί μόνιμα μνημόνια με τον αυτόματο και οριζόντιο μηχανισμό δημοσιονομικής διόρθωσης, και να έχουν φουσκώσει οι οφειλές του Κράτους προς τους ιδιώτες.

Συνεπώς, η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, θα βρει την Ελλάδα σε ένα κρίσιμο σημείο.

Σημείο κατά το οποίο θα προσπαθεί να βρει ένα νέο επίπεδο ισορροπίας, δυστυχώς πολύ χαμηλότερο από αυτό στο οποίο βρισκόταν στο τέλος του 2014.

Το ερώτημα συνεπώς, που τίθεται, είναι: τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος για να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης;

Κατά την άποψή μου πρέπει να κινηθούμε σε παράλληλους άξονες, με βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο χρονικά ορίζοντα.

Αυτοί οι άξονες είναι:

1ος. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα. Οι οποίες, δυστυχώς σήμερα, αποτελούν «αγαθό σε ανεπάρκεια».

2ος. Η τάχιστη αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου.

Δυστυχώς, η δόση που συνοδεύει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης υπολείπεται σημαντικά του ποσού που είχε προγραμματιστεί να λάβει η Ελλάδα μέχρι σήμερα. Ανέρχεται μόλις στα 7,5 δισ. ευρώ, έναντι των 15 δισ. ευρώ που προέβλεπε ο χρηματοδοτικός προγραμματισμός του Μνημονίου. Ενώ τα υπόλοιπα 2,8 δισ. ευρώ, θα χορηγηθούν σταδιακά, υπό προϋποθέσεις και νέα προαπαιτούμενα. 

Ένα κομμάτι αυτής, και μάλιστα το μικρότερο, θα αποπληρώσει μόνο μέρος από τις συσσωρευμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές. 

Είναι προφανές ότι η συνολική τους αποπληρωμή μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για το 2017, στερώντας ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

3ος. Η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής προσαρμογής, με τη μείωση των υψηλών και για μεγάλη περίοδο στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα.

Η αριστερή ιδεοληπτική εμμονή στην αύξηση της φορολογίας έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Αντίθετα, θα πρέπει να περάσουμε στη σταδιακή μείωση της φορολογίας.

Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε με τις πρώτες φορολογικές ελαφρύνσεις του 2014.

Με την μεγαλύτερη περιστολή των δημοσίων δαπανών. Υπάρχουν περιθώρια, δεν είναι πολύ μεγάλα.

Με τη συνεχή θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φορολογικού συστήματος, με στόχο την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της.

4ος. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

Μεταρρυθμίσεις που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

5ος. Η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Ιδιωτικοποιήσεις οι οποίες μπορούν να συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου.

6ος. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Βιωσιμότητα που επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους χειρισμούς των τελευταίων μηνών.

Επί του παρόντος, η προτεινομένη από του Ευρωπαίους εταίρους ρύθμιση για το χρέος παραμένει ασαφής και είναι αβέβαιη, τελεί υπό προϋποθέσεις και είναι μελλοντική.

Σε κάθε δε περίπτωση η ρύθμιση αυτή συνοδεύεται από τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, ενώ δεν γίνεται καθόλου λόγος για την εξέλιξη του μεγέθους χρέος/ΑΕΠ.

7ος. Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, στο σκέλος του ενεργητικού, αποτελεί η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη-εξυπηρετούμενων δανείων.

Προς την κατεύθυνση αυτή απαιτείται καλύτερος συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων σε επίπεδο στρατηγικής και τεχνικής υλοποίησης των αποφάσεων, προώθηση της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, επίσπευση των διαδικασιών.

8ος. Η ταχύτερη υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Καθώς και η προώθηση επενδυτικών σχεδίων που θα αξιοποιούν αποτελεσματικά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, το «Πρόγραμμα Γιούνκερ». Αλλά και η ψήφιση του νέου Αναπτυξιακού Νόμου για την ενίσχυση νέων επενδύσεων.

9ος. Η δομική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, με την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως είναι ο θεσμός του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, που θα επιτρέψουν τη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.

10ος. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση το Μάρτιο του 2016.

Και το οποίο σήμερα, προφανώς, δεν υφίσταται. Ούτε καν γίνεται συζήτηση γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα πρέπει να στοχεύει στη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Καθώς και μεταρρυθμίσεις στο Κράτος, με τη δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, την προώθηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, την ολοκλήρωση του ρυθμιστικού μηχανισμού αδειοδότησης και τη θωράκιση του ρόλου των Ανεξάρτητων Αρχών.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτές οι προτεραιότητες θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας μας και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλασιαστικές θετικές επιδράσεις σε νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Αυτές όμως οι προϋποθέσεις απαιτούν στιβαρή και αποφασιστική πολιτική ηγεσία, η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, σοβαρότητα και αξιοπιστία.

Και η παρούσα Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει και δεν δείχνει ικανή να τα διαμορφώσει.

 

2016-07-03 Άρθρο_REPORTER

Άρθρο στην εφημερίδα “Νεοδημοκράτης” – “Το Κόστος Διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ” | 15.6.2016

Η οικονομία της χώρας, εξαιτίας της ανικανότητας, της αναποτελεσματικότητας και της αβελτηρίας της σημερινής Κυβέρνησης, περιπλανάται «βυθιζόμενη».

Αυτό το επιβεβαιώνουν όλοι οι ποσοτικοί δείκτες:

  • Η χώρα έχασε 21 δισ. ευρώ εθνικού πλούτου την περίοδο 2015-2016.
  • Η πραγματική οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Τα δημόσια οικονομικά κινούνται σε οριακές καταστάσεις και η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε.
  • Οι επιχειρηματικές προσδοκίες επιδεινώθηκαν και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε, στο χαμηλότερο επίπεδο από το Νοέμβριο του 2012.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Κράτους διογκώθηκαν.
  • Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, ο κύκλος εργασιών στη βιομηχανία, στις κατασκευές, στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, στις υπηρεσίες, συρρικνώθηκαν.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Οι τραπεζικές καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η φτώχεια διογκώθηκε.
  • Το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώθηκε.

Ενώ, και η καθυστέρηση επί επτά μήνες της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης πρόσθεσε νέες επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις στη χώρα, όπως είναι το Ταμείο Αποκρατικοποιήσεων, επέβαλλε μόνιμα Μνημόνια, με το μηχανισμό δημοσιονομικής διόρθωσης, και φόρτωσε έναν πολύ βαρύ λογαριασμό μέτρων στους πολίτες.

Λογαριασμός που ανέρχεται ήδη τουλάχιστον στα 9 δισ. ευρώ.

Λογαριασμός πολύ υψηλότερος αυτού που ζητούσαν οι δανειστές πριν από 1,5 χρόνο, για την επίτευξη μάλιστα πολύ υψηλότερων στόχων.

Λογαριασμός που περιλαμβάνει νέους και πρόσθετους, άμεσους και έμμεσους φόρους, έμπνευσης, «ιδιοκτησίας» και εκτέλεσης της αριστερής διακυβέρνησης.

Λογαριασμός, που λόγω της σύνθεσής του, οδηγεί σε πλήρες στέγνωμα της οικονομίας, «δυναμιτίζει» κάθε προοπτική ανάπτυξης, ιδιωτικής πρωτοβουλίας και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, «σκοτώνει» ότι παραγωγικό έχει απομείνει στην ελληνική κοινωνία, οδηγεί σε περαιτέρω φτωχοποίηση.

Λογαριασμός που περιλαμβάνει την αύξηση, δύο φορές, των συντελεστών ΦΠΑ, την αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος, τη μείωση του αφορολόγητου, την αύξηση και μονιμοποίηση των συντελεστών εισφοράς αλληλεγγύης, την αύξηση της φορολόγησης των ενοικίων, την αύξηση του ΕΝΦΙΑ και την κατάργηση απαλλαγών πληρωμής του, την αύξηση των προκαταβολών φόρου εισοδήματος, τη φορολόγηση των μερισμάτων, την κατάργηση της επιστροφής αγροτικού πετρελαίου, την αύξηση του κόστους πρωτογενούς παραγωγής, την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, την αύξηση του φόρου στα τσιγάρα, την επιβολή φόρου στα ηλεκτρονικά τσιγάρα, την αύξηση του ειδικού τέλους κατανάλωσης στην μπύρα, την κατάργηση του ειδικού καθεστώτος μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά, την αύξηση του φόρου στον καφέ, στη βενζίνη, στο πετρέλαιο θέρμανσης και στα τέλη ταξινόμησης σε αυτοκίνητα και φορτηγά, την επιβολή τέλους στη σταθερή τηλεφωνία και στη συνδρομητική τηλεόραση, την επιβολή φόρου διαμονής στα ξενοδοχεία και στα ενοικιαζόμενα δωμάτια.

Αυτό είναι το αποτύπωμα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, που από δήθεν σκληροί διαπραγματευτές, κατάντησαν πλήρως υποτακτικοί.

Των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, που από δήθεν πολέμιοι των Μνημονίων, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, ψηφίζουν τα πάντα.

Ακόμη και μόνιμα Μνημόνια.

Αρκεί να παραμείνουν, λίγο ακόμη, στην εξουσία.

Κάθε μέρα όμως που περνά:

  • αποκαλύπτεται η ιδεολογική αποψίλωση και ο πολιτικός κυνισμός της αυτοαποκαλούμενης Κυβέρνησης της ριζοσπαστικής αριστεράς,
  • αποκαλύπτεται η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων που, διαχρονικά, αυτή η αριστερά καλλιεργούσε,
  • αποκαλύπτονται οι πομφόλυγες για δήθεν αριστερή κοινωνική ευαισθησία και «αριστερά πρόσημα»,
  • αποκαλύπτεται ότι η όποια «αριστερή ψυχή» έγινε θυσία στο βωμό για λίγη «πολιτική εξουσία», ακόμη και ακραίας νεοφιλελεύθερης κοπής.

Σε τελική ανάλυση αποκαλύπτεται ότι οι ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αδυνατούν να οδηγήσουν τη χώρα επιτυχώς, στην ιστορική της πορεία.

Η χώρα χρειάζεται άλλη Κυβέρνηση η οποία θα φέρει στο εσωτερικό της άλλη ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής και θα της προσδώσει θετική δυναμική στον ανταγωνιστικό κόσμο.

Κυβέρνηση με κορμό την κοινωνικά φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία.

Τη Νέα Δημοκρατία, ως επικεφαλής, μιας πλατιάς κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας.

Με ένα άλλο μίγμα πολιτικής.

Αυτό που προτείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Με μεταρρυθμίσεις, με μείωση των δαπανών και των φόρων, για να έρθουν επενδύσεις, δουλειές, ανάπτυξη.

Αυτά που η σημερινή Κυβέρνηση δεν μπορεί να υλοποιήσει.

 

Άρθρο Χρ. Σταϊκούρα στην εφημερίδα “Πρώτο Θέμα” | 12.6.2016

“Η αποτυχία της διαπραγμάτευσης και οι προτεραιότητες για βιώσιμη ανάπτυξη”

 

Η Νέα Δημοκρατία, εδώ και μήνες, συστηματικά και υπεύθυνα, υποστήριζε την έγκαιρη ολοκλήρωση της αξιολόγησης, κατά τον βέλτιστο όμως για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο. Ολοκλήρωση που θα έπρεπε να συνοδευτεί από την εκταμίευση ολόκληρης της δόσης και από συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους. Τι επέτυχε τελικά η Ελληνική Κυβέρνηση σε αυτά τα 4 πεδία;

1ον. Εξαιτίας της 7μηνης καθυστέρησης ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, ο «λογαριασμός» «βάρυνε» πολύ.

Τα δημοσιονομικά μέτρα αυξήθηκαν κατά 1,5 δισ. ευρώ σε σχέση με τις εκτιμήσεις του περυσινού Αυγούστου και ανήλθαν, συνολικά, στα 9 δισ. ευρώ (3,6 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2015 και 5,4 δισ. ευρώ τον Μάιο του 2016).

Πολλά «κρυφά» προαπαιτούμενα και ένα συμπληρωματικό Μνημόνιο προστέθηκαν.

Ένας νέος μηχανισμός δημοσιονομικής προσαρμογής υιοθετήθηκε, μόνιμος αφού η λειτουργία του θα επεκταθεί και πέραν της λήξης του προγράμματος, αυτόματος αφού η ενεργοποίησή του επιβάλλεται αυτοδίκαια παρακάμπτοντας το Ελληνικό Κοινοβούλιο και οριζόντιος αφού δεν εξαιρεί μισθούς και συντάξεις.

Νέες επώδυνες και ταπεινωτικές υποχρεώσεις επιβλήθηκαν, όπως είναι το υπερ-ταμείο αποκρατικοποιήσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται σχεδόν το σύνολο της περιουσίας της χώρας, διάρκειας ζωής ενός αιώνα, χωρίς ουσιαστικό εθνικό έλεγχο και με ανύπαρκτη κοινοβουλευτική λογοδοσία.

«Κόκκινα» και «πράσινα» δάνεια, χωρίς εξαιρέσεις και χρονικούς περιορισμούς, ακόμη και με αύξηση επιτοκίου για τα ενήμερα επιχειρηματικά, μπορούν πλέον να μεταβιβαστούν σε ξένα funds.

Με όλα αυτά, μόνο η σημερινή Κυβέρνηση θα μπορούσε να «πανηγυρίζει».

Η οποία πρόθυμα, χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, υποχωρεί στα πάντα, αρκεί να κερδίσει λίγο ακόμη χρόνο στην εξουσία.

2ον. Επιβλήθηκαν νέοι και πρόσθετοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι, απότοκο αριστερής ιδεοληπτικής εμμονής.

Εμμονή που δεν έχει λογική, όρια και φραγμό και η οποία δεν θα έχει, τελικά, και τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Ήδη η Ελληνική οικονομία έχει επιστρέψει εδώ και τρία τρίμηνα και παραμένει στην ύφεση. Ενώ έχει εξαντληθεί, προ πολλού, και η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών, όπως αποδεικνύει και η διόγκωση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους κατά περίπου 4 δισ. ευρώ από τις αρχές του έτους. Χωρίς ακόμη οι πολίτες να έχουν βιώσει το «τσουνάμι» των νέων φόρων που ξεκίνησε, σταδιακά, να υλοποιείται.

3ον. Το «μαρτύριο της σταγόνας» συνεχίζεται.

Η δόση θα εκταμιευθεί τμηματικά, υπό προϋποθέσεις και σε βάθος χρόνου.

Ακόμη και η πρώτη υπο-δόση που θα συνοδεύσει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, υπολείπεται κατά 50% του ποσού που είχε προγραμματισθεί να λάβει μέχρι σήμερα η χώρα μας. Συγκεκριμένα, ανέρχεται στα 7,5 δισ. ευρώ, έναντι 15,1 δισ. ευρώ που προέβλεπε ο αρχικός χρηματοδοτικός προγραμματισμός του 3ου Μνημονίου (5,7 δισ. ευρώ [Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2015] + 4,9 δισ. ευρώ [1ο τρίμηνο 2016] + 4,5 δισ. ευρώ [2ο τρίμηνο 2016]).

Και μάλιστα από αυτά, ένα μικρό κομμάτι, μόλις 1,8 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Οφειλές οι οποίες στο μεταξύ έχουν «εκτοξευθεί» στα 6,7 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 75% από τις αρχές του 2015!!!

4ον. Η όποια ρύθμιση για το δημόσιο χρέος παραμένει ασαφής, τελεί υπό αυστηρές προϋποθέσεις, μετατίθεται για το μέλλον και συνοδεύεται από τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Και φυσικά, δεν γίνεται καθόλου λόγος για την εξέλιξη του μεγέθους χρέος / ΑΕΠ. Και αυτό γιατί το κείμενο του ESM που συζητήθηκε στο προηγούμενο Eurogroup προέβλεπε, μετά τις προτεινόμενες παρεμβάσεις για το χρέος, ότι αυτό θα διαμορφωθεί στο 142% του ΑΕΠ (!!!) το 2022, από 120% που ήταν η πρόβλεψη του 2ου Μνημονίου.

Συμπερασματικά, το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης δεν είναι ικανοποιητικό για τη χώρα.

Τουλάχιστον ας δούμε, από εδώ και μπρος, τι πρέπει να γίνει ώστε να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση, όπως έγινε το 2014, και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.

Κατά την άποψή μου, όπως έχω υποστηρίξει και κατά το παρελθόν, βασικές προτεραιότητες είναι:

1η. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

2η. Η τάχιστη αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Δυστυχώς, η συνολική τους αποπληρωμή μετατίθεται, στην καλύτερη περίπτωση, για το 2017.

3η. Η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής προσαρμογής, στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτό μπορεί να γίνει όταν υπάρχει κυβερνητική αξιοπιστία και επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι, όπως απεδείχθη το 2014. Τότε κερδίσαμε «βαθμούς ελευθερίας» και προχωρήσαμε στις πρώτες στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις (μείωση ΦΠΑ στην εστίαση, μείωση ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κ.α.). Σήμερα, όλα αυτά αυξήθηκαν!!!

Μπορεί όμως να γίνει και με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων, από την πλευρά των δαπανών. Υπάρχουν περιθώρια περιστολής, δεν είναι μεγάλα, είναι όμως εντοπισμένα.

Και φυσικά μπορεί να γίνει με τη συνεχής θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.

4η. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και στους θεσμούς, η υλοποίηση ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

5η. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Βιωσιμότητα που επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους κυβερνητικούς χειρισμούς των τελευταίων μηνών. Οι εταίροι θα πρέπει να αναλάβουν πιο «επιθετικές» πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τους δείκτες  χρέος / ΑΕΠ και ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες / ΑΕΠ. Όπως έγινε και κατά το παρελθόν, με τη διπλή αναδιάρθρωση και τη βελτίωση του «προφίλ» του χρέους.

6η. Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, στο σκέλος του ενεργητικού, αποτελεί η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη-εξυπηρετούμενων δανείων και, στο σκέλος του παθητικού, η επιστροφή μέρους των καταθέσεων και η επαναφορά του waiver στα ελληνικά ομόλογα, το οποίο βέβαια είχε αρθεί το 2015.

7η. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, καθώς και η προώθηση επενδυτικών σχεδίων που θα αξιοποιούν αποτελεσματικά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, όπου δυστυχώς η Ελλάδα καταγράφεται ως η μεγάλη απούσα περίπου 18 μήνες μετά τη δρομολόγησή του.

Αλλά και με έναν Αναπτυξιακό Νόμο, σε αντίθεση με αυτόν που έχει κατατεθεί, σοβαρό, «γενναιόδωρο» για τις επενδύσεις, εμπροσθοβαρή, μη γραφειοκρατικό, με μικρότερους χρόνους αναμονής και διαφανή.

8η. Η ενίσχυση των πολιτικής απασχόλησης και η δομική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, με την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως είναι ο θεσμός, σε εθνική κλίμακα, του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

9η. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του 3ου Μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί το Μάρτιο του 2016 και να είχε συνδεθεί με τις προβλέψεις του Αναπτυξιακού Νόμου. Και το οποίο σήμερα όχι μόνο δεν υφίσταται, αλλά ούτε καν συζήτηση γίνεται γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα στοχεύει σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία, η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτές οι προτεραιότητες θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας, θα βοηθήσουν στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων και στην επίτευξη ρεαλιστικών στόχων για την οικονομία, όπως αυτοί που τέθηκαν από τον Πρόεδρο της ΝΔ κ. Κ. Μητσοτάκη, για ονομαστική ανάπτυξη 4% και μακροχρόνια πρωτογενή πλεονάσματα 2% του ΑΕΠ.

Αυτές όμως οι προϋποθέσεις απαιτούν στιβαρή και αποφασιστική πολιτική ηγεσία, η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, σοβαρότητα και αξιοπιστία.

Και η παρούσα Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει και δεν δείχνει ικανή να τα διαμορφώσει.

 

2016-06-12 Άρθρο Πρώτο Θέμα

TwitterInstagramYoutube