Άρθρο στην εφημερίδα “Δημοκρατία” – “Η αναγκαιότητα ενός αποτελεσματικού και δίκαιου φορολογικού συστήματος”

Οι φόροι αποτελούν σημαντικό εργαλείο άσκησης της Οικονομικής πολιτικής.

Εκτός από την αναγκαιότητά τους για τη λειτουργία του κράτους, χρησιμοποιούνται, πολλές φορές, διαχρονικά και διατοπικά, και ως εργαλείο για την επίτευξη δημοσιονομικής προσαρμογής.

Έχει όμως αποδειχθεί ότι η προσαρμογή που στηρίζεται περισσότερο στη μείωση των δημοσίων δαπανών (με εξαίρεση της δημόσιες επενδύσεις), και όχι στην αύξηση των φόρων, έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να οδηγήσει σε διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους.

Η άποψη αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από τα στοιχεία του Πίνακα που ακολουθεί, όπου παρουσιάζεται η δημοσιονομική προσαρμογή για μία σειρά από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ράπανος και Καπλάνογλου, 2011).

Χώρα

Περίοδος προσαρμογής

% της συνολικής προσαρμογής από αύξηση των εσόδων

% της συνολικής προσαρμογής από περικοπή δαπανών

Πορτογαλία

’86-‘90

110,6

-10,6

Ιταλία

’89-‘97

85,3

14,7

Ελλάδα

’89-‘94

84,0

16

Γαλλία

’93-‘97

70,7

29,3

Δανία

’82-‘86

28,2

71,8

Ην. Βασίλειο

’93-‘99

20,0

80,0

Αυστρία

’95-2001

12,2

87,8

Βέλγιο

’81-‘90

1,8

98,2

Σουηδία

’93-‘98

-25,7

125,7

Ιρλανδία

’85-‘89

-46,9

146,9

Φινλανδία

’92-2000

-63,4

163,4

Ολλανδία

’90-2000

-89,1

189,1

Πηγή: Alcidi and Gros (2010).

Σε κάθε περίπτωση, το φορολογικό σύστημα στο οποίο εδράζεται η επιβολή των φόρων πρέπει να διέπεται από συγκεκριμένες θεμελιώδεις αρχές, όπως:

1ον. Η διαφάνεια: Το φορολογικό σύστημα δεν πρέπει να προκαλεί αμφιβολίες ως προς τους κανόνες του και τη θέσπισή τους, ούτε και υποψίες για τον τρόπο εφαρμογής του από τη Διοίκηση.

2ον. Η ουδετερότητα: Δεν πρέπει να καθοδηγεί την οικονομική συμπεριφορά προκαλώντας οικονομικές στρεβλώσεις, με εξαίρεση περιπτώσεις κοινωνικής ευαισθησίας ή περιφερειακής ανάπτυξης.

3ον. Η ευρύτητα της φορολογικής βάσης: Οι φόροι πρέπει να επιβάλλονται σε όσο το δυνατόν πιο πλατιά φορολογική βάση με ελάχιστες και κοινωνικά επιβαλλόμενες περιπτώσεις συναλλαγών ώστε τα δημόσια έσοδα να είναι υψηλά και οι συντελεστές όσο το δυνατόν πιο χαμηλοί.

4ον. Η απλότητα: Να περιλαμβάνει απλούς κανόνες και διαδικασίες ώστε να ελαχιστοποιείται το οικονομικό κόστος συμμόρφωσης και να είναι κατανοητό από τους φορολογούμενους, τους εφοριακούς και τους δικαστικούς.

5ον. Η σταθερότητα: Οι κανόνες του φορολογικού συστήματος πρέπει να μην αλλάζουν συχνά, παρά μόνον εφόσον το επιτάσσει η ανάγκη για προσαρμογή στις εξελισσόμενες αλλαγές.

6ον. Η λειτουργικότητα: Το σύστημα δεν πρέπει να είναι γραφειοκρατικό.

7ον. Η στόχευση στην ανάπτυξη: Οι φόροι πρέπει να αποσπούν όσο το δυνατόν μικρότερο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος του πολίτη για να μπορεί το υπόλοιπο να διοχετεύεται στην πραγματική Οικονομία και να τροφοδοτείται η ανάπτυξη.

8ον. Η ισορροπία των φόρων: Πρέπει να επιτυγχάνει ισορροπία μεταξύ των διαφόρων ειδών φόρων για λόγους δικαιοσύνης αλλά και αντιμετώπισης απρόβλεπτων οικονομικών συνθηκών.

9ον. Η ισότητα: Το σύστημα θα πρέπει να στηρίζεται στην αρχή της οριζόντιας και κάθετης φορολογικής ισότητας και να επιτυγχάνει τη δίκαιη κατανομή του φορολογικού βάρους.

10ον. Η νομιμότητα: Το φορολογικό σύστημα δεν πρέπει να αντιτίθενται στις αρχές του Καταστατικού Χάρτη της Πολιτείας και τις Διεθνείς Συνθήκες.

Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν αυτές οι αρχές διέπουν το σημερινό φορολογικό σύστημα της χώρας μας. Πολύ φοβάμαι πως όχι. Και εξηγώ:

1ον. Το σύστημα είναι έντονα γραφειοκρατικό. Όλες οι φορολογικές διατάξεις αριθμούν, τους τελευταίους 14 μήνες, 1.718 σελίδες.

2ον. Το σύστημα είναι πολύπλοκο. Την τελευταία χρονιά έχουν ψηφιστεί 10 Νόμοι με αποκλειστικά φορολογικές ή κατά κύριο λόγο διατάξεις.

3ον. Το σύστημα είναι αντιφατικό. Από τη μία υποτίθεται ότι καταδιώκει, με κάθε μέσο, τη φοροδιαφυγή και από την άλλη αμνηστεύει, μέσω της περαίωσης, όσους έχουν φοροδιαφύγει προκειμένου να καλύψει «μαύρες τρύπες» στην εκτέλεση του Προϋπολογισμού.

4ον. Το σύστημα είναι άδικο. Το Κράτος θεωρεί τον φορολογούμενο εξαρχής εν δυνάμει φοροφυγά και όχι ειλικρινή, μέχρι απόδειξης του εναντίου.

5ον. Το σύστημα δεν χαρακτηρίζεται από σταθερότητα. Εντός μικρού χρονικού διαστήματος νέες διατάξεις καταργούν ή μεταβάλλουν διατάξεις άλλων φορολογικών νόμων.

6ον. Το σύστημα δεν στοχεύει στην ανάπτυξη. Η Πολιτεία έχει «μονιμοποιήσει» τις έκτακτες εισφορές των επιχειρήσεων και πλέον, μέσω του Μακροπρόθεσμου Προγράμματος, επιβάλλει, ακόμη και αναδρομικά, έκτακτες εισφορές και στα νοικοκυριά.

7ον. Το Κράτος δεν είναι συνεπές στις υποχρεώσεις του. Μάλιστα, με δεδομένο ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τρίτους ανέρχονται στα 6 δισ. ευρώ, αποδεικνύεται ότι η Κυβέρνηση έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο «εσωτερικό χρέος».

8ον. Το σύστημα είναι αναποτελεσματικό. Η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων δεν έχει οδηγήσει στην επιθυμητή αύξηση των εσόδων. Αντιθέτως μάλιστα, παρατηρείται μείωση των εσόδων (τα καθαρά έσοδα έχουν μειωθεί κατά 9,1% το πρώτο τετράμηνο του έτους, έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση κατά 8,5%).

Και η φορολογική αφαίμαξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων συνεχίζεται με το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα της Κυβέρνησης.

Όμως, σύμφωνα και με την Τράπεζα της Ελλάδος, «περαιτέρω αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των ήδη φορολογουμένων θα κατέληγε όχι μόνο να επιτείνει την ύφεση, αλλά και να επιτύχει το αντίθετο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή μείωση αντί αύξησης των εσόδων» [Νομισματική Πολιτική, Ενδιάμεση Έκθεση 2010].

Και εκτός των άλλων, διογκώνεται και η φοροδιαφυγή.

Φοροδιαφυγή η οποία έχει τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.

Η οποία υπονομεύει κάθε προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης, υποδαυλίζει τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, δημιουργεί συνθήκες μη υγιούς ανταγωνισμού στην οικονομία, θίγει ζητήματα ισονομίας και ισοπολιτείας, υποσκάπτει το ρόλο του κοινωνικού κράτους, «ροκανίζει» την κοινωνική συνοχή.

Φαινόμενο βέβαια που καμία χώρα δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει με απόλυτη αποτελεσματικότητα.

Άλλωστε, η ίδια η φύση του φόρου, που αποτελεί για το φορολογούμενο υποχρεωτική μονομερή μεταβίβαση πόρων προς το κράτος, χωρίς άμεσο αντάλλαγμα ή αντίκρισμα, συντελεί σ’ αυτό.

Όλες οι Κυβερνήσεις θέτουν τον περιορισμό της φοροδιαφυγής ως έναν κεντρικό στόχο της πολιτικής τους.

Τα αποτελέσματα, όμως, αυτών των προσπαθειών στη χώρα μας δεν είναι ακόμη ικανοποιητικά.

Έτσι, τα συνολικά φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ στη χώρα μας είναι συστηματικά και σημαντικά χαμηλότερα από το μέσο όρο της ευρωζώνης (όπως φαίνεται και στον ακόλουθο Πίνακα).

Έσοδα Γενικής Κυβέρνησης 2000-2010 (% ΑΕΠ)
2000 2001 2002 2003 2004 2005 2006 2007 2008 2009 2010
Ελλάδα 43,0 40,9 40,3 39,0 38,1 38,6 39,2 40,0 39,9 37,3 39,1
Ευρωζώνη-17 46,2 45,4 44,9 44,9 44,5 44,8 45,3 45,3 44,9 44,5 44,5
Πηγή: Eurostat

Η εκτεταμένη μάλιστα φοροδιαφυγή που παρατηρείται στις ομάδες των μη μισθωτών/συνταξιούχων (όπως συνάγεται από τον ακόλουθο Πίνακα) συνεπάγεται και τον περιορισμό της αναδιανεμητικής επίδρασης της άμεσης φορολογίας.

Οικονομικό έτος 2009 – Διάρθρωση φορολογίας εισοδήματος

φυσικών και νομικών προσώπων (σε ευρώ)

Κατηγορίες Φορολογούμενο εισόδημα Φορολογητέα κέρδη Διάρθρωση (%)
Φυσικά πρόσωπα Μισθωτοί/Συνταξιούχοι 78.541.624.914 68,23
Λοιποί φορολογούμενοι 19.856.333.074 17,25
Νομικά πρόσωπα 16.709.680.078 14,52
Σύνολο 115.107.638.066 100,00
Πηγή: Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων

Η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής απαιτεί:

1η. Τη μείωση των φορολογικών συντελεστών ώστε να μειωθούν τα κίνητρα για φοροδιαφυγή.

2η. Την απλοποίηση, τον εξορθολογισμό και την κωδικοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας ώστε να μειωθούν τα περιθώρια φοροδιαφυγής («κλείσιμο παραθύρων»).

3η. Την αυστηροποίηση των ποινών για τους φοροφυγάδες ώστε να αυξηθεί το κόστος της φοροδιαφυγής.

4η. Τον περιορισμό της επαφής φορολογούμενου – φορολογικής αρχής ώστε να μειωθούν οι δυνατότητες φοροδιαφυγής.

Ένας τέτοιος συνδυασμός φορολογικού συστήματος μπορεί να επιτύχει το τον διπλό στόχο της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Άρθρο στην εφημερίδα “Ο Κόσμος του Σαββατοκύριακου” – “Η αναγκαιότητα αλλαγής των όρων του Μνημονίου”

Έχει συμπληρωθεί ένας χρόνος από την υπογραφή του Μνημονίου και τα δυσμενή αποτελέσματα της υλοποίησης του περιεχομένου του είναι ήδη ορατά στην Ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Η ύφεση είναι βαθιά και παρατεταμένη, το έλλειμμα δεν μειώνεται με βιώσιμο τρόπο, το χρέος αυξάνει και ενισχύει τη δυναμική του, ο πληθωρισμός διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, η «διαρθρωτική» παραγωγικότητα συρρικνώνεται, η παραγωγική βάση απομυζάται, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάζονται, η ανεργία καλπάζει, ο κοινωνικός ιστός αποδιοργανώνεται.

Είναι σαφές, και ομολογείται πλέον από πολλούς, εντός και εκτός χώρας, και από εταίρους μας, ότι το «θεραπευτικό σχήμα» που έχει τεθεί σε εφαρμογή στη χώρα μας δεν είναι κατάλληλο.

Παράλληλα, εξαιτίας της ασκούμενης Κυβερνητικής πολιτικής, η φοροδιαφυγή δεν αντιμετωπίζεται, οι σπατάλες στο Δημόσιο συνεχίζονται, το Κράτος έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο «εσωτερικό χρέος», οι διαρθρωτικές αλλαγές καθυστερούν ή νομοθετούνται με «εκπτώσεις», τα διαθέσιμα εργαλεία ανάταξης της Οικονομίας έχουν αδρανοποιηθεί, τα αναπτυξιακά μέτρα απουσιάζουν.

Καθίσταται συνεπώς αναγκαία η αλλαγή των όρων του Μνημονίου.

Είναι όμως και εφικτή. Για 3 επιπλέον λόγους:

1ος. Η γεωπολιτική θέση της χώρας.

Οι αναταραχές γύρω μας απειλούν να αποσταθεροποιήσουν όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά κι άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

2ος. Το προηγούμενο των άλλων χωρών που προσέφυγαν στο Μηχανισμό Στήριξης.

Η Ιρλανδία επέτυχε, στην 1η αξιολόγηση του δικού της Μνημονίου, τη βελτίωση όρων του στην κατεύθυνση ενίσχυσης της απασχόλησης (βελτίωση ημερομισθίου και μείωση εργοδοτικών εισφορών).

Και η Πορτογαλία επέτυχε καλύτερους όρους στο δικό της Μνημόνιο (δεν καταργήθηκε ο 13ος και 14ος μισθός, πάγωσαν οι συντάξεις, εκτός από εκείνες των χαμηλοσυνταξιούχων κ.α.).

3ος. Ο κίνδυνος μετά

δοσης του Ελληνικού αδιεξόδου, απόρροια του περιεχομένου του Μνημονίου αλλά και της ασκούμενης Κυβερνητικής πολιτικής και λειτουργίας, στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Με αυτή τη στερεή επιχειρηματολογία που εδράζεται στους παραπάνω άξονες μπορούμε να επιδιώξουμε και να επιτύχουμε αλλαγή των όρων του Μνημονίου ώστε να υπάρξει επανεκκίνηση της Οικονομίας.

Και ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Σαμαράς, μέσα από την προχθεσινή κατάθεση ενός ρεαλιστικού σχεδίου, προσδιόρισε τα 7 βήματα αυτής της επανεκκίνησης.

Ώστε να επιτύχουμε τους δημοσιονομικούς στόχους και να πιάσουν τόπο οι πολλές και διευρυνόμενες θυσίες των Ελλήνων πολιτών.

Άραγε μπορεί αυτή η Κυβέρνηση να διαπραγματευτεί και να επιτύχει την αναγκαία αλλαγή των όρων του Μνημονίου;

Το παρελθόν έχει δείξει ότι δεν μπορεί. Ή δεν θέλει…

Άρθρο στην ειδική έκδοση της εφημερίδας “Η Καθημερινή – The Economist” – “Η αναγκαιότητα αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου”

Σήμερα γίνεται αντιληπτό, τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από τους δανειστές μας, με μεγάλη βέβαια χρονική καθυστέρηση, ότι το υπάρχον Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, της δυναμικής και της βιωσιμότητάς του.

Η αντιμετώπισή του απαιτεί τη δημιουργία τουλάχιστον ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, την υιοθέτηση αναπτυξιακών πρωτοβουλιών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και την διαφανή αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο ιδιοκτήτη ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η αξιοποίηση αυτής της περιουσίας εμφανίζει πολλά και διαχρονικά προβλήματα, όπως το ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν γνωρίζει το ακριβές μέγεθος της ακίνητης περιουσίας του, κυρίως λόγω της ανυπαρξίας πλήρους και ακριβούς Κτηματολογίου.

Ή το ότι μεγάλο μέρος των δημόσιων ακινήτων έχουν πολλαπλούς περιορισμούς ως προς την αξιοποίησή τους.

Η Κυβέρνηση, όμως, πέρα από τα υπαρκτά προβλήματα, δεν φαίνεται μέχρι σήμερα να διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο αξιοποίησης της περιουσίας.

Ενδεικτικά, προσδοκούσε τον Ιούνιο του 2010 να εισπράξει τρία δισ. ευρώ την τριετία 2011-2013. Τον Δεκέμβριο, το ποσό αυτό ανήλθε στα επτά δισ. ευρώ, και σήμερα διαμορφώνεται, υπό την πίεση των δανειστών μας, στα 15 δισ. ευρώ για την ίδια περίοδο.

Προσδοκούσε να αντλήσει 2,5 δισ. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις μέσα στο 2010, και τελικά δεν πραγματοποίησε καμία.

Σε κάθε περίπτωση, επιβάλλεται, έστω και καθυστερημένα, η αξιοποίησή της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, προσδίδοντας κατ’ αρχήν αξία σε περιουσιακά στοιχεία που έως τώρα παραμένουν ανενεργά ή απαξιώνονται – μετατρέποντας, δηλαδή, αδρανείς πόρους σε τμήμα του εθνικού ενεργητικού.

Βέβαια, για να βελτιωθούν οι αξίες και οι υπεραξίες στα ακίνητα, πρέπει να αρθούν, με νομοθετικές παρεμβάσεις, οι πολλαπλές τεχνικές, νομικές, πολεοδομικές και θεσμικές δεσμεύσεις και οι περιορισμοί σε τίτλους, χρήσεις γης και όρους δόμησης (π.χ. προστασία του περιβάλλοντος ή της τοπικής αρχιτεκτονικής ταυτότητας, αρχαιολογικοί περιορισμοί, χαρακτηρισμοί δασαρχείων, καταπατήσεις, προβλήματα από πλευράς των δωρητών κτλ.).

Με τον τρόπο αυτό, «μεγαλώνει η κεφαλαιουχική αξία της δημόσιας ακίνητης περιουσίας και αυξάνεται η εγγυοδοτική ικανότητα, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η χρηματοδότηση πραγματικών αναπτυξιακών έργων» (Αλ. Περετζής, Ημερησία, 19.02.2011).

Στη συνέχεια, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αξιοποιηθούν αυτοί οι πόροι, εμπορικά και επενδυτικά, χωρίς το δημόσιο να χάσει την κυριότητά τους, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια, την τήρηση των κανόνων και την αποδοτικότητα: με ενοικίαση, με leasing, με μακροχρόνιες μισθώσεις, με ΣΔΙΤ, με συμβάσεις παραχώρησης, με χρήση σύγχρονων και πιο σύνθετων εργαλείων διαχείρισης χαρτοφυλακίου ακινήτων (τιτλοποιήσεις ιδιοχρησιμοποιούμενων ακινήτων, δημιουργία εταιρειών συμμετοχών κ.ά.).

Επίσης, με κατάτμηση ακινήτων τα οποία δεν είναι διαχειρίσιμα, είτε λόγω της τεράστιας έκτασής τους είτε λόγω της ύπαρξης καταπάτησης σε κάποιο σημείο τους.

Μία άλλη μέθοδος αξιοποίησης είναι η υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, μέσω πώλησης, συμβάσεων παραχώρησης, εισόδου στρατηγικού επενδυτή, μετοχοποίησης και δημιουργίας εταιρειών συμμετοχών (βέβαια θα πρέπει να τονισθεί ότι το σύνολο των αποκρατικοποιήσεων έχει αποφέρει, μέχρι σήμερα, στα ταμεία του Δημοσίου συνολικά έσοδα περί τα 18 δισ. ευρώ – πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος).

Ακόμα, θα μπορούσε να επιλεγεί η σύναψη συμβάσεων παραχώρησης για τα λιμάνια και τους περιφερειακούς λιμένες (μαρίνες). Οι πρωτοβουλίες μπορούν να δώσουν πνοή στο νησιωτικό τουρισμό και ώθηση στην περιφερειακή ανάπτυξη, ενώ μπορούν να συμπληρωθούν με τη δημιουργία νέων μαρίνων, ώστε μέσα από τις αναμενόμενες συνέργειες (προσβασιμότητας, κόστους και απόστασης), να αναπτυχθούν πολλαπλοί ελκυστικοί προορισμοί και να καλλιεργηθεί ο «αρχιπελαγικός τουρισμός».

Και όλα αυτά, αξιοποιώντας και τη μέθοδο της προχρηματοδότησης η οποία επιτρέπει να διαχωριστεί ο χρόνος είσπραξης κεφαλαίων, με προείσπραξη εσόδων και υπεραξιών, από το μεταγενέστερο χρόνο αξιοποίησης της περιουσίας.

Για παράδειγμα, στην πιο απλή μορφή, το κράτος «προεισπράττει» έσοδα από την ενοικίαση ενός ακινήτου του μέσω τραπεζικού δανεισμού, και τα μελλοντικά έσοδα από το ακίνητο αποπληρώνουν το πιστωτικό ίδρυμα.

Σε πιο σύνθετη μορφή, το κράτος «προεισπράττει» έσοδα μέσω δημιουργίας αμοιβαίων κεφαλαίων και σύστασης εταιριών συμμετοχών έναντι μελλοντικών εσόδων από εκμετάλλευση και υπεραξίες.

Και όταν το κράτος πουλήσει μερίδια ή μετοχές, εκχωρεί δικαιώματα εκμετάλλευσης και μελλοντικών υπεραξιών, όχι όμως και την κυριότητα των ακινήτων.

Σε κάθε περίπτωση, η ΝΔ πιστεύει ότι μια ορθολογική διαχείριση και μια στοχευμένη αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικά, σταθερά και σε μακροχρόνια βάση έσοδα για το Δημόσιο και να μειώσει το ύψος του χρέους, δημιουργώντας παράλληλα πρόσθετα αναπτυξιακά οφέλη.

Άρθρο στο site Aixmi.gr – “Οι κυβερνητικές ασκήσεις επί χάρτου”

Η Κυβέρνηση έχει αποτύχει στην οικονομική της πολιτική.

Η ύφεση είναι βαθιά και παρατεταμένη, το έλλειμμα δεν μειώνεται με βιώσιμο τρόπο, το χρέος αυξάνει και ενισχύει τη δυναμική του, ο πληθωρισμός διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, η «διαρθρωτική» παραγωγικότητα συρρικνώνεται, η παραγωγική βάση απομυζάται, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάζονται, η ανεργία καλπάζει.

Η φοροδιαφυγή δεν αντιμετωπίζεται, οι σπατάλες στο Δημόσιο συνεχίζονται, το Κράτος έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο «εσωτερικό χρέος», οι διαρθρωτικές αλλαγές καθυστερούν ή νομοθετούνται με «εκπτώσεις», τα διαθέσιμα εργαλεία ανάταξης της Οικονομίας έχουν αδρανοποιηθεί, τα αναπτυξιακά μέτρα απουσιάζουν, ο κοινωνικός ιστός αποδιοργανώνεται, η φτώχεια διευρύνεται και μετατοπίζεται προς τα νεαρότερα άτομα με υψηλότερη εκπαίδευση.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνουν ότι το «θεραπευτικό σχήμα» που έχει τεθεί σε εφαρμογή δεν είναι κατάλληλο.

Και σε όλα αυτά πρέπει κανείς να προσθέσει τις Κυβερνητικές παθογένειες και αμφιθυμίες, τις εσωτερικές αδυναμίες και αρρυθμίες.

Τα παραπάνω αποτυπώνονται στη δέσμη γενικών ιδεών που κατέθεσε η Κυβέρνηση υπό τον τίτλο «Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015».

«Πλαίσιο» που εδράζεται σε μη ρεαλιστικές παραδοχές και υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις, που ενσωματώνει αντιφάσεις και αοριστίες, που περιλαμβάνει γενικόλογες περιγραφές στόχων και αριθμούς «στον αέρα», χωρίς συγκεκριμένες και δεσμευτικές δράσεις, χωρίς εξειδικευμένα μέτρα, χωρίς συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα εφαρμογής.

Που περικλείει νέα μέτρα για το 2011 εξαιτίας του δημοσιονομικού εκτροχιασμού στους πρώτους 3 μήνες του έτους. Έτσι, ενώ το «Μνημόνιο» προέβλεπε μέτρα 9,1 δισ. ευρώ για το 2011, ο Προϋπολογισμός επιβάλλει πρόσθετα μέτρα 5,2 δισ. ευρώ, και το «Πλαίσιο» αναζητά νέα μέτρα 3 δισ. ευρώ. Συνεπώς, από τα 9,1 δισ. ευρώ φτάσαμε σχεδόν στα διπλάσια, στα 17,3 δισ. ευρώ, χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη το ύψος των πρόσθετων μέτρων εξαιτίας της νέας υστέρησης των δημοσιονομικών μεγεθών του 2010.

«Πλαίσιο» όμως που περιλαμβάνει και περισσότερα μέτρα για την περίοδο 2012-2015. Μέτρα ύψους 23 δισ. ευρώ που έρχονται να προστεθούν στα περίπου 40 δισ. ευρώ της περιόδου 2010-2011.

«Πλαίσιο» που περιλαμβάνει και κάποιες ασαφείς δράσεις για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου και για την πραγματοποίηση αποκρατικοποιήσεων.

Τουλάχιστον η Κυβέρνηση φαίνεται να αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα τέτοιων δράσεων (άλλωστε «δεσμεύεται πλέον ισχυρά» από τις ευρωπαϊκές αποφάσεις). Πως μπορεί όμως να εμπιστευτεί κανείς μια Κυβέρνηση η οποία συνεχώς παλινωδεί και δεν διαθέτει ολοκληρωμένο και συνεκτικό σχέδιο;

Κυβέρνηση η οποία προσδοκούσε, τον Ιούνιο του 2010, να εισπράξει, από την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, 3 δισ. ευρώ την τριετία 2011-2013, τον Δεκέμβριο 7 δισ. ευρώ, και σήμερα 15 δισ. ευρώ για την ίδια περίοδο;

Κυβέρνηση η οποία προσδοκούσε να αντλήσει 2,5 δισ. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις μέσα στο 2010, και τελικά δεν πραγματοποίησε καμία;

Τα αδιέξοδα, συνεπώς, της Κυβερνητικής πολιτικής είναι περισσότερο από προφανή.

Η Νέα Δημοκρατία επικαιροποιεί και πολύ σύντομα θα καταθέσει τη δική της πρόταση για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Πρόταση ρεαλιστική, συμβατή με την πραγματικότητα. Πρόταση που θα στοχεύει στη δημοσιονομική εξυγίανση, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην τόνωση της βιώσιμης ανάπτυξης.

Σε κάθε περίπτωση, η Νέα Δημοκρατία, μεταξύ άλλων, είχε και έχει προτείνει και θα στηρίξει πρωτοβουλίες:

  • για τον εξορθολογισμό της μισθολογικής δαπάνης (με την εφαρμογή του κανόνα 1:5),
  • για την κατάργηση και συγχώνευση φορέων και οργανισμών («…δεν υπάρχουν ουσιαστικές βελτιώσεις στο μέγεθος και τη λειτουργία του Κράτους», [Τράπεζα της Ελλάδος]),
  • για τη δραστική μείωση της σπατάλης με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών και με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων («…τα περιθώρια υπάρχουν και είναι μεγάλα», [Τράπεζα της Ελλάδος]),
  • για την πάταξη της φοροδιαφυγής με την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και του συντονισμού σε όλα τα επίπεδα του φορολογικού, ελεγκτικού και εισπρακτικού μηχανισμού («οι απώλειες εσόδων από την αύξηση της φοροδιαφυγής ανήλθαν στα 2,1 δις. ευρώ το 2010», [Alpha Bank, Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, 27 Ιανουαρίου]),
  • για τον εξορθολογισμό της δομής των κοινωνικών δαπανών με στοχευμένες παρεμβάσεις ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δαπανών,
  • για τον εξορθολογισμό των δαπανών υγείας και ιατροφαρμακευτικής δαπάνης,
  • για τη δημιουργία ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους με τη βελτίωση της ποιότητας των θεσμών και με τη δραστική μείωση της γραφειοκρατίας,
  • για την επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών με την ενθάρρυνση και διευκόλυνση των επενδύσεων και με την ενίσχυση του εξαγωγικού προσανατολισμού της οικονομίας,
  • για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια, την τήρηση των κανόνων και την αποδοτικότητα,
  • για την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, μέσω πώλησης, συμβάσεων παραχώρησης, εισόδου στρατηγικού επενδυτή, μετοχοποίησης και δημιουργίας εταιρειών συμμετοχών.

Δεν θα στηρίξει όμως, όπως ήδη πράττει, μεταξύ άλλων, πρωτοβουλίες που οδηγούν σε αυξήσεις φορολογικών βαρών για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, σε περαιτέρω επιβάρυνση εργαζομένων και συνταξιούχων, σε περικοπές επιδομάτων πολυτέκνων και ανέργων, σε μειώσεις προνοιακών επιδομάτων.

Οι λύσεις για να υπερβούμε τα αδιέξοδα της οικονομικής πολιτικής υπάρχουν. Και δεν βρίσκονται σε λογικές «αναδιάρθρωσης» του χρέους. Αλλά στο συγκερασμό μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και αναπτυξιακών πρωτοβουλιών ώστε να πιάσουν τόπο οι μεγάλες και διευρυνόμενες θυσίες των Ελλήνων πολιτών.

http://www.aixmi.gr/index.php/to-oikonomiko-navagio-tis-kyvernisis/

Άρθρο στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος” – “Προφανής η αποτυχία”

Η Κυβέρνηση έχει αποτύχει στην οικονομική της πολιτική.

Η ύφεση είναι βαθιά και παρατεταμένη, το έλλειμμα δεν μειώνεται με βιώσιμο τρόπο, το χρέος αυξάνει και διατηρεί τη δυναμική του, η παραγωγική βάση συρρικνώνεται, τα «λουκέτα» πολλαπλασιάζονται, η ανεργία καλπάζει, ο κοινωνικός ιστός αποδιοργανώνεται.

Και σε όλα αυτά πρέπει κανείς να προσθέσει τις Κυβερνητικές παθογένειες και αμφιθυμίες, τις εσωτερικές αδυναμίες και αρρυθμίες.

Τα παραπάνω αποτυπώνονται στη δέσμη γενικών ιδεών που κατέθεσε η Κυβέρνηση υπό τον τίτλο «Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015».

Πλαίσιο που εδράζεται σε μη ρεαλιστικές παραδοχές και υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις, που ενσωματώνει αντιφάσεις, που περιλαμβάνει αριθμούς «στον αέρα».

Που αποσιωπά μέτρα του Μνημονίου, όπως είναι η μετάταξη προϊόντων σε υψηλότερο φορολογικό συντελεστή, η εξίσωση του ειδικού φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης με το πετρέλαιο κίνησης, η αύξηση των αντικειμενικών αξιών, η επιβολή φόρου στα μη-αλκοολούχα ποτά.

Που περικλείει νέα μέτρα για το 2011 εξαιτίας του δημοσιονομικού εκτροχιασμού στους πρώτους 3 μήνες του έτους. Έτσι, ενώ το «Μνημόνιο» προέβλεπε μέτρα 9,1 δισ. ευρώ για το 2011, ο Προϋπολογισμός επιβάλλει πρόσθετα μέτρα 5,2 δισ. ευρώ, και το «Πλαίσιο» αναζητά νέα μέτρα 3 δισ. ευρώ. Συνεπώς, από τα 9,1 δισ. ευρώ φτάσαμε σχεδόν στα διπλάσια, στα 17,3 δισ. ευρώ, χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη το ύψος των πρόσθετων μέτρων εξαιτίας της νέας υστέρησης των δημοσιονομικών μεγεθών του 2010.

«Πλαίσιο» όμως που περιλαμβάνει και περισσότερα μέτρα για την περίοδο 2012-2015.

Μέτρα ύψους 23 δισ. ευρώ που έρχονται να προστεθούν στα περίπου 40 δισ. ευρώ της περιόδου 2010-2011.

Συνεπώς, τα αδιέξοδα της Κυβερνητικής πολιτικής είναι περισσότερο από προφανή.

Άρθρο στην εφημερίδα “Τύπος της Κυριακής” – “Η Κυβέρνηση αυτοσχεδιάζει…”

Η Κυβέρνηση, αντιμέτωπη, όλο και πιο έντονα, με τα αδιέξοδα της πολιτικής της και με τις αδυναμίες στη λειτουργία της, καλείται να παρουσιάσει, στα μέσα του μήνα, τις προτάσεις της για το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής και για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Προτάσεις με ισχυρές δόσεις αυτοσχεδιασμού, απόρροια των παλινωδιών, των αντιφάσεων και των αστοχιών της Κυβερνητικής πολιτικής.

Άλλωστε δεν πρέπει να λησμονούμε ότι:

1ον. Αυτές οι προτάσεις θα ενσωματώνουν πρόσθετα μέτρα για το 2011.

Νέα μέτρα εξαιτίας αποκλίσεων στους δημοσιονομικούς στόχους, τόσο για το 2010 όσο και για το 2011.

Συγκεκριμένα, το «Μνημόνιο» προέβλεπε έλλειμμα 8,1% του ΑΕΠ για το 2010. Ο εφετινός Προϋπολογισμός, λίγους μήνες αργότερα, το αναθεωρούσε στο 9,4% του ΑΕΠ. Και σήμερα αυτό εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί κοντά στο 10% του ΑΕΠ.

Παρά τη λήψη μέτρων εκτός «Μνημονίου», την περαιτέρω περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και τη δημιουργία ενός τεράστιου «εσωτερικού χρέους», ύψους 5,4 δισ. ευρώ μόνο για το 2010 (ο πρώην Υπουργός κ. Αλ. Παπαδόπουλος εκτιμά ότι το πραγματικό έλλειμμα κυμαίνεται κοντά στο 13% του ΑΕΠ).

Έτσι, ενώ το «Μνημόνιο» προέβλεπε μέτρα 9,1 δισ. ευρώ για το 2011, ο Προϋπολογισμός επιβάλλει πρόσθετα μέτρα 5,2 δισ. ευρώ, ενώ η «Τροϊκα», σήμερα, αναζητά νέα μέτρα 1,8 δισ. ευρώ, εξαιτίας του δημοσιονομικού εκτροχιασμού στους πρώτους 2 μήνες του έτους.

Συνεπώς, από τα 9,1 δισ. ευρώ φτάσαμε στα 16,1 δισ. ευρώ, χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη το ύψος των πρόσθετων μέτρων εξαιτίας της νέας υστέρησης των δημοσιονομικών μεγεθών του 2010.

2ον. Οι προτάσεις όμως θα ενσωματώνουν πρόσθετα μέτρα και για το 2012-2014.

Απαιτούνται νέα μέτρα ύψους 19,6 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 14,5 δισ. ευρώ είναι «μη-καθορισμένα». Στο Μνημόνιο αυτά ανέρχονταν στα 11 δισ. ευρώ.

3ον. Η Κυβέρνηση δεν διαθέτει συνεκτικό σχέδιο για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, αφού:

Α. Αρχικά αγνόησε την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, στη συνέχεια κατήγγειλε την «Τροϊκα», ακολούθως προανήγγειλε συνταγματική απαγόρευση για την πώληση γης, μετά μίλησε για δική της πολιτική πρωτοβουλία και τελικά δεσμεύτηκε να αντλήσει 50 δισ. ευρώ προκειμένου η χώρα να επιτύχει την επιμήκυνση και το χαμηλότερο επιτόκιο στη δανειακή της σύμβαση.

Β. Προσδοκά να αντλήσει 15 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2013. Είναι η ίδια Κυβέρνηση η οποία προσδοκούσε, τον περυσινό Ιούνιο, να εισπράξει 3 δισ. ευρώ και, τον Δεκέμβριο, 7 δισ. ευρώ για την ίδια περίοδο.

Γ. Είναι η ίδια Κυβέρνηση η οποία προσδοκούσε να αντλήσει 2,5 δισ. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις μέσα στο 2010, και τελικά δεν πραγματοποίησε καμία.

Οφείλει συνεπώς η Κυβέρνηση να απαλλαγεί από το σύνδρομο κατοχής της μοναδικής αλήθειας και να αντιληφθεί ότι επιβάλλεται η αλλαγή της οικονομικής πολιτικής.

Άρθρο-παρέμβαση στο newscode.gr – “Η Κυβέρνηση προσδοκούσε να αντλήσει 2,5 δισ. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις μέσα στο 2010, και τελικά δεν πραγματοποίησε καμία”

Σήμερα γίνεται αντιληπτό τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από τους δανειστές μας, με μεγάλη βέβαια χρονική καθυστέρηση, ότι το υπάρχον Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, της δυναμικής και της βιωσιμότητάς του.

Χρέος το οποίο:

  • Ανήλθε, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Δημοσίου Χρέους, στα 340 δισ. ευρώ το 2010, αυξημένο κατά 42 δισ. ευρώ εναντι του 2009.
  • Προβλέπεται να έχει, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, μεγαλύτερη μέση ετήσια αύξηση τη διετία 2010-2011, τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, απ’ ότι την εξαετία 2004-2009.
  • Αναμένεται να διευρυνθεί, σύμφωνα με το «Μνημόνιο», κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2013.
  • Εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το 2020 στα επίπεδα του 2009.
  • Για να μειωθεί στο 60% του ΑΕΠ, σύμφωνα με Έκθεση του Ινστιτούτου Bruegel, απαιτούνται ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα από 8,4% έως 14,5% του ΑΕΠ για τα επόμενα 20 χρόνια, κάτι που καμία χώρα δεν έχει επιτύχει μέχρι σήμερα (σχετικές εκτιμήσεις έχει κάνει και το μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ κ. Σμάγκι).

Συνεπώς, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί, εκτός από τη διαμόρφωση μιας συνολικής λύσης σε Ευρωπαϊκό επίπεδο (μεταξύ άλλων με την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και τη μείωση του επιτοκίου της δανειακής σύμβασης), τη δημιουργία πλεονασματικών προϋπολογισμών, την υιοθέτηση αναπτυξιακών πρωτοβουλιών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και την ορθολογική διαχείριση και διαφανή αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Η Κυβέρνηση, με την 3η Επικαιροποίηση του «Μνημονίου», φαίνεται να αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Πως όμως μπορεί να εμπιστευτεί κανείς μια Κυβέρνηση η οποία συνεχώς παλινωδεί και δεν διαθέτει σχέδιο;

  • Κυβέρνηση η οποία έχει συμφωνήσει και δεσμεύεται στο Μνημόνιο και σε όλες τις επικαιροποιημένες εκδοχές του (6 Αυγούστου και 22 Νοεμβρίου) να προχωρήσει στην «πώληση περιουσιακών στοιχείων», όπως υποστηρίζουν και επαναλαμβάνουν σήμερα και τα μέλη της «Τρόικας»;
  • Κυβέρνηση η οποία σήμερα υπόσχεται ότι θα καταθέσει Σχέδιο Νόμου που θα απαγορεύει εκείνο που η ίδια έχει ρητά και επανειλημμένως δεσμευτεί να πράξει;
  • Κυβέρνηση η οποία προσδοκούσε, τον Ιούνιο του 2010, να εισπράξει, από την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, 3 δισ. ευρώ την τριετία 2011-2013, τον Δεκέμβριο 7 δισ. ευρώ για την ίδια περίοδο, και σήμερα 15 δισ. ευρώ για τη διετία 2011-2012;
  • Κυβέρνηση η οποία προσδοκούσε να αντλήσει 2,5 δισ. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις μέσα στο 2010, και τελικά δεν πραγματοποίησε καμία;

Η Ν.Δ. δεν μπορεί συνεπώς να συμφωνήσει με μια Κυβέρνηση που συνεχώς παλινωδεί και που δεν διαθέτει ολοκληρωμένο και συνεκτικό σχέδιο αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Περιουσία του Δημοσίου, η συνολική αξία της οποίας, σύμφωνα με τον κ. Πρωθυπουργό, σε ομιλία του στη Νέα Υόρκη, ξεπερνά τα 270 δισ. ευρώ (η Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας, ανεβάζει την αξία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου [Κεντρικής Κυβέρνησης, Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, άλλων Ν.Π.Δ.Δ., κληροδοτημάτων και δημοσίων επιχειρήσεων] στα 300 δισ. ευρώ).

Η Αξιωματική Αντιπολίτευση όμως, έγκαιρα, αναλυτικά και με συνέπεια, παρουσίασε την πρότασή της για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Καταρχήν «αξιοποιώ» σημαίνει δίνω αξία σε κάποιο περιουσιακό στοιχείο που έως τώρα παραμένει ανενεργό ή απαξιώνεται.

Μετατρέπω δηλαδή αδρανείς πόρους σε τμήμα του εθνικού ενεργητικού.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αξιοποιηθούν αυτοί οι πόροι, εμπορικά και επενδυτικά, χωρίς το δημόσιο να χάσει την κυριότητά τους, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια, την τήρηση των κανόνων και την αποδοτικότητα.

Με ενοικίαση, με leasing, με μακροχρόνιες μισθώσεις, με ΣΔΙΤ, με συμβάσεις παραχώρησης, με χρήση σύγχρονων και πιο σύνθετων εργαλείων διαχείρισης χαρτοφυλακίου ακινήτων (τιτλοποιήσεις ιδιοχρησιμοποιούμενων ακινήτων, δημιουργία εταιρειών συμμετοχών κ.α.).

Με την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, μέσω πώλησης, συμβάσεων παραχώρησης, εισόδου στρατηγικού επενδυτή, μετοχοποίησης και δημιουργίας εταιρειών συμμετοχών. Εκτιμούμε ότι μπορούν να υλοποιηθούν «ώριμες» αποκρατικοποιήσεις που είχαν σχεδιαστεί και δρομολογηθεί επί της διακυβέρνησης της Ν.Δ. Και με τις οποίες η τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση διαφωνούσε και αντιδρούσε, και τις οποίες, στη συνέχεια, ως Κυβέρνηση, αρχικώς «πάγωσε» και σήμερα τις περιλαμβάνει στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεών της.

Με σύναψη συμβάσεων παραχώρησης για τα λιμάνια και τους περιφερειακούς λιμένες (μαρίνες). Πρωτοβουλίες που μπορούν να δώσουν πνοή στο νησιωτικό τουρισμό και ώθηση στην περιφερειακή ανάπτυξη. Πρωτοβουλίες που μπορούν να συμπληρωθούν με τη δημιουργία νέων μαρίνων, ώστε μέσα από τις αναμενόμενες συνέργειες (προσβασιμότητας, κόστους και απόστασης), να αναπτυχθούν πολλαπλοί ελκυστικοί προορισμοί και να καλλιεργηθεί ο «αρχιπελαγικός τουρισμός».

Και όλα αυτά αξιοποιώντας και τη μέθοδο της προχρηματοδότησης η οποία επιτρέπει να διαχωριστεί ο χρόνος είσπραξης κεφαλαίων, με προείσπραξη εσόδων και υπεραξιών, από το μεταγενέστερο χρόνο αξιοποίησης της περιουσίας.

Για παράδειγμα, στην πιο απλή μορφή, «προεισπράττει» έσοδα το Κράτος από την ενοικίαση ενός ακινήτου του μέσω τραπεζικού δανεισμού, και τα μελλοντικά έσοδα από το ακίνητο αποπληρώνουν το πιστωτικό ίδρυμα.

Σε πιο σύνθετη μορφή, «προεισπράττει» έσοδα το Κράτος μέσω δημιουργίας Αμοιβαίων Κεφαλαίων και σύστασης εταιριών συμμετοχών έναντι μελλοντικών εσόδων από εκμετάλλευση και υπεραξίες.

Και όταν το Κράτος πουλήσει μερίδια ή μετοχές εκχωρεί δικαιώματα εκμετάλλευσης και μελλοντικών υπεραξιών, όχι όμως και την κυριότητα των ακινήτων.

Βέβαια, για να βελτιωθούν οι αξίες και οι υπεραξίες στα ακίνητα, πρέπει να αρθούν, με νομοθετικές παρεμβάσεις, οι πολλαπλοί περιορισμοί σε τίτλους, χρήσεις γης και όρους δόμησης. Με τον τρόπο αυτό, όπως σωστά έχει γραφεί «με τον τρόπο αυτό μεγαλώνει η κεφαλαιουχική αξία της δημόσιας ακίνητης περιουσίας και αυξάνεται η εγγυοδοτική ικανότητα, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η χρηματοδότησης πραγματικών αναπτυξιακών έργων» (Αλ. Περετζής, Ημερησία, 19.02.2011).

Σε κάθε περίπτωση, η Ν.Δ. πιστεύει ότι μια ορθολογική διαχείριση και μια στοχευμένη αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικά, σταθερά και σε μακροχρόνια βάση έσοδα για το Δημόσιο, να μειώσει το ύψος του χρέους, και να δημιουργήσει πρόσθετα αναπτυξιακά οφέλη.

http://www.newscode.gr/ominfin/story/articles-parembash-toy-boyleyth-ths-nd-ch-staikoyra-gia-thn-axiopoihsh-ths-dh

Άρθρο στην εφημερίδα “Ημερησία” σχετικά με το Σ/Ν για τα “κλειστά επαγγέλματα”

Είναι γενικώς αποδεκτό ότι η χώρα μας διαθέτει μια κλειστή Οικονομία.

Μία Οικονομία, που σύμφωνα με τις Εκθέσεις για την «Οικονομική Απελευθέρωση» αλλά και τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, παρουσιάζει σημαντικές ακαμψίες, στρεβλώσεις, εμπόδια και περιορισμούς στην εύρυθμη λειτουργία αγορών και στην ελεύθερη πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων.

Στρεβλώσεις και περιορισμοί που «νοθεύουν» τον ανταγωνισμό, περιορίζουν τη δυναμική ανάπτυξης συγκεκριμένων κλάδων, συρρικνώνουν τις ευκαιρίες απασχόλησης, «δυναμιτίζουν» την κοινωνική συνοχή δημιουργώντας αίσθηση αδικίας και προνομιακής μεταχείρισης συγκεκριμένων ομάδων.

Καθίσταται συνεπώς αναγκαία, από οικονομικής και κοινωνικής πλευράς, η κατάργηση των αδικαιολόγητων περιορισμών στην πρόσβαση και στην άσκηση επαγγελμάτων. Έτσι ώστε οι αντίστοιχες δραστηριότητες των φυσικών και νομικών προσώπων να διέπονται από τις αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Γιατί όλοι οι πολίτες θα πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες στην «αφετηρία».

Με αυτή τη λογική, σε αυτό το ιδεολογικό περίγραμμα, η Νέα Δημοκρατία τάσσεται θετικά στην κατάργηση περιορισμών στην πρόσβαση και άσκηση επαγγελμάτων, αφού κάτι τέτοιο, δυνητικά, μπορεί να τονώσει την ανάπτυξη, να ενισχύσει την απασχόληση, να ενδυναμώσει την κοινωνική συνοχή.

Όμως, η Κυβέρνηση, υπό το βάρος των συμβατικών δεσμεύσεών της απέναντι στην «Τρόϊκα», προχωρά με συνοπτικές διαδικασίες, βεβιασμένα και αλόγιστα στην παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία.

Πρωτοβουλία η οποία:

1ον. Περικλείει οριζόντιες και ισοπεδωτικές ρυθμίσεις για πλήθος «άγνωστων», αόριστων, επαγγελμάτων.

2ον. Δεν περιλαμβάνει μελέτη επιπτώσεων που να τεκμηριώνει την επίτευξη δημοσίου συμφέροντος.

3ον. Εδράζεται σε αυθαίρετες παραδοχές και άγνωστες μελέτες, όπως είναι αυτή του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ), προκειμένου να εκτιμήσει τα προσδοκώμενα οφέλη. Οφέλη που κινούνται μεταξύ προσδοκίας, ευχών και αναμονής του αγνώστου. Υπάρχουν μάλιστα και Εκθέσεις, όπως αυτή του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας, οι οποίες δεν επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, θεωρώντας ότι οι ισχυρισμοί του Ιδρύματος είναι αβάσιμοι και δεν έχουν επιστημονική τεκμηρίωση.

4ον. Παραπέμπει σε Προεδρικά Διατάγματα με τα οποία μπορούν να προστεθούν περιορισμοί ή να θεσπιστούν εξαιρέσεις από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις. Ουσιαστικά, η Κυβέρνηση επιζητά «λευκή επιταγή» και γενικές, ευρύτερες, εξουσιοδοτήσεις.

5ον. Έρχεται σε αντίθεση με πρότερες Κυβερνητικές επιλογές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ενεργειακοί επιθεωρητές οι οποίοι, εδώ και λίγες ημέρες, είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο ακινήτων για την έκδοση Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης.

6ον. Στηρίζεται σε δημοσκοπήσεις. Αν όμως η Κυβέρνηση θεωρεί ότι το περιεχόμενο του Σχεδίου Νόμου εδράζεται στην πολιτική της φιλοσοφία, τότε προφανώς δεν υπάρχει ανάγκη να δαπανά δημόσιους πόρους για τη διεξαγωγή δημοσκοπήσεων. Εάν, όμως, έτσι αντιλαμβάνεται την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής, τότε γιατί δεν έκανε ανάλογες δημοσκοπήσεις όταν αποφάσισε τις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων και την πρωτοφανή διόγκωση της άμεσης και έμμεσης φορολογικής επιβάρυνσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων;

Η υπό συζήτηση νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, για να επιτύχει τους επιδιωκόμενους στόχους της, θα πρέπει:

1ον. Να συνοδεύεται από συγκεκριμένες μελέτες σχετικά με τις επιπτώσεις των αλλαγών σε κάθε επάγγελμα.

2ον. Να ενσωματώνει αναλυτικά τις κοινωνικές και οικονομικές ομάδες που επηρεάζονται άμεσα από τις αρχικές, γενικές ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου.

3ον. Να εξασφαλίζει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την ασφάλεια του πολίτη. Να διασφαλίζει ότι η κατάργηση των περιορισμών στην άσκηση επαγγελμάτων δεν θα οδηγήσει σε ασυδοσία, σε αθέμιτο ανταγωνισμό, στην επικράτηση μεγάλων εταιρειών, σε γεωγραφικό αφανισμό, σε κατάργηση κάθε ελέγχου, σε μείωση της ποιότητας των υπηρεσιών.

4ον. Να επιβάλλει μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις στο περιβάλλον άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, στον χώρο των μηχανικών, ύπαρξη μηχανισμού ελέγχου και αποτροπής του αθέμιτου ανταγωνισμού, θεσμοθέτηση φορέα μητρώων, διαβάθμισης και πιστοποίησης τεχνικών επαγγελμάτων, θέσπιση μητρώου κατασκευαστών ιδιωτικών έργων, αναθεώρηση συστήματος έκδοσης οικοδομικών αδειών.

Τότε και μόνο τότε τα αποτελέσματα της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης δεν θα είναι αντίθετα από τις επιδιώξεις της.

Άρθρο στη “Δημοκρατία” – “Αναγκαία η μείωση του δημοσίου χρέους”

Τα επιτόκια δανεισμού στην αγορά εντόκων γραμματίων, τα spreads και τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS) παραμένουν σε απαγορευτικά επίπεδα για τη Ελλάδα αφού οι αγορές εκτιμούν, μεταξύ άλλων, ότι η χώρα μας δεν θα καταφέρει, παρά τις θυσίες του Ελληνικού λαού, να εξυπηρετήσει τα χρέη της.

Και αυτό εξαιτίας:

  • Του ύψους του δημόσιου χρέους, το οποίο αναμένεται να διαμορφωθεί στα 362 δισ. ευρώ (ή στο 159% του ΑΕΠ) το 2011.
  • Του υψηλού κόστους εξυπηρέτησής του, αφού οι δαπάνες για τόκους προβλέπεται να ανέλθουν στο 7% του ΑΕΠ το 2011 (από 5,2% του ΑΕΠ το 2009). Σύμφωνα μάλιστα με τον οίκο αξιολόγησης Fitch, η χώρα θα χρειαστεί κεφάλαια ύψους 25% του ΑΕΠ το 2011 για να καλύψει τις δανειακές της υποχρεώσεις, το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρώπη. 
  • Της δυναμικής του, αφού, σύμφωνα και με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το χρέος αναμένεται να διευρυνθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2013, ενώ εκτιμάται, ότι, το 2020 θα είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο του 2009.
  • Της δυσχέρειας στην εξυπηρέτησή του μετά το τέλος της περιόδου που καλύπτεται από το Μηχανισμό Στήριξης. Η Ελλάδα καλείται να καλύψει δανειακές ανάγκες ύψους 200 δισ. ευρώ την περίοδο 2013-2015.
  • Της δυσκολίας περιορισμού του, αφού με την υιοθέτηση των νέων κανόνων της οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη, μετά το 2013, θα απαιτείται δημοσιονομικό πλεόνασμα τουλάχιστον 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο για τα επόμενα 20 χρόνια.

 

Συνεπώς, κύριος δημοσιονομικός στόχος πρέπει να είναι η αντιμετώπιση του χρέους και της δυναμικής του, ώστε αυτό το οικονομικό μέγεθος να καταστεί βιώσιμο.

Με τη συγκρότηση ενός συνολικού και συνεκτικού σχεδίου, σε ευρωπαϊκό και σε εγχώριο επίπεδο, και όχι με ημίμετρα, όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Προς την κατεύθυνση αυτή, απαιτείται:

1ον. Η επίτευξη, όχι απλώς πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά τουλάχιστον ισοσκελισμένων προϋπολογισμών.

2ον. Η προώθηση, παράλληλα με τα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, όχι βέβαια αυτής της έντασης και έκτασης, αναπτυξιακών δράσεων, με έμφαση στις νέες πηγές ανάπτυξης (παιδεία, έρευνα και καινοτομία, επιχειρηματικότητα, λειτουργία θεσμών και κράτους).

3ον. Η καταγραφή, ορθολογική διαχείριση και διαφανής αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

4ον. Η προώθηση ενός τολμηρού, αλλά ρεαλιστικού, προγράμματος αποκρατικοποιήσεων.

5ον. Η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους, χωρίς όμως αυτή να συνοδευτεί από νέους, δυσμενείς, όρους και προϋποθέσεις.

6ον. Η μείωση του κόστους αποπληρωμής του δανείου (δηλαδή του επιτοκίου δανεισμού).

7ον. Η θεσμοθέτηση και έκδοση ευρωομολόγου που θα αυξήσει το βάθος της ευρωπαϊκής αγοράς ομολόγων και θα μειώσει το κόστος δανεισμού σε κράτη με δημοσιονομικά προβλήματα.

 

Αυτές οι επιλογές είναι αναγκαίες, προκειμένου η χώρα να αντιμετωπίσει με επάρκεια τα μεγάλα και διαχρονικά δημοσιονομικά της προβλήματα και να πιάσουν τόπο οι μεγάλες και διευρυνόμενες θυσίες των Ελλήνων πολιτών.

Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο – “Δημόσιο Χρέος: Μύθος και Αλήθειες”

Το δημόσιο χρέος αποτελεί μείζον πρόβλημα της χώρας κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Έχει εκτραπεί και ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αποτελεί μεγάλο βαρίδι για την προοπτική της οικονομίας και της χώρας. Το σύστημα ΠΑΣΟΚ, μέσω ενορχηστρωμένης επικοινωνιακής καταιγίδας, επιχείρησε να πείσει τους Έλληνες πολίτες ότι η ευθύνη για το μεγάλο αυτό πρόβλημα βαρύνει τη ΝΔ. Ξέχασε όμως ότι οι επιστημονικά αστήρικτες αξιολογήσεις μεσο-μακροχρόνια αποκαλύπτονται. Η εσκεμμένα αυθαίρετη ερμηνεία των διαχρονικών εξελίξεων έχει αρχίσει να καταρρέει. Είναι αλήθεια ότι: 1ον: Το δημόσιο χρέος ήταν 22% του ΑΕΠ το 1980 και διαμορφώθηκε στο 71% του ΑΕΠ το 1990. Αν, δε, προστεθούν και οι μεταγενέστερες καταπτώσεις εγγυήσεων του Δημοσίου για δάνεια σε ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης που είχαν δοθεί εκείνη τη δεκαετία, τότε το δημόσιο χρέος, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 κάλυπτε το 100% του ΑΕΠ. Αλήθεια, οι ηγετικοί κύκλοι του ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου δεν έχουν κατανοήσει ούτε σήμερα τις καταστροφικές επιπτώσεις εκείνης της δεκαετίας, ή ενσυνείδητα επιχειρούν να παραπλανούν τους Έλληνες πολίτες; 2ον: Από το 1990 έως το 2007, οι κυβερνήσεις, άλλοτε με μικρότερη και άλλοτε με σχετικά μεγαλύτερη επιτυχία, προσπάθησαν να ελέγξουν τη δυναμική του δημοσίου χρέους που είχε προκληθεί τη δεκαετία του ‘80. Είναι γεγονός όμως ότι ουσιαστική μείωση δεν επήλθε. Το χρέος, με μικρές διακυμάνσεις, ήταν στο 105% του ΑΕΠ το 2007. 3ον: Τα έτη 2008 και 2009, εν μέσω της πιο βαθιάς παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, υπήρξε διεύρυνση του χρέους. Το 2009, μετά και τις επαναταξινομήσεις λογιστικών στοιχείων και την ενσωμάτωση των swaps της περιόδου 2000-2001, συνολικού ύψους 10% του ΑΕΠ, αυτό διαμορφώθηκε στο 127% του ΑΕΠ. Tο μέσο δημόσιο χρέος, στις 17 χώρες-μέλη της ευρωζώνης, αυξήθηκε από το 66% του ΑΕΠ το 2007 στο 79% του ΑΕΠ το 2009. 4ον: Τα έτη 2004-2009, υπήρξε μία αύξηση του χρέους κατά 116 δισ. ευρώ. Εξ αυτών το 70% οφείλεται στην αποπληρωμή υποχρεώσεων των προηγούμενων Κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, το 5% σε δαπάνες στο πλαίσιο προγραμμάτων ενίσχυσης της πραγματικής οικονομίας, και το υπόλοιπο στα ελλείμματα, για τη διαμόρφωση των οποίων, λόγω «λογιστικών ακροβασιών», ευθύνη φέρει και η σημερινή Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. 5ον: Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι τα 116 δισ. ευρώ βαρύνουν αποκλειστικά τη ΝΔ, η προβλεπόμενη μέση ετήσια αύξηση του δημοσίου χρέους τη διετία 2010-2011 θα είναι πολύ μεγαλύτερη, τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, από εκείνη της εξαετίας 2004-2009. Η ΝΔ, με ευθύνη, επιμένει στη συγκρότηση ελληνικού στρατηγικού σχεδίου, σε συνεργασία με τους ευρωπαίους εταίρους μας. Στον πυρήνα αυτής της στρατηγικής πρέπει να εμπεριέχονται: 1ον. Η επίτευξη τουλάχιστον ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, και όχι απλώς πρωτογενών πλεονασμάτων. 2ον. Η προώθηση, παράλληλα με τα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης και προσαρμογής, αναπτυξιακών δράσεων, με έμφαση στις νέες πηγές ανάπτυξης. 3ον. Η άμεση καταγραφή, ορθολογική διαχείριση και διαφανής αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου. 4ον. Η προώθηση ενός τολμηρού, αλλά ρεαλιστικού, προγράμματος αποκρατικοποιήσεων. 5ον. Η επιδίωξη επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής και η μείωση του επιτοκίου του χρέους, χωρίς όμως να συνοδευτούν από νέους, δυσμενείς, όρους. 6ον. Η επιδίωξη της θεσμοθέτησης και έκδοσης ευρωομολόγου που θα αυξήσει το βάθος της ευρωπαϊκής αγοράς ομολόγων και θα μειώσει το κόστος δανεισμού σε κράτη-μέλη με δημοσιονομικά προβλήματα.

InstagramYoutube