Άρθρο στην Εφημερίδα Καθημερινή – “Ένα αντιαναπτυξιακό φορολογικό νομοσχέδιο”

Μετά από μεγάλη καθυστέρηση, που αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής και εντός της Κυβερνητικής παράταξης, παλινωδίες, αναδιπλώσεις και αντιφατικές διαρροές σε πτυχές της φορολογικής πολιτικής με δυσμενείς για τη χώρα συνέπειες (π.χ. φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό), η Κυβέρνηση έδωσε, επιτέλους, σε δημόσια διαβούλευση το Φορολογικό Νομοσχέδιο.

Νομοσχέδιο οι ρυθμίσεις του οποίου, αν συγκριθούν με τις αρχές που παρουσιάσθηκαν ως βασικές φορολογικές ρυθμίσεις από την Κυβέρνηση στο πρόσφατο παρελθόν (9 Φεβρουαρίου και 15 Μαρτίου), διαφέρουν σημαντικά (ακόμη και στις φορολογικές κλίμακες), ένα ακόμη δείγμα της προχειρότητας, των γονατογραφημάτων, της εισπρακτικής λογικής που χαρακτηρίζει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης.

Νομοσχέδιο η αξιολόγηση του οποίου θα πρέπει να γίνει σε συνδυασμό με τα πρόσφατα μέτρα αύξησης της έμμεσης φορολογίας (στα ποτά, στα τσιγάρα και στα καύσιμα) και συρρίκωσης των εισοδημάτων.

Μέτρα κοινωνικά άδικα και οικονομικά αναποτελεσματικά αφού οδηγούν σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση.

Έτσι, η όποια μείωση προκύπτει από τις νέες φορολογικές κλίμακες για κατηγορίες εισοδημάτων δεν αντισταθμίζει τη φορολογική «αφαίμαξη» και εισοδηματική «συρρίκνωση» που προκύπτει από τα επώδυνα «πακέτα» μέτρων της Κυβέρνησης.

Σε ότι αφορά συγκεκριμένες ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου:

  • Κάποιες εισάγουν αδικίες σε βάρος μικρών και μεσαίων εισοδημάτων. Στην πράξη, καταργείται το αφορολόγητο των 12.000 ευρώ, δεδομένου ότι συνδέεται με αποδείξεις, ακόμα και για πολύ μικρά, κάτω του ορίου αυτού, εισοδήματα, ενώ μειώνεται σημαντικά το αφορολόγητο όριο για την απόκτηση πρώτης κατοικίας.
  • Κάποιες είναι αναποτελεσματικές, αφού είναι γραφειοκρατικές και ανεφάρμοστες (πολύπλοκο σύστημα καταγραφής αποδείξεων, τήρηση επαγγελματικών λογαριασμών, εκτέλεση συναλλαγών μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων κ.α.).
  • Κάποιες επιφέρουν φορολογική επιδρομή στη μεσαία και τη μικρομεσαία ιδιοκτησία, οι οποίες μαζί με την πρόσφατη επιβάρυνση στις μεταβιβάσεις ακινήτων, οδηγούν σε μείωση των συναλλαγών, αποθάρρυνση της επένδυσης στα ακίνητα, μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Δραστηριότητας που έχει ήδη συρρικνωθεί σημαντικά (-22,6% το Δεκέμβριο του 2009) και η οποία παράγει θέσεις απασχόλησης, εισοδήματα, τζίρους και φορολογικά έσοδα.
  • Ελάχιστες, και σε περιορισμένο βαθμό, έχουν αναπτυξιακό προσανατολισμό, βασικό ζητούμενο κάθε φορολογικού νομοσχεδίου, ειδικά όμως στις σημερινές συνθήκες. Η φορολόγηση δε των εταιρειών και των μερισμάτων δεν γίνεται κατά τρόπο που να βοηθάει την ανάπτυξη.

Σε αυτούς τους άξονες, η Νέα Δημοκρατία θα καταθέσει τις επιφυλάξεις, ενστάσεις και αντιρρήσεις της.

Καθημερινή – Τρεις άξονες για τη σωτηρία

Είναι αλήθεια ότι η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, όπως αυτή αποτυπώνεται στα υψηλά και αλληλοτροφοδοτούμενα δίδυμα ελλείμματα και χρέη, είναι πολύ σοβαρή. Κατάσταση η οποία οφείλεται στις συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, στις εγχώριες μακροοικονομικές ανισορροπίες, στα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας που δεν μπορέσαμε να αντιμετωπίσουμε, υπό καλύτερες συνθήκες, στο παρελθόν και στις λογιστικές ακροβασίες της παρούσας κυβέρνησης. Μία κυβέρνηση που φαίνεται να μη διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο διεξόδου από την κρίση.

Ο προϋπολογισμός του 2010 και η πρόσφατη ομιλία του κ. πρωθυπουργού αξιολογήθηκαν ως κατώτερες των προσδοκιών και των περιστάσεων παρεμβάσεις. Σήμερα, το ζητούμενο για την ελληνική οικονομία είναι η λήψη άμεσων και μόνιμων μέτρων στο πλαίσιο ενός συγκροτημένου, συνεκτικού και ρεαλιστικού σχεδίου για την ανάταξή της.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι:

1ον. Η μείωση του διαρθρωτικού ελλείμματος κυρίως μέσω της περιστολής των δαπανών. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία και βιβλιογραφία, η δημοσιονομική προσαρμογή που βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στην ουσιαστική συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών έχει περισσότερες πιθανότητες να επιτύχει και να οδηγήσει σε επιτάχυνση της ανάπτυξης (βλ. και Τράπεζα της Ελλάδος).

2ον. Η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας. Στην κατεύθυνση αυτή θα συμβάλει η υιοθέτηση ενός λογικού και κοινωνικά δίκαιου συστήματος «τεκμηρίων κατανάλωσης» το οποίο θα αφορά κατόχους περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας που δεν μπορούν να καλύψουν με τα εισοδήματά τους τις υψηλές δαπάνες συντήρησης και χρήσης αυτών.

Τέλος, ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδοθεί και στην ενίσχυση των μη φορολογικών εσόδων (π. χ. με την επανεξέταση της απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου).

3ον. Η συνέχιση και η επιτάχυνση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Σύμφωνα με τις σύγχρονες οικονομικές θεωρίες αλλά και την πρακτική άλλων χωρών, δεν αρκεί η δημοσιονομική εξυγίανση για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Απαιτείται η υιοθέτηση και η εφαρμογή μεταρρυθμιστικών πολιτικών που να επενδύουν στους νέους δυνητικούς συντελεστές ανάπτυξης.

Σε αυτούς τους άξονες πολιτικής δράσης η Ν. Δ., ως αξιωματική αντιπολίτευση, θα συμβάλει με σύνεση, με αποφασιστικότητα, με συνέπεια.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία – Λογιστικές ακροβασίες χωρίς όραμα

Ο προϋπολογισμός ενσαρκώνει και αντανακλά την οικονομική φιλοσοφία και το πολιτικό πλαίσιο που διαπνέει τη λογική της εκάστοτε κυβέρνησης. Η εφετινή διαδικασία συζήτησής του αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς πρόκειται για τον πρώτο προϋπολογισμό που καταρτίζει και καλείται να υλοποιήσει η νέα κυβέρνηση σε μία δυσμενή οικονομική συγκυρία, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από την παγκόσμια οικονομική κρίση, αλλά και από τις μακροοικονομικές ανισορροπίες και τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Προβλήματα που αποτυπώνονται στα υψηλά, αλληλοτροφοδοτούμενα, δίδυμα ελλείμματα (δημοσιονομικό και ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών) και χρέη (δημόσιο και εξωτερικό).

Η επιδείνωση, όμως, των δημόσιων οικονομικών της χώρας μας, δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, εγκλωβισμένη στις ανέφικτες προεκλογικές της υποσχέσεις και στην απουσία σχεδίου διεξόδου από την κρίση, πρέπει να καταφεύγει σε λογιστικές πρακτικές, πολιτικές αντιφάσεις και παλινωδίες που είναι επιζήμιες για το επίπεδο της εθνικής ευημερίας, αφού επηρεάζεται η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και το κόστος δανεισμού της. Κάθε φορά που ανεβαίνει το «διαφορικό επιτόκιο» του ελληνικού χρέους (spread) κατά 100 μονάδες βάσης, δηλαδή κατά 1%, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, στα σημερινά του επίπεδα, αυξάνει κατά 550 εκατ. ευρώ περίπου, στερώντας πόρους από την άσκηση αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής. Λογιστικές ακροβασίες όπως:

1 Η είσπραξη του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων για το έτος 2009, και μάλιστα με υψηλότερους συντελεστές, το 2010, αυξάνοντας σημαντικά τα έσοδα από άμεσους φόρους του 2010.

2 Η επιβολή έκτακτης εφάπαξ εισφοράς σε επιχειρήσεις με υψηλή κερδοφορία και η φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, που θα εισπραχθούν το 2010, ενισχύοντας τα έσοδα από άμεσους φόρους του 2010.

3 Η αυξημένη επιστροφή φόρων κατά 1,3 δισ. ευρώ το 2009 έναντι των προβλέψεων στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, επιβαρύνοντας τα καθαρά έσοδα του 2009.

4 Η αύξηση, και σημαντική υπέρβαση κατά 760 εκατ. ευρώ έναντι των προϋπολογισθέντων, της επιχορήγησης του ΟΑΕΕ, και ο περιορισμός της κατά 480 εκατ. ευρώ το 2010, όταν οι ανάγκες σε κεφάλαια εκτιμάται ότι θα είναι αυξημένες.

5 Η εμφάνιση μη-επαναλαμβανόμενων δαπανών ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ το 2009, από τα οποία περίπου το 1 δισ. ευρώ είναι λειτουργικές δαπάνες, επιβαρύνοντας τις πρωτογενείς δαπάνες του 2009.

6 Η χορήγηση της 1ης δόσης της έκτακτης ενίσχυσης κοινωνικής αλληλεγγύης ύψους 500 εκατ. ευρώ το 2009, επιβαρύνοντας τις πρωτογενείς δαπάνες του 2009.

7 Η εξόφληση, το 2008 και το 2009, ενός μεγάλου μέρους των παλαιών οφειλών των νοσοκομείων, ενισχύοντας το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης του τρέχοντος έτους. Ετσι, οι δαπάνες για προμήθειες των νοσοκομείων εμφανίζονται μειωμένες κατά 1,4 δισ. ευρώ το 2010, περιορίζοντας αισθητά το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης του 2010.

8 Η μείωση των δαπανών για παραλαβές εξοπλιστικών προγραμμάτων κατά 0,5 δισ. ευρώ το 2010, περιορίζοντας το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης του 2010.

9 Η αύξηση κατά περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ του πλεονάσματος των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, περιορίζοντας αντίστοιχα το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης του 2010.

10 Η μείωση του ύψους των εσόδων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων από την Ευρωπαϊκή Ενωση κατά 1,4 δισ. ευρώ το 2009 έναντι των εκτιμώμενων του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης, και η αύξηση κατά 1,6 δισ. ευρώ για το 2010, περιορίζοντας έτσι το έλλειμμα του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για το 2010.

11 Η μη υιοθέτηση των εξαγγελθέντων μέτρων της προηγούμενης κυβέρνησης, όπως είναι η ρύθμιση για τους ημιυπαίθριους χώρους, οι φόροι στα λαχεία και η προώθηση του διαγωνισμού για το Ξυστό, πρωτοβουλίες που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, θα απέφεραν καθαρά έσοδα των 2 δισ. ευρώ το 2009.

Παράλληλα, οι προβλέψεις της κυβέρνησης για τη μείωση του ελλείμματος είναι μάλλον αισιόδοξες. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η τάση μεταβολής των φορολογικών εσόδων σε σχέση με τη μεταβολή του ονομαστικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 4,14 το 2010 όταν την περίοδο 1995-2008, περίοδο με σημαντικές αυξήσεις του εθνικού εισοδήματος, ο μέσος συντελεστής διαμορφώθηκε μόλις στο 1,05. Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί, και το έχει διατυπώσει με σαφήνεια και υπευθυνότητα, αναλαμβάνοντας και το σχετικό πολιτικό κόστος, ότι απαιτείται η εφαρμογή ενός συγκροτημένου, συνεκτικού και μεσοπρόθεσμου σχεδίου, που θα περιλαμβάνει τολμηρές, αλλά αναγκαίες, διαρθρωτικές παρεμβάσεις και αλλαγές. Για να επιτευχθεί ο στόχος της δημοσιονομικής σταθεροποίησης και εξυγίανσης πρέπει:

Να ληφθούν μέτρα άμεσα, και όχι μετά από ένα τρίμηνο. Ενδεικτικά, θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε τη δυνατότητα λήψης μέτρων στον τομέα των μη φορολογικών δημόσιων εσόδων, στη δραστική περικοπή δαπανών από το μη μισθολογικό κόστος του δημοσίου τομέα και στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης (που μόνο το ένα σκέλος της είναι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής).

Η μείωση του διαρθρωτικού ελλείμματος να επικεντρωθεί κυρίως, αντίθετα απ’ ό,τι υιοθετείται με τον προϋπολογισμό του 2010, στην περιστολή των κρατικών δαπανών, κυρίως αυτών που αποτελούν σπατάλες (δαπάνες με χαμηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση), και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των δημόσιων πόρων με ορθολογική κατανομή των δαπανών τους (βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών).

Η δημοσιονομική προσαρμογή, σύμφωνα και με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Ενωσης, να επιτευχθεί με μόνιμα μέτρα, διαρθρωτικού χαρακτήρα. Μέτρα που φαίνεται να καλύπτουν ένα μικρό ποσοστό της προσδοκώμενης δημοσιονομικής προσαρμογής στον προϋπολογισμό του 2010. Μέτρα μακριά από λογικές φοροεπιδρομής σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Συμπερασματικά, ο κρατικός προϋπολογισμός του 2010 είναι κατώτερος των προσδοκιών και των περιστάσεων. Είναι ένας προϋπολογισμός ανέξοδων ισορροπιών, από τον οποίο απουσιάζουν τα άμεσα και μόνιμα μέτρα για τη δημοσιονομική προσαρμογή, η ετοιμότητα και ένα σοβαρό και συνεκτικό σχέδιο για την ανάταξη της οικονομίας. Απουσιάζει η πολιτική βούληση και το όραμα.

Η Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς στη Νέα Εποχή

Την τελευταία περίοδο, έχει αναπτυχθεί μία ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα συζήτηση σε ακαδημαϊκό και πολιτικό επίπεδο για τον προσδιορισμό των βέλτιστων οικονομικών πολιτικών και πρωτοβουλιών για την έξοδο της ευρωπαϊκής οικονομίας από τη σφοδρότερη μεταπολεμική παγκόσμια οικονομική κρίση. Μία συζήτηση που αναπόφευκτα οδηγεί στην αναζήτηση του ιδεολογικού πλαισίου που θα διέπει τις επιλογές οικονομικής πολιτικής των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και θα ανταποκρίνεται αφενός στις προσδοκίες για ταχεία και διατηρήσιμη ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας και αφετέρου στις προκλήσεις ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου παγκοσμιοποιημένου κόσμου.

Προς την κατεύθυνση αυτή, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) πραγματοποίησε στις 9 και 10 Δεκεμβρίου εκλογικό Συνέδριο στη Βόννη με κεντρικό θέμα την «Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς», θέτοντας μέσα από το ψηφισθέν κείμενο “The Social Market Economy in a globalised world” το πλαίσιο ιδεών και αρχών της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, όπως αυτή αναδείχθηκε και εδραιώθηκε μεταπολεμικά στην Ευρώπη, και αποτελεί, πλέον, το κυρίαρχο ιδεολογικό ρεύμα στην Ε.Ε. Σύμφωνα με το ιδεολογικό πλαίσιο της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς (αυτό που αλλιώς αποκαλούμε κοινωνικό φιλελευθερισμό), το κράτος θα πρέπει να παρεμβαίνει και να μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου, και τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Η λειτουργία και δομή του κράτους θα πρέπει να αντανακλά τα αιτήματα της σύγχρονης ελεύθερης κοινωνίας για οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ο συνδυασμός των οποίων καταλήγει σε ένα μείγμα αγοράς και κράτους που θα ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ανάγκες της κοινωνίας. Μίας κοινωνίας που θα διέπεται από αρχές και ιδανικά όπως η ελευθερία, η ιδιωτική πρωτοβουλία και ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η ανταγωνιστική αγορά, η προσωπική υπευθυνότητα, ο σεβασμός στο κράτος δικαίου, η αλληλεγγύη προς το συνάνθρωπο, ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η κοινωνική ειρήνη και δικαιοσύνη, η αειφορία της ανάπτυξης, και ο σεβασμός στο περιβάλλον.

Στην τρέχουσα κρίσιμη κοινωνικοοικονομική συγκυρία, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. καλούνται να λάβουν και να προωθήσουν μέτρα, πρωτοβουλίες και πολιτικές ώστε να καταφέρει άμεσα η ευρωπαϊκή οικονομία να εξέλθει από την κρίση και να εισέλθει σε μία τροχιά ανάκαμψης και διατηρήσιμης προόδου. Προς την κατεύθυνση αυτή, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., διατηρώντας αναλλοίωτο το συνδυασμό ελεύθερης αγοράς και κοινωνικής δικαιοσύνης που θεμελιώνεται από τις ιδέες και αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, οφείλουν, όπως υπογραμμίζεται και από το ψηφισθέν κείμενο του Συνεδρίου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, να επιδιώξουν:

  • την αύξηση των προσπαθειών τους για τη διασφάλιση μίας σταθερής μακροοικονομικής και νομισματικής πολιτικής,
  • την αποκατάσταση της σταθερότητας και της ευρωστίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, ενισχύοντας τη συνεργασία σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο για τη δημιουργία ενός αποτελεσματικότερου κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου που θα διέπει της διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές,
  • την ενδυνάμωση των πρωτοβουλιών για την περαιτέρω απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου,
  • την ενίσχυση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας, ενθαρρύνοντας τη δυναμική εμπλοκή των νέων πολιτών στην παραγωγική διαδικασία,
  • την επένδυση στην κατάρτιση και στην εκπαίδευση των πολιτών και των εργαζομένων, δημιουργώντας τις βάσεις για την άνθηση μίας ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής οικονομίας της γνώσης,
  • την προώθηση μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας, επιδιώκοντας τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας και ευκαιριών για όλους τους πολίτες,
  • τη στήριξη και προώθηση πρωτοβουλιών για την αύξηση της κινητικότητας της εργασίας στην Ε.Ε., αυξάνοντας τις ευκαιρίες απασχόλησης,
  • την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και ασφάλισης, προωθώντας πρακτικές και διαδικασίες που θα επιτυγχάνουν την επιστροφή των μακροχρόνια ανέργων στην αγορά εργασίας,
  • τη διασφάλιση της αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών κάθε κράτους μέλους της Ε.Ε., εδραιώνοντας τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων για τις τρέχουσες, αλλά και τις επόμενες γενιές,
  • την ενδυνάμωση των προσπαθειών για την προστασία από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της μόλυνσης του περιβάλλοντος, ενσωματώνοντας τους συμφωνημένους στόχους προστασίας του περιβάλλοντος και αειφόρου ανάπτυξης στις οικονομικές πολιτικές τους,
  • τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, διευρύνοντας τις υπηρεσίες χρηματοδότησης αυτών και τα κέντρα ανάπτυξης μικρών επιχειρήσεων,
  • την ενδυνάμωση του κανονιστικού ρόλου του κράτους, προωθώντας συνθήκες τέλειου και υγιούς ανταγωνισμού σε κάθε διάσταση της οικονομίας της αγοράς.

Η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει με υπευθυνότητα και διορατικότητα, σε κλίμα αλληλεγγύης και συνεργασίας, τις προκλήσεις της νέας εποχής, θέτοντας τις βάσεις για την ανάκαμψη και τη διατηρήσιμη πρόοδο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μία διαδικασία ανάκαμψης και προόδου, ευθυγραμμισμένη στις αρχές και αξίες της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, που θα είναι σε θέση να δημιουργήσει ευημερία για όλους τους πολίτες της Ε.Ε.

Απογευματινή: Το παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα απαιτεί παγκόσμια λύση

Η παρατεταμένη και διαρκώς μεταλλασσόμενη τρέχουσα οικονομική κρίση έχει οδηγήσει πολλούς επιστήμονες και μη στον παραλληλισμό της έντασης και έκτασής της με την Μεγάλη Ύφεση του 1929. Με εφαλτήριο αυτή τη συσχέτιση, πολλοί προσδοκούσαν η πρόσφατη συνάντηση των 20 πιο ανεπτυγμένων χωρών (Σύνοδος των G20) να αποτελέσει ένα νέο Bretton Woods, μία Συνθήκη που να θέτει τις βάσεις μιας νέας παγκόσμιας αρχιτεκτονικής για την έξοδο από την κρίση.
 
Τα αποτελέσματα της συνάντησης δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες τους. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί η ιδιαίτερη σημασία τους, καθώς το τελικό κείμενο της Συνόδου κατέδειξε τη βούληση των ηγετών να επιτύχουν μεγαλύτερη συνεργασία και καλύτερο συντονισμό των εθνικών δράσεων για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, πέρα από προσεγγίσεις προστατευτισμού και απομονωτικού μονομερισμού. Αποδεχόμενοι την κρισιμότητα των περιστάσεων, οι ηγέτες των χωρών κατέληξαν σε έναν συμβιβασμό αναφορικά με τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, την αναδιάρθρωση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, την ενίσχυση του παγκόσμιου εμπορίου και τη θεμελίωση των όρων για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.
 
Οι βασικοί άξονες της απόφασης της Συνόδου, που αναπτύσσονται σε σχετικό κείμενο 29 σημείων, είναι:
  • Η ενίσχυση του ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, η οριοθέτηση αρχών, κανόνων και περιορισμών στη λειτουργία των κερδοσκοπικών και επενδυτικών κεφαλαίων και των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής αξιολόγησης, η αντιμετώπιση των προβλημάτων στη λειτουργία των «φορολογικών παραδείσων» και ο περιορισμός των στρεβλώσεων στις απολαβές των στελεχών που δραστηριοποιούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η προώθηση των σχετικών πρωτοβουλιών σε εθνικό επίπεδο θα πραγματοποιηθεί σε ένα πλαίσιο διεθνούς συνεργασίας και συντονισμού για την παρακολούθηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των κινδύνων που το διέπουν και θα ενισχυθεί με τη θεσμοθέτηση ενός διεθνούς Συμβουλίου για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα (Financial Stability Board).
  • Η αναβάθμιση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με την παροχή πολλαπλάσιων κεφαλαιακών πόρων, τη διαφανέστερη λειτουργία του και την αναδιάρθρωση της σύνθεσής του, ενδυναμώνοντας την παρεμβατική δυνατότητά του ως δανειστής ύστατης καταφυγής (lender of last resort).
  • Η κεφαλαιακή στήριξη των φτωχότερων κρατών, τα οποία και πλήγονται περισσότερο από την τρέχουσα κρίση.
  • Η τόνωση της διεθνούς εμπορικής δραστηριότητας μέσω της διάθεσης σημαντικών πόρων στους διεθνείς οργανισμούς για τη στήριξης των συναλλαγών.
  • Η στήριξη της οικονομίας μέσα από δημοσιονομικές παρεμβάσεις και εθνικά αναπτυξιακά και σταθεροποιητικά προγράμματα (ύψους 5 δις δολαρίων ως το 2010).
Η Σύνοδος του Λονδίνου δεν σήμανε το τέλος της παγκόσμιας πιστωτικής κρίσης ή της οικονομικής ύφεσης που προκάλεσε. Κατέληξε όμως σε συγκεκριμένα μέτρα. Έδειξε ότι τα παγκόσμια προβλήματα απαιτούν παγκόσμιες λύσεις. Έθεσε, με τρόπο ρεαλιστικό, σε κλίμα σύμπνοιας και συνεργασίας, μακριά από ανέξοδες και αδιέξοδες αντιπαραθέσεις:
  • τους άξονες στους οποίους θα εδράζονται οι πρωτοβουλίες ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας,
  • τις κατευθυντήριες γραμμές για την ενίσχυση της σταθερότητας και ευρωστίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, και
  • τις αρχές για την αποφυγή του εμπορικού, νομισματικού και χρηματοπιστωτικού προστατευτισμού.
Η επιτυχία του εγχειρήματος θα καθοριστεί από τη συνέχιση και ενδυνάμωση των συντονισμένων πρωτοβουλιών που θα αναληφθούν σε διεθνές επίπεδο και θα κριθεί από τις εθνικές δράσεις και πολιτικές στο πλαίσιο των αρχών και κανόνων που έθεσε η Σύνοδος. Η Ελληνική κυβέρνηση έγκαιρα και αποφασιστικά, σε συντονισμό και πλήρη ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ανέπτυξε στοχευμένες δράσεις και προχώρησε στην κατάρτιση Εθνικού Σχεδίου Αντιμετώπισης της Κρίσης με βασικούς άξονες δράσης τη διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και τη θωράκιση της απασχόλησης, τη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής, και την ενίσχυση των περισσότερο ευάλωτων στην κρίση κοινωνικών ομάδων. Πρόκειται για ένα συγκροτημένο, συνεκτικό και ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο, με στέρεους και σταθερούς άξονες δράσης, αλλά και με συνεχείς διορθώσεις, συμπληρώσεις και προσαρμογές επί αυτού ώστε να ανταποκρίνεται, με επάρκεια, στα νέα δεδομένα.
 
Σε κάθε περίπτωση απαιτείται αποφασιστικότητα, τόλμη και διορατικότητα στη λήψη των αποφάσεων, ακολουθώντας τις αρχές της διεθνούς κοινότητας και αξιοποιώντας τα πρώτα αισιόδοξα μηνύματα που εκπορεύονται από τη προσπάθεια σταθεροποίησης της παγκόσμιας οικονομίας.

Δημόσιος Τομέας: Η κρίση, το κράτος και η κοινωνική διάσταση των επιχειρήσεων

Η αντιμετώπιση της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης, αλλά και των επιπτώσεων αυτής στην πραγματική οικονομία, δημιουργεί ένα πεδίο ανάπτυξης μιας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας συζήτησης αναφορικά με την ανταπόκριση του κράτους και της αγοράς, των βασικών δομικών συστατικών του συστήματος οικονομικής οργάνωσης, στις ανάγκες και απαιτήσεις της κοινωνίας. Της κοινωνίας που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη του υψηλού κόστους που συνοδεύει μια συστημική διαταραχή της οικονομίας, καθώς, σύμφωνα με σχετικές μελέτες, οι επιπτώσεις μιας κρίσης μειώνουν κατά 1% το ΑΕΠ κατά το έτος εκδήλωσής της και κατά 3% την επόμενη χρονιά, ενώ οι συνολικές απώλειες της οικονομίας κατά τη διάρκεια μιας τραπεζικής κρίσης κυμαίνονται από 15% έως 20% του ΑΕΠ (Eichengreen et al., 1996; Demirgoc-Kunt et al., 2000; Hoggarth et al., 2001). Στο πλαίσιο του υψηλού τιμήματος που επωμίζεται το κοινωνικό σύνολο εντάσσεται και το δημοσιονομικό κόστος μιας συστημικής τραπεζικής κρίσης, το οποίο, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (2008), εκτιμάται στο 15% του ΑΕΠ.

Συνεπώς, πρώτιστο μέλημα κυβερνήσεων, εποπτικών και ρυθμιστικών αρχών είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ευρωστίας της πραγματικής οικονομίας. Το κράτος θα πρέπει να παρεμβαίνει και να μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
 
Προς την κατεύθυνση αυτή, και μακριά από προσεγγίσεις άκρατου κρατικού παρεμβατισμού, κινούνται και οι πρωτοβουλίες που έχουν προωθηθεί από την ελληνική κυβέρνηση για τη διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και τη θωράκιση της απασχόλησης, την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, την εγγύηση των καταθέσεων, την προστασία των δανειοληπτών και την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό η ρευστότητα να διοχετευτεί στις επιχειρήσεις.
 
Καθοριστικός όμως είναι και ο κοινωνικός ρόλος των επιχειρήσεων, καθώς αφενός η παρούσα κρίση αποτελεί ιδανική ευκαιρία για την ανάπτυξη της τρίτης διάστασης της οικονομίας, του τομέα της «κοινωνικής οικονομίας», και αφετέρου η άμεση αντιμετώπιση της κρίσης επιβάλλει την ανάδειξη υψηλού βαθμού κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων, κυρίως των πιστωτικών ιδρυμάτων.
 
Στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, στον οποίο εδράζουν πολιτικές με στόχο την αειφόρο ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή, δραστηριοποιούνται μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, κοινωνικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί, εθελοντικές οργανώσεις και διάφοροι άλλοι τύποι ενώσεων. Η νέα αυτή μορφή κοινωνικά προσανατολισμένης επιχειρηματικότητας στηρίζεται στην αυτοοργάνωση των πολιτών και στην εθελοντική προσφορά υπηρεσιών στη βάση της αλληλεγγύης και της συνεργασίας. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες αλλά και την παγκόσμια πρακτική, ο τομέας της κοινωνικής οικονομίας συμβάλλει στην κάλυψη των «κενών χώρων» που αφήνουν μεγάλα τμήματα της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών, συνήθως κοινωνικού χαρακτήρα, των οποίων η παραγωγή και η διάθεση από τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς κρίνεται ασύμφορη, η δε παροχή τους από το κράτος πολλές φορές ανέφικτη.
 
Στην Ελλάδα, η έννοια και οι δραστηριότητες του τομέα της κοινωνικής οικονομίας δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένες, καθώς οι όποιες απόπειρες σύστασης κοινωνικών επιχειρήσεων χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα, συνήθως έχουν άτυπο ή/και παράτυπο χαρακτήρα, και εκλαμβάνονται από την κοινωνία ως «φιλανθρωπικές δράσεις» και «ευεργεσίες». Τα βασικότερα προβλήματα είναι η έλλειψη θεσμικής, χρηματοδοτικής και διοικητικής υποστήριξης, η ανεπάρκεια εξειδικευμένου και έμπειρου ανθρώπινου δυναμικού, η περιορισμένη και ανεπαρκής γνώση, η απουσία ενημέρωσης και η έλλειψη «τεχνογνωσίας» στην οργάνωση και λειτουργία μιας κοινωνικής επιχείρησης, η απουσία ισχυρής παράδοσης στον τομέα της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, και η ανεπάρκεια της δικτύωσης και της ανάπτυξης συνεργασιών μεταξύ φορέων της κοινωνικής οικονομίας και του ιδιωτικού τομέα.
 
Οι τρέχουσες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες αποτελούν ιδιαίτερη ευκαιρία για την ανάπτυξη συνεκτικής προσέγγισης και ολοκληρωμένης παρέμβασης από την Πολιτεία, με τη συμμετοχή της κοινωνίας, ενθαρρύνοντας την καλλιέργεια και την ενίσχυση του τομέα της κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα ως μέσο για την ενδυνάμωση του παραγωγικού ιστού, την ενίσχυση της απασχόλησης, και την τόνωση της κοινωνικής συνοχής. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, πέρα από τις υφιστάμενες δομές εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, απαιτείται συνδυασμός πολιτικών και δράσεων, οι οποίες να επιχειρούν τη δημιουργία του κατάλληλου ευνοϊκού πλαισίου ανάπτυξης πρωτοβουλιών κοινωνικής επιχειρηματικότητας. Εκτός όμως από τις πρωτοβουλίες της Πολιτείας, απαιτείται και η αλλαγή της νοοτροπίας του επιχειρηματικού κόσμου, με τη συνειδητοποίηση από μέρους του της ανάγκης ενδυνάμωσης της κοινωνικής επιχειρηματικότητας και της υιοθέτησης και εφαρμογής ενός προτύπου αξιών επιχειρηματικής ηθικής.
 
Πιο εξειδικευμένα, στο πλαίσιο των προσπαθειών για την αντιμετώπιση της τρέχουσας οικονομικής και κοινωνικής συγκυρίας τα πιστωτικά ιδρύματα καλούνται άμεσα και έμμεσα να αναλάβουν την κοινωνική ευθύνη που τους αναλογεί. Άμεσα, ενισχύοντας και στηρίζοντας τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που πλήττονται περισσότερο από την κρίση. Ενδεχομένως, θα μπορούσαν τα τραπεζικά ιδρύματα να συνεισφέρουν μερίδιο των κερδών τους που θα προκύψει από τη χρήση του πακέτου ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας στο Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής. Τέτοιες συμπεριφορές και δράσεις ενσωματώνουν και ενσαρκώνουν στοιχεία υπεύθυνης επιχειρηματικότητας και καταλήγουν υπέρ των μακροπρόθεσμων επιχειρηματικών τους συμφερόντων. Έμμεσα, διευκολύνοντας την πιστωτική επέκταση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέσω της μείωσης των επιτοκίων χορηγήσεων, ενισχύοντας την αναπτυξιακή και παραγωγική διαδικασία και στηρίζοντας την ανάκαμψη της οικονομίας. Μία μείωση των επιτοκίων που θα είναι σε αντιστοιχία με το επίπεδο του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τις δημοσιονομικές κεφαλαιακές ενισχύσεις.
 
Η Κυβέρνηση, έγκαιρα και αποφασιστικά, σε συντονισμό και πλήρη ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ανέπτυξε στοχευμένες δράσεις και προχώρησε στην κατάρτιση εθνικού σχεδίου αντιμετώπισης της κρίσης που καλύπτει με υπευθυνότητα, τις προκλήσεις που δημιουργεί η τρέχουσα δυσμενής συγκυρία. Πρόκειται για ένα συγκροτημένο, συνεκτικό και ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο, με στέρεους και σταθερούς άξονες δράσης, αλλά και με συνεχείς διορθώσεις, συμπληρώσεις και προσαρμογές επί αυτού ώστε να ανταποκρίνεται με επάρκεια στα νέα δεδομένα. Αυτοί οι άξονες δράσης είναι η διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και η θωράκιση της απασχόλησης, η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής, και η ενίσχυση των περισσότερο ευάλωτων στην κρίση κοινωνικών ομάδων και τομέων. Απομένει και η εκδήλωση υπεύθυνης στάσης από τα πιστωτικά ιδρύματα, η κοινωνική ευθύνη των οποίων έγκειται στην αποτελεσματικότητα της αξιοποίησης και διοχέτευσης των πόρων του σχεδίου ρευστότητας στην οικονομία και στην αμεσότητα που οι πόροι αυτοί θα καρπωθούν και θα επιστραφούν στην κοινωνία.
 
Πηγές:
Demirguc-Kunt, A., E. Detragiache and P. Gupta (2000) “Inside the crisis: An empirical analysis of banking systems in distress”, Working Paper No 00/156, IMF.
Eichengreen, Β., A. Rose and C. Wyplosz (1996) “Contagious currency crises: First tests”, Scandinavian Journal of Economics, 98 (4), 463-484.
Hoggarth, G., R. Reis and V. Saporta (2001) “Costs of banking system instability: Some empirical evidence”, Working Paper No 114, Bank of England.
Κορλίρας, Π. (2003), Η αναζήτηση της οικονομικής τάξης, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα

Δυτική: Ανώτατη εκπαίδευση – Ανάγκη ενθάρρυνσης της επιχειρηματικότητας

Θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες κατατείνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου, το οποίο αποτελεί τον πολυτιμότερο πόρο της νέας οικονομίας και κοινωνίας της γνώσης. Οι επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο, τόσο οι ιδιωτικές όσο και οι κοινωνικές, υπό την προϋπόθεση της χρηστής και αποτελεσματικής διαχείρισης των πόρων, έχουν καλές αποδοτικότητες. Ως εκ τούτου, ορθώς η Κυβέρνηση έχει αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στην ποσότητα και στην ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου, θέτοντας ως υψηλή της προτεραιότητα την ανασυγκρότηση του συστήματος της τυπικής εκπαίδευσης και τη δημιουργία ενός αξιόπιστου συστήματος δια βίου μάθησης.
Σε αυτή την κατεύθυνση, καίριας σημασίας είναι η παρέμβαση στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, η κατάσταση του οποίου είναι γεγονός πως παρουσιάζει αρκετές στρεβλώσεις. Η ανώτατη εκπαίδευση σε θεσμικό, δομικό και λειτουργικό επίπεδο παρουσιάζει ελλείμματα και αναχρονιστικές αγκυλώσεις, με συνέπεια να μην μπορεί να συμβάλλει, όσο δυνητικά θα μπορούσε, στην επιτυχή προσαρμογή της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας στο ανταγωνιστικό και συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Παράλληλα, βέβαια, η ανώτατη εκπαίδευση έχει ιδιαίτερη σημασία για την προώθηση της επιχειρηματικής νοοτροπίας, των αντίστοιχων δεξιοτήτων στη νέα γενιά, και της ποιοτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως επισημαίνεται άλλωστε και σε όλα τα κείμενα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σε όλες τις συναφείς μελέτες καταδεικνύεται ότι η συμμετοχή στην επιχειρηματικότητα αυξάνεται καθώς βελτιώνεται το εκπαιδευτικό επίπεδο.
Συνεπώς, προτεραιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε πανεπιστημιακό επίπεδο πρέπει να είναι, α) η ανάπτυξη των γνώσεων και των δεξιοτήτων των νέων ανθρώπων που ενθαρρύνουν και προωθούν την επιχειρηματικότητα και αυξάνουν την προσαρμοστικότητά τους στις εξελίξεις της αγοράς εργασίας, β) η ανίχνευση και κινητοποίηση ταλέντων, γ) η ανάδειξη και αξιοποίηση των δυνατοτήτων για έκφραση και δημιουργία, δ) η ανάπτυξη της ικανότητας διάγνωσης και αναγνώρισης των νέων ευκαιριών και της δυνατότητας επιλογής αξιοποίησής τους με την ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου, ε) η υπέρβαση των αναστολών μπροστά στο ενδεχόμενο της αποτυχίας, και ζ) η ενθάρρυνση και προώθηση της δημιουργικότητας των νέων ανθρώπων, έτσι ώστε να μη λειτουργούν ως παθητικοί αποδέκτες γνώσεων, στοιχείο που ουσιαστικά αποθαρρύνει τη χρησιμοποίηση αυτής της γνώσης δημιουργικά.
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι, όπως και η τελευταία μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών για την «Επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα 2007-2008» αναδεικνύει, ο εντοπισμός μιας επιχειρηματικής ευκαιρίας βασίζεται και στη συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία του ατόμου, κάτι που σημαίνει ότι το μορφωτικό επίπεδό του δεν καθορίζει πάντα απόλυτα το αν κάποιος είναι σε θέση να εντοπίσει στην αγορά τις καλές επιχειρηματικές ευκαιρίες.
Στο ίδιο πλαίσιο, η σημασία των γνώσεων που υποδηλώνει η ανώτατη εκπαίδευση δεν εξαντλείται στην περίπτωση που αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα σε ένα επιχειρηματικό εγχείρημα. Στην πραγματικότητα, η σημασία τους, είναι πολύ ευρύτερη, στον βαθμό που αυξάνουν την «απορροφητική ικανότητα» του επιχειρηματία, την ικανότητά του δηλαδή να απορροφά ρητή και άρρητη γνώση, έστω και αν δεν την έχει παραγάγει ο ίδιος, και να είναι σε θέση να τη συνδυάσει με άλλα δεδομένα και να την εφαρμόσει με νέους τρόπους.
 
Μέχρι σήμερα έχουν αναληφθεί αρκετές πρωτοβουλίες και έχουν γίνει σημαντικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση που αφορούν την επιχειρηματικότητα και αποσκοπούν στην ανάπτυξη του επιχειρηματικού πνεύματος, την ενθάρρυνση της επιχειρηματικής δράσης, και την πληροφόρηση των νέων για τις δυνατότητες ανάληψης επιχειρηματικών σχεδίων. Πρέπει όμως η διάσταση της επιχειρηματικότητας στην εκπαίδευση να εμπλουτισθεί, να τονωθεί, να διευρυνθεί σε νέα πεδία. Απαιτείται να αρθεί η αποσπασματικότητα και να ενοποιηθούν οι δράσεις σε ένα ενιαίο πλαίσιο.
 
Στην κατεύθυνση αυτή:
1ον: Ορισμένα τμήματα και σχολές, κυρίως τα οικονομικά και πολυτεχνικά τμήματα, παρέχουν γνώσεις σε επιμέρους πτυχές της επιχειρηματικότητας και σε συνάφεια με το αντικείμενο σπουδών τους, λόγου χάριν πάνω στον τρόπο εκπόνησης ενός επιχειρηματικού σχεδίου. Απαιτείται βέβαια η περαιτέρω ενθάρρυνση της εισαγωγής μαθημάτων επιλογής στο πλαίσιο των τελευταίων ετών φοίτησης, καθώς και εργαστηριακών μαθημάτων και ασκήσεων με ειδικό περιεχόμενο για την ανάπτυξη της αυτενέργειας, της ερευνητικής ικανότητας και της μύησης των φοιτητών στη διαδικασία της παραγωγής και στην κουλτούρα του “επιχειρείν”.
2ον: Εκτός από τη διδασκαλία της επιχειρηματικότητας ως γνωστικού αντικειμένου, σε διεθνές επίπεδο υπάρχουν πολύτιμοι προβληματισμοί, όπως η πρόσφατη έκθεση Developing Entrepreneurial Graduates (2008) στη Μεγάλη Βρετανία, η οποία τονίζει την ιδιαίτερη σημασία του βιωματικού στοιχείου – σε αντίθεση με την παθητική μάθηση – για την εξοικείωση των μαθητών με την επιχειρηματική προοπτική. Στην κατεύθυνση αυτή, ήδη λειτουργεί ο θεσμός της πρακτικής άσκησης σε πολλά τμήματα και σχολές της χώρας. Όμως, απαιτείται η επέκταση και θεσμική κάλυψη της πρακτικής άσκησης στο πλαίσιο των προγραμμάτων σπουδών και η ανάπτυξη ενός πλαισίου κινήτρων τόσο για την αύξηση των συμμετεχόντων σπουδαστών και φοιτητών όσο και για την προσέλκυση περισσότερων επιχειρήσεων υποδοχής της πρακτικής άσκησης. 
3ον: Λειτουργούν Γραφεία Διασύνδεσης στα Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. της χώρας, με στόχο την παροχή πληροφοριών και ενημέρωσης στους φοιτητές και σπουδαστές για τις δυνατότητες απασχόλησης, και τις πιθανές εναλλακτικές πορείες που μπορούν να ακολουθήσουν μετά το πέρας των σπουδών τους. Απαιτείται τα υφιστάμενα και νέα Γραφεία Διασύνδεσης να ενισχυθούν, και να διευρύνουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους, με στόχο την τόνωση και διεύρυνση των σχέσεων των Ιδρυμάτων με την τοπική οικονομία και τη σύνδεση μεταξύ των δομών της ανώτατης εκπαίδευσης και της παραγωγής. Επιπλέον, απαιτείται η δικτύωση των Γραφείων Διασύνδεσης με δομές προώθησης της απασχόλησης και διαμεσολάβησης (π.χ. ΚΠΑ, Δήμοι κλπ).
4ον: Απαιτείται να ενσωματωθούν και άλλες δραστηριότητες με στόχο την ενίσχυση της κουλτούρας επιχειρηματικότητας, όπως είναι η δημιουργία «εικονικών» επιχειρήσεων, καθώς ήδη ψηφιακά προγράμματα λειτουργίας εικονικών επιχειρήσεων χρησιμοποιούνται στο πρόγραμμα Επιχειρείν του ΕΜΠ, η παροχή κινήτρων στους συμμετέχοντες, η ενθάρρυνση συστηματικών επισκέψεων μαθητών, σπουδαστών και φοιτητών σε επιχειρήσεις εσωτερικού και εξωτερικού, και η πραγματοποίηση εκθέσεων και διαγωνισμών για την επιλογή καινοτόμων ιδεών και επιχειρηματικών σχεδίων.
5ον: Ιδρύθηκαν και λειτουργούν θυρίδες επιχειρηματικότητας της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, που στόχο έχουν την πληροφόρηση και την εξατομικευμένη συμβουλευτική υποστήριξη των νέων καθώς και τη στήριξή τους για την ανάπτυξη επιχειρηματικών σχεδίων. Απαιτείται η ενίσχυσή τους, ώστε να αναδειχθούν και να προωθηθούν ζητήματα νεανικής επιχειρηματικότητας καθώς και ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας.
 
Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την έννοια της επιχειρηματικότητας σε μια οικονομία έχει γενικότερες επιπτώσεις τόσο στην πλευρά της προσφοράς όσο και στην πλευρά της ζήτησής της. Στην πλευρά της προσφοράς, η διάθεση για αξιοποίηση των ευκαιριών εξαρτάται από την ύπαρξη αντίστοιχου αριθμού δυνητικών επιχειρηματιών, το προφίλ τους και την εμπιστοσύνη που έχουν στις ικανότητές τους, καθώς και από την πιθανή εκπαίδευσή τους στην έννοια, τις διαδικασίες και τις ανάγκες της επιχειρηματικότητας. Στην πλευρά της ζήτησης, σημαντική προϋπόθεση είναι βεβαίως να υπάρχουν επιχειρηματικές ευκαιρίες. Η ποσότητα, αλλά και η ποιότητα αυτών των ευκαιριών όμως, εξαρτώνται και από το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον και επομένως ως μεγέθη μπορούν να βελτιωθούν σε ένα μακροοικονομικό περιβάλλον οικονομικής μεγέθυνσης, πολιτικής σταθερότητας και ευνοϊκού κλίματος.
 
Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα, παρά τη σχετική πρόοδο τα τελευταία χρόνια, υστερεί σημαντικά στην αναγνώριση, στην καλλιέργεια και στην αξιοποίηση του συντελεστή επιχειρηματικότητα, αλλά και στην ενθάρρυνση και ενίσχυση της ίδρυσης, αποτελεσματικής λειτουργίας και ανάπτυξης των επιχειρήσεων. Με βάση την πρόσφατη έρευνα που παρουσίασε το Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών για την «Επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα 2007-2008», προκύπτει ότι στην Ελλάδα το 2007 ένα 5,71% του πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών, δηλαδή περίπου 388.000 άτομα, βρίσκονταν στα αρχικά στάδια έναρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της αυτοαπασχόλησης. Στο σχετικό πίνακα η Ελλάδα κατατάσσεται υψηλά στην παγκόσμια κατάταξη, αποδεικνύοντας ότι οι όροι «κοιτίδα επιχειρηματικού δαιμονίου» και «επιχειρηματικό ταλέντο» είναι συνυφασμένοι με τη χώρα μας. Οφείλουμε, συνεπώς, να αναδείξουμε και να αξιοποιήσουμε αυτό το ταλέντο. Για την επιτυχία του στόχου αυτού απαιτείται η ενεργή ποιοτική και αποτελεσματική συμμετοχή της Πολιτείας, αλλά και του συνόλου της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Σέντρα: Αξιολόγηση των ευρωπαϊκών εκτιμήσεων για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας

Η ιδιαιτέρως έντονη, πολυδιάστατη και διαρκώς μεταλλασσόμενη κρίση πλήττει τις εθνικές οικονομίες, μεταξύ των οποίων και την ελληνική.
Σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και κλυδωνισμών, πολλές ευρωπαϊκές χώρες (17 στο σύνολο, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) προχώρησαν σε επικαιροποίηση των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Στηριζόμενη σε αυτά τα Προγράμματα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβη σε αναθεωρημένες εκτιμήσεις για την πορεία των ευρωπαϊκών οικονομιών, εντάσσοντας κάποιες από αυτές στη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ) (μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα). Σύμφωνα με αυτές τις προβλέψεις (Πίνακας 1):
  • Η Ελλάδα, μεταξύ των χωρών που συμπεριλήφθηκαν στη ΔΥΕ, εμφανίζει τον υψηλότερο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης για το 2008.
  • Η Ελλάδα είναι από τα λίγα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκτιμάται πως θα σημειώσουν θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και το 2009 (μόνο 5 από τις 27 χώρες θα έχουν θετικό πρόσημο).
  • Η Ελλάδα, μεταξύ των χωρών που συμπεριλήφθηκαν στη ΔΥΕ, εμφανίζει χαμηλότερο και κοντά στο όριο του 3% δημοσιονομικό έλλειμμα το 2009 και το 2010 (το 3,7% για το 2009 είναι και χαμηλότερο από το 4,0% που είναι ο μέσος ευρωπαϊκός όρος).
Η εικόνα που διαμορφώνεται από τις προαναφερθέντες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε καμία περίπτωση δεν συνάδει με τις προσεγγίσεις που παρουσιάζονται για την Ελληνική οικονομία και την εμφανίζουν ως τον αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης.
Αντιθέτως, η Ελληνική οικονομία βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση, όχι μόνο από περισσότερο ανταγωνιστικές οικονομίες, όπως αυτές της Ισπανίας, της Γαλλίας και της Ιρλανδίας, που επίσης εισήλθαν σε ΔΥΕ, αλλά και από τις άλλες 11 που προχώρησαν σε επικαιροποίηση των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Ανάπτυξης(οι επιτυχείς μέχρι σήμερα εκδόσεις τίτλων για τη χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους, παρά το υψηλό κόστος δανεισμού, το επιβεβαιώνει).
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία δεν εμφανίζει διαχρονικές αγκυλώσεις και διαρθρωτικές αδυναμίες. Αδυναμίες που γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς σε περιόδους οικονομικής κρίσης (όπως είναι το ύψος του δημοσίου χρέους, το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας κ.α.).
Επιβάλλεται συνεπώς η συνέχιση και εντατικοποίηση της προσπάθειας.
Με υπευθυνότητα, σύνεση, ρεαλισμό και διορατικότητα, μακριά από εύκολες και ανέξοδες δόσεις υποσχεσιολογίας, παροχολογίας και κινδυνολογίας, εντός και εκτός χώρας.
Η Ελληνική κυβέρνηση, έγκαιρα, σε συντονισμό και πλήρη ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ανέπτυξε στοχευμένες δράσεις και προχώρησε στην κατάρτιση Εθνικού Σχεδίου Αντιμετώπισης της Κρίσης, με βασικούς άξονες δράσης τη διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και τη στήριξη της απασχόλησης, τη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής με στόχο τη μακροχρόνια, σύμφωνα και με το Επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και την ενίσχυση των περισσότερο ευάλωτων στην κρίση κοινωνικών ομάδων.

Πρόκειται για ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο, με σταθερούς άξονες δράσης, αλλά και με συνεχείς διορθώσεις και προσαρμογές ώστε να ανταποκρίνεται με επάρκεια στα νέα δεδομένα.

Πίνακας 1: Εκτιμήσεις Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ιανουάριος 2009

 

 
Πραγματικό
ΑΕΠ (%)
Δημοσιονομικό Έλλειμμα (%)
 
2008
2009
2010
2008
2009
2010
Ιρλανδία (ΔΥΕ)
-2,0
-5,0
0,0
-6,3
-11,0
-13,0
Ελλάδα (ΔΥΕ)
2,9
0,2
0,7
-3,4
-3,7
-4,2
Ισπανία (ΔΥΕ)
1,2
-2,0
-0,2
-3,4
-6,2
-5,7
Γαλλία (ΔΥΕ)
0,7
-1,8
0,4
-3,2
-5,4
-5,0
Λετονία (ΔΥΕ)
-2,3
-6,9
-2,4
-3,5
-6,3
-7,4
Δανία
-0,6
-1,0
0,6
3,1
-0,3
-1,5
Γερμανία
1,3
-2,3
0,7
-0,1
-2,9
-4,2
Ολλανδία
1,9
-2,0
0,2
1,1
-1,4
-2,7
Σουηδία
0,5
-1,4
1,2
2,3
-1,3
-1,4
Φινλανδία
1,5
-1,2
1,2
4,5
2,0
0,5
Μεγ. Βρετανία
-0,6
-2,3
0,9
-5,7
-9,5
-9,2
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2009)

Άρθρο – Παρέμβαση για τον παροπλισμό πλοίων

Τους τελευταίους μήνες η παγκόσμια οικονομία κλονίζεται από μία ιδιαιτέρως δυσμενή κρίση, οι αρνητικές επιπτώσεις της οποίας καθίστανται σταδιακά ορατές σε σημαντικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτός της ναυτιλίας.
Η πτώση της ναυλαγοράς είναι πολύ πιο απότομη απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη κρίση. Η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας της ναυτιλίας αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή αύξηση των περιπτώσεων προσωρινού παροπλισμού πλοίων, δημιουργώντας την ανάγκη επαναδραστηριοποίησης των καθορισμένων από την ελληνική νομοθεσία αγκυροβολίων. Σύμφωνα, με τη σχετική νομοθεσία του 1983, το λιμάνι της Στυλίδας αποτελεί ένα από τα 9 αγκυροβόλια της χώρας μας που δύναται να χρησιμοποιηθεί για τον παροπλισμό πλοίων, με τη συνολική χωρητικότητά του να περιορίζεται στα 8 πλοία.
Το ενδεχόμενο μελλοντικής επαναδραστηριοποίησης του αγκυροβολίου της Στυλίδας αποτέλεσε το εφαλτήριο για την ανάπτυξη μιας ενδιαφέρουσας συζήτησης μεταξύ πολιτών, τοπικών φορέων και περιβαλλοντικών οργανώσεων, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις άγγιξε τα όρια της υπερβολής (π.χ. αναφορές για νεκροταφείο πλοίων, τεράστιο αριθμό παροπλισμένων πλοίων κ.α.). Ωστόσο, η προσέγγιση ενός τόσο ευαίσθητου ζητήματος, με ιδιαίτερες κοινωνικές και περιβαλλοντικές προεκτάσεις, θα πρέπει να είναι προσεκτική, σφαιρική και υπεύθυνη αφενός απέναντι στις απαιτήσεις και τους προβληματισμούς της τοπικής κοινωνίας, και αφετέρου απέναντι στην ευρύτερη και συλλογική προσπάθεια ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας από την τρέχουσα δυσμενή συγκυρία.
Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης εντάσσεται και η προοπτική ισόρροπης κατανομής, εάν και εφόσον προκύψεισχετικό ζήτημα, των περιπτώσεων προσωρινού παροπλισμού πλοίων. Βέβαια, η υλοποίηση της προοπτικής αυτής εγείρει βασικές ανησυχίες, αναλογιζόμενοι περιπτώσεις περασμένων δεκαετιών, όσον αφορά κυρίως τη μόλυνση των υδάτων, την παγίωση και διόγκωση της δυνητικής μελλοντικής κατάστασης και το ενδεχόμενο ατυχήματος.
Συνεπώς, η καταρχήν θέση μου είναι αρνητική στη χρήση μόνο του λιμανιού της Στυλίδας για τον παροπλισμό των πλοίων.
Σε περίπτωση όμως που υλοποιηθεί η επαναδραστηριοποίηση του αγκυροβολίου Στυλίδας για τον παροπλισμό πλοίων, μαζί με τα άλλα αγκυροβόλια της χώρας, είναι υποχρέωση όλων μας να επιδιώξουμε:
– Την αυστηρή τήρηση του σχετικού κανονισμού για τη χωρητικότητα του αγκυροβολίου που προβλέπει να είναι έως οκτώ (8) πλοία, διασφαλίζοντας το λιμάνι της Στυλίδας από παρελθόντα φαινόμενα υπερβολικού αριθμού παροπλισμένων πλοίων.
– Τη διατήρηση ισόρροπης, αναλογικά με τις δυνατότητες των αγκυροβολίων, κατανομής των παροπλισμένων πλοίων στα αγκυροβόλια της χώρας.
– Την αποτροπή παροπλισμού δεξαμενόπλοιων στο λιμάνι της Στυλίδας τα οποία εγκυμονούν σημαντικούς κινδύνους για το ιδιαίτερο οικοσύστημα του Μαλιακού.
– Την αποφυγή παγίωσης της κατάστασης και παραμονής των παροπλισμένων πλοίων στο λιμάνι της Στυλίδας πέραν της περιόδου αντιμετώπισης των συνεπειών της τρέχουσας οικονομικής κρίσης στην ελληνική ναυτιλία.
– Τη διενέργεια και εντατικοποίηση, όπως προβλέπεται ρητά, και δύναται να πραγματοποιηθεί με βάση τις υπάρχουσες υποδομές, συγκεκριμένων ελέγχων από τις λιμενικές αρχές για την αποτροπή κινδύνων ρύπανσης του περιβάλλοντος και των παρακείμενων μυδοκαλλιεργειών και ιχθυοκαλλιεργειών.
– Την προώθηση προγραμμάτων εικαστικής και περιβαλλοντικής αναβάθμισης της παραλίας και της ευρύτερης περιοχής της Στυλίδας.
 
Οι περιστάσεις απαιτούν και επιβάλλουν την υπεύθυνη προσέγγιση και αυτού του ζητήματος, μακριά από υπερβολές και καιροσκοπισμούς, και τη στήριξη των προσπαθειών διεξόδου της ελληνικής οικονομίας από την τρέχουσα δυσμενή συγκυρία, στο πλαίσιο των απαράβατων αρχών της προστασίας του περιβάλλοντος, της τόνωσης της απασχόλησης, της ενίσχυσης της ανάπτυξης και της διασφάλισης της κοινωνικής ευημερίας.
 

Άρθρο – Παρέμβαση για τις αγροτικές κινητοποιήσεις (1ο μέρος)

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση, της οποίας η ένταση, η έκταση και το βάθος δεν μπορούν με επάρκεια να προσδιοριστούν.
Οι επιπτώσεις της είναι ήδη ορατές και στη χώρα μας, με ορισμένους κλάδους και τομείς, όπως είναι ο αγροτικός τομέας, να πλήττονται περισσότερο.
Τομέας ο οποίος, παρά τη φθίνουσα, διαχρονικά, συμμετοχή του στο εθνικό εισόδημα, συμβάλλει καθοριστικά στην αειφόρο ανάπτυξη και στην τόνωση της απασχόλησης της χώρας μας.
Είναι γεγονός ότι αδυναμίες και παθογένειες του αγροτικού τομέα, σε συνδυασμό με χρόνιες υστερήσεις της ασκούμενης αγροτικής πολιτικής, υπό το πρίσμα της τρέχουσας αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, έχουν επηρεάσει δυσμενώς το καθαρό αγροτικό εισόδημα.
Η μεγάλη αύξηση του κόστους παραγωγής, συνοδευόμενη από σημαντική κάμψη των τιμών σε μια σειρά αγροτικών προϊόντων, έχουν οδηγήσει, όπως και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, το καθαρό αγροτικό εισόδημα σε συρρίκνωση (μειωμένο κατά 7,1% στην Ελλάδα το 2008 σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας). 
Η δύσκολη αυτή οικονομική συγκυρία, υπαγορεύει έκτακτες κρατικές παρεμβάσεις και νέες προτεραιότητες.
Η Κυβέρνηση, μακριά από εύκολες και ανέξοδες δόσεις παροχολογίας και υποσχεσιολογίας, με δεδομένες τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της οικονομίας, έχει ήδη αναλάβει, με υπευθυνότητα, στοχευμένες δράσεις για την άμεση ανακούφιση του αγροτικού κόσμου (π.χ. έγκαιρη καταβολή επιδοτήσεων και ενισχύσεων, καταβολή εξισωτικής αποζημίωσης, ενίσχυση αγροτικών συνεταιρισμών, έκτακτες αποζημιώσεις σε αγρότες και κτηνοτρόφους μέσω της δανειοδότησης του ΕΛΓΑ, έκτακτες ενισχύσεις με ταμειακή διευκόλυνση μέσω της ΑΤΕ, επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου στους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες κ.α.).
Όμως, τα αγροτικά προβλήματα είναι πολλά, μεγάλα και ανοικτά, διαχρονικά και διακομματικά.
Εκτός όμως από τις βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις απαιτούνται και συγκροτημένες μακροπρόθεσμες πρωτοβουλίες για την ποιοτική ενίσχυση και αναβάθμιση της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, για την πραγματοποίηση σημαντικών έργων υποδομής και ανάπτυξης της αγροτικής περιφέρειας, και για τη συνέχιση της ΚΑΠ και τη διατήρηση του δημοσιονομικού της φακέλου και μετά το 2013.
Στα δίκαια συλλογικά αιτήματα των αγροτών, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, είμαι αρωγός και συμπαραστάτης.
Απαιτείται συνέχιση του διαλόγου, χωρίς παρωπίδες και εκβιασμούς, χωρίς να τίθεται η χώρα σε ομηρία, χωρίς να κόβεται η Ελλάδα στα δύο.
InstagramYoutube