Παιδεία

Ερώτηση για ακολουθούμενες διαδικασίες σχετικά με την επιλογή σχολείων για εγγραφή και φοίτηση μαθητών Ρομά στο Ν. Φθιώτιδας

Είναι ευρύτερα γνωστό πως, με βάση το Ελληνικό Σύνταγμα, τους Νόμους του Κράτους αλλά και πληθώρα διεθνών κειμένων που δεσμεύουν τη χώρα και έχουν υπερ-νομοθετική ισχύ, ο διαχωρισμός και αποκλεισμός, από τους λοιπούς μαθητές, των παιδιών Ρομά καθώς και η περιθωριοποίησή τους δεν επιτρέπονται.

Τούτο δε, και ορθώς, αποτέλεσε και αποτελεί πάγια βούληση και επιδίωξη του αρμόδιου Υπουργείου, όπως αναφέρεται και σε σχετικές εγκυκλίους του.

Σημειώνεται παράλληλα, ότι το σχολικό έτος 2010-2011 έχει προγραμματισθεί η υλοποίηση και συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγραμμάτων σχετικών με την εκπαίδευση των παιδιών Ρομά.

Όμως, από την εφαρμογή των βασικών σχετικών εγκυκλίων του ΥπΠΔΒΜ&Θ (11684/Γ1/10.09.2008 και Φ.3/960/102679/Γ1/20.08.2010) για το σχολικό έτος 2010-2011, εγείρονται ερωτηματικά και δημιουργούνται ανησυχίες στις τοπικές κοινωνίες σχετικά τόσο με την αιφνίδια προσπάθεια εφαρμογής τους από πλευράς του Υπουργείου όσο και με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την επίτευξη του στόχου μιας φυσικά ευπρόσδεκτης – από όλους – ένταξης των παιδιών Ρομά στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις εγκυκλίους του ΥπΠΔΒΜ&Θ, τρία είναι τα προβλήματα που χρήζουν επίλυσης για την εγγραφή και φοίτηση των μαθητών Ρομά:

1) ο μη εμβολιασμός,

2) η έλλειψη πιστοποιητικού μόνιμης κατοικίας και

3) η ανεπάρκεια κτιριακών υποδομών και τάξεων, καθώς και η έλλειψη προσωπικού.

Ειδικότερα, όσον αφορά στην περιοχή της Λαμίας του Ν. Φθιώτιδας, το γεγονός ότι οι περισσότεροι Ρομά της περιοχής διαμένουν σε αυτοσχέδιο καταυλισμό στην περιοχή «Νταμάρια-Ξηριάς», εγείρει ερωτηματικά αναφορικά με τα προαναφερθέντα ζητήματα για την εγγραφή και φοίτησή τους στα σχολεία, όπως επισημαίνεται και από τους Συλλόγους Γονέων & Κηδεμόνων.

Στην εν λόγω περιοχή, επινοήθηκε ο όρος «όμορα Δημοτικά Σχολεία» προκειμένου να παρακαμφθεί η έλλειψη του πιστοποιητικού μόνιμης κατοικίας, έλλειψη, η οποία είναι ως ένα βαθμό κατανοητή δεδομένου ότι οι Ρομά συχνά διαμένουν σε περιοχές εκτός Σχεδίου Πόλης ή είναι μετακινούμενοι, οπότε πρέπει να επιδεικνύεται η σχετική επιείκεια σύμφωνα και με τις εγκυκλίους του ΥπΠΔΒΜ&Θ. Με βάση το σκεπτικό αυτό, επελέγησαν, ως «όμορα», τα Δημοτικά Σχολεία Λαμίας 1ο, 5ο, 10ο, 11ο και 17ο, χωρίς βέβαια να είναι ξεκάθαρα τα κριτήρια επιλογής, αφού φαίνεται να υπάρχουν σχολεία που βρίσκονται πιο κοντά στον αυτοσχέδιο καταυλισμό.

Παράλληλα, αναφορικά με το θέμα του εμβολιασμού εγείρονται ζητήματα υγείας λόγω του ότι τα παιδιά Ρομά διαμένουν στον εν λόγω καταυλισμό και είναι εκ των πραγμάτων εκτεθειμένα και απροστάτευτα από υγειονομικής άποψης, παρόλο που οι εγκύκλιοι του Υπουργείου δίνουν σαφείς κατευθύνσεις για συνεργασία των κατά τόπους Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης με υγειονομικούς φορείς (π.χ. ΠΙΚΠΑ, Νοσοκομεία, Ιατρικά Κέντρα, Δ/νση Κοινωνικής Πρόνοιας).

Τέλος, σχετικά με το θέμα της ανεπάρκειας κτιριακών υποδομών, έλλειψης εκπαιδευτικού προσωπικού και πληρότητας τάξεων, φαίνεται πως οι αίθουσες διδασκαλίας που δημιουργήθηκαν στα εν λόγω σχολεία, προέκυψαν από μετατροπή κάποιου άλλου χώρου ή από την τοποθέτηση λυόμενης κατασκευής στο προαύλιο του σχολείου.

Με δεδομένη πάντως, όπως προαναφέρθηκε, τη βούληση όλων για την ομαλή ένταξη των παιδιών Ρομά στην εκπαιδευτική διαδικασία και την υποχρέωση, παράλληλα, του αρμόδιου Υπουργείου για την τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών, την υλοποίηση συγκροτημένων πολιτικών για το θέμα αυτό και τη διασφάλιση της υγείας και της ποιότητας εκπαίδευσης όλων των μαθητών,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

η κ. Υπουργός:

1. Τηρούνται οι σχετικές διαδικασίες, όπως προβλέπονται από τις εγκυκλίους του Υπουργείου, αναφορικά με το θέμα του μη εμβολιασμού; Υπάρχουν βιβλιάρια υγείας προκειμένου να διασφαλίζεται η τέλεση του εμβολιασμού;

2. Με ποια κριτήρια εγγύτητας επελέγησαν τα προαναφερθέντα σχολεία της περιοχής ως «όμορα»;

3. Προηγήθηκε κάποια έρευνα στα σχολεία της περιοχής για να διαπιστωθεί ποια διαθέτουν επαρκείς κτιριακές υποδομές;

4. Είναι κατάλληλοι οι χώροι που δημιουργήθηκαν στα, τελικώς, επιλεγέντα σχολεία για το σκοπό αυτό;

5. Γενικότερα, προχωρά με ορθό τρόπο η υλοποίηση του προγράμματος και τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις; Κρίνετε σκόπιμη την προσωρινή αναστολή εφαρμογής του κατά τόπους, προκειμένου να διασφαλιστεί η υλοποίησή του με συγκροτημένο τρόπο;

Προλογικό Σημείωμα στον Ελληνικό Χάρτη Καινοτομίας 2010

Η βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση, απόρροια των χρόνιων εγχώριων ανισορροπιών, στρεβλώσεων και διαρθρωτικών αδυναμιών της οικονομίας, αλλά και της διεθνούς χρηματοπιστωτικής και δημοσιονομικής κρίσης, αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, την αποτυχία του ελληνικού αναπτυξιακού μοντέλου.

Ενός μοντέλου που, εκτός πολλών άλλων, δεν αξιοποίησε έγκαιρα και αποτελεσματικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και άφησε ανεκμετάλλευτους σημαντικούς αναπτυξιακούς παράγοντες (όπως είναι η αποτελεσματικότητα και η ένταση του ανταγωνισμού στις αγορές, η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η αποδοτικότητα του «τριγώνου της γνώσης» [παιδεία-έρευνα-καινοτομία], η επάρκεια των θεσμών, το ανθρώπινο και το κοινωνικό κεφάλαιο).

Είναι φανερό ότι στις συνθήκες κρίσης είναι ανάγκη να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο για το μέλλον προκειμένου η χώρα να αποκτήσει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ευημερία.

Το πρότυπο θα πρέπει πρωτίστως να εδράζεται στις νέες πηγές ανάπτυξης, όπως είναι:

 

1η. Η επένδυση στη γνώση.

Για να έχει μία χώρα προοπτική στο νέο περιβάλλον οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης.

Σύστημα που αποτελεί το βασικό θεσμικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης ανθρώπινου κεφαλαίου.

 

2η. Η επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία.

Επένδυση που αποτελεί, σήμερα, το μόνο τρόπο για να διαμορφώσει η επιχειρηματική δραστηριότητα ισχυρά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, συμβάλλοντας καθοριστικά στον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής διαδικασίας και διασφαλίζοντας οφέλη για τις επιχειρήσεις, ποιότητα για τους πολίτες, ανάπτυξη για την οικονομία.

Που συνιστά τρόπο δημιουργίας πλούτου περισσότερο απ’ όσο αναλογικά θα δημιουργούνταν με βάση το συνολικά επενδεδυμένο κεφάλαιο και τη διαθέσιμη εργατική δύναμη.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

  • Η δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και των απαραίτητων  προϋποθέσεων που ευνοούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της καινοτομίας, με αξιολόγηση των κέντρων έρευνας και τεχνολογίας, με τη δημιουργία ζωνών καινοτομίας, με πόλους καινοτομίας που συνδέουν ερευνητικά κέντρα, εκπαιδευτικά ιδρύματα, τεχνολογικά πάρκα, οργανισμούς και επιχειρήσεις κ.α.
  • Η ενσωμάτωση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγική διαδικασία και η διάχυση των αποτελεσμάτων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.

 

3η. Η επένδυση στην επιχειρηματικότητα.

Η επιχειρηματικότητα, δηλαδή η ανθρώπινη ικανότητα συνδυασμού των άλλων συντελεστών παραγωγής για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, είναι σημαντική πηγή ανάπτυξης, καθώς συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην ενθάρρυνση της οικονομικής δραστηριότητας, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην ανάπτυξη και στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

  • Η απο-ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, ώστε να μετατραπεί η νομοθεσία (με απλούς, διαφανείς και σταθερούς κανόνες) και η λειτουργία του κράτους σε φιλικότητα προς την επιχείρηση.
  • Η βελτίωση του ρυθμιστικού και ανταγωνιστικού πλαισίου των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, με την επιλογή ορθών μέτρων προστασίας της εργασίας.
  • Η σταδιακή μείωση των φόρων, έκτακτων και μη, καθώς και των φορολογικών συντελεστών.
  • Η σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μη-μισθολογικού εργοδοτικού κόστους.

 

4η. Η δημιουργία ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους και η βελτίωση του «κοινωνικού κεφαλαίου».

Ένα αποτελεσματικό και δίκαιο κράτος, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, σε συνθήκες δημοσιονομικής πειθαρχίας, μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής.

Κράτος που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς, την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου.

Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

  • Η βελτίωση της ποιότητας των θεσμών και η οικοδόμηση κράτους δικαίου (με την ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της ταχύτητας στην απονομή της και με την ενίσχυση της διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση). Είναι γνωστή πρόσφατη μελέτη του Ιδρύματος Brookings σύμφωνα με την οποία η απώλεια δημοσίων εσόδων λόγω της διαφθοράς ανέρχεται τουλάχιστον στο 8% του ΑΕΠ.
  • Η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, δηλαδή του κόστους και του χρόνου συμμόρφωσης στις διοικητικές πράξεις, με συγκεκριμένες δομικές πρωτοβουλίες (όπως είναι η κωδικοποίηση και απλοποίηση της νομοθεσίας, ο περιορισμός των ερμηνευτικών εγκυκλίων, η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη, ο περιορισμός των επικαλύψεων των αρμοδιοτήτων των δημόσιων υπηρεσιών και η ενοποίηση των κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων).

 

Συμπερασματικά, η δημοσιονομική εξυγίανση και πειθαρχία, με έμφαση στη διαρθρωτική μείωση των δαπανών είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή, συνθήκη για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της οικονομίας.

Αυτό που χρειάζεται είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και συνακόλουθα η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση και την αξιοποίηση των νέων πηγών ανάπτυξης.

Είναι επιβεβλημένο οι επενδύσεις σε αυτές τις πηγές, όπως άλλωστε και όλες οι επενδύσεις και οι πολιτικές, να αξιολογούνται, εκ των προτέρων και εκ των υστέρων, ώστε να διασφαλίζεται η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα αυτών σε κάθε περίπτωση ανεπαρκών πόρων. 

Στόχος η επίτευξη διατηρήσιμης ανάπτυξης, η ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Άρθρο στο “Ελλάδα 2011” – “Επένδυση στις Νέες Πηγές Ανάπτυξης”

Η διεθνής χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική κρίση, σε συνδυασμό με συσσωρευμένες, χρόνιες, εγχώριες δημοσιονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες, με πράξεις και παραλείψεις της παρούσας Κυβέρνησης, και με κερδοσκοπικές πιέσεις, οδήγησαν τη χώρα μας στην προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και στη σύναψη ενός Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής («Μνημόνιο»). Ενός φιλόδοξου αλλά πρόχειρα σχεδιασμένου και μη ρεαλιστικού Προγράμματος – όπως καταδεικνύουν ήδη, στο πρώτο επτάμηνο υλοποίησής του, οι αστοχίες στις προβλέψεις και οι αποκλίσεις από τους στόχους – που περιλαμβάνει συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, οικονομικά αναποτελεσματικά και κοινωνικά άδικα, και διαρθρωτικές αλλαγές, αρκετές από τις οποίες είναι αναγκαίες για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας.

 

Η κρίση όμως αντανακλά, μεταξύ άλλων, τις υστερήσεις και τις στρεβλώσεις του αναπτυξιακού προτύπου της Ελληνικής οικονομίας. Ενός προτύπου που, εκτός πολλών άλλων, δεν αξιοποίησε έγκαιρα και αποτελεσματικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και άφησε ανεκμετάλλευτους σημαντικούς αναπτυξιακούς παράγοντες (όπως είναι η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η αποτελεσματικότητα του «τριγώνου της γνώσης» [παιδεία-έρευνα-καινοτομία], η επάρκεια των θεσμών, το ανθρώπινο και το κοινωνικό κεφάλαιο). Είναι φανερό ότι είναι ανάγκη να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο για το μέλλον προκειμένου η χώρα να αποκτήσει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ευημερία. Το πρότυπο θα πρέπει πρωτίστως να εδράζεται στη διατηρήσιμη δημοσιονομική προσαρμογή και στην επένδυση στις νέες πηγές ανάπτυξης.

 

Όσον αφορά τη δημοσιονομική προσαρμογή, βασικές πολιτικές πρέπει να είναι:

  • Η ουσιαστική συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών με την ταυτόχρονη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών. Απαιτείται η αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων, ενισχύοντας, από την μία πλευρά, τις δαπάνες που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα, αλλά και μειώνοντας, από την άλλη πλευρά, τις δαπάνες που αποτελούν κρατικές σπατάλες.
  • Η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, της καταπολέμησης της παραοικονομίας και του περιορισμού της φοροδιαφυγής, με τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συστήματος και την ουσιαστική αναδιάρθρωση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού.
  • Η καταγραφή, αποτίμηση και αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου για την αντιμετώπιση του υψηλού δημόσιου χρέους.

 

Όσον αφορά τις νέες πηγές ανάπτυξης, βασικές πολιτικές πρέπει να είναι:

1η. Η επένδυση στη γνώση. Για να έχει μία χώρα προοπτική στο νέο περιβάλλον οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης. Σύστημα που αποτελεί το βασικό θεσμικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.

 

2η. Η επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία. Με τη δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και των απαραίτητων  προϋποθέσεων που ευνοούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της καινοτομίας (π.χ. ζώνες και πόλοι καινοτομίας), και με την ενσωμάτωση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγική διαδικασία και τη διάχυση των αποτελεσμάτων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.

 

3η. Η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας. Βασικοί άξονες δράσης πρέπει να είναι:

  • Η διαμόρφωση απλών, διαφανών και σταθερών κανόνων για την ίδρυση και λειτουργία επιχειρήσεων.
  • Η βελτίωση του ρυθμιστικού και ανταγωνιστικού πλαισίου των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, με την επιλογή ορθών μέτρων προστασίας της εργασίας.
  • Η σταδιακή μείωση των φόρων, έκτακτων και μη, καθώς και των φορολογικών συντελεστών.
  • Η σταδιακή μείωση των υψηλών ασφαλιστικών εισφορών, αφού αυτές δημιουργούν προβλήματα στην απασχόληση και στην ανταγωνιστικότητα.

 

4η. Η δημιουργία ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους. Ένα αποτελεσματικό και δίκαιο κράτος, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, σε συνθήκες δημοσιονομικής πειθαρχίας, μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης και της ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής. Κράτος που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς, την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου. Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας. Βασικοί άξονες δράσης πρέπει να είναι:

  • Η βελτίωση της ποιότητας των θεσμών και η οικοδόμηση κράτους δικαίου (με την ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της ταχύτητας στην απονομή της, καθώς και με την ενίσχυση της διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση).
  • Η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, δηλαδή του κόστους και του χρόνου συμμόρφωσης στις διοικητικές πράξεις, με συγκεκριμένες δομικές πρωτοβουλίες (όπως είναι η κωδικοποίηση και απλοποίηση της νομοθεσίας, ο περιορισμός των ερμηνευτικών εγκυκλίων, η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη και ο περιορισμός των επικαλύψεων των αρμοδιοτήτων των δημόσιων υπηρεσιών).

 

5η. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Βασικοί άξονες δράσης πρέπει να είναι:

  • Η ενίσχυση της εξωστρέφειας και η στροφή στην ποιότητα με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας.
  • Η ανάπτυξη συγκεκριμένων μεσοπρόθεσμων σχεδίων για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, μέσα από την αναβάθμιση των υποδομών και τον σαφή προσανατολισμό των δημοσίων επενδύσεων.

 

Συμπερασματικά, η δημοσιονομική εξυγίανση και πειθαρχία είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή, συνθήκη για την ενίσχυση του μεσοπρόθεσμου δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης. Αυτό που χρειάζεται είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και συνακόλουθα η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση και την αξιοποίηση των νέων πηγών ανάπτυξης. Για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Αναφορά σχετικά με αίτημα – υπόμνημα Κοινοφελών Ιδρυμάτων

Με την παρούσα αναφορά σας μεταφέρω αίτημα – υπόμνημα των Ιδρυμάτων (α) Ορφανοτροφείο Θηλέων Ι. & Μ. Χατζηκυριάκου, (β) Ίδρυμα «Γ. & Α. Χατζηκώνστα» Εκπαιδευτικής Μέριμνας Νέων, και (γ) Ζάννειο Ίδρυμα Παιδικής Προστασίας & Αγωγής Πειραιώς – Εκάλης, σχετικά με τη σύσταση της Επιτροπής για την επεξεργασία νέου Κώδικα περί Εθνικών Κληροδοτημάτων, αλλά και με τη φορολογική επιβάρυνση των κοινωφελών σκοπών των Ιδρυμάτων. Ειδικότερα, ζητείται, εκ μέρους των Ιδρυμάτων, αφενός ο διορισμός δύο επιπλέον μελών από τα Ιδρύματα Παιδικής Προστασίας στην προαναφερθείσα Επιτροπή και αφετέρου η άρση των δυσμενών συνεπειών της άνισης φορολογικής μεταχείρισης των Ιδρυμάτων, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το φορολογικό νόμο 3842/10. Πρόκειται για προτάσεις οι οποίες, λόγω της μεγάλης κοινωνικής σημασίας των Ιδρυμάτων και της ιδιαίτερης εμπειρίας των διοικήσεών τους, χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, μελέτης και αξιοποίησης από το Υπουργείο Οικονομικών, ώστε να συνεχιστεί το κοινωφελές έργο τους. Παρακαλώ όπως με ενημερώσετε για την εξέλιξη του ζητήματος.

InstagramYoutube