Παιδεία

Μήνυμα προς τους Υποψηφίους των Πανελλαδικών Εξετάσεων 2012

Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι,

Με αφορμή την έναρξη των Πανελλαδικών Εξετάσεων θα ήθελα να ευχηθώ από καρδιάς καλή δύναμη και καλή επιτυχία σε όλους και όλες σας.

Αντίστοιχες ευχές, επίσης, αξίζουν και στις οικογένειές σας και τους καθηγητές, των οποίων η αρωγή, η συμβολή και συμπαράσταση είναι αμέριστη.

Στην  προσπάθειά σας αυτή, οπλιστείτε με θάρρος, υπομονή και ψυχραιμία και να είστε σίγουροι ότι η ευόδωση των στόχων και των προσδοκιών σας θα αποτελέσει τη μέγιστη δικαίωση των κόπων σας.

Στην κρίσιμη περίοδο που διανύει η χώρα μας, η προσπάθειά σας αυτή και η αισιόδοξη στάση σας για νέες προοπτικές και ένα καλύτερο μέλλον, δεν αφήνουν κανένα ασυγκίνητο.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, είναι επιτακτική η αμέριστη προσοχή όλων μας στους νέους της πατρίδας μας και η επένδυση σε αυτούς, ώστε να καταστεί η δυναμική τους μοχλός ανάκαμψης της Ελλάδας.

Μήνυμα για την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς 2011-2012

Με την έναρξη της νέας σχολικής περιόδου απευθύνω μήνυμα εμπιστοσύνης και τις θερμότερες ευχές μου στους μαθητές, στις μαθήτριες και στους εκπαιδευτικούς, για μια δημιουργική και παραγωγική χρονιά.

Η έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς συντελείται στην κρισιμότερη για την χώρα μας, εδώ και πολλές δεκαετίες, συγκυρία. Σε αυτή την δυσμενή περίοδο, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, δυστυχώς, παρέλειψε πολλά και διέπραξε λάθη.

Όμως, η χώρα πρέπει να προχωρήσει μπροστά. Να προχωρήσει με πίστη στις δυνατότητες της Πατρίδας, με εθνικό σχέδιο, αλληλεγγύη και περισσότερη και συστηματικότερη δουλειά από όλους μας.

Καλώ όλα τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας να υπερβούν, με στάση ευθύνης και με το έργο τους, τις δυσκολίες και να συμβάλλουν στην αναγκαία υπέρβαση της ολόπλευρης κρίσης που μαστίζει την πατρίδα μας.

Καλή υγεία και αποτελεσματική δουλειά.

Μήνυμα σχετικά με την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΤΕΙ

Με αφορμή την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στις σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, θα ήθελα να συγχαρώ και να ευχηθώ καλή πρόοδο στους επιτυχόντες των πανελλαδικών εξετάσεων. Μια πορεία συστηματικής μελέτης και αγωνιών, που παρά τα πολλά λάθη και τις μεγάλες αστοχίες που παρατηρήθηκαν φέτος, ολοκληρώθηκε, επιφέροντας την ευόδωση των κόπων τους και  το πολυπόθητο αποτέλεσμα.

Συγχαρητήρια, φυσικά, ανήκουν στους γονείς και τους καθηγητές, η συνεχής και πολύπλευρη στήριξη των οποίων υπήρξε σίγουρα ουσιαστική καθ’ όλη τη διάρκεια της προσπάθειας αυτής.

Σε καμία περίπτωση, δε θα ήθελα να παραλείψω και τις ευχές μου στους νέους που η προσπάθειά τους δεν καρποφόρησε εφέτος. Ευχές για καλή δύναμη και συνέχεια στην πορεία που θα ακολουθήσουν για να πετύχουν τους στόχους τους.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη Συζήτηση του Σχεδίου Νόμου “Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων”

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σύμφωνα με τις νέες θεωρίες οικονομικής ανάπτυξης, η επένδυση στη γνώση επιταχύνει τους ρυθμούς της βιώσιμης και αειφόρου ανάπτυξης, βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα, μειώνει τις περιφερειακές ανισότητες, ενισχύει την απασχόληση, προωθεί την κοινωνική συνοχή.

Σε μια κοινωνία που επενδύει στη γνώση, το ανθρώπινο κεφάλαιο αναδεικνύεται στον πιο πολύτιμο πόρο.

Θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες κατατείνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Ως εκ τούτου, πρέπει, ως χώρα, να αποδώσουμε ιδιαίτερη σημασία στην ποσότητα και στην ποιότητά του.

Και προς αυτή την κατεύθυνση, καίριας σημασίας είναι η βελτίωση της αποδοτικότητας του συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γεγονός ότι η ανώτατη εκπαίδευση σε θεσμικό, δομικό και λειτουργικό επίπεδο, παρά τα θετικά βήματα που έγιναν τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζει ελλείμματα, δυσλειτουργίες και αναχρονιστικές αγκυλώσεις, με συνέπεια να μην μπορεί να συμβάλλει, όσο δυνητικά μπορεί, στην επιτυχή προσαρμογή της Ελληνικής Κοινωνίας και Οικονομίας στο ανταγωνιστικό και συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Αυτά τα προβλήματα τα αναγνωρίζουν πολιτικές δυνάμεις και διεθνείς οργανισμοί.

Αυτό όμως δεν σημαίνει:

1ον. Ότι η Κυβέρνηση θα πρέπει, προκειμένου να στηρίξει τη κατ’ επίφαση «μεταρρυθμιστική της πρωτοβουλία», να προβαίνει σε μια ισοπεδωτική αρνητική κριτική, σε μια γενικευμένη απαξίωση, για το Ελληνικό Πανεπιστήμιο.

Αυτή είναι και εσφαλμένη και άδικη.

Διότι στους κόλπους του έχουν αναπτυχθεί κάποιες σημαντικές νησίδες ποιότητας, που δεν θα πρέπει να τις αγνοούμε ή να τις υποτιμούμε.

Σε αρκετές περιπτώσεις παράγεται και προσφέρεται σημαντικό έργο.

Έργο καλής και υψηλής ποιότητας, από διδάσκοντες και φοιτητές, που διακρίνεται σε διεθνές επίπεδο.

2ον. Επίσης, δεν σημαίνει ότι η Κυβέρνηση, για να στηρίξει την κατ’ επίφαση «μεταρρυθμιστική της πρωτοβουλία», μπορεί να εμφανίζει τις κριτικές γνώμες και τοποθετήσεις που αναπτύσσονται επί του Νομοσχεδίου, από πανεπιστημιακούς και μη, ως, εκ προοιμίου, προσπάθεια προάσπισης προνομίων ή συμφερόντων.

Επιβάλλεται η ορθολογική αξιολόγηση τους και η αξιοποίηση κάποιων εξ αυτών.

3ον. Επιπλέον, δεν σημαίνει ότι η Κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει στην κατ’ επίφαση «μεταρρύθμιση» με ακατανόητη σπουδή.

Επιβάλλεται οι αλλαγές να γίνουν με προσεκτικό τρόπο, με προοπτική σε βάθος χρόνου και με συναινετικότερες διαδικασίες.

Με σύμμαχο και συμπαραστάτη την πανεπιστημιακή κοινότητα, ώστε και να υλοποιηθεί.

4ον. Και τέλος, δεν σημαίνει ότι η Κυβέρνηση θα πρέπει να γκρεμίσει ότι θετικό έχει γίνει μέχρι σήμερα σε θεσμικό και λειτουργικό επίπεδο στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης.

Άλλωστε το παρόν Σχέδιο Νόμου δεν χτίζεται σε ερείπια.

Γι’ αυτό και στη σημερινή δήλωση της κα. Υπουργού ότι η Αξιωματική Αντιπολίτευση έκανε κριτική σε λίγα σημεία του Σχεδίου Νόμου, η απάντηση είναι απλή και προφανής:

Όλα τα άλλα είναι ουσιαστικά θεσμοθετημένα από το 2004 και μετά, και επομένως η δήθεν για «πρώτη φορά» εισαγωγή τους στο Νόμο αποτελεί τον απαραίτητο διάκοσμο της δήθεν μεταρρύθμισης.

Και αναφέρομαι σε ρυθμίσεις του Σχεδίου Νόμου που ενσωματώνουν ορθές αλλαγές που έχουν ήδη νομοθετηθεί: ενδεικτικά, στο πλαίσιο λειτουργίας των ΑΕΙ, στην αξιολόγηση της ποιότητας των ιδρυμάτων και των μελών ΔΕΠ, στην ενίσχυση της αυτοδιοίκησης, της διαφάνειας και της κοινωνικής λογοδοσίας των ΑΕΙ, στην προώθηση της ακαδημαϊκής δεοντολογίας, στην ενίσχυση των υπηρεσιών υποστήριξης των φοιτητών, στη διεθνοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης.

Αρκεί, συνεπώς, σε αυτά τα σημεία η πλήρης εφαρμογή του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου, κάτι που μέχρι σήμερα, δυστυχώς, έχει γίνει πλημμελώς.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Εκτός όμως από αυτές τις γενικές παρατηρήσεις, το Σχέδιο Νόμου, παρά τα όποια θετικά στοιχεία στα οποία έχω ήδη αναφερθεί και τις αρκετές επιμέρους βελτιωτικές τροπολογίες του, πάσχει από δομικές αδυναμίες και σχεδιαστικές αστοχίες, αρκετές από τις οποίες επισημαίνονται και στην Έκθεση του Τμήματος Νομοτεχνικής Επεξεργασίας της Βουλής.

Συγκεκριμένα, με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου:

  1. Δημιουργείται ένα νέο συγκεντρωτικό και εν πολλοίς ανεξέλεγκτο οργανωτικό σχήμα, με απόδοση, ακόμη και μετά τις αλλαγές, υπερβολικών εξουσιών στο Συμβούλιο, ενώ απουσιάζουν τα αναγκαία θεσμικά αντίβαρα, παρά την ορθή πρόβλεψη για σύνταξη έκθεσης από το Συμβούλιο ανά διετία.
  2. Συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος αρμοδιοτήτων σε μικρό αριθμό προσώπων, κυρίως στα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου, τα οποία και εκλέγουν τα εξωτερικά μέλη.
  3. Υποβαθμίζεται η αυτοδιοίκηση των ιδρυμάτων. Γιατί όπως έχει γράψει και ο Μάνεσης, «πλήρης αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να νοηθεί στοιχειωδώς παρά με την ανάδειξη των οργάνων που διοικούν τα ΑΕΙ μόνον από όσους τα απαρτίζουν». Η εκλογή όμως του Πρύτανη και του Κοσμήτορα από το Συμβούλιο του Ιδρύματος και όχι άμεσα από τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, υποβαθμίζει το κύρος τους και ενθαρρύνει τη συναλλαγή και την αδιαφάνεια.
  4. Υποβαθμίζεται ο ρόλος της Συγκλήτου μπροστά στις υπερεξουσίες του Συμβουλίου. Θα έπρεπε οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου και της Συγκλήτου να είναι ισορροπημένες, σαφώς διαχωρισμένες και μη επικαλυπτόμενες.
  5. Υποβαθμίζεται ο ρόλος μελών ΔΕΠ, ακόμη και στα όργανα του Τμήματος. Για παράδειγμα, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η Συνέλευση του Τμήματος να αποτελείται από Καθηγητές που διδάσκουν στο οικείο πρόγραμμα σπουδών που ο αριθμός τους θα καθορίζεται από τον Οργανισμό, και να μην αποτελείται από όλους τους Καθηγητές του προγράμματος; Που αλλού θα συμμετέχουν οι Επίκουροι Καθηγητές αν όχι στο Τμήμα τους;
  6. Καταργούνται, κακώς, οι Τομείς, οι οποίοι, σε αρκετά Τμήματα, αποτελούν ακαδημαϊκές μονάδες υψηλής λειτουργικότητας. Συντάσσομαι με την άποψη Συναδέλφων μου να διατηρηθούν Τομείς και στη νέα διάρθρωση των ΑΕΙ, κατά την κρίση της Κοσμητείας κάθε επιμέρους Σχολής.
  7. Τα νόμιμα «προσόντα» για την εκλογή Καθηγητή δεν ορίζονται κατά τρόπο ενιαίο από τον ίδιο τον Νόμο, αλλά από τον Οργανισμό κάθε Ιδρύματος. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί μόνον εσωτερικό θέμα κάθε Ιδρύματος, ειδικά όταν δίνει το δικαίωμα στον Οργανισμό να μην προϋποθέτει την κατοχή διδακτορικού διπλώματος.
  8. Ενώ τέλος, δεν δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην έρευνα, η οποία και αποτελεί βασική λειτουργία του Πανεπιστημίου.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο χώρος της ανώτατης εκπαίδευσης είναι ένας ευαίσθητος χώρος, με πολλά και σύνθετα προβλήματα.

Απαιτείται η διαρκής μεταρρύθμισή του με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των Ιδρυμάτων, τη θεσμική θωράκιση της διοίκησής τους, την ακαδημαϊκή και οικονομική αυτοτέλεια των πανεπιστημίων, την ενίσχυση των κριτηρίων αριστείας και κοινωνικής λογοδοσίας, την εφαρμογή ενός αξιόπιστου συστήματος αξιολόγησης, την υιοθέτηση υψηλών κριτηρίων αξιοκρατίας, διαφάνειας και αποτελεσματικότητας, την εναρμόνιση θεσμών και δομών με το ευρωπαϊκό περιβάλλον και τα διεθνή πρότυπα.

Αυτή η μεταρρύθμιση θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα διαλόγου, προϊόν σύνθεσης και συνεννόησης, ώστε να μπορέσει και να υιοθετηθεί και να υλοποιηθεί από την Πανεπιστημιακή Κοινότητα.

Η Κυβέρνηση έχει ακόμη πολλά περιθώρια να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.

Ερώτηση σχετικά με τα κριτήρια συγχώνευσης σχολικής μονάδας στο Ν. Φθιώτιδας

Σύμφωνα με το ΦΕΚ B’ 1575/27-06-2011 (Υ.Α. υπ’ αριθ. πρωτ. 71327/Δ4) ανακοινώθηκε η συγχώνευση των Λυκειακών Τάξεων του Γυμνασίου Λάρυμνας με το ΓΕΛ Μαρτίνου, υπό τη νέα ονομασία ΓΕΛ Μαρτίνου. Συγχώνευση, η οποία δεν προβλεπόταν σύμφωνα με το ΦΕΚ Β’ 440/18-03-2011 (Υ.Α. υπ’ αριθ. πρωτ. 29988/Δ4), που είχε προηγηθεί.

Γίνεται αμέσως αντιληπτό, ότι σε διάστημα τριών (3) μηνών, η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων με τη λήψη της Υπουργικής Απόφασης υπ’ αριθ. πρωτ. 71327/Δ4, ανακάλεσε την υπ’ αριθ. πρωτ. 29988/Δ4 Υ.Α. και προχώρησε σε καταργήσεις σχολικών μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα για το Νομό Φθιώτιδας, αυτό των Λυκειακών Τάξεων της Λάρυμνας.

Η τακτική αυτή του Υπουργείου και της Κυβέρνησης φανερώνει προχειρότητα στη λήψη αποφάσεων που αφορούν τον ευαίσθητο τομέα της εκπαίδευσης και έλλειψη σχεδιασμού για τις σχολικές μονάδες, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη λειτουργία τους.

Κατόπιν τούτων,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

η κ. Υπουργός:

Ποια είναι τα κριτήρια που ίσχυσαν και οδήγησαν το Υπουργείο να μεταβάλει την άποψή του για τη συγχώνευση της εν λόγω σχολικής μονάδας;

Δελτίο Τύπου σχετικά με τη συγχώνευση των Λυκειακών Τάξεων του Γυμνασίου Λάρυμνας

«Σύμφωνα με το ΦΕΚ B’ 1575/27-06-2011 (Υ.Α. υπ’ αριθ. 71327/Δ4) ανακοινώθηκε η συγχώνευση των Λυκειακών Τάξεων του Γυμνασίου Λάρυμνας με το ΓΕΛ Μαρτίνου, υπό τη νέα ονομασία ΓΕΛ Μαρτίνου. Συγχώνευση, η οποία δεν προβλεπόταν σύμφωνα με το ΦΕΚ Β’ 440/18-03-2011 (Υ.Α υπ’ αριθ. 29988/Δ4), που είχε προηγηθεί.

Γίνεται αμέσως αντιληπτό, ότι σε διάστημα τριών (3) μηνών, η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων με τη λήψη της Υπουργικής Απόφασης υπ’ αριθ. 71327/Δ4, ανακάλεσε την υπ’ αριθ. 29988/Δ4 Υ.Α. και προχώρησε σε καταργήσεις σχολικών μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα για το Νομό Φθιώτιδας, αυτό των Λυκειακών Τάξεων της Λάρυμνας.

Η τακτική αυτή του Υπουργείου και της Κυβέρνησης φανερώνει προχειρότητα στη λήψη αποφάσεων που αφορούν τον ευαίσθητο τομέα της εκπαίδευσης και έλλειψη σχεδιασμού για τις σχολικές μονάδες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη λειτουργία τους.

Εν τέλει, είναι να διερωτάται κανείς, ποια τα κριτήρια που ίσχυσαν και οδήγησαν το Υπουργείο να μεταβάλει την άποψή του για τη συγχώνευση της εν λόγω σχολικής μονάδας.

Για τους παραπάνω λόγους καταθέτω και σχετική Ερώτηση στη Βουλή».

Ερώτηση σχετικά με την παύση λειτουργίας του Κέντρου Εκπαίδευσης Ενηλίκων (ΚΕΕ) του Ν. Φθιώτιδας

Τα ΚΕΕ, δομές της Γενικής Γραμματείας Διά Βίου Μάθησης (ΓΓΔΒΜ) του ΥπΠΔΒΜ&Θ που υποστηρίζονται από το Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων (ΙΔΕΚΕ) της ΓΓΔΒΜ και λειτουργούν στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ (Στόχος 2, Άξονας Προτεραιότητας 9), ολοκληρώνονται ως έργο με την παύση της λειτουργίας τους στις 30 Ιουνίου 2011.

Με τον Ν. 3879/21.09.2010, για την εκπαιδευτική περίοδο 2011-2012, το αρμόδιο Υπουργείο προγραμματίζει την υλοποίηση επιμορφωτικών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων, που αφορούν στην γενική εκπαίδευση ενηλίκων, στο πλαίσιο ίδρυσης και λειτουργίας Κέντρων Διά Βίου Μάθησης αρμοδιότητας των Δήμων.

Σύμφωνα με το ΚΕΕ του Ν. Φθιώτιδας,  ένα (1) μήνα πριν την λήξη των προγραμμάτων του ΚΕΕ, το αρμόδιο Υπουργείο δεν έχει δώσει καμία πληροφόρηση για:

  • Το πλαίσιο ίδρυσης, οργάνωσης και λειτουργίας των Κέντρων Διά Βίου Μάθησης των Δήμων.
  • Τις προγραμματικές συμβάσεις των Δήμων με το Εθνικό Δίκτυο Διά Βίου Μάθησης (ΕΔΔΒΜ), σύμφωνα με το Άρθρο 21 του Ν.3879, δεδομένου ότι κανείς Δήμος στην Ελλάδα δεν έχει δημιουργήσει Κέντρο Διά Βίου Μάθησης.
  • Την έκδοση των σχετικών Προεδρικών Διαταγμάτων και Υπουργικών Αποφάσεων που θα ρυθμίζουν θέματα διοίκησης και διαχείρισης των εκπαιδευτικών προγραμμάτων από το ΙΔΕΚΕ και τους Δήμους.
  • Τις ενέργειες αναφορικά με την έγκριση κονδυλίων από την Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του Προγράμματος Εκπαίδευσης και Διά Βίου Μάθησης του ΥπΠΔΒΜ&Θ.

Σε τοπικό επίπεδο, η παύση λειτουργίας του ΚΕΕ θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις για τους εργαζομένους και τις οικογένειές τους, επιβαρύνοντας του δείκτες απασχόλησης της ευρύτερης περιοχής.

Να σημειωθεί ότι πρόκειται για στελέχη υψηλού επιστημονικού επιπέδου, με μεταπτυχιακές σπουδές και εμπειρία 7-8 ετών, τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στην οργάνωση και λειτουργία των Κέντρων Διά Βίου Μάθησης των Δήμων, την ίδρυση των οποίων σχεδιάζει το Υπουργείο.

Κατόπιν τούτων,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

η κ. Υπουργός:

1. Σε ποιες ενέργειες έχει προβεί το Υπουργείο προκειμένου τα εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά προγράμματα ενηλίκων να λειτουργήσουν απρόσκοπτα από την επόμενη εκπαιδευτική περίοδο (2011-2012); Υπάρχει σχετικό χρονοδιάγραμμα;

2. Υπάρχει κάποια μέριμνα για την αξιοποίηση του προσωπικού που απασχολείται σήμερα στα ΚΕΕ;

Ερώτηση σχετικά με τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων του Τμήματος Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων & Συστημάτων του Πανεπιστήμιου Αιγαίου

Με το παρόν έγγραφο θα ήθελα να σας μεταφέρω τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες των πτυχιούχων της σχολής Μηχανικών Σχεδίασης Συστημάτων και προϊόντων του Πανεπιστημίου Αιγαίου, πενταετούς φοίτησης. Τα άτομα, που μέχρι τώρα τελείωσαν τη σχολή, είναι περίπου 100 με 120. Οι πτυχιούχοι της άνω σχολής, δεν έχουν κανένα επαγγελματικό δικαίωμα και είναι μη κατοχυρωμένοι παρά το γεγονός ότι τελειώνουν ένα πανεπιστήμιο πενταετούς φοίτησης.

Κατόπιν τούτων,

Ερωτάται

η κ. Υπουργός:

Σε ποιες ενέργειες προτίθεται να προβεί το Υπουργείο προκειμένου να κατοχυρωθούν τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων του συγκεκριμένου τμήματος;

Ομιλία στο Αναπτυξιακό Συνέδριο Κιλκίς – “Η συμβολή εκπαίδευσης, έρευνας & καινοτομίας στην οικονομική ανάπτυξη”

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Θα ήθελα να συγχαρώ το Επιμελητήριο Κιλκίς για τη σημαντική και χρήσιμη πρωτοβουλία που ανέλαβε να διοργανώσει αυτό το Αναπτυξιακό Συνέδριο.

Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω τους συντελεστές του Συνεδρίου για την ιδιαίτερα τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να συμμετάσχω στις εργασίες του και να καταθέσω, κωδικοποιημένα, κάποιους προβληματισμούς, σκέψεις και απόψεις για το ρόλο της εκπαίδευσης στην επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Κυρίες και Κύριοι,

Διαχρονικά, βασικό ζητούμενο είναι ο προσδιορισμός των παραγόντων που συμβάλουν στην επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες οικονομικές θεωρίες, η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται εξίσου από το μακροοικονομικό και το μικροοικονομικό περιβάλλον.

Η σταθερότητα των τιμών και τα υγιή δημόσια οικονομικά αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη, δεν είναι όμως και επαρκή για τη διασφάλιση υψηλού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.

Έτσι, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και η εξασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών με την προώθηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αποτελούν προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη.

Δεν αρκεί όμως η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, ακόμη και αν γίνεται με μη κατάλληλο «θεραπευτικό σχήμα» όπως στην Ελλάδα, για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της Οικονομίας.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου.

Προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Η επένδυση στη γνώση, η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, η τόνωση της επιχειρηματικότητας, η πραγματοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους έχει αποδειχθεί ότι επιταχύνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης, βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, αμβλύνουν τις περιφερειακές ανισότητες, αντιμετωπίζουν την ανεργία, προωθούν την κοινωνική συνοχή.

Με λίγα λόγια, καθορίζουν τόσο την κατεύθυνση όσο και τον βηματισμό της εξέλιξης των σύγχρονων κοινωνιών.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν, συνεπής και ως προς τον τίτλο της Εισήγησής μου, να αναπτύξω λίγο εκτενέστερα τη συμβολή τριών εκ των νέων πηγών ανάπτυξης, της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, στην οικονομική ανάπτυξη.

Κυρίες και Κύριοι,

Τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες κατατείνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης ανθρώπινου κεφαλαίου, και συνακόλουθα παράγοντα «κλειδί» της οικονομικής ανάπτυξης.

Η συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική μεγέθυνση είχε υποστηριχθεί αρχικά από τους κλασικούς, αργότερα, συστηματικά, από τους νεοκλασικούς, και πρόσφατα από τους οικονομολόγους των νέων θεωριών της ενδογενούς ανάπτυξης.

Νέες θεωρίες οι οποίες υποστηρίζουν ότι η εκπαίδευση δημιουργεί θετικές εξωτερικές οικονομίες και συμβάλλει με δύο τρόπους στην οικονομική μεγέθυνση:

Καταρχήν ως ένας κοινός, επιπρόσθετος, συντελεστής παραγωγής, και κατά δεύτερον ως πολλαπλασιαστικός παράγων με την έννοια ότι επηρεάζει όλους τους άλλους συντελεστές παραγωγής, τους οποίους και καθιστά πιο παραγωγικούς.

Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση διευκολύνει την ανάπτυξη των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων, η τριτοβάθμια εκπαίδευση υποστηρίζει την ανάπτυξη της βασικής επιστήμης και την κατάλληλη επιλογή και ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και, τέλος, η δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αναβάθμιση της προσφερόμενης εργασίας και για τη δυνατότητα ευελιξίας και προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς.

Σημαντική όμως είναι και η αναπτυξιακή διάσταση που απορρέει από την επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία.

Καινοτομία η οποία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως είναι η εισαγωγή στην αγορά ενός νέου ή καλύτερου ποιοτικά αγαθού, η αξιοποίηση μιας νέας παραγωγικής διαδικασίας, η απόκτηση μιας νέας εισροής, η επέκταση σε μια νέα αγορά ή η υιοθέτηση μιας νέας δομής στην οργάνωση της επιχείρησης.

Με άλλα λόγια, η έννοια της καινοτομίας προϋποθέτει την αντικατάσταση «παλαιών» μεθόδων παραγωγής με «νέες» καινοτόμους δράσεις και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομίας της γνώσης.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η καινοτομία ορίζεται από πολλούς οικονομολόγους ως «γνώση στην πράξη».

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ελλάδα υστερεί στους περισσότερους δείκτες που αποτιμούν και αξιολογούν τις επιδόσεις της χώρας στους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας.

Τόσο στο επίπεδο των δημοσίων πολιτικών για την έρευνα, την εκπαίδευση και την καινοτομία, όσο και στο επίπεδο των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, δεν φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα να μετουσιωθούν οι διακηρύξεις σε χρηματοδότηση και καλύτερη οργάνωση και των τριών πυλώνων του «τριγώνου της γνώσης».

Η δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας βρίσκεται ακόμα στα χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς κανέναν προσανατολισμό και προτεραιότητα.

Οι προσπάθειες βελτίωσης της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες καθυστερούν κυρίως από έλλειψη πόρων.

Η υποστήριξη της εφαρμογής καινοτομικών μεθόδων στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών πελαγοδρομεί.

Η ίδια και χειρότερη κατάσταση επικρατεί και στον ιδιωτικό τομέα, όπου ελάχιστες είναι οι  επιχειρήσεις που χρηματοδοτούν έρευνα ή που έχουν διάθεση να υποστηρίξουν με χορηγίες την εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ ακόμη λιγότερες είναι οι επιχειρήσεις που καινοτομούν στην παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών.

Πρόσφατες εμπειρικές έρευνες αποτυπώνουν τη χαμηλή ανταπόκριση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες της ανταγωνιστικής οικονομίας, ενώ άλλες καταδεικνύουν τη σχεδόν ανύπαρκτη σύνδεση της αγοράς εργασίας με την εκπαίδευση.

Ενδεικτικά και μόνο θα αναφέρω ότι, στην Ελλάδα οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση ανέρχονται στο 3,4% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ-27 κυμαίνεται περίπου στο 5% του ΑΕΠ.

Οι δημόσιες δαπάνες για έρευνα και καινοτομία (R&D) ανέρχονται στο 0,6% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ-27 κυμαίνονται στο 2% του ΑΕΠ.

Επίσης, στην Ελλάδα, οι αιτήσεις για πατέντες ανά 1.000.000 κατοίκους είναι περίπου 10, όταν στην ΕΕ-27 διαμορφώνονται πάνω από 110.

Σύμφωνα δε και με τα στοιχεία που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε πρόσφατα,  η Ελλάδα για μια ακόμη χρονιά καταλαμβάνει την τελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ και στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.

Αυτό που  κάνει την εικόνα ακόμα δυσμενέστερη για τη χώρα μας, είναι ότι στο διάστημα 2009-2010 διευρύνθηκε το χάσμα που τη χωρίζει από το μέσο όρο της Ευρώπης.

Συγκεκριμένα: το ποσοστό της διαθεσιμότητας on line υπηρεσιών στην Ευρώπη, από 69% του συνόλου των υπηρεσιών το 2009 εκτινάχθηκε στο 82% το 2010. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό από 45% το 2009 έφτασε μόλις στο 48% το 2010.

Συνεπώς, μπορεί κανείς εύκολα να αναλογισθεί τη σημασία που έχει αυτή η διευρυνόμενη απόκλιση της χώρας μας από το μέσο όρο της Ευρώπης: όλο και μεγαλύτερη διαφορά εις βάρος της Ελλάδας στο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι η Ελλάδα λόγω του μικρού μεγέθους της χώρας δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία.

Όμως, άλλες χώρες έχουν αντιληφθεί πριν από χρόνια τη σημασία που έχει για την ανάπτυξή τους το «τρίγωνο της γνώσης». Οι χώρες αυτές δεν είναι μόνο οι γνωστές παραδοσιακά αναπτυγμένες, αλλά και η Φινλανδία, η Κορέα, η Ταϊβάν κ.ά., καθώς και οι αναδυόμενες χώρες, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία κ.ά.

Οι χώρες αυτές έχουν επενδύσει τεράστια ποσά στην έρευνα, στην εκπαίδευση και στην προώθηση της καινοτομίας και έχουν προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στην παραγωγή τεχνολογικά προηγμένων προϊόντων και στην παροχή σύγχρονων υπηρεσιών.

Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι η Ελλάδα λόγω του μικρού μεγέθους της χώρας δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία Μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα μπορούν να μας πείσουν για το αντίθετο.

Το Ισραήλ, μολονότι είναι μικροσκοπικό σε μέγεθος, κατέχει αξιοζήλευτη θέση σε πάρα πολλές επιστήμες. Θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι η εξήγηση είναι απλή, και βρίσκεται σε δύο ιδιαιτερότητες. Αφενός το Ισραήλ γνώρισε την προηγούμενη δεκαετία μία πρωτοφανή «εισβολή» επιστημόνων εβραϊκής καταγωγής από την πρώην Σοβιετική Ένωση και τα κράτη του ανατολικού μπλοκ, αφετέρου τα πανεπιστήμιά του έχουν απίστευτα καλές διασυνδέσεις με τα ερευνητικά προγράμματα του Αμερικανικού Υπουργείου Αμύνης (Πεντάγωνο) και της NASA.

Υπάρχει όμως και μία τρίτη εξήγηση: η χώρα έχει εθνική στρατηγική για την έρευνα και την ανάπτυξη, χρηματοδοτεί αφειδώς τη θεμελίωση καινοτόμων επιχειρήσεων και θεωρεί προτεραιότητα για την οικονομία της την εξαγωγή τεχνολογίας.

Ο τομέας της υψηλής τεχνολογίας ανθεί, υποβοηθούμενος από 60 διαφορετικά επενδυτικά κεφάλαια από όλο τον κόσμο, τα οποία δραστηριοποιούνται στο Ισραήλ παρέχοντας άφθονη χρηματοδότηση για την έρευνα και την ανάπτυξη καινοτομικών προϊόντων και υπηρεσιών.

Επίσης, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Φινλανδίας, η οποία από την σχεδόν τελευταία οικονομικά θέση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο πριν από μία δεκαετία, έχει ανέλθει στην κορυφή, παγκοσμίως, στους τομείς των νέων τεχνολογιών.

Αυτό που χαρακτήρισε τη χώρα ήταν η ενεργητική δημόσια πολιτική καινοτομιών. Αυτή στηρίχθηκε σε υψηλό ρυθμό επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη κάτω από την αποφασιστική καθοδήγηση, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις, του Συμβουλίου Επιστημονικής και Τεχνολογικής Πολιτικής.

Η χώρα έφτασε να διαθέτει για τους τομείς αυτούς το 3,2% του ΑΕΠ (το υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο μαζί με τη Σουηδία) ενώ την ίδια περίοδο περιέκοψε δραστικά τις περισσότερες άλλες δημόσιες δαπάνες.

Παράλληλα, ο ιδιωτικός τομέας έφτασε να επενδύει σε έρευνα και ανάπτυξη το 69% της συνολικής δαπάνης της χώρας. Η πολιτική ήταν πως για κάθε δημόσια ενίσχυση έπρεπε να υπήρχε αντιστοίχου ύψους ιδιωτική συμμετοχή. Κοντά σε αυτά δημιουργήθηκαν πανεπιστημιακά ιδρύματα με υψηλές προδιαγραφές, έμφαση στις θετικές επιστήμες, και αυστηρές προϋποθέσεις εισαγωγής (δωρεάν για παιδιά χαμηλών εισοδημάτων) που δημιούργησαν την ανθρώπινη βάση για καινοτομίες.

Από τα προηγούμενα παραδείγματα, και πολλά άλλα ακόμη, καθίσταται σαφές ότι η διαχείριση της γνώσης αποκτά κεντρική σημασία για τις εθνικές πολιτικές των αναπτυγμένων χωρών.

Η διαχείριση της γνώσης θα πρέπει να συντελείται σε κάθε κομμάτι της αλυσίδας της γνώσης, από τη δημιουργία της μέσω της έρευνας, τη μετάδοσή της μέσω της παιδείας και της κατάρτισης, τη διάδοσή της μέσω των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας και τη χρήση της σε καινοτομικές δράσεις.

Η Ελλάδα για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, οφείλει να θέσει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.

Οι βασικοί άξονες πολιτικής δράσης στην κατεύθυνση της επένδυσης στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία πρέπει να είναι:

1. Η αύξηση των δημοσίων δαπανών για την εκπαίδευση, έτσι ώστε αυτές να συγκλίνουν, σταδιακά, στο μέσο ευρωπαϊκό όρο, και η απευθείας ιδιωτική χρηματοδότηση ως συμπληρωματικό μέτρο οικονομικής ενίσχυσης στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.

2. Η αποτελεσματική διαχείριση και κατανομή των περισσότερων οικονομικών πόρων, με στόχο την παροχή καλύτερων υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης για όλους τους πολίτες.

3. Η υιοθέτηση και υλοποίηση της αρχής του ανταγωνισμού στην προσέλκυση των αναγκαίων οικονομικών πόρων και τη λειτουργία κάθε εκπαιδευτικού οργανισμού. Στην κατεύθυνση αυτή εκτιμάται ότι θα συμβάλλει και η δυνατότητα σύστασης και λειτουργίας, πάντοτε βέβαια υπό την εποπτεία του κράτους, ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, μη κρατικού, αλλά και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία θα βρίσκονται κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας και θα ελέγχονται εξονυχιστικά όλες οι παράμετροι λειτουργίας τους, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας που θα προσφέρουν στους φοιτητές τους.

4. Η διεθνοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων με σκοπό την ίδρυση παραρτημάτων στο εξωτερικό μέσω της προώθησης διεθνών συνεργασιών με υψηλού επιπέδου ιδρύματα για τη διαμόρφωση και λειτουργία προγραμμάτων σπουδών στις εγκαταστάσεις τους. Να σημειωθεί, ότι μόλις το 2008 προβλέφθηκε η ίδρυση μόνο Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών από ΑΕΙ της χώρας μας στο εξωτερικό, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου 3685/08.

5. Η παροχή υψηλής ποιότητας γνώσεων και δεξιοτήτων σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος. Η Πολιτεία πρέπει να εξασφαλίζει στην πράξη διεύρυνση των επιλογών και ίσες ευκαιρίες για όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση.

6. Η υιοθέτηση και υλοποίηση της αρχής της αξιολόγησης του ίδιου του πανεπιστημίου και των στελεχών που το απαρτίζουν. Ο Νόμος 3374/2005 καθορίζει το πλαίσιο για τη συστηματική και περιοδικά επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Πρέπει να συνδεθούν τα αποτελέσματα της εξωτερικής αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση. Τα ιδρύματα, πέραν της πάγιας χρηματοδότησης που λαμβάνουν για τις λειτουργικές τους ανάγκες, θα μπορούσαν να λαμβάνουν και bonus χρηματοδότησης ανάλογα με την κατάταξή τους.

7. Η χορήγηση κινήτρων για τον επαναπατρισμό Ελλήνων επιστημόνων που ζουν, εργάζονται και διαπρέπουν στο εξωτερικό.

8. Η έμπρακτη απόδειξη ότι η εκπαιδευτική διαδικασία είναι λειτουργία που διαρκεί «δια βίου». Σε θεσμικό επίπεδο, παρά τα πολύ σημαντικά βήματα που έγιναν επί των κυβερνήσεων της ΝΔ (Ν. 3369/2005), όπως είναι η κάλυψη σε σημαντικό βαθμό  του θεσμικού, δομικού, λειτουργικού και χρηματοδοτικού ελλείμματος, η χώρα μας, δυστυχώς υπολείπεται. Σε αυτή την κατεύθυνση της εντατικοποίησης της προσπάθειας, δυστυχώς, ο πρόσφατος Νόμος της Κυβέρνησης δεν διακρίνεται για την ολιστική προσέγγιση του ζητήματος. Κι αυτό διότι, παρά τις προς τη σωστή κατεύθυνση συμπληρώσεις και προεκτάσεις που επιφέρει στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, δεν θίγει επ’ ουδενί το ζήτημα της χρηματοδότησης και τις παραμέτρους του. Το ζήτημα της χρηματοδότησης, το οποίο όπως και σε κάθε σύστημα παροχής υπηρεσιών είναι καίριας σημασίας για την προσέγγιση του ποσοτικού στόχου, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών την αποδοτικότητα των πραγματοποιούμενων επενδύσεων το μέγεθος της συμβολής στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

9. Η σύνδεση της εκπαίδευσης και του περιεχομένου σπουδών με την παραγωγική διαδικασία και την αγορά εργασίας. Θα μπορούσαμε να ενθαρρύνουμε τη δυνατότητα επιχειρήσεων να χρηματοδοτούν τη λειτουργία μεταπτυχιακών σπουδών με απώτερο σκοπό την αμεσότερη σύνδεση των αποφοίτων με την αγορά εργασίας.

10. Η ενίσχυση των δεσμών της βιομηχανίας με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, και η χρηματοδότηση συνεργασιών μεταξύ ερευνητικών φορέων και επιχειρήσεων για εκτέλεση έργων που θα στοχεύουν στην παραγωγή καινοτόμων προϊόντων / υπηρεσιών.

11. Η γενναία αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης της έρευνας, τόσο της βασικής όσο και της εφαρμοσμένης στα μέσα τουλάχιστον επίπεδα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

12. Δημιουργία τεχνολογικών θερμοκοιτίδων με δυνατότητες δημιουργίας τεχνολογικών καινοτομιών στα ακαδημαϊκά ιδρύματα σε συνεργασία με εταιρίες ή/ και υπερεθνικές αγορές.

13. Διενέργεια θεσμοθετημένων ενημερωτικών αυτόνομων ημερίδων (networking events) από εταιρείες ή/και διάφορα συναφή Επιμελητήρια με σκοπό την προσέλκυση ενδιαφέροντος από πιθανούς εργοδότες.

14. Ενθάρρυνση της δημιουργίας επιχειρήσεων τύπου τεχνοβλαστών (spin off) μεταξύ ανωτάτων εκπαιδευτικών  ιδρυμάτων και Επιχειρήσεων, με σκοπό την παραγωγή αξιοποιήσιμων αποτελεσμάτων. Οι τεχνοβλαστοί μπορούν να μεταφέρουν την ερευνητική εμπειρία στην παραγωγή, δίνοντας έτσι την ευκαιρία για την εμπορική εκμετάλλευση του ρόλου των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων με σκοπό την αύξηση των εσόδων για βελτίωση των υποδομών τους.

15. Η καθιέρωση, επιβράβευση και στήριξη καινοτομικών ιδεών. Υπάρχουν καινοτόμες προσπάθειες, που αν και από την ελληνική περιφέρεια, κατάφεραν να συνδυάσουν καινοτομία και επιχειρηματικότητα, και μπορούν πλέον να στέκονται ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο αναπτύσσοντας μια αξιοσημείωτη δυναμική (Καλλυντικά Κορρές, MastihaShop, Doppler Βιομηχανία Ανελκυστήρων κ.ά).

16. Η καθιέρωση κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις που κατευθύνονται σε έρευνα και καινοτομία.

17. Η καθιέρωση ευνοϊκότερης φορολογικής μεταχείρισης των επιχειρήσεων που καινοτομούν και δαπανούν για έρευνα και ανάπτυξη.

18. Η καλλιέργεια στην ελληνική κοινωνία κουλτούρας και κλίματος που να υποβοηθάει την έρευνα και την καινοτομία. Απαιτείται συστηματική προσπάθεια ώστε η επιστημονική έρευνα να διαχυθεί στο σύνολο του πληθυσμού, μέσω της εξόδου της επιστημονικής γνώσης και των τεχνολογικών καινοτομιών στους ίδιους τους χώρους που ζουν, μορφώνονται και εργάζονται οι πολίτες, και ιδιαίτερα οι νέοι, αλλά και της αξιοποίησης των μέσων μαζικής ενημέρωσης με τη δημιουργία ελκυστικών προγραμμάτων για την προβολή επιστημονικών θεμάτων.

Κυρίες και Κύριοι,

Στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης, η ανταγωνιστικότητα και η ευημερία της κάθε χώρας στηρίζεται στο επίπεδο των γνώσεων και των δεξιοτήτων που κατέχουν οι πολίτες της και στη δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής εκμετάλλευσης αυτών των γνώσεων για ατομική, επιχειρηματική και κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη.

Στην κοινωνία της γνώσης, η επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Η Ελλάδα, για να έχει προοπτική σε αυτό το περιβάλλον, οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση.

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει ανάγκη ανασχεδιασμού, αναδιάρθρωσης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα.

Μόνο έτσι θα μπορέσει να συμβάλλει αποφασιστικά στη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου της Ελληνικής κοινωνίας, στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού της, καθώς και στην αύξηση της παραγωγικότητας και της αναπτυξιακής της δυναμικής.

Ερώτηση σχετικά με το Πρόγραμμα Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης και τη μη καταβολή αμοιβής σε Σχεδιαστές-Αξιολογητές

Τα τελευταία χρόνια λειτουργούσε στα Λύκεια όλη της της χώρας το πρόγραμμα της Πρόσθετης Διδακτικής Στήριξης (ΠΔΣ), το οποίο χρηματοδοτούσε η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Στο πρόγραμμα αυτό εργάζονταν καθηγητές μόνιμοι, αναπληρωτές και, τελευταίως, αποκλειστικά ωρομίσθιοι. Την προπαρασκευή, ενεργοποίηση, λειτουργία και εποπτεία, αλλά και όλη την διοικητική εργασία την έκανε ο αναφερόμενος στις αντίστοιχες Υπουργικές Αποφάσεις (ΥΑ) ως Σχεδιαστής–Αξιολογητής που συνήθως ήταν ο Διευθυντής του Λυκείου, ο οποίος και αμειβόταν όπως καθόριζε ετησίως η αντίστοιχη ΥΑ.

Η χρηματοδότηση από την ΕΕ συνεχίστηκε ως το σχολικό έτος 2007-2008 οπότε και σταμάτησε. Όμως, τόσο το σχολικό έτος 2008-2009, όσο και το σχολικό έτος 2009-2010, ενώ υπογράφηκαν εκ νέου οι αντίστοιχες ΥΑ και καθορίσθηκε ξανά, πλήρως, η διαδικασία εφαρμογής της ΠΔΣ, δεν έγινε πρόβλεψη μεταφοράς των απαιτούμενων κονδυλίων για αυτήν.

Στους ωρομίσθιους καθηγητές που δίδασκαν στην τάξη τα δύο σχολικά έτη έχουν καταβληθεί όλα τα δεδουλευμένα, τα αναλογούντα δώρα–τρίμηνα και έχουν βεβαιωθεί και τα αντιστοιχούντα ένσημα του ΙΚΑ. Σε αντίθεση οι Σχεδιαστές–Αξιολογητές δεν έχουν λάβει ούτε τις νόμιμες αμοιβές, ούτε τους έχουν βεβαιωθεί τα αντιστοιχούντα ένσημα. Οι συνεχείς και επίμονες παραστάσεις της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ) προς το αρμόδιο Υπουργείο δεν έφεραν ουδένα αποτέλεσμα.

Με δεδομένο ότι μετά την πάροδο διετίας οι απαιτήσεις προς το δημόσιο παραγράφονται, οι Σχεδιαστές–Αξιολογητές του Ν. Καβάλας, περίπου 25 άτομα (Διευθυντές Λυκείου στην πλειοψηφία τους), κατέθεσαν τον Δεκέμβριο του 2010 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ζητώντας την πλήρη και έντοκη καταβολή των δεδουλευμένων, αφού εργάστηκαν εφαρμόζοντας τις σχετικές ΥΑ του Υπουργείου, χωρίς να είναι ούτε γνώστες αλλά, κυρίως, ούτε υπεύθυνοι για την πρόβλεψη μεταφοράς των σχετικών κονδυλίων αποζημίωσης, που προέβλεπε η ΥΑ της ΠΔΣ.

Κατόπιν τούτων,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

η κ. Υπουργός:

Σε ποιες ενέργειες προτίθεται να προβεί το αρμόδιο Υπουργείο προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μεταφορά των αναλογούντων κονδυλίων που προέβλεπε η ΥΑ της ΠΔΣ έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η καταβολή των δεδουλευμένων στους Σχεδιαστές–Αξιολογητές;

TwitterInstagramYoutube