admin

Ερώτηση-επαναφορά σχετικά με το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο της Ελλάδας προς τη Γερμανία

Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό (Περιοδικό «Επίκαιρα», Τεύχη: 30/12/2010, 13/01/2011, 20/01/2011 & 27/01/2011) οι οφειλές της Γερμανίας πρός την Ελλάδα, από πολεμικές επανορθώσεις και το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, διαμορφώνονται στα 162 δισ. ευρώ περίπου (108 δισ. ευρώ οι πολεμικές επανορθώσεις και 54 δισ. ευρώ το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο).

Το ζήτημα του αναγκαστικού κατοχικού δανείου έχει τεθεί διαχρονικά από την ελληνική πλευρά (1955, 1964-1965, 1974, 1991 & 1995). Το 1955 επισημάνθηκε για πρώτη φορά ότι, ενώ οι γερμανικές αποζημιώσεις είχαν ανασταλλεί, παραταύτα το κατοχικό δάνειο ήταν απαιτητό, αφού επρόκειτο για πιστώσεις που θα έπρεπε να εξοφληθούν.

Η Κυβέρνηση (Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, Συνεδρίαση της 12.12.2010), απεδέχθη τις κρατικές διεκδικήσεις, δηλώνοντας διά του Υφυπουργού Οικονομικών κ. Σαχινίδη ότι «…ο Πρωθυπουργός της χώρας είπε ότι δεν έχουμε παραιτηθεί ποτέ από τις αξιώσεις μας. Το θέμα υφίσταται στο πλαίσιο των διμερών μας σχέσεων με τη Γερμανία […] το θέμα παραμένει ανοικτό…».

Κατόπιν τούτων

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κος Υπουργός:

1) Με ποιό τρόπο σκέφτεται η Ελληνική Κυβέρνηση να θέσει υπό δικαιοδοτική κρίση το ζήτημα του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου;

2) Σε περίπτωση θετικής έκβασης, θα μπορούσε η Ελλάδα να προβεί σε συμψηφισμό μέρους των οφειλών, με δεδομένο ότι:

  • Εκκρεμεί η κύρωση της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης (Βουλή των Ελλήνων από 04.06.2010).
  • Σύμφωνα με το Άρθρο 7.1 της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης που υπεγράφει το 2010 «… οι πληρωμές του Δανειολήπτη καταβάλλονται στο ακέραιο, χωρίς μείωση λόγω συμψηφισμού ή ύπαρξης ανταπαίτησης για όλη τη διάρκεια της πρώτης Σύμβασης…»;

Ερώτηση σχετικά με την έλλειψη προσωπικού στο περιφερειακό τμήμα Στερεάς Ελλάδας του ΟΑΕΕ

Το τελευταίο διάστημα όλο και πληθαίνουν οι καταγγελίες για σοβαρά προβλήματα λειτουργίας των τμημάτων του Ο.Α.Ε.Ε. της Περιφερειακής Δ/νσης Στερεάς και του τοπικού Περιφερειακού τμήματος Λαμίας. Η κύρια πηγή των υφιστάμενων προβλημάτων είναι η πλημμελής στελέχωση του Οργανισμού και οι σοβαρές ελλείψεις σε μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό. Αποτέλεσμα της έλλειψης αυτής είναι η αδυναμία εξυπηρέτησης χιλάδων ασφαλισμένων και η απίστευτη ταλαιπωρία που υφίστανται για την διεκπαιρέωση οποιασδήποτε υπόθεσης. Τα περισσότερα τμήματα της Περιφερειακής Δ/νσης δεν έχουν Προϊσταμένους και κάποια (το τμήμα Ασφάλισης) δεν έχουν καν υπάλληλο. Το πλήθος των φακέλων που καθημερινά συσσωρεύονται στις υπηρεσίες του Οργανισμού με υποθέσεις ασφαλισμένων έχουν «πνίξει» στην κυριολεξία τους ελάχιστους υπαλλήλους, οι οποίοι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλουν, αδυνατούν να σηκώσουν όλο το βάρος των εργασιών, καθώς τον φόρτο εργασίας τριών υπαλλήλων καλείται να τον επωμιστεί ένας υπάλληλος και χωρίς ουσιαστικά να υπάρχει συντονιστής Προϊστάμενος.

Ο Περιφερειακός Διευθυντής αδυνατεί να διαδραματίσει ρόλο συντονιστή εκ των πραγμάτων, αφού είναι υποχρεωμένος καθημερινά να αναλαμβάνει το έργο των υπαλλήλων που βρίσκονται σε έλλειψη, καταβάλλοντας εξαντλητική προσπάθεια, εργαζόμενος σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και τις αργίες.

Συγκεκριμένα, και μετά την συννένωση των ταμείων και την έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού με την νέα του μορφή, προβλέπονταν 52 θέσεις εργασίας για την ομαλή λειτουργία και την εξυπηρέτηση 13.500 ασφαλισμένων και 12.500 συνταξιούχων, με την προοπτική οι θέσεις να ανέβουν στις 70. Αντ΄ αυτού, ο Οργανισμός σήμερα λειτουργεί με 19 συνολικά υπαλλήλους, εκ των οποίων μόνο οι οκτώ είναι μόνιμοι, οι τέσσερις με σύμβαση η οποία λήγει στις αρχές Απριλίου του 2011, και οι υπόλοιποι αορίστου χρόνου. Με δεδομένο ότι οι συμβασιούχοι από τον Απρίλιο θα σταματήσουν να εργάζονται και οι δύο υπάλληλοι θα συνταξιοδοτηθούν, ο Οργανισμός θα είναι αδύνατον να λειτουργήσει. Αυτή την στιγμή αναλογούν 1370 ασφαλισμένοι ανά υπάλληλο και από τον Απρίλιο θα αναλογούν 1735 ασφαλισμένοι.

Οι ασφαλισμένοι που επισκέπτονται τον Οργανισμό σε καθημερινή βάση είναι κατά μέσο όρο 330 και η αγανάκτησή τους είναι προφανής και δικαιολογημένη, αφού αδυνατούν να εξυπηρετηθούν παρά την προσπάθεια που καταβάλουν οι υπάλληλοι.

Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στο Περιφερειακό Τμήμα Λαμίας, το οποίο λειτουργεί για όλα τα τμήματα με τρείς μόνιμους υπαλλήλους, τρείς αορίστου  και πέντε συμβασιούχους, οι οποίοι εντός διμήνου δεν θα υπάρχουν. Το πρόβλημα χρήζει άμεσης επίλυσης καθώς το Περιφερειακό Τμήμα Λαμίας και η Περιφερειακή Δ/νση Στερεάς του Ο.Α.Ε.Ε. εξυπηρετούν χιλιάδες ασφαλισμένους των πέντε νομών της Περιφέρειας και οποιαδήποτε δυσλειτουργία επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις σε όλους.

Με δεδομένο ότι ο εν προκειμένω Οργανισμός καλείται να λειτουργήσει με το ¼ του απαιτούμενου προσωπικού και όχι με υπεράριθμους υπαλλήλους, όπως ενδεχομένως συμβαίνει με άλλους Οργανισμούς,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κος Υπουργός:

1) Σε ποιές ενέργειες θα προβεί το Υπουργείο προκειμένου να επιλυθεί άμεσα το ζήτημα της έλλειψης προσωπικού στο Περιφερειακό Τμήμα Λαμίας και στη Περιφερειακή Δ/νση Στερεάς του Ο.Α.Ε.Ε.;

2) Είναι στις προτεραιότητες του Υπουργείου η στελέχωση του Οργανισμού με μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό με δεδομένο ότι είχαν αρχικά προβλεφθεί 52 θέσεις εργασίας, ενώ σήμερα  ο Οργανισμός λειτουργεί μόνο με 19 υπαλλήλους;

Ερώτηση σχετικά με την εγκληματικότητα στην επαρχία Λοκρίδας του Ν. Φθιώτιδας

Η επαρχία Λοκρίδας στο Νομό Φθιώτιδας τα τελευταία δύο χρόνια έχει μετατραπεί σε ανεξέλεγκτο πεδίο δράσης σπείρας αδίστακτων κακοποιών, πιθανότατα αλλοδαπών, οι οποίοι εισβάλλουν στις κατοικίες πολιτών και κλέβουν αγροτικά, οικογενειακά οχήματα καθώς και σκαπτικά και καλλιεργητικά μηχανήματα. Η μέθοδος κλοπής σε όλες τις περιπτώσεις υπήρξε πανομοιότυπη. Διάρρηξη των οικιών τις μεταμεσονύκτιες ώρες, με στόχο την απόσπαση των διακοπτών λειτουργίας των οχημάτων και εν συνεχεία κλοπή αυτών και διαφυγή. Ωστόσο δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός, ότι ένα εκ των κλεμμένων από την περιοχή αυτοκινήτων, εντοπίστηκε και καταδιώχθηκε από τμήμα της συνοριακής γραμμής της Καστοριάς. Οι άγνωστοι που επέβαιναν σε αυτό, το εγκατέλειψαν και διέφυγαν τη σύλληψη περνώντας τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Το όχημα τελικά παραδόθηκε στον ιδιοκτήτη του, κάτοικο Αγίου Κωνσταντίνου Λοκρίδας.

Ενδεικτικό του μεγέθους του προβλήματος, που μαστίζει και άλλες περιοχές της Ελληνικής επικράτειας, αποτελεί το άρθρο της Αλβανικής εφημερίδας Gazeta Standard της 03.08.2010, όπου δημοσιεύεται πολυάριθμος κατάλογος κατασχεμένων οχημάτων, που εντοπίστηκαν στη γείτονα χώρα ως προϊόντα κλοπής προερχόμενα από την Ελλάδα.

Τα θύματα των κακοποιών αυτών είναι Έλληνες, φορολογούμενοι πολίτες, άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν καθημερινά, πολλοί εκ των οποίων ακόμη χρωστούν σε τράπεζες και σε δάνεια την αγορά αυτών των οχημάτων. Οι άνθρωποι αυτοί υπέστησαν παραβίαση του οικογενειακού τους ασύλου, ζημιώθηκαν οικονομικά, αλλά κυρίως, αυτοί και οι οικογένειές τους, ζουν καθημερινά σε ένα καθεστώς φόβου και συνεχούς ανασφάλειας.

Οι κάτοικοι είναι αγανακτησμένοι δεδομένου ότι μέχρι σήμερα οι ενέργειες της Ελληνικής αστυνομίας έχουν αποβεί αναποτελεσματικές, τόσο για την σύλληψη των δραστών, όσο και για την επαρκή αστυνόμευση της περιοχής.

Κατόπιν τούτων,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

1) Σε ποιές ενέργειες προτείθεται να προβεί το Υπουργείο ώστε να ενισχύσει την αστυνόμευση της περιοχής και να περιορίσει την έξαρση της εγκληματικότητας;

Ομιλία στην Ολομέλεια σχετικά με το Σχέδιο Νόμου για την κύρωση του Απολογισμού – Ισολογισμού του 2009

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η σημερινή συζήτηση διεξάγεται σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη οικονομική και κοινωνική συγκυρία, τόσο για την Ευρώπη όσο και την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή.

Το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, κοινό στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, αναζητά μια συνολική, πειστική και ρεαλιστική λύση.

Το όργιο βίας και αίματος σε χώρες της Μεσογείου απαιτεί εγρήγορση, ετοιμότητα και προσοχή.

Η σημερινή συζήτηση όμως διεξάγεται και σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για τη χώρα μας.

Περίοδο κατά την οποία, η Κυβέρνηση βρίσκεται, πιο έντονα από ποτέ, αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα της πολιτικής της και με τις αδυναμίες της λειτουργίας της.

Αδυναμίες λόγω διαχειριστικής ανεπάρκειας, προχειρότητας, παλινωδιών, αργών ανακλαστικών, εσωτερικών τριβών.

Κυβέρνηση η οποία, αντί να κυβερνά, επιμένει να επιρρίπτει, όπως πράττει και σήμερα, αυθαίρετα, την ευθύνη για την τρέχουσα κρίση στη Νέα Δημοκρατία.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να καταφεύγει σε διαδοχικά εκβιαστικά διλήμματα για να επιβάλλει, δήθεν, «μονοδρομήσεις».

Όπως αυτόν της προσφυγής στο ΔΝΤ, που όπως αποδεικνύεται σήμερα ήταν εξαρχής, πριν και μετά από τις εκλογές, επιλογή της Κυβέρνησης.

Τα ψέματα όμως έχουν κοντά ποδάρια…

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η πραγματικότητα είναι ότι το 2008 εκδηλώθηκε η μεγαλύτερη μεταπολεμικά παγκόσμια οικονομική κρίση.

Πολλές εθνικές οικονομίες εισήλθαν στον κύκλο της στασιμότητας ή της ύφεσης.

Παρουσίασαν ραγδαία επιδείνωση της δημοσιονομικής τους θέσης.

Το δημοσιονομικό τους έλλειμμα αυξήθηκε από το 2,1% του ΑΕΠ το 2007 στο 10,1% του ΑΕΠ το 2009.

Η κρίση, έστω και με χρονική υστέρηση, έπληξε και την Ελληνική οικονομία.

Επηρέασε και τα μεγέθη του Προϋπολογισμού.

Το έλλειμμα της χώρας, για το 2009, αναθεωρήθηκε 5 φορές, και από το 2% του ΑΕΠ διαμορφώθηκε, εξαιτίας και των επαναταξινομήσεων, στο 15,4% του ΑΕΠ.

Όμως, την ίδια χρονιά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε, επίσης 5 φορές, τις εκτιμήσεις της για το έλλειμμα της ευρωζώνης, από το 1,8% του ΑΕΠ στο 6,3% του ΑΕΠ.

Έτσι, πράγματι, τα στοιχεία του Απολογισμού του Έτους 2009 αποκλίνουν από τους στόχους που είχαν τεθεί με τον Προϋπολογισμό, λόγω, κυρίως, της διεθνούς κρίσης, της αναθεώρησης των δημοσιονομικών στοιχείων, καθυστερήσεων της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας στη λήψη μέτρων «θεραπείας» της Οικονομίας, αλλά και πράξεων και παραλείψεων της παρούσας Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Και η μεν Νέα Δημοκρατία, επιδεικνύοντας, διαχρονικά, πολιτικό θάρρος, αναγνωρίζει τα λάθη της.

Κάτι που δεν κάνει όμως η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αν και συνέβαλε και αυτή στη διόγκωση των δημοσιονομικών προβλημάτων κατά τους πρώτους μήνες της θητείας της.

Κυβέρνηση η οποία, μεταξύ άλλων:

1ον. Ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις του 2009, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009.

2ον. Έχασε κάθε έλεγχο στα έσοδα. Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ η υστέρηση εσόδων στο 9μηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2009 ήταν 1,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2008, μόνο στο τελευταίο τρίμηνο του έτους ξεπέρασε τα επιπλέον 2 δισ. ευρώ.

[Συνημμένο 1]

3ον. Έστελνε λανθασμένα και αντιφατικά μηνύματα στις αγορές.

4ον. Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα (χαρακτηριστικές, ενδεικτικές, αναφορές είναι αυτές περί «Τιτανικού», «εντατικής», «απώλειας εθνικής ανεξαρτησίας», «εκτεταμένης διαφθοράς» κ.ά.).

5ον. Άργησε να πάρει μέτρα, και δεν έλαβε κανένα περιοριστικό μέτρο δημοσιονομικής πολιτικής το 2009.

Ο κ. Τρισέ το επιβεβαίωσε.

[Συνημμένο 2]

Πρόσφατα, τον περασμένο Οκτώβριο, το Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, κ. Σμάγκι, υπογράμμισε ότι «εάν η Ελληνική Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε διορθωτικές δράσεις από το φθινόπωρο του 2009, θα μπορούσε να αποφύγει την κρίση χρέους και το δραστικό πρόγραμμα προσαρμογής».

[Συνημμένο 3]

Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία, ως Κυβέρνηση, προχώρησε, το Φεβρουάριο, τον Μάρτιο και τον Ιούνιο, στη λήψη συγκεκριμένων συσταλτικών μέτρων για τον περιορισμό της διόγκωσης του ελλείμματος.

Μέτρα όπως είναι η αύξηση του συντελεστή φορολογίας στα τσιγάρα και του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα αλκοολούχα ποτά και στα καύσιμα, η περικοπή των ελαστικών δαπανών, το πάγωμα μισθών και συντάξεων, η έκτακτη εισφορά στα υψηλότερα εισοδήματα κ.α.

Συνεπώς, η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μετέτρεψε ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, κοινό στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, σε κρίση δανεισμού.

Παρέλαβε τα spreads στις 135 μονάδες βάσης, και με τις πράξεις και παραλείψεις της, τα εκτόξευσε στις 345 στις αρχές του 2010.

Και αργότερα μέχρι τις 1.000.

Για να προσφύγει η χώρα στο Μηχανισμό Στήριξης και να υπογράψει, χωρίς ίχνος διαπραγμάτευσης, το «Μνημόνιο».

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Οι αποκλίσεις όμως στους επιμέρους στόχους του Προϋπολογισμού και του «Μνημονίου» συνεχίσθηκαν και το 2010.

Συγκεκριμένα:

1ον. Τα καθαρά έσοδα αυξήθηκαν κατά 5,5%, έναντι στόχου για αύξηση κατά 13,7%.

2ον. Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μειώθηκαν κατά 12%, έναντι στόχου για μείωση κατά 4%.

3ον. Η ύφεση διαμορφώθηκε στο 4,5%, έναντι στόχου για 4,2%, και αρχικού στόχου για 0,2%.

4ον. Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4,7%, έναντι στόχου για 1,9%.

5ον. Η ανεργία εκτινάχθηκε στο 13,9% τον τελευταίο Νοέμβριο, έναντι στόχου για 12,1%.

[Συνημμένο 4]

Το αποτέλεσμα αυτών των αστοχιών στις προβλέψεις και των αποκλίσεων στους στόχους ήταν οι περαιτέρω οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων,  οι συνεχείς αναθεωρήσεις των μεγεθών του «Μνημονίου», τα πρόσθετα εισπρακτικά μέτρα εκτός του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, όπως είναι η περαίωση οφειλών και η δημιουργία ενός μεγάλου εσωτερικού χρέους του Κράτους προς τις επιχειρήσεις.

Και όλα αυτά ώστε η Κυβέρνηση να φανεί ότι επιτυγχάνει, τουλάχιστον λογιστικά, τους συνολικούς δημοσιονομικούς στόχους της.

Συνολικοί στόχοι, όμως, οι οποίοι, και αυτοί, έχουν αναθεωρηθεί.

Έτσι, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης για το 2010, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 9,5% του ΑΕΠ, έναντι στόχου στο «Μνημόνιο» για 8,1% του ΑΕΠ.

Και αυτή η αναθεώρηση οφείλεται, κατά τα 2/3 της, σύμφωνα και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην υστέρηση των εσόδων του 2010.

Και έρχεται σήμερα, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η 3η Επικαιροποίηση του «Μνημονίου» να αποτυπώσει, εκ νέου, τα αδιέξοδα της οικονομικής πολιτικής.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα και με την Έκθεση:

  • Η εφαρμογή του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής έχει καταστεί δυσχερέστερη.
  • Εντοπίζονται καθυστερήσεις και διαχειριστικές αδυναμίες στην προετοιμασία και υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών.
  • Απαιτούνται νέα μέτρα ύψους 1,8 δισ. ευρώ για το 2011.
  • Απαιτούνται νέα μέτρα ύψους 19,6 δισ. ευρώ για το 2012-2014.

Από αυτά, τα 14,5 δισ. ευρώ είναι «μη-καθορισμένα» μέτρα. Να θυμίσουμε ότι στο Μνημόνιο αυτά ανέρχονταν στα 11 δισ. ευρώ, και πιο πρόσφατα στα 12,8 δισ. ευρώ. Συνεπώς υπάρχει περαιτέρω επιβάρυνση ύψους 3,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2012-2014, όση ήταν η οριζόντια περικοπή μισθών και συντάξεων για το 2010!!

Συνεπώς, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το «θεραπευτικό σχήμα» που έχει τεθεί σε εφαρμογή στη χώρα μας δεν είναι κατάλληλο.

Σήμερα γίνεται αντιληπτό, τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από τους δανειστές μας, με μεγάλη βέβαια χρονική καθυστέρηση, ότι το υπάρχον Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, της δυναμικής και της βιωσιμότητάς του.

Χρέος, το οποίο:

  • Ανήλθε, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Δημοσίου Χρέους, στα 340 δισ. ευρώ το 2010, αυξημένο κατά 42 δισ. ευρώ έναντι του 2009.
  • Προβλέπεται να έχει, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, μεγαλύτερη μέση ετήσια αύξηση τη διετία 2010-2011, τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, απ’ ότι την εξαετία 2004-2009.

[Συνημμένο 5]

  • Αναμένεται να διευρυνθεί, σύμφωνα με το «Μνημόνιο», κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2013.

Απαιτείται συνεπώς μια συνολική, συνεκτική και πειστική λύση για την Ευρώπη και τη χώρα μας.

Χρειάζονται, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, συντονισμένες και ολοκληρωμένες λύσεις για την αντιμετώπιση του χρέους και σε εθνικό επίπεδο, πειστικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του χρέους, του ελλείμματος και της ύφεσης.

Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων σχετικά με το Σχέδιο Νόμου για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε αυτές τις ημέρες στην Επιτροπή ένα ακόμη Φορολογικό Νομοσχέδιο της Κυβέρνησης, στον 1,5 χρόνο θητείας της.

Το 9ο κατά σειρά Νομοσχέδιο με φορολογικές ρυθμίσεις, μετά από συνεχείς αναδιπλώσεις, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, σε πτυχές της φορολογικής πολιτικής, όπως είναι η τμηματική καταβολή του ΦΠΑ και η φορολόγηση των επιχειρήσεων.

Συγκεκριμένα, το παρόν Σχέδιο Νόμου:

1ον. Δεν αποκαθιστά την εφαρμογή των 10 θεμελιωδών αρχών που διέπουν ένα επιτυχημένο φορολογικό σύστημα.

Είναι ένα από τα πολλά που κατά καιρούς έχει προτείνει η παρούσα Κυβέρνηση καταστρατηγώντας την αρχή της βεβαιότητας και σταθερότητας.

2ον. Παρουσιάζεται, όπως και ο «πολλά υποσχόμενος» Νόμος 3842/2010, ως μια ακόμη φορολογική μεταρρύθμιση.

Νόμος, που σήμερα όμως κρίνεται αναποτελεσματικός, αφού ούτε οι ποσοτικοί στόχοι επετεύχθησαν, ούτε πολλές από τις προβλεπόμενες, δεκάδες, υπουργικές αποφάσεις εκδόθηκαν.

3ον. Είναι ένα δαιδαλώδες κείμενο που ενσωματώνει αόριστες, ασαφείς και σε αρκετές περιπτώσεις αντιφατικές διατάξεις.

Δείγμα έλλειψης σχεδιασμού.

Αποτέλεσμα αδυναμίας ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων, παρά τις διαδοχικές, φορολογικές αυξήσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

4ον. Περιλαμβάνει ρυθμίσεις που είναι αναποτελεσματικές, αφού είναι γραφειοκρατικές και ανεφάρμοστες, ενώ κάποιες άλλες είναι ημιτελείς και ασαφείς.

Παραπέμπει σε περισσότερες από 40 Υπουργικές Αποφάσεις και προβλέπει τη σύσταση αρκετών και πολυμελών Επιτροπών αμφιβόλου αποτελεσματικότητας.

Εισάγει την, προσφιλή στην Κυβέρνηση, τακτική της ευρύτερης εξουσιοδότησης, της «λευκής επιταγής» και δημιουργεί υπερ-συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών.

5ον. Ενισχύει την αυστηροποίηση των ποινών, αγνοώντας τις συνταγματικές διατάξεις περί αναλογικότητας των ποινών.

Χρησιμοποιεί την ποινική τιμωρία ως μέσο πίεσης για την καταβολή των φόρων χωρίς να ενδιαφέρεται για την πραγματική τιμωρία αυτής της εγκληματικής συμπεριφοράς, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν τροποποιείται το Άρθρο 24, Παρ. 2 του Ν. 2523/1997.

6ον. Δεν αποκαθιστά μια σχέση εμπιστοσύνης και αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ Πολιτείας και φορολογούμενου αφού η Πολιτεία αυστηροποιεί το πλαίσιο για την είσπραξη των φόρων, αλλά δεν δεσμεύεται για την επιστροφή των φόρων όπου αυτό επιβάλλεται.

Και μάλιστα, θα μπορεί πλέον να πληρώνει σε είδος με ομόλογα, ενώ η ίδια θα δέχεται μόνο μετρητά.

Μπορεί η διάταξη αυτή σε εποχές δύσκολες για το Δημόσιο να φαίνεται σωστή, πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη το χρηματοοικονομικό κόστος προεξόφλησης των ομολόγων για το λήπτη.

Το επιτόκιο των ομολόγων θα πρέπει τουλάχιστον να εξισορροπεί το κόστος προεξόφλησης ώστε να μην υπάρξει ζημία του λήπτη.

7ον. Δεν θεσμοθετείται, παρά το γεγονός ότι είχε εξαγγελθεί, η οργανωτική αναδιάρθρωση των φορολογικών υπηρεσιών του Υπουργείου, ενώ παράλληλα θεσμοθετούνται αδιαφανείς διαδικασίες στην επιλογή των φορολογικών ελεγκτών (π.χ. συνέντευξη) και στην επίλυση των φορολογικών διαφορών, χωρίς να αιτιολογείται η αναγκαιότητά τους.

8ον. Εισάγει, στις εταιρείες που ελέγχονται υποχρεωτικά από ορκωτούς ελεγκτές, διπλά κόστη συμμόρφωσης, αβεβαιότητα μέχρι την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου και επαφή επιχείρησης και φορολογικών ελεγκτών, κάτι που δεν είναι επιθυμητό από τον επιχειρηματικό κόσμο και δεν συμβάλει στην καταπολέμηση της διαφθοράς.

9ον. Μολονότι περιλαμβάνει ορισμένες θετικές διατάξεις (όπως είναι αυτές για τη μείωση των συντελεστών φόρου εταιρειών και την καταβολή ΦΠΑ με δόσεις), ή θετικές προθέσεις (όπως είναι αυτές για τη φορολογική διαιτησία και το συμψηφισμό απαιτήσεων), δυστυχώς, αφενός οι θετικές διατάξεις θα έπρεπε να είχαν υιοθετηθεί νωρίτερα και αφετέρου ο τρόπος με τον οποίο εξειδικεύονται, είτε τις ακυρώνει στην πράξη, είτε περιορίζει τη χρησιμότητά τους.

Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι,

Η φοροδιαφυγή είναι ένα φαινόμενο που καμία χώρα, σε διεθνές επίπεδο, δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει με απόλυτη αποτελεσματικότητα.

Η ίδια η φύση του φόρου, που αποτελεί για τον φορολογούμενο υποχρεωτική μονομερή μεταβίβαση πόρων προς το κράτος, χωρίς άμεσο αντάλλαγμα ή αντίκρισμα, συντελεί σε αυτό.

Ο περιορισμός της όμως απαιτεί την απλοποίηση και κωδικοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, την κατάργηση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης και τον περιορισμό του κόστους λειτουργίας της, τη δημιουργία φορολογικής συνείδησης στους πολίτες.

Την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και του συντονισμού σε όλα τα επίπεδα του φορολογικού, ελεγκτικού και εισπρακτικού μηχανισμού και τη βελτίωση της ποιότητας του θεσμικού πλαισίου που διέπει την λειτουργία της φορολογικής διοίκησης, μέσω και της εκμετάλλευσης των δυνατοτήτων της σύγχρονης τεχνολογίας, με βάση ένα συγκεκριμένο και ολοκληρωμένο πρόγραμμα μηχανοργάνωσης (βλ. Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής, Φεβρουάριος 2011).

Και αυτά δεν επιτυγχάνονται με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου.

Δήλωση σχετικά με την πορεία μείωσης των δαπανών στον Κρατικό Προϋπολογισμό

«Η πολιτική της Κυβέρνησης δεν αντιμετωπίζει με βιώσιμο τρόπο τα προβλήματα ελλείμματος και χρέους της Ελληνικής Οικονομίας.

Το δημόσιο χρέος διογκώνεται και διατηρεί τη δυναμική του, ενώ η όποια μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος οφείλεται στις απανωτές φορολογικές επιβαρύνσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, στις διαδοχικές μειώσεις του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, και στη δημιουργία ενός εσωτερικού χρέους με τη “στάση πληρωμών” του κράτους απέναντι στους πιστωτές του.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού από τον πρώτο μήνα του έτους. Συγκεκριμένα:

  • Τα καθαρά έσοδα είναι μειωμένα κατά 9%, έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση κατά 8,5%.
  • Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων είναι μειωμένες κατά 14,7%, έναντι ετήσιου στόχου για οριακή αύξηση κατά 0,6%.
  • Η τακτοποίηση υποχρεώσεων στους προμηθευτές των νοσοκομείων με εκδόσεις ομολόγων ανέρχεται ήδη στα 3,4 δισ. ευρώ και αναμένεται να ενταθεί τους επόμενους μήνες, όταν ο Προϋπολογισμός ήταν μόλις 420 εκατ. ευρώ για όλο το 2011.Πολλά Ασφαλιστικά Ταμεία έχουν ήδη χρησιμοποιήσει μεγάλο μέρος των επιχορηγήσεών τους (π.χ. ο ΟΑΕΕ και το ΙΚΑ έχουν ήδη απορροφήσει, από τον πρώτο μήνα, το 35% και το 22,5% αντίστοιχα των πόρων του 2011 και αν δεν υπάρξει νέα χρηματοδότηση θα προκύψει σοβαρό πρόβλημα μέσα στο έτος).

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνουν, όπως είχε άλλωστε προβλέψει η Νέα Δημοκρατία κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού στη Βουλή, ότι ο Προϋπολογισμός του 2011 είναι ένας Προϋπολογισμός “εικονικής πραγματικότητας”».

Ομιλία στο Αναπτυξιακό Συνέδριο Κιλκίς – “Η συμβολή εκπαίδευσης, έρευνας & καινοτομίας στην οικονομική ανάπτυξη”

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Θα ήθελα να συγχαρώ το Επιμελητήριο Κιλκίς για τη σημαντική και χρήσιμη πρωτοβουλία που ανέλαβε να διοργανώσει αυτό το Αναπτυξιακό Συνέδριο.

Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω τους συντελεστές του Συνεδρίου για την ιδιαίτερα τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να συμμετάσχω στις εργασίες του και να καταθέσω, κωδικοποιημένα, κάποιους προβληματισμούς, σκέψεις και απόψεις για το ρόλο της εκπαίδευσης στην επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Κυρίες και Κύριοι,

Διαχρονικά, βασικό ζητούμενο είναι ο προσδιορισμός των παραγόντων που συμβάλουν στην επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες οικονομικές θεωρίες, η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται εξίσου από το μακροοικονομικό και το μικροοικονομικό περιβάλλον.

Η σταθερότητα των τιμών και τα υγιή δημόσια οικονομικά αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη, δεν είναι όμως και επαρκή για τη διασφάλιση υψηλού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.

Έτσι, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και η εξασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών με την προώθηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αποτελούν προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη.

Δεν αρκεί όμως η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, ακόμη και αν γίνεται με μη κατάλληλο «θεραπευτικό σχήμα» όπως στην Ελλάδα, για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της Οικονομίας.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου.

Προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Η επένδυση στη γνώση, η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, η τόνωση της επιχειρηματικότητας, η πραγματοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους έχει αποδειχθεί ότι επιταχύνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης, βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, αμβλύνουν τις περιφερειακές ανισότητες, αντιμετωπίζουν την ανεργία, προωθούν την κοινωνική συνοχή.

Με λίγα λόγια, καθορίζουν τόσο την κατεύθυνση όσο και τον βηματισμό της εξέλιξης των σύγχρονων κοινωνιών.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν, συνεπής και ως προς τον τίτλο της Εισήγησής μου, να αναπτύξω λίγο εκτενέστερα τη συμβολή τριών εκ των νέων πηγών ανάπτυξης, της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, στην οικονομική ανάπτυξη.

Κυρίες και Κύριοι,

Τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες κατατείνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης ανθρώπινου κεφαλαίου, και συνακόλουθα παράγοντα «κλειδί» της οικονομικής ανάπτυξης.

Η συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική μεγέθυνση είχε υποστηριχθεί αρχικά από τους κλασικούς, αργότερα, συστηματικά, από τους νεοκλασικούς, και πρόσφατα από τους οικονομολόγους των νέων θεωριών της ενδογενούς ανάπτυξης.

Νέες θεωρίες οι οποίες υποστηρίζουν ότι η εκπαίδευση δημιουργεί θετικές εξωτερικές οικονομίες και συμβάλλει με δύο τρόπους στην οικονομική μεγέθυνση:

Καταρχήν ως ένας κοινός, επιπρόσθετος, συντελεστής παραγωγής, και κατά δεύτερον ως πολλαπλασιαστικός παράγων με την έννοια ότι επηρεάζει όλους τους άλλους συντελεστές παραγωγής, τους οποίους και καθιστά πιο παραγωγικούς.

Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση διευκολύνει την ανάπτυξη των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων, η τριτοβάθμια εκπαίδευση υποστηρίζει την ανάπτυξη της βασικής επιστήμης και την κατάλληλη επιλογή και ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και, τέλος, η δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αναβάθμιση της προσφερόμενης εργασίας και για τη δυνατότητα ευελιξίας και προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς.

Σημαντική όμως είναι και η αναπτυξιακή διάσταση που απορρέει από την επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία.

Καινοτομία η οποία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως είναι η εισαγωγή στην αγορά ενός νέου ή καλύτερου ποιοτικά αγαθού, η αξιοποίηση μιας νέας παραγωγικής διαδικασίας, η απόκτηση μιας νέας εισροής, η επέκταση σε μια νέα αγορά ή η υιοθέτηση μιας νέας δομής στην οργάνωση της επιχείρησης.

Με άλλα λόγια, η έννοια της καινοτομίας προϋποθέτει την αντικατάσταση «παλαιών» μεθόδων παραγωγής με «νέες» καινοτόμους δράσεις και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομίας της γνώσης.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η καινοτομία ορίζεται από πολλούς οικονομολόγους ως «γνώση στην πράξη».

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ελλάδα υστερεί στους περισσότερους δείκτες που αποτιμούν και αξιολογούν τις επιδόσεις της χώρας στους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας.

Τόσο στο επίπεδο των δημοσίων πολιτικών για την έρευνα, την εκπαίδευση και την καινοτομία, όσο και στο επίπεδο των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, δεν φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα να μετουσιωθούν οι διακηρύξεις σε χρηματοδότηση και καλύτερη οργάνωση και των τριών πυλώνων του «τριγώνου της γνώσης».

Η δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας βρίσκεται ακόμα στα χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς κανέναν προσανατολισμό και προτεραιότητα.

Οι προσπάθειες βελτίωσης της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες καθυστερούν κυρίως από έλλειψη πόρων.

Η υποστήριξη της εφαρμογής καινοτομικών μεθόδων στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών πελαγοδρομεί.

Η ίδια και χειρότερη κατάσταση επικρατεί και στον ιδιωτικό τομέα, όπου ελάχιστες είναι οι  επιχειρήσεις που χρηματοδοτούν έρευνα ή που έχουν διάθεση να υποστηρίξουν με χορηγίες την εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ ακόμη λιγότερες είναι οι επιχειρήσεις που καινοτομούν στην παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών.

Πρόσφατες εμπειρικές έρευνες αποτυπώνουν τη χαμηλή ανταπόκριση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες της ανταγωνιστικής οικονομίας, ενώ άλλες καταδεικνύουν τη σχεδόν ανύπαρκτη σύνδεση της αγοράς εργασίας με την εκπαίδευση.

Ενδεικτικά και μόνο θα αναφέρω ότι, στην Ελλάδα οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση ανέρχονται στο 3,4% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ-27 κυμαίνεται περίπου στο 5% του ΑΕΠ.

Οι δημόσιες δαπάνες για έρευνα και καινοτομία (R&D) ανέρχονται στο 0,6% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ-27 κυμαίνονται στο 2% του ΑΕΠ.

Επίσης, στην Ελλάδα, οι αιτήσεις για πατέντες ανά 1.000.000 κατοίκους είναι περίπου 10, όταν στην ΕΕ-27 διαμορφώνονται πάνω από 110.

Σύμφωνα δε και με τα στοιχεία που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε πρόσφατα,  η Ελλάδα για μια ακόμη χρονιά καταλαμβάνει την τελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ και στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.

Αυτό που  κάνει την εικόνα ακόμα δυσμενέστερη για τη χώρα μας, είναι ότι στο διάστημα 2009-2010 διευρύνθηκε το χάσμα που τη χωρίζει από το μέσο όρο της Ευρώπης.

Συγκεκριμένα: το ποσοστό της διαθεσιμότητας on line υπηρεσιών στην Ευρώπη, από 69% του συνόλου των υπηρεσιών το 2009 εκτινάχθηκε στο 82% το 2010. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό από 45% το 2009 έφτασε μόλις στο 48% το 2010.

Συνεπώς, μπορεί κανείς εύκολα να αναλογισθεί τη σημασία που έχει αυτή η διευρυνόμενη απόκλιση της χώρας μας από το μέσο όρο της Ευρώπης: όλο και μεγαλύτερη διαφορά εις βάρος της Ελλάδας στο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι η Ελλάδα λόγω του μικρού μεγέθους της χώρας δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία.

Όμως, άλλες χώρες έχουν αντιληφθεί πριν από χρόνια τη σημασία που έχει για την ανάπτυξή τους το «τρίγωνο της γνώσης». Οι χώρες αυτές δεν είναι μόνο οι γνωστές παραδοσιακά αναπτυγμένες, αλλά και η Φινλανδία, η Κορέα, η Ταϊβάν κ.ά., καθώς και οι αναδυόμενες χώρες, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία κ.ά.

Οι χώρες αυτές έχουν επενδύσει τεράστια ποσά στην έρευνα, στην εκπαίδευση και στην προώθηση της καινοτομίας και έχουν προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στην παραγωγή τεχνολογικά προηγμένων προϊόντων και στην παροχή σύγχρονων υπηρεσιών.

Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι η Ελλάδα λόγω του μικρού μεγέθους της χώρας δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία Μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα μπορούν να μας πείσουν για το αντίθετο.

Το Ισραήλ, μολονότι είναι μικροσκοπικό σε μέγεθος, κατέχει αξιοζήλευτη θέση σε πάρα πολλές επιστήμες. Θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι η εξήγηση είναι απλή, και βρίσκεται σε δύο ιδιαιτερότητες. Αφενός το Ισραήλ γνώρισε την προηγούμενη δεκαετία μία πρωτοφανή «εισβολή» επιστημόνων εβραϊκής καταγωγής από την πρώην Σοβιετική Ένωση και τα κράτη του ανατολικού μπλοκ, αφετέρου τα πανεπιστήμιά του έχουν απίστευτα καλές διασυνδέσεις με τα ερευνητικά προγράμματα του Αμερικανικού Υπουργείου Αμύνης (Πεντάγωνο) και της NASA.

Υπάρχει όμως και μία τρίτη εξήγηση: η χώρα έχει εθνική στρατηγική για την έρευνα και την ανάπτυξη, χρηματοδοτεί αφειδώς τη θεμελίωση καινοτόμων επιχειρήσεων και θεωρεί προτεραιότητα για την οικονομία της την εξαγωγή τεχνολογίας.

Ο τομέας της υψηλής τεχνολογίας ανθεί, υποβοηθούμενος από 60 διαφορετικά επενδυτικά κεφάλαια από όλο τον κόσμο, τα οποία δραστηριοποιούνται στο Ισραήλ παρέχοντας άφθονη χρηματοδότηση για την έρευνα και την ανάπτυξη καινοτομικών προϊόντων και υπηρεσιών.

Επίσης, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Φινλανδίας, η οποία από την σχεδόν τελευταία οικονομικά θέση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο πριν από μία δεκαετία, έχει ανέλθει στην κορυφή, παγκοσμίως, στους τομείς των νέων τεχνολογιών.

Αυτό που χαρακτήρισε τη χώρα ήταν η ενεργητική δημόσια πολιτική καινοτομιών. Αυτή στηρίχθηκε σε υψηλό ρυθμό επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη κάτω από την αποφασιστική καθοδήγηση, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις, του Συμβουλίου Επιστημονικής και Τεχνολογικής Πολιτικής.

Η χώρα έφτασε να διαθέτει για τους τομείς αυτούς το 3,2% του ΑΕΠ (το υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο μαζί με τη Σουηδία) ενώ την ίδια περίοδο περιέκοψε δραστικά τις περισσότερες άλλες δημόσιες δαπάνες.

Παράλληλα, ο ιδιωτικός τομέας έφτασε να επενδύει σε έρευνα και ανάπτυξη το 69% της συνολικής δαπάνης της χώρας. Η πολιτική ήταν πως για κάθε δημόσια ενίσχυση έπρεπε να υπήρχε αντιστοίχου ύψους ιδιωτική συμμετοχή. Κοντά σε αυτά δημιουργήθηκαν πανεπιστημιακά ιδρύματα με υψηλές προδιαγραφές, έμφαση στις θετικές επιστήμες, και αυστηρές προϋποθέσεις εισαγωγής (δωρεάν για παιδιά χαμηλών εισοδημάτων) που δημιούργησαν την ανθρώπινη βάση για καινοτομίες.

Από τα προηγούμενα παραδείγματα, και πολλά άλλα ακόμη, καθίσταται σαφές ότι η διαχείριση της γνώσης αποκτά κεντρική σημασία για τις εθνικές πολιτικές των αναπτυγμένων χωρών.

Η διαχείριση της γνώσης θα πρέπει να συντελείται σε κάθε κομμάτι της αλυσίδας της γνώσης, από τη δημιουργία της μέσω της έρευνας, τη μετάδοσή της μέσω της παιδείας και της κατάρτισης, τη διάδοσή της μέσω των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας και τη χρήση της σε καινοτομικές δράσεις.

Η Ελλάδα για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, οφείλει να θέσει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.

Οι βασικοί άξονες πολιτικής δράσης στην κατεύθυνση της επένδυσης στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία πρέπει να είναι:

1. Η αύξηση των δημοσίων δαπανών για την εκπαίδευση, έτσι ώστε αυτές να συγκλίνουν, σταδιακά, στο μέσο ευρωπαϊκό όρο, και η απευθείας ιδιωτική χρηματοδότηση ως συμπληρωματικό μέτρο οικονομικής ενίσχυσης στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.

2. Η αποτελεσματική διαχείριση και κατανομή των περισσότερων οικονομικών πόρων, με στόχο την παροχή καλύτερων υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης για όλους τους πολίτες.

3. Η υιοθέτηση και υλοποίηση της αρχής του ανταγωνισμού στην προσέλκυση των αναγκαίων οικονομικών πόρων και τη λειτουργία κάθε εκπαιδευτικού οργανισμού. Στην κατεύθυνση αυτή εκτιμάται ότι θα συμβάλλει και η δυνατότητα σύστασης και λειτουργίας, πάντοτε βέβαια υπό την εποπτεία του κράτους, ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, μη κρατικού, αλλά και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία θα βρίσκονται κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας και θα ελέγχονται εξονυχιστικά όλες οι παράμετροι λειτουργίας τους, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας που θα προσφέρουν στους φοιτητές τους.

4. Η διεθνοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων με σκοπό την ίδρυση παραρτημάτων στο εξωτερικό μέσω της προώθησης διεθνών συνεργασιών με υψηλού επιπέδου ιδρύματα για τη διαμόρφωση και λειτουργία προγραμμάτων σπουδών στις εγκαταστάσεις τους. Να σημειωθεί, ότι μόλις το 2008 προβλέφθηκε η ίδρυση μόνο Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών από ΑΕΙ της χώρας μας στο εξωτερικό, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου 3685/08.

5. Η παροχή υψηλής ποιότητας γνώσεων και δεξιοτήτων σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος. Η Πολιτεία πρέπει να εξασφαλίζει στην πράξη διεύρυνση των επιλογών και ίσες ευκαιρίες για όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση.

6. Η υιοθέτηση και υλοποίηση της αρχής της αξιολόγησης του ίδιου του πανεπιστημίου και των στελεχών που το απαρτίζουν. Ο Νόμος 3374/2005 καθορίζει το πλαίσιο για τη συστηματική και περιοδικά επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Πρέπει να συνδεθούν τα αποτελέσματα της εξωτερικής αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση. Τα ιδρύματα, πέραν της πάγιας χρηματοδότησης που λαμβάνουν για τις λειτουργικές τους ανάγκες, θα μπορούσαν να λαμβάνουν και bonus χρηματοδότησης ανάλογα με την κατάταξή τους.

7. Η χορήγηση κινήτρων για τον επαναπατρισμό Ελλήνων επιστημόνων που ζουν, εργάζονται και διαπρέπουν στο εξωτερικό.

8. Η έμπρακτη απόδειξη ότι η εκπαιδευτική διαδικασία είναι λειτουργία που διαρκεί «δια βίου». Σε θεσμικό επίπεδο, παρά τα πολύ σημαντικά βήματα που έγιναν επί των κυβερνήσεων της ΝΔ (Ν. 3369/2005), όπως είναι η κάλυψη σε σημαντικό βαθμό  του θεσμικού, δομικού, λειτουργικού και χρηματοδοτικού ελλείμματος, η χώρα μας, δυστυχώς υπολείπεται. Σε αυτή την κατεύθυνση της εντατικοποίησης της προσπάθειας, δυστυχώς, ο πρόσφατος Νόμος της Κυβέρνησης δεν διακρίνεται για την ολιστική προσέγγιση του ζητήματος. Κι αυτό διότι, παρά τις προς τη σωστή κατεύθυνση συμπληρώσεις και προεκτάσεις που επιφέρει στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, δεν θίγει επ’ ουδενί το ζήτημα της χρηματοδότησης και τις παραμέτρους του. Το ζήτημα της χρηματοδότησης, το οποίο όπως και σε κάθε σύστημα παροχής υπηρεσιών είναι καίριας σημασίας για την προσέγγιση του ποσοτικού στόχου, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών την αποδοτικότητα των πραγματοποιούμενων επενδύσεων το μέγεθος της συμβολής στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

9. Η σύνδεση της εκπαίδευσης και του περιεχομένου σπουδών με την παραγωγική διαδικασία και την αγορά εργασίας. Θα μπορούσαμε να ενθαρρύνουμε τη δυνατότητα επιχειρήσεων να χρηματοδοτούν τη λειτουργία μεταπτυχιακών σπουδών με απώτερο σκοπό την αμεσότερη σύνδεση των αποφοίτων με την αγορά εργασίας.

10. Η ενίσχυση των δεσμών της βιομηχανίας με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, και η χρηματοδότηση συνεργασιών μεταξύ ερευνητικών φορέων και επιχειρήσεων για εκτέλεση έργων που θα στοχεύουν στην παραγωγή καινοτόμων προϊόντων / υπηρεσιών.

11. Η γενναία αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης της έρευνας, τόσο της βασικής όσο και της εφαρμοσμένης στα μέσα τουλάχιστον επίπεδα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

12. Δημιουργία τεχνολογικών θερμοκοιτίδων με δυνατότητες δημιουργίας τεχνολογικών καινοτομιών στα ακαδημαϊκά ιδρύματα σε συνεργασία με εταιρίες ή/ και υπερεθνικές αγορές.

13. Διενέργεια θεσμοθετημένων ενημερωτικών αυτόνομων ημερίδων (networking events) από εταιρείες ή/και διάφορα συναφή Επιμελητήρια με σκοπό την προσέλκυση ενδιαφέροντος από πιθανούς εργοδότες.

14. Ενθάρρυνση της δημιουργίας επιχειρήσεων τύπου τεχνοβλαστών (spin off) μεταξύ ανωτάτων εκπαιδευτικών  ιδρυμάτων και Επιχειρήσεων, με σκοπό την παραγωγή αξιοποιήσιμων αποτελεσμάτων. Οι τεχνοβλαστοί μπορούν να μεταφέρουν την ερευνητική εμπειρία στην παραγωγή, δίνοντας έτσι την ευκαιρία για την εμπορική εκμετάλλευση του ρόλου των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων με σκοπό την αύξηση των εσόδων για βελτίωση των υποδομών τους.

15. Η καθιέρωση, επιβράβευση και στήριξη καινοτομικών ιδεών. Υπάρχουν καινοτόμες προσπάθειες, που αν και από την ελληνική περιφέρεια, κατάφεραν να συνδυάσουν καινοτομία και επιχειρηματικότητα, και μπορούν πλέον να στέκονται ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο αναπτύσσοντας μια αξιοσημείωτη δυναμική (Καλλυντικά Κορρές, MastihaShop, Doppler Βιομηχανία Ανελκυστήρων κ.ά).

16. Η καθιέρωση κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις που κατευθύνονται σε έρευνα και καινοτομία.

17. Η καθιέρωση ευνοϊκότερης φορολογικής μεταχείρισης των επιχειρήσεων που καινοτομούν και δαπανούν για έρευνα και ανάπτυξη.

18. Η καλλιέργεια στην ελληνική κοινωνία κουλτούρας και κλίματος που να υποβοηθάει την έρευνα και την καινοτομία. Απαιτείται συστηματική προσπάθεια ώστε η επιστημονική έρευνα να διαχυθεί στο σύνολο του πληθυσμού, μέσω της εξόδου της επιστημονικής γνώσης και των τεχνολογικών καινοτομιών στους ίδιους τους χώρους που ζουν, μορφώνονται και εργάζονται οι πολίτες, και ιδιαίτερα οι νέοι, αλλά και της αξιοποίησης των μέσων μαζικής ενημέρωσης με τη δημιουργία ελκυστικών προγραμμάτων για την προβολή επιστημονικών θεμάτων.

Κυρίες και Κύριοι,

Στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης, η ανταγωνιστικότητα και η ευημερία της κάθε χώρας στηρίζεται στο επίπεδο των γνώσεων και των δεξιοτήτων που κατέχουν οι πολίτες της και στη δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής εκμετάλλευσης αυτών των γνώσεων για ατομική, επιχειρηματική και κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη.

Στην κοινωνία της γνώσης, η επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Η Ελλάδα, για να έχει προοπτική σε αυτό το περιβάλλον, οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση.

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει ανάγκη ανασχεδιασμού, αναδιάρθρωσης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα.

Μόνο έτσι θα μπορέσει να συμβάλλει αποφασιστικά στη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου της Ελληνικής κοινωνίας, στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού της, καθώς και στην αύξηση της παραγωγικότητας και της αναπτυξιακής της δυναμικής.

Χαιρετισμός σε συνάντηση με επιχειρηματίες στο Διοικητικό Κέντρο της ΒΙΠΕ Κιλκίς

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι ευρύτερα γνωστό ότι η μεγέθυνση – ανάπτυξη της Οικονομίας αποτελεί, από παλαιά, κεντρικό θέμα τόσο της οικονομικής επιστήμης όσο και της πολιτικής.

Ενώ όμως η έννοια της μεγέθυνσης είναι μερική και ποσοτική, η έννοια της ανάπτυξης είναι σύνθετη, ποσοτική, και κυρίως ποιοτική.

Η οικονομική μεγέθυνση ορίζεται ως η συνεχής αύξηση, κατά τη διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου, του συνολικού ή κατά κεφαλήν προϊόντος της οικονομίας.

Η οικονομική μεγέθυνση δεν μπορεί από μόνη της να καλύψει όλες τις ανάγκες των πολιτών παρά το γεγονός ότι τα οικονομικά αγαθά αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος αυτών.

Έτσι, ενώ η οικονομική μεγέθυνση είναι αναγκαία συνθήκη για τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών, δεν είναι και ικανή για τη συμμετοχή όλων στην παραγωγική διαδικασία, για τη διανομή και τις ωφέλειες.

Η οικονομική ανάπτυξη είναι ευρύτερη ως έννοια.

Εμπερικλείει τις ποσοτικές συνέπειες της μεγεθυντικής διαδικασίας, αλλά ταυτόχρονα έχει και ποιοτική διάσταση.

Η οικονομική ανάπτυξη σημαίνει και περισσότερο προϊόν, αλλά και μεταβολές του τεχνολογικού και θεσμικού πλαισίου μέσα στο οποίο παράγεται και διανέμεται το προϊόν αυτό.

Περιέχει νέες ιδέες και προτιμήσεις.

Ενσωματώνει δομικές αλλαγές.

Είναι το τελικό αποτέλεσμα της συνέργειας πλήθους παραγόντων, που συγκλίνουν στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας και στη δημιουργία περιβάλλοντος ευνοϊκού για την επειχειρηματική δραστηριότητα.

Υποδηλώνει βελτίωση της υλικής ευημερίας και της κατανομής των παραγόμενων αγαθών.

Σε τελική ανάλυση σημαίνει γενική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.

Και η ανάπτυξη είναι τη στιγμή αυτή το κύριο ζητούμενο για την ελληνική οικονομία.

Η έξοδος από την ύφεση, η αποφυγή του «μακροχρόνιου παγετώνα» της Οικονομίας, και η γρήγορη επαναφορά σε θετικούς και επιταχυνόμενους ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ αφενός θα περιορίσουν την ένταση των αρνητικών επιπτώσεων, εξαιτίας της ασκούμενης Κυβερνητικής πολιτικής, στην απασχόληση και στα εισοδήματα και αφετέρου θα διευκολύνουν τη στρατηγική μείωσης του ύψους του χρέους και της δυναμικής του.

Κυρίες και Κύριοι,

Διαχρονικά, βασικό ζητούμενο είναι ο προσδιορισμός των παραγόντων που συμβάλουν στην επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες οικονομικές θεωρίες, η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται εξίσου από το μακροοικονομικό και το μικροοικονομικό περιβάλλον.

Η σταθερότητα των τιμών και τα υγιή δημόσια οικονομικά αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη, δεν είναι όμως και επαρκή για τη διασφάλιση υψηλού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.

Έτσι, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και η εξασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών με την προώθηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αποτελούν προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη.

Δεν αρκεί όμως η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, ακόμη και αν γίνεται με μη κατάλληλο «θεραπευτικό σχήμα» όπως στην Ελλάδα, για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της Οικονομίας.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου.

Προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Η επένδυση στη γνώση, η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, η τόνωση της επιχειρηματικότητας, η πραγματοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η ενσωμάτωση ενεργητικών πολιτικών για την ενίσχυση των επενδύσεων, και η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους έχει αποδειχθεί ότι επιταχύνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης, βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, αμβλύνουν τις περιφερειακές ανισότητες, αντιμετωπίζουν την ανεργία, προωθούν την κοινωνική συνοχή.

Προς την κατεύθυνση αυτή η Νέα Δημοκρατία συνέβαλε και θα συμβάλει με σύνεση, με συνέπεια, με υπευθυνότητα, με αποφασιστικότητα.

Κατέθεσε, έγκαιρα, τη δική της πρόταση.

Ένα ρεαλιστικό σχέδιο.

Σχέδιο που διαρκώς εμπλουτίζεται.

Σχέδιο για να πιάσουν τόπο οι πολλές και διευρυνόμενες θυσίες των Ελλήνων πολιτών.

Δήλωση σχετικά με τη δημοσιοποίηση της Έκθεσης της ΕΕ για την 3η Επικαιροποίηση του ΠΟΠ

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση, σχετικά με την 3η Επικαιροποίηση του «Μνημονίου»:

«Η 3η Επικαιροποίηση του «Μνημονίου» αποτυπώνει τα αδιέξοδα της οικονομικής πολιτικής.

Αναδεικνύει τις Κυβερνητικές αδυναμίες, επιβεβαιώνει τις αποκλίσεις στους στόχους για το 2010, ενσωματώνει νέα μέτρα για το 2011, περικλείει περισσότερα «μη-καθορισμένα» μέτρα για το 2012-2014.

Επιβεβαιώνει τις ανησυχίες και τις ενστάσεις της Νέας Δημοκρατίας.

Καθιστά επιβεβλημένη την αλλαγή της Κυβερνητικής πολιτικής, με έμφαση στην ανάπτυξη.

Συγκεκριμένα:

  • Η εφαρμογή του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής έχει καταστεί δυσχερέστερη.
  • Εντοπίζονται καθυστερήσεις και διαχειριστικές αδυναμίες στην προετοιμασία και υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών.
  • Παρατηρούνται αδυναμίες στην είσπραξη εσόδων και στον έλεγχο των δαπανών.
  • Η υστέρηση εσόδων διαμορφώθηκε στα 4,5 δισ. ευρώ (2% του ΑΕΠ) για το 2010 σε σχέση με τις εκτιμήσεις του «Μνημονίου» (ενσωματώνοντας και τα έσοδα από την περαίωση φορολογικών υποθέσεων ύψους 1 δισ. ευρώ για το 2010). Η υστέρηση εσόδων οδήγησε σε περαιτέρω μείωση των δαπανών κατά 4,9 δισ. ευρώ το 2010 σε σχέση με τις εκτιμήσεις του «Μνημονίου». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξαιτίας και της αδυναμίας συγκέντρωσης και αξιολόγησης στοιχείων, δεν μπορεί να αποτιμήσει εάν αυτές οι μειώσεις των δαπανών είναι μόνιμες ή απλή μετάθεση πληρωμών.
  • Εξακολουθούν να παρατηρούνται προβλήματα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές.
  • Η ύφεση είναι βαθύτερη και διαμορφώθηκε σε υψηλότερα από τα προσδοκώμενα επίπεδα (στο 4,5% για το 2010 έναντι στόχου για 4%).
  • Ο πληθωρισμός διατηρείται σε υψηλά επίπεδα (διαμορφώθηκε στο 4,7% για το 2010 έναντι στόχου για 1,9%), ενώ αναθεωρήθηκε, προς τα επάνω, και για το 2011 (εκτιμάται στο 2,5%).
  • Η ανεργία θα είναι υψηλότερη από τις προβλέψεις (ήδη στο 13,9% το Νοέμβριο του 2010 έναντι στόχου για 12,1% για όλο το προηγούμενο έτος).
  • Ο στόχος για το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2010 δεν επιτεύχθηκε. Το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα είναι 1,5% του ΑΕΠ υψηλότερο από τους στόχους του «Μνημονίου», κυρίως λόγω της υστέρησης των εσόδων. Υπάρχουν μάλιστα ακόμη αμφιβολίες για το αποτέλεσμα του 2010 λόγω της απουσίας στοιχείων για πλήθος δημοσίων οργανισμών, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και νοσοκομείων.
  • Εκτιμάται, με βάση τις τρέχουσες τάσεις, δημοσιονομική υστέρηση της τάξεως του ¾% του ΑΕΠ για το 2011 (1,5 δισ. ευρώ) εξαιτίας χαμηλότερων προβλέψεων για τα έσοδα και αναθεωρημένων εκτιμήσεων για την απόδοση κάποιων δημοσιονομικών μέτρων. Η Κυβέρνηση δεσμεύτηκε να παρουσιάσει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που θα καλύψουν αυτό το κενό μέχρι το τέλος Μαρτίου, ενώ μέχρι τότε θα μειώνει ισόποσα, περαιτέρω, τις δαπάνες – αντίστοιχη στρατηγική που ακολουθήθηκε και το 2010.
  • Απαιτούνται νέα μέτρα ύψους 19,6 δισ. ευρώ (8% του ΑΕΠ) για την περίοδο 2012-2014. Από αυτά, τα 14,5 δισ. ευρώ (6% του ΑΕΠ) είναι «μη-καθορισμένα» μέτρα. Να θυμίσουμε ότι στο Μνημόνιο αυτά ανέρχονταν στα 11 δισ. ευρώ, και πιο πρόσφατα στα 12,8 δισ. ευρώ (περίπου 5% του ΑΕΠ). Συνεπώς υπάρχει περαιτέρω επιβάρυνση ύψους 3,5 δισ. ευρώ (περίπου 1,5% του ΑΕΠ) για την περίοδο 2012-2014, όση ήταν η οριζόντια περικοπή μισθών και συντάξεων για το 2010!!
  • Η Κυβέρνηση προσδοκά να αντλήσει 15 δισ. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις και αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου την περίοδο 2011-2013. Να θυμίσουμε ότι είναι η ίδια Κυβέρνηση η οποία προσδοκούσε τον περυσινό Ιούνιο να εισπράξει 3 δισ. ευρώ και τον Δεκέμβριο 7 δισ. ευρώ για την ίδια περίοδο 2011-2013. Είναι η ίδια Κυβέρνηση η οποία προσδοκούσε να αντλήσει 2,5 δισ. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις μέσα στο 2010, και τελικά δεν πραγματοποίησε καμία!

Έρχεται λοιπόν σήμερα η Κυβέρνηση, και λόγω των αδιεξόδων στην πολιτική της (βαθιά ύφεση, υψηλός πληθωρισμός, διόγκωση της ανεργίας) και στη λειτουργία της (διαχειριστική ανεπάρκεια, προχειρότητα, παλινωδίες, αργά ανακλαστικά, εσωτερικές τριβές) να αναζητήσει «συνενόχους».

Ενώ συνεχίζει να καταφεύγει σε διαδοχικά εκβιαστικά διλήμματα για να επιβάλλει, δήθεν, «μονόδρομους».

Όπως αυτόν της προσφυγής στο ΔΝΤ, που όπως αποδεικνύεται σήμερα ήταν εξαρχής επιλογή της Κυβέρνηση.

Τα ψέματα όμως έχουν κοντά ποδάρια…».

Συνέντευξη στο περιοδικό “Επίκαιρα” – “Σήμερα γίνεται αντιληπτό, ότι το υπάρχον Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του δημοσίου χρέους”

Πρόσφατα φέρατε στη Βουλή το θέμα του «αναγκαστικού» κατοχικού δανείου της Γερμανίας. Τι προσδοκάτε μ’ αυτή σας την πρωτοβουλία;

Όπως έχει παρουσιασθεί σε σειρά άρθρων του Περιοδικού σας, το ζήτημα των οφειλών της Γερμανίας λόγω του «αναγκαστικού» κατοχικού δανείου, είναι διαχρονικά ξεκάθαρο, ανοικτό και διεκδικούμενο από την ελληνική πλευρά.

Το ερώτημα που εγείρεται είναι με ποιόν τρόπο σκέφτεται η παρούσα Κυβέρνηση να θέσει υπό δικαιοδοτική κρίση αυτό το ζήτημα και αν υπάρχουν περιορισμοί στις απαιτήσεις λόγω της σύναψης του «Μνημονίου».

Είναι γνωστό ότι το «Μνημόνιο» επιβάλλει οι πληρωμές της χώρας μας να καταβάλλονται στο ακέραιο, χωρίς μείωση λόγω συμψηφισμού ή ύπαρξης ανταπαίτησης.

Μιας και ο λόγος περί Γερμανίας, γιατί η Ν.Δ. είναι αντίθετη με την πρόταση για τη συνταγματική κατοχύρωση κανόνων ελλείμματος και χρέους;

Η Ν.Δ. συμφωνεί με την αναγκαιότητα ύπαρξης δημοσιονομικού πλαισίου και κανόνων οι οποίοι συμβάλλουν στην ενίσχυση της δημοσιονομικής προσαρμογής και στην επίτευξη μόνιμης πειθαρχίας στα δημόσια οικονομικά.

Τέτοιοι κανόνες άλλωστε ήδη υπάρχουν, σε διάφορες εκδοχές, όπως είναι του προϋπολογισμού, των ορίων στις δημόσιες δαπάνες, του «χρυσού κανόνα».

Χαρακτηριστικό μάλιστα παράδειγμα κανόνα προϋπολογισμού είναι το ίδιο το  «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης», το οποίο θέτει όρια στο έλλειμμα και στο χρέος, ενώ ορίζει, ως μεσοπρόθεσμο στόχο για τα κράτη-μέλη, την υποχρέωση τήρησης σχεδόν ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού προϋπολογισμού.

Το ζητούμενο συνεπώς είναι η εφαρμογή αυτών των κανόνων, με την υποχρέωση λογοδοσίας από τις δημοσιονομικές αρχές, τη διαμόρφωση ενός ορθολογικού πλαισίου κυρώσεων και την πρόβλεψη ρήτρας παρέκκλισης σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Η συνταγματική κατοχύρωση των κανόνων προσδίδει συστημική ακαμψία, εισάγοντας περιορισμούς στη αναγκαία, σε ορισμένες φάσεις του οικονομικού κύκλου, λελογισμένη δημοσιονομική ευελιξία.

Επιμένετε όμως στην αναγκαιότητα πλεονασματικών προϋπολογισμών;

Κε. Κοτταρίδη, σήμερα γίνεται αντιληπτό τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από την «Τρόικα», με μεγάλη βέβαια χρονική καθυστέρηση, ότι το υπάρχον Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, της δυναμικής και της βιωσιμότητάς του.

Χρέος το οποίο αναμένεται να διευρυνθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2013.

Χρέος το οποίο, για να μειωθεί στο 60% του ΑΕΠ, σύμφωνα με πρόσφατη Έκθεση του Ινστιτούτου Bruegel, επιβάλλει ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα από 8,4% έως 14,5% του ΑΕΠ για τα επόμενα 20 χρόνια, κάτι που καμία χώρα δεν έχει επιτύχει μέχρι σήμερα.

Συνεπώς, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί, εκτός από τη διαμόρφωση μιας συνολικής λύσης σε Ευρωπαϊκό επίπεδο (μεταξύ άλλων με την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και τη μείωση του επιτοκίου της δανειακής σύμβασης), τη δημιουργία, όπως σωστά με ρωτήσατε, πλεονασματικών προϋπολογισμών, την υιοθέτηση αναπτυξιακών πρωτοβουλιών και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και την ορθολογική διαχείριση και διαφανή αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Επιλογές που, μέχρι σήμερα, απουσιάζουν από την εφαρμοζόμενη κυβερνητική πολιτική.

Εάν συμφωνείτε με την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου γιατί αντιδράσατε τόσο έντονα στις ανακοινώσεις της Κυβέρνησης;

Κε. Κοτταρίδη, πως να παρακολουθήσεις τις συνεχείς παλινωδίες της Κυβέρνησης;

Πώς να συμφωνήσεις όταν στο Μνημόνιο και σε όλες τις επικαιροποιημένες εκδοχές του δεσμεύεται να προχωρήσει στην «πώληση περιουσιακών στοιχείων», όπως επαναλαμβάνουν και τα μέλη της «Τρόικας», και σήμερα προαναγγέλλει ειδικό νόμο για την απαγόρευση πώλησης γης;

Πως να συμφωνήσεις όταν τον Ιούνιο του 2010, από την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, προσδοκούσε να εισπράξει 3 δισ. ευρώ την τριετία 2011-2013, τον Δεκέμβριο 7 δισ. ευρώ για την ίδια περίοδο, και σήμερα 15 δισ. ευρώ για τη διετία 2011-2012;

Πως να συμφωνήσεις όταν προσδοκούσε να αντλήσει 2,5 δισ. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις μέσα στο 2010, και τελικά δεν πραγματοποίησε καμία;

Η Ν.Δ. δεν μπορεί να συμφωνήσει με μια Κυβέρνηση που παλινωδεί και που δεν διαθέτει ολοκληρωμένο και συνεκτικό σχέδιο αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Σε κάθε περίπτωση η ΝΔ, έγκαιρα, αναλυτικά και με συνέπεια παρουσίασε την πρότασή της.

Συνεπώς τι πρέπει να αξιοποιηθεί και πως;

Καταρχήν «αξιοποιώ» σημαίνει δίνω αξία σε κάποιο περιουσιακό στοιχείο που έως τώρα παραμένει ανενεργό ή απαξιώνεται.

Μετατρέπω δηλαδή αδρανείς πόρους σε τμήμα του εθνικού ενεργητικού.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αξιοποιηθούν αυτοί οι πόροι, εμπορικά και επενδυτικά, χωρίς το δημόσιο να χάσει την κυριότητά τους, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια, την τήρηση των κανόνων και την αποδοτικότητα.

Με ενοικίαση, με leasing, με μακροχρόνιες μισθώσεις, με ΣΔΙΤ, με συμβάσεις παραχώρησης, με χρήση σύγχρονων και πιο σύνθετων εργαλείων διαχείρισης χαρτοφυλακίου ακινήτων (τιτλοποιήσεις ιδιοχρησιμοποιούμενων ακινήτων, δημιουργία εταιρειών συμμετοχών κ.α.).

Ενώ μπορούν να υλοποιηθούν και «ώριμες» αποκρατικοποιήσεις που είχαν σχεδιαστεί, δρομολογηθεί και ωριμάσει επί διακυβέρνησης Ν.Δ.

Και με τις οποίες το ΠΑΣΟΚ ως Αξιωματική Αντιπολίτευση σφόδρα αντιδρούσε και «ανέβαινε στα κεραμίδια».

Βέβαια  στη συνέχεια, ως Κυβέρνηση, αρχικώς τις «πάγωσε» και σήμερα τις περιλαμβάνει στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεών της.

Και πως θα βρεθούν τα κεφάλαια σήμερα χωρίς την πώληση περιουσιακών στοιχείων;

Μεταξύ άλλων με την μέθοδο της προχρηματοδότησης. Αυτή επιτρέπει να διαχωριστεί ο χρόνος είσπραξης κεφαλαίων, με προείσπραξη εσόδων και υπεραξιών, από το μεταγενέστερο χρόνο αξιοποίησης της περιουσίας.

Για παράδειγμα, στην πιο απλή μορφή, «προεισπράττει» έσοδα το Κράτος από την ενοικίαση ενός ακινήτου του μέσω τραπεζικού δανεισμού, και τα μελλοντικά έσοδα από το ακίνητο αποπληρώνουν το πιστωτικό ίδρυμα.

Σε πιο σύνθετη μορφή, «προεισπράττει» έσοδα το Κράτος μέσω δημιουργίας Αμοιβαίων Κεφαλαίων και σύστασης εταιριών συμμετοχών έναντι μελλοντικών εσόδων από εκμετάλλευση και υπεραξίες.

Και όταν το Κράτος πουλήσει μερίδια ή μετοχές εκχωρεί δικαιώματα εκμετάλλευσης και μελλοντικών υπεραξιών, όχι όμως και την κυριότητα των ακινήτων.

Βέβαια, για να βελτιωθούν οι αξίες και οι υπεραξίες στα ακίνητα, πρέπει να αρθούν, με νομοθετικές παρεμβάσεις, οι πολλαπλοί περιορισμοί σε τίτλους, χρήσεις γης και όρους δόμησης.

Και γιατί δεν συζητάτε με την Κυβέρνηση αυτές τις προτάσεις σας;

Καταρχάς να θυμίσω ότι η Ν.Δ. ως Κυβέρνηση καλούσε την τότε Αντιπολίτευση σε συνεννόηση για την αντιμετώπιση της κρίσης η οποία είχε προσβάλλει και την Ελλάδα. Τότε ο κ. Παπανδρέου αρνήθηκε κάθε συνεννόηση με το επιχείρημα ότι δεν υφίσταται παγκόσμια κρίση.

Η Ν.Δ ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, αντιθέτως, κατέθεσε εγκαίρως προτάσεις για την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου. Η Κυβέρνηση, αρχικώς τις αγνόησε και στη συνέχεια τις διαστρέβλωσε.

Έρχεται λοιπόν σήμερα η Κυβέρνηση, και λόγω των αδιεξόδων στην πολιτική της (βαθιά ύφεση, υψηλός πληθωρισμός, διόγκωση της ανεργίας) και στη λειτουργία της (διαχειριστική ανεπάρκεια, προχειρότητα, παλινωδίες, αργά ανακλαστικά, εσωτερικές τριβές) αναζητά «συνενόχους».

Νομίζει ότι με διαδοχικά εκβιαστικά διλήμματα θα επιβάλλει συνεχώς  «μονοδρομήσεις».

Όπως αυτόν της προσφυγής στο ΔΝΤ, που όπως αποδεικνύεται σήμερα, ήταν εξαρχής συνειδητή επιλογή της ηγεσίας της Κυβέρνησης.

Όμως τα ψέματα έχουν «κοντά ποδάρια»…

Τέλος, ποιά είναι η εκτίμησή σας για τις τελευταίες εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα και για την αντίδραση της Κυβέρνησης;

Κε. Κοτταρίδη, είναι γεγονός ότι ο τραπεζικός τομέας, σε συνθήκες βαθιάς και παρατεταμένης κρίσης, δέχεται ισχυρές πιέσεις τόσο στο παθητικό του (εκροή καταθέσεων, αδυναμία πρόσβασης στη διατραπεζική αγορά, σταδιακή απεξάρτηση από το Ευρωσύστημα) όσο και στο ενεργητικό του (επιδείνωση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου δανείων).

Αυτές τις δυσχέρειες καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει μέσα από πρωτοβουλίες αναπροσαρμογής της επιχειρησιακής στρατηγικής (όπως είναι και η πραγματοποίηση εξαγορών και συγχωνεύσεων), αναδιάρθρωσης του ενεργητικού και περιορισμού του λειτουργικού κόστους.

Από την πλευρά της η Κυβέρνηση, σε πλήρη αναντιστοιχία με τη θέση της ως Αντιπολίτευση, έχει προχωρήσει, ορθώς, στην παράταση και επέκταση του προγράμματος ενίσχυσης της ρευστότητάς τους.

Ζητούμενο βέβαια παραμένει να διασφαλιστεί από την Κυβέρνηση ότι μέρος αυτής της ρευστότητας θα διοχετευτεί στην πραγματική οικονομία, κάτι που δυστυχώς δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα.

Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι ο Υπουργός Οικονομικών, για μια ακόμη φορά, βιάστηκε να θριαμβολογήσει, αντί να αξιολογεί συνεχώς τις εξελίξεις με νηφαλιότητα, υπευθυνότητα και σταθερό κριτήριο το δημόσιο συμφέρον.

TwitterInstagramYoutube