Δημόσιος Τομέας: Η κρίση, το κράτος και η κοινωνική διάσταση των επιχειρήσεων

Η αντιμετώπιση της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης, αλλά και των επιπτώσεων αυτής στην πραγματική οικονομία, δημιουργεί ένα πεδίο ανάπτυξης μιας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας συζήτησης αναφορικά με την ανταπόκριση του κράτους και της αγοράς, των βασικών δομικών συστατικών του συστήματος οικονομικής οργάνωσης, στις ανάγκες και απαιτήσεις της κοινωνίας. Της κοινωνίας που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη του υψηλού κόστους που συνοδεύει μια συστημική διαταραχή της οικονομίας, καθώς, σύμφωνα με σχετικές μελέτες, οι επιπτώσεις μιας κρίσης μειώνουν κατά 1% το ΑΕΠ κατά το έτος εκδήλωσής της και κατά 3% την επόμενη χρονιά, ενώ οι συνολικές απώλειες της οικονομίας κατά τη διάρκεια μιας τραπεζικής κρίσης κυμαίνονται από 15% έως 20% του ΑΕΠ (Eichengreen et al., 1996; Demirgoc-Kunt et al., 2000; Hoggarth et al., 2001). Στο πλαίσιο του υψηλού τιμήματος που επωμίζεται το κοινωνικό σύνολο εντάσσεται και το δημοσιονομικό κόστος μιας συστημικής τραπεζικής κρίσης, το οποίο, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (2008), εκτιμάται στο 15% του ΑΕΠ.

Συνεπώς, πρώτιστο μέλημα κυβερνήσεων, εποπτικών και ρυθμιστικών αρχών είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ευρωστίας της πραγματικής οικονομίας. Το κράτος θα πρέπει να παρεμβαίνει και να μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
 
Προς την κατεύθυνση αυτή, και μακριά από προσεγγίσεις άκρατου κρατικού παρεμβατισμού, κινούνται και οι πρωτοβουλίες που έχουν προωθηθεί από την ελληνική κυβέρνηση για τη διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και τη θωράκιση της απασχόλησης, την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, την εγγύηση των καταθέσεων, την προστασία των δανειοληπτών και την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό η ρευστότητα να διοχετευτεί στις επιχειρήσεις.
 
Καθοριστικός όμως είναι και ο κοινωνικός ρόλος των επιχειρήσεων, καθώς αφενός η παρούσα κρίση αποτελεί ιδανική ευκαιρία για την ανάπτυξη της τρίτης διάστασης της οικονομίας, του τομέα της «κοινωνικής οικονομίας», και αφετέρου η άμεση αντιμετώπιση της κρίσης επιβάλλει την ανάδειξη υψηλού βαθμού κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων, κυρίως των πιστωτικών ιδρυμάτων.
 
Στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, στον οποίο εδράζουν πολιτικές με στόχο την αειφόρο ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή, δραστηριοποιούνται μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, κοινωνικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί, εθελοντικές οργανώσεις και διάφοροι άλλοι τύποι ενώσεων. Η νέα αυτή μορφή κοινωνικά προσανατολισμένης επιχειρηματικότητας στηρίζεται στην αυτοοργάνωση των πολιτών και στην εθελοντική προσφορά υπηρεσιών στη βάση της αλληλεγγύης και της συνεργασίας. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες αλλά και την παγκόσμια πρακτική, ο τομέας της κοινωνικής οικονομίας συμβάλλει στην κάλυψη των «κενών χώρων» που αφήνουν μεγάλα τμήματα της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών, συνήθως κοινωνικού χαρακτήρα, των οποίων η παραγωγή και η διάθεση από τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς κρίνεται ασύμφορη, η δε παροχή τους από το κράτος πολλές φορές ανέφικτη.
 
Στην Ελλάδα, η έννοια και οι δραστηριότητες του τομέα της κοινωνικής οικονομίας δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένες, καθώς οι όποιες απόπειρες σύστασης κοινωνικών επιχειρήσεων χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα, συνήθως έχουν άτυπο ή/και παράτυπο χαρακτήρα, και εκλαμβάνονται από την κοινωνία ως «φιλανθρωπικές δράσεις» και «ευεργεσίες». Τα βασικότερα προβλήματα είναι η έλλειψη θεσμικής, χρηματοδοτικής και διοικητικής υποστήριξης, η ανεπάρκεια εξειδικευμένου και έμπειρου ανθρώπινου δυναμικού, η περιορισμένη και ανεπαρκής γνώση, η απουσία ενημέρωσης και η έλλειψη «τεχνογνωσίας» στην οργάνωση και λειτουργία μιας κοινωνικής επιχείρησης, η απουσία ισχυρής παράδοσης στον τομέα της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, και η ανεπάρκεια της δικτύωσης και της ανάπτυξης συνεργασιών μεταξύ φορέων της κοινωνικής οικονομίας και του ιδιωτικού τομέα.
 
Οι τρέχουσες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες αποτελούν ιδιαίτερη ευκαιρία για την ανάπτυξη συνεκτικής προσέγγισης και ολοκληρωμένης παρέμβασης από την Πολιτεία, με τη συμμετοχή της κοινωνίας, ενθαρρύνοντας την καλλιέργεια και την ενίσχυση του τομέα της κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα ως μέσο για την ενδυνάμωση του παραγωγικού ιστού, την ενίσχυση της απασχόλησης, και την τόνωση της κοινωνικής συνοχής. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, πέρα από τις υφιστάμενες δομές εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, απαιτείται συνδυασμός πολιτικών και δράσεων, οι οποίες να επιχειρούν τη δημιουργία του κατάλληλου ευνοϊκού πλαισίου ανάπτυξης πρωτοβουλιών κοινωνικής επιχειρηματικότητας. Εκτός όμως από τις πρωτοβουλίες της Πολιτείας, απαιτείται και η αλλαγή της νοοτροπίας του επιχειρηματικού κόσμου, με τη συνειδητοποίηση από μέρους του της ανάγκης ενδυνάμωσης της κοινωνικής επιχειρηματικότητας και της υιοθέτησης και εφαρμογής ενός προτύπου αξιών επιχειρηματικής ηθικής.
 
Πιο εξειδικευμένα, στο πλαίσιο των προσπαθειών για την αντιμετώπιση της τρέχουσας οικονομικής και κοινωνικής συγκυρίας τα πιστωτικά ιδρύματα καλούνται άμεσα και έμμεσα να αναλάβουν την κοινωνική ευθύνη που τους αναλογεί. Άμεσα, ενισχύοντας και στηρίζοντας τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που πλήττονται περισσότερο από την κρίση. Ενδεχομένως, θα μπορούσαν τα τραπεζικά ιδρύματα να συνεισφέρουν μερίδιο των κερδών τους που θα προκύψει από τη χρήση του πακέτου ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας στο Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής. Τέτοιες συμπεριφορές και δράσεις ενσωματώνουν και ενσαρκώνουν στοιχεία υπεύθυνης επιχειρηματικότητας και καταλήγουν υπέρ των μακροπρόθεσμων επιχειρηματικών τους συμφερόντων. Έμμεσα, διευκολύνοντας την πιστωτική επέκταση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέσω της μείωσης των επιτοκίων χορηγήσεων, ενισχύοντας την αναπτυξιακή και παραγωγική διαδικασία και στηρίζοντας την ανάκαμψη της οικονομίας. Μία μείωση των επιτοκίων που θα είναι σε αντιστοιχία με το επίπεδο του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τις δημοσιονομικές κεφαλαιακές ενισχύσεις.
 
Η Κυβέρνηση, έγκαιρα και αποφασιστικά, σε συντονισμό και πλήρη ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ανέπτυξε στοχευμένες δράσεις και προχώρησε στην κατάρτιση εθνικού σχεδίου αντιμετώπισης της κρίσης που καλύπτει με υπευθυνότητα, τις προκλήσεις που δημιουργεί η τρέχουσα δυσμενής συγκυρία. Πρόκειται για ένα συγκροτημένο, συνεκτικό και ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο, με στέρεους και σταθερούς άξονες δράσης, αλλά και με συνεχείς διορθώσεις, συμπληρώσεις και προσαρμογές επί αυτού ώστε να ανταποκρίνεται με επάρκεια στα νέα δεδομένα. Αυτοί οι άξονες δράσης είναι η διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και η θωράκιση της απασχόλησης, η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής, και η ενίσχυση των περισσότερο ευάλωτων στην κρίση κοινωνικών ομάδων και τομέων. Απομένει και η εκδήλωση υπεύθυνης στάσης από τα πιστωτικά ιδρύματα, η κοινωνική ευθύνη των οποίων έγκειται στην αποτελεσματικότητα της αξιοποίησης και διοχέτευσης των πόρων του σχεδίου ρευστότητας στην οικονομία και στην αμεσότητα που οι πόροι αυτοί θα καρπωθούν και θα επιστραφούν στην κοινωνία.
 
Πηγές:
Demirguc-Kunt, A., E. Detragiache and P. Gupta (2000) “Inside the crisis: An empirical analysis of banking systems in distress”, Working Paper No 00/156, IMF.
Eichengreen, Β., A. Rose and C. Wyplosz (1996) “Contagious currency crises: First tests”, Scandinavian Journal of Economics, 98 (4), 463-484.
Hoggarth, G., R. Reis and V. Saporta (2001) “Costs of banking system instability: Some empirical evidence”, Working Paper No 114, Bank of England.
Κορλίρας, Π. (2003), Η αναζήτηση της οικονομικής τάξης, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα

Δυτική: Ανώτατη εκπαίδευση – Ανάγκη ενθάρρυνσης της επιχειρηματικότητας

Θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες κατατείνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του ανθρώπινου κεφαλαίου, το οποίο αποτελεί τον πολυτιμότερο πόρο της νέας οικονομίας και κοινωνίας της γνώσης. Οι επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο, τόσο οι ιδιωτικές όσο και οι κοινωνικές, υπό την προϋπόθεση της χρηστής και αποτελεσματικής διαχείρισης των πόρων, έχουν καλές αποδοτικότητες. Ως εκ τούτου, ορθώς η Κυβέρνηση έχει αποδώσει ιδιαίτερη σημασία στην ποσότητα και στην ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου, θέτοντας ως υψηλή της προτεραιότητα την ανασυγκρότηση του συστήματος της τυπικής εκπαίδευσης και τη δημιουργία ενός αξιόπιστου συστήματος δια βίου μάθησης.
Σε αυτή την κατεύθυνση, καίριας σημασίας είναι η παρέμβαση στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, η κατάσταση του οποίου είναι γεγονός πως παρουσιάζει αρκετές στρεβλώσεις. Η ανώτατη εκπαίδευση σε θεσμικό, δομικό και λειτουργικό επίπεδο παρουσιάζει ελλείμματα και αναχρονιστικές αγκυλώσεις, με συνέπεια να μην μπορεί να συμβάλλει, όσο δυνητικά θα μπορούσε, στην επιτυχή προσαρμογή της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας στο ανταγωνιστικό και συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Παράλληλα, βέβαια, η ανώτατη εκπαίδευση έχει ιδιαίτερη σημασία για την προώθηση της επιχειρηματικής νοοτροπίας, των αντίστοιχων δεξιοτήτων στη νέα γενιά, και της ποιοτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως επισημαίνεται άλλωστε και σε όλα τα κείμενα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σε όλες τις συναφείς μελέτες καταδεικνύεται ότι η συμμετοχή στην επιχειρηματικότητα αυξάνεται καθώς βελτιώνεται το εκπαιδευτικό επίπεδο.
Συνεπώς, προτεραιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε πανεπιστημιακό επίπεδο πρέπει να είναι, α) η ανάπτυξη των γνώσεων και των δεξιοτήτων των νέων ανθρώπων που ενθαρρύνουν και προωθούν την επιχειρηματικότητα και αυξάνουν την προσαρμοστικότητά τους στις εξελίξεις της αγοράς εργασίας, β) η ανίχνευση και κινητοποίηση ταλέντων, γ) η ανάδειξη και αξιοποίηση των δυνατοτήτων για έκφραση και δημιουργία, δ) η ανάπτυξη της ικανότητας διάγνωσης και αναγνώρισης των νέων ευκαιριών και της δυνατότητας επιλογής αξιοποίησής τους με την ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου, ε) η υπέρβαση των αναστολών μπροστά στο ενδεχόμενο της αποτυχίας, και ζ) η ενθάρρυνση και προώθηση της δημιουργικότητας των νέων ανθρώπων, έτσι ώστε να μη λειτουργούν ως παθητικοί αποδέκτες γνώσεων, στοιχείο που ουσιαστικά αποθαρρύνει τη χρησιμοποίηση αυτής της γνώσης δημιουργικά.
Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι, όπως και η τελευταία μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών για την «Επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα 2007-2008» αναδεικνύει, ο εντοπισμός μιας επιχειρηματικής ευκαιρίας βασίζεται και στη συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία του ατόμου, κάτι που σημαίνει ότι το μορφωτικό επίπεδό του δεν καθορίζει πάντα απόλυτα το αν κάποιος είναι σε θέση να εντοπίσει στην αγορά τις καλές επιχειρηματικές ευκαιρίες.
Στο ίδιο πλαίσιο, η σημασία των γνώσεων που υποδηλώνει η ανώτατη εκπαίδευση δεν εξαντλείται στην περίπτωση που αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα σε ένα επιχειρηματικό εγχείρημα. Στην πραγματικότητα, η σημασία τους, είναι πολύ ευρύτερη, στον βαθμό που αυξάνουν την «απορροφητική ικανότητα» του επιχειρηματία, την ικανότητά του δηλαδή να απορροφά ρητή και άρρητη γνώση, έστω και αν δεν την έχει παραγάγει ο ίδιος, και να είναι σε θέση να τη συνδυάσει με άλλα δεδομένα και να την εφαρμόσει με νέους τρόπους.
 
Μέχρι σήμερα έχουν αναληφθεί αρκετές πρωτοβουλίες και έχουν γίνει σημαντικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση που αφορούν την επιχειρηματικότητα και αποσκοπούν στην ανάπτυξη του επιχειρηματικού πνεύματος, την ενθάρρυνση της επιχειρηματικής δράσης, και την πληροφόρηση των νέων για τις δυνατότητες ανάληψης επιχειρηματικών σχεδίων. Πρέπει όμως η διάσταση της επιχειρηματικότητας στην εκπαίδευση να εμπλουτισθεί, να τονωθεί, να διευρυνθεί σε νέα πεδία. Απαιτείται να αρθεί η αποσπασματικότητα και να ενοποιηθούν οι δράσεις σε ένα ενιαίο πλαίσιο.
 
Στην κατεύθυνση αυτή:
1ον: Ορισμένα τμήματα και σχολές, κυρίως τα οικονομικά και πολυτεχνικά τμήματα, παρέχουν γνώσεις σε επιμέρους πτυχές της επιχειρηματικότητας και σε συνάφεια με το αντικείμενο σπουδών τους, λόγου χάριν πάνω στον τρόπο εκπόνησης ενός επιχειρηματικού σχεδίου. Απαιτείται βέβαια η περαιτέρω ενθάρρυνση της εισαγωγής μαθημάτων επιλογής στο πλαίσιο των τελευταίων ετών φοίτησης, καθώς και εργαστηριακών μαθημάτων και ασκήσεων με ειδικό περιεχόμενο για την ανάπτυξη της αυτενέργειας, της ερευνητικής ικανότητας και της μύησης των φοιτητών στη διαδικασία της παραγωγής και στην κουλτούρα του “επιχειρείν”.
2ον: Εκτός από τη διδασκαλία της επιχειρηματικότητας ως γνωστικού αντικειμένου, σε διεθνές επίπεδο υπάρχουν πολύτιμοι προβληματισμοί, όπως η πρόσφατη έκθεση Developing Entrepreneurial Graduates (2008) στη Μεγάλη Βρετανία, η οποία τονίζει την ιδιαίτερη σημασία του βιωματικού στοιχείου – σε αντίθεση με την παθητική μάθηση – για την εξοικείωση των μαθητών με την επιχειρηματική προοπτική. Στην κατεύθυνση αυτή, ήδη λειτουργεί ο θεσμός της πρακτικής άσκησης σε πολλά τμήματα και σχολές της χώρας. Όμως, απαιτείται η επέκταση και θεσμική κάλυψη της πρακτικής άσκησης στο πλαίσιο των προγραμμάτων σπουδών και η ανάπτυξη ενός πλαισίου κινήτρων τόσο για την αύξηση των συμμετεχόντων σπουδαστών και φοιτητών όσο και για την προσέλκυση περισσότερων επιχειρήσεων υποδοχής της πρακτικής άσκησης. 
3ον: Λειτουργούν Γραφεία Διασύνδεσης στα Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. της χώρας, με στόχο την παροχή πληροφοριών και ενημέρωσης στους φοιτητές και σπουδαστές για τις δυνατότητες απασχόλησης, και τις πιθανές εναλλακτικές πορείες που μπορούν να ακολουθήσουν μετά το πέρας των σπουδών τους. Απαιτείται τα υφιστάμενα και νέα Γραφεία Διασύνδεσης να ενισχυθούν, και να διευρύνουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους, με στόχο την τόνωση και διεύρυνση των σχέσεων των Ιδρυμάτων με την τοπική οικονομία και τη σύνδεση μεταξύ των δομών της ανώτατης εκπαίδευσης και της παραγωγής. Επιπλέον, απαιτείται η δικτύωση των Γραφείων Διασύνδεσης με δομές προώθησης της απασχόλησης και διαμεσολάβησης (π.χ. ΚΠΑ, Δήμοι κλπ).
4ον: Απαιτείται να ενσωματωθούν και άλλες δραστηριότητες με στόχο την ενίσχυση της κουλτούρας επιχειρηματικότητας, όπως είναι η δημιουργία «εικονικών» επιχειρήσεων, καθώς ήδη ψηφιακά προγράμματα λειτουργίας εικονικών επιχειρήσεων χρησιμοποιούνται στο πρόγραμμα Επιχειρείν του ΕΜΠ, η παροχή κινήτρων στους συμμετέχοντες, η ενθάρρυνση συστηματικών επισκέψεων μαθητών, σπουδαστών και φοιτητών σε επιχειρήσεις εσωτερικού και εξωτερικού, και η πραγματοποίηση εκθέσεων και διαγωνισμών για την επιλογή καινοτόμων ιδεών και επιχειρηματικών σχεδίων.
5ον: Ιδρύθηκαν και λειτουργούν θυρίδες επιχειρηματικότητας της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, που στόχο έχουν την πληροφόρηση και την εξατομικευμένη συμβουλευτική υποστήριξη των νέων καθώς και τη στήριξή τους για την ανάπτυξη επιχειρηματικών σχεδίων. Απαιτείται η ενίσχυσή τους, ώστε να αναδειχθούν και να προωθηθούν ζητήματα νεανικής επιχειρηματικότητας καθώς και ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας.
 
Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την έννοια της επιχειρηματικότητας σε μια οικονομία έχει γενικότερες επιπτώσεις τόσο στην πλευρά της προσφοράς όσο και στην πλευρά της ζήτησής της. Στην πλευρά της προσφοράς, η διάθεση για αξιοποίηση των ευκαιριών εξαρτάται από την ύπαρξη αντίστοιχου αριθμού δυνητικών επιχειρηματιών, το προφίλ τους και την εμπιστοσύνη που έχουν στις ικανότητές τους, καθώς και από την πιθανή εκπαίδευσή τους στην έννοια, τις διαδικασίες και τις ανάγκες της επιχειρηματικότητας. Στην πλευρά της ζήτησης, σημαντική προϋπόθεση είναι βεβαίως να υπάρχουν επιχειρηματικές ευκαιρίες. Η ποσότητα, αλλά και η ποιότητα αυτών των ευκαιριών όμως, εξαρτώνται και από το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον και επομένως ως μεγέθη μπορούν να βελτιωθούν σε ένα μακροοικονομικό περιβάλλον οικονομικής μεγέθυνσης, πολιτικής σταθερότητας και ευνοϊκού κλίματος.
 
Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα, παρά τη σχετική πρόοδο τα τελευταία χρόνια, υστερεί σημαντικά στην αναγνώριση, στην καλλιέργεια και στην αξιοποίηση του συντελεστή επιχειρηματικότητα, αλλά και στην ενθάρρυνση και ενίσχυση της ίδρυσης, αποτελεσματικής λειτουργίας και ανάπτυξης των επιχειρήσεων. Με βάση την πρόσφατη έρευνα που παρουσίασε το Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών για την «Επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα 2007-2008», προκύπτει ότι στην Ελλάδα το 2007 ένα 5,71% του πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών, δηλαδή περίπου 388.000 άτομα, βρίσκονταν στα αρχικά στάδια έναρξης επιχειρηματικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της αυτοαπασχόλησης. Στο σχετικό πίνακα η Ελλάδα κατατάσσεται υψηλά στην παγκόσμια κατάταξη, αποδεικνύοντας ότι οι όροι «κοιτίδα επιχειρηματικού δαιμονίου» και «επιχειρηματικό ταλέντο» είναι συνυφασμένοι με τη χώρα μας. Οφείλουμε, συνεπώς, να αναδείξουμε και να αξιοποιήσουμε αυτό το ταλέντο. Για την επιτυχία του στόχου αυτού απαιτείται η ενεργή ποιοτική και αποτελεσματική συμμετοχή της Πολιτείας, αλλά και του συνόλου της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Σέντρα: Αξιολόγηση των ευρωπαϊκών εκτιμήσεων για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας

Η ιδιαιτέρως έντονη, πολυδιάστατη και διαρκώς μεταλλασσόμενη κρίση πλήττει τις εθνικές οικονομίες, μεταξύ των οποίων και την ελληνική.
Σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και κλυδωνισμών, πολλές ευρωπαϊκές χώρες (17 στο σύνολο, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) προχώρησαν σε επικαιροποίηση των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Στηριζόμενη σε αυτά τα Προγράμματα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβη σε αναθεωρημένες εκτιμήσεις για την πορεία των ευρωπαϊκών οικονομιών, εντάσσοντας κάποιες από αυτές στη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ) (μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα). Σύμφωνα με αυτές τις προβλέψεις (Πίνακας 1):
  • Η Ελλάδα, μεταξύ των χωρών που συμπεριλήφθηκαν στη ΔΥΕ, εμφανίζει τον υψηλότερο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης για το 2008.
  • Η Ελλάδα είναι από τα λίγα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκτιμάται πως θα σημειώσουν θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και το 2009 (μόνο 5 από τις 27 χώρες θα έχουν θετικό πρόσημο).
  • Η Ελλάδα, μεταξύ των χωρών που συμπεριλήφθηκαν στη ΔΥΕ, εμφανίζει χαμηλότερο και κοντά στο όριο του 3% δημοσιονομικό έλλειμμα το 2009 και το 2010 (το 3,7% για το 2009 είναι και χαμηλότερο από το 4,0% που είναι ο μέσος ευρωπαϊκός όρος).
Η εικόνα που διαμορφώνεται από τις προαναφερθέντες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε καμία περίπτωση δεν συνάδει με τις προσεγγίσεις που παρουσιάζονται για την Ελληνική οικονομία και την εμφανίζουν ως τον αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης.
Αντιθέτως, η Ελληνική οικονομία βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση, όχι μόνο από περισσότερο ανταγωνιστικές οικονομίες, όπως αυτές της Ισπανίας, της Γαλλίας και της Ιρλανδίας, που επίσης εισήλθαν σε ΔΥΕ, αλλά και από τις άλλες 11 που προχώρησαν σε επικαιροποίηση των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Ανάπτυξης(οι επιτυχείς μέχρι σήμερα εκδόσεις τίτλων για τη χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους, παρά το υψηλό κόστος δανεισμού, το επιβεβαιώνει).
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία δεν εμφανίζει διαχρονικές αγκυλώσεις και διαρθρωτικές αδυναμίες. Αδυναμίες που γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς σε περιόδους οικονομικής κρίσης (όπως είναι το ύψος του δημοσίου χρέους, το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας κ.α.).
Επιβάλλεται συνεπώς η συνέχιση και εντατικοποίηση της προσπάθειας.
Με υπευθυνότητα, σύνεση, ρεαλισμό και διορατικότητα, μακριά από εύκολες και ανέξοδες δόσεις υποσχεσιολογίας, παροχολογίας και κινδυνολογίας, εντός και εκτός χώρας.
Η Ελληνική κυβέρνηση, έγκαιρα, σε συντονισμό και πλήρη ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ανέπτυξε στοχευμένες δράσεις και προχώρησε στην κατάρτιση Εθνικού Σχεδίου Αντιμετώπισης της Κρίσης, με βασικούς άξονες δράσης τη διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και τη στήριξη της απασχόλησης, τη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής με στόχο τη μακροχρόνια, σύμφωνα και με το Επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και την ενίσχυση των περισσότερο ευάλωτων στην κρίση κοινωνικών ομάδων.

Πρόκειται για ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο, με σταθερούς άξονες δράσης, αλλά και με συνεχείς διορθώσεις και προσαρμογές ώστε να ανταποκρίνεται με επάρκεια στα νέα δεδομένα.

Πίνακας 1: Εκτιμήσεις Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ιανουάριος 2009

 

 
Πραγματικό
ΑΕΠ (%)
Δημοσιονομικό Έλλειμμα (%)
 
2008
2009
2010
2008
2009
2010
Ιρλανδία (ΔΥΕ)
-2,0
-5,0
0,0
-6,3
-11,0
-13,0
Ελλάδα (ΔΥΕ)
2,9
0,2
0,7
-3,4
-3,7
-4,2
Ισπανία (ΔΥΕ)
1,2
-2,0
-0,2
-3,4
-6,2
-5,7
Γαλλία (ΔΥΕ)
0,7
-1,8
0,4
-3,2
-5,4
-5,0
Λετονία (ΔΥΕ)
-2,3
-6,9
-2,4
-3,5
-6,3
-7,4
Δανία
-0,6
-1,0
0,6
3,1
-0,3
-1,5
Γερμανία
1,3
-2,3
0,7
-0,1
-2,9
-4,2
Ολλανδία
1,9
-2,0
0,2
1,1
-1,4
-2,7
Σουηδία
0,5
-1,4
1,2
2,3
-1,3
-1,4
Φινλανδία
1,5
-1,2
1,2
4,5
2,0
0,5
Μεγ. Βρετανία
-0,6
-2,3
0,9
-5,7
-9,5
-9,2
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2009)

Άρθρο – Παρέμβαση για τον παροπλισμό πλοίων

Τους τελευταίους μήνες η παγκόσμια οικονομία κλονίζεται από μία ιδιαιτέρως δυσμενή κρίση, οι αρνητικές επιπτώσεις της οποίας καθίστανται σταδιακά ορατές σε σημαντικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτός της ναυτιλίας.
Η πτώση της ναυλαγοράς είναι πολύ πιο απότομη απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη κρίση. Η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας της ναυτιλίας αναμένεται να έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή αύξηση των περιπτώσεων προσωρινού παροπλισμού πλοίων, δημιουργώντας την ανάγκη επαναδραστηριοποίησης των καθορισμένων από την ελληνική νομοθεσία αγκυροβολίων. Σύμφωνα, με τη σχετική νομοθεσία του 1983, το λιμάνι της Στυλίδας αποτελεί ένα από τα 9 αγκυροβόλια της χώρας μας που δύναται να χρησιμοποιηθεί για τον παροπλισμό πλοίων, με τη συνολική χωρητικότητά του να περιορίζεται στα 8 πλοία.
Το ενδεχόμενο μελλοντικής επαναδραστηριοποίησης του αγκυροβολίου της Στυλίδας αποτέλεσε το εφαλτήριο για την ανάπτυξη μιας ενδιαφέρουσας συζήτησης μεταξύ πολιτών, τοπικών φορέων και περιβαλλοντικών οργανώσεων, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις άγγιξε τα όρια της υπερβολής (π.χ. αναφορές για νεκροταφείο πλοίων, τεράστιο αριθμό παροπλισμένων πλοίων κ.α.). Ωστόσο, η προσέγγιση ενός τόσο ευαίσθητου ζητήματος, με ιδιαίτερες κοινωνικές και περιβαλλοντικές προεκτάσεις, θα πρέπει να είναι προσεκτική, σφαιρική και υπεύθυνη αφενός απέναντι στις απαιτήσεις και τους προβληματισμούς της τοπικής κοινωνίας, και αφετέρου απέναντι στην ευρύτερη και συλλογική προσπάθεια ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας από την τρέχουσα δυσμενή συγκυρία.
Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης εντάσσεται και η προοπτική ισόρροπης κατανομής, εάν και εφόσον προκύψεισχετικό ζήτημα, των περιπτώσεων προσωρινού παροπλισμού πλοίων. Βέβαια, η υλοποίηση της προοπτικής αυτής εγείρει βασικές ανησυχίες, αναλογιζόμενοι περιπτώσεις περασμένων δεκαετιών, όσον αφορά κυρίως τη μόλυνση των υδάτων, την παγίωση και διόγκωση της δυνητικής μελλοντικής κατάστασης και το ενδεχόμενο ατυχήματος.
Συνεπώς, η καταρχήν θέση μου είναι αρνητική στη χρήση μόνο του λιμανιού της Στυλίδας για τον παροπλισμό των πλοίων.
Σε περίπτωση όμως που υλοποιηθεί η επαναδραστηριοποίηση του αγκυροβολίου Στυλίδας για τον παροπλισμό πλοίων, μαζί με τα άλλα αγκυροβόλια της χώρας, είναι υποχρέωση όλων μας να επιδιώξουμε:
– Την αυστηρή τήρηση του σχετικού κανονισμού για τη χωρητικότητα του αγκυροβολίου που προβλέπει να είναι έως οκτώ (8) πλοία, διασφαλίζοντας το λιμάνι της Στυλίδας από παρελθόντα φαινόμενα υπερβολικού αριθμού παροπλισμένων πλοίων.
– Τη διατήρηση ισόρροπης, αναλογικά με τις δυνατότητες των αγκυροβολίων, κατανομής των παροπλισμένων πλοίων στα αγκυροβόλια της χώρας.
– Την αποτροπή παροπλισμού δεξαμενόπλοιων στο λιμάνι της Στυλίδας τα οποία εγκυμονούν σημαντικούς κινδύνους για το ιδιαίτερο οικοσύστημα του Μαλιακού.
– Την αποφυγή παγίωσης της κατάστασης και παραμονής των παροπλισμένων πλοίων στο λιμάνι της Στυλίδας πέραν της περιόδου αντιμετώπισης των συνεπειών της τρέχουσας οικονομικής κρίσης στην ελληνική ναυτιλία.
– Τη διενέργεια και εντατικοποίηση, όπως προβλέπεται ρητά, και δύναται να πραγματοποιηθεί με βάση τις υπάρχουσες υποδομές, συγκεκριμένων ελέγχων από τις λιμενικές αρχές για την αποτροπή κινδύνων ρύπανσης του περιβάλλοντος και των παρακείμενων μυδοκαλλιεργειών και ιχθυοκαλλιεργειών.
– Την προώθηση προγραμμάτων εικαστικής και περιβαλλοντικής αναβάθμισης της παραλίας και της ευρύτερης περιοχής της Στυλίδας.
 
Οι περιστάσεις απαιτούν και επιβάλλουν την υπεύθυνη προσέγγιση και αυτού του ζητήματος, μακριά από υπερβολές και καιροσκοπισμούς, και τη στήριξη των προσπαθειών διεξόδου της ελληνικής οικονομίας από την τρέχουσα δυσμενή συγκυρία, στο πλαίσιο των απαράβατων αρχών της προστασίας του περιβάλλοντος, της τόνωσης της απασχόλησης, της ενίσχυσης της ανάπτυξης και της διασφάλισης της κοινωνικής ευημερίας.
 

Άρθρο – Παρέμβαση για τις αγροτικές κινητοποιήσεις (1ο μέρος)

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε παρατεταμένη κρίση, της οποίας η ένταση, η έκταση και το βάθος δεν μπορούν με επάρκεια να προσδιοριστούν.
Οι επιπτώσεις της είναι ήδη ορατές και στη χώρα μας, με ορισμένους κλάδους και τομείς, όπως είναι ο αγροτικός τομέας, να πλήττονται περισσότερο.
Τομέας ο οποίος, παρά τη φθίνουσα, διαχρονικά, συμμετοχή του στο εθνικό εισόδημα, συμβάλλει καθοριστικά στην αειφόρο ανάπτυξη και στην τόνωση της απασχόλησης της χώρας μας.
Είναι γεγονός ότι αδυναμίες και παθογένειες του αγροτικού τομέα, σε συνδυασμό με χρόνιες υστερήσεις της ασκούμενης αγροτικής πολιτικής, υπό το πρίσμα της τρέχουσας αρνητικής οικονομικής συγκυρίας, έχουν επηρεάσει δυσμενώς το καθαρό αγροτικό εισόδημα.
Η μεγάλη αύξηση του κόστους παραγωγής, συνοδευόμενη από σημαντική κάμψη των τιμών σε μια σειρά αγροτικών προϊόντων, έχουν οδηγήσει, όπως και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, το καθαρό αγροτικό εισόδημα σε συρρίκνωση (μειωμένο κατά 7,1% στην Ελλάδα το 2008 σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας). 
Η δύσκολη αυτή οικονομική συγκυρία, υπαγορεύει έκτακτες κρατικές παρεμβάσεις και νέες προτεραιότητες.
Η Κυβέρνηση, μακριά από εύκολες και ανέξοδες δόσεις παροχολογίας και υποσχεσιολογίας, με δεδομένες τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της οικονομίας, έχει ήδη αναλάβει, με υπευθυνότητα, στοχευμένες δράσεις για την άμεση ανακούφιση του αγροτικού κόσμου (π.χ. έγκαιρη καταβολή επιδοτήσεων και ενισχύσεων, καταβολή εξισωτικής αποζημίωσης, ενίσχυση αγροτικών συνεταιρισμών, έκτακτες αποζημιώσεις σε αγρότες και κτηνοτρόφους μέσω της δανειοδότησης του ΕΛΓΑ, έκτακτες ενισχύσεις με ταμειακή διευκόλυνση μέσω της ΑΤΕ, επιστροφή του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου στους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες κ.α.).
Όμως, τα αγροτικά προβλήματα είναι πολλά, μεγάλα και ανοικτά, διαχρονικά και διακομματικά.
Εκτός όμως από τις βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις απαιτούνται και συγκροτημένες μακροπρόθεσμες πρωτοβουλίες για την ποιοτική ενίσχυση και αναβάθμιση της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, για την πραγματοποίηση σημαντικών έργων υποδομής και ανάπτυξης της αγροτικής περιφέρειας, και για τη συνέχιση της ΚΑΠ και τη διατήρηση του δημοσιονομικού της φακέλου και μετά το 2013.
Στα δίκαια συλλογικά αιτήματα των αγροτών, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, είμαι αρωγός και συμπαραστάτης.
Απαιτείται συνέχιση του διαλόγου, χωρίς παρωπίδες και εκβιασμούς, χωρίς να τίθεται η χώρα σε ομηρία, χωρίς να κόβεται η Ελλάδα στα δύο.

Απογευματινή: Η αναγκαιότητα συνέχισης και ολοκλήρωσης της φορολογικής μεταρρύθμισης

Η Κυβέρνηση, με τον Προϋπολογισμό του 2009, εξαντλώντας και αξιοποιώντας τα περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας και τους διαθέσιμους «βαθμούς ελευθερίας», επιδιώκει τη διασφάλιση ικανοποιητικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης, τη συνέχιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και την ασφαλέστερη έξοδο από την πίεση της διεθνούς κρίσης.
Ένας από τους βασικούς άξονες πολιτικής δράσης είναι και η προσπάθεια ενίσχυσης του ύψους και της διάρθρωσης των δημοσίων εσόδων, με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, σε ένα περιβάλλον χαμηλότερης φορολογικής επιβάρυνσης. Έτσι, ο λόγος των έμμεσων προς τους άμεσους φόρους αναμένεται να διαμορφωθεί στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαπενταετίας, στοιχείο δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών.
 
Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη ενίσχυσης των εσόδων, χωρίς την επιβολή νέων φόρων, όπως άλλωστε έχει δεσμευθεί η Κυβέρνηση, επιβάλλει τη συνέχιση και ολοκλήρωση της φορολογικής μεταρρύθμισης, η οποία πραγματοποιείται σε τρεις φάσεις, μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων που έχουν ψηφιστεί την τελευταία πενταετία. Ειδικότερα:
Η πρώτη φάση, που ήδη έχει ολοκληρωθεί, έχει ως στόχο τη στήριξη της αναπτυξιακής διαδικασίας, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και την εξασφάλιση ενός πιο διαφανούς φορολογικού συστήματος.
Η δεύτερη φάση επιδιώκει τη μεταρρύθμιση της φορολογίας φυσικών προσώπων με τη μείωση της φορολογικής τους επιβάρυνσης, την απλοποίηση και τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συστήματος και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.
Η τρίτη φάση στοχεύει στην απλοποίηση και στον εξορθολογισμό του συστήματος φορολόγησης ακίνητης περιουσίας, στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στην περαιτέρω αποκλιμάκωση των φορολογικών συντελεστών. Βασικοί πυλώνες προς την κατεύθυνση αυτή είναι:
  • Η δραστική μείωση των φόρων που επωμίζονται τα ακίνητα στο πλέγμα της μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας, της απόκτησης πρώτης κατοικίας και της κατοχής ακίνητης περιουσίας.
  • Η αναμόρφωση του συστήματος φορολόγησης και διακίνησης των καυσίμων. 
  • Η παροχή σημαντικών, προσωρινών, προαιρετικών, αλλά όχι χαριστικών, κινήτρων στις επιχειρήσεις για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και των ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων.
  • Η εισαγωγή, με την ύπαρξη αρκετών περιπτώσεων φοροαπαλλαγών για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, ενός καινούργιου φορολογικού κλιμακίου για τους επιτηδευματίες και τους ελεύθερους επαγγελματίες.
  • Η συνέχιση της απλοποίησης και της ορθολογικοποίησης της φορολογίας των φυσικών προσώπων και η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τα μεσαία εισοδήματα που πλήρωναν φόρο 33% το 2004, θα πληρώνουν 25% το 2009 (δηλαδή 8 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερο).
Η επίτευξη των στόχων της φορολογικής μεταρρύθμισης αποτελεί αναμφίβολα ένα μεγάλο στοίχημα. Ένα μεγάλο στοίχημα για να μη χάσει η χώρα το βηματισμό της ανάπτυξης και της προόδου, για να μεταβάλλει τη διεθνή κρίση σε εθνική ευκαιρία. Και αυτό το στοίχημα πρέπει να το κερδίσουμε, και θα το κερδίσουμε, με βαθύ αίσθημα πολιτικής και κοινωνικής υπευθυνότητας.

Απογευματινή, Ειδική Έκδοση με θέμα «Ο Ρόλος των Τραπεζών στην Οικονομική Κρίση»: Οι προκλήσεις για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα…

Η διεθνής οικονομία έχει εισέλθει, από τα μέσα του προηγούμενου έτους, σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας και ισχυρών κλυδωνισμών. Η κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη είναι σοβαρή, παρατεταμένη και διαρκώς μεταλλασσόμενη, λόγω της αλληλεξάρτησης των οικονομιών και της ταχύτητας των επικοινωνιών, και ξεπερνά τις αντοχές των εθνικών οικονομιών, αρκετές από τις οποίες έχουν ήδη εισέλθει στον κύκλο της στασιμότητας ή της ύφεσης.

Η κρίση αγγίζει και επιβαρύνει, αν και σε μικρότερο βαθμό λόγω των μεγαλύτερων αντοχών της εξαιτίας των υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης και της σχετικής εσωστρέφειάς της, και την Ελληνική οικονομία.
Ειδικότερα, η αναταραχή στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, σε συνδυασμό με την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, επηρεάζει δυσμενώς την εύρυθμη λειτουργία του Ελληνικού τραπεζικού τομέα. Ενός τομέα με ιδιαίτερη σημασία για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των επενδυτικών πόρων.
 
Το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα
Οι τράπεζες, στο σύγχρονο χρηματοοικονομικό περιβάλλον, δε δρουν πλέον μόνο ως παραδοσιακοί διαμεσολαβητές μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών μονάδων, με απώτερο στόχο την εξομάλυνση της κατανομής εισοδημάτων και επενδύσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων υπό καθεστώς ατελών αγορών και ασύμμετρης πληροφόρησης, αλλά, επιπρόσθετα, επιτελούν και μια σειρά από διακριτές λειτουργίες, όπως είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, η λειτουργία συστήματος πληρωμών, η διαχείριση κινδύνων, η παρακολούθηση οφειλετών και η επεξεργασία πληροφοριών.
Αυτός ο πολυδιάστατος ρόλος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bankbasedcountries) όπως είναι η δική μας, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικός.
Το Ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, άρχισε να μεταμορφώνεται. Η θεσμική απελευθέρωση του τραπεζικού τομέα, η μεταβολή του πλαισίου κανόνων και εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, η ενίσχυση των ρυθμών ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας και η επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας, η διεθνοποίηση των οικονομικών συναλλαγών, η αξιοποίηση των εργαλείων της χρηματοοικονομικής μηχανικής (financialengineering), και η ταχεία τεχνολογική πρόοδος στους τομείς των επικοινωνιών και της πληροφορικής συνέβαλαν στον εκσυγχρονισμό του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος και στην προσαρμογή του στις συνθήκες που διαμορφώνονται στην ενοποιημένη Ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά.
Με εφαλτήριο αυτές τις εξελίξεις, οι Ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να ενισχύσουν την πιστωτική τους επέκταση, να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και να διευρύνουν τη γκάμα των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών.
Έτσι, τα Ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα απέκτησαν υψηλή οργανική κερδοφορία, σχετικά ισχυρή κεφαλαιακή βάση και χαμηλό βαθμό μόχλευσης, με περιορισμένη έκθεση σε στοιχεία του ενεργητικού που είτε άμεσα είτε έμμεσα συνδέονται με την διεθνή αναταραχή, καθιστώντας τα ιδιαιτέρως ανθεκτικά στη σημερινή δύσκολη οικονομική συγκυρία.
Ωστόσο, εξωγενείς παράγοντες, όπως η διεθνής αστάθεια και αβεβαιότητα, η έλλειψη διατραπεζικής ρευστότητας, οι μειωμένες οικονομικές προσδοκίες, οι συνθήκες επιβράδυνσης ή ύφεσης και ο κίνδυνος πιστωτικής ασφυξίας, και, ενδογενείς αδυναμίες και επιχειρηματικές πρακτικές του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως το μειωμένο επίπεδο ανταγωνιστικότητας της εγχώριας τραπεζικής αγοράς, που επιβεβαιώνεται και από την επιτοκιακή επιβάρυνση σε κάποιες κατηγορίες χορηγήσεων, η ανάληψη υψηλού πιστωτικού κινδύνου και κινδύνου χώρας από τα χρηματοδοτικά ανοίγματα στο εξωτερικό, οι μονομερείς, σε αρκετές περιπτώσεις, αλλαγές σε δανειακές συμβάσεις και η χρήση καταχρηστικών όρων από τα πιστωτικά ιδρύματα, δημιουργούν προβλήματα στην άντληση κεφαλαίων από τις αγορές χρήματος και κεφαλαίου και στην τραπεζική χρηματοδότηση.
 
Αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης
Η δυσμενής αυτή οικονομική συγκυρία απαιτεί από όλους τους εμπλεκομένους φορείς σύνεση, ψυχραιμία, υπευθυνότητα και σοβαρότητα.
Ήδη, σε διεθνές επίπεδο οι κυβερνήσεις, οι κεντρικές τράπεζες και οι λοιπές εποπτικές αρχές του χρηματοπιστωτικού τομέα συνεργάζονται και δρουν συντονισμένα προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης και να αποκατασταθούν σταδιακά οι συνθήκες ομαλότητας.
Προς αυτή την κατεύθυνση, η Ελληνική κυβέρνηση, μακριά από προσεγγίσεις άκρατου κρατικού παρεμβατισμού, παρεμβαίνει και μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
Προωθεί πρωτοβουλίες και μέτρα για την ενίσχυση της εγγύησης των καταθέσεων, την προστασία των δανειοληπτών και την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία. Πρωτοβουλίες που εναρμονίζονται στη φιλοσοφία τους και ευθυγραμμίζονται στις συγκεκριμένες δράσεις τους με τα αντίστοιχα σχέδια παρέμβασης που έχουν ανακοινώσει και οι λοιπές οικονομίες της Ευρωζώνης.
Το κυβερνητικό σχέδιο για τη διοχέτευση ρευστότητας στην οικονομία, ύψους 28 δισ. ευρώ (ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 11% του ΑΕΠ της χώρας και είναι το μισό του κοινοτικού μέσου όρου), επικεντρώνεται στην εξασφάλιση της ροής της ρευστότητας πρώτα μεταξύ των φορέων της, δηλαδή των πιστωτικών ιδρυμάτων, και στη συνέχεια προς τους φορείς της πραγματικής οικονομίας, δηλαδή τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Η υιοθέτηση και εφαρμογή του σχεδίου αναμένεται να έχει πολλαπλές, θετικές, επιπτώσεις στην Ελληνική οικονομία. Δημιουργείται επαρκές περιθώριο κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ενισχύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αμβλύνονται οι πιέσεις στα επιτόκια, αποφεύγεται η πιστωτική ασφυξία, παρέχεται ισότιμη πρόσβαση στις αγορές χρήματος, εξασφαλίζεται ουσιαστική διαφύλαξη των συμφερόντων του Δημοσίου και περιορίζεται ο ηθικός κίνδυνος, και διασφαλίζονται πόροι, μέσω των αποδόσεων και των προμηθειών, που θα αξιοποιηθούν για την ενίσχυση του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής και των Δημόσιων Επενδύσεων.
Ωστόσο, εκτός από το κράτος ευθύνη έχουν και οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές, καθώς και τα πιστωτικά ιδρύματα, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον καθορισμό της τιμολογιακής και πιστοδοτικής πολιτικής τους.
Έτσι, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) παρακολουθεί και θέτει αυστηρότερους όρους στη λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ότι αφορά τα κεφάλαιά τους, τα χρηματοδοτικά τους ανοίγματα στο εξωτερικό και την εγχώρια πιστωτική τους επέκταση.
Προς την ίδια κατεύθυνση, απαιτείται η συστηματική εξέταση, η διαρκής παρακολούθηση και η αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων που αναλαμβάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα, με την ενδυνάμωση των κριτηρίων κεφαλαιακής επάρκειας και τη βελτίωση των μεθόδων και διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων. Κίνδυνοι που δημιουργούνται από τις θέσεις και τις σχέσεις που αναπτύσσει το κάθε πιστωτικό ίδρυμα με τους πελάτες του και τις συναλλαγές που πραγματοποιεί στα πλαίσια των χρηματοοικονομικών αγορών. Καθώς, λοιπόν, οι τραπεζικές λειτουργίες αναπτύσσονται και εξελίσσονται σε πιο σύνθετα σχήματα και μορφές, οι αναλαμβανόμενοι κίνδυνοι μετασχηματίζονται και εμπλουτίζονται.
Επίσης, επιβάλλεται η βελτίωση και η ενδυνάμωση των κανόνων ελέγχου και διαφάνειας και των μηχανισμών εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η επάρκεια εσωτερικών και εξωτερικών ελέγχων, εσωτερικής και εξωτερικής εποπτείας, ιδίων κεφαλαίων, συστημάτων και πολιτικών διαχείρισης κινδύνων, εσωτερικών διαδικασιών και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίνεται σημαντική για τους δείκτες φερεγγυότητας του πιστωτικού ιδρύματος.
Τέλος, σημαντική καθίσταται η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης και ιδιαίτερα του τρόπου εγκρίσεως των πάσης φύσεως αμοιβών και κινήτρων των στελεχών των χρηματοπιστωτικών οργανισμών.
 
Πραγματική οικονομία και κοινωνική ευθύνη
Η Ελληνική κυβέρνηση αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, σε εθνικό και Ευρωπαϊκό επίπεδο, για τη βέλτιστη αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης στην πραγματική οικονομία.
Οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες καταδεικνύουν την αποφασιστικότητα και την αυξημένη κοινωνική της ευθύνη.
Κοινωνική ευθύνη, όμως, που καλούμαστε να επιδείξουμε όλοι μας, μακριά από ομφαλοσκοπήσεις και προσωπικές ή επιχειρηματικές στρατηγικές.
Κοινωνική ευθύνη που καλούνται να επιδείξουν και τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να ενισχυθεί και η κοινωνική αποδοχή του ρόλου τους.
Κοινωνική ευθύνη που έγκειται:
1ον: Στην αποτελεσματικότερη διαχείριση και διάχυση των πόρων του σχεδίου στην πραγματική οικονομία, σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων στις χορηγήσεις προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις,  βάζοντας τέλος σε πρακτικές που ξεπερνούν τα όρια της νομιμότητας και προκαλούν τους πολίτες.
2ον: Στην επιστροφή μέρους των κερδών που θα προκύψουν από τη χρήση του πακέτου ενίσχυσης της ρευστότητας στην ίδια την κοινωνία, πιθανόν μέσω του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής, συμβάλλοντας άμεσα στην ενδυνάμωση του βιοτικού επιπέδου των ευπαθών κοινωνικών ομάδων και στην απελευθέρωση πόρων για δημόσιες επενδύσεις.
Ήδη κάποιες τράπεζες έχουν αρχίσει να λαμβάνουν μέτρα προς την κατεύθυνση διευκόλυνσης των ανέργων και χαμηλόμισθων δανειοληπτών, μείωσης των επιτοκίων και παγώματος των πλειστηριασμών.
Παράλληλα, όλες οι Ελληνικές τράπεζες εντάχθηκαν στο πρόγραμμα του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε.) για την παροχή «ενέσεων ρευστότητας» στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ένα πρόγραμμα που θα παρέχει, για πρώτη φορά, εγγύηση και επιδότηση επιτοκίου για κεφάλαιο κίνησης. Εγγύηση η οποία θα καλύπτει το 80% των δανείων ύψους μέχρι 350.000 ευρώ, ενώ η τράπεζα, και για το υπόλοιπο 20% του δανείου, δεν θα αναζητά περαιτέρω εξασφαλίσεις από τις επιχειρήσεις.
Τέλος, υπάρχει ενδιαφέρον και από άλλα 6 πιστωτικά ιδρύματα (εκτός των 4 που ήδη έχουν συνάψει συμφωνία) να συνεργασθούν με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, προκειμένου να κινητοποιήσουν, μέσω εξειδικευμένων χρηματοπιστωτικών εργαλείων, κεφάλαια για τις Ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εφέτος, μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων αναμένεται να διατεθούν 600 εκατ. ευρώ για τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων τους, ενώ άλλα 600 εκατ. ευρώ θα διατεθούν το 2009.
Σε κάθε περίπτωση, και ακόμη πιο πολύ σε δύσκολες και πιεστικές καταστάσεις όπως είναι η παρούσα, απαίτηση των πολιτών από όλους μας είναι να ανταποκριθούμε στην κρισιμότητα των καταστάσεων. Με σύνεση και υπευθυνότητα, ισχυρή πολιτική βούληση και πραγματική κοινωνική ευαισθησία να βγάλουμε με ασφάλεια και προοπτική τη χώρα από τη διεθνή κρίση. Να διασφαλίσουμε τα συμφέροντα των πολιτών και της χώρας. 
Και αυτό ισχύει για όλους, πολιτικές δυνάμεις, πιστωτικά ιδρύματα, ρυθμιστικές αρχές και συλλογικούς φορείς.

Δυτική: Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία

Σήμερα, η παγκόσμια κοινότητα διανύει μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας, σοβαρών αναταράξεων και ισχυρών κλυδωνισμών. Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση, σε συνδυασμό με τις σημαντικές αυξήσεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, των τροφίμων και των άλλων πρώτων υλών, έχει αρχίσει να επιδρά και στην πραγματική οικονομία, επηρεάζοντας την ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.

Η κρίση στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, είναι μεγάλη, βαθιά και πολυδιάστατη. Οι επιπτώσεις της είναι σημαντικές, ενώ η διάρκειά της απρόβλεπτη.
Σε μια τέτοια κατάσταση, η εμπιστοσύνη των πολιτών κλονίζεται, ενώ κυριαρχούν η ανησυχία, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα. Δεν χρειάζεται όμως να επικρατήσει ο πανικός, ιδιαίτερα σήμερα που οι κυβερνήσεις έχουν – σε σχέση με το παρελθόν – πολύ μεγαλύτερη εμπειρία στη διαχείριση τέτοιων κρίσεων και περισσότερα εργαλεία στη διάθεσή τους, ενώ είναι πολύ πιο πρόθυμες να καταφύγουν στη διεθνή συνεργασία για να τις αντιμετωπίσουν.
 
Αίτια της κρίσης
Η δομική και συστημική χρηματοπιστωτική κρίση οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες, όπως:
  • Η σταδιακή κατάρρευση της αγοράς των στεγαστικών δανείων στις Η.Π.Α.
  • Τα προβλήματα στην αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου (subprime).
  • H τιτλοποίηση των στεγαστικών δανείων και η χρήση πιστωτικών παραγώγων που οδήγησε σε μόλυνση των ισολογισμών των χρηματοπιστωτικών οργανισμών με «τοξικά» χαρτοφυλάκια.
  • Η αλόγιστη απληστία (τα «οικονομικά της απληστίας» κατά τον Πολ Κρούγκμαν).
  • Η παρατεταμένη ρυθμιστική αδράνεια και η ελλειπής εποπτεία εθνικών αρχών και φορέων, κυρίως στις μη εποπτευόμενες περιοχές των αγορών κεφαλαίου.
  • Το έλλειμμα εταιρικής διακυβέρνησης σε συνδυασμό με την ανεπαρκή αξιολόγηση κινδύνων.
  • Η μόχλευση των ιδίων κεφαλαίων με δανειακά κεφάλαια (η χρηματοδότηση δηλαδή των επενδύσεων με ξένα και όχι με ίδια κεφάλαια, που με την αύξηση των επιτοκίων έγιναν πολύ ακριβά).
Η επίδραση στην ελληνική οικονομία
Η παγκόσμια κρίση αγγίζει και την Ελληνική οικονομία, κυρίως μέσω της επιβράδυνσης των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και της αύξησης του κόστους άντλησης χρήματος. Η ενίσχυση του κόστους άντλησης του χρήματος έχει περιορίσει τους ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης και έχει αυξήσει τη δαπάνη εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων των δανειοληπτών, ιδίως για τα νοικοκυριά που έχουν υπερδανειστεί ή έχουν σχετικά χαµηλά εισοδήµατα.
Παράλληλα, οι περισσότερο διεθνοποιημένοι τομείς της οικονομίας μας, όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία, καθώς και οι εξαγωγικοί κλάδοι της μεταποίησης με σημαντική έκθεση στις ανεπτυγμένες οικονομίες, αναμένεται να υποστούν τις όποιες συνέπειες από την εξασθένηση της διεθνούς ζήτησης. Παράλληλα, η διεθνής κεφαλαιακή στενότητα και επιφυλακτικότητα ενδέχεται να επηρεάσει τις εισροές ξένων επενδυτικών κεφαλαίων στην Ελληνική οικονομία.
Οι Ελληνικές τράπεζες, από τη μεριά τους, δεν είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις πρακτικές που ακολουθούνται σε άλλα μέρη του κόσμου (έκθεση δηλαδή σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα). Είναι γεγονός ότι οι Ελληνικές τράπεζες τα τελευταία χρόνια στήριξαν την ανάπτυξή τους στην οργανική κερδοφορία μέσω της ενίσχυσης των χορηγήσεων και της επέκτασης στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Συνεπώς, οι Ελληνικές τράπεζες δεν επηρεάζονται άμεσα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά έμμεσα (μέσα από την αύξηση του κόστους χρήματος, στο βαθμό που οι τράπεζες της χώρας μας συμμετέχουν στην παγκόσμια διατραπεζική αγορά).
 
Αντιμετώπιση της κρίσης
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, στόχος των κυβερνήσεων, των εποπτικών και των ρυθμιστικών αρχών είναι η σταθεροποίηση της κατάστασης στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ανάκτηση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό τομέα ώστε να αποφευχθεί η συστημική κατάρρευση.
Για το λόγο αυτό γίνονται διαδοχικές παρεμβάσεις στις αγορές χρήματος (ενέσεις ρευστότητας και σχέδια διάσωσης και υποστήριξης [bailout] σε Η.Π.Α. και Ευρωπαϊκή Ένωση) και κεφαλαίου (π.χ. απαγόρευση ανοικτών πωλήσεων), ενώ αρκετές εθνικές κυβερνήσεις κρατικοποιούν μέρος των προβληματικών χαρτοφυλακίων ή των κεφαλαίων των χρηματοπιστωτικών οργανισμών.
Στις Η.Π.Α., οι πτωχεύσεις ή εξαγορές επενδυτικών τραπεζών (Bear Sterns, Lehman Brothers και Merrill Lynch) και η μετατροπή των υπολοίπων ισχυρών επενδυτικών τραπεζών σε τραπεζικούς ομίλους συμμετοχών (Goldman Sachs και Morgan Stanley) έφεραν το τέλος της επενδυτικής τραπεζικής και επαναπροσδιόρισαν το τοπίο του σύγχρονου χρηματοοικονομικού κόσμου, ενώ το αμερικανικό Δημόσιο με κινήσεις της Κεντρικής Τράπεζας και πρωτοβουλίες του Υπουργείου Οικονομικών προχώρησε σε δραστικές παρεμβάσεις (π.χ. κρατική ομπρέλα προστασίας στις AIG, Fannie Mae και Freddie Mac).
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι κυβερνήσεις πρόσφατα αποφάσισαν την ενίσχυση της εγγύησης των καταθέσεων, ενώ στην τελευταία συνάντηση των ηγετών του Eurogroup (12.10.2008) απεφασίσθη ένα σχέδιο με το οποίο διασφαλίζονται η κρατική προστασία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι συναλλαγές, ο δανεισμός και η συνεχής ροή χρηματοδότησης. Συγκεκριμένα, το σχέδιο προβλέπει τη διασφάλιση της ρευστότητας στις τράπεζες, την εξυγίανση της λειτουργίας τους, τον δανεισμό τους με κρατικές εγγυήσεις, την επανακεφαλαιοποίηση, τον εκσυγχρονισμό των λογιστικών προτύπων, ενώ βάζει «φρένο» στον ανταγωνισμό μεταξύ τους.
 
Μελλοντικές πρωτοβουλίες
Σε μεσομακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα όμως απαιτείται η ανάληψη και άλλων πρωτοβουλιών, όπως:
  • Η ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού σε Ευρωπαϊκό, αλλά και σε διεθνές, επίπεδο ανάμεσα στις κυβερνήσεις, στις κεντρικές τράπεζες και στις ρυθμιστικές αρχές για την αντιμετώπιση των προκλήσεων στη διεθνή οικονομία.
  • Η βελτίωση και ενδυνάμωση των κανόνων ελέγχου και διαφάνειας και των μηχανισμών εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
  • Η αναδιάταξη και ενίσχυση του όλου πλέγματος ανάληψης, διαχείρισης και παρακολούθησης χρηματοοικονομικών κινδύνων, ενδεχομένως με α) την ενδυνάμωση των κριτηρίων κεφαλαιακής επάρκειας, β) τη βελτίωση των μεθόδων και διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, και γ) τον περιορισμό του φαινομένου της αντικυκλικότητας των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Αναφορικά με το τελευταίο, απαιτούνται ρυθμιστικές πρωτοβουλίες για τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών των οικονομικών κύκλων των οικονομιών μέσω της μέριμνας για μεγαλύτερα αποθεματικά και επαρκείς προβλέψεις σε ανοδικές φάσεις του κύκλου ώστε να καλύπτονται οι χρηματοπιστωτικές ανάγκες της οικονομίας σε καθοδικές φάσεις.
  • Η αναθεώρηση των κανόνων εποπτείας του λεγόμενου «σκιώδους» χρηματοπιστωτικού συστήματος.
  • Η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης, ιδιαίτερα του τρόπου εγκρίσεως των πάσης φύσεως αμοιβών και κινήτρων των στελεχών.
  • H αναθεώρηση των κανόνων λειτουργίας και εποπτείας των οργανισμών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και του κινδύνου των προϊόντων που παρέχουν. Σημαντικά θέματα που θα πρέπει να προσεχθούν είναι η αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων και η γνωστοποίηση της μεθόδου αποτίμησης των επιχειρήσεων.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της Ελλάδας, η προώθηση και ολοκλήρωση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητη για τη θωράκιση της Ελληνικής οικονομίας έναντι της δυσμενούς διεθνούς συγκυρίας. Αν αυτό δεν επιτευχθεί, σύμφωνα και με την Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, οι αρνητικές συνέπειες θα είναι σοβαρότερες, θα διαρκέσουν περισσότερο και το μεγαλύτερο βάρος τους θα το επωμιστούν, δυστυχώς, οι οικονομικά ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες. Συνεπώς, η Ελληνική Κυβέρνηση, με υπευθυνότητα και αποφασιστικότητα, προωθεί νομοσχέδια και πρωτοβουλίες για τη διατήρηση της αξιοπιστίας και εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ενίσχυση των κοινωνικών ομάδων που επηρεάζονται περισσότερο από την οικονομική συγκυρία, ενώ, παράλληλα συνεχίζει το πρόγραμμα διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής αγοράς, την ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας, τη μακροοικονομική σταθερότητα και την τόνωση της κοινωνικής συνοχής.
Σε κάθε περίπτωση, εκείνο το οποίο απαιτείται δεν είναι η επιστροφή σε οποιαδήποτε μορφή προστατευτισμού αλλά η περαιτέρω ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του υφισταμένου ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου με βάση τους άξονες γύρω από τους οποίους αυτό έχει σταδιακά διαμορφωθεί και με γνώμονα τις εμπειρίες που αντλήθηκαν από την πρόσφατη κρίση. Το ζητούμενο στην πραγματικότητα δεν είναι η ποσότητα αλλά η ποιότητα των παρεμβάσεων. Οι κατάλληλες και ποιοτικές παρεμβάσεις, λοιπόν, σε συνδυασμό με την οικονομική και αναπτυξιακή πολιτική που ακολουθείται με συνέπεια τα τελευταία χρόνια, αναμένεται να ενισχύσουν το δίχτυ κοινωνικής προστασίας, να σταθεροποιήσουν το οικονομικό περιβάλλουν και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για νέα ώθηση της αναπτυξιακής διαδικασίας στη χώρας μας.

Άρθρο – Παρέμβαση για τον καπνό

Ο καθοριστικός ρόλος του αγροτικού τομέα στην πρόοδο και αειφόρο ανάπτυξη της Ελληνικής περιφέρειας είναι καθολικά αναγνωρισμένος.Ωστόσο αδυναμίες και παθογένειες του αγροτικού τομέα, σε συνδυασμό με χρόνιες υστερήσεις της ασκούμενης αγροτικής πολιτικής, υπό καθεστώς διεθνοποιημένων και έντονα ανταγωνιστικών αγορών, έχουν επηρεάσει δυσμενώς το αγροτικό εισόδημα, θέτοντας ζητήματα βιωσιμότητας του Έλληνα αγρότη.

Ιδιαίτερα σε περιόδους παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, η διόγκωση του κόστους παραγωγής λόγω της ενίσχυσης των τιμών των πρώτων υλών (πετρέλαιο, λιπάσματα κ.α.) υπερβαίνει τις όποιες αυξήσεις στο εισόδημα των αγροτικών νοικοκυριών.
Η Κυβέρνηση, με τη στρατηγική και το μίγμα των πολιτικών της, στοχεύει στη στήριξη και την ενίσχυση του αγροτικού τομέα και στη θωράκιση των αγροτικών νοικοκυριών από τις επιπτώσεις της δυσμενούς οικονομικής και κοινωνικής συγκυρίας που διανύουμε.
Στην κατεύθυνση αυτή, έμπρακτα, η Κυβέρνηση την προηγούμενη εβδομάδα ανακοίνωσε δέσμη μέτρων και πρωτοβουλιών, όπως είναι:
  • η έγκαιρη καταβολή επιδοτήσεων και αποζημιώσεων (ύψους 170 εκατ. ευρώ),
  • η βέλτιστη λειτουργία των τοπικών κέντρων αγροτικής ανάπτυξης,
  • η ένταξη στο Δ’ Κ.Π.Σ. αγροτικών έργων υποδομής και προγραμμάτων,
  • η ενίσχυση των ποιοτικών και πιστοποιημένων προϊόντων με ονομασία προέλευσης,
  • η καταβολή της εξισωτικής αποζημίωσης στους δικαιούχους αγρότες,
  • η άτοκη χρηματοδότηση των Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών που συγκεντρώνουν δημητριακά, έτσι ώστε να δοθεί η προκαταβολή στους παραγωγούς και να διατεθεί το προϊόν αργότερα με πιο ικανοποιητικούς όρους (ύψους 150 εκατ. ευρώ).
Παράλληλα, στην ίδια κατεύθυνση, η Αγροτική Τράπεζα προχώρησε:
  • στη μείωση κατά 0,5% του κυμαινόμενου επιτοκίου του προγράμματος στεγαστικών δανείων αγροτών,
  • στο πάγωμα της καταβολής των δόσεων για ένα χρόνο των επενδυτικών-μεσοπρόθεσμων δανείων των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, με παράλληλη παράταση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου έως 2 χρόνια,
  • στην αύξηση έως 20% του ορίου των ενήμερων κεφαλαίων κίνησης των αγροτών, προσφέροντας την απαραίτητη ρευστότητα για την κάλυψη των αναγκών τους,
  • στην αυτόματη, για μια τριετία, ανανέωση του Ενιαίου Μεσοπρόθεσμου Δάνειου Αγροτών, χωρίς υποχρέωση καταβολής κεφαλαίου και μόνο με εξόφληση των τόκων, μετά από αίτηση του αγρότη.
Βέβαια, τα αγροτικά προβλήματα είναι πολλά, μεγάλα και ανοικτά, και μεγεθύνονται από τις ιδιαιτέρως αρνητικές επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
Ένα από αυτά, ιδιαίτερα σημαντικό για τους παραγωγούς του Νομού Φθιώτιδας, αφορά το προϊόν του καπνού, και πιο συγκεκριμένα τη μεταφορά στο 2ο πυλώνα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής του 50% των άμεσων ενισχύσεων των καπνοπαραγωγών από το 2010 και μετά.
Η Ελληνική Κυβέρνηση, δια του Αρμοδίου Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σε συνεργασία και συντονισμό και με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, επιδιώκει την παραμονή σε ισχύ μέχρι το 2013 των σημερικών σχημάτων στήριξης με την ολοκλήρωση των συνομιλιών για την Κατάσταση της Υγείας (HealthCheck) της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Σε αυτή την προσπάθεια είμαστε όλοι αρωγοί και συμπαραστάτες.
Η μη τροποποίηση των σημερινών νομοθετικών μέτρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει ότι η Ελληνική πολιτεία θα πρέπει να αναλάβει άμεσα εκείνες τις δράσεις που θα εξασφαλίζουν τη βέλτιστη αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων προς όφελος όλων των καπνοπαραγωγών.
Σε κάθε περίπτωση ο στόχος είναι κοινός, και σε ότι με αφορά, ξεκάθαρος: στήριξη όλων των καπνοπαραγωγών.

Ισοτιμία: Οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη

Η κατάθεση του Προσχεδίου του Κρατικού Προϋπολογισμού έχει ιδιαίτερη πολιτική, οικονομική και κοινωνική σημασία και αποτελεί το εφαλτήριο συζητήσεων για την ασκούμενη οικονομική πολιτική, ιδιαίτερα στις μέρες μας που η χρηματοπιστωτική κρίση έχει αρχίσει να «μολύνει» την πραγματική οικονομία.
Σε αυτό το περιβάλλον διεθνούς αναταραχής και αβεβαιότητας, η σύνταξη του Προϋπολογισμού είναι αναμφίβολα δύσκολη υπόθεση, όταν μάλιστα τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι περιορισμένα. Με αυτά τα δεδομένα, η Κυβέρνηση, με το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού του 2009, επιδιώκει:
  • Τη διασφάλιση ικανοποιητικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.
  • διατήρηση του κλίματος δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότητας. 
  • Την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής.
  • Την ασφαλέστερη έξοδο από την πίεση της διεθνούς κρίσης.
Βασικοί άξονες δράσης για την επίτευξη αυτών των στόχων είναι:
  • Η ενίσχυση των εσόδων με τη συνέχιση και ολοκλήρωση της φορολογικής μεταρρύθμισης. 
  • Η βελτίωση της διάρθρωσης των πρωτογενών δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού, με την περικοπή των λειτουργικών δαπανών, οι οποίες, αφαιρουμένων των δαπανών των καταργούμενων ειδικών λογαριασμών, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στο 3,4% του ΑΕΠ το 2009 (από 3,5% το 2008 και 3,9% το 2007).
  • Η ενίσχυση της δημοσιονομικής διαφάνειας και η βελτίωση του ελέγχου των δημοσίων δαπανών μέσω της ενσωμάτωσης των ειδικών λογαριασμών στον Κρατικό Προϋπολογισμό και της εξυγίανσης των οικονομικών φορέων της γενικής κυβέρνησης.
  • Η διανομή σημαντικού κοινωνικού μερίσματος. Οι δαπάνες για κοινωνική προστασία εκτιμώνται στο 6,9% των πρωτογενών δαπανών το 2009 (από 5,5% το 2008 και 5,3% το 2007). Ενσωματώνεται η χρηματοδότηση του Ασφαλιστικού Κεφαλαίου Αλληλεγγύης Γενεών και ενεργοποιείται η λειτουργία του Εθνικού Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής (η αρχή θα γίνει με το επίδομα θέρμανσης σε άνεργους και χαμηλοσυνταξιούχους). 
  • Η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Η Κυβέρνηση, κατέθεσε πρόσφατα ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την προστασία της πραγματικής οικονομίας μέσω της ενδυνάμωσης της πιστωτικής επέκτασης, της ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών και επιχειρήσεων, της εγγύησης των καταθέσεων των αποταμιευτών και της προστασίας των δανειοληπτών.
  • Η συνέχιση και επιτάχυνση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας με έμφαση στις νέες πηγές ανάπτυξης (επένδυση στη γνώση, ενίσχυση της έρευνας, της καινοτομίας, και των νέων τεχνολογιών, τόνωση της επιχειρηματικότητας, βελτίωση της λειτουργίας του κράτους).
Οι παραπάνω άξονες δράσης επιβεβαιώνουν την αταλάντευτη προσήλωση της Κυβέρνησης στους στόχους της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Απαιτείται η υλοποίηση αυτών ώστε η χώρα μας να μην χάσει το βηματισμό της βιώσιμης ανάπτυξης, της ενίσχυσης της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.
InstagramYoutube