Άρθρο στο Περιοδικό “Επιχειρώ” – “Η Πραγματική Οικονομία είναι «Ανυπάκουη» στις Κυβερνητικές Επιθυμίες”

Η δυσμενής και διαρκώς επιδεινούμενη πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, καθώς και οι αποκλίσεις από τους στόχους που έχουν τεθεί με την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και περιλαμβάνονται στο «Μνημόνιο», καταδεικνύουν ότι η Οικονομία δεν «υπακούει» στις επιθυμίες της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

 

Οι όποιες κυβερνητικές δηλώσεις για επικοινωνιακούς λόγους ή τα πολιτικά φληναφήματα που περικλείουν αβάσιμες νότες αισιοδοξίας, δεν μπορούν να «κρύψουν» την πραγματικότητα.

 

Πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται στη δραματική συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και στα «λουκέτα» των επιχειρήσεων.

 

Πραγματικότητα, όπως αυτή εκπέμπεται από μία σειρά δεικτών, σύμφωνα με τους οποίους:

α) Η ύφεση κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους ανήλθε στο 3,5%, και είναι η μεγαλύτερη από το 1975. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η εκτίμηση της Κυβέρνησης για την ύφεση αναθεωρήθηκε από 0,3% τον Ιανουάριο σε 4% το Μάιο. Η Ελλάδα είναι μάλιστα η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που παρουσιάζει μείωση του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο (-1,5%), όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώθηκε στο +1% μεταξύ των δύο τριμήνων του 2010.

 

β) Ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 5,5% τον Ιούλιο, και είναι ο υψηλότερος των τελευταίων 13 ετών, ενώ το Σεπτέμβριο του 2009 ήταν 0,7%. Αυτή η τεράστια απόκλιση οδήγησε την «Τρόικα» σε αναθεώρηση των εκτιμήσεων της για το ύψος του πληθωρισμού για το 2010 στο 4,75%.

 

γ) Η βιομηχανική παραγωγή το πρώτο εξάμηνο μειώθηκε κατά 5,8%,  η μεταποίηση κατά 4,7% και τα έσοδα από ταξιδιωτικές υπηρεσίες κατά 12%, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009. Παράλληλα, ο όγκος της οικοδομικής δραστηριότητας το Μάιο μειώθηκε κατά 22%.

 

δ) Το 15% των επιχειρήσεων στην Αττική έχουν κλείσει, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΕΕ, ενώ 176.700 επιχειρήσεις, σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ, είναι κοντά στο «κλείσιμο» ως το τέλος του 2011. Μια τέτοια εξέλιξη θα μεταφραστεί σε απώλεια 305.000 θέσεων εργασίας.

 

ε) Η ανεργία το Μάιο έφτασε το 12%, από 8,5% που ήταν το Μάιο του 2009, παρουσιάζοντας μία από τις υψηλότερες ετήσιες αυξήσεις (43%) που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια.

 

Επιπρόσθετα, η υστέρηση των εσόδων, παρά τις απανωτές αυξήσεις της φορολογίας, διευρύνεται. Έτσι, τα καθαρά έσοδα παρουσιάζουν οριακή αύξηση 4% στο 1ο  επτάμηνο (ίσως και χαμηλότερα το οκτάμηνο), έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση 13,7%, ενώ τον Ιούλιο, για πρώτη φορά φέτος, διαπιστώνεται μείωση των εσόδων κατά 9% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2009.

 

Ειδικότερα, τα έσοδα από ΦΠΑ, το 1ο επτάμηνο του έτους σε σχέση με πέρυσι, είναι αυξημένα, μόλις, κατά 0,5%. Μάλιστα, κατά τον μήνα Ιούλιο είναι μειωμένα κατά 4% σε σχέση με πέρυσι.

 

Επιπροσθέτως, οι επιστροφές φόρων προς τις επιχειρήσεις εμφανίζονται μειωμένες κατά 4,1% σε σχέση με πέρυσι (έναντι στόχου για αύξηση κατά 3%), επιβεβαιώνοντας την ένδειξη πως η Κυβέρνηση, στην πράξη, δεν προωθεί την επιχειρηματική δραστηριότητα.

 

Και ενώ έχουμε αυτές τις αποκλίσεις από τους στόχους, η Κυβέρνηση επιλέγει, προκειμένου να εμφανίσει λογιστική μείωση του ελλείμματος, την περιστολή των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις. Έτσι προχωρά στην περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων κατά 2,4 δισ. ευρώ ή 36,3% σε σχέση με πέρυσι, εγκαταλείποντας, προφανώς, το στόχο για μείωση των δαπανών του κατά 4%. Αυτή η αντιαναπτυξιακή πολιτική επιλογή με καθοριστικές βραχυπρόθεσμες αλλά και μακροπρόθεσμες συνέπειες για την οικονομική δραστηριότητα, συνοδεύεται με την απόφαση του οικονομικού επιτελείου να κηρύξει, ουσιαστικά, στάση πληρωμών προς τις επιχειρήσεις, καθηλώνοντας την αγορά και συρρικνώνοντας τις προοπτικές ανάταξής της. Προκειμένου, λοιπόν, να παρουσιάσει μικρότερες αποκλίσεις κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού, καταφεύγει σε λογιστικές ακροβασίες, σε συνεχείς μεταβολές των εκτιμήσεων, καθώς και σε πολιτικές πρακτικές επιζήμιες για την πραγματική οικονομία.

 

Αντί η Κυβέρνηση να επιχειρήσει το συγκερασμό της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος με την ενίσχυση της ανάπτυξης, επιλέγει μονομερώς τη λογιστική μείωση του ελλείμματος, θέτοντας την οικονομία σε διαδικασία καθοδικού σπιράλ και «στραγγαλίζοντας» τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικά τάξεις. Δίνει τη χαριστική βολή στη μεσαία τάξη, στον επαγγελματία, το μισθωτό, το μικρομεσαίο επιχειρηματία. Με άλλα λόγια, η Κυβέρνηση φαίνεται να αγνοεί πως «…η περικοπή των επενδύσεων με υψηλή απόδοση, προκειμένου να επιτευχθεί η λογιστική μείωση του ελλείμματος, είναι πραγματική ανοησία…» (όπως δήλωσε και ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζ. Στίγκλιτζ, σύμβουλος του Πρωθυπουργού, σε πρόσφατη συνέντευξή του).  

 

Η Ν.Δ. έχει έγκαιρα αναδείξει τις αδυναμίες του ακολουθούμενου μείγματος οικονομικής πολιτικής. Έχει καταθέσει συγκεκριμένο Σχέδιο για την έξοδο από την κρίση και την ταχύτερη αποδέσμευση από το «Μνημόνιο». Σχέδιο που επιδιώκει την ταυτόχρονη αντιμετώπιση ελλείμματος και χρέους, ώστε να επιτευχθεί η επανεξέταση των όρων του Μνημονίου και η πιθανή αποδέσμευση απ’ αυτό έπειτα από μια διετία. Προτείνει, συγκεκριμένα, τον απαραίτητο συγκερασμό μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και πολιτικών στήριξης της ανάταξης της πραγματικής οικονομίας. Η υιοθέτηση μόνο περιοριστικών μέτρων, όπως κάνει σήμερα η Κυβέρνηση, μειώνει το διαρθρωτικό, αλλά αυξάνει το κυκλικό έλλειμμα, με την ύφεση που προκαλείται. Για να μειωθεί, συνεπώς, το συνολικό έλλειμμα, πρέπει να συνδυαστούν τα περιοριστικά μέτρα (όχι τέτοιας έντασης και σύνθεσης), χωρίς να ληφθούν πρόσθετα (όπως προβλέπει το «Μνημόνιο»), με μέτρα καταπολέμησης της ύφεσης, με αντικυκλικές πολιτικές που θα δώσουν «οξυγόνο» στην αγορά και στους πολίτες. Παράλληλα, κρίνεται επιτακτική για την ευρύτερη ανάταξη της ελληνικής Οικονομίας η προώθηση αφενός γενναίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με μακροπρόθεσμο ορίζοντα απόδοσης και στόχο την ενίσχυση της εγχώριας ανταγωνιστικότητας και αφετέρου πολιτικών άμεσης συρρίκνωσης του δημοσίου χρέους με βασικό άξονα την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου. Τα προαναφερθέντα συστατικά δεν καθιστούν το Σχέδιο της Ν.Δ. ένα σχέδιο χωρίς θυσίες. Το καθιστούν, όμως, ένα σχέδιο με λιγότερες και δίκαιες θυσίες, θυσίες που αντέχει η Κοινωνία και η Οικονομία, θυσίες που είναι περισσότερο συμβατές με την ελληνική πραγματικότητα και που θα πιάσουν τόπο.

Άρθρο στην Εφημερίδα “Η Καθημερινή” – “Δημοσιονομική Προσαρμογή και Ανάταξη της Οικονομίας”

Η πιο βαθιά και παρατεταμένη μεταπολεμική παγκόσμια οικονομική κρίση είχε επιπτώσεις, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, και στην ελληνική Οικονομία. Έφερε στην επιφάνεια όλα τα υποκείμενα νοσήματά της. Προβλήματα όπως το υψηλό δημόσιο έλλειμμα και χρέος, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα και βεβαίως, το αξιακό σύστημα του πολιτικού συστήματος και ευρύτερα της  κοινωνίας.

Μια αντικειμενική ανάλυση της διαχρονικής εξέλιξης δείχνει ότι οι ρίζες τους εντοπίζονται στη δεκαετία του 1980.

Ασφαλώς τα προβλήματα αυτά δεν αντιμετωπίσθηκαν επαρκώς κατά τις επόμενες δεκαετίες.

Η Κυβέρνηση της ΝΔ (Μάρτιος 2004 – Σεπτέμβριος 2009), κινήθηκε προς την κατεύθυνση αντιμετώπισής τους. Στην προσπάθειά της είχε επιτυχίες. Είχε καθυστερήσεις και παραλείψεις. Όμως, η κατάσταση της οικονομίας που παρέδωσε στο ΠΑΣΟΚ, πολύ απέχει από την εικόνα που αυτό «κατασκεύασε».

Ο κ. Παπανδρέου, δεν είχε σχέδιο αντιμετώπισης του προβλήματος του δημοσίου ελλείμματος. Διαχειρίστηκε επικοινωνιακά την κατάσταση. Οδήγησε την Ελλάδα σε κρίση δανεισμού και εντέλει στο Μηχανισμό Στήριξης. 

Η Κυβέρνηση εφαρμόζοντας το «Μνημόνιο» συνεχίζει την τακτική της επικοινωνιακής διαχείρισης.

Επιδιώκει ουσιαστικά την επικάλυψη της αναποτελεσματικότητας με δηλώσεις προθέσεων και «κατασκευές εικόνων».

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η οικονομία κινείται σε καθοδικό σπιράλ. Ενδεικτικά:

α) Η ύφεση κατά το δεύτερο τρίμηνο ανήλθε στο 3,5%. Είναι η μεγαλύτερη από το 1975. Η εκτίμηση της Κυβέρνησης μεταβλήθηκε από 0,3% τον Ιανουάριο σε 4% στο πλαίσιο του «Μνημονίου».

β) Ο πληθωρισμός τον Ιούλιο έφτασε το 5,5%. Είναι ο υψηλότερος των τελευταίων 13 ετών. Η πρόβλεψη για τον πληθωρισμό του έτους από 1,9% αναθεωρήθηκε στο 4,75%. Σημειώνουμε ότι το Σεπτέμβριο του 2009 ήταν 0,7%.

γ) Τα δημόσια έσοδα, παρά τον καταιγισμό των οριζόντιων εισπρακτικών μέτρων, παρουσιάζουν αύξηση 4% στο πρώτο επτάμηνο, έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση 13,7%. 

δ) Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων παρουσιάζουν μείωση το πρώτο επτάμηνο κατά 36% σε σχέση με το αντίστοιχο του 2009. Ο ετήσιος στόχος ήταν για μείωση 4%.

ε) Η ανεργία το Μάιο του 2010 έφτασε το 12%, μία από τις υψηλότερες ετήσιες αυξήσεις (43%) που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια. Το Μάιο του 2009 ήταν 8,5%.

στ) Η βιομηχανική παραγωγή το πρώτο εξάμηνο μειώθηκε κατά 5,8%,  η μεταποίηση κατά 4,7% και τα έσοδα από ταξιδιωτικές υπηρεσίες κατά 12%, σε σχέση με πέρυσι.

ζ) Ο όγκος της οικοδομικής δραστηριότητας τον Μάιο μειώθηκε κατά 22% και ο τζίρος στο λιανεμπόριο κατά 5,1%, σε σχέση με πέρυσι.

η) Το 15% των επιχειρήσεων στην Αττική έχουν κλείσει (ΕΣΕΕ), ενώ 176.700 επιχειρήσεις είναι κοντά στο «κλείσιμο» ως το τέλος του 2011 (απώλεια 305.000 θέσεων εργασίας – ΓΣΕΒΕΕ).

θ) Οι όροι δανεισμού παραμένουν απαγορευτικοί. Τα spread των δεκαετών ομολόγων υπερβαίνουν τις 950 μ.β. Το Σεπτέμβριο του 2009 ήταν στις 130 μ.β.

ι) Το δημόσιο χρέος έχει ήδη διογκωθεί κατά 18 δισ. ευρώ το 1ο εξάμηνο και αναμένεται να υπερβεί το 145% του ΑΕΠ το 2013 (πρόβλεψη του επικαιροποιημένου «Μνημονίου»).

Συνεπώς, οι εξελίξεις δεν είναι καλές. Δεν ωφελεί όμως να «κρύβονται». Άλλωστε, τις βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις. Η αναντιστοιχία πραγματικότητας και «εικόνας» απλώς μεγαλώνει την απογοήτευση και το θυμό των πολιτών.

Η ΝΔ επίμονα επισημαίνει ότι είναι ελλειμματική πολιτική η διαδοχική «οριζόντια» περικοπή των εισοδημάτων αντί της ενδεδειγμένης «κάθετης» περιστολής της σπατάλης, και η χωρίς αξιολόγηση περικοπή των δημοσίων επενδύσεων για να επιτευχθεί η λογιστική μείωση του ελλείμματος.

Είναι λανθασμένη πολιτική, αφού σε συνδυασμό με την εκτόξευση της έμμεσης και άμεσης φορολόγησης, συρρικνώνει τις προοπτικές ανάταξης της Οικονομίας.

Δυστυχώς, η ηγεσία της Κυβέρνησης αντί για συγκερασμό πολιτικών μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος και ενίσχυσης της ανάπτυξης, επιλέγει μονομερώς τη λογιστική μείωση του ελλείμματος, «στραγγαλίζοντας» τις χαμηλές και μεσαίες εισοδηματικά τάξεις. 

Η ΝΔ έχει αναδείξει τις αδυναμίες του ακολουθούμενου μείγματος οικονομικής πολιτικής. Έχει καταθέσει συγκεκριμένο Σχέδιο για την έξοδο από την κρίση και την ταχύτερη αποδέσμευση από το «Μνημόνιο». Έχει προτείνει, πολιτικές συγκερασμού της δημοσιονομικής προσαρμογής και στήριξης της ανάταξης της πραγματικής Οικονομίας.

Άρθρο στο Περιοδικό Πολιτικά Θέματα – “Η “ανυπακοή” της πραγματικής οικονομίας”

Η άκρως δυσμενής πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις (αποτύπωση και στην εξέλιξη των βασικών μεγεθών της οικονομίας), το κλίμα διευρυνόμενης δυσπιστίας από τις διεθνείς αγορές, σε συνδυασμό με τις διαπιστώσεις και αναθεωρήσεις κατά την εφαρμογή του «Μνημονίου» καταδεικνύουν, ότι η πραγματική οικονομία δεν «υπακούει» στις επιθυμίες της Κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Παρά, λοιπόν, τις επικοινωνιακές επιδόσεις το οικονομικό επιτελείο δεν μπορεί να «κρύψει» ούτε ότι το βιοτικό επίπεδο των πολιτών έχει συρρικνωθεί δραματικά λόγω της περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής, της αύξησης της φορολογίας, του υψηλού πληθωρισμού και της αύξησης της ανεργίας ούτε ότι οι επιχειρήσεις ασφυκτιούν.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι α) το ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του 2010 μειώθηκε κατά 3,5%, β) ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 5,5% τον Ιούλιο, ο υψηλότερος των τελευταίων 13 ετών, ενώ το Σεπτέμβριο του 2009 ήταν 0,7%, και γ) το 15% των επιχειρήσεων στην Αττική έχουν κλείσει. Αποτέλεσμα των προαναφερθεισών εξελίξεων είναι να διογκωθεί η ανεργία, φτάνοντας το Μάιο στο 12% ενώ τον ίδιο μήνα του 2009 ήταν 8,5%.

Παράλληλα, αντίστοιχη «ανυπακοή» εντοπίζεται και στην εξέλιξη των δημόσιων οικονομικών, αφού τα έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού παρουσιάζουν οριακή αύξηση 4% στο πρώτο επτάμηνο, έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση 13,7%, ενώ τον Ιούλιο, για πρώτη φορά φέτος, διαπιστώνεται μείωση των εσόδων κατά 9%. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ΦΠΑ, τα έσοδα του οποίου το πρώτο επτάμηνο είναι αυξημένα μόλις κατά 0,5%, ενώ για τον Ιούλιο είναι μειωμένα κατά 4% σε ετήσια βάση. Συνάμα, για να αντισταθμίσει την υστέρηση εσόδων, το οικονομικό επιτελείο περικόπτει τις δημόσιες επενδύσεις κατά 2,5 δισ. ευρώ και έχει κηρύξει, ουσιαστικά, στάση πληρωμών προς τις επιχειρήσεις. Προκειμένου, συνεπώς, να παρουσιάσει μικρότερες αποκλίσεις κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού, καταφεύγει σε λογιστικές ακροβασίες, σε συνεχείς μεταβολές των εκτιμήσεων, καθώς και σε πολιτικές πρακτικές επιζήμιες για την πραγματική οικονομία.

Συμπερασματικά, αντί η Κυβέρνηση με σχέδιο να επιχειρήσει το συγκερασμό της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος με την ενίσχυση της ανάπτυξης, επιλέγει μονομερώς τη λογιστική μείωση του ελλείμματος θέτοντας την οικονομία σε διαδικασία καθοδικού σπιράλ.

Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο – “Οι Αριθμοί δεν Ευημερούν…”

Το 1982 ο αείμνηστος Ξενοφών Ζολώτας στο Σύγγραμμά του με τίτλο «Οικονομική μεγέθυνση και φθίνουσα κοινωνική ευημερία» επισήμανε τις αδυναμίες και τους κινδύνους από τη μονοδιάστατη ποσοτική θεώρηση του οικονομικού φαινομένου.

Τόνιζε ότι «…οι αριθμοί μπορεί κάλλιστα να ευημερούν αλλά οι άνθρωποι να πάσχουν…».

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μετά την επιλογή της να οδηγήσει της χώρα στο μηχανισμό στήριξης, εξαιτίας της κρίσης δανεισμού που η ίδια δημιούργησε,  έβαλε τη χώρα όχι μόνο σε μία αλλά σε διπλή «παγίδα».

Το αποτέλεσμα της πολιτικής της είναι τελικά να πάσχουν οι άνθρωποι και να μην ευημερούν οι αριθμοί.

Το βιοτικό επίπεδο των πολιτών έχει συρρικνωθεί δραματικά λόγω της περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής (περικοπές σε μισθούς και συντάξεις), της αύξησης της φορολογίας, του υψηλού πληθωρισμού και της αύξησης της ανεργίας.

Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2010 παρουσίασε μείωση κατά 3,5% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2009 και κατά 1,5% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του έτους. Είναι δηλαδή η μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων ετών.

Η διαφορά απόδοσης (spread) των ελληνικών ομολόγων έχει διαμορφωθεί στο υψηλότερο σημείο από την υπογραφή του Μνημονίου (η διαφορά για το 10ετές ομόλογο κυμαίνεται στις 850 μονάδες βάσης).

Τα έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού παρουσιάζουν οριακή αύξηση 4% στο 1ο επτάμηνο του έτους, έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση 13,7%.

Ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 5,5% τον εφετινό Ιούλιο, ο υψηλότερος των τελευταίων 13 ετών. Σημειώνεται ότι το Σεπτέμβριο του 2009 ήταν 0,7%.

Οι δημόσιες επενδύσεις έχουν περικοπεί κατά 2,5 δισ. ευρώ σε σχέση με πέρυσι και το κράτος έχει κηρύξει, ουσιαστικά, στάση πληρωμών προς τις επιχειρήσεις.

Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 5,8% το 1ο εξάμηνο του έτους σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.

Η μεταποίηση, την ίδια περίοδο, μειώθηκε κατά 4,7%.

Ο όγκος της οικοδομικής δραστηριότητας μειώθηκε κατά 22% τον εφετινό Μάϊο σε σχέση με τον αντίστοιχο περυσινό μήνα.

Τα έσοδα από ταξιδιωτικές υπηρεσίες μειώθηκαν κατά 12% το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Οι επιχειρήσεις ασφυκτιούν και τα «λουκέτα» πολλαπλασιάζονται. Το 15% των επιχειρήσεων (505 στα 3.421 καταστήματα) στην Αττική έχουν κλείσει.

Η ανεργία εκτινάχθηκε στο 12% τον εφετινό Μάϊο, σε σχέση με το 8,5% τον ίδιο μήνα του 2009 (αύξηση ανεργίας κατά 43% σε ένα χρόνο, μία από τις υψηλότερες ετήσιες αυξήσεις που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια). Η ανεργία των νέων  διαμορφώνεται στο 32,5%.

Αυτές οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι η εφαρμοζόμενη «θεραπευτική αγωγή» δεν έχει  οδηγήσει ούτε στην ευημερία των αριθμών ούτε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Η οικονομία δεν «υπακούει» στις επιθυμίες και τις συνεχείς εξαγγελίες της Κυβέρνησης.

Η Νέα Δημοκρατία έχει εγκαίρως επισημάνει τις αδυναμίες της εφαρμοζόμενης «θεραπευτικής αγωγής».

Έχει καταθέσει στρατηγικό σχέδιο για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Έξοδος η οποία θα εναρμονίζει, όπως επιβάλλεται, τη συνεχή, πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων των πολιτών με την «ευημερία» των δεικτών.

“Σχέδιο Ελπίδας και Προοπτικής από τη Ν.Δ.” – Άρθρο στον Κόσμο του Επενδυτή

Η Νέα Δημοκρατία ανέλαβε πρόσφατα μια κορυφαία, πρωτόγνωρη για Αξιωματική Αντιπολίτευση, πολιτική πρωτοβουλία: να περιγράψει το δικό της Σχέδιο για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση. Να παρουσιάσει τον δικό της εναλλακτικό δρόμο που οδηγεί σε «ενάρετο κύκλο» ανάπτυξης, σε αντίθεση με το «φαύλο κύκλο» της ύφεσης που είμαστε σήμερα. Ένα δρόμο που δεν είναι χωρίς θυσίες. Δρόμο όμως με λιγότερες θυσίες που, όμως, πιάνουν τόπο και μπορεί να τις αντέξει η Οικονομία και η Κοινωνία. Γιατί όμως χρειάζεται αλλαγή πορείας; Και ποιο είναι το Σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας;

Χρειάζεται αλλαγή πορείας γιατί πιστεύουμε ότι τα μέτρα που συνοδεύουν την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης δεν θα έχουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Και αυτό για 5 λόγους:

1ος. Η Κυβέρνηση υιοθετεί μια συνολική δημοσιονομική προσαρμογή της τάξεως περίπου του 20% του ΑΕΠ, προκειμένου να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας μόνον κατά 11% του ΑΕΠ μέχρι το 2014! Παίρνουμε μέτρα προσαρμογής διπλάσια απ’ όσα χρειάζεται, επειδή ακριβώς τα μισά θα τα απορροφήσει η ύφεση!

2ος. Η προσαρμογή στη χώρα μας είναι πρωτόγνωρη διεθνώς σε ένταση και έκταση. Όπως προκύπτει από Μελέτες του ΔΝΤ, οι 31 πιο επιτυχημένες προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής τις τελευταίες 4 δεκαετίες μείωναν το έλλειμμα με ρυθμό 1,15% του ΑΕΠ το χρόνο. Η Ελλάδα καλείται να μειώσει 11 μονάδες σε 5 χρόνια. Με ρυθμό 2,2% του ΑΕΠ ετησίως. Δηλαδή διπλάσιο!

3ος. Οι δυσμενείς επιπτώσεις της υλοποίησης των μέτρων γίνονται ήδη ορατές. Τα «λουκέτα» πολλαπλασιάζονται, η ανεργία διογκώνεται, η ύφεση βαθαίνει, ο πληθωρισμός εκτινάσσεται σε ιστορικά υψηλά δεκαετίας, η ψυχολογία της αγοράς και της κοινωνίας παραλύει.

4ος.  Οι κίνδυνοι που συνοδεύουν την υλοποίηση του Προγράμματος αναδεικνύονται από το ίδιο το Μνημόνιο, την Έκθεση του ΔΝΤ, την τελευταία έκθεση του ECOFIN…

5ος. Τους κινδύνους αυτούς επισημαίνουν, πολύ πιο απερίφραστα, οικονομολόγοι μεγάλου κύρους και έμπειροι διεθνείς αναλυτές, και μάλιστα από διαφορετικές σχολές σκέψης.

Για αυτούς τους λόγους θεωρούμε ότι χρειάζεται άλλος δρόμος.  Αυτόν περιγράψαμε αναλυτικά στο σχέδιο που καταθέσαμε στον Ελληνικό λαό.

Στόχος του σχεδίου είναι η ταυτόχρονη αντιμετώπιση ελλείμματος και χρέους, ώστε να πετύχουμε επανεξέταση των όρων του Μνημονίου και πιθανή αποδέσμευση απ’ αυτό έπειτα από διετία. Η φιλοσοφία του σχεδίου στηρίζεται στη διάκριση του ελλείμματος σε «διαρθρωτικό» (το οποίο σχετίζεται με τις διαρθρωτικές αγκυλώσεις της Οικονομίας) και σε «κυκλικό» (που οφείλεται στον οικονομικό κύκλο).

Αν υιοθετήσουμε μόνο με περιοριστικά μέτρα, όπως κάνει το μνημόνιο, μειώνουμε το διαρθρωτικό, όμως αυξάνουμε το κυκλικό έλλειμμα, με την ύφεση που προκαλούμε. Για να μειώσουμε,συνεπώς το συνολικό έλλειμμα, πρέπει να συνδυάσουμε περιοριστικά μέτρα (όχι όμως πρόσθετα, όπως προβλέπει το Μνημόνιο, ούτε τέτοιας έντασης και σύνθεσης) με μέτρα καταπολέμησης της ύφεσης. Επομένως, προτείνουμε διαφορετικό μείγμα οικονομικής πολιτικής με:

  • Αντισταθμιστικά μέτρα συγκράτησης της ύφεσης, ύψους 7,2% του ΑΕΠ, μηδενικού ή ελαχίστου δημοσιονομικού κόστους. Δηλαδή μέτρα ανάκαμψης της Οικονομίας που «εξουδετερώνουν» ή αντισταθμίζουν το υφεσιακό αποτέλεσμα της δημοσιονομικής προσαρμογής.
  • Επανορθωτικά μέτρα που αποκαθιστούν αδικίες και κυβερνητικές αστοχίες (π.χ. στις συντάξεις), αλλά και πρόσθετες δράσεις που συμψηφίζουν τις δημοσιονομικές απώλειες (π.χ. μείωση της σπατάλης από συγκεκριμένους κωδικούς του Προϋπολογισμού).
  • Πρωτοβουλίες αξιοποίησης – και όχι εκποίησης – της ανενεργής ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου ώστε να μειωθεί, απευθείας, το χρέος. Με μακροχρόνιες μισθώσεις, leasing ή ΣΔΙΤ,  ενός μέρους των ακινήτων και με την εμπορική αξιοποίηση ενός άλλου μέρους, με την ανάπτυξη τουριστικής κατοικίας για αγοραστές υψηλής εισοδηματικής στάθμης, με την αξιοποίηση λιμανιών, αεροδρομίων, μαρίνων κ.α.
  • Αναπτυξιακά μέτρα άμεσα, που απελευθερώνουν τη δυναμική της ανάπτυξης και βελτιώνουν το οικονομικό κλίμα. Όπως π.χ. η εξόφληση των οφειλών του Δημοσίου προς τις επιχειρήσεις, οι επιστροφές φόρων, η καταπολέμηση του παραεμπορίου, η επένδυση στις «ενδογενείς» πηγές ανάπτυξης (παιδεία, έρευνα και καινοτομία, προστασία του περιβάλλοντος).
  • Και αναπτυξιακά μέτρα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, μετά την αποδέσμευση από το Μνημόνιο, με μείωση των φόρων και κλαδικές αναπτυξιακές πολιτικές, όπου η Ελλάδα έχει στρατηγικά πλεονεκτήματα.

Το Σχέδιο της Ν.Δ. είναι ολοκληρωμένο και συνεκτικό, κοστολογημένο, ρεαλιστικό και άμεσα υλοποιήσιμο. Είναι Σχέδιο προοπτικής και ελπίδας.

“Το Σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας είναι ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό” – Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο

Ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Αντώνης Σαμαράς, πρόσφατα, παρουσίασε το σχέδιο της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Στόχος του σχεδίου είναι, με την ταυτόχρονη αντιμετώπιση ελλείμματος και χρέους, η επανεξέταση των όρων του Μνημονίου και η πιθανή αποδέσμευση απ’ αυτό μετά από 2 χρόνια.

Η φιλοσοφία του σχεδίου εδράζεται στη θεμελιώδη διάκριση του ελλείμματος σε «διαρθρωτικό» (το οποίο σχετίζεται με τις διαρθρωτικές μεταβολές της Οικονομίας) και σε «κυκλικό» (το οποίο οφείλεται στον οικονομικό κύκλο).

Η αξία αυτής της διάκρισης έγκειται στο ότι το διαρθρωτικό έλλειμμα αντιμετωπίζεται με τα παραδοσιακά «εργαλεία» συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής, όχι βέβαια της έντασης (μείωση του ελλείμματος κατά 11% του ΑΕΠ) και έκτασης (σε 5 χρόνια) που εφαρμόζονται στην Ελλάδα, ενώ το κυκλικό με μέτρα τόνωσης της αγοράς.

Για να μειωθεί συνεπώς το συνολικό έλλειμμα πρέπει να συνδυάσουμε περιοριστικά μέτρα όπως αυτά που η Κυβέρνηση ήδη υλοποιεί και περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, άλλα όχι τέτοιας έντασης και σύνθεσης, με μέτρα καταπολέμησης της ύφεσης που τα ίδια αυτά μέτρα προκαλούν.

Χωρίς πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα περιοριστικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια, αλλά με:

  • Αντισταθμιστικά μέτρα συγκράτησης της ύφεσης, ύψους 7,2% του ΑΕΠ, μηδενικού ή ελαχίστου δημοσιονομικού κόστους (όπως τα 23 μέτρα τόνωσης της αγοράς που, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, έχουμε εγκαίρως καταθέσει και η Κυβέρνηση διστακτικά, ημιτελώς και με καθυστέρηση έχει αρχίσει να υλοποιεί, π.χ. άρση του καμποτάζ, επιτάχυνση έργων παραχώρησης ή ΣΔΙΤ, άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων κ.α.).
  • Πρόσθετα αντισταθμιστικά μέτρα ανάκαμψης της Οικονομίας (όπως είναι, ενδεικτικά, η ενοποίηση των εισπρακτικών μηχανισμών του Κράτους, ο συμψηφισμός οφειλών από και προς το Δημόσιο, η αναδιάρθρωση του ΟΣΕ, η αξιολόγηση των επιπτώσεων των νόμων στην ανταγωνιστικότητα [impact assessment], η προσωποποιημένη κοστολόγηση των Δημόσιων Νοσοκομείων ανά ασθενή, η καθιέρωση και αυστηρή τήρηση «προϋπολογισμών μηδενικής βάσης», η ενεργειακή διασύνδεση των νησιών, κ.α.).
  • Επανορθωτικά μέτρα που διορθώνουν Κυβερνητικές αστοχίες (για παράδειγμα, η αποκατάσταση των συντάξεων στους χαμηλοσυνταξιούχους), αλλά με αντίστοιχου ύψους περικοπές που εξουδετερώνουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα (για παράδειγμα, η περιστολή δαπανών του Κράτους, όπου αυτές είναι σπατάλες, και η αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου στα καύσιμα).
  • Πρωτοβουλίες αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου ώστε να μειωθεί, απευθείας, το χρέος (ενδεικτικά, με την αξιοποίηση και εκμετάλλευση [π.χ. με μορφή μακροχρόνιας μίσθωσης, leasing ή ΣΔΙΤ] μέρους της περιουσίας της ΚΕΔ, Δημοσίων Οργανισμών και ΝΠΔΔ, με την ανάπτυξη τουριστικής κατοικίας για αγοραστές υψηλής εισοδηματικής στάθμης, με την αξιοποίηση λιμανιών, περιφερειακών αεροδρόμιων και μαρίνων, με την προώθηση ειδικής νομοθετικής ρύθμισης (κατά τα πρότυπα των Ολυμπιακών Αγώνων) για σημαντικά έργα ανάπτυξης δημόσιας και ιδιωτικής γης κ.α.).
  • Αναπτυξιακά μέτρα που απελευθερώνουν τη δυναμική της ανάπτυξης, ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και βελτιώνουν το οικονομικό κλίμα (για παράδειγμα, με την εξόφληση των οφειλών του Δημοσίου, με την επένδυση στις «ενδογενείς» πηγές ανάπτυξης, δηλαδή στην παιδεία, στην έρευνα και στην καινοτομία κ.ά.).
  • Αναπτυξιακά μέτρα μετά την αποδέσμευση από τους όρους του Μνημονίου (ενδεικτικά, με τη μείωση των φόρων [αρχικά έμμεσων και μεταγενέστερα άμεσων], με κλαδικές επενδύσεις όπου υπάρχουν στρατηγικά πλεονεκτήματα [τουρισμός, ναυτιλία, μεταποίηση]).

 

Πρόκειται συνεπώς για ένα ολοκληρωμένο, συνεκτικό και διαφορετικό μίγμα μέτρων για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Για ένα ρεαλιστικό και άμεσα υλοποιήσιμο σχέδιο.

Για ένα σχέδιο που αξίζει να μελετηθεί, να αξιολογηθεί και να αξιοποιηθεί από την Κυβέρνηση.

Άρθρο Εφημερίδα Κόσμος – Αξιοποίηση των Αδρανών Πόρων

Το μίγμα των δημοσιονομικών μέτρων είναι κοινωνικά άδικο (η ανεργία διογκώνεται και η κοινωνική συνοχή δυναμιτίζεται), αμφιβόλου οικονομικής αποτελεσματικότητας (η δημοσιονομική προσαρμογή είναι της τάξεως περίπου του 20% του Α.Ε.Π. προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα κατά 11% του Α.Ε.Π. μέχρι το 2014, ενώ η ύφεση βαθαίνει και ο πληθωρισμός είναι 10 φορές υψηλότερος από πέρυσι) και ελλιπές (τα αναπτυξιακά μέτρα απουσιάζουν).

Οι κίνδυνοι δε που συνοδεύουν την υλοποίησή του είναι υπαρκτοί, σημαντικοί και καταγράφονται τόσο στο Μνημόνιο που συνοδεύει το Μηχανισμό Στήριξης, όσο και στις Εκθέσεις του Δ.Ν.Τ. και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Αυτό που απαιτείται συνεπώς, και προτείνεται από τη Νέα Δημοκρατία, είναι η υιοθέτηση ενός κατάλληλου και ισορροπημένου μίγματος εφαρμόσιμων πολιτικών επιλογών, που θα περιλαμβάνει και αντισταθμιστικά μέτρα χαμηλού ή μηδενικού δημοσιονομικού κόστους, και θα στοχεύει στην αντιμετώπιση του ελλείμματος, είτε αυτό οφείλεται σε διαρθρωτικές αδυναμίες είτε στην ύφεση, και στη διαρκή προώθηση της αειφόρου, «έξυπνης» και εξωστρεφούς ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Με την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου (ώστε να μετατρέψουμε αδρανείς πόρους σε τμήμα του εθνικού ενεργητικού), με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων δαπανών (επενδύοντας σε συντελεστές με υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, όπως είναι η γνώση, η έρευνα και καινοτομία, η προστασία του περιβάλλοντος), με την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας (περιορίζοντας το εξωγενές κόστος των επιχειρήσεων, προωθώντας φορολογικά κίνητρα, μειώνοντας τη γραφειοκρατία, καταργώντας εμπόδια – στρεβλώσεις στη λειτουργία του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών), με την προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών που περιλαμβάνονται και στο Μνημόνιο (και οι οποίες ημιτελώς προωθούνται από την Κυβέρνηση), με ένα κράτος που θα παρεμβαίνει και θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η ανάταξη της Ελληνικής οικονομίας απαιτεί, εκτός από το στρατηγικό σχέδιο και τις επιμέρους συγκεκριμένες πολιτικές, ισχυρή και αυτόνομη πολιτική βούληση και αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση.

Η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Στη Νέα Δημοκρατία εναπόκειται να δημιουργήσει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και να δώσει έμπρακτα και έγκαιρα «σήματα» μιας νέας ελπιδοφόρας προοπτικής.

Τα Λάθη της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μετά από 8 μήνες διακυβέρνησης, δημιούργησε το δικό της «απόθεμα» λαθών στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, οδηγώντας τη χώρα στη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, και εντέλει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Ειδικότερα:

 

  • «Φούσκωσε» με «δημιουργική λογιστική» το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009.
  • Υποτίμησε τις προειδοποιήσεις των ειδικών για την κατάσταση της Οικονομίας.
  • Παρουσίασε έλλειψη προετοιμασίας και σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Κατέθεσε προγραμματικές δηλώσεις που αντί για περικοπές περιείχαν παροχές.
  • Άργησε να πάρει μέτρα.
  • Καθυστέρησε στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και παρέλυσε τον εισπρακτικό μηχανισμό.
  • Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού για το 2010 που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.
  • Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) που ενσωμάτωνε μη υλοποιήσιμους στόχους.
  • Δημιουργήθηκε σύγχυση και παρατηρήθηκε ολέθρια αναβλητικότητα από την ύπαρξη δυαρχίας στην κορυφή της Οικονομίας.
  • Υπέπεσε σε αντιφάσεις και παλινωδίες, δείγμα ελλείμματος πολιτικής αξιοπιστίας, αφού, για την Κυβέρνηση, προεκλογικά, «λεφτά υπήρχαν».
  • Προκρίθηκε η ιδέα της πολιτικής διαχείρισης του οικονομικού προβλήματος για εσωτερική κατανάλωση αντί της οικονομικής διαχείρισης του πολιτικού μας προβλήματος.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Επέδειξε διεθνή υπερκινητικότητα και ανάλωσε πολύτιμο κεφάλαιο χωρίς συγκεκριμένη στόχευση και ουσιαστικό αποτέλεσμα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές, οι οποίες άρχισαν να μας «τιμωρούν» όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση επιδίδεται σε διακηρύξεις και διαβούλευση, χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Δεν «έμαθε» να «διαβάζει» τις αγορές, αφού άρχισε να μιλάει για «Τιτανικό» και για προσφυγή στο ΔΝΤ, και μετά έβγαινε να δανειστεί με πολύ ψηλά επιτόκια.
  • Θριαμβολογούσε, αδικαιολόγητα, όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα έπρεπε να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περίσκεψη και διορατικότητα.
  • Διαχειρίστηκε, με επικοινωνιακή λογική, το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους της Οικονομίας, πρόβλημα κοινό σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, και οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού. Κρίση δανεισμού, όπως αυτή εκδηλώθηκε, αρχικά, με το υψηλό κόστος δανεισμού, και στη συνέχεια με το «κλείσιμο» των αγορών για τη χώρα μας. Ο επίλογος της κυβερνητικής αποτυχίας γράφτηκε με την αναπόφευκτη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, και εντέλει στο ΔΝΤ.
  • Παρέλυσε την ψυχολογία της κοινωνίας, καθώς η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, μαζί με τις Κυβερνητικές πράξεις και παραλείψεις επέτεινε το κλίμα πανικού και δημιούργησε μεγαλύτερη ανασφάλεια.
  • Προσήλθε στις συνομιλίες με τους διεθνείς πιστωτές μας με απαράδεκτα ηττοπαθή λογική.
  • Δεν υπήρξε, από την Κυβέρνηση, ενδελεχής μελέτη της Συμφωνίας και δεν έγινε εξαντλητική διαπραγμάτευση.
  • Προωθεί μίγμα μέτρων αμφιβόλου οικονομικής αποτελεσματικότητας, αφού ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική οδηγεί σε βαθιά ύφεση και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
  • Προωθεί ελλιπές μίγμα μέτρων, καθώς απουσιάζουν τα μέτρα τόνωσης της αγοράς.
  • Έλαβε μέτρα που είναι σκληρά και άδικα.
  • Η πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού για το 2010, κατά το 1ο πεντάμηνο του έτους, δεν ανταποκρίνεται επί της ουσίας στους στόχους που έχουν τεθεί.
  • Το κράτος δεν εξοφλεί τους δανειστές του, ενώ τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν απορροφήσει στο 1ο τετράμηνο του έτους πάνω από τη μισή ετήσια επιχορήγηση.
  • Επιδεικνύει ατολμία ή αδυναμία να καταπολεμήσει τα εκφυλιστικά φαινόμενα της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής.
  • Δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει τις τεράστιες κρατικές σπατάλες.
  • Ο «προγραμματισμός» της Κυβέρνησης για τις αποκρατικοποιήσεις επιβεβαιώνει τις ανησυχίες της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και τις εντάσεις του ΔΝΤ ότι «τα σχέδια αποκρατικοποιήσεων είναι απογοητευτικά και τα σχέδια για τη αναδιάρθρωση των δημοσίων επιχειρήσεων είναι αδύναμα».
  • Δεν υπάρχει από πλευράς της Κυβέρνησης πραγματική βούληση για ριζικές τομές και τήρηση των συμφωνηθέντων με την «τρόϊκα».
  • Το σκηνικό ασυνεννοησίας και κυρίως αδυναμίας συντονισμού του κυβερνητικού έργου δίνει το πλέον αρνητικό μήνυμα πρώτα προς τις αγορές.

 

Η ανάταξη της Ελληνικής Οικονομίας και η ταχύτερη έξοδος από το Μηχανισμό Στήριξης απαιτεί στρατηγικό σχέδιο, επιμέρους στοχευμένες πολιτικές επιλογές, ισχυρή πολιτική βούληση και αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση. Όμως, όπως προκύπτει και από τα παραπάνω, η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειμματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Άρθρο στην Εφημερίδα Εξπρες – “Ταπεινωτική εξέλιξη” με υψηλό κόστος για τη χώρα η προσφυγή στο ΔΝΤ

Η συγκυρία για τη χώρα μας είναι εξαιρετικά κρίσιμη.

Η δύσκολη κατάσταση της Οικονομίας, λόγω των εγχώριων μακροχρόνιων διαρθρωτικών και διαχειριστικών αδυναμιών και των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης, έχει επιδεινωθεί ραγδαία το τελευταίο χρονικό διάστημα εξαιτίας των πράξεων και των παραλείψεων της Κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Η ευθύνη της είναι αντικειμενική και ξεκάθαρη.

Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί επτά μήνες διαχειρίστηκε με επικοινωνιακή λογική το πρόβλημα ελλείμματος της Ελληνικής Οικονομίας (πρόβλημα το οποίο αντιμετώπισαν όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες είδαν τα ελλείμματά τους, κατά μέσο όρο, να εκτοξεύονται από το 0,8% του Α.Ε.Π. το 2007 στο 6,8% του Α.Ε.Π. το 2009), οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού.

Πιο συγκεκριμένα:

  • «Φούσκωσε» το έλλειμμα για το 2009 ματαιώνοντας δημόσια έσοδα, διογκώνοντας δημόσιες δαπάνες, εγγράφοντας νέες δαπάνες που δεν είχαν προϋπολογιστεί. Αλλά κανείς δεν δανείζει φθηνά μια χώρα που η Κυβέρνησή της από μόνη της ομολογεί και διακηρύσσει ότι «βουλιάζει».
  • Καθυστέρησε στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού, με δυσμενείς συνέπειες για την Οικονομία. Η υστέρηση των εσόδων το τελευταίο τρίμηνο του 2009 κάλυψε τα 2/3 της συνολικής υστέρησης του έτους.
  • Παρουσίασε έλλειψη προετοιμασίας, σοβαρού και ολοκληρωμένου επιχειρησιακού σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης. Περιέγραψε με μελανά χρώματα την κατάσταση της Οικονομίας χωρίς να αντιδρά. Η διάγνωση δεν ακολουθήθηκε από τη θεραπεία.
  • Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.
  • Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το όποιο ενσωμάτωνε, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων με τα «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους. Έτσι, αναγκάστηκε να λάβει επιπρόσθετα μέτρα της τάξεως, τουλάχιστον, του 2,5% του Α.Ε.Π., προκειμένου να επιτευχθεί, εάν επιτευχθεί, ο στόχος για μείωση του ελλείμματος κατά 4% του Α.Ε.Π. το 2010.
  • Άργησε να πάρει μέτρα, το δε μίγμα τους είναι κοινωνικά άδικο και οικονομικά αναποτελεσματικό. Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, «στεγνώνει» την αγορά, ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές. Αυτές άρχισαν να μας «τιμωρούν» όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση επιδίδεται σε διακηρύξεις χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Συνεχίζουν να μας τιμωρούν όταν διαπιστώνουν αδυναμία συνεννόησης, παλινωδίες, Κυβερνητική διγλωσσία ή πολυφωνία, φλυαρία, αντιφατικές δηλώσεις και ανεύθυνες διαρροές.
  • Δεν «έμαθε» να «διαβάζει» τις αγορές και είχε στρεβλή εκτίμηση της κατάστασης με αποτέλεσμα να βρίσκεται πάντα βήματα πίσω από την πραγματικότητα. Άρχισε να μιλάει για «Τιτανικό», για απώλεια εθνικής κυριαρχίας και για προσφυγή στο ΔΝΤ, και μετά έβγαινε στις αγορές να δανειστεί με πολύ υψηλά επιτόκια.
  • Παρέλυσε την ψυχολογία της κοινωνίας και έσπειρε τον πανικό (για 6ο συνεχόμενο μήνα ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος κινείται πτωτικά σε αντίθεση με την Ευρωζώνη).
  • Θριαμβολογούσε αδικαιολόγητα με την επωδό ότι «τώρα δικαιώνονται οι θυσίες του ελληνικού λαού», όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα έπρεπε να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περίσκεψη και διορατικότητα. Το «γεμάτο όπλο στο τραπέζι» μάλλον θυμηδία προκάλεσε παρά τρόμο.

 

Συνεπώς, η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει την κύρια ευθύνη για το αδιέξοδο στο οποίο οδήγησε την κατάσταση.

Αδιέξοδο στο οποίο συνέτειναν οι «μυωπικοί», διστακτικοί και ασαφείς Ευρωπαϊκοί χειρισμοί, οι ανεύθυνες και επικίνδυνες προσεγγίσεις αναλυτών, και όχι μόνο (π.χ. περί αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους), οι υπερβολικές αντιδράσεις διεθνών αξιολογικών οίκων και οι κερδοσκοπικές πιέσεις.

Ο επίλογος αυτής της αποτυχίας γράφτηκε με την επιλογή της Κυβέρνησης, προαποφασισμένη από την ίδια ή αναπόφευκτη εξαιτίας των χειρισμών της, να προσφύγει στον υβριδικό μηχανισμό στήριξης, δηλαδή, εντέλει, στο ΔΝΤ.

Μία «ταπεινωτική εξέλιξη» (βλέπετε και τοποθέτηση του τέως Πρωθυπουργού κου. Σημίτη στη Βουλή το 2008), με υψηλό κόστος για τη χώρα μας.

 

Υψηλό κόστος τόσο ως προς το επιτόκιο δανεισμού όσο, κυρίως, ως προς το μίγμα των μέτρων που θα επιβληθούν.

Μέτρα που θα ενισχύσουν το «φαύλο κύκλο» της ύφεσης περισσότερο απ’ όσο θα βελτιώσουν τα δημόσια οικονομικά.

«Φαύλο κύκλο» μεγαλύτερων ελλειμμάτων, ακόμα σκληρότερων μέτρων, ακόμα μεγαλύτερης ύφεσης, ακόμα μεγαλύτερων ελλειμμάτων, ακόμα σκληρότερων μέτρων.

 

Ό,τι έγινε όμως δεν διορθώνεται.

Το ζητούμενο τώρα είναι τι πρέπει και τι μπορεί να γίνει ώστε να μετριασθούν, κατά το δυνατόν, οι επιπτώσεις της κρίσης στην κοινωνία (περιορισμός της έξαρσης της ανεργίας και διατήρηση της κοινωνικής συνοχής), να επισπευσθεί η χρονική διάρκεια της δοκιμασίας και να εξέλθουμε από το μηχανισμό στήριξης όσο γίνεται πιο σύντομα, και να σπάσουμε το «φαύλο κύκλο» της ύφεσης όσο γίνεται πιο γρήγορα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ανάταξης της Οικονομίας.

Η Ν.Δ., και στη νέα φάση που εισήλθε η χώρα, με αίσθημα κοινωνικής και εθνικής ευθύνης, θα συνδράμει ώστε το οικονομικό και κοινωνικό κόστος από την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης και τους Κυβερνητικούς χειρισμούς να ελαχιστοποιηθεί και να μεγιστοποιηθούν τα δυνητικά μεσο – μακροχρόνια προσδοκώμενα οφέλη.

Προς αυτή την κατεύθυνση η Ν.Δ. επιμένει και προτείνει:

  • Άμεσα μέτρα τόνωσης της Οικονομίας και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, μέτρα αντισταθμιστικά, μηδενικού ή ελάχιστου δημοσιονομικού κόστους (εδώ και 3 μήνες έχουμε καταθέσει 23 σχετικές προτάσεις).
  • Μεσο-μακροπρόθεσμα διαρθρωτικά μέτρα μεγέθυνσης της παραγωγικής βάσης, ενίσχυσης των ρυθμών ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας της Οικονομίας (όπως είναι, ενδεικτικά, η σταδιακή κατάργηση των στρεβλώσεων και των διοικητικών περιορισμών σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας με τον περιορισμό, κυρίως, του εξωγενούς κόστους των επιχειρήσεων, η μείωση της γραφειοκρατίας και ο περιορισμός των νόμων και των κανονισμών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, η εξυγίανση των Δ.Ε.Κ.Ο. με στόχο τη βιωσιμότητά τους και τη μεγιστοποίηση της αξίας για την κοινωνία, η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους, με την ποιοτική αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, των θεσμών και των λειτουργιών του, με την ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου).

Τα ανωτέρω προϋποθέτουν την εκπόνηση και εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου και ρεαλιστικού στρατηγικού σχεδίου για την Οικονομία, με συγκεκριμένες, συνεκτικές και ποσοτικοποιημένες δράσεις σε ένα μίγμα συνδυασμένης σταθεροποιητικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

Με στρατηγικούς στόχους τη διαρκή προώθηση της αειφόρου, έξυπνης και εξωστρεφούς ανάπτυξης, την ευημερία των πολιτών, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.

Σε κάθε περίπτωση, η ανάταξη της Ελληνικής οικονομίας απαιτεί, εκτός από το στρατηγικό σχέδιο και τις επιμέρους συγκεκριμένες πολιτικές, ισχυρή πολιτική βούληση και αποτελεσματικό πολιτικό management.

Η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειμματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Στη Ν.Δ. εναπόκειται να δημιουργήσει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και να δώσει έμπρακτα και έγκαιρα «σήματα» νέας προοπτικής.

“Το πρόβλημα ελλείμματος μετατράπηκε σε κρίση δανεισμού” – Άρθρο στην Εφημερίδα Ημέρα

Εξετάζοντας την πορεία του διαφορικού (σε σχέση με το γερμανικού) επιτοκίου (ή spread) του ελληνικού δεκαετούς κρατικού ομολόγου, σε ένα πλαίσιο σύγκρισης με το αντίστοιχο της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας (οι χώρες που ατυχέστατα οι αγγλοσάξονες αποκαλούν PIIGS ή GIPSI), μπορούμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις περιόδους.

 

Η πρώτη περίοδος είναι αυτή της σύγκλισης του διαφορικού επιτοκίου της Ελλάδας με το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο μέχρι την ένταξη της χώρας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ).

 

Η δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται από μία σημαντική και μακροχρόνια σταθεροποίηση του διαφορικού επιτοκίου της Ελλάδας, όπως και των άλλων «συγγενών» ευρωπαϊκών χωρών, σε επίπεδα κατά πολύ χαμηλότερα των 100 μονάδων βάσης (μ.β.), και κυρίως κάτω από 50, ως τους πρώτους μήνες του 2008. Δημιουργήθηκε, έτσι, στην ελληνική οικονομία ένα περιβάλλον «φθηνής» χρηματοδότησης για το κράτος, τα πιστωτικά ιδρύματα, και συνεπώς για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

 

Η τρίτη περίοδος, από τις αρχές του 2008, συνδέεται άμεσα με τα πρώτα σημάδια της χρηματοπιστωτικής κρίσης και την κορύφωσή της με την κατάρρευση της Lehman Brothers το φθινόπωρο του 2008. Έτσι, η στενότητα άντλησης ρευστότητας των διεθνών αγορών είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των διαφορικών επιτοκίων των εν λόγω χωρών μετά το φθινόπωρο του 2008, με την Ελλάδα και την Ιρλανδία να παρουσιάζουν την υψηλότερη αύξηση του διαφορικού επιτοκίου στις αρχές του 2009. Συγκεκριμένα, το διαφορικό επιτόκιο της Ελλάδας αυξήθηκε από τις 74 μ.β. στις 25/9/2008 στις 299 μ.β. στις 17/2/2009, ενώ την ίδια ημέρα το διαφορικό επιτόκιο της Ιρλανδίας ήταν 246 μ.β., της Ισπανίας 108 μ.β., της Πορτογαλίας 161 μ.β. και της Ιταλίας 141 μ.β. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται, κυρίως, στη μεγάλη πτώση του επιτοκίου του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου. Ειδικότερα, το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου της Γερμανίας στις 25/9/2008 ήταν 4,23, στις 15/10/2008 4,11 και στις 17/2/2009 στο 2,9. Σταδιακά, όμως, και αφού η ρευστότητα, μετά τις νομισματικές παρεμβάσεις και τα διεθνή πακέτα στήριξης, άρχισε να ενισχύεται σταδιακά στις διεθνείς αγορές, το διαφορικό επιτόκιο της Ελλάδας αποκλιμακώθηκε, όπως και τα αντίστοιχα των άλλων χωρών, τείνοντας προς τις 100 μ.β. το καλοκαίρι του 2009, αφήνοντας την Ιρλανδία σε υψηλότερα επίπεδα.

 

Η τέταρτη περίοδος ξεκινά το φθινόπωρο του 2009. Μετά τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου και, κυρίως, λόγω των πράξεων και παραλήψεων της Κυβέρνησης, το διαφορικό επιτόκιο ξεκίνησε μία ξέφρενη ανοδική πορεία, αφήνοντας εξωφρενικά πίσω τις υπόλοιπες χώρες και ξεπερνώντας πριν λίγες ημέρες τις 1000 μ.β. Συγκεκριμένα, το spread στις 5/10/2009 ήταν στις 130 μ.β., ενώ ενάμισι μήνα μετά, και αφού είχε γνωστοποιήσει στη Eurostat το «φούσκωμα» του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 12,7%, το spread ανήλθε στις 153 μ.β. (17/11/2009). Η δημοσιοποίηση, όμως, του Προϋπολογισμού, αλλά και η αβουλία, η αναποφασιστικότητα και η αβελτηρία της Κυβέρνησης είχε ως αποτέλεσμα το spread να ανέβει στις 273 μ.β. στις 21/12/2009, ενώ η επικοινωνιακή λογική της Κυβέρνησης στη διαχείριση της κατάστασης της Ελληνικής Οικονομίας οδήγησε, εν συνεχεία, σε καθοριστική συρρίκνωση της αξιοπιστίας της στις αγορές, εκτοξεύοντας το spread στις 424 μ.β. στις 16/4/2010 και στις 1021 μ.β. στις 28/4/2010.

 

Έτσι, η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί 7 μήνες διαχειρίστηκε, με επικοινωνιακή λογική, το πρόβλημα ελλείμματος της Ελληνικής Οικονομίας, πρόβλημα το οποίο αντιμετώπισαν όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες είδαν τα ελλείμματά τους, κατά μέσο όρο, να εκτοξεύονται από το 0,8% του Α.Ε.Π. το 2007 στο 6,8% του Α.Ε.Π. το 2009, οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού. Αυτούς τους μήνες, η Κυβέρνηση, μεταξύ άλλων:

  • παρουσίασε έλλειψη σοβαρού σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης,
  • καθυστέρησε να πάρει μέτρα, και όταν πήρε κάποια το μίγμα τους απεδείχθη κατάλληλη θεραπεία για το προηγούμενο στάδιο της ασθένειας,
  • προχώρησε στην κατάθεση Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης που ήταν κατώτερο των περιστάσεων,
  • αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα,
  • έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές με τις παλινωδίες, τις αντιφατικές δηλώσεις, τις ανεύθυνες διαρροές,
  • δεν «έμαθε» να τις «διαβάζει». Μιλούσε για «Τιτανικό», για απώλεια εθνικής κυριαρχίας και για προσφυγή στο ΔΝΤ, και μετά έβγαινε στις αγορές για να δανειστεί με πολύ υψηλά επιτόκια. Το «γεμάτο όπλο στο τραπέζι» απεδείχθη αρχικά άσφαιρο και όταν γέμισε στράφηκε, δυστυχώς, προς τη χώρα μας.

Το αποτέλεσμα, συνεπώς, αυτών των πολιτικών επιλογών ήταν να κλείσουν οι αγορές για τη χώρα μας. Οπότε, η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, και εντέλει στο ΔΝΤ, ήταν αναπόφευκτη και η χρηματοδότηση από αυτόν απαραίτητη.

InstagramYoutube