Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο – “Οι Αριθμοί δεν Ευημερούν…”

Το 1982 ο αείμνηστος Ξενοφών Ζολώτας στο Σύγγραμμά του με τίτλο «Οικονομική μεγέθυνση και φθίνουσα κοινωνική ευημερία» επισήμανε τις αδυναμίες και τους κινδύνους από τη μονοδιάστατη ποσοτική θεώρηση του οικονομικού φαινομένου.

Τόνιζε ότι «…οι αριθμοί μπορεί κάλλιστα να ευημερούν αλλά οι άνθρωποι να πάσχουν…».

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μετά την επιλογή της να οδηγήσει της χώρα στο μηχανισμό στήριξης, εξαιτίας της κρίσης δανεισμού που η ίδια δημιούργησε,  έβαλε τη χώρα όχι μόνο σε μία αλλά σε διπλή «παγίδα».

Το αποτέλεσμα της πολιτικής της είναι τελικά να πάσχουν οι άνθρωποι και να μην ευημερούν οι αριθμοί.

Το βιοτικό επίπεδο των πολιτών έχει συρρικνωθεί δραματικά λόγω της περιοριστικής εισοδηματικής πολιτικής (περικοπές σε μισθούς και συντάξεις), της αύξησης της φορολογίας, του υψηλού πληθωρισμού και της αύξησης της ανεργίας.

Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2010 παρουσίασε μείωση κατά 3,5% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2009 και κατά 1,5% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του έτους. Είναι δηλαδή η μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων ετών.

Η διαφορά απόδοσης (spread) των ελληνικών ομολόγων έχει διαμορφωθεί στο υψηλότερο σημείο από την υπογραφή του Μνημονίου (η διαφορά για το 10ετές ομόλογο κυμαίνεται στις 850 μονάδες βάσης).

Τα έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού παρουσιάζουν οριακή αύξηση 4% στο 1ο επτάμηνο του έτους, έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση 13,7%.

Ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 5,5% τον εφετινό Ιούλιο, ο υψηλότερος των τελευταίων 13 ετών. Σημειώνεται ότι το Σεπτέμβριο του 2009 ήταν 0,7%.

Οι δημόσιες επενδύσεις έχουν περικοπεί κατά 2,5 δισ. ευρώ σε σχέση με πέρυσι και το κράτος έχει κηρύξει, ουσιαστικά, στάση πληρωμών προς τις επιχειρήσεις.

Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 5,8% το 1ο εξάμηνο του έτους σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.

Η μεταποίηση, την ίδια περίοδο, μειώθηκε κατά 4,7%.

Ο όγκος της οικοδομικής δραστηριότητας μειώθηκε κατά 22% τον εφετινό Μάϊο σε σχέση με τον αντίστοιχο περυσινό μήνα.

Τα έσοδα από ταξιδιωτικές υπηρεσίες μειώθηκαν κατά 12% το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Οι επιχειρήσεις ασφυκτιούν και τα «λουκέτα» πολλαπλασιάζονται. Το 15% των επιχειρήσεων (505 στα 3.421 καταστήματα) στην Αττική έχουν κλείσει.

Η ανεργία εκτινάχθηκε στο 12% τον εφετινό Μάϊο, σε σχέση με το 8,5% τον ίδιο μήνα του 2009 (αύξηση ανεργίας κατά 43% σε ένα χρόνο, μία από τις υψηλότερες ετήσιες αυξήσεις που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια). Η ανεργία των νέων  διαμορφώνεται στο 32,5%.

Αυτές οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι η εφαρμοζόμενη «θεραπευτική αγωγή» δεν έχει  οδηγήσει ούτε στην ευημερία των αριθμών ούτε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Η οικονομία δεν «υπακούει» στις επιθυμίες και τις συνεχείς εξαγγελίες της Κυβέρνησης.

Η Νέα Δημοκρατία έχει εγκαίρως επισημάνει τις αδυναμίες της εφαρμοζόμενης «θεραπευτικής αγωγής».

Έχει καταθέσει στρατηγικό σχέδιο για την έξοδο της χώρας από την κρίση. Έξοδος η οποία θα εναρμονίζει, όπως επιβάλλεται, τη συνεχή, πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων των πολιτών με την «ευημερία» των δεικτών.

“Σχέδιο Ελπίδας και Προοπτικής από τη Ν.Δ.” – Άρθρο στον Κόσμο του Επενδυτή

Η Νέα Δημοκρατία ανέλαβε πρόσφατα μια κορυφαία, πρωτόγνωρη για Αξιωματική Αντιπολίτευση, πολιτική πρωτοβουλία: να περιγράψει το δικό της Σχέδιο για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση. Να παρουσιάσει τον δικό της εναλλακτικό δρόμο που οδηγεί σε «ενάρετο κύκλο» ανάπτυξης, σε αντίθεση με το «φαύλο κύκλο» της ύφεσης που είμαστε σήμερα. Ένα δρόμο που δεν είναι χωρίς θυσίες. Δρόμο όμως με λιγότερες θυσίες που, όμως, πιάνουν τόπο και μπορεί να τις αντέξει η Οικονομία και η Κοινωνία. Γιατί όμως χρειάζεται αλλαγή πορείας; Και ποιο είναι το Σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας;

Χρειάζεται αλλαγή πορείας γιατί πιστεύουμε ότι τα μέτρα που συνοδεύουν την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης δεν θα έχουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Και αυτό για 5 λόγους:

1ος. Η Κυβέρνηση υιοθετεί μια συνολική δημοσιονομική προσαρμογή της τάξεως περίπου του 20% του ΑΕΠ, προκειμένου να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας μόνον κατά 11% του ΑΕΠ μέχρι το 2014! Παίρνουμε μέτρα προσαρμογής διπλάσια απ’ όσα χρειάζεται, επειδή ακριβώς τα μισά θα τα απορροφήσει η ύφεση!

2ος. Η προσαρμογή στη χώρα μας είναι πρωτόγνωρη διεθνώς σε ένταση και έκταση. Όπως προκύπτει από Μελέτες του ΔΝΤ, οι 31 πιο επιτυχημένες προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής τις τελευταίες 4 δεκαετίες μείωναν το έλλειμμα με ρυθμό 1,15% του ΑΕΠ το χρόνο. Η Ελλάδα καλείται να μειώσει 11 μονάδες σε 5 χρόνια. Με ρυθμό 2,2% του ΑΕΠ ετησίως. Δηλαδή διπλάσιο!

3ος. Οι δυσμενείς επιπτώσεις της υλοποίησης των μέτρων γίνονται ήδη ορατές. Τα «λουκέτα» πολλαπλασιάζονται, η ανεργία διογκώνεται, η ύφεση βαθαίνει, ο πληθωρισμός εκτινάσσεται σε ιστορικά υψηλά δεκαετίας, η ψυχολογία της αγοράς και της κοινωνίας παραλύει.

4ος.  Οι κίνδυνοι που συνοδεύουν την υλοποίηση του Προγράμματος αναδεικνύονται από το ίδιο το Μνημόνιο, την Έκθεση του ΔΝΤ, την τελευταία έκθεση του ECOFIN…

5ος. Τους κινδύνους αυτούς επισημαίνουν, πολύ πιο απερίφραστα, οικονομολόγοι μεγάλου κύρους και έμπειροι διεθνείς αναλυτές, και μάλιστα από διαφορετικές σχολές σκέψης.

Για αυτούς τους λόγους θεωρούμε ότι χρειάζεται άλλος δρόμος.  Αυτόν περιγράψαμε αναλυτικά στο σχέδιο που καταθέσαμε στον Ελληνικό λαό.

Στόχος του σχεδίου είναι η ταυτόχρονη αντιμετώπιση ελλείμματος και χρέους, ώστε να πετύχουμε επανεξέταση των όρων του Μνημονίου και πιθανή αποδέσμευση απ’ αυτό έπειτα από διετία. Η φιλοσοφία του σχεδίου στηρίζεται στη διάκριση του ελλείμματος σε «διαρθρωτικό» (το οποίο σχετίζεται με τις διαρθρωτικές αγκυλώσεις της Οικονομίας) και σε «κυκλικό» (που οφείλεται στον οικονομικό κύκλο).

Αν υιοθετήσουμε μόνο με περιοριστικά μέτρα, όπως κάνει το μνημόνιο, μειώνουμε το διαρθρωτικό, όμως αυξάνουμε το κυκλικό έλλειμμα, με την ύφεση που προκαλούμε. Για να μειώσουμε,συνεπώς το συνολικό έλλειμμα, πρέπει να συνδυάσουμε περιοριστικά μέτρα (όχι όμως πρόσθετα, όπως προβλέπει το Μνημόνιο, ούτε τέτοιας έντασης και σύνθεσης) με μέτρα καταπολέμησης της ύφεσης. Επομένως, προτείνουμε διαφορετικό μείγμα οικονομικής πολιτικής με:

  • Αντισταθμιστικά μέτρα συγκράτησης της ύφεσης, ύψους 7,2% του ΑΕΠ, μηδενικού ή ελαχίστου δημοσιονομικού κόστους. Δηλαδή μέτρα ανάκαμψης της Οικονομίας που «εξουδετερώνουν» ή αντισταθμίζουν το υφεσιακό αποτέλεσμα της δημοσιονομικής προσαρμογής.
  • Επανορθωτικά μέτρα που αποκαθιστούν αδικίες και κυβερνητικές αστοχίες (π.χ. στις συντάξεις), αλλά και πρόσθετες δράσεις που συμψηφίζουν τις δημοσιονομικές απώλειες (π.χ. μείωση της σπατάλης από συγκεκριμένους κωδικούς του Προϋπολογισμού).
  • Πρωτοβουλίες αξιοποίησης – και όχι εκποίησης – της ανενεργής ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου ώστε να μειωθεί, απευθείας, το χρέος. Με μακροχρόνιες μισθώσεις, leasing ή ΣΔΙΤ,  ενός μέρους των ακινήτων και με την εμπορική αξιοποίηση ενός άλλου μέρους, με την ανάπτυξη τουριστικής κατοικίας για αγοραστές υψηλής εισοδηματικής στάθμης, με την αξιοποίηση λιμανιών, αεροδρομίων, μαρίνων κ.α.
  • Αναπτυξιακά μέτρα άμεσα, που απελευθερώνουν τη δυναμική της ανάπτυξης και βελτιώνουν το οικονομικό κλίμα. Όπως π.χ. η εξόφληση των οφειλών του Δημοσίου προς τις επιχειρήσεις, οι επιστροφές φόρων, η καταπολέμηση του παραεμπορίου, η επένδυση στις «ενδογενείς» πηγές ανάπτυξης (παιδεία, έρευνα και καινοτομία, προστασία του περιβάλλοντος).
  • Και αναπτυξιακά μέτρα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, μετά την αποδέσμευση από το Μνημόνιο, με μείωση των φόρων και κλαδικές αναπτυξιακές πολιτικές, όπου η Ελλάδα έχει στρατηγικά πλεονεκτήματα.

Το Σχέδιο της Ν.Δ. είναι ολοκληρωμένο και συνεκτικό, κοστολογημένο, ρεαλιστικό και άμεσα υλοποιήσιμο. Είναι Σχέδιο προοπτικής και ελπίδας.

“Το Σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας είναι ολοκληρωμένο και ρεαλιστικό” – Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο

Ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Αντώνης Σαμαράς, πρόσφατα, παρουσίασε το σχέδιο της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Στόχος του σχεδίου είναι, με την ταυτόχρονη αντιμετώπιση ελλείμματος και χρέους, η επανεξέταση των όρων του Μνημονίου και η πιθανή αποδέσμευση απ’ αυτό μετά από 2 χρόνια.

Η φιλοσοφία του σχεδίου εδράζεται στη θεμελιώδη διάκριση του ελλείμματος σε «διαρθρωτικό» (το οποίο σχετίζεται με τις διαρθρωτικές μεταβολές της Οικονομίας) και σε «κυκλικό» (το οποίο οφείλεται στον οικονομικό κύκλο).

Η αξία αυτής της διάκρισης έγκειται στο ότι το διαρθρωτικό έλλειμμα αντιμετωπίζεται με τα παραδοσιακά «εργαλεία» συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής, όχι βέβαια της έντασης (μείωση του ελλείμματος κατά 11% του ΑΕΠ) και έκτασης (σε 5 χρόνια) που εφαρμόζονται στην Ελλάδα, ενώ το κυκλικό με μέτρα τόνωσης της αγοράς.

Για να μειωθεί συνεπώς το συνολικό έλλειμμα πρέπει να συνδυάσουμε περιοριστικά μέτρα όπως αυτά που η Κυβέρνηση ήδη υλοποιεί και περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο, άλλα όχι τέτοιας έντασης και σύνθεσης, με μέτρα καταπολέμησης της ύφεσης που τα ίδια αυτά μέτρα προκαλούν.

Χωρίς πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα περιοριστικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια, αλλά με:

  • Αντισταθμιστικά μέτρα συγκράτησης της ύφεσης, ύψους 7,2% του ΑΕΠ, μηδενικού ή ελαχίστου δημοσιονομικού κόστους (όπως τα 23 μέτρα τόνωσης της αγοράς που, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, έχουμε εγκαίρως καταθέσει και η Κυβέρνηση διστακτικά, ημιτελώς και με καθυστέρηση έχει αρχίσει να υλοποιεί, π.χ. άρση του καμποτάζ, επιτάχυνση έργων παραχώρησης ή ΣΔΙΤ, άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων κ.α.).
  • Πρόσθετα αντισταθμιστικά μέτρα ανάκαμψης της Οικονομίας (όπως είναι, ενδεικτικά, η ενοποίηση των εισπρακτικών μηχανισμών του Κράτους, ο συμψηφισμός οφειλών από και προς το Δημόσιο, η αναδιάρθρωση του ΟΣΕ, η αξιολόγηση των επιπτώσεων των νόμων στην ανταγωνιστικότητα [impact assessment], η προσωποποιημένη κοστολόγηση των Δημόσιων Νοσοκομείων ανά ασθενή, η καθιέρωση και αυστηρή τήρηση «προϋπολογισμών μηδενικής βάσης», η ενεργειακή διασύνδεση των νησιών, κ.α.).
  • Επανορθωτικά μέτρα που διορθώνουν Κυβερνητικές αστοχίες (για παράδειγμα, η αποκατάσταση των συντάξεων στους χαμηλοσυνταξιούχους), αλλά με αντίστοιχου ύψους περικοπές που εξουδετερώνουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα (για παράδειγμα, η περιστολή δαπανών του Κράτους, όπου αυτές είναι σπατάλες, και η αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου στα καύσιμα).
  • Πρωτοβουλίες αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου ώστε να μειωθεί, απευθείας, το χρέος (ενδεικτικά, με την αξιοποίηση και εκμετάλλευση [π.χ. με μορφή μακροχρόνιας μίσθωσης, leasing ή ΣΔΙΤ] μέρους της περιουσίας της ΚΕΔ, Δημοσίων Οργανισμών και ΝΠΔΔ, με την ανάπτυξη τουριστικής κατοικίας για αγοραστές υψηλής εισοδηματικής στάθμης, με την αξιοποίηση λιμανιών, περιφερειακών αεροδρόμιων και μαρίνων, με την προώθηση ειδικής νομοθετικής ρύθμισης (κατά τα πρότυπα των Ολυμπιακών Αγώνων) για σημαντικά έργα ανάπτυξης δημόσιας και ιδιωτικής γης κ.α.).
  • Αναπτυξιακά μέτρα που απελευθερώνουν τη δυναμική της ανάπτυξης, ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και βελτιώνουν το οικονομικό κλίμα (για παράδειγμα, με την εξόφληση των οφειλών του Δημοσίου, με την επένδυση στις «ενδογενείς» πηγές ανάπτυξης, δηλαδή στην παιδεία, στην έρευνα και στην καινοτομία κ.ά.).
  • Αναπτυξιακά μέτρα μετά την αποδέσμευση από τους όρους του Μνημονίου (ενδεικτικά, με τη μείωση των φόρων [αρχικά έμμεσων και μεταγενέστερα άμεσων], με κλαδικές επενδύσεις όπου υπάρχουν στρατηγικά πλεονεκτήματα [τουρισμός, ναυτιλία, μεταποίηση]).

 

Πρόκειται συνεπώς για ένα ολοκληρωμένο, συνεκτικό και διαφορετικό μίγμα μέτρων για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Για ένα ρεαλιστικό και άμεσα υλοποιήσιμο σχέδιο.

Για ένα σχέδιο που αξίζει να μελετηθεί, να αξιολογηθεί και να αξιοποιηθεί από την Κυβέρνηση.

Άρθρο Εφημερίδα Κόσμος – Αξιοποίηση των Αδρανών Πόρων

Το μίγμα των δημοσιονομικών μέτρων είναι κοινωνικά άδικο (η ανεργία διογκώνεται και η κοινωνική συνοχή δυναμιτίζεται), αμφιβόλου οικονομικής αποτελεσματικότητας (η δημοσιονομική προσαρμογή είναι της τάξεως περίπου του 20% του Α.Ε.Π. προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα κατά 11% του Α.Ε.Π. μέχρι το 2014, ενώ η ύφεση βαθαίνει και ο πληθωρισμός είναι 10 φορές υψηλότερος από πέρυσι) και ελλιπές (τα αναπτυξιακά μέτρα απουσιάζουν).

Οι κίνδυνοι δε που συνοδεύουν την υλοποίησή του είναι υπαρκτοί, σημαντικοί και καταγράφονται τόσο στο Μνημόνιο που συνοδεύει το Μηχανισμό Στήριξης, όσο και στις Εκθέσεις του Δ.Ν.Τ. και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Αυτό που απαιτείται συνεπώς, και προτείνεται από τη Νέα Δημοκρατία, είναι η υιοθέτηση ενός κατάλληλου και ισορροπημένου μίγματος εφαρμόσιμων πολιτικών επιλογών, που θα περιλαμβάνει και αντισταθμιστικά μέτρα χαμηλού ή μηδενικού δημοσιονομικού κόστους, και θα στοχεύει στην αντιμετώπιση του ελλείμματος, είτε αυτό οφείλεται σε διαρθρωτικές αδυναμίες είτε στην ύφεση, και στη διαρκή προώθηση της αειφόρου, «έξυπνης» και εξωστρεφούς ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Με την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου (ώστε να μετατρέψουμε αδρανείς πόρους σε τμήμα του εθνικού ενεργητικού), με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων δαπανών (επενδύοντας σε συντελεστές με υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, όπως είναι η γνώση, η έρευνα και καινοτομία, η προστασία του περιβάλλοντος), με την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας (περιορίζοντας το εξωγενές κόστος των επιχειρήσεων, προωθώντας φορολογικά κίνητρα, μειώνοντας τη γραφειοκρατία, καταργώντας εμπόδια – στρεβλώσεις στη λειτουργία του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών), με την προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών που περιλαμβάνονται και στο Μνημόνιο (και οι οποίες ημιτελώς προωθούνται από την Κυβέρνηση), με ένα κράτος που θα παρεμβαίνει και θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η ανάταξη της Ελληνικής οικονομίας απαιτεί, εκτός από το στρατηγικό σχέδιο και τις επιμέρους συγκεκριμένες πολιτικές, ισχυρή και αυτόνομη πολιτική βούληση και αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση.

Η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Στη Νέα Δημοκρατία εναπόκειται να δημιουργήσει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και να δώσει έμπρακτα και έγκαιρα «σήματα» μιας νέας ελπιδοφόρας προοπτικής.

Τα Λάθη της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μετά από 8 μήνες διακυβέρνησης, δημιούργησε το δικό της «απόθεμα» λαθών στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, οδηγώντας τη χώρα στη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, και εντέλει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Ειδικότερα:

 

  • «Φούσκωσε» με «δημιουργική λογιστική» το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009.
  • Υποτίμησε τις προειδοποιήσεις των ειδικών για την κατάσταση της Οικονομίας.
  • Παρουσίασε έλλειψη προετοιμασίας και σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Κατέθεσε προγραμματικές δηλώσεις που αντί για περικοπές περιείχαν παροχές.
  • Άργησε να πάρει μέτρα.
  • Καθυστέρησε στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και παρέλυσε τον εισπρακτικό μηχανισμό.
  • Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού για το 2010 που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.
  • Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) που ενσωμάτωνε μη υλοποιήσιμους στόχους.
  • Δημιουργήθηκε σύγχυση και παρατηρήθηκε ολέθρια αναβλητικότητα από την ύπαρξη δυαρχίας στην κορυφή της Οικονομίας.
  • Υπέπεσε σε αντιφάσεις και παλινωδίες, δείγμα ελλείμματος πολιτικής αξιοπιστίας, αφού, για την Κυβέρνηση, προεκλογικά, «λεφτά υπήρχαν».
  • Προκρίθηκε η ιδέα της πολιτικής διαχείρισης του οικονομικού προβλήματος για εσωτερική κατανάλωση αντί της οικονομικής διαχείρισης του πολιτικού μας προβλήματος.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Επέδειξε διεθνή υπερκινητικότητα και ανάλωσε πολύτιμο κεφάλαιο χωρίς συγκεκριμένη στόχευση και ουσιαστικό αποτέλεσμα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές, οι οποίες άρχισαν να μας «τιμωρούν» όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση επιδίδεται σε διακηρύξεις και διαβούλευση, χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Δεν «έμαθε» να «διαβάζει» τις αγορές, αφού άρχισε να μιλάει για «Τιτανικό» και για προσφυγή στο ΔΝΤ, και μετά έβγαινε να δανειστεί με πολύ ψηλά επιτόκια.
  • Θριαμβολογούσε, αδικαιολόγητα, όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα έπρεπε να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περίσκεψη και διορατικότητα.
  • Διαχειρίστηκε, με επικοινωνιακή λογική, το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους της Οικονομίας, πρόβλημα κοινό σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, και οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού. Κρίση δανεισμού, όπως αυτή εκδηλώθηκε, αρχικά, με το υψηλό κόστος δανεισμού, και στη συνέχεια με το «κλείσιμο» των αγορών για τη χώρα μας. Ο επίλογος της κυβερνητικής αποτυχίας γράφτηκε με την αναπόφευκτη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, και εντέλει στο ΔΝΤ.
  • Παρέλυσε την ψυχολογία της κοινωνίας, καθώς η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, μαζί με τις Κυβερνητικές πράξεις και παραλείψεις επέτεινε το κλίμα πανικού και δημιούργησε μεγαλύτερη ανασφάλεια.
  • Προσήλθε στις συνομιλίες με τους διεθνείς πιστωτές μας με απαράδεκτα ηττοπαθή λογική.
  • Δεν υπήρξε, από την Κυβέρνηση, ενδελεχής μελέτη της Συμφωνίας και δεν έγινε εξαντλητική διαπραγμάτευση.
  • Προωθεί μίγμα μέτρων αμφιβόλου οικονομικής αποτελεσματικότητας, αφού ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική οδηγεί σε βαθιά ύφεση και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
  • Προωθεί ελλιπές μίγμα μέτρων, καθώς απουσιάζουν τα μέτρα τόνωσης της αγοράς.
  • Έλαβε μέτρα που είναι σκληρά και άδικα.
  • Η πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού για το 2010, κατά το 1ο πεντάμηνο του έτους, δεν ανταποκρίνεται επί της ουσίας στους στόχους που έχουν τεθεί.
  • Το κράτος δεν εξοφλεί τους δανειστές του, ενώ τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν απορροφήσει στο 1ο τετράμηνο του έτους πάνω από τη μισή ετήσια επιχορήγηση.
  • Επιδεικνύει ατολμία ή αδυναμία να καταπολεμήσει τα εκφυλιστικά φαινόμενα της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής.
  • Δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει τις τεράστιες κρατικές σπατάλες.
  • Ο «προγραμματισμός» της Κυβέρνησης για τις αποκρατικοποιήσεις επιβεβαιώνει τις ανησυχίες της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και τις εντάσεις του ΔΝΤ ότι «τα σχέδια αποκρατικοποιήσεων είναι απογοητευτικά και τα σχέδια για τη αναδιάρθρωση των δημοσίων επιχειρήσεων είναι αδύναμα».
  • Δεν υπάρχει από πλευράς της Κυβέρνησης πραγματική βούληση για ριζικές τομές και τήρηση των συμφωνηθέντων με την «τρόϊκα».
  • Το σκηνικό ασυνεννοησίας και κυρίως αδυναμίας συντονισμού του κυβερνητικού έργου δίνει το πλέον αρνητικό μήνυμα πρώτα προς τις αγορές.

 

Η ανάταξη της Ελληνικής Οικονομίας και η ταχύτερη έξοδος από το Μηχανισμό Στήριξης απαιτεί στρατηγικό σχέδιο, επιμέρους στοχευμένες πολιτικές επιλογές, ισχυρή πολιτική βούληση και αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση. Όμως, όπως προκύπτει και από τα παραπάνω, η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειμματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Άρθρο στην Εφημερίδα Εξπρες – “Ταπεινωτική εξέλιξη” με υψηλό κόστος για τη χώρα η προσφυγή στο ΔΝΤ

Η συγκυρία για τη χώρα μας είναι εξαιρετικά κρίσιμη.

Η δύσκολη κατάσταση της Οικονομίας, λόγω των εγχώριων μακροχρόνιων διαρθρωτικών και διαχειριστικών αδυναμιών και των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης, έχει επιδεινωθεί ραγδαία το τελευταίο χρονικό διάστημα εξαιτίας των πράξεων και των παραλείψεων της Κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Η ευθύνη της είναι αντικειμενική και ξεκάθαρη.

Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί επτά μήνες διαχειρίστηκε με επικοινωνιακή λογική το πρόβλημα ελλείμματος της Ελληνικής Οικονομίας (πρόβλημα το οποίο αντιμετώπισαν όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες είδαν τα ελλείμματά τους, κατά μέσο όρο, να εκτοξεύονται από το 0,8% του Α.Ε.Π. το 2007 στο 6,8% του Α.Ε.Π. το 2009), οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού.

Πιο συγκεκριμένα:

  • «Φούσκωσε» το έλλειμμα για το 2009 ματαιώνοντας δημόσια έσοδα, διογκώνοντας δημόσιες δαπάνες, εγγράφοντας νέες δαπάνες που δεν είχαν προϋπολογιστεί. Αλλά κανείς δεν δανείζει φθηνά μια χώρα που η Κυβέρνησή της από μόνη της ομολογεί και διακηρύσσει ότι «βουλιάζει».
  • Καθυστέρησε στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού, με δυσμενείς συνέπειες για την Οικονομία. Η υστέρηση των εσόδων το τελευταίο τρίμηνο του 2009 κάλυψε τα 2/3 της συνολικής υστέρησης του έτους.
  • Παρουσίασε έλλειψη προετοιμασίας, σοβαρού και ολοκληρωμένου επιχειρησιακού σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης. Περιέγραψε με μελανά χρώματα την κατάσταση της Οικονομίας χωρίς να αντιδρά. Η διάγνωση δεν ακολουθήθηκε από τη θεραπεία.
  • Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.
  • Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το όποιο ενσωμάτωνε, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων με τα «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους. Έτσι, αναγκάστηκε να λάβει επιπρόσθετα μέτρα της τάξεως, τουλάχιστον, του 2,5% του Α.Ε.Π., προκειμένου να επιτευχθεί, εάν επιτευχθεί, ο στόχος για μείωση του ελλείμματος κατά 4% του Α.Ε.Π. το 2010.
  • Άργησε να πάρει μέτρα, το δε μίγμα τους είναι κοινωνικά άδικο και οικονομικά αναποτελεσματικό. Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, «στεγνώνει» την αγορά, ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές. Αυτές άρχισαν να μας «τιμωρούν» όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση επιδίδεται σε διακηρύξεις χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Συνεχίζουν να μας τιμωρούν όταν διαπιστώνουν αδυναμία συνεννόησης, παλινωδίες, Κυβερνητική διγλωσσία ή πολυφωνία, φλυαρία, αντιφατικές δηλώσεις και ανεύθυνες διαρροές.
  • Δεν «έμαθε» να «διαβάζει» τις αγορές και είχε στρεβλή εκτίμηση της κατάστασης με αποτέλεσμα να βρίσκεται πάντα βήματα πίσω από την πραγματικότητα. Άρχισε να μιλάει για «Τιτανικό», για απώλεια εθνικής κυριαρχίας και για προσφυγή στο ΔΝΤ, και μετά έβγαινε στις αγορές να δανειστεί με πολύ υψηλά επιτόκια.
  • Παρέλυσε την ψυχολογία της κοινωνίας και έσπειρε τον πανικό (για 6ο συνεχόμενο μήνα ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος κινείται πτωτικά σε αντίθεση με την Ευρωζώνη).
  • Θριαμβολογούσε αδικαιολόγητα με την επωδό ότι «τώρα δικαιώνονται οι θυσίες του ελληνικού λαού», όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα έπρεπε να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περίσκεψη και διορατικότητα. Το «γεμάτο όπλο στο τραπέζι» μάλλον θυμηδία προκάλεσε παρά τρόμο.

 

Συνεπώς, η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει την κύρια ευθύνη για το αδιέξοδο στο οποίο οδήγησε την κατάσταση.

Αδιέξοδο στο οποίο συνέτειναν οι «μυωπικοί», διστακτικοί και ασαφείς Ευρωπαϊκοί χειρισμοί, οι ανεύθυνες και επικίνδυνες προσεγγίσεις αναλυτών, και όχι μόνο (π.χ. περί αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους), οι υπερβολικές αντιδράσεις διεθνών αξιολογικών οίκων και οι κερδοσκοπικές πιέσεις.

Ο επίλογος αυτής της αποτυχίας γράφτηκε με την επιλογή της Κυβέρνησης, προαποφασισμένη από την ίδια ή αναπόφευκτη εξαιτίας των χειρισμών της, να προσφύγει στον υβριδικό μηχανισμό στήριξης, δηλαδή, εντέλει, στο ΔΝΤ.

Μία «ταπεινωτική εξέλιξη» (βλέπετε και τοποθέτηση του τέως Πρωθυπουργού κου. Σημίτη στη Βουλή το 2008), με υψηλό κόστος για τη χώρα μας.

 

Υψηλό κόστος τόσο ως προς το επιτόκιο δανεισμού όσο, κυρίως, ως προς το μίγμα των μέτρων που θα επιβληθούν.

Μέτρα που θα ενισχύσουν το «φαύλο κύκλο» της ύφεσης περισσότερο απ’ όσο θα βελτιώσουν τα δημόσια οικονομικά.

«Φαύλο κύκλο» μεγαλύτερων ελλειμμάτων, ακόμα σκληρότερων μέτρων, ακόμα μεγαλύτερης ύφεσης, ακόμα μεγαλύτερων ελλειμμάτων, ακόμα σκληρότερων μέτρων.

 

Ό,τι έγινε όμως δεν διορθώνεται.

Το ζητούμενο τώρα είναι τι πρέπει και τι μπορεί να γίνει ώστε να μετριασθούν, κατά το δυνατόν, οι επιπτώσεις της κρίσης στην κοινωνία (περιορισμός της έξαρσης της ανεργίας και διατήρηση της κοινωνικής συνοχής), να επισπευσθεί η χρονική διάρκεια της δοκιμασίας και να εξέλθουμε από το μηχανισμό στήριξης όσο γίνεται πιο σύντομα, και να σπάσουμε το «φαύλο κύκλο» της ύφεσης όσο γίνεται πιο γρήγορα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ανάταξης της Οικονομίας.

Η Ν.Δ., και στη νέα φάση που εισήλθε η χώρα, με αίσθημα κοινωνικής και εθνικής ευθύνης, θα συνδράμει ώστε το οικονομικό και κοινωνικό κόστος από την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης και τους Κυβερνητικούς χειρισμούς να ελαχιστοποιηθεί και να μεγιστοποιηθούν τα δυνητικά μεσο – μακροχρόνια προσδοκώμενα οφέλη.

Προς αυτή την κατεύθυνση η Ν.Δ. επιμένει και προτείνει:

  • Άμεσα μέτρα τόνωσης της Οικονομίας και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, μέτρα αντισταθμιστικά, μηδενικού ή ελάχιστου δημοσιονομικού κόστους (εδώ και 3 μήνες έχουμε καταθέσει 23 σχετικές προτάσεις).
  • Μεσο-μακροπρόθεσμα διαρθρωτικά μέτρα μεγέθυνσης της παραγωγικής βάσης, ενίσχυσης των ρυθμών ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας της Οικονομίας (όπως είναι, ενδεικτικά, η σταδιακή κατάργηση των στρεβλώσεων και των διοικητικών περιορισμών σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας με τον περιορισμό, κυρίως, του εξωγενούς κόστους των επιχειρήσεων, η μείωση της γραφειοκρατίας και ο περιορισμός των νόμων και των κανονισμών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, η εξυγίανση των Δ.Ε.Κ.Ο. με στόχο τη βιωσιμότητά τους και τη μεγιστοποίηση της αξίας για την κοινωνία, η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους, με την ποιοτική αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, των θεσμών και των λειτουργιών του, με την ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου).

Τα ανωτέρω προϋποθέτουν την εκπόνηση και εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου και ρεαλιστικού στρατηγικού σχεδίου για την Οικονομία, με συγκεκριμένες, συνεκτικές και ποσοτικοποιημένες δράσεις σε ένα μίγμα συνδυασμένης σταθεροποιητικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

Με στρατηγικούς στόχους τη διαρκή προώθηση της αειφόρου, έξυπνης και εξωστρεφούς ανάπτυξης, την ευημερία των πολιτών, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.

Σε κάθε περίπτωση, η ανάταξη της Ελληνικής οικονομίας απαιτεί, εκτός από το στρατηγικό σχέδιο και τις επιμέρους συγκεκριμένες πολιτικές, ισχυρή πολιτική βούληση και αποτελεσματικό πολιτικό management.

Η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειμματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Στη Ν.Δ. εναπόκειται να δημιουργήσει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και να δώσει έμπρακτα και έγκαιρα «σήματα» νέας προοπτικής.

“Το πρόβλημα ελλείμματος μετατράπηκε σε κρίση δανεισμού” – Άρθρο στην Εφημερίδα Ημέρα

Εξετάζοντας την πορεία του διαφορικού (σε σχέση με το γερμανικού) επιτοκίου (ή spread) του ελληνικού δεκαετούς κρατικού ομολόγου, σε ένα πλαίσιο σύγκρισης με το αντίστοιχο της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας (οι χώρες που ατυχέστατα οι αγγλοσάξονες αποκαλούν PIIGS ή GIPSI), μπορούμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις περιόδους.

 

Η πρώτη περίοδος είναι αυτή της σύγκλισης του διαφορικού επιτοκίου της Ελλάδας με το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο μέχρι την ένταξη της χώρας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ).

 

Η δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται από μία σημαντική και μακροχρόνια σταθεροποίηση του διαφορικού επιτοκίου της Ελλάδας, όπως και των άλλων «συγγενών» ευρωπαϊκών χωρών, σε επίπεδα κατά πολύ χαμηλότερα των 100 μονάδων βάσης (μ.β.), και κυρίως κάτω από 50, ως τους πρώτους μήνες του 2008. Δημιουργήθηκε, έτσι, στην ελληνική οικονομία ένα περιβάλλον «φθηνής» χρηματοδότησης για το κράτος, τα πιστωτικά ιδρύματα, και συνεπώς για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

 

Η τρίτη περίοδος, από τις αρχές του 2008, συνδέεται άμεσα με τα πρώτα σημάδια της χρηματοπιστωτικής κρίσης και την κορύφωσή της με την κατάρρευση της Lehman Brothers το φθινόπωρο του 2008. Έτσι, η στενότητα άντλησης ρευστότητας των διεθνών αγορών είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των διαφορικών επιτοκίων των εν λόγω χωρών μετά το φθινόπωρο του 2008, με την Ελλάδα και την Ιρλανδία να παρουσιάζουν την υψηλότερη αύξηση του διαφορικού επιτοκίου στις αρχές του 2009. Συγκεκριμένα, το διαφορικό επιτόκιο της Ελλάδας αυξήθηκε από τις 74 μ.β. στις 25/9/2008 στις 299 μ.β. στις 17/2/2009, ενώ την ίδια ημέρα το διαφορικό επιτόκιο της Ιρλανδίας ήταν 246 μ.β., της Ισπανίας 108 μ.β., της Πορτογαλίας 161 μ.β. και της Ιταλίας 141 μ.β. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται, κυρίως, στη μεγάλη πτώση του επιτοκίου του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου. Ειδικότερα, το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου της Γερμανίας στις 25/9/2008 ήταν 4,23, στις 15/10/2008 4,11 και στις 17/2/2009 στο 2,9. Σταδιακά, όμως, και αφού η ρευστότητα, μετά τις νομισματικές παρεμβάσεις και τα διεθνή πακέτα στήριξης, άρχισε να ενισχύεται σταδιακά στις διεθνείς αγορές, το διαφορικό επιτόκιο της Ελλάδας αποκλιμακώθηκε, όπως και τα αντίστοιχα των άλλων χωρών, τείνοντας προς τις 100 μ.β. το καλοκαίρι του 2009, αφήνοντας την Ιρλανδία σε υψηλότερα επίπεδα.

 

Η τέταρτη περίοδος ξεκινά το φθινόπωρο του 2009. Μετά τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου και, κυρίως, λόγω των πράξεων και παραλήψεων της Κυβέρνησης, το διαφορικό επιτόκιο ξεκίνησε μία ξέφρενη ανοδική πορεία, αφήνοντας εξωφρενικά πίσω τις υπόλοιπες χώρες και ξεπερνώντας πριν λίγες ημέρες τις 1000 μ.β. Συγκεκριμένα, το spread στις 5/10/2009 ήταν στις 130 μ.β., ενώ ενάμισι μήνα μετά, και αφού είχε γνωστοποιήσει στη Eurostat το «φούσκωμα» του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 12,7%, το spread ανήλθε στις 153 μ.β. (17/11/2009). Η δημοσιοποίηση, όμως, του Προϋπολογισμού, αλλά και η αβουλία, η αναποφασιστικότητα και η αβελτηρία της Κυβέρνησης είχε ως αποτέλεσμα το spread να ανέβει στις 273 μ.β. στις 21/12/2009, ενώ η επικοινωνιακή λογική της Κυβέρνησης στη διαχείριση της κατάστασης της Ελληνικής Οικονομίας οδήγησε, εν συνεχεία, σε καθοριστική συρρίκνωση της αξιοπιστίας της στις αγορές, εκτοξεύοντας το spread στις 424 μ.β. στις 16/4/2010 και στις 1021 μ.β. στις 28/4/2010.

 

Έτσι, η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί 7 μήνες διαχειρίστηκε, με επικοινωνιακή λογική, το πρόβλημα ελλείμματος της Ελληνικής Οικονομίας, πρόβλημα το οποίο αντιμετώπισαν όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες είδαν τα ελλείμματά τους, κατά μέσο όρο, να εκτοξεύονται από το 0,8% του Α.Ε.Π. το 2007 στο 6,8% του Α.Ε.Π. το 2009, οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού. Αυτούς τους μήνες, η Κυβέρνηση, μεταξύ άλλων:

  • παρουσίασε έλλειψη σοβαρού σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης,
  • καθυστέρησε να πάρει μέτρα, και όταν πήρε κάποια το μίγμα τους απεδείχθη κατάλληλη θεραπεία για το προηγούμενο στάδιο της ασθένειας,
  • προχώρησε στην κατάθεση Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης που ήταν κατώτερο των περιστάσεων,
  • αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα,
  • έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές με τις παλινωδίες, τις αντιφατικές δηλώσεις, τις ανεύθυνες διαρροές,
  • δεν «έμαθε» να τις «διαβάζει». Μιλούσε για «Τιτανικό», για απώλεια εθνικής κυριαρχίας και για προσφυγή στο ΔΝΤ, και μετά έβγαινε στις αγορές για να δανειστεί με πολύ υψηλά επιτόκια. Το «γεμάτο όπλο στο τραπέζι» απεδείχθη αρχικά άσφαιρο και όταν γέμισε στράφηκε, δυστυχώς, προς τη χώρα μας.

Το αποτέλεσμα, συνεπώς, αυτών των πολιτικών επιλογών ήταν να κλείσουν οι αγορές για τη χώρα μας. Οπότε, η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, και εντέλει στο ΔΝΤ, ήταν αναπόφευκτη και η χρηματοδότηση από αυτόν απαραίτητη.

Άρθρο The Economist / Καθημερινή – “Νέες μορφές κινδύνων και αντιμετώπισή τους”

Μία από τις βασικές αιτίες εκδήλωσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης ήταν η αδυναμία ορθής αποτίμησης και τιμολόγησης του κινδύνου σε νέα σύνθετα προϊόντα (όπως είναι οι εγγυημένες δανειακές υποχρεώσεις [collateralised debt obligations – CDO]) και η υποτυπώδης ύπαρξη θεσμικών ρυθμίσεων για τη στοχευμένη εποπτεία των νέων καινοτόμων μορφών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα «αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου» [hedge funds] και τα «επενδυτικά οχήματα δομημένης χρηματοδότησης» [structured investment vehicles], τα οποία, κατά κανόνα, δραστηριοποιούνται στις διεθνείς αγορές και επενδύουν συστηματικά στα προαναφερθέντα παράγωγα χρηματοπιστωτικά προϊόντα.

Επίσης, μία από τις αιτίες εκδήλωσης της κρίσης δημοσίου χρέους σε διάφορες χώρες (πέραν βέβαια από τις ενδογενείς αδυναμίες των εθνικών τους οικονομιών) ήταν και η αδυναμία παρακολούθησης και ελέγχου των εξω-χρηματιστηριακών παραγώγων, κυρίως στα ασφάλιστρα επί επισφαλών ομολόγων [credit default swaps – CDS], ειδικά όταν αυτά μετατρέπονται από προϊόντα ασφάλισης σε εργαλεία κερδοσκοπίας (ιδιαίτερα όταν οι πωλήσεις αυτών είναι ακάλυπτες – naked). Η συγκεκριμένη αγορά είναι αδιαφανής και ˝ρηχή˝ με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επαρκής εποπτεία και η τιμολόγηση να μην αντικατοπτρίζει απαραίτητα την προσφορά και ζήτηση για ασφάλιση έναντι κινδύνου πτώχευσης.

Κοινή συνεπώς συνισταμένη των ανωτέρω κρίσεων είναι η ανεπαρκής αξιολόγηση των νέων μορφών κινδύνων, λόγω της φύσεως και του ύψους τους, κυρίως στις μη εποπτευόμενες περιοχές των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, από μέρους ρυθμιστικών και εποπτικών αρχών, αλλά και των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που υφίστανται τις δυσμενείς επιπτώσεις στα οικονομικά μεγέθη και τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Κίνδυνοι οι οποίοι μετασχηματίζονται και εμπλουτίζονται, καθώς οι χρηματοπιστωτικές λειτουργίες αναπτύσσονται και εξελίσσονται.

Λειτουργίες οι οποίες έχουν θετικές επιπτώσεις εφόσον καλύπτουν υφιστάμενες ανάγκες της αγοράς και συμβάλλουν στην αποδοτικότερη διαχείριση χαρτοφυλακίου (π.χ. στην αντιστάθμιση κινδύνου – hedging), εγκυμονούν όμως και σημαντικούς κινδύνους για την ίδια τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος (βλέπετε για αναλυτική παρουσίαση αυτών την τελευταία Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, Μάρτιος 2010).

Λειτουργίες τις οποίες παρακολουθούν πλέον οι ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές και τις οποίες προσπαθούν να διαχειριστούν μέσα από τους υπάρχοντες ή υπό διαμόρφωση μηχανισμούς παρέμβασης.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται, και σε κάποιο βαθμό ήδη υλοποιείται:

  • Η αναγνώριση, ανάληψη, παρακολούθηση, διασπορά, ορθή τιμολόγηση και αποτελεσματική διαχείριση των χρηματοοικονομικών κινδύνων, ενδεχομένως με την ενδυνάμωση των κριτηρίων κεφαλαιακής επάρκειας, τη βελτίωση των μεθόδων και διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, και τον περιορισμό του φαινομένου της αντικυκλικότητας των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Αναφορικά με το τελευταίο, ενδεχομένως απαιτούνται ρυθμιστικές πρωτοβουλίες για τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών των οικονομικών κύκλων των οικονομιών μέσω της μέριμνας για μεγαλύτερα αποθεματικά και επαρκείς προβλέψεις σε ανοδικές φάσεις του κύκλου ώστε να καλύπτονται οι χρηματοπιστωτικές ανάγκες της οικονομίας σε καθοδικές φάσεις.
  • Η βελτίωση και ενδυνάμωση των κανόνων ελέγχου και διαφάνειας και των μηχανισμών εποπτείας του λεγόμενου «σκιώδους» χρηματοπιστωτικού συστήματος. Κανόνες αυστηροί και επαρκώς εφαρμόσιμοι για να αποφευχθούν μελλοντικές κρίσεις.
  • Η ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού σε Ευρωπαϊκό, αλλά και σε διεθνές, επίπεδο ανάμεσα στις κυβερνήσεις, στις κεντρικές τράπεζες και στις ρυθμιστικές αρχές για την αντιμετώπιση των προκλήσεων στη διεθνή οικονομία. Σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να αναβαθμιστεί ο ρόλος του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Financial Stability Board), αλλά και πιθανόν να δημιουργηθεί ένα Ευρωπαϊκό σύστημα εποπτείας (1 από τις 31 προτάσεις της Έκθεσης De Larosiere). Ενδεικτικά σε αυτή την κατεύθυνση, ο Διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Τρισέ αναφέρεται στην αναγκαιότητα δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού κεντρικού εκκαθαριστή αντισυμβαλλομένων (central counterparty clearing) για προϊόντα όπως είναι τα CDSs ώστε να ενισχυθεί η διαφάνεια, να διαμοιρασθεί ο κίνδυνος και να μειωθούν τα κίνητρα ανάληψής του (Ομιλία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 25 Μαρτίου 2010).

 

Εν κατακλείδι, η επόμενη ημέρα της κρίσης αποτελεί την ευκαιρία για τον αυστηρό αλλά ρεαλιστικό επανασχεδιασμό της ρυθμιστικής και εποπτικής αρχιτεκτονικής των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, μεριμνώντας αφενός για την προώθηση επαρκών (όσον αφορά τον περιορισμό των δυνητικών κινδύνων) και αποτελεσματικών (όσον αφορά τη μη συρρίκνωση της αναπτυξιακής δυναμικής του συστήματος) κανόνων. Κανόνων, σε μίκρο – επίπεδο, σε κάθε διάσταση και πτυχή του κανονιστικού συστήματος και των ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται σ’ αυτό και, σε μάκρο – επίπεδο, στην ενδυνάμωση της προληπτικής εποπτείας η οποία θα διασφαλίζει την σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και, κατ’ επέκταση, της πραγματικής οικονομίας.

Άρθρο στο “Δημόσιος Τομέας” – Φορολογικό Νομοσχέδιο κατώτερο των προσδοκιών

Μετά από μεγάλη καθυστέρηση, παλινωδίες, αναδιπλώσεις και αντιφατικές διαρροές σε πτυχές της φορολογικής πολιτικής με δυσμενείς για τη χώρα συνέπειες (π.χ. φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό), η Κυβέρνηση κατέθεσε το Φορολογικό Νομοσχέδιο.

Νομοσχέδιο οι διατάξεις του οποίου, αν συγκριθούν με τις αρχικές αλλά και μεταγενέστερες που παρουσιάσθηκαν ως βασικές φορολογικές ρυθμίσεις από την Κυβέρνηση στο πρόσφατο παρελθόν, διαφέρουν σημαντικά, αποτελώντας ένα ακόμη δείγμα της προχειρότητας, των γονατογραφημάτων και της εισπρακτικής λογικής που χαρακτηρίζει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης.

Πρόκειται για Νομοσχέδιο, η διαδικασία κατάρτισης του οποίου, παρά τις τυμπανοκρουσίες της Κυβέρνησης περί διαβούλευσης, χαρακτηρίστηκε από απουσία ουσιαστικού διαλόγου με τους φορείς και τις ενδιαφερόμενες κοινωνικές ομάδες. Απουσία διαλόγου που κατέθεσαν οι φορείς κατά την ακρόασή τους στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, επιβεβαιώνοντας την προσέγγιση του κ. Κοτζιά, πρώην μέλους του Δ.Σ. του ΙΣΤΑΜΕ, ότι ανάμεσα στα πολλά σφάλματα της Κυβέρνησης είναι και η έλλειψη διάθεσης (ή η απέχθεια) από το οικονομικό επιτελείο της να βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τους εκπροσώπους της μισθωτής εργασίας.

Επίσης, αυτό που χαρακτήρισε τη διαδικασία κατάρτισης του φορολογικού νομοσχεδίου είναι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ως προς την κατάθεσή του. Καθυστέρηση που οδήγησε τον τέως Πρόεδρο της Βουλής κ. Κακλαμάνη να υπογραμμίσει πως «περιμένουμε ένα φορολογικό νομοσχέδιο από το Νοέμβριο και δεν έχει έρθει ακόμη. Επιτέλους πια!». Όμως στην Οικονομία κάθε μέρα που περνά κοστίζει. Αυτή η καθυστέρηση, σε συνδυασμό με την υστέρηση της Κυβέρνησης στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και στην κινητοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών, αποτυπώνεται στην εξέλιξη των εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού. Έτσι:

Α. Η υστέρηση των καθαρών εσόδων του Τακτικού Προϋπολογισμού το τρίμηνο της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 2009 έφτασε το 13,3%, και είναι υπερτετραπλάσια της αντίστοιχης υστέρησης του εννεαμήνου της διακυβέρνησης της Ν.Δ. Ειδικότερα, τους πρώτους εννέα μήνες η υστέρηση ανήλθε στο 1,1 δισ. ευρώ, ενώ το τρίμηνο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπερέβη τα 2 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να ευθύνεται για τα 2/3 της υστέρησης των εσόδων του 2009.

Β. Τα καθαρά έσοδα το 1ο τρίμηνο του 2010 αυξήθηκαν κατά 9,7% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2009, έναντι στόχου για αύξηση κατά 11,7%, παρά το γεγονός ότι εφέτος περιλαμβάνεται έκτακτη εισφορά στις μεγάλες επιχειρήσεις (περίπου 700 εκατ. ευρώ) και υπάρχει μειωμένη επιστροφή φόρων. Χωρίς αυτά τα έσοδα είναι ίσα με πέρυσι έναντι στόχου για αύξηση κατά 10%.

Πέραν όμως από τη διαδικασία, η αξιολόγηση των διατάξεων του Φορολογικού Νομοσχεδίου θα πρέπει να γίνει σε συνδυασμό με τα πρόσφατα μέτρα αύξησης της έμμεσης φορολογίας και των φόρων κατανάλωσης (στα ποτά, στα τσιγάρα, στα καύσιμα και στον Φ.Π.Α.) και συρρίκνωσης των εισοδημάτων. Μέτρα κοινωνικά άδικα και οικονομικά αναποτελεσματικά που οδηγούν σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση. Έτσι, η όποια μείωση απορρέει από τις νέες φορολογικές κλίμακες για κατηγορίες εισοδημάτων δεν αντισταθμίζει τη φορολογική «αφαίμαξη» και εισοδηματική «συρρίκνωση» που προκύπτουν από τα επώδυνα «πακέτα» μέτρων της Κυβέρνησης. Και ας μην ξεχνάμε ότι οι πραγματικά οικονομικά ανίσχυροι, αυτοί που το εισόδημά τους είναι τόσο μικρό ώστε να μην φορολογείται καν, δεν έχουν να κερδίσουν απολύτως τίποτα έναντι των πολλών που ήδη χάνουν (π.χ. μόνο από την αύξηση της τιμής της αμόλυβδης βενζίνης η Ελλάδα έγινε η 3η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη).

Συνεπώς, με αφορμή και τον τίτλο του Νομοσχεδίου, σίγουρα δεν μπορεί κανείς να μιλά για «αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης». Κάποιες ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου εισάγουν επιπλέον, κρυφές, φορολογικές επιβαρύνσεις σε βάρος μικρών και μεσαίων εισοδημάτων λόγω του ύψους και του είδους των αποδείξεων που απαιτούνται. Στην πράξη, καταργείται το αφορολόγητο των 12.000 ευρώ, δεδομένου ότι συνδέεται με αποδείξεις για το «χτίσιμο» του ορίου του, ακόμα και για πολύ μικρά, κάτω του ορίου αυτού, εισοδήματα. Σύμφωνα μάλιστα με τον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ, η συλλογή των αποδείξεων από «κίνητρο μετατρέπεται σε ποινή».

Επίσης, τα νέα τεκμήρια διαβίωσης είναι τελικά τεκμήρια ασφυξίας για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, ενώ οδηγούν σε μείωση του εισοδήματος που οφείλουν να δηλώσουν και του φόρου που πρέπει να πληρώσουν όσοι έχουν πολυτελή και πανάκριβα στοιχεία διαβίωσης. Τα τεκμήρια διαβίωσης δεν τους αγγίζουν όσο θα έπρεπε και το Νομοσχέδιο τιμωρεί όσους δεν μπορούν να φοροδιαφύγουν και εκείνους που δηλώνουν αυτό που κερδίζουν. Βέβαια, μετά και από την πίεση της Αντιπολίτευσης, οι τελευταίες τροποποιήσεις της Κυβέρνησης βελτιώνουν αυτές τις αδικίες.

Επιπλέον, διατάξεις του Νομοσχεδίου θα δώσουν καίριο κτύπημα στην κτηματαγορά, με την επιβολή τεκμαρτού φόρου ιδιοκατοίκησης, την κατάργηση της απαλλαγής από το «πόθεν έσχες» για την πρώτη κατοικία, και την ήδη νομοθετημένη επαναφορά καταργημένων φόρων, όπως των φόρων δωρεών, γονικών παροχών, κληρονομιών. Πρωτοβουλίες οι οποίες, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν η αναμενόμενη αύξηση των αντικειμενικών αξιών, θα οδηγήσουν σε μείωση των συναλλαγών, αποθάρρυνση της επένδυσης στα ακίνητα, μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Δραστηριότητας που έχει, ήδη, συρρικνωθεί σημαντικά και η οποία παράγει θέσεις απασχόλησης, εισοδήματα, τζίρους και φορολογικά έσοδα. Σύμφωνα και με τον Πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων «ξεκινώντας για την πάταξη της φοροδιαφυγής, καταλήγουμε στην πάταξη της ακίνητης περιουσίας» ή σε «εν μέρει δήμευση της ακίνητης περιουσίας».

Εκτός όμως αυτού, το Νομοσχέδιο περιέχει και μέτρα που όχι μόνο πλήττουν την επιχειρηματικότητα και διώχνουν τις επενδύσεις, αλλά δημιουργούν και τον κίνδυνο φυγής επιχειρήσεων από τον τόπο μας. Η διάταξη για τη φορολογία των διανεμόμενων κερδών (μερισμάτων), που συνιστά το μεγαλύτερο φορολογικό συντελεστή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οδηγεί σε υπερφορολόγηση των κερδών από επενδύσεις κεφαλαίων, επηρεάζει την ίδια τη λειτουργία των επιχειρήσεων π.χ. τις σχέσεις μητρικών και θυγατρικών. Ευτυχώς, η Κυβέρνηση, μετά και από την πίεση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και όλων των φορέων, απέσυρε την απαράδεκτη διάταξη σχετικά με την παρακράτηση του 8% επί των συναλλαγών των υπηρεσιών καθώς η εν λόγω ρύθμιση θα δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας στις επιχειρήσεις.

Επίσης, πρόκειται για ένα αντιαναπτυξιακό Φορολογικό Νομοσχέδιο. Σ’ αυτό συμφώνησαν όλοι οι φορείς που προσήλθαν στη Συνεδρίαση της αρμόδιας Επιτροπής της Βουλής. Αρκεί να σημειωθεί πως μόνο 4 από τις 167 σελίδες του Νομοσχεδίου αναφέρονται σε μέτρα που θα μπορούσαν να δώσουν αναπτυξιακή ώθηση στην Ελληνική οικονομία, και σε αυτές υπάρχουν μόνο γενικόλογες αναφορές.

Τέλος, σε ότι αφορά τα μέτρα για την «αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής» – πολλά από τα οποία στηρίζουμε ως Αξιωματική Αντιπολίτευση – αυτά θα κριθούν στην εφαρμογή τους. Διότι η φοροδιαφυγή είναι σοβαρό, διαχρονικό και διατοπικό πρόβλημα. Ωστόσο, ορισμένες ρυθμίσεις προς αυτή την κατεύθυνση είναι αναποτελεσματικές, αφού είναι γραφειοκρατικές και ανεφάρμοστες, ενώ κάποιες άλλες είναι ημιτελείς και ασαφείς.

Συμπερασματικά, το Φορολογικό Νομοσχέδιο δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και στις απαιτήσεις της τρέχουσας περιόδου. Είναι αντιαναπτυξιακό, άτολμο και  άνευρο με ανεπαρκείς, διαχειριστικές ή απλές αλλαγές που δεν μπορούν να του χαρίσουν τον τίτλο της φορολογικής μεταρρύθμισης, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι συντάκτες του. Όπως ανέφερε άλλωστε και ο Πρόεδρος του ΣΕΒ «δεν πρόκειται για μια φορολογική επανάσταση, αλλά για μια φορολογική παραλλαγή».

Οι διατάξεις του σε συνδυασμό με τα «πακέτα» μέτρων της Κυβέρνησης, χωρίς τις απαραίτητες αναπτυξιακές «ανάσες», οδηγούν σ’ ένα ανατροφοδοτούμενο καθοδικό υφεσιακό σπιράλ που θα ακυρώνει συνεχώς την αποτελεσματικότητά τους παρά τις μεγάλες θυσίες στις οποίες υποβάλλεται η κοινωνία και θα κάνει ορατό τον κίνδυνο της λήψης νέων μέτρων.

Άρθρο στην Εφημερίδα Καθημερινή – “6 μήνες Διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ 12 λάθη στην Οικονομία”

Αυτούς τους 6 πρώτους μήνες η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει δημιουργήσει το δικό της «απόθεμα» λαθών στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης.

1ον. «Φούσκωσε» το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας για το 2009 με χρήση «δημιουργικής λογιστικής», ακυρώνοντας αποφάσεις της προηγούμενης Κυβέρνησης (π.χ. ρύθμιση ημιυπαίθριων χώρων) και προχωρώντας σε λογιστικές ακροβασίες.

2ον. Καθυστέρησε στη επάνδρωση του κρατικού μηχανισμού με δυσμενείς συνέπειες για την Οικονομία. Η υστέρηση των εσόδων το τελευταίο τρίμηνο του 2009 κάλυψε τα 2/3 της συνολικής υστέρησης του έτους.

3ον. Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.

4ον. Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (Π.Σ.Α.), το όποιο ενσωμάτωνε, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων με τα «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους. Έτσι αναγκάστηκε να λάβει επιπρόσθετα μέτρα της τάξεως, τουλάχιστον, του 2,5% του Α.Ε.Π., προκειμένου να επιτευχθεί, εάν επιτευχθεί, ο στόχος για μείωση του ελλείμματος κατά 4% του Α.Ε.Π. το 2010.

5ον. Στέλνει λανθασμένα μηνύματα στις αγορές. Αυτές άρχισαν να μας τιμωρούν όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση επιδίδεται σε διακηρύξεις και διαβούλευση χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Συνεχίζουν να μας τιμωρούν όταν διαπιστώνουν αδυναμία συνεννόησης, πολυφωνία, αντιφατικές και ανεύθυνες δηλώσεις ή διαρροές κυβερνητικών στελεχών, καμμιά φορά και ανώνυμες…

6ον. Υπέπεσε σε σωρεία παλινωδιών δείγμα ελλείμματος πολιτικής αξιοπιστίας (π.χ. ρυθμίσεις για τέλη κυκλοφορίας, φορολόγηση ακίνητης περιουσίας κ.α.).

7ον. Άργησε να πάρει μέτρα. Αν τα μέτρα είχαν ληφθεί νωρίτερα, θα ήταν πολύ ηπιότερα και ισοδυνάμου οικονομικού αποτελέσματος. Σήμερα, το 1/3 των περικοπών δεν αποδίδει στο έλλειμμα λόγω της βαθύτερης ύφεσης και του αυξημένου κόστους δανεισμού της χώρας.

8ον. Καθυστέρησε, και κατέθεσε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, κρίσιμα νομοσχέδια, όπως είναι το φορολογικό. Το αποτέλεσμα είναι τα καθαρά έσοδα το 1ο δίμηνο του 2010, προ έκτακτης εισφοράς επιχειρήσεων και επιστροφής φόρων, να μειωθούν κατά 0,2% έναντι πρόβλεψης για αύξηση κατά 10,1%.

9ον. Τα μέτρα που έλαβε είναι σκληρά και άδικα. Ενδεικτικά, με τις δύο διαδοχικές αυξήσεις του Ε.Φ.Κ. στην αμόλυβδη βενζίνη, και χωρίς να συνυπολογίζονται τα φαινόμενα κερδοσκοπίας, η Ελλάδα κατέστη η 3η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη από 20η τον προηγούμενο Οκτώβριο.

10ον. Το μίγμα των μέτρων είναι οικονομικά αναποτελεσματικό. Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση (αυτή εκτιμάται πλέον ότι θα υπερβεί σημαντικά το 2% από 0,3% στο Π.Σ.Α.), «στεγνώνει» την αγορά, παραλύει την ψυχολογία της κοινωνίας (για 6ο συνεχόμενο μήνα ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος κινείται πτωτικά σε αντίθεση με την ευρωζώνη) και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις (ο Δ.Τ.Κ. εκτινάχθηκε στο 2,8% τον Φεβρουάριο, ο υψηλότερο στην ευρωζώνη, έναντι εκτίμησης για 1,4% στο Π.Σ.Α.).

11ον. Το μίγμα των μέτρων είναι ελλειπές. Απουσιάζουν οι «αναπτυξιακές ανάσες», τα μέτρα τόνωσης της αγοράς. Τα μέτρα της Κυβέρνησης αφαιρούν 16 δισ. ευρώ από την τελική ζήτηση της οικονομίας (περίπου 6,5% του Α.Ε.Π.) χωρίς να αντισταθμίζεται η αρνητική τους επίπτωση με το «ψαλιδισμένο» Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

12ον. Θριαμβολογεί, αδικαιολόγητα, όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα πρέπει να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περισυλλογή και περίσκεψη. Και επειδή «τα δύσκολα [δεν] πέρασαν» αλλά είναι μπροστά μας, καλό θα ήταν τα κυβερνητικά στελέχη να ακολουθήσουν τις προτροπές του διεθνούς και εγχώριου Τύπου ότι «η σιωπή είναι χρυσός».

TwitterInstagramYoutube