Η Κυβέρνηση, το 2017, ως μνημονιακή δέσμευση, προχώρησε σε επισκόπηση δαπανών σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.
Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού για το 2018: «Η επισκόπηση δαπανών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των δημοσίων δαπανών και να ενισχυθούν οι δαπάνες σε τομείς με υψηλή κοινωνική αποτελεσματικότητα, απέφεραν για το σύνολο της Γενικής Κυβέρνησης προβλεπόμενη εξοικονόμηση ποσού ύψους περίπου 260 εκατ. ευρώ. Ειδικά για το έτος 2018, οι εξοικονομήσεις που προκύπτουν από την επιτυχημένη επισκόπηση των πρωτογενών λειτουργικών δαπανών, θα χρηματοδοτήσουν μια σειρά πρόσθετων δράσεων κοινωνικής προστασίας».
Αυτή όμως η εξοικονόμηση δεν αποτυπώθηκε αναλυτικά στον Προϋπολογισμό.
Μάλιστα, παρά και τη δέσμευση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού στη Βουλή, «να κοινοποιήσει [τις πηγές εξοικονόμησης] γραπτώς» (Πρακτικά της 18ης Δεκεμβρίου 2017), σε απάντηση δικών μου τόσο προφορικών (κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού) όσο και γραπτών αναφορών (Κοινοβουλευτικές Ερωτήσεις Αριθ. Πρωτ. 78/960/6.11.2017, Αριθ. Πρωτ. 1856/113/5.12.2017, Αριθ. Πρωτ. 2465/10.01.2018), αυτό μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει.
Για το λόγο αυτό, στις 16.01.2018 κατέθεσα τη σχετική Ερώτηση ως Επίκαιρη, η συζήτηση της οποίας εκκρεμεί μέχρι και σήμερα λόγω αναβολών από την πλευρά του Υπουργείου Οικονομικών.
Κατόπιν τούτων,
ΕΡΩΤΑΤΑΙ και πάλι
ο κ. Υπουργός:
Ποια είναι αναλυτικά τα αποτελέσματα της εν λόγω επισκόπησης δαπανών σε φορείς της Γενικής Κυβέρνησης;
Από ποιες συγκεκριμένες περιοχές και από ποιους συγκεκριμένους κωδικούς φορέων του Δημοσίου προκύπτουν οι εξοικονομήσεις; Σε ποια συγκεκριμένα υπουργεία και υποτομείς;
Παρακαλώ να κατατεθεί αυτούσια η εν λόγω επισκόπηση.
Θα συμφωνείτε υποθέτω και εσείς ότι η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, πέραν της συμβολής της στην εξυγίανση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του Δημοσίου, συνιστά βασική πηγή τόνωσης της ρευστότητας στην οικονομία.
Στο τέλος του 2012, η τότε Κυβέρνηση δημιούργησε το θεσμικό και λειτουργικό πλαίσιο για την σταδιακή εξόφλησή τους. Πλαίσιο που ισχύει και εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα.
Το αποτέλεσμα ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, από περίπου 9,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012, να μειωθούν, μέσα σε 2 χρόνια, περίπου κατά 6 δισ. ευρώ, βοηθώντας ουσιαστικά στην καταγραφή θετικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης – για πρώτη φορά – το 2014.
Δυστυχώς όμως, από τον Ιανουάριο του 2015, η κατάσταση άλλαξε.
Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου άρχισαν και πάλι να «τραβούν την ανηφόρα», ως αποτέλεσμα – κυρίως – της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε η σημερινή Κυβέρνηση.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι έχουν εκταμιευθεί περισσότερα από 5 δισ. ευρώ από δόσεις της δανειακής σύμβασης για την αποπληρωμή τους, αυτές οι οφειλές παραμένουν υψηλές, ξεπερνώντας σήμερα τα 3 δισ. ευρώ.
Συνεπώς, ερωτάστε κε. Υπουργέ:
1ον. Για ποιό λόγο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν υψηλές παρά τους πρόσθετους δανειακούς και πλέον εθνικούς πόρους που διατίθενται για την αποπληρωμή τους, όταν μάλιστα, σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού σας, «η εξόφλησή τους αποτελεί βασική προτεραιότητα για το Υπουργείο Οικονομικών»;
2ον. Σε τι ύψος ανέρχονται οι νέες οφειλές που δημιουργήθηκαν την τελευταία τριετία;
3ον. Ποιος είναι ο προγραμματισμός για την αποπληρωμή τους εντός του 2018; Πως θα χρηματοδοτηθεί η εξόφλησή τους από δανειακούς και εθνικούς πόρους;
4ον. Πότε εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα ολοκληρωθεί η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου;
Σας ευχαριστώ πολύ.
Δευτερολογία
Κύριε Υπουργέ,
Από την απάντησή σας, καθώς και από πρόσθετα στοιχεία που δεν πρόλαβα να αναπτύξω κατά την πρωτολογία μου, προκύπτουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα:
1ο Συμπέρασμα: Η Κυβέρνηση, εξαιτίας τόσο της επιλογής της να συντηρεί την «εσωτερική στάση πληρωμών» όσο και της ανικανότητάς της να απορροφήσει τους διαθέσιμους πόρους, δημιουργεί συνεχώς νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Και σε αυτές πρέπει να προστεθούν και όσες υποχρεώσεις του Δημοσίου δεν καταγράφονται, όπως είναι, σύμφωνα με την Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων καθώς και αιτήσεις συνταξιοδότησης.
Επιπρόσθετα, όπως επισημαίνει η ίδια Έκθεση, από τους συνολικούς δανειακούς πόρους που μεταβιβάστηκαν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών το 2017, μόνο οι μισοί έφτασαν στους τελικούς δικαιούχους.
Το υπόλοιπο ποσό είτε κόλλησε σε φορείς του Δημοσίου είτε δεν έφτασε στους φορείς.
2ο Συμπέρασμα: Λόγω της Κυβερνητικής καθυστέρησης στην απορρόφηση της χρηματοδότησης του προγράμματος, η διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει διαφοροποιηθεί επί το δυσμενέστερο για τη χώρα μας.
Το Δημόσιο έχει πλέον την υποχρέωση, όπως καταγράφεται – για πρώτη φορά – μετά την 2η αξιολόγηση, να συμβάλει με ίδιους πόρους στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Πέρυσι η αναλογία ήταν 1/2 έναντι των δόσεων του δανείου.
Σήμερα αυτή έγινε ακόμη πιο δυσμενής, διαμορφώθηκε στο 50%-50%, επιβαρύνοντας – ακόμη περισσότερο – τους Έλληνες φορολογούμενους.
Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχη, σχετική πρόβλεψη δεν υπήρξε στο 2ο Μνημόνιο.
3ο Συμπέρασμα: Η πλήρης εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έχει παραπεμφθεί στις «αριστερές καλένδες».
Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο, τον Αύγουστο του 2015, η αποπληρωμή τους θα ολοκληρωνόταν έως το τέλος του 2016.
Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο, τον Ιούνιο του 2016, αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017.
Και σήμερα, με βάση την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού, απλώς «αναμένεται η περαιτέρω μείωσή τους εντός του 2018».
Συνεπώς, για ακόμη μία φορά, επιβεβαιώνονται η Κυβερνητική αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα.
Είναι σαφές ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει, δεν ξέρει και δεν μπορεί να «ρίξει» ρευστότητα στην αγορά.
Στον αντίποδα αυτής της οικονομικά ανορθολογικής Κυβερνητικής πρακτικής, βασικός άξονας της οικονομικής πρότασης της Νέας Δημοκρατίας είναι η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, με την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε – πέρυσι – στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας 10ετίας, με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και με τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μέσω του τραπεζικού συστήματος.
Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας κ. Χρήστος Σταϊκούρας, κατέθεσε Ερώτηση στη Βουλή (αριθ. πρωτ. 4298/12.03.2018), σχετικά με τις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις για τους ρυθμούς ανάπτυξης των ετών 2017 και 2018.
Ακολουθεί το κείμενο της Ερώτησης:
Ερώτηση
προς το Υπουργείο Οικονομικών
Θέμα: Εκτιμήσεις και προβλέψεις για τους ρυθμούς ανάπτυξης των ετών 2017 και 2018
Το 2017, με βάση τα προσωρινά στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΛΣΤΑΤ (Τριμηνιαίοι και Ετήσιοι Εθνικοί Λογαριασμοί), η ελληνική οικονομία εμφάνισε αναιμικό ρυθμό μεγέθυνσης, της τάξης του 1,4%, πολύ χαμηλότερο από τις αρχικές και μεταγενέστερες Κυβερνητικές προβλέψεις, διευρύνοντας το χάσμα από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Υπενθυμίζεται ότι η Κυβέρνηση, πριν από ένα έτος, προέβλεπε ρυθμό ανάπτυξης 2,7% για το 2017 (Κρατικός Προϋπολογισμός 2017), στη συνέχεια αναθεώρησε την πρόβλεψή της στο 1,8% (Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2018), γα να καταλήξει σε εκτίμηση για 1,6% (Κρατικός Προϋπολογισμός 2018). Ενώ και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός σε δηλώσεις του, τέλος Νοεμβρίου, εκτιμούσε ότι «η οικονομία αναμένεται να καταγράψει για πρώτη φορά μετά από σχεδόν μια δεκαετία ανάπτυξη κοντά στο 2%».
Έτσι η Ελλάδα παραμένει, σύμφωνα με τις διεθνείς Εκθέσεις, η μοναδική – παγκοσμίως – αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.
Και σαν να μην έφτανε η αναπτυξιακή υστέρηση των τελευταίων ετών, με βάση την εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών για την Κατάρτιση του Μεσοπροθέσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022 (αριθ. Πρωτ. 2/21112/09.03.2018), ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 2,3% για το έτος 2018, χαμηλότερος από την πρόσφατη πρόβλεψη του Κρατικού Προϋπολογισμού (ήταν για 2,5%).
Κατόπιν των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τις συνεχείς επί το δυσμενέστερο αναθεωρήσεις και αστοχίες της Κυβέρνησης στις προβλέψεις για το ρυθμό ανάπτυξης,
ΕΡΩΤΑΤΑΙ
ο κ. Υπουργός:
1ον. Ποιοι είναι οι λόγοι που ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2017 ήταν χαμηλότερος από τις αρχικές και μεταγενέστερες προβλέψεις της Κυβέρνησης αλλά και τις εκτιμήσεις του ίδιου του Πρωθυπουργού;
2ον. Έχουν ενσωματωθεί τα τελευταία στοιχεία των Τριμηνιαίων και Ετήσιων Εθνικών Λογαριασμών της ΕΛΣΤΑΤ, ιδιαίτερα δε για την ιδιωτική κατανάλωση, στην αναθεωρημένη επί τα χείρω πρόβλεψη για το ρυθμό ανάπτυξης του 2018;
3ον. Υπάρχει κίνδυνος η Κυβέρνηση να αποτύχει και πάλι στην πρόβλεψή της και ο ρυθμός ανάπτυξης του 2018 να είναι ακόμη χαμηλότερος;
Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, κατέθεσε την υπ’ αριθ. πρωτ. 3968/01.03.2018 Ερώτηση προς το Υπουργείο Οικονομικών σχετικά με το ύψος και τη διαμόρφωση του ταμειακού αποθέματος ασφαλείας.
Ακολουθεί το κείμενο της Ερώτησης:
Ερώτηση
προς το Υπουργείο Οικονομικών
Θέμα: Ύψος και διαμόρφωση ταμειακού αποθέματος ασφαλείας.
Στις 23.08.2017, με Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β’ 2910), εγκρίθηκε το άνοιγμα λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος με Νο 23/201250 και τίτλο «ΕΔ – Λογαριασμός Δημιουργίας Αποθεματικού Προσόδων από τις αγορές Κεφαλαίου».
Με την ίδια Απόφαση, καθορίστηκε η πιστωτική και χρεωστική κίνησή του από τη Διεύθυνση Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Ειδικότερα, οι πιστώσεις θα γίνονται από τη μεταφορά:
Του καθαρού εσόδου, κατόπιν υποδείξεως του ΟΔΔΗΧ, που προκύπτει από την προσφυγή του Ελληνικού Δημοσίου στην αγορά κεφαλαίων μέσω της έκδοσης κρατικών χρεογράφων μέχρι τη λήξη του τρίτου προγράμματος στήριξης την 21.08.2018.
Ποσών, κατόπιν υποδείξεως του ΟΔΔΗΧ, που προέρχονται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM) με σκοπό τη δημιουργία ταμειακού αποθέματος για την ασφαλή πρόσβαση της χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.
Ποσών από τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου.
Σημειώνεται ότι, με βάση την πρόσφατη Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επικείμενη ολοκλήρωση της 3ης αξιολόγησης, η Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2017 αναφέρει ότι «Η άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές συμβάλλει στη δημιουργία ταμειακού αποθέματος ασφαλείας. (…) προβλέπεται, μέσω και των μελλοντικών εκταμιεύσεων βάσει του προγράμματος, η δημιουργία ταμειακού αποθέματος ύψους 10,2 δισ. ευρώ που θα διευκολύνει την πρόσβαση της Ελλάδος στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων μετά το τέλος του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά, στην Έκθεση Συμμόρφωσης, ότι το ανωτέρω ποσό καλύπτει τις ανάγκες της Ελλάδας μόνο για τους επόμενους 10 μήνες, ενώ θα πρέπει να ανέλθει στα 17 δισ. ευρώ για να καλύψει 1 έτος και τα 30 δισ. ευρώ για να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες μέχρι το 2020.
Σημειώνεται επίσης ότι:
Τον Ιούλιο του 2017 πραγματοποιήθηκε έξοδος στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, μετά από 3 χρόνια αποκλεισμού, με πενταετές ομόλογο με την οποία αντλήθηκε καθαρό ποσό 1,5 δισ. ευρώ (το υπόλοιπο 1,5 δισ. ευρώ αφορούσε ανταλλαγή ομολόγων του 2014).
Στις 15.02.2018 δημοσιεύθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών το Δελτίο Δημοσίου Χρέους για το 4ο τρίμηνο του 2017, σύμφωνα με το οποίο τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου στις 31.12.2017 ανέρχονταν μόλις σε 934 εκατ. ευρώ, παρά την επίτευξη υπερ-πλεονάσματος το 2017 με υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την εσωτερική στάση πληρωμών σε κοινωνικές και επενδυτικές δαπάνες.
Το Φεβρουάριο του 2018 πραγματοποιήθηκε νέα έξοδος στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων με επταετές ομόλογο με την οποία αντλήθηκαν 3 δισ. ευρώ.
Εκκρεμεί ακόμη η εκταμίευση της πρώτης υποδόσης της 3ης αξιολόγησης, η οποία θα περιλαμβάνει και 1,9 δισ. ευρώ για δημιουργία ταμειακού αποθέματος ασφαλείας.
Κατόπιν των ανωτέρω,
ΕΡΩΤΑΤΑΙ
ο κ. Υπουργός:
1ον. Ποιες είναι οι πιστώσεις ποσών στο λογαριασμό Νο 23/201250 με τίτλο «ΕΔ – Λογαριασμός Δημιουργίας Αποθεματικού Προσόδων από τις αγορές Κεφαλαίου», από την ημερομηνία ανοίγματός του έως το τέλος του 2017 ανά κατηγορία προέλευσης της πίστωσης (έξοδος στις αγορές, ESM, ταμειακά διαθέσιμα ΕΔ), και ποιο το υπόλοιπο του λογαριασμού τότε;
2ον. Ποιες είναι οι πιστώσεις ποσών στο λογαριασμό Νο 23/201250 με τίτλο «ΕΔ – Λογαριασμός Δημιουργίας Αποθεματικού Προσόδων από τις αγορές Κεφαλαίου», εντός του 2018 έως σήμερα ανά κατηγορία προέλευσης της πίστωσης (έξοδος στις αγορές, ESM, ταμειακά διαθέσιμα ΕΔ), και ποιο το υπόλοιπο του λογαριασμού;
3ον. Ποιο το ύψος των ταμειακών διαθεσίμων του Ελληνικού Δημοσίου σήμερα;
4ον. Ποιος ο σχεδιασμός και σε ποιο ύψος εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα ανέλθει το υπόλοιπο του λογαριασμού Νο 23/201250 με τίτλο «ΕΔ – Λογαριασμός Δημιουργίας Αποθεματικού Προσόδων από τις αγορές Κεφαλαίου», στη λήξη του προγράμματος ανά κατηγορία προέλευσης της πίστωσης (έξοδος στις αγορές, ESM, ταμειακά διαθέσιμα ΕΔ);
5ον. Έως πότε εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα επαρκεί το υπόλοιπο του λογαριασμού Νο 23/201250 με τίτλο «ΕΔ – Λογαριασμός Δημιουργίας Αποθεματικού Προσόδων από τις αγορές Κεφαλαίου», όπως θα διαμορφωθεί στη λήξη του προγράμματος, για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας;
Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, κατέθεσε την υπ’ αριθ. πρωτ. 3968/01.03.2018 Ερώτηση προς το Υπουργείο Οικονομικών σχετικά με το ύψος και τη διαμόρφωση του ταμειακού αποθέματος ασφαλείας.
Ακολουθεί το κείμενο της Ερώτησης:
Ερώτηση
προς το Υπουργείο Οικονομικών
Θέμα: Ύψος και διαμόρφωση ταμειακού αποθέματος ασφαλείας.
Στις 23.08.2017, με Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β’ 2910), εγκρίθηκε το άνοιγμα λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος με Νο 23/201250 και τίτλο «ΕΔ – Λογαριασμός Δημιουργίας Αποθεματικού Προσόδων από τις αγορές Κεφαλαίου».
Με την ίδια Απόφαση, καθορίστηκε η πιστωτική και χρεωστική κίνησή του από τη Διεύθυνση Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Ειδικότερα, οι πιστώσεις θα γίνονται από τη μεταφορά:
Του καθαρού εσόδου, κατόπιν υποδείξεως του ΟΔΔΗΧ, που προκύπτει από την προσφυγή του Ελληνικού Δημοσίου στην αγορά κεφαλαίων μέσω της έκδοσης κρατικών χρεογράφων μέχρι τη λήξη του τρίτου προγράμματος στήριξης την 21.08.2018.
Ποσών, κατόπιν υποδείξεως του ΟΔΔΗΧ, που προέρχονται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM) με σκοπό τη δημιουργία ταμειακού αποθέματος για την ασφαλή πρόσβαση της χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.
Ποσών από τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου.
Σημειώνεται ότι, με βάση την πρόσφατη Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επικείμενη ολοκλήρωση της 3ης αξιολόγησης, η Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2017 αναφέρει ότι «Η άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές συμβάλλει στη δημιουργία ταμειακού αποθέματος ασφαλείας. (…) προβλέπεται, μέσω και των μελλοντικών εκταμιεύσεων βάσει του προγράμματος, η δημιουργία ταμειακού αποθέματος ύψους 10,2 δισ. ευρώ που θα διευκολύνει την πρόσβαση της Ελλάδος στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων μετά το τέλος του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά, στην Έκθεση Συμμόρφωσης, ότι το ανωτέρω ποσό καλύπτει τις ανάγκες της Ελλάδας μόνο για τους επόμενους 10 μήνες, ενώ θα πρέπει να ανέλθει στα 17 δισ. ευρώ για να καλύψει 1 έτος και τα 30 δισ. ευρώ για να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες μέχρι το 2020.
Σημειώνεται επίσης ότι:
Τον Ιούλιο του 2017 πραγματοποιήθηκε έξοδος στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, μετά από 3 χρόνια αποκλεισμού, με πενταετές ομόλογο με την οποία αντλήθηκε καθαρό ποσό 1,5 δισ. ευρώ (το υπόλοιπο 1,5 δισ. ευρώ αφορούσε ανταλλαγή ομολόγων του 2014).
Στις 15.02.2018 δημοσιεύθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών το Δελτίο Δημοσίου Χρέους για το 4ο τρίμηνο του 2017, σύμφωνα με το οποίο τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου στις 31.12.2017 ανέρχονταν μόλις σε 934 εκατ. ευρώ, παρά την επίτευξη υπερ-πλεονάσματος το 2017 με υπερ-φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων και την εσωτερική στάση πληρωμών σε κοινωνικές και επενδυτικές δαπάνες.
Το Φεβρουάριο του 2018 πραγματοποιήθηκε νέα έξοδος στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων με επταετές ομόλογο με την οποία αντλήθηκαν 3 δισ. ευρώ.
Εκκρεμεί ακόμη η εκταμίευση της πρώτης υποδόσης της 3ης αξιολόγησης, η οποία θα περιλαμβάνει και 1,9 δισ. ευρώ για δημιουργία ταμειακού αποθέματος ασφαλείας.
Κατόπιν των ανωτέρω,
ΕΡΩΤΑΤΑΙ
ο κ. Υπουργός:
1ον. Ποιες είναι οι πιστώσεις ποσών στο λογαριασμό Νο 23/201250 με τίτλο «ΕΔ – Λογαριασμός Δημιουργίας Αποθεματικού Προσόδων από τις αγορές Κεφαλαίου», από την ημερομηνία ανοίγματός του έως το τέλος του 2017 ανά κατηγορία προέλευσης της πίστωσης (έξοδος στις αγορές, ESM, ταμειακά διαθέσιμα ΕΔ), και ποιο το υπόλοιπο του λογαριασμού τότε;
2ον. Ποιες είναι οι πιστώσεις ποσών στο λογαριασμό Νο 23/201250 με τίτλο «ΕΔ – Λογαριασμός Δημιουργίας Αποθεματικού Προσόδων από τις αγορές Κεφαλαίου», εντός του 2018 έως σήμερα ανά κατηγορία προέλευσης της πίστωσης (έξοδος στις αγορές, ESM, ταμειακά διαθέσιμα ΕΔ), και ποιο το υπόλοιπο του λογαριασμού;
3ον. Ποιο το ύψος των ταμειακών διαθεσίμων του Ελληνικού Δημοσίου σήμερα;
4ον. Ποιος ο σχεδιασμός και σε ποιο ύψος εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα ανέλθει το υπόλοιπο του λογαριασμού Νο 23/201250 με τίτλο «ΕΔ – Λογαριασμός Δημιουργίας Αποθεματικού Προσόδων από τις αγορές Κεφαλαίου», στη λήξη του προγράμματος ανά κατηγορία προέλευσης της πίστωσης (έξοδος στις αγορές, ESM, ταμειακά διαθέσιμα ΕΔ);
5ον. Έως πότε εκτιμά το Υπουργείο Οικονομικών ότι θα επαρκεί το υπόλοιπο του λογαριασμού Νο 23/201250 με τίτλο «ΕΔ – Λογαριασμός Δημιουργίας Αποθεματικού Προσόδων από τις αγορές Κεφαλαίου», όπως θα διαμορφωθεί στη λήξη του προγράμματος, για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας;
Θέμα: Λειτουργία της Πανελλήνιας Έκθεσης Λαμίας (ΠΕΛ)
Επανέρχομαι στο θέμα της λειτουργίας της Πανελλήνιας Έκθεσης Λαμίας διότι τα προβλήματα φαίνεται ότι όχι μόνο δεν επιλύονται, αλλά διογκώνονται και πολλαπλασιάζονται.
Στην απάντηση (13971/05.02.2018), σε πρόσφατη κοινοβουλευτική μου ερώτηση (2795/22.01.2018), το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης ανέφερε ότι, σε συνεργασία με τη διοίκηση, προχωράνε οι διαδικασίες για να λειτουργήσει ξανά η Πανελλήνια Έκθεση Λαμίας.
Όμως οι διοικητικές αναταράξεις που παρουσιάζονται, για δεύτερη φορά επί της παρούσας Κυβέρνησης, αποδεικνύουν ότι και σε αυτό το ζήτημα, η Κυβέρνηση – επί μακρόν – δεν έχει κανένα σχεδιασμό.
Το αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης στρατηγικού σχεδιασμού και της αδιαφορίας της Κυβέρνησης και των στελεχών της ήταν να μην πραγματοποιηθεί πέρυσι η 51η Έκθεση.
Κατόπιν τούτων, και για μην οδηγηθούμε και φέτος σε μη πραγματοποίηση της Έκθεσης, επανέρχομαι στο ζήτημα.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ
ο κ. Υπουργός:
1ον. Ποιος είναι ο ακριβής σχεδιασμός του Υπουργείου για την Πανελλήνια Έκθεση Λαμίας;
2ον. Γιατί υπάρχουν νέες διοικητικές αναταράξεις και πως σκοπεύει το Υπουργείο να τις αντιμετωπίσει;
Η βία και η εγκληματικότητα στη χώρα, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης, έχουν πάρει επικίνδυνες διαστάσεις, με διόγκωση και εξάπλωση κρουσμάτων και στην επαρχία.
Συγκεκριμένα, πολίτες του Δήμου Λοκρών, με αυξημένες αναφορές της Δημοτικής Κοινότητας Λιβανατών, καταγγέλλουν πως τα φαινόμενα κλοπών, διαρρήξεων και παραβατικών συμπεριφορών είναι πλέον καθημερινά, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να φοβούνται για την περιουσία τους και για τη σωματική τους ακεραιότητα, ενώ διάχυτη είναι πλέον (και) στην τοπική κοινωνία η αίσθηση γενικής ανομίας.
Οι φιλότιμες προσπάθειες της Ελληνικής Αστυνομίας στη Διεύθυνση Αστυνομίας Φθιώτιδας, δυστυχώς δεν φαίνεται να επαρκούν.
Κατόπιν των ανωτέρω,
ΕΡΩΤΑΤΑΙ
ο κ. Υπουργός
1ον Σε ποιες συγκεκριμένες ενέργειες προτίθεται να προβεί άμεσα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα κρούσματα αυξημένης εγκληματικότητας στο Δήμο Λοκρών Φθιώτιδας;
2ον Είναι στις προθέσεις του Υπουργείου να αυξηθεί η αστυνόμευση στη συγκεκριμένη περιοχή;
Καλώς ορίσατε, για ακόμη μία φορά, στην Ελλάδα και το Ελληνικό Κοινοβούλιο, προκειμένου να συζητήσουμε για το μέλλον της Ευρώπης.
Ευρώπη η οποία, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπη με μία πολυδιάστατη οικονομική, κοινωνική, θεσμική και πολιτική κρίση.
Κρίση που έπληξε, λιγότερο ή περισσότερο, όλα τα κράτη-μέλη της.
Με καθυστερήσεις, συμβιβασμούς και – σε ορισμένες περιπτώσεις – με υψηλό κοινωνικό κόστος, οι Ευρωπαϊκές ηγεσίες κατάφεραν να οδηγήσουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στην έξοδο από την κρίση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, όπως είναι η συμπλήρωση της αρχιτεκτονικής της, το δημογραφικό πρόβλημα, η προσφυγική κρίση, η ασφάλεια, η διαχείριση του Brexit, η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, οι οικονομικές σχέσεις με άλλες χώρες, ο φορολογικός ανταγωνισμός, η ευστάθεια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η χρηματοοικονομική καινοτομία.
Η απάντηση στις προκλήσεις πρέπει να είναι περισσότερη και πιο ποιοτική Ευρώπη, με ενισχυμένη την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.
Με εμβάθυνση και ενδυνάμωση της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, με καλύτερο οικονομικό συντονισμό, με επαρκή εργαλεία και πόρους για την αντιμετώπιση ανισορροπιών, με κανόνες μακροπρόθεσμης οικονομικής διακυβέρνησης.
Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να συμβάλλουν:
Η ενίσχυση των μηχανισμών μακροοικονομικής εξισορρόπησης, οι οποίοι θα λειτουργούν συμμετρικά για τα κράτη-μέλη.
Η υλοποίηση υπεύθυνων δημοσιονομικών πολιτικών, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό κύκλο.
Η πραγματοποίηση έξυπνων διαρθρωτικών αλλαγών.
Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, με την λειτουργία ενός ευρωπαϊκού φορέα εγγύησης καταθέσεων.
Η προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών, με στόχο τη διεύρυνση των πηγών χρηματοδότησης – κυρίως – των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.
Σε αυτή τη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, η Ελλάδα πρέπει να είναι δημιουργικά παρούσα και ενεργή.
Χώρα η οποία κατάφερε τα προηγούμενα χρόνια, με τις τεράστιες θυσίες των πολιτών της, και παρά τα ενδογενή και εξωγενή σφάλματα αυτής της περιόδου, να διορθώσει χρόνιες ανισορροπίες, να εξαλείψει τα «δίδυμα ελλείμματα» και να υλοποιήσει σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Δυστυχώς όμως, την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, που είτε επισημάνθηκαν είτε αγνοήθηκαν από εταίρους και δανειστές, η χώρα παρουσιάζει, ουσιαστικά, οικονομική στασιμότητα.
Αποτελεί την μοναδική, παγκοσμίως, αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.
Ενώ επίσης το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επιδεινώνεται, η ρευστότητα συρρικνώνεται, οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Και όμως, κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν, κρατώντας απόσταση από αυταπάτες και ψευδαισθήσεις.
Για το λόγο αυτό απαιτείται ένα συνεκτικό σχέδιο, με βασικούς άξονες:
την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας,
τη δρομολόγηση πιο ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων,
τη σταδιακή μείωση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών,
την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και
την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.
Ένα ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης υψηλής και βιώσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.
Κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα θέλει και μπορεί να προχωρήσει.
Ο Βουλευτής Φθιώτιδας κ. Χρήστος Σταϊκούρας, κατέθεσε την υπ’ αρίθμ. 2393/08.01.2018 Ερώτηση στη Βουλή, σχετικά με προβλήματα που αντιμετωπίζει το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας.
Ακολουθεί το κείμενο της Ερώτησης:
Ερώτηση
προς το Υπουργείο Υγείας
Αθήνα, 8 Ιανουαρίου 2018
Θέμα: Προβλήματα Λειτουργίας του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας.
Τα προβλήματα στο Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας, τα τελευταία 3 χρόνια, όχι μόνο δεν επιλύονται, αλλά διογκώνονται και πολλαπλασιάζονται.
Προβλήματα σε διοικητικό, λειτουργικό και επιχειρησιακό επίπεδο.
Προβλήματα που σχετίζονται με την ανεπάρκεια διοίκησης του Νοσοκομείου, την έλλειψη ιατρικού, νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού σε οργανικές θέσεις διαφόρων ειδικοτήτων, τα προβλήματα υλικοτεχνικής υποδομής, το κλείσιμο ή την υπολειτουργία κλινικών, τις συνεχείς αναβολές χειρουργικών επεμβάσεων, τα προβλήματα φύλαξης, στέγασης και σίτισης κ.ά.
Αυτά έχουν θιγεί επανειλημμένως, με πληθώρα Κοινοβουλευτικών Ερωτήσεων που έχω καταθέσει, οι περισσότερες εκ των οποίων ουδέποτε απαντήθηκαν από το Υπουργείο Υγείας (ενδεικτικά αναφέρω τις πιο πρόσφατες [1839, 1853, 1852, 1854-05/12/2017], [757-30/10/2017], [736-26/10/2017], [9023-25/09/2017], [7434-20/07/2017], [7059-10/07/2017]).
Περαιτέρω, πραγματοποιήθηκε συνάντηση, στις 13.10.2017, του Δ.Σ. του Σωματείου Εργαζομένων του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας και των Κέντρων Υγείας, όπου και υπεβλήθη υπόμνημα το οποίο ενσωματώνεται στην Ερώτησή μου με αριθμ. πρωτ. 736-26/10/2017.
Κατόπιν αυτών,
ΕΡΩΤΑΤΑΙ
ο κ. Υπουργός:
Σε ποιες άμεσες και συγκεκριμένες ενέργειες προτίθεται να προβεί το Υπουργείο προκειμένου να επιλυθούν τα διογκούμενα προβλήματα του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας και να μπει ένα τέλος στον κατήφορο που έχει επέλθει τα τελευταία χρόνια στη λειτουργία του;
Ολοκληρώνοντας τη συζήτηση, θέλω να συνοψίσω ορισμένες επισημάνσεις επί του Προϋπολογισμού, τεκμηριωμένα.
Η Κυβέρνηση απέτυχε στην πρόβλεψη για την ανάπτυξη, αφού η οικονομική μεγέθυνση θα διαμορφωθεί 40% χαμηλότερα από το στόχο, διευρύνοντας το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η Κυβέρνηση απέτυχε στην εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, τονίζω, δαπάνες με υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.
Η Κυβέρνηση απέτυχε στη μείωση της φοροδιαφυγής, αφού η αύξηση κυρίως των έμμεσων φόρων διεύρυνε την «απώλεια εσόδων από ΦΠΑ», δηλαδή διόγκωσε τη φοροδιαφυγή.
Η Κυβέρνηση απέτυχε να ενισχύσει τη ρευστότητα στην οικονομία, αφού οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου είναι σήμερα 13% υψηλότερες από το τέλος του 2014.
Η Κυβέρνηση απέτυχε να υλοποιήσει σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, αφού σύμφωνα με Έκθεση του ΟΟΣΑ, ο δείκτης υλοποίησης μεταρρυθμίσεων υποχώρησε κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία διετία σε σχέση με την περίοδο 2013-2014.
Η Κυβέρνηση απέτυχε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, όπως πρόσφατες εκθέσεις επιβεβαιώνουν.
Η Κυβέρνηση απέτυχε να εντάξει τη χώρα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Η Κυβέρνηση απέτυχε να άρει πλήρως τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.
Η Κυβέρνηση απέτυχε να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια, αφού έχει δεσμευθεί σε μνημονιακές πολιτικές και για μετά το 2018 και σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια.
Είναι αλήθεια όμως ότι η Κυβέρνηση πέτυχε 2 στόχους:
Πέτυχε τον δημοσιονομικό στόχο, και μάλιστα με σημαντική υπέρβαση αυτού.
Αυτή όμως οφείλεται, κυρίως, στην ανελέητη φορολογική και ασφαλιστική επιδρομή επί των πολιτών, στα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης σε 1.000.000 συμπατριώτες μας και στη διευρυμένη εσωτερική στάση πληρωμών.
Συρρικνώνοντας το ρυθμό μεγέθυνσης, όπως σας ανέφερε χθες και ο κ. Φίλης, και διογκώνοντας το ιδιωτικό χρέος.
Απόδειξη της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών;
Οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία ξεπερνούν τα 130 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 50% από το 2014.
Και επίσης η Κυβέρνηση πέτυχε να κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερους.
Μάλιστα μέσα στο 2018, η περαιτέρω αύξηση των έμμεσων φόρων, η περικοπή του ΕΚΑΣ, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης, η μείωση της έκπτωσης φόρου για ιατρικές υπηρεσίες, οι πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και στα οικογενειακά επιδόματα, οι επιπλέον επιβαρύνσεις στις ασφαλιστικές εισφορές, θα διαλύσουν τη μεσαία τάξη, θα μεταφέρουν ακόμη περισσότερα βάρη στους πιο αδύναμους και θα ισοπεδώσουν την κοινωνία.
Συμπερασματικά, πρόκειται για έναν Προϋπολογισμό φοροκεντρικής λιτότητας, αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο.
Έναν Προϋπολογισμό στον οποίο αποτυπώνονται τα στρατηγικά, πολιτικά και ιδεολογικά αδιέξοδα της Κυβέρνησης.
Αδιέξοδα που προέρχονται από τις «καραμπινάτες» αντιφάσεις και τις μεγάλες κυβιστήσεις, με την συνεχή υιοθέτηση μνημονιακών πολιτικών, χωρίς κόκκινες γραμμές, χωρίς ηθικές αναστολές, χωρίς ιδεολογικές συντεταγμένες.
Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει σε μία άλλη οικονομική πολιτική:
με την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας,
με τη σταδιακή μείωση της φορολογίας,
με την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, δίνοντας έμφαση στην συνταγματική αναθεώρηση,
με τη βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας διοίκησης,
με την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και
με την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.