Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:
Μηχανισμός Στήριξης
Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στο ραδιοφωνικό σταθμό “Παραπολιτικά 90,1 FM” | 20.4.2018
Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:
Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “Πρώτο Πρόγραμμα” της ΕΡΤ | 19.4.2018
Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:
Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στο ραδιοφωνικό σταθμό “Ραδιόφωνο 24/7 88,6 FM” | 17.4.2018
Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:
Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στο “Real FM 97,8” και τον Άκη Παυλόπουλο | 4.4.2018
Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:
Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στο ραδιοφωνικό σταθμό “Alpha 98,9” | 29.3.2018
Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:
Αποσπάσματα τοποθέτησης στην εκδήλωση του ΚΕΑΣΜ – «Το τέλος του 3ου Μνημονίου: Μία από τα ίδια ή ποτέ πια τα ίδια;»
Αποσπάσματα τοποθέτησης στην εκδήλωση του Κέντρου Αστικής Μεταρρύθμισης
με θέμα «Το τέλος του 3ου Μνημονίου: Μία από τα ίδια ή ποτέ πια τα ίδια;»
«Η χώρα, σήμερα, είναι «βουτηγμένη» στο οικονομικό τέλμα, την κοινωνική μιζέρια και την εθνική παρακμή.
- Αδυνατεί να επιτύχει τους αναπτυξιακούς στόχους που η ίδια θέτει.
- Το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται.
- Το ιδιωτικό χρέος διαρκώς διογκώνεται.
- Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας υποχωρεί.
- Η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης υποβαθμίζεται.
Ενώ η κανονικότητα στη χώρα, κανονικότητα που είχε αρχίσει να αποκαθίσταται το 2014, δεν έχει ακόμη επανέλθει.
- Κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται.
- Νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις συνεχίζουν να επιβάλλονται.
- Οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται.
- Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου παραμένουν στάσιμα υψηλές.
- Καταθέσεις δεν επιστρέφουν – με ουσιαστικό τρόπο – στο τραπεζικό σύστημα.
- Η εξάρτηση των τραπεζών από τον έκτακτο μηχανισμό ενίσχυσης της ρευστότητας (ELA) εξακολουθεί να υφίσταται.
- Και η χώρα παραμένει «απούσα» από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
Αυτό είναι το οδυνηρό αποτύπωμα της σημερινής διακυβέρνησης.
Το Κυβερνητικό αποτύπωμα της συνειδητής επιλογής της να υπερφορολογήσει τους πολίτες, της αδυναμίας της να υλοποιήσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και της τακτικής της να συρρικνώσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.
Και σαν να μην έφτανε η σημερινή κατάσταση «παραλυτικής στασιμότητας» της οικονομίας, η Κυβέρνηση, όπως ήδη γνωρίζετε:
- έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος,
- έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018,
- ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά θα γίνει στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους Θεσμούς και θα συνοδευτεί από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.
Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς ότι το αφήγημα περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» δεν είναι παρά ακόμη μία Κυβερνητική αυταπάτη.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η χώρα θα πρέπει να διαθέτει χρηματοδοτική επάρκεια και ασφάλεια, με χαμηλό κόστος δανεισμού από τις διεθνείς αγορές και με «δίχτυ προστασίας», χωρίς να επιβαρύνεται η πραγματική οικονομία.
Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν ήδη αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.
Δυστυχώς όμως σήμερα:
1ον. Η Κυβέρνηση προσπαθεί να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία:
- Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου.
- Επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών.
- «Σκουπίζει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων του Δημοσίου.
- Υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
- Προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους, όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι – με ευθύνη της – δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.
2ον. Τα επιτόκια αγορών και τα spreads όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.
Απόδειξη; Το πώς κινήθηκαν οι αποδόσεις τις τελευταίες εβδομάδες, για μια σειρά από ενδογενείς και εξωγενείς λόγους (έλλειψη εμπιστοσύνης, εσωτερική και εξωτερική πολιτική αβεβαιότητα, μεγάλες διεθνείς εκδόσεις χρέους, κατεύθυνση νομισματικής πολιτικής κ.α.).
Κοντά σε αυτά τα δεδομένα, η Κυβέρνηση οφείλει να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι η διευκολυντική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, τόσο με συμβατικά όσο και μη συμβατικά μέτρα, που βελτίωσαν τις συνθήκες χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν θα συνεχιστούν επί μακρόν.
Ενώ και η χρηματοδότηση των τραπεζών θα πρέπει να είναι διασφαλισμένη, δεδομένου ότι η Ελλάδα απέχει ακόμη αρκετά από το να έχει αποκτήσει επενδυτική πιστοληπτική διαβάθμιση.
Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τις προκλήσεις και τις δεσμεύσεις της χώρας, το ζητούμενο είναι, λίγους μήνες πριν το τέλος του 3ου Μνημονίου, να σχεδιάσουμε, με σύνεση και αυτοπεποίθηση, την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας.
Επόμενη ημέρα που δεν πρέπει να είναι ίδια με τη σημερινή.
Και δεν θα πρέπει να συνιστά επιστροφή στα διαχρονικά λάθη του παρελθόντος.
Επόμενη ημέρα που θα χαρακτηρίζεται από κοινωνική δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό.
Επόμενη ημέρα που θα έχει ως στόχο την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία νέων ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Για το σκοπό αυτό απαιτείται η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού και ολοκληρωμένου σχεδίου, με βασικούς άξονες:
1ος Άξονας: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.
Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.
Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.
Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
2ος Άξονας: Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων.
Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.
Με την απλοποίηση του αδειοδοτικού και γραφειοκρατικού περιβάλλοντος, τη ριζική βελτίωση του χωροταξικού και πολεοδομικού πλαισίου, τον εξορθολογισμό της νομοθεσίας για τις βιομηχανικές περιοχές, με την ενδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, με την υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και την προώθηση εμβληματικών επενδύσεων, με τη βελτίωση της ποιότητας και τη διασφάλιση της ορθής και ανεξάρτητης λειτουργίας των θεσμών και με την αναμόρφωση του ρόλου και τη βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους.
3ος Άξονας: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.
Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας 10ετίας, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.
4ος Άξονας: Η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.
Με τη μετάβαση από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, στις εξαγωγές και στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου.
Καθώς και με την ανάδειξη της παιδείας σε βασικό μοχλό της αναπτυξιακής διαδικασίας».
Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στον “ΣΚΑΪ 100,3” και τον Παύλο Τσίμα | 8.3.2018
Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:
Δελτίο Τύπου σχετικά με τη συρρίκνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία | 7.3.2018
«Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αντί να αυξήσει τη ρευστότητα στην αγορά, συνεχίζει να αντλεί ρευστότητα από αυτήν, στραγγαλίζοντας την πραγματική οικονομία».
Πλήρης Δήλωση
«Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αντί να αυξήσει τη ρευστότητα στην αγορά, συνεχίζει να αντλεί ρευστότητα από αυτήν, στραγγαλίζοντας την πραγματική οικονομία.
Συγκεκριμένα:
- Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα διατηρήθηκαν τον Ιανουάριο σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, και αυτό παρά την εκταμίευση σημαντικών δανειακών πόρων για την αποπληρωμή τους (απόδειξη ότι δημιουργούνται -συνεχώς- νέες υποχρεώσεις).
- Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων διαμορφώθηκαν το 2017 στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, στερώντας έτσι πολύτιμους αναπτυξιακούς πόρους από την οικονομία.
- Το «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων φορέων του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται, με αποτέλεσμα τα repos να έχουν αυξηθεί κατά 5 δισ. ευρώ τον Ιανουάριο, αγγίζοντας πλέον αθροιστικά τα 20 δισ. ευρώ.
- Και φυσικά συνεχίζεται η υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, που συρρικνώνει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και διογκώνει το ιδιωτικό χρέος τους.
Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η σημερινή Κυβέρνηση δεν ξέρει και δεν μπορεί να αυξήσει τη ρευστότητα στην αγορά. Δεν μπορεί και δεν θέλει να μειώσει φορολογικούς συντελεστές και ασφαλιστικές εισφορές, δίνοντας ώθηση στην πραγματική οικονομία».
Ομιλία στο Delphi Economic Forum 2018 – “Towards a sustainable debt strategy” | 4.3.2018
Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου, Θεσμού πλέον στη χώρα μας, για την πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτό και να καταθέσω σκέψεις και θέσεις για το ζήτημα του δημοσίου χρέους.
Κυρίες και Κύριοι,
Το πρόβλημα της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους παραμένει κρίσιμης σημασίας για την πορεία της χώρας, παρά την διπλή αναδιάρθρωση και τη βελτίωση του «προφίλ» του από το 2012, την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2013 και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσής του από το 2017.
Σχετικές ανησυχίες καταγράφονται στις τελευταίες εκθέσεις τόσο του ΔΝΤ, όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά τις ευνοϊκότερες παραδοχές της τελευταίας.
Αποδεικνύεται έτσι ότι η δημοσιονομική ισορροπία και οι παρεμβάσεις ελάφρυνσης του χρέους συνιστούν αναγκαίες συνθήκες για την ενίσχυση της βιωσιμότητάς του, δεν αποτελούν όμως, από μόνες τους, και ικανές συνθήκες.
Και αυτό γιατί απαιτείται, συγχρόνως, η επίτευξη και διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.
Τι συνέβη όμως τα τελευταία 3 χρόνια και επιβαρύνθηκε σημαντικά η βιωσιμότητα του χρέους, σε σχέση με τις εκτιμήσεις των εταίρων το 2014;
Ουσιαστικά, κυρίως λόγω αυταπάτης και δημιουργικής ασάφειας, «χάθηκε» η αναπτυξιακή δυναμική που τότε είχε διαμορφωθεί.
Και συσσωρεύτηκε ένα κόστος πολλών δεκάδων δισ. ευρώ, όπως οι εταίροι επανέλαβαν και κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου.
Είμαστε ως χώρα, σύμφωνα με τις διεθνείς Εκθέσεις, η μοναδική – παγκοσμίως – αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.
Η οικονομία «κατρακύλησε» στην ύφεση το 2015-2016, και παρουσίασε ασθενική – πολύ χαμηλότερη από τις προβλέψεις – μεγέθυνση το 2017, διευρύνοντας το χάσμα με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο εκτιμώμενος μακροπρόθεσμος ρυθμός μεγέθυνσης, σύμφωνα με συγκρίσιμες μελέτες βιωσιμότητας του ΔΝΤ, συρρικνώθηκε σημαντικά, από το 1,9% στο 1%.
Συνεπώς, Κυρίες και Κύριοι, το ζητούμενο σήμερα είναι η επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, να δημιουργηθεί πολύτιμος δημοσιονομικός χώρος και να επιτυγχάνονται – χωρίς πρόσθετα μέτρα λιτότητας – πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι.
Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούνται:
1ον. Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής.
Είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι το μέγεθος της προσαρμογής και το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τη βιωσιμότητά της.
Και αυτό γιατί συγκριτικά στοιχεία μεταξύ χωρών δείχνουν ότι πολύ υψηλά πλεονάσματα είναι ανέφικτα για μακρές χρονικές περιόδους, ειδικά σε χώρες που βίωσαν βαθιά και παρατεταμένη ύφεση και παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας.
Ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας των πολιτών, δεν οδηγεί σε διατηρήσιμα αποτελέσματα, επιβαρύνοντας υπέρμετρα την πραγματική οικονομία.
Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την διαχρονική απώλεια εσόδων από την είσπραξη του ΦΠΑ, δηλαδή το κενό ΦΠΑ, το επιβεβαιώνει.
Επιβάλλεται συνεπώς η απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς και η σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
2ον. Η υλοποίηση ενός συνεκτικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων, που θα εκτείνεται μετά το 2018.
Σχέδιο που θα βελτιώνει την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, διευρύνοντας την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και βελτιώνοντας την παραγωγικότητα παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής.
Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης από τις σημερινές εκτιμήσεις των θεσμών.
Η οποία, με τη σειρά της, θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή μείωση των δημοσιονομικών στόχων, αφού σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες, η αναλογία επίδρασής τους στο χρέος είναι 1,8:1.
Οι πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτυγχάνονται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας.
Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.
Προσέξτε, μιλάμε για μία «ρήτρα μεταρρυθμίσεων» διαφορετική από τη «ρήτρα ανάπτυξης» στην οποία έχει συμφωνήσει η Ελληνική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία, όσο περισσότερο αυξάνει το εθνικό εισόδημα, τόσο μικρότερη ελάφρυνση χρέους θα απαιτείται από τους εταίρους.
3ον. Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.
Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων, την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.
Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και ανοιγμάτων.
4ον. Η υλοποίηση, το συντομότερο δυνατόν, ουσιαστικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.
Όπως έχει συμφωνηθεί από το Νοέμβριο του 2012 αλλά μέχρι σήμερα, με ευθύνη και των δανειστών, δεν έχει υλοποιηθεί.
Δυστυχώς βέβαια, με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup, οι αναγκαίες αυτές παρεμβάσεις θα υλοποιηθούν μετά τη λήξη του προγράμματος και στο βαθμό που αυτές κριθούν τότε αναγκαίες από τους θεσμούς, εκτιμάται δε ότι θα συνοδευτούν από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.
Καθιστώντας, μαζί με τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για μετά το 2018, το αφήγημα της Κυβέρνησης περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια», άλλη μία αυταπάτη.
Βέβαια, η Κυβέρνηση προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, «στύβοντας» την πραγματική οικονομία.
Χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, επιβάλλει εσωτερική στάση πληρωμών, υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προχωρά σε σχετικά ακριβές εκδόσεις χρέους όταν οι διαθέσιμοι από το πρόγραμμα πόροι, οι οποίοι δεν αντλούνται, προσφέρονται με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.
Επιτόκιο των αγορών και spreads τα οποία όχι μόνο εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά είναι και πιο ευμετάβλητα.
Αν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.
Όλα αυτά όμως απαιτούν μια άλλη μεταρρυθμιστική, σοβαρή, συνεκτική και αξιόπιστη Κυβέρνηση.













