Οικονομία

Παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ΟΝΕ και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ κατά την Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Εβδομάδα στις Βρυξέλλες

 

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας κ. Χρήστος Σταϊκούρας, συμμετέχει στις εργασίες της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Εβδομάδας 2018, από 19 έως 21 Φεβρουαρίου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες.

Κατά τη διάρκεια της 2ης ημέρας των εργασιών ο κ. Σταϊκούρας συμμετείχε στις συνεδρίες της Ολομέλειας σχετικά με την ενίσχυση και τη σταθερότητα της Οικονομικής και της Νομισματικής Ένωσης καθώς και με το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έκανε τις ακόλουθες επισημάνσεις:

 

1. Strengthening resilience and stabilization in the EMU

 

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, όπως είναι η συμπλήρωση της αρχιτεκτονικής της, η υψηλή ανεργία, το μεγάλο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, το δημογραφικό πρόβλημα, η προσφυγική κρίση, η εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια, η διαχείριση του Brexit, οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις, η ψηφιακή επανάσταση, η χρηματοπιστωτική ευστάθεια και η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής.

Η συλλογική απάντηση πρέπει να είναι μια πιο ανθεκτική, ανταγωνιστική, αποτελεσματική και ποιοτική Ευρώπη, με ενισχυμένη τη δημιουργική αλληλεγγύη.

Με εμβάθυνση και ενδυνάμωση της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, με καλύτερο συντονισμό, με επαρκή εργαλεία και πόρους για την αντιμετώπιση ανισορροπιών, με κανόνες μακροπρόθεσμης οικονομικής διακυβέρνησης.

Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να συμβάλλουν:

  • Η υλοποίηση υπεύθυνων δημοσιονομικών πολιτικών, λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο της οικονομίας.
  • Η υιοθέτηση ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων και η βελτίωση της σύνθεσης των δημοσίων οικονομικών, με τη μείωση της φορολογίας και τον καλύτερο έλεγχο των δαπανών.
  • Η υλοποίηση «έξυπνων» διαρθρωτικών αλλαγών που θα βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Η μείωση των οικονομικών αποκλίσεων, με την υλοποίηση πολιτικών που θα εδράζονται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.
  • Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και η προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών, με στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.
  • Η ενίσχυση της θεσμικής εδραίωσης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, μετατρέποντάς τον σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, ως έναν μηχανισμό δημοσιονομικής σταθεροποίησης, με επαρκείς ικανότητες δανειοδοσίας και δανειοληψίας και με τη δυνατότητα ανάπτυξης νέων χρηματοδοτικών μέσων».

 

2. The next Multiannual Financial Framework (MFF)

 

«Καθώς ξεκινάει ο σχεδιασμός για την προγραμματική περίοδο μετά το 2020, απαιτείται η συλλογική αντιμετώπιση μιας σειράς νέων προκλήσεων που αντιμετωπίζει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Προκλήσεις που απαιτούν ένα νέο, διαφανή, απλό, ενισχυμένο και σύγχρονο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, έγκαιρα συμφωνημένο.

Ένα πλαίσιο πιο αποδοτικό, αποτελεσματικό και προσαρμοστικό.

Πλαίσιο αυξημένης λογοδοσίας, ευέλικτης διάρθρωσης, στοχευμένο σε τομείς αυξημένης προστιθέμενης αξίας και σημαντικής μόχλευσης.

  • Με επιτέλεση των βασικών λειτουργιών, όπως είναι οι επενδύσεις σε δημόσια αγαθά, η αναδιανομή και η μακροοικονομική σταθεροποίηση.
  • Με κίνητρα στα κράτη-μέλη για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων.
  • Με ενίσχυση της «αιρεσιμότητας» μεταξύ χρηματοδότησης και σεβασμού θεμελιωδών αξιών, όπως είναι το κράτους δικαίου.
  • Με ενίσχυση των πόρων για τη μετανάστευση και το άσυλο, ειδικά σε μια περίοδο άνισα κατανεμημένων μεταναστευτικών ροών.
  • Με σταθεροποίηση των πόρων για την Κοινή Αγροτική Πολιτική και την Πολιτική για την Αγροτική Ανάπτυξη.
  • Με επαρκείς πιστώσεις σε προγράμματα έρευνας και καινοτομίας, σε δράσεις ανταγωνιστικότητας και επιχειρηματικότητας, σε τομείς όπως η προστασία των εξωτερικών συνόρων, η ενίσχυση της νησιωτικότητας, η στήριξη της κινητικότητας των νέων, η προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού.
  • Με την αξιολόγηση του υφιστάμενου τρόπου χρηματοδότησης του πλαισίου και με την προσθήκη νέων πόρων που θα δώσουν βιώσιμη λύση στο ζήτημα των εσόδων».

Παρεμβάσεις για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Φορολογικής Πολιτικής και για την Τραπεζική Ένωση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Εβδομάδας στις Βρυξέλλες

 

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας κ. Χρήστος Σταϊκούρας, συμμετέχει στις εργασίες της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Εβδομάδας 2018, από 19 έως 21 Φεβρουαρίου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες.

Κατά τη διάρκεια της 1ης ημέρας των εργασιών, στο πλαίσιο της Επιτροπής Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ο κ. Σταϊκούρας συμμετείχε στις συνεδρίες για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Φορολογικής Πολιτικής και για την Τραπεζική Ένωση και έκανε τις ακόλουθες επισημάνσεις:

 

  1. Future of EU Tax Policy: Taxation of the Digital Economy, follow-up to Panama Papers & Paradise Papers, and the work of the EP PANA Inquiry Committee

 

«Οι νέες τεχνολογίες και η αλματώδης αύξηση των συναλλαγών μέσω ψηφιακών πλατφορμών, συμπεριλαμβανόμενης της οικονομίας του διαμοιρασμού, αυξάνουν τις προκλήσεις για τη φορολογική διοίκηση.

Για την αντιμετώπιση αυτών απαιτείται η εφαρμογή ενός συνεκτικού πλέγματος πολιτικών, όπως είναι:

1ον. Η εφαρμογή ενός ενιαίου, με απλούστερους κανόνες και χαμηλότερους συντελεστές, ευρωπαϊκού χώρου ΦΠΑ, που θα παρέχει ευελιξία και θα δημιουργεί ένα καλύτερο επιχειρηματικό περιβάλλον.

2ον. Η ενίσχυση της συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών και η εναρμόνιση των πλαισίων φορολογίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να εξασφαλισθεί – περιφερειακά – ισόρροπη ανάπτυξη και ευημερία.

Δεν μπορεί να είναι ανεκτό μία χώρα να φορολογεί με εξωπραγματικούς συντελεστές την εργασία, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, ωθώντας στη μετανάστευση τα πιο εξειδικευμένα στελέχη της.

3ον. Η δημιουργία ενός πιο αυστηρού και αποτελεσματικού πλαισίου αντιμετώπισης καταχρηστικών φορολογικών πρακτικών, μέσω των «φορολογικών παραδείσων».

Με τη συμμετοχή στα δίκτυα και τις ομάδες εργασίας που έχουν δημιουργηθεί για την αντιμετώπιση φαινομένων τύπου Panama Papers, εξετάζοντας θέματα που σχετίζονται με τη φορολογική κατοικία και το διακριτικό προφίλ των φορολογουμένων.

4ον. Η εναρμόνιση των κανόνων, σε παγκόσμιο επίπεδο, για την ψηφιακή οικονομία, ώστε το κέρδος να φορολογείται στον τόπο στον οποίο παράγεται.

Αρχικά, με την προσωρινή λύση της επιβολής φόρου διαδικτύου επί του κύκλου εργασιών των εταιριών που δραστηριοποιούνται στο πεδίο αυτό.

Και στη συνέχεια εναρμονίζοντας τις νομοθεσίες των κρατών με το σύγχρονο εμπορικό περιβάλλον, αντιμετωπίζοντας το ζήτημα της παροχής – από τις εταιρείες – πληροφοριών στη φορολογική διοίκηση».

 

  1. Banking Union: Managing the balance between risk sharing and risk reduction

 

«Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, παρά τις πρόσφατες συστηματικές παρεμβάσεις από θεσμούς, Κυβερνήσεις και εποπτικές αρχές, εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με μεγάλες προκλήσεις.

O «κύκλος ανάδρασης» μεταξύ τραπεζών και κρατών, τα υψηλά επίπεδα δημόσιου και ιδιωτικού χρέους και ο μεγάλος όγκος μη εξυπηρετούμενων δανείων, παραμένουν πηγές ευπάθειας.

Απαιτείται συνεπώς η ενίσχυση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση, ουσιαστική παρέμβαση συνιστά η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, με την επίτευξη – εκ παραλλήλου – προόδου στα πεδία της μείωσης και του επιμερισμού των κινδύνων.

Με πολιτικές, όπως είναι:

1ον. Η περαιτέρω ενδυνάμωση του πλαισίου προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας, με ρεαλιστικές προβλέψεις για ελάχιστες απαιτήσεις σε ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις.

2ον. Η χάραξη ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη μείωση του επιπέδου και την αποτροπή της σώρευσης μη εξυπηρετούμενων δανείων, με την ανάπτυξη, μεταξύ άλλων, δευτερογενών αγορών.

3ον. Η δημιουργία ενός κοινού, επαρκούς σε μέγεθος, λειτουργικού και αποτελεσματικού δημοσιονομικού μηχανισμού ασφάλειας στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης, με τη χορήγηση πιστωτικού ορίου ή εγγυήσεων από τον σημερινό Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, μελλοντικό Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

4ον. Η υιοθέτηση και λειτουργία ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων, εντός των προβλεπόμενων χρονικών προθεσμιών.

Αρχικά συμπληρωματικά με τα εθνικά συστήματα, και μεταγενέστερα με έναν αμοιβαιοποιημένο μηχανισμό.

Χωρίς προϋποθέσεις για τη μετάβαση από το στάδιο της αντασφάλισης στο στάδιο της συνασφάλισης.

Η δημιουργία αυτού του συστήματος εκκρεμεί από το 2014, όταν, επί Ελληνικής Προεδρίας, ολοκληρώθηκαν – με επιτυχία – οι άλλοι δύο πυλώνες της Τραπεζικής Ένωσης».

Τοποθέτηση στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών της Βουλής κατά την ενημέρωση από τον Επίτροπο κ. Moscovici

 

Κύριε Επίτροπε,

Καλώς ορίσατε, για ακόμη μία φορά, στην Ελλάδα και το Ελληνικό Κοινοβούλιο, προκειμένου να συζητήσουμε για το μέλλον της Ευρώπης.

Ευρώπη η οποία, τα τελευταία χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπη με μία πολυδιάστατη οικονομική, κοινωνική, θεσμική και πολιτική κρίση.

Κρίση που έπληξε, λιγότερο ή περισσότερο, όλα τα κράτη-μέλη της.

Με καθυστερήσεις, συμβιβασμούς και – σε ορισμένες περιπτώσεις – με υψηλό κοινωνικό κόστος, οι Ευρωπαϊκές ηγεσίες κατάφεραν να οδηγήσουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στην έξοδο από την κρίση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, όπως είναι η συμπλήρωση της αρχιτεκτονικής της, το δημογραφικό πρόβλημα, η προσφυγική κρίση, η ασφάλεια, η διαχείριση του Brexit, η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, οι οικονομικές σχέσεις με άλλες χώρες, ο φορολογικός ανταγωνισμός, η ευστάθεια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η χρηματοοικονομική καινοτομία.

Η απάντηση στις προκλήσεις πρέπει να είναι περισσότερη και πιο ποιοτική Ευρώπη, με ενισχυμένη την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

Με εμβάθυνση και ενδυνάμωση της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, με καλύτερο οικονομικό συντονισμό, με επαρκή εργαλεία και πόρους για την αντιμετώπιση ανισορροπιών, με κανόνες μακροπρόθεσμης οικονομικής διακυβέρνησης.

Σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να συμβάλλουν:

  • Η ενίσχυση των μηχανισμών μακροοικονομικής εξισορρόπησης, οι οποίοι θα λειτουργούν συμμετρικά για τα κράτη-μέλη.
  • Η υλοποίηση υπεύθυνων δημοσιονομικών πολιτικών, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό κύκλο.
  • Η πραγματοποίηση έξυπνων διαρθρωτικών αλλαγών.
  • Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, με την λειτουργία ενός ευρωπαϊκού φορέα εγγύησης καταθέσεων.
  • Η προώθηση της ένωσης των κεφαλαιαγορών, με στόχο τη διεύρυνση των πηγών χρηματοδότησης – κυρίως – των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
  • Η μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο.

Σε αυτή τη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, η Ελλάδα πρέπει να είναι δημιουργικά παρούσα και ενεργή.

Χώρα η οποία κατάφερε τα προηγούμενα χρόνια, με τις τεράστιες θυσίες των πολιτών της, και παρά τα ενδογενή και εξωγενή σφάλματα αυτής της περιόδου, να διορθώσει χρόνιες ανισορροπίες, να εξαλείψει τα «δίδυμα ελλείμματα» και να υλοποιήσει σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Δυστυχώς όμως, την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, που είτε επισημάνθηκαν είτε αγνοήθηκαν από εταίρους και δανειστές, η χώρα παρουσιάζει, ουσιαστικά, οικονομική στασιμότητα.

Αποτελεί την μοναδική, παγκοσμίως, αρνητική αναπτυξιακή έκπληξη.

Ενώ επίσης το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας επιδεινώνεται, η ρευστότητα συρρικνώνεται, οι ευέλικτες μορφές εργασίας διευρύνονται, κεφαλαιακοί περιορισμοί εξακολουθούν να υφίστανται, η χώρα παραμένει απούσα από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Και όμως, κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα διαθέτει αρκετά συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Αυτές οι δυνατότητές της θα ευοδωθούν, μόνο εφόσον εφαρμόσουμε εκείνες τις πολιτικές που θα τις αναδείξουν, θα τις διευκολύνουν και θα τις επιβεβαιώσουν, κρατώντας απόσταση από αυταπάτες και ψευδαισθήσεις.

Για το λόγο αυτό απαιτείται ένα συνεκτικό σχέδιο, με βασικούς άξονες:

  • την απλοποίηση και σταθεροποίηση της φορολογικής νομοθεσίας,
  • τη δρομολόγηση πιο ρεαλιστικών δημοσιονομικών στόχων,
  • τη σταδιακή μείωση της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων,
  • την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών,
  • την ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και
  • την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας.

Ένα ρεαλιστικό σχέδιο επίτευξης υψηλής και βιώσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.

Κύριε Επίτροπε, η Ελλάδα θέλει και μπορεί να προχωρήσει.

Δελτίο Τύπου σχετικά με την έκδοση του επταετούς ομολόγου

«Η έξοδος στις αγορές δεν σημαίνει και έξοδος από τα Μνημόνια»

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Η Κυβέρνηση συνεχίζει τη νέα αυταπάτη περί “καθαρής εξόδου από τα μνημόνια”. Προσπαθεί, με κάθε τρόπο, να φτιάξει ταμειακό απόθεμα, “στύβοντας” την πραγματική οικονομία. “Σκουπίζει” τα ταμειακά διαθέσιμα φορέων του Δημοσίου, χρησιμοποιεί εις βάρος της ρευστότητας τις “κουτσουρεμένες δόσεις” του δανείου, επιβάλλει στάση πληρωμών προς τους ιδιώτες και υπερφορολογεί νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Στην ίδια επικοινωνιακή στρατηγική εντάσσεται και η έξοδος στις αγορές.

Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση δεν αντλεί τους διαθέσιμους από το πρόγραμμα πόρους, οι οποίοι προσφέρονται με εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο, πολύ χαμηλότερο από αυτό των αγορών. Επιτόκιο των αγορών και spreads τα οποία, αν και αποκλιμακούμενα, εξακολουθούν να είναι πολύ υψηλότερα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αν η Κυβέρνηση ήταν αξιόπιστη, σοβαρή και υπεύθυνη, τότε τα επιτόκια δανεισμού θα ήταν πολύ χαμηλότερα. Και τότε η επιθυμητή έξοδος στις αγορές θα γίνονταν με καλύτερους όρους, ειδικά σε μια περίοδο άφθονης ρευστότητας στην οικονομία, ως βήμα μιας δομημένης στρατηγικής βιώσιμης εξόδου από τα Μνημόνια.

Δυστυχώς όμως σήμερα, αυτό δεν είναι εφικτό. Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση εξακολουθεί να επιδεικνύει αλλεργία στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας που θα εφαρμοστούν μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος. Και έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια, ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί και από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Οι πολίτες αναζητούν πλέον ρεαλιστική ελπίδα και όχι νέες αυταπάτες και ψευδαισθήσεις. Αυτή μπορεί να έρθει μόνο μέσα από την πολιτική αλλαγή και μια άλλη ισχυρή μεταρρυθμιστική Κυβέρνηση».

Συνέντευξη στην εφημερίδα “Νέα Σελίδα” – “Γιατί η κοινωνία, με τα συλλαλητήρια, εύλογα δυσπιστεί και αντιδρά”

Το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων έχει μπει σε μια κρίσιμη καμπή. Τελικά η ΝΔ είναι με τα όσα είχαν συμφωνηθεί το 1992 ή με την εθνική γραμμή που είχε χαραχθεί στο Βουκουρέστι;

Η Νέα Δημοκρατία έθεσε εξαρχής ως βάση διαπραγμάτευσης το πλαίσιο που διαμορφώθηκε την περίοδο 2007-2008, το οποίο αποτελεί έκτοτε εθνική θέση.

Η λύση πρέπει να είναι ενιαία και αδιαίρετη, και να περιλαμβάνει την εξάλειψη κάθε μορφής αλυτρωτισμού από τη γειτονική χώρα, μια αμοιβαία αποδεκτή ονομασία που να λαμβάνει υπόψη τις ελληνικές ευαισθησίες και τα εθνικά συμφέροντα, καθώς και την υιοθέτηση της ονομασίας αυτής για όλες τις χρήσεις και από όλους.

Η Νέα Δημοκρατία, όταν είχε την ευθύνη άσκησης εξωτερικής πολιτικής, λειτούργησε με όρους εθνικής υπευθυνότητας, επέδειξε σθένος, αποφασιστικότητα και γνήσιο πατριωτισμό.

Αρκετά στελέχη της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης παίρνουν αποστάσεις από τα συλλαλητήρια τονίζοντας πως δεν θα παραβρεθούν. Πιστεύετε πως οι συγκεντρώσεις μπορούν να λύσουν σημαντικά εθνικά ζητήματα;

Γενικώς πιστεύω ότι υπεύθυνη εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με συλλαλητήρια.

Όταν οι Κυβερνητικοί χειρισμοί είναι σοβαροί, η ενημέρωση Κομμάτων και κοινωνίας επαρκής και η διαπραγματευτική θέση της χώρας ενιαία και στιβαρή, δεν υφίσταται και ουσιαστικός λόγος πραγματοποίησής τους. Γιατί διαμορφώνεται εθνική γραμμή στο εσωτερικό, με ομοψυχία του λαού. Το είδαμε αυτό κατά την περίοδο 2007-2008.

Αντιθέτως, η κοινωνία εύλογα δυσπιστεί και αντιδρά όταν βλέπει μία Κυβέρνηση όπως η σημερινή, να αντιμετωπίζει το θέμα επιπόλαια και αλαζονικά, ανεύθυνα και διχαστικά, χωρίς ενιαία θέση, με διαρκείς αντιφάσεις και παλινωδίες στους κόλπους της, ασκώντας – επί μακρόν – μυστική διπλωματία, λειτουργώντας με όρους εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης, απορρυθμίζοντας αντί να σφυρηλατεί το εσωτερικό μέτωπο, μη θέτοντας ρητά και δημόσια ως προϋπόθεση οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης την αλλαγή του Σκοπιανού Συντάγματος, διαθέτοντας πολλά στελέχη τα οποία υπονόμευαν – κατά το παρελθόν – τον διαπραγματευτικό αγώνα της χώρας αποδεχόμενα τη γειτονική χώρα με τη συνταγματική της ονομασία.

Το αποτέλεσμα αυτής της ανεύθυνης Κυβερνητικής διαχείρισης του θέματος είναι τα σημερινά συλλαλητήρια, στα οποία πολίτες εκφράζουν τις ευαισθησίες και εκδηλώνουν τις ανησυχίες τους, αμφισβητώντας τις δυνατότητες της Κυβέρνησης να διαπραγματευτεί με βάση το εθνικό συμφέρον.

Και είναι μεγάλο λάθος κάποιοι να ταυτίζουν αυτές τις ευαισθησίες με ορισμένες ακραίες αντιδράσεις. Γιατί ο γνήσιος πατριωτισμός δεν ταυτίζεται με τον ακραίο εθνικισμό.

Η ΝΔ με αφορμή και το Σκοπιανό ακολουθεί μια δεξιά πολιτική. Δεν φοβάστε με αυτή την στρατηγική χαθεί ο κεντρώος χώρος που σε τέτοια ζητήματα έχει μια πιο διαλλακτική ιδεολογία; 

Η ΝΔ ακολουθεί μια συνεπή και υπεύθυνη εθνική πολιτική.

Ήταν, είναι και θα είναι η μεγάλη πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική παράταξη της χώρας, μια πολιτική δύναμη βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, συνεκτική, ορθολογική, στιβαρή, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική, με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις.

Συνεπώς, εκ κατασκευής της, είναι και κέντρο.

Εκτός από το εθνικό ζήτημα υπάρχει και η οικονομία. Η Κυβέρνηση έκλεισε την τρίτη αξιολόγηση και υποστηρίζει πως θα ακολουθήσει μία καθαρή έξοδο από το πρόγραμμα. Εσείς συμμερίζεστε αυτή την άποψη;

Όχι, διότι η πράγματι επιθυμητή ουσιαστική και καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, σήμερα δεν είναι εφικτή. Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018, ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί και από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Η Κυβέρνηση δημιουργεί όμως επαρκές ταμειακό απόθεμα για την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια.

Το ταμειακό απόθεμα δημιουργείται με τη χρήση δανειακών πόρων οι οποίοι δεν χρησιμοποιούνται για να αποπληρωθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, με την ακριβή έξοδο στις αγορές, με τα υπερ-πλεονάσματα μέσω της υπερ-φορολόγησης των πολιτών, με το υποχρεωτικό «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων φορέων του Δημοσίου και με την εσωτερική στάση πληρωμών.

Για να «χτιστεί» συνεπώς η νέα Κυβερνητική αυταπάτη, «γκρεμίζεται» η πραγματική οικονομία.

Τουλάχιστον παρατηρούμε μία βελτίωση των δεικτών της οικονομίας. Σωστά;

Η βελτίωση στην οποία αναφέρεστε σε μακροοικονομικούς δείκτες είναι συγκριτικά με το χειρότερο σημείο στο οποίο η οικονομία «κατρακύλησε» επί ημερών της σημερινής διακυβέρνησης. Με αποτέλεσμα, στην καλύτερη περίπτωση, το καλοκαίρι να βρεθούμε εκεί που είχαμε φτάσει το 2014.

Ενώ δυστυχώς, σε μικροοικονομικό επίπεδο, οι πολίτες βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με το 2014. Αυτή η οδυνηρή πραγματικότητα αποτυπώνεται σε 3 αριθμούς: οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών προς την εφορία έχουν ξεπεράσει τα 100 δισ. ευρώ, έχουν επιβληθεί κατασχέσεις περιουσιών σε 1 εκατομμύριο πολίτες και δρομολογούνται πλειστηριασμοί σε 130.000 κατοικίες.

Αυτό είναι το οδυνηρό αποτύπωμα της 3ετούς διακυβέρνησης του κ. Τσίπρα.

Εκτιμάτε ότι υπάρχει φως στο τούνελ για τη μείωση του χρέους;

Μείωση του χρέους και βελτίωση του «προφίλ» του (επιτόκια, περίοδος χάριτος, επιμήκυνση) έγιναν το 2012. Δυστυχώς όμως η βιωσιμότητά του, όπως επιβεβαιώνουν συγκριτικές μελέτες των δανειστών, επιβαρύνθηκε τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας κυρίως ανερμάτιστων χειρισμών της σημερινής Κυβέρνησης, αλλά και της μη υλοποίησης σχετικών δεσμεύσεων των εταίρων.

Σήμερα, με βάση τις αποφάσεις του Eurogroup, οι αναγκαίες παρεμβάσεις για τη ρύθμιση του χρέους θα υλοποιηθούν μετά τη λήξη του 3ου προγράμματος και στο βαθμό που αυτό κριθεί τότε αναγκαίο από τους θεσμούς.

Εύχομαι τουλάχιστον αυτές οι παρεμβάσεις να είναι ουσιαστικές, να δρομολογηθούν άμεσα και να κινούνται στην κατεύθυνση των προτάσεων που η ΝΔ κατέθεσε, από τον Μάιο του 2016.

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “ΑΝΤ1 Radio Patras 105,3”

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

 

Άρθρο στην ιστοσελίδα Capital.gr – Η αποτίμηση των αποφάσεων του Eurogroup

Την περασμένη Δευτέρα, το Eurogroup αποφάσισε τη χορήγηση της επόμενης δόσης του δανείου, με βάση την ολοκλήρωση της 3ης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Μπορούμε να πιστώσουμε στην τυχοδιωκτική Κυβέρνηση του «ναι σε όλα», την μικρότερη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση αξιολόγησης.

Η απόφαση όμως αυτή, εκτός του ότι εδράζεται στην υλοποίηση νέων δημοσιονομικών μέτρων ύψους 1,9 δισ. ευρώ για το 2018, δεν προσφέρεται για θριαμβολογίες.

1ον. Η εκταμίευση της δόσης, ύψους 6,7 δισ. ευρώ, θα γίνει και πάλι τμηματικά, υπό την προϋπόθεση υλοποίησης προαπαιτούμενων που ακόμη η Κυβέρνηση δεν έχει υλοποιήσει, μεταξύ των οποίων η ανεμπόδιστη εφαρμογή ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και η προώθηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων. Υπενθυμίζεται ότι η Κυβέρνηση του «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», έχει δεσμευθεί στην υλοποίηση 130.000 πλειστηριασμών μέχρι το 2022, όπως αποτυπώνεται στο «κείμενο συμμόρφωσης» που επισημαίνεται στο ανακοινωθέν του Eurogroup.

2ον. Από την 1η υποδόση, ύψους 5,7 δισ. ευρώ, ένα μικρό μόνο τμήμα της θα κατευθυνθεί προς την πραγματική οικονομία, ύψους μόλις 500 εκατ. ευρώ, στερώντας πολύτιμους πόρους από την πραγματική οικονομία.

3ον. Ένα σημαντικότερο τμήμα της υποδόσης, ύψους 1,9 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, το οποίο διαρκώς «αυγατίζει» εξαιτίας των επιδεινούμενων εκτιμήσεων για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

4ον. Ο τρόπος δημιουργίας του ταμειακού αποθέματος δεν είναι ορθολογικός. Το «χτίσιμό» του γίνεται με τη χρήση δανειακών πόρων που δεν κατευθύνονται για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, με την ακριβή έξοδο στις αγορές, με τα υπερπλεονάσματα μέσω της υπερφορολόγησης των πολιτών, με το υποχρεωτικό «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων όλων των φορέων του Δημοσίου και με την εσωτερική στάση πληρωμών. Δηλαδή γίνεται εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.

Επισημαίνεται ότι αν ο χρηματοδοτικός προγραμματισμός του 3ου Μνημονίου εξελισσόταν ομαλά και είχαμε λάβει το ύψος των δόσεων που προέβλεπε το Πρόγραμμα, τότε και σημαντικό ταμειακό απόθεμα θα είχε δημιουργηθεί και η πραγματική οικονομία θα είχε τονωθεί.

5ον. Η σημερινή Κυβέρνηση δεν θέλει και δεν μπορεί να διοχετεύσει ρευστότητα στην αγορά. Αυτό αποτυπώνεται στο ύψος και στη διαδικασία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Οφειλές που παραμένουν υψηλές, λίγο υψηλότερες από το 2014, παρά την εκταμίευση από το 3ο Μνημόνιο ποσού ύψους 5 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή τους.

Αυτό οφείλεται τόσο στην ανικανότητα της Κυβέρνησης να διοχετεύσει τους διαθέσιμους πόρους στην πραγματική οικονομία, όσο και στην «εσωτερική στάση πληρωμών» που έχει επιβάλλει, δημιουργώντας – συνεχώς – νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές. Επιπλέον, εφεξής, το Δημόσιο, μέσω της υπερφορολόγησης των πολιτών, θα πρέπει να συμμετέχει στη διαδικασία αποπληρωμής τους σε αναλογία 1:1 με την δόση, ενώ μέχρι πρότινος αυτή ήταν 1:2.

Ενώ το 1,5 δισ. ευρώ που θα χορηγηθεί τους προσεχείς μήνες, είναι το τελευταίο ποσό από τους πόρους του δανείου που θα κατευθυνθεί για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών. Όσες οφειλές δεν εξοφληθούν, θα αποπληρώνονται με ίδιους πόρους, από τους φορολογούμενους, μέχρι να μηδενιστούν.

Παράλληλα, η πλήρης εκκαθάρισή τους ακόμη «αναζητείται». Αρχικά, με βάση το 3ο Μνημόνιο (Αύγουστος 2015), η αποπληρωμή τους θα γινόταν έως το τέλος του 2016. Στη συνέχεια, με βάση το Συμπληρωματικό Μνημόνιο (Ιούνιος 2016), αυτή μετατέθηκε για τον Ιούνιο του 2017. Σήμερα, με βάση τα κείμενα της 3ης αξιολόγησης, θα πρέπει να έχουν μηδενιστεί μέχρι το καλοκαίρι του 2018. Και ενώ ο Προϋπολογισμός αναφέρεται – απλώς – σε μείωσή τους το 2018.

Όλα αυτά αναδεικνύουν – για ακόμη μία φορά – την αδιέξοδη και τυχοδιωκτική οικονομική πολιτική της σημερινής Κυβέρνησης και επιβεβαιώνουν την ανικανότητα και αναποτελεσματικότητά της.

6ον. Η επιθυμητή επί τα βελτίω αναθεώρηση των προβλέψεων για το ρυθμό ανάπτυξης, υπό την υφιστάμενη «ρήτρα ανάπτυξης» που έχει συμφωνήσει η Κυβέρνηση, δεν αναμένεται να αποβεί επ’ ωφελεία της χώρας και των πολιτών. Κι αυτό γιατί όσο καλύτερα θα πηγαίνει η οικονομία, τόσο μικρότερη ελάφρυνση χρέους θα απαιτείται από τους εταίρους.

Η αναθεώρηση των ρυθμών ανάπτυξης έχει νόημα με τη «ρήτρα μεταρρυθμίσεων» που έχει προτείνει η Νέα Δημοκρατία, με βάση την οποία η αύξηση του πλούτου – μέσω της υλοποίησης ενός συνεκτικού, δικής μας ιδιοκτησίας προγράμματος μεταρρυθμίσεων – θα οδηγήσει στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους, και αυτή με τη σειρά της στη σταδιακή μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η επίτευξη αυτών θα επιτυγχάνεται πλέον μέσω της αυτοτροφοδοτούμενης αναπτυξιακής διαδικασίας, χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας. Ενώ παράλληλα, ο δημοσιονομικός χώρος που θα δημιουργηθεί, θα χρησιμοποιηθεί, σταδιακά, για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών.

Συμπερασματικά, πλήρης και καθαρή έξοδος από τα μνημόνια, κάτι που θα ήταν και το επιθυμητό, δεν είναι σήμερα εφικτή. Και αυτό γιατί η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει νέα μέτρα λιτότητας για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά χρόνια μετά το 2018, ενώ η υλοποίηση των αναγκαίων παρεμβάσεων για τη ρύθμιση του χρέους όχι μόνο έχει μετατεθεί για μετά το καλοκαίρι, αλλά εκτιμάται ότι θα συνοδευτεί και από κάποιον αυστηρό μηχανισμό επιτήρησης και εποπτείας.

Επιπρόσθετα, εάν η Κυβέρνηση ήταν αξιόπιστη, σοβαρή και υπεύθυνη, εάν είχε υλοποιήσει ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, εάν είχαν αναληφθεί πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, θα ήταν χαμηλότερα και λογικά.

Δυστυχώς, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, αυτά μέχρι σήμερα δεν έχουν γίνει. Τα πεπραγμένα της, δεν μας κάνουν αισιόδοξους και για το μέλλον.

Κοινή δήλωση σχετικά με την κατάσταση της οικονομίας

        Αθήνα, 25 Ιανουαρίου 2018

«Η Κυβέρνηση εξακολουθεί να “στραγγαλίζει”

τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας»

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας και ο Αναπληρωτής Τομεάρχης Οικονομικών, βουλευτής Ημαθίας, κ. Απόστολος Βεσυρόπουλος, έκαναν την ακόλουθη δήλωση:

«Η Κυβέρνηση εξακολουθεί να “στραγγαλίζει” τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Το 2017, επέβαλε νέους φόρους 2,5 δις ευρώ, αλλά τελικά τα φορολογικά έσοδα παρέμειναν στα επίπεδα του 2016. Το μόνο που αυξήθηκε ήταν οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των πολιτών, οι οποίες ξεπέρασαν τα 100 δις ευρώ, και οι κατασχέσεις σε 1 εκατομμύριο πολίτες.

Και ενώ η πραγματική οικονομία “ασφυκτιά” από την υπερφορολόγηση, η Κυβέρνηση της στερεί και την τελευταία ανάσα ρευστότητας: το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Οι δαπάνες του Προγράμματος διαμορφώθηκαν 800 εκατ. ευρώ κάτω από το στόχο, στο χαμηλότερο ύψος της τελευταίας δεκαετίας, “φρενάροντας” την ανάκαμψη της οικονομίας.

Ταυτόχρονα, η Κυβέρνηση δεν αποπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, στερώντας “οξυγόνο” από την πραγματική οικονομία. Οφειλές που παραμένουν υψηλότερες από το 2014, παρά το γεγονός ότι η Κυβέρνηση έλαβε 5,5 δις ευρώ από το 3ο Μνημόνιο για την αποπληρωμή τους.

Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι αυτή η Κυβέρνηση δεν ξέρει, δεν θέλει και δεν μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα στην έξοδο από την κρίση».

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “ΣΚΑΪ 100,3”

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

 

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “Real FM 97,8”

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

InstagramYoutube