Τα Λάθη της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μετά από 8 μήνες διακυβέρνησης, δημιούργησε το δικό της «απόθεμα» λαθών στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης, οδηγώντας τη χώρα στη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, και εντέλει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Ειδικότερα:

 

  • «Φούσκωσε» με «δημιουργική λογιστική» το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009.
  • Υποτίμησε τις προειδοποιήσεις των ειδικών για την κατάσταση της Οικονομίας.
  • Παρουσίασε έλλειψη προετοιμασίας και σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Κατέθεσε προγραμματικές δηλώσεις που αντί για περικοπές περιείχαν παροχές.
  • Άργησε να πάρει μέτρα.
  • Καθυστέρησε στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και παρέλυσε τον εισπρακτικό μηχανισμό.
  • Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού για το 2010 που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.
  • Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) που ενσωμάτωνε μη υλοποιήσιμους στόχους.
  • Δημιουργήθηκε σύγχυση και παρατηρήθηκε ολέθρια αναβλητικότητα από την ύπαρξη δυαρχίας στην κορυφή της Οικονομίας.
  • Υπέπεσε σε αντιφάσεις και παλινωδίες, δείγμα ελλείμματος πολιτικής αξιοπιστίας, αφού, για την Κυβέρνηση, προεκλογικά, «λεφτά υπήρχαν».
  • Προκρίθηκε η ιδέα της πολιτικής διαχείρισης του οικονομικού προβλήματος για εσωτερική κατανάλωση αντί της οικονομικής διαχείρισης του πολιτικού μας προβλήματος.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Επέδειξε διεθνή υπερκινητικότητα και ανάλωσε πολύτιμο κεφάλαιο χωρίς συγκεκριμένη στόχευση και ουσιαστικό αποτέλεσμα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές, οι οποίες άρχισαν να μας «τιμωρούν» όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση επιδίδεται σε διακηρύξεις και διαβούλευση, χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Δεν «έμαθε» να «διαβάζει» τις αγορές, αφού άρχισε να μιλάει για «Τιτανικό» και για προσφυγή στο ΔΝΤ, και μετά έβγαινε να δανειστεί με πολύ ψηλά επιτόκια.
  • Θριαμβολογούσε, αδικαιολόγητα, όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα έπρεπε να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περίσκεψη και διορατικότητα.
  • Διαχειρίστηκε, με επικοινωνιακή λογική, το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους της Οικονομίας, πρόβλημα κοινό σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, και οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού. Κρίση δανεισμού, όπως αυτή εκδηλώθηκε, αρχικά, με το υψηλό κόστος δανεισμού, και στη συνέχεια με το «κλείσιμο» των αγορών για τη χώρα μας. Ο επίλογος της κυβερνητικής αποτυχίας γράφτηκε με την αναπόφευκτη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, και εντέλει στο ΔΝΤ.
  • Παρέλυσε την ψυχολογία της κοινωνίας, καθώς η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, μαζί με τις Κυβερνητικές πράξεις και παραλείψεις επέτεινε το κλίμα πανικού και δημιούργησε μεγαλύτερη ανασφάλεια.
  • Προσήλθε στις συνομιλίες με τους διεθνείς πιστωτές μας με απαράδεκτα ηττοπαθή λογική.
  • Δεν υπήρξε, από την Κυβέρνηση, ενδελεχής μελέτη της Συμφωνίας και δεν έγινε εξαντλητική διαπραγμάτευση.
  • Προωθεί μίγμα μέτρων αμφιβόλου οικονομικής αποτελεσματικότητας, αφού ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική οδηγεί σε βαθιά ύφεση και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
  • Προωθεί ελλιπές μίγμα μέτρων, καθώς απουσιάζουν τα μέτρα τόνωσης της αγοράς.
  • Έλαβε μέτρα που είναι σκληρά και άδικα.
  • Η πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού για το 2010, κατά το 1ο πεντάμηνο του έτους, δεν ανταποκρίνεται επί της ουσίας στους στόχους που έχουν τεθεί.
  • Το κράτος δεν εξοφλεί τους δανειστές του, ενώ τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν απορροφήσει στο 1ο τετράμηνο του έτους πάνω από τη μισή ετήσια επιχορήγηση.
  • Επιδεικνύει ατολμία ή αδυναμία να καταπολεμήσει τα εκφυλιστικά φαινόμενα της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής.
  • Δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει τις τεράστιες κρατικές σπατάλες.
  • Ο «προγραμματισμός» της Κυβέρνησης για τις αποκρατικοποιήσεις επιβεβαιώνει τις ανησυχίες της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και τις εντάσεις του ΔΝΤ ότι «τα σχέδια αποκρατικοποιήσεων είναι απογοητευτικά και τα σχέδια για τη αναδιάρθρωση των δημοσίων επιχειρήσεων είναι αδύναμα».
  • Δεν υπάρχει από πλευράς της Κυβέρνησης πραγματική βούληση για ριζικές τομές και τήρηση των συμφωνηθέντων με την «τρόϊκα».
  • Το σκηνικό ασυνεννοησίας και κυρίως αδυναμίας συντονισμού του κυβερνητικού έργου δίνει το πλέον αρνητικό μήνυμα πρώτα προς τις αγορές.

 

Η ανάταξη της Ελληνικής Οικονομίας και η ταχύτερη έξοδος από το Μηχανισμό Στήριξης απαιτεί στρατηγικό σχέδιο, επιμέρους στοχευμένες πολιτικές επιλογές, ισχυρή πολιτική βούληση και αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση. Όμως, όπως προκύπτει και από τα παραπάνω, η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειμματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Άρθρο στην Εφημερίδα Εξπρες – “Ταπεινωτική εξέλιξη” με υψηλό κόστος για τη χώρα η προσφυγή στο ΔΝΤ

Η συγκυρία για τη χώρα μας είναι εξαιρετικά κρίσιμη.

Η δύσκολη κατάσταση της Οικονομίας, λόγω των εγχώριων μακροχρόνιων διαρθρωτικών και διαχειριστικών αδυναμιών και των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης, έχει επιδεινωθεί ραγδαία το τελευταίο χρονικό διάστημα εξαιτίας των πράξεων και των παραλείψεων της Κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Η ευθύνη της είναι αντικειμενική και ξεκάθαρη.

Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί επτά μήνες διαχειρίστηκε με επικοινωνιακή λογική το πρόβλημα ελλείμματος της Ελληνικής Οικονομίας (πρόβλημα το οποίο αντιμετώπισαν όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες είδαν τα ελλείμματά τους, κατά μέσο όρο, να εκτοξεύονται από το 0,8% του Α.Ε.Π. το 2007 στο 6,8% του Α.Ε.Π. το 2009), οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού.

Πιο συγκεκριμένα:

  • «Φούσκωσε» το έλλειμμα για το 2009 ματαιώνοντας δημόσια έσοδα, διογκώνοντας δημόσιες δαπάνες, εγγράφοντας νέες δαπάνες που δεν είχαν προϋπολογιστεί. Αλλά κανείς δεν δανείζει φθηνά μια χώρα που η Κυβέρνησή της από μόνη της ομολογεί και διακηρύσσει ότι «βουλιάζει».
  • Καθυστέρησε στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού, με δυσμενείς συνέπειες για την Οικονομία. Η υστέρηση των εσόδων το τελευταίο τρίμηνο του 2009 κάλυψε τα 2/3 της συνολικής υστέρησης του έτους.
  • Παρουσίασε έλλειψη προετοιμασίας, σοβαρού και ολοκληρωμένου επιχειρησιακού σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης. Περιέγραψε με μελανά χρώματα την κατάσταση της Οικονομίας χωρίς να αντιδρά. Η διάγνωση δεν ακολουθήθηκε από τη θεραπεία.
  • Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.
  • Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το όποιο ενσωμάτωνε, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων με τα «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους. Έτσι, αναγκάστηκε να λάβει επιπρόσθετα μέτρα της τάξεως, τουλάχιστον, του 2,5% του Α.Ε.Π., προκειμένου να επιτευχθεί, εάν επιτευχθεί, ο στόχος για μείωση του ελλείμματος κατά 4% του Α.Ε.Π. το 2010.
  • Άργησε να πάρει μέτρα, το δε μίγμα τους είναι κοινωνικά άδικο και οικονομικά αναποτελεσματικό. Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, «στεγνώνει» την αγορά, ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις, οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές. Αυτές άρχισαν να μας «τιμωρούν» όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση επιδίδεται σε διακηρύξεις χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Συνεχίζουν να μας τιμωρούν όταν διαπιστώνουν αδυναμία συνεννόησης, παλινωδίες, Κυβερνητική διγλωσσία ή πολυφωνία, φλυαρία, αντιφατικές δηλώσεις και ανεύθυνες διαρροές.
  • Δεν «έμαθε» να «διαβάζει» τις αγορές και είχε στρεβλή εκτίμηση της κατάστασης με αποτέλεσμα να βρίσκεται πάντα βήματα πίσω από την πραγματικότητα. Άρχισε να μιλάει για «Τιτανικό», για απώλεια εθνικής κυριαρχίας και για προσφυγή στο ΔΝΤ, και μετά έβγαινε στις αγορές να δανειστεί με πολύ υψηλά επιτόκια.
  • Παρέλυσε την ψυχολογία της κοινωνίας και έσπειρε τον πανικό (για 6ο συνεχόμενο μήνα ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος κινείται πτωτικά σε αντίθεση με την Ευρωζώνη).
  • Θριαμβολογούσε αδικαιολόγητα με την επωδό ότι «τώρα δικαιώνονται οι θυσίες του ελληνικού λαού», όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα έπρεπε να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περίσκεψη και διορατικότητα. Το «γεμάτο όπλο στο τραπέζι» μάλλον θυμηδία προκάλεσε παρά τρόμο.

 

Συνεπώς, η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει την κύρια ευθύνη για το αδιέξοδο στο οποίο οδήγησε την κατάσταση.

Αδιέξοδο στο οποίο συνέτειναν οι «μυωπικοί», διστακτικοί και ασαφείς Ευρωπαϊκοί χειρισμοί, οι ανεύθυνες και επικίνδυνες προσεγγίσεις αναλυτών, και όχι μόνο (π.χ. περί αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους), οι υπερβολικές αντιδράσεις διεθνών αξιολογικών οίκων και οι κερδοσκοπικές πιέσεις.

Ο επίλογος αυτής της αποτυχίας γράφτηκε με την επιλογή της Κυβέρνησης, προαποφασισμένη από την ίδια ή αναπόφευκτη εξαιτίας των χειρισμών της, να προσφύγει στον υβριδικό μηχανισμό στήριξης, δηλαδή, εντέλει, στο ΔΝΤ.

Μία «ταπεινωτική εξέλιξη» (βλέπετε και τοποθέτηση του τέως Πρωθυπουργού κου. Σημίτη στη Βουλή το 2008), με υψηλό κόστος για τη χώρα μας.

 

Υψηλό κόστος τόσο ως προς το επιτόκιο δανεισμού όσο, κυρίως, ως προς το μίγμα των μέτρων που θα επιβληθούν.

Μέτρα που θα ενισχύσουν το «φαύλο κύκλο» της ύφεσης περισσότερο απ’ όσο θα βελτιώσουν τα δημόσια οικονομικά.

«Φαύλο κύκλο» μεγαλύτερων ελλειμμάτων, ακόμα σκληρότερων μέτρων, ακόμα μεγαλύτερης ύφεσης, ακόμα μεγαλύτερων ελλειμμάτων, ακόμα σκληρότερων μέτρων.

 

Ό,τι έγινε όμως δεν διορθώνεται.

Το ζητούμενο τώρα είναι τι πρέπει και τι μπορεί να γίνει ώστε να μετριασθούν, κατά το δυνατόν, οι επιπτώσεις της κρίσης στην κοινωνία (περιορισμός της έξαρσης της ανεργίας και διατήρηση της κοινωνικής συνοχής), να επισπευσθεί η χρονική διάρκεια της δοκιμασίας και να εξέλθουμε από το μηχανισμό στήριξης όσο γίνεται πιο σύντομα, και να σπάσουμε το «φαύλο κύκλο» της ύφεσης όσο γίνεται πιο γρήγορα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ανάταξης της Οικονομίας.

Η Ν.Δ., και στη νέα φάση που εισήλθε η χώρα, με αίσθημα κοινωνικής και εθνικής ευθύνης, θα συνδράμει ώστε το οικονομικό και κοινωνικό κόστος από την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης και τους Κυβερνητικούς χειρισμούς να ελαχιστοποιηθεί και να μεγιστοποιηθούν τα δυνητικά μεσο – μακροχρόνια προσδοκώμενα οφέλη.

Προς αυτή την κατεύθυνση η Ν.Δ. επιμένει και προτείνει:

  • Άμεσα μέτρα τόνωσης της Οικονομίας και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, μέτρα αντισταθμιστικά, μηδενικού ή ελάχιστου δημοσιονομικού κόστους (εδώ και 3 μήνες έχουμε καταθέσει 23 σχετικές προτάσεις).
  • Μεσο-μακροπρόθεσμα διαρθρωτικά μέτρα μεγέθυνσης της παραγωγικής βάσης, ενίσχυσης των ρυθμών ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας της Οικονομίας (όπως είναι, ενδεικτικά, η σταδιακή κατάργηση των στρεβλώσεων και των διοικητικών περιορισμών σε αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας με τον περιορισμό, κυρίως, του εξωγενούς κόστους των επιχειρήσεων, η μείωση της γραφειοκρατίας και ο περιορισμός των νόμων και των κανονισμών που περιορίζουν τον ανταγωνισμό, η εξυγίανση των Δ.Ε.Κ.Ο. με στόχο τη βιωσιμότητά τους και τη μεγιστοποίηση της αξίας για την κοινωνία, η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους, με την ποιοτική αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, των θεσμών και των λειτουργιών του, με την ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου).

Τα ανωτέρω προϋποθέτουν την εκπόνηση και εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου και ρεαλιστικού στρατηγικού σχεδίου για την Οικονομία, με συγκεκριμένες, συνεκτικές και ποσοτικοποιημένες δράσεις σε ένα μίγμα συνδυασμένης σταθεροποιητικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

Με στρατηγικούς στόχους τη διαρκή προώθηση της αειφόρου, έξυπνης και εξωστρεφούς ανάπτυξης, την ευημερία των πολιτών, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.

Σε κάθε περίπτωση, η ανάταξη της Ελληνικής οικονομίας απαιτεί, εκτός από το στρατηγικό σχέδιο και τις επιμέρους συγκεκριμένες πολιτικές, ισχυρή πολιτική βούληση και αποτελεσματικό πολιτικό management.

Η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειμματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Στη Ν.Δ. εναπόκειται να δημιουργήσει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και να δώσει έμπρακτα και έγκαιρα «σήματα» νέας προοπτικής.

“Το πρόβλημα ελλείμματος μετατράπηκε σε κρίση δανεισμού” – Άρθρο στην Εφημερίδα Ημέρα

Εξετάζοντας την πορεία του διαφορικού (σε σχέση με το γερμανικού) επιτοκίου (ή spread) του ελληνικού δεκαετούς κρατικού ομολόγου, σε ένα πλαίσιο σύγκρισης με το αντίστοιχο της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας (οι χώρες που ατυχέστατα οι αγγλοσάξονες αποκαλούν PIIGS ή GIPSI), μπορούμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις περιόδους.

 

Η πρώτη περίοδος είναι αυτή της σύγκλισης του διαφορικού επιτοκίου της Ελλάδας με το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο μέχρι την ένταξη της χώρας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ).

 

Η δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται από μία σημαντική και μακροχρόνια σταθεροποίηση του διαφορικού επιτοκίου της Ελλάδας, όπως και των άλλων «συγγενών» ευρωπαϊκών χωρών, σε επίπεδα κατά πολύ χαμηλότερα των 100 μονάδων βάσης (μ.β.), και κυρίως κάτω από 50, ως τους πρώτους μήνες του 2008. Δημιουργήθηκε, έτσι, στην ελληνική οικονομία ένα περιβάλλον «φθηνής» χρηματοδότησης για το κράτος, τα πιστωτικά ιδρύματα, και συνεπώς για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

 

Η τρίτη περίοδος, από τις αρχές του 2008, συνδέεται άμεσα με τα πρώτα σημάδια της χρηματοπιστωτικής κρίσης και την κορύφωσή της με την κατάρρευση της Lehman Brothers το φθινόπωρο του 2008. Έτσι, η στενότητα άντλησης ρευστότητας των διεθνών αγορών είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των διαφορικών επιτοκίων των εν λόγω χωρών μετά το φθινόπωρο του 2008, με την Ελλάδα και την Ιρλανδία να παρουσιάζουν την υψηλότερη αύξηση του διαφορικού επιτοκίου στις αρχές του 2009. Συγκεκριμένα, το διαφορικό επιτόκιο της Ελλάδας αυξήθηκε από τις 74 μ.β. στις 25/9/2008 στις 299 μ.β. στις 17/2/2009, ενώ την ίδια ημέρα το διαφορικό επιτόκιο της Ιρλανδίας ήταν 246 μ.β., της Ισπανίας 108 μ.β., της Πορτογαλίας 161 μ.β. και της Ιταλίας 141 μ.β. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται, κυρίως, στη μεγάλη πτώση του επιτοκίου του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου. Ειδικότερα, το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου της Γερμανίας στις 25/9/2008 ήταν 4,23, στις 15/10/2008 4,11 και στις 17/2/2009 στο 2,9. Σταδιακά, όμως, και αφού η ρευστότητα, μετά τις νομισματικές παρεμβάσεις και τα διεθνή πακέτα στήριξης, άρχισε να ενισχύεται σταδιακά στις διεθνείς αγορές, το διαφορικό επιτόκιο της Ελλάδας αποκλιμακώθηκε, όπως και τα αντίστοιχα των άλλων χωρών, τείνοντας προς τις 100 μ.β. το καλοκαίρι του 2009, αφήνοντας την Ιρλανδία σε υψηλότερα επίπεδα.

 

Η τέταρτη περίοδος ξεκινά το φθινόπωρο του 2009. Μετά τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου και, κυρίως, λόγω των πράξεων και παραλήψεων της Κυβέρνησης, το διαφορικό επιτόκιο ξεκίνησε μία ξέφρενη ανοδική πορεία, αφήνοντας εξωφρενικά πίσω τις υπόλοιπες χώρες και ξεπερνώντας πριν λίγες ημέρες τις 1000 μ.β. Συγκεκριμένα, το spread στις 5/10/2009 ήταν στις 130 μ.β., ενώ ενάμισι μήνα μετά, και αφού είχε γνωστοποιήσει στη Eurostat το «φούσκωμα» του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 12,7%, το spread ανήλθε στις 153 μ.β. (17/11/2009). Η δημοσιοποίηση, όμως, του Προϋπολογισμού, αλλά και η αβουλία, η αναποφασιστικότητα και η αβελτηρία της Κυβέρνησης είχε ως αποτέλεσμα το spread να ανέβει στις 273 μ.β. στις 21/12/2009, ενώ η επικοινωνιακή λογική της Κυβέρνησης στη διαχείριση της κατάστασης της Ελληνικής Οικονομίας οδήγησε, εν συνεχεία, σε καθοριστική συρρίκνωση της αξιοπιστίας της στις αγορές, εκτοξεύοντας το spread στις 424 μ.β. στις 16/4/2010 και στις 1021 μ.β. στις 28/4/2010.

 

Έτσι, η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί 7 μήνες διαχειρίστηκε, με επικοινωνιακή λογική, το πρόβλημα ελλείμματος της Ελληνικής Οικονομίας, πρόβλημα το οποίο αντιμετώπισαν όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες είδαν τα ελλείμματά τους, κατά μέσο όρο, να εκτοξεύονται από το 0,8% του Α.Ε.Π. το 2007 στο 6,8% του Α.Ε.Π. το 2009, οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού. Αυτούς τους μήνες, η Κυβέρνηση, μεταξύ άλλων:

  • παρουσίασε έλλειψη σοβαρού σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης,
  • καθυστέρησε να πάρει μέτρα, και όταν πήρε κάποια το μίγμα τους απεδείχθη κατάλληλη θεραπεία για το προηγούμενο στάδιο της ασθένειας,
  • προχώρησε στην κατάθεση Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης που ήταν κατώτερο των περιστάσεων,
  • αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα,
  • έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές με τις παλινωδίες, τις αντιφατικές δηλώσεις, τις ανεύθυνες διαρροές,
  • δεν «έμαθε» να τις «διαβάζει». Μιλούσε για «Τιτανικό», για απώλεια εθνικής κυριαρχίας και για προσφυγή στο ΔΝΤ, και μετά έβγαινε στις αγορές για να δανειστεί με πολύ υψηλά επιτόκια. Το «γεμάτο όπλο στο τραπέζι» απεδείχθη αρχικά άσφαιρο και όταν γέμισε στράφηκε, δυστυχώς, προς τη χώρα μας.

Το αποτέλεσμα, συνεπώς, αυτών των πολιτικών επιλογών ήταν να κλείσουν οι αγορές για τη χώρα μας. Οπότε, η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, και εντέλει στο ΔΝΤ, ήταν αναπόφευκτη και η χρηματοδότηση από αυτόν απαραίτητη.

Άρθρο The Economist / Καθημερινή – “Νέες μορφές κινδύνων και αντιμετώπισή τους”

Μία από τις βασικές αιτίες εκδήλωσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης ήταν η αδυναμία ορθής αποτίμησης και τιμολόγησης του κινδύνου σε νέα σύνθετα προϊόντα (όπως είναι οι εγγυημένες δανειακές υποχρεώσεις [collateralised debt obligations – CDO]) και η υποτυπώδης ύπαρξη θεσμικών ρυθμίσεων για τη στοχευμένη εποπτεία των νέων καινοτόμων μορφών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα «αμοιβαία κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου» [hedge funds] και τα «επενδυτικά οχήματα δομημένης χρηματοδότησης» [structured investment vehicles], τα οποία, κατά κανόνα, δραστηριοποιούνται στις διεθνείς αγορές και επενδύουν συστηματικά στα προαναφερθέντα παράγωγα χρηματοπιστωτικά προϊόντα.

Επίσης, μία από τις αιτίες εκδήλωσης της κρίσης δημοσίου χρέους σε διάφορες χώρες (πέραν βέβαια από τις ενδογενείς αδυναμίες των εθνικών τους οικονομιών) ήταν και η αδυναμία παρακολούθησης και ελέγχου των εξω-χρηματιστηριακών παραγώγων, κυρίως στα ασφάλιστρα επί επισφαλών ομολόγων [credit default swaps – CDS], ειδικά όταν αυτά μετατρέπονται από προϊόντα ασφάλισης σε εργαλεία κερδοσκοπίας (ιδιαίτερα όταν οι πωλήσεις αυτών είναι ακάλυπτες – naked). Η συγκεκριμένη αγορά είναι αδιαφανής και ˝ρηχή˝ με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επαρκής εποπτεία και η τιμολόγηση να μην αντικατοπτρίζει απαραίτητα την προσφορά και ζήτηση για ασφάλιση έναντι κινδύνου πτώχευσης.

Κοινή συνεπώς συνισταμένη των ανωτέρω κρίσεων είναι η ανεπαρκής αξιολόγηση των νέων μορφών κινδύνων, λόγω της φύσεως και του ύψους τους, κυρίως στις μη εποπτευόμενες περιοχές των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, από μέρους ρυθμιστικών και εποπτικών αρχών, αλλά και των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που υφίστανται τις δυσμενείς επιπτώσεις στα οικονομικά μεγέθη και τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Κίνδυνοι οι οποίοι μετασχηματίζονται και εμπλουτίζονται, καθώς οι χρηματοπιστωτικές λειτουργίες αναπτύσσονται και εξελίσσονται.

Λειτουργίες οι οποίες έχουν θετικές επιπτώσεις εφόσον καλύπτουν υφιστάμενες ανάγκες της αγοράς και συμβάλλουν στην αποδοτικότερη διαχείριση χαρτοφυλακίου (π.χ. στην αντιστάθμιση κινδύνου – hedging), εγκυμονούν όμως και σημαντικούς κινδύνους για την ίδια τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος (βλέπετε για αναλυτική παρουσίαση αυτών την τελευταία Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, Μάρτιος 2010).

Λειτουργίες τις οποίες παρακολουθούν πλέον οι ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές και τις οποίες προσπαθούν να διαχειριστούν μέσα από τους υπάρχοντες ή υπό διαμόρφωση μηχανισμούς παρέμβασης.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται, και σε κάποιο βαθμό ήδη υλοποιείται:

  • Η αναγνώριση, ανάληψη, παρακολούθηση, διασπορά, ορθή τιμολόγηση και αποτελεσματική διαχείριση των χρηματοοικονομικών κινδύνων, ενδεχομένως με την ενδυνάμωση των κριτηρίων κεφαλαιακής επάρκειας, τη βελτίωση των μεθόδων και διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων, και τον περιορισμό του φαινομένου της αντικυκλικότητας των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Αναφορικά με το τελευταίο, ενδεχομένως απαιτούνται ρυθμιστικές πρωτοβουλίες για τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών των οικονομικών κύκλων των οικονομιών μέσω της μέριμνας για μεγαλύτερα αποθεματικά και επαρκείς προβλέψεις σε ανοδικές φάσεις του κύκλου ώστε να καλύπτονται οι χρηματοπιστωτικές ανάγκες της οικονομίας σε καθοδικές φάσεις.
  • Η βελτίωση και ενδυνάμωση των κανόνων ελέγχου και διαφάνειας και των μηχανισμών εποπτείας του λεγόμενου «σκιώδους» χρηματοπιστωτικού συστήματος. Κανόνες αυστηροί και επαρκώς εφαρμόσιμοι για να αποφευχθούν μελλοντικές κρίσεις.
  • Η ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού σε Ευρωπαϊκό, αλλά και σε διεθνές, επίπεδο ανάμεσα στις κυβερνήσεις, στις κεντρικές τράπεζες και στις ρυθμιστικές αρχές για την αντιμετώπιση των προκλήσεων στη διεθνή οικονομία. Σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να αναβαθμιστεί ο ρόλος του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Financial Stability Board), αλλά και πιθανόν να δημιουργηθεί ένα Ευρωπαϊκό σύστημα εποπτείας (1 από τις 31 προτάσεις της Έκθεσης De Larosiere). Ενδεικτικά σε αυτή την κατεύθυνση, ο Διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Τρισέ αναφέρεται στην αναγκαιότητα δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού κεντρικού εκκαθαριστή αντισυμβαλλομένων (central counterparty clearing) για προϊόντα όπως είναι τα CDSs ώστε να ενισχυθεί η διαφάνεια, να διαμοιρασθεί ο κίνδυνος και να μειωθούν τα κίνητρα ανάληψής του (Ομιλία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 25 Μαρτίου 2010).

 

Εν κατακλείδι, η επόμενη ημέρα της κρίσης αποτελεί την ευκαιρία για τον αυστηρό αλλά ρεαλιστικό επανασχεδιασμό της ρυθμιστικής και εποπτικής αρχιτεκτονικής των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, μεριμνώντας αφενός για την προώθηση επαρκών (όσον αφορά τον περιορισμό των δυνητικών κινδύνων) και αποτελεσματικών (όσον αφορά τη μη συρρίκνωση της αναπτυξιακής δυναμικής του συστήματος) κανόνων. Κανόνων, σε μίκρο – επίπεδο, σε κάθε διάσταση και πτυχή του κανονιστικού συστήματος και των ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται σ’ αυτό και, σε μάκρο – επίπεδο, στην ενδυνάμωση της προληπτικής εποπτείας η οποία θα διασφαλίζει την σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και, κατ’ επέκταση, της πραγματικής οικονομίας.

Άρθρο στο “Δημόσιος Τομέας” – Φορολογικό Νομοσχέδιο κατώτερο των προσδοκιών

Μετά από μεγάλη καθυστέρηση, παλινωδίες, αναδιπλώσεις και αντιφατικές διαρροές σε πτυχές της φορολογικής πολιτικής με δυσμενείς για τη χώρα συνέπειες (π.χ. φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό), η Κυβέρνηση κατέθεσε το Φορολογικό Νομοσχέδιο.

Νομοσχέδιο οι διατάξεις του οποίου, αν συγκριθούν με τις αρχικές αλλά και μεταγενέστερες που παρουσιάσθηκαν ως βασικές φορολογικές ρυθμίσεις από την Κυβέρνηση στο πρόσφατο παρελθόν, διαφέρουν σημαντικά, αποτελώντας ένα ακόμη δείγμα της προχειρότητας, των γονατογραφημάτων και της εισπρακτικής λογικής που χαρακτηρίζει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης.

Πρόκειται για Νομοσχέδιο, η διαδικασία κατάρτισης του οποίου, παρά τις τυμπανοκρουσίες της Κυβέρνησης περί διαβούλευσης, χαρακτηρίστηκε από απουσία ουσιαστικού διαλόγου με τους φορείς και τις ενδιαφερόμενες κοινωνικές ομάδες. Απουσία διαλόγου που κατέθεσαν οι φορείς κατά την ακρόασή τους στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, επιβεβαιώνοντας την προσέγγιση του κ. Κοτζιά, πρώην μέλους του Δ.Σ. του ΙΣΤΑΜΕ, ότι ανάμεσα στα πολλά σφάλματα της Κυβέρνησης είναι και η έλλειψη διάθεσης (ή η απέχθεια) από το οικονομικό επιτελείο της να βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τους εκπροσώπους της μισθωτής εργασίας.

Επίσης, αυτό που χαρακτήρισε τη διαδικασία κατάρτισης του φορολογικού νομοσχεδίου είναι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ως προς την κατάθεσή του. Καθυστέρηση που οδήγησε τον τέως Πρόεδρο της Βουλής κ. Κακλαμάνη να υπογραμμίσει πως «περιμένουμε ένα φορολογικό νομοσχέδιο από το Νοέμβριο και δεν έχει έρθει ακόμη. Επιτέλους πια!». Όμως στην Οικονομία κάθε μέρα που περνά κοστίζει. Αυτή η καθυστέρηση, σε συνδυασμό με την υστέρηση της Κυβέρνησης στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και στην κινητοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών, αποτυπώνεται στην εξέλιξη των εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού. Έτσι:

Α. Η υστέρηση των καθαρών εσόδων του Τακτικού Προϋπολογισμού το τρίμηνο της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το 2009 έφτασε το 13,3%, και είναι υπερτετραπλάσια της αντίστοιχης υστέρησης του εννεαμήνου της διακυβέρνησης της Ν.Δ. Ειδικότερα, τους πρώτους εννέα μήνες η υστέρηση ανήλθε στο 1,1 δισ. ευρώ, ενώ το τρίμηνο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπερέβη τα 2 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να ευθύνεται για τα 2/3 της υστέρησης των εσόδων του 2009.

Β. Τα καθαρά έσοδα το 1ο τρίμηνο του 2010 αυξήθηκαν κατά 9,7% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2009, έναντι στόχου για αύξηση κατά 11,7%, παρά το γεγονός ότι εφέτος περιλαμβάνεται έκτακτη εισφορά στις μεγάλες επιχειρήσεις (περίπου 700 εκατ. ευρώ) και υπάρχει μειωμένη επιστροφή φόρων. Χωρίς αυτά τα έσοδα είναι ίσα με πέρυσι έναντι στόχου για αύξηση κατά 10%.

Πέραν όμως από τη διαδικασία, η αξιολόγηση των διατάξεων του Φορολογικού Νομοσχεδίου θα πρέπει να γίνει σε συνδυασμό με τα πρόσφατα μέτρα αύξησης της έμμεσης φορολογίας και των φόρων κατανάλωσης (στα ποτά, στα τσιγάρα, στα καύσιμα και στον Φ.Π.Α.) και συρρίκνωσης των εισοδημάτων. Μέτρα κοινωνικά άδικα και οικονομικά αναποτελεσματικά που οδηγούν σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση. Έτσι, η όποια μείωση απορρέει από τις νέες φορολογικές κλίμακες για κατηγορίες εισοδημάτων δεν αντισταθμίζει τη φορολογική «αφαίμαξη» και εισοδηματική «συρρίκνωση» που προκύπτουν από τα επώδυνα «πακέτα» μέτρων της Κυβέρνησης. Και ας μην ξεχνάμε ότι οι πραγματικά οικονομικά ανίσχυροι, αυτοί που το εισόδημά τους είναι τόσο μικρό ώστε να μην φορολογείται καν, δεν έχουν να κερδίσουν απολύτως τίποτα έναντι των πολλών που ήδη χάνουν (π.χ. μόνο από την αύξηση της τιμής της αμόλυβδης βενζίνης η Ελλάδα έγινε η 3η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη).

Συνεπώς, με αφορμή και τον τίτλο του Νομοσχεδίου, σίγουρα δεν μπορεί κανείς να μιλά για «αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης». Κάποιες ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου εισάγουν επιπλέον, κρυφές, φορολογικές επιβαρύνσεις σε βάρος μικρών και μεσαίων εισοδημάτων λόγω του ύψους και του είδους των αποδείξεων που απαιτούνται. Στην πράξη, καταργείται το αφορολόγητο των 12.000 ευρώ, δεδομένου ότι συνδέεται με αποδείξεις για το «χτίσιμο» του ορίου του, ακόμα και για πολύ μικρά, κάτω του ορίου αυτού, εισοδήματα. Σύμφωνα μάλιστα με τον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ, η συλλογή των αποδείξεων από «κίνητρο μετατρέπεται σε ποινή».

Επίσης, τα νέα τεκμήρια διαβίωσης είναι τελικά τεκμήρια ασφυξίας για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, ενώ οδηγούν σε μείωση του εισοδήματος που οφείλουν να δηλώσουν και του φόρου που πρέπει να πληρώσουν όσοι έχουν πολυτελή και πανάκριβα στοιχεία διαβίωσης. Τα τεκμήρια διαβίωσης δεν τους αγγίζουν όσο θα έπρεπε και το Νομοσχέδιο τιμωρεί όσους δεν μπορούν να φοροδιαφύγουν και εκείνους που δηλώνουν αυτό που κερδίζουν. Βέβαια, μετά και από την πίεση της Αντιπολίτευσης, οι τελευταίες τροποποιήσεις της Κυβέρνησης βελτιώνουν αυτές τις αδικίες.

Επιπλέον, διατάξεις του Νομοσχεδίου θα δώσουν καίριο κτύπημα στην κτηματαγορά, με την επιβολή τεκμαρτού φόρου ιδιοκατοίκησης, την κατάργηση της απαλλαγής από το «πόθεν έσχες» για την πρώτη κατοικία, και την ήδη νομοθετημένη επαναφορά καταργημένων φόρων, όπως των φόρων δωρεών, γονικών παροχών, κληρονομιών. Πρωτοβουλίες οι οποίες, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν η αναμενόμενη αύξηση των αντικειμενικών αξιών, θα οδηγήσουν σε μείωση των συναλλαγών, αποθάρρυνση της επένδυσης στα ακίνητα, μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Δραστηριότητας που έχει, ήδη, συρρικνωθεί σημαντικά και η οποία παράγει θέσεις απασχόλησης, εισοδήματα, τζίρους και φορολογικά έσοδα. Σύμφωνα και με τον Πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων «ξεκινώντας για την πάταξη της φοροδιαφυγής, καταλήγουμε στην πάταξη της ακίνητης περιουσίας» ή σε «εν μέρει δήμευση της ακίνητης περιουσίας».

Εκτός όμως αυτού, το Νομοσχέδιο περιέχει και μέτρα που όχι μόνο πλήττουν την επιχειρηματικότητα και διώχνουν τις επενδύσεις, αλλά δημιουργούν και τον κίνδυνο φυγής επιχειρήσεων από τον τόπο μας. Η διάταξη για τη φορολογία των διανεμόμενων κερδών (μερισμάτων), που συνιστά το μεγαλύτερο φορολογικό συντελεστή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οδηγεί σε υπερφορολόγηση των κερδών από επενδύσεις κεφαλαίων, επηρεάζει την ίδια τη λειτουργία των επιχειρήσεων π.χ. τις σχέσεις μητρικών και θυγατρικών. Ευτυχώς, η Κυβέρνηση, μετά και από την πίεση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και όλων των φορέων, απέσυρε την απαράδεκτη διάταξη σχετικά με την παρακράτηση του 8% επί των συναλλαγών των υπηρεσιών καθώς η εν λόγω ρύθμιση θα δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας στις επιχειρήσεις.

Επίσης, πρόκειται για ένα αντιαναπτυξιακό Φορολογικό Νομοσχέδιο. Σ’ αυτό συμφώνησαν όλοι οι φορείς που προσήλθαν στη Συνεδρίαση της αρμόδιας Επιτροπής της Βουλής. Αρκεί να σημειωθεί πως μόνο 4 από τις 167 σελίδες του Νομοσχεδίου αναφέρονται σε μέτρα που θα μπορούσαν να δώσουν αναπτυξιακή ώθηση στην Ελληνική οικονομία, και σε αυτές υπάρχουν μόνο γενικόλογες αναφορές.

Τέλος, σε ότι αφορά τα μέτρα για την «αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής» – πολλά από τα οποία στηρίζουμε ως Αξιωματική Αντιπολίτευση – αυτά θα κριθούν στην εφαρμογή τους. Διότι η φοροδιαφυγή είναι σοβαρό, διαχρονικό και διατοπικό πρόβλημα. Ωστόσο, ορισμένες ρυθμίσεις προς αυτή την κατεύθυνση είναι αναποτελεσματικές, αφού είναι γραφειοκρατικές και ανεφάρμοστες, ενώ κάποιες άλλες είναι ημιτελείς και ασαφείς.

Συμπερασματικά, το Φορολογικό Νομοσχέδιο δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και στις απαιτήσεις της τρέχουσας περιόδου. Είναι αντιαναπτυξιακό, άτολμο και  άνευρο με ανεπαρκείς, διαχειριστικές ή απλές αλλαγές που δεν μπορούν να του χαρίσουν τον τίτλο της φορολογικής μεταρρύθμισης, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι συντάκτες του. Όπως ανέφερε άλλωστε και ο Πρόεδρος του ΣΕΒ «δεν πρόκειται για μια φορολογική επανάσταση, αλλά για μια φορολογική παραλλαγή».

Οι διατάξεις του σε συνδυασμό με τα «πακέτα» μέτρων της Κυβέρνησης, χωρίς τις απαραίτητες αναπτυξιακές «ανάσες», οδηγούν σ’ ένα ανατροφοδοτούμενο καθοδικό υφεσιακό σπιράλ που θα ακυρώνει συνεχώς την αποτελεσματικότητά τους παρά τις μεγάλες θυσίες στις οποίες υποβάλλεται η κοινωνία και θα κάνει ορατό τον κίνδυνο της λήψης νέων μέτρων.

Άρθρο στην Εφημερίδα Καθημερινή – “6 μήνες Διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ 12 λάθη στην Οικονομία”

Αυτούς τους 6 πρώτους μήνες η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει δημιουργήσει το δικό της «απόθεμα» λαθών στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης.

1ον. «Φούσκωσε» το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας για το 2009 με χρήση «δημιουργικής λογιστικής», ακυρώνοντας αποφάσεις της προηγούμενης Κυβέρνησης (π.χ. ρύθμιση ημιυπαίθριων χώρων) και προχωρώντας σε λογιστικές ακροβασίες.

2ον. Καθυστέρησε στη επάνδρωση του κρατικού μηχανισμού με δυσμενείς συνέπειες για την Οικονομία. Η υστέρηση των εσόδων το τελευταίο τρίμηνο του 2009 κάλυψε τα 2/3 της συνολικής υστέρησης του έτους.

3ον. Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.

4ον. Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (Π.Σ.Α.), το όποιο ενσωμάτωνε, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων με τα «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους. Έτσι αναγκάστηκε να λάβει επιπρόσθετα μέτρα της τάξεως, τουλάχιστον, του 2,5% του Α.Ε.Π., προκειμένου να επιτευχθεί, εάν επιτευχθεί, ο στόχος για μείωση του ελλείμματος κατά 4% του Α.Ε.Π. το 2010.

5ον. Στέλνει λανθασμένα μηνύματα στις αγορές. Αυτές άρχισαν να μας τιμωρούν όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση επιδίδεται σε διακηρύξεις και διαβούλευση χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Συνεχίζουν να μας τιμωρούν όταν διαπιστώνουν αδυναμία συνεννόησης, πολυφωνία, αντιφατικές και ανεύθυνες δηλώσεις ή διαρροές κυβερνητικών στελεχών, καμμιά φορά και ανώνυμες…

6ον. Υπέπεσε σε σωρεία παλινωδιών δείγμα ελλείμματος πολιτικής αξιοπιστίας (π.χ. ρυθμίσεις για τέλη κυκλοφορίας, φορολόγηση ακίνητης περιουσίας κ.α.).

7ον. Άργησε να πάρει μέτρα. Αν τα μέτρα είχαν ληφθεί νωρίτερα, θα ήταν πολύ ηπιότερα και ισοδυνάμου οικονομικού αποτελέσματος. Σήμερα, το 1/3 των περικοπών δεν αποδίδει στο έλλειμμα λόγω της βαθύτερης ύφεσης και του αυξημένου κόστους δανεισμού της χώρας.

8ον. Καθυστέρησε, και κατέθεσε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, κρίσιμα νομοσχέδια, όπως είναι το φορολογικό. Το αποτέλεσμα είναι τα καθαρά έσοδα το 1ο δίμηνο του 2010, προ έκτακτης εισφοράς επιχειρήσεων και επιστροφής φόρων, να μειωθούν κατά 0,2% έναντι πρόβλεψης για αύξηση κατά 10,1%.

9ον. Τα μέτρα που έλαβε είναι σκληρά και άδικα. Ενδεικτικά, με τις δύο διαδοχικές αυξήσεις του Ε.Φ.Κ. στην αμόλυβδη βενζίνη, και χωρίς να συνυπολογίζονται τα φαινόμενα κερδοσκοπίας, η Ελλάδα κατέστη η 3η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη από 20η τον προηγούμενο Οκτώβριο.

10ον. Το μίγμα των μέτρων είναι οικονομικά αναποτελεσματικό. Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση (αυτή εκτιμάται πλέον ότι θα υπερβεί σημαντικά το 2% από 0,3% στο Π.Σ.Α.), «στεγνώνει» την αγορά, παραλύει την ψυχολογία της κοινωνίας (για 6ο συνεχόμενο μήνα ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος κινείται πτωτικά σε αντίθεση με την ευρωζώνη) και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις (ο Δ.Τ.Κ. εκτινάχθηκε στο 2,8% τον Φεβρουάριο, ο υψηλότερο στην ευρωζώνη, έναντι εκτίμησης για 1,4% στο Π.Σ.Α.).

11ον. Το μίγμα των μέτρων είναι ελλειπές. Απουσιάζουν οι «αναπτυξιακές ανάσες», τα μέτρα τόνωσης της αγοράς. Τα μέτρα της Κυβέρνησης αφαιρούν 16 δισ. ευρώ από την τελική ζήτηση της οικονομίας (περίπου 6,5% του Α.Ε.Π.) χωρίς να αντισταθμίζεται η αρνητική τους επίπτωση με το «ψαλιδισμένο» Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

12ον. Θριαμβολογεί, αδικαιολόγητα, όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα πρέπει να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περισυλλογή και περίσκεψη. Και επειδή «τα δύσκολα [δεν] πέρασαν» αλλά είναι μπροστά μας, καλό θα ήταν τα κυβερνητικά στελέχη να ακολουθήσουν τις προτροπές του διεθνούς και εγχώριου Τύπου ότι «η σιωπή είναι χρυσός».

Άρθρο στην Εφημερίδα Καθημερινή – “Ένα αντιαναπτυξιακό φορολογικό νομοσχέδιο”

Μετά από μεγάλη καθυστέρηση, που αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής και εντός της Κυβερνητικής παράταξης, παλινωδίες, αναδιπλώσεις και αντιφατικές διαρροές σε πτυχές της φορολογικής πολιτικής με δυσμενείς για τη χώρα συνέπειες (π.χ. φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό), η Κυβέρνηση έδωσε, επιτέλους, σε δημόσια διαβούλευση το Φορολογικό Νομοσχέδιο.

Νομοσχέδιο οι ρυθμίσεις του οποίου, αν συγκριθούν με τις αρχές που παρουσιάσθηκαν ως βασικές φορολογικές ρυθμίσεις από την Κυβέρνηση στο πρόσφατο παρελθόν (9 Φεβρουαρίου και 15 Μαρτίου), διαφέρουν σημαντικά (ακόμη και στις φορολογικές κλίμακες), ένα ακόμη δείγμα της προχειρότητας, των γονατογραφημάτων, της εισπρακτικής λογικής που χαρακτηρίζει τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης.

Νομοσχέδιο η αξιολόγηση του οποίου θα πρέπει να γίνει σε συνδυασμό με τα πρόσφατα μέτρα αύξησης της έμμεσης φορολογίας (στα ποτά, στα τσιγάρα και στα καύσιμα) και συρρίκωσης των εισοδημάτων.

Μέτρα κοινωνικά άδικα και οικονομικά αναποτελεσματικά αφού οδηγούν σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση.

Έτσι, η όποια μείωση προκύπτει από τις νέες φορολογικές κλίμακες για κατηγορίες εισοδημάτων δεν αντισταθμίζει τη φορολογική «αφαίμαξη» και εισοδηματική «συρρίκνωση» που προκύπτει από τα επώδυνα «πακέτα» μέτρων της Κυβέρνησης.

Σε ότι αφορά συγκεκριμένες ρυθμίσεις του Νομοσχεδίου:

  • Κάποιες εισάγουν αδικίες σε βάρος μικρών και μεσαίων εισοδημάτων. Στην πράξη, καταργείται το αφορολόγητο των 12.000 ευρώ, δεδομένου ότι συνδέεται με αποδείξεις, ακόμα και για πολύ μικρά, κάτω του ορίου αυτού, εισοδήματα, ενώ μειώνεται σημαντικά το αφορολόγητο όριο για την απόκτηση πρώτης κατοικίας.
  • Κάποιες είναι αναποτελεσματικές, αφού είναι γραφειοκρατικές και ανεφάρμοστες (πολύπλοκο σύστημα καταγραφής αποδείξεων, τήρηση επαγγελματικών λογαριασμών, εκτέλεση συναλλαγών μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων κ.α.).
  • Κάποιες επιφέρουν φορολογική επιδρομή στη μεσαία και τη μικρομεσαία ιδιοκτησία, οι οποίες μαζί με την πρόσφατη επιβάρυνση στις μεταβιβάσεις ακινήτων, οδηγούν σε μείωση των συναλλαγών, αποθάρρυνση της επένδυσης στα ακίνητα, μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Δραστηριότητας που έχει ήδη συρρικνωθεί σημαντικά (-22,6% το Δεκέμβριο του 2009) και η οποία παράγει θέσεις απασχόλησης, εισοδήματα, τζίρους και φορολογικά έσοδα.
  • Ελάχιστες, και σε περιορισμένο βαθμό, έχουν αναπτυξιακό προσανατολισμό, βασικό ζητούμενο κάθε φορολογικού νομοσχεδίου, ειδικά όμως στις σημερινές συνθήκες. Η φορολόγηση δε των εταιρειών και των μερισμάτων δεν γίνεται κατά τρόπο που να βοηθάει την ανάπτυξη.

Σε αυτούς τους άξονες, η Νέα Δημοκρατία θα καταθέσει τις επιφυλάξεις, ενστάσεις και αντιρρήσεις της.

Καθημερινή – Τρεις άξονες για τη σωτηρία

Είναι αλήθεια ότι η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, όπως αυτή αποτυπώνεται στα υψηλά και αλληλοτροφοδοτούμενα δίδυμα ελλείμματα και χρέη, είναι πολύ σοβαρή. Κατάσταση η οποία οφείλεται στις συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, στις εγχώριες μακροοικονομικές ανισορροπίες, στα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας που δεν μπορέσαμε να αντιμετωπίσουμε, υπό καλύτερες συνθήκες, στο παρελθόν και στις λογιστικές ακροβασίες της παρούσας κυβέρνησης. Μία κυβέρνηση που φαίνεται να μη διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο διεξόδου από την κρίση.

Ο προϋπολογισμός του 2010 και η πρόσφατη ομιλία του κ. πρωθυπουργού αξιολογήθηκαν ως κατώτερες των προσδοκιών και των περιστάσεων παρεμβάσεις. Σήμερα, το ζητούμενο για την ελληνική οικονομία είναι η λήψη άμεσων και μόνιμων μέτρων στο πλαίσιο ενός συγκροτημένου, συνεκτικού και ρεαλιστικού σχεδίου για την ανάταξή της.

Βασικοί άξονες αυτού του σχεδίου πρέπει να είναι:

1ον. Η μείωση του διαρθρωτικού ελλείμματος κυρίως μέσω της περιστολής των δαπανών. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία και βιβλιογραφία, η δημοσιονομική προσαρμογή που βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στην ουσιαστική συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών έχει περισσότερες πιθανότητες να επιτύχει και να οδηγήσει σε επιτάχυνση της ανάπτυξης (βλ. και Τράπεζα της Ελλάδος).

2ον. Η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, με τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας. Στην κατεύθυνση αυτή θα συμβάλει η υιοθέτηση ενός λογικού και κοινωνικά δίκαιου συστήματος «τεκμηρίων κατανάλωσης» το οποίο θα αφορά κατόχους περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας που δεν μπορούν να καλύψουν με τα εισοδήματά τους τις υψηλές δαπάνες συντήρησης και χρήσης αυτών.

Τέλος, ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδοθεί και στην ενίσχυση των μη φορολογικών εσόδων (π. χ. με την επανεξέταση της απόδοσης των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου).

3ον. Η συνέχιση και η επιτάχυνση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Σύμφωνα με τις σύγχρονες οικονομικές θεωρίες αλλά και την πρακτική άλλων χωρών, δεν αρκεί η δημοσιονομική εξυγίανση για την επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Απαιτείται η υιοθέτηση και η εφαρμογή μεταρρυθμιστικών πολιτικών που να επενδύουν στους νέους δυνητικούς συντελεστές ανάπτυξης.

Σε αυτούς τους άξονες πολιτικής δράσης η Ν. Δ., ως αξιωματική αντιπολίτευση, θα συμβάλει με σύνεση, με αποφασιστικότητα, με συνέπεια.

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία – Λογιστικές ακροβασίες χωρίς όραμα

Ο προϋπολογισμός ενσαρκώνει και αντανακλά την οικονομική φιλοσοφία και το πολιτικό πλαίσιο που διαπνέει τη λογική της εκάστοτε κυβέρνησης. Η εφετινή διαδικασία συζήτησής του αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς πρόκειται για τον πρώτο προϋπολογισμό που καταρτίζει και καλείται να υλοποιήσει η νέα κυβέρνηση σε μία δυσμενή οικονομική συγκυρία, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από την παγκόσμια οικονομική κρίση, αλλά και από τις μακροοικονομικές ανισορροπίες και τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Προβλήματα που αποτυπώνονται στα υψηλά, αλληλοτροφοδοτούμενα, δίδυμα ελλείμματα (δημοσιονομικό και ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών) και χρέη (δημόσιο και εξωτερικό).

Η επιδείνωση, όμως, των δημόσιων οικονομικών της χώρας μας, δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, εγκλωβισμένη στις ανέφικτες προεκλογικές της υποσχέσεις και στην απουσία σχεδίου διεξόδου από την κρίση, πρέπει να καταφεύγει σε λογιστικές πρακτικές, πολιτικές αντιφάσεις και παλινωδίες που είναι επιζήμιες για το επίπεδο της εθνικής ευημερίας, αφού επηρεάζεται η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και το κόστος δανεισμού της. Κάθε φορά που ανεβαίνει το «διαφορικό επιτόκιο» του ελληνικού χρέους (spread) κατά 100 μονάδες βάσης, δηλαδή κατά 1%, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, στα σημερινά του επίπεδα, αυξάνει κατά 550 εκατ. ευρώ περίπου, στερώντας πόρους από την άσκηση αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής. Λογιστικές ακροβασίες όπως:

1 Η είσπραξη του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων για το έτος 2009, και μάλιστα με υψηλότερους συντελεστές, το 2010, αυξάνοντας σημαντικά τα έσοδα από άμεσους φόρους του 2010.

2 Η επιβολή έκτακτης εφάπαξ εισφοράς σε επιχειρήσεις με υψηλή κερδοφορία και η φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, που θα εισπραχθούν το 2010, ενισχύοντας τα έσοδα από άμεσους φόρους του 2010.

3 Η αυξημένη επιστροφή φόρων κατά 1,3 δισ. ευρώ το 2009 έναντι των προβλέψεων στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, επιβαρύνοντας τα καθαρά έσοδα του 2009.

4 Η αύξηση, και σημαντική υπέρβαση κατά 760 εκατ. ευρώ έναντι των προϋπολογισθέντων, της επιχορήγησης του ΟΑΕΕ, και ο περιορισμός της κατά 480 εκατ. ευρώ το 2010, όταν οι ανάγκες σε κεφάλαια εκτιμάται ότι θα είναι αυξημένες.

5 Η εμφάνιση μη-επαναλαμβανόμενων δαπανών ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ το 2009, από τα οποία περίπου το 1 δισ. ευρώ είναι λειτουργικές δαπάνες, επιβαρύνοντας τις πρωτογενείς δαπάνες του 2009.

6 Η χορήγηση της 1ης δόσης της έκτακτης ενίσχυσης κοινωνικής αλληλεγγύης ύψους 500 εκατ. ευρώ το 2009, επιβαρύνοντας τις πρωτογενείς δαπάνες του 2009.

7 Η εξόφληση, το 2008 και το 2009, ενός μεγάλου μέρους των παλαιών οφειλών των νοσοκομείων, ενισχύοντας το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης του τρέχοντος έτους. Ετσι, οι δαπάνες για προμήθειες των νοσοκομείων εμφανίζονται μειωμένες κατά 1,4 δισ. ευρώ το 2010, περιορίζοντας αισθητά το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης του 2010.

8 Η μείωση των δαπανών για παραλαβές εξοπλιστικών προγραμμάτων κατά 0,5 δισ. ευρώ το 2010, περιορίζοντας το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης του 2010.

9 Η αύξηση κατά περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ του πλεονάσματος των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, περιορίζοντας αντίστοιχα το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης του 2010.

10 Η μείωση του ύψους των εσόδων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων από την Ευρωπαϊκή Ενωση κατά 1,4 δισ. ευρώ το 2009 έναντι των εκτιμώμενων του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης, και η αύξηση κατά 1,6 δισ. ευρώ για το 2010, περιορίζοντας έτσι το έλλειμμα του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για το 2010.

11 Η μη υιοθέτηση των εξαγγελθέντων μέτρων της προηγούμενης κυβέρνησης, όπως είναι η ρύθμιση για τους ημιυπαίθριους χώρους, οι φόροι στα λαχεία και η προώθηση του διαγωνισμού για το Ξυστό, πρωτοβουλίες που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, θα απέφεραν καθαρά έσοδα των 2 δισ. ευρώ το 2009.

Παράλληλα, οι προβλέψεις της κυβέρνησης για τη μείωση του ελλείμματος είναι μάλλον αισιόδοξες. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η τάση μεταβολής των φορολογικών εσόδων σε σχέση με τη μεταβολή του ονομαστικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 4,14 το 2010 όταν την περίοδο 1995-2008, περίοδο με σημαντικές αυξήσεις του εθνικού εισοδήματος, ο μέσος συντελεστής διαμορφώθηκε μόλις στο 1,05. Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί, και το έχει διατυπώσει με σαφήνεια και υπευθυνότητα, αναλαμβάνοντας και το σχετικό πολιτικό κόστος, ότι απαιτείται η εφαρμογή ενός συγκροτημένου, συνεκτικού και μεσοπρόθεσμου σχεδίου, που θα περιλαμβάνει τολμηρές, αλλά αναγκαίες, διαρθρωτικές παρεμβάσεις και αλλαγές. Για να επιτευχθεί ο στόχος της δημοσιονομικής σταθεροποίησης και εξυγίανσης πρέπει:

Να ληφθούν μέτρα άμεσα, και όχι μετά από ένα τρίμηνο. Ενδεικτικά, θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε τη δυνατότητα λήψης μέτρων στον τομέα των μη φορολογικών δημόσιων εσόδων, στη δραστική περικοπή δαπανών από το μη μισθολογικό κόστος του δημοσίου τομέα και στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης (που μόνο το ένα σκέλος της είναι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής).

Η μείωση του διαρθρωτικού ελλείμματος να επικεντρωθεί κυρίως, αντίθετα απ’ ό,τι υιοθετείται με τον προϋπολογισμό του 2010, στην περιστολή των κρατικών δαπανών, κυρίως αυτών που αποτελούν σπατάλες (δαπάνες με χαμηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση), και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των δημόσιων πόρων με ορθολογική κατανομή των δαπανών τους (βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών).

Η δημοσιονομική προσαρμογή, σύμφωνα και με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Ενωσης, να επιτευχθεί με μόνιμα μέτρα, διαρθρωτικού χαρακτήρα. Μέτρα που φαίνεται να καλύπτουν ένα μικρό ποσοστό της προσδοκώμενης δημοσιονομικής προσαρμογής στον προϋπολογισμό του 2010. Μέτρα μακριά από λογικές φοροεπιδρομής σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Συμπερασματικά, ο κρατικός προϋπολογισμός του 2010 είναι κατώτερος των προσδοκιών και των περιστάσεων. Είναι ένας προϋπολογισμός ανέξοδων ισορροπιών, από τον οποίο απουσιάζουν τα άμεσα και μόνιμα μέτρα για τη δημοσιονομική προσαρμογή, η ετοιμότητα και ένα σοβαρό και συνεκτικό σχέδιο για την ανάταξη της οικονομίας. Απουσιάζει η πολιτική βούληση και το όραμα.

Η Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς στη Νέα Εποχή

Την τελευταία περίοδο, έχει αναπτυχθεί μία ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα συζήτηση σε ακαδημαϊκό και πολιτικό επίπεδο για τον προσδιορισμό των βέλτιστων οικονομικών πολιτικών και πρωτοβουλιών για την έξοδο της ευρωπαϊκής οικονομίας από τη σφοδρότερη μεταπολεμική παγκόσμια οικονομική κρίση. Μία συζήτηση που αναπόφευκτα οδηγεί στην αναζήτηση του ιδεολογικού πλαισίου που θα διέπει τις επιλογές οικονομικής πολιτικής των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και θα ανταποκρίνεται αφενός στις προσδοκίες για ταχεία και διατηρήσιμη ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας και αφετέρου στις προκλήσεις ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου παγκοσμιοποιημένου κόσμου.

Προς την κατεύθυνση αυτή, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) πραγματοποίησε στις 9 και 10 Δεκεμβρίου εκλογικό Συνέδριο στη Βόννη με κεντρικό θέμα την «Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς», θέτοντας μέσα από το ψηφισθέν κείμενο “The Social Market Economy in a globalised world” το πλαίσιο ιδεών και αρχών της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, όπως αυτή αναδείχθηκε και εδραιώθηκε μεταπολεμικά στην Ευρώπη, και αποτελεί, πλέον, το κυρίαρχο ιδεολογικό ρεύμα στην Ε.Ε. Σύμφωνα με το ιδεολογικό πλαίσιο της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς (αυτό που αλλιώς αποκαλούμε κοινωνικό φιλελευθερισμό), το κράτος θα πρέπει να παρεμβαίνει και να μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου, και τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Η λειτουργία και δομή του κράτους θα πρέπει να αντανακλά τα αιτήματα της σύγχρονης ελεύθερης κοινωνίας για οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ο συνδυασμός των οποίων καταλήγει σε ένα μείγμα αγοράς και κράτους που θα ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ανάγκες της κοινωνίας. Μίας κοινωνίας που θα διέπεται από αρχές και ιδανικά όπως η ελευθερία, η ιδιωτική πρωτοβουλία και ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η ανταγωνιστική αγορά, η προσωπική υπευθυνότητα, ο σεβασμός στο κράτος δικαίου, η αλληλεγγύη προς το συνάνθρωπο, ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η κοινωνική ειρήνη και δικαιοσύνη, η αειφορία της ανάπτυξης, και ο σεβασμός στο περιβάλλον.

Στην τρέχουσα κρίσιμη κοινωνικοοικονομική συγκυρία, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. καλούνται να λάβουν και να προωθήσουν μέτρα, πρωτοβουλίες και πολιτικές ώστε να καταφέρει άμεσα η ευρωπαϊκή οικονομία να εξέλθει από την κρίση και να εισέλθει σε μία τροχιά ανάκαμψης και διατηρήσιμης προόδου. Προς την κατεύθυνση αυτή, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., διατηρώντας αναλλοίωτο το συνδυασμό ελεύθερης αγοράς και κοινωνικής δικαιοσύνης που θεμελιώνεται από τις ιδέες και αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, οφείλουν, όπως υπογραμμίζεται και από το ψηφισθέν κείμενο του Συνεδρίου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, να επιδιώξουν:

  • την αύξηση των προσπαθειών τους για τη διασφάλιση μίας σταθερής μακροοικονομικής και νομισματικής πολιτικής,
  • την αποκατάσταση της σταθερότητας και της ευρωστίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, ενισχύοντας τη συνεργασία σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο για τη δημιουργία ενός αποτελεσματικότερου κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου που θα διέπει της διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές,
  • την ενδυνάμωση των πρωτοβουλιών για την περαιτέρω απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου,
  • την ενίσχυση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας, ενθαρρύνοντας τη δυναμική εμπλοκή των νέων πολιτών στην παραγωγική διαδικασία,
  • την επένδυση στην κατάρτιση και στην εκπαίδευση των πολιτών και των εργαζομένων, δημιουργώντας τις βάσεις για την άνθηση μίας ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής οικονομίας της γνώσης,
  • την προώθηση μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας, επιδιώκοντας τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας και ευκαιριών για όλους τους πολίτες,
  • τη στήριξη και προώθηση πρωτοβουλιών για την αύξηση της κινητικότητας της εργασίας στην Ε.Ε., αυξάνοντας τις ευκαιρίες απασχόλησης,
  • την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και ασφάλισης, προωθώντας πρακτικές και διαδικασίες που θα επιτυγχάνουν την επιστροφή των μακροχρόνια ανέργων στην αγορά εργασίας,
  • τη διασφάλιση της αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών κάθε κράτους μέλους της Ε.Ε., εδραιώνοντας τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων για τις τρέχουσες, αλλά και τις επόμενες γενιές,
  • την ενδυνάμωση των προσπαθειών για την προστασία από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της μόλυνσης του περιβάλλοντος, ενσωματώνοντας τους συμφωνημένους στόχους προστασίας του περιβάλλοντος και αειφόρου ανάπτυξης στις οικονομικές πολιτικές τους,
  • τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, διευρύνοντας τις υπηρεσίες χρηματοδότησης αυτών και τα κέντρα ανάπτυξης μικρών επιχειρήσεων,
  • την ενδυνάμωση του κανονιστικού ρόλου του κράτους, προωθώντας συνθήκες τέλειου και υγιούς ανταγωνισμού σε κάθε διάσταση της οικονομίας της αγοράς.

Η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει με υπευθυνότητα και διορατικότητα, σε κλίμα αλληλεγγύης και συνεργασίας, τις προκλήσεις της νέας εποχής, θέτοντας τις βάσεις για την ανάκαμψη και τη διατηρήσιμη πρόοδο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μία διαδικασία ανάκαμψης και προόδου, ευθυγραμμισμένη στις αρχές και αξίες της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, που θα είναι σε θέση να δημιουργήσει ευημερία για όλους τους πολίτες της Ε.Ε.

TwitterInstagramYoutube