Συνέντευξη στην εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής” – “Η διαπραγμάτευση σέρνεται και η Κυβέρνηση νομίζει ότι «ο μήνας έχει εννιά»”

Ποια είναι η εκτίμησή σας για την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης σχετικά με το κλείσιμο της αξιολόγησης; Απ’ ότι φαίνεται ούτε αύριο που έχει 20 ο μήνας κλείνει.

Κε. Ευθυμίου, είμαστε «στο ίδιο έργο θεατές».

Η διαπραγμάτευση, επί μήνες, σέρνεται, χρονικά ορόσημα έχουν προσπεραστεί και η Κυβέρνηση νομίζει ότι «ο μήνας έχει εννιά»…

Δυστυχώς, όπως φαίνεται, ούτε αύριο θα έχουμε τελική συμφωνία που να οδηγεί και σε συγκεκριμένο προγραμματισμό για εκταμίευση δόσης.

Ας ευχηθούμε να έχουμε τουλάχιστον σημαντική πρόοδο.

Να σας θυμίσω ότι με βάση το 3ο Μνημόνιο, η 2η αξιολόγηση θα έπρεπε να είχε κλείσει πέρυσι το Φεβρουάριο, με βάση την επικαιροποίηση του Μνημονίου, τον Οκτώβριο, και με βάση τις διαβεβαιώσεις του Πρωθυπουργού στις αρχές Δεκεμβρίου.

Τίποτα απ’ αυτά δεν έγινε.

Η Κυβέρνηση αφήνει την οικονομία να βουλιάζει και τους πολίτες στην αβεβαιότητα.

Θεωρείτε ότι αν συνεχίσει να σέρνεται η ιστορία της αξιολόγησης, θα αντέξει η χώρα;

Θα πρόκειται για καταστροφική για τη χώρα και την οικονομία εξέλιξη.

Βέβαια, λόγω της πολύμηνης ήδη καθυστέρησης, των παλινωδιών και της αναξιοπιστίας της Κυβέρνησης, ακόμη και η άμεση ολοκλήρωσή της θα είναι, δυστυχώς, οδυνηρή για τους πολίτες.

Θα προσθέσει νέα βάρη στις πλάτες τους, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Αν χαθεί και το τρένο της 9 Μαρτίου για το QE της ΕΚΤ, ποιο προβλέπετε να είναι το μέλλον για την οικονομία και τη χώρα;

Η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα έδινε ένα «σινιάλο» άρσης της αβεβαιότητας και αποκατάστασης κλίματος εμπιστοσύνης, θα συνέβαλε στην ενίσχυση της ρευστότητας και θα υποβοηθούσε την προσπάθεια εξόδου στις αγορές.

Αυτή δεν έχει επιτευχθεί από το Μάρτιο του 2015, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης.

Αφήστε που κάποια Κυβερνητικά στελέχη την θεωρούν και «δευτερεύον ζήτημα».

Σε κάθε περίπτωση, δεν θα πρέπει να χαθεί και αυτή η ημερομηνία.

Για το λόγο αυτό θα πρέπει να υπάρξει θετική κατάληξη στην αξιολόγηση και να προσδιορισθούν, σήμερα, τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

Ο κ. Μητσοτάκης από το Βερολίνο είχε προαναγγείλει σκλήρυνση της στάσης σας απέναντι στην Κυβέρνηση, αν περάσει η 20η Φεβρουαρίου και δεν έχει κλείσει η συμφωνία. Τι προτίθεστε να κάνετε ως ΝΔ;

Η Νέα Δημοκρατία έχει τονίσει ότι η 2η αξιολόγηση θα έπρεπε να είχε κλείσει εδώ και πολύ καιρό και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Αυτό δεν έγινε.

Η χώρα βιώνει ήδη «σκηνές του έργου που ανέβηκε» το 1ο εξάμηνο του 2015, αλλά και αυτού πριν την ολοκλήρωση της 1ης αξιολόγησης.

Αν περάσει και η 20η Φεβρουαρίου άκαρπη, η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να αφήσει να «παιχτούν και τα επόμενα επεισόδια».

Τον τρόπο, θα τον δείτε.

Κύριε Σταϊκούρα τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι υπάρχουν κάποια σημάδια ανάκαμψης της οικονομίας, αφού το 2016 σημειώθηκε ανάπτυξη της τάξης του 0,3%.

Τα προσωρινά στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα επέστρεψε στο επίπεδο του πλούτου του 2014.

Επιβεβαιώνουν δηλαδή ότι χάθηκαν 2 χρόνια από την ελληνική οικονομία.

Μάλιστα, το 4ο τρίμηνο του 2016, το ΑΕΠ, εξαιτίας και της αβεβαιότητας, υποχώρησε έναντι του 3ου τριμήνου.

Είναι αυτά στοιχεία για πανηγυρισμούς;

Και οι δημοσιονομικοί στόχοι του Προϋπολογισμού, όμως, έχουν επιτευχθεί.

Πράγματι, όπως η μέχρι σήμερα εκτέλεση του προϋπολογισμού δείχνει, θα υπερκαλυφθεί ο δημοσιονομικός στόχος.

Αυτό όμως οφείλεται στην υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στην αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και στη συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Ενώ, μια σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της οικονομίας υφίστανται και διογκώνονται.

Όπως είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών, η «μαύρη τρύπα» στα ασφαλιστικά ταμεία, τα «κόκκινα δάνεια» στις τράπεζες, η ρευστότητα φορέων του Δημοσίου.

Συνεπώς, είναι και αυτά στοιχεία για πανηγυρισμούς;

Για το σημερινό αδιέξοδο όμως φταίει μόνο η Ελληνική Κυβέρνηση;

Για την πολύμηνη καθυστέρηση, φέρει την αποκλειστική ευθύνη.

Για το σημερινό αδιέξοδο, μερίδιο ευθύνης έχουν και οι δανειστές.

Με παράλογες και υπερβολικές απαιτήσεις που εγείρουν, όπως είναι η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για μακρά χρονική περίοδο και η λήψη προληπτικών μέτρων λιτότητας για μετά τη λήξη του Προγράμματος.

Απαιτήσεις όμως που η Ελληνική Κυβέρνηση ουσιαστικά προκάλεσε και αποδέχθηκε, προσυπογράφοντας την απόφαση του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου.

Λέτε να κλείσει η αξιολόγηση, αλλά νέα μέτρα δεν θα ψηφίσετε… Δεν είναι λίγο οξύμωρο;

Νέα δημοσιονομικά μέτρα δεν θα ψηφίσουμε.

Γιατί αυτά θα είναι το αποτέλεσμα της αναποτελεσματικότητας, της αναξιοπιστίας και των ιδεοληψιών της σημερινής Κυβέρνησης.

Κυβέρνηση η οποία, να σας θυμίσω, έχει και την ιδιοκτησία του Προγράμματος.

Διαρθρωτικές αλλαγές του Μνημονίου, που η Κυβέρνηση είτε από αβελτηρία είτε από αλλεργία μέχρι σήμερα δεν έχει προωθήσει, θα ψηφίσουμε.

Τελικά, όπως υποστηρίζει η Κυβέρνηση, «πήρατε γραμμή» από τον κ. Σόϊμπλε;

Όπως έχω πει και παλαιότερα, οι «προθυμότεροι» όλων δεν θα φορέσουν στους πολιτικούς αντιπάλους τους το δικό τους προσωπείο.

Να υπενθυμίσω πως ότι δεν αποδέχθηκαν προηγούμενες Κυβερνήσεις, τα υλοποιεί η σημερινή Κυβέρνηση, χωρίς καμία ηθική και πολιτική αναστολή.

Από πού να ξεκινήσω; Από τα 9 δισ. ευρώ νέα μέτρα λιτότητας; Από το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων διάρκειας ενός αιώνα; Από τον οριζόντιο, αυτόματο και μόνιμο πλέον κόφτη;

Η Κυβέρνηση λοιπόν καλύτερα να σιωπά.

Η Νέα Δημοκρατία που διαχρονικά έχει πει τα μεγάλα ναι και τα μεγάλα όχι, δεν επιδίδεται σε «λεονταρισμούς εκτός γηπέδου».

Ποια είναι η αίσθησή σας μετά τα τετ α τετ που είχατε στο Βερολίνο. Είχαν αποτέλεσμα; Ποια η αντίδραση στις προτάσεις του κ. Μητσοτάκη;

Οι συναντήσεις ήταν θετικές, χρήσιμες και παραγωγικές.

Με σαφή, πλήρη και τεκμηριωμένο τρόπο καταθέσαμε τους προβληματισμούς μας για την τρέχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, καθώς και τις προτάσεις μας για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Προτάσεις που έχουν να κάνουν με διαφορετική άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση στοχευμένων μειώσεων φορολογικών συντελεστών, με υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα αλλά εκτείνονται και πέρα από αυτό, με πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με προώθηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, με υιοθέτηση αναπτυξιακών πολιτικών σε κρίσιμα πεδία, όπως είναι π.χ. αυτό της παιδείας κ.α.

Οι λογικές και ρεαλιστικές αυτές προτάσεις, ακούγονται.

Και θα υλοποιηθούν όταν αναλάβουμε τη διακυβέρνηση της χώρας.

Το ΔΝΤ θα πρέπει να είναι μέσα ή έξω από το Πρόγραμμα;

Η ίδια η Κυβέρνηση έχει ζητήσει, μέσα από επιστολές, τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο Πρόγραμμα, μάλιστα και χρηματοδοτικά.

Και φυσικά έχει προσυπογράψει και τις σχετικές ευρωπαϊκές αποφάσεις.

Επίσης να υπενθυμίσω ότι χωρίς τη συμμετοχή μέχρι σήμερα του ΔΝΤ στο 3ο Μνημόνιο, τα μέτρα που έχει πάρει η Κυβέρνηση είναι εξαιρετικά επώδυνα, περισσότερο προηγούμενων Προγραμμάτων.

Το ζητούμενο συνεπώς είναι η Κυβέρνηση να τοποθετείται απέναντι στους θεσμούς με υπευθυνότητα και σοβαρότητα, μακριά από τυχοδιωκτισμούς, να δημιουργεί σχέσεις αξιοπιστίας και να διαπραγματεύεται με συνέπεια και αποφασιστικότητα, ώστε να αποκομίζει το μέγιστο όφελος και να επιτυγχάνει το βέλτιστο αποτέλεσμα για τη χώρα.

Στο μυαλό του κ. Τσίπρα δεν μπορείτε να μπείτε, αλλά αν σας ζητούσα μια εκτίμηση σχετικά με τις προθέσεις του για το σενάριο της δραχμής;

Δεν γνωρίζω τις προθέσεις του κ. Τσίπρα.

Ούτε έχω εμπιστοσύνη στις όποιες, κατά καιρούς διαβεβαιώσεις του, με δεδομένες τις μέχρι σήμερα οβιδιακές μεταμορφώσεις του.

Για εμάς, η θέση της Ελλάδας βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης και της Ευρωζώνης και είναι αδιαπραγμάτευτη.

Απορρίπτουμε σενάρια που διακινούνται από κάποιους – και εντός χώρας – για επιστροφή στη δραχμή.

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “ΣΚΑΪ 100,3” και στο δημοσιογράφο Π. Τσίμα

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “Real FM 97,8″ και στο δημοσιογράφο Ν. Χατζηνικολάου

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

Συνέντευξη στην εφημερίδα “Αγορά” – “Κάθε μήνας που περνάει και η αξιολόγηση δεν ολοκληρώνεται, προστίθεται κόστος στην οικονομία και νέα βάρη στους πολίτες”

Το κλείσιμο της αξιολόγησης από Δεκέμβριο πήγε στις 20 Φεβρουαρίου. Είναι ορόσημο αυτή η ημερομηνία και τι θα σημάνει αν τη χάσουμε και αυτή; Πολλοί μιλούν πάλι για διαδικασία που μπορεί να φτάσει μέχρι το καλοκαίρι.

Κάθε μήνας που περνάει και η αξιολόγηση δεν ολοκληρώνεται, προστίθεται κόστος στην οικονομία και νέα βάρη στους πολίτες.

Η αβεβαιότητα διατηρείται και ενισχύεται, ρευστότητα στερείται από την πραγματική οικονομία, η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης – που θα έπρεπε να είχε γίνει από το Μάρτιο του 2015 – αναβάλλεται, η συζήτηση για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους μετατίθεται, νέα μέτρα λιτότητας προστίθενται.

Εύχομαι η αξιολόγηση να κλείσει το συντομότερο δυνατόν, κατά τον βέλτιστο όμως για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο.

 

Εδώ που έχουμε φτάσει το κλείσιμο της αξιολόγησης με κάθε κόστος είναι προτιμότερο από το μη κλείσιμο;

Δυστυχώς η Κυβέρνηση, εγκλωβισμένη στα αδιέξοδά της, έφτασε την κατάσταση να είναι “lose-lose” (χαμένη).

Το μη κλείσιμο της αξιολόγησης θα είναι καταστροφικό για τη χώρα.

Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα είναι οδυνηρή για τους πολίτες.

Ας ευχηθούμε το κλείσιμο της αξιολόγησης να περιλαμβάνει έστω και κάποια ψήγματα διαπραγμάτευσης από την ελληνική πλευρά.

Δυστυχώς οι εξελίξεις δεν με κάνουν αισιόδοξο.

 

Η καθυστέρηση, που έτσι και αλλιώς υπάρχει, πόσο επιβαρύνει την επίτευξη των στόχων του προϋπολογισμού; Έχει η χώρα περιθώριο ο προϋπολογισμός του ‘17 να πέσει έξω;

Τον επιβαρύνει σημαντικά.

Ο Προϋπολογισμός είχε καταρτιστεί με την πρόβλεψη ότι η αξιολόγηση θα είχε ήδη από πέρυσι κλείσει.

Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η αβεβαιότητα θα είχε μετριαστεί, μέρος της δόσης θα κατευθύνονταν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και η οικονομία θα επιτύγχανε υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

Αυτός ο τελευταίος στόχος ήταν ήδη υπερφιλόδοξος, τώρα καθίσταται μη ρεαλιστικός.

Ο στόχος όμως αυτός συνδέεται με την πρόβλεψη για την πορεία των εσόδων.

Υστερήσεις θα οδηγήσουν στην ενεργοποίηση του «κόφτη».

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τον «κόφτη» θα έπρεπε να την θεσπίσει μόνη της η Ελλάδα εδώ και χρόνια για να έχει κίνητρο να μην πέφτουν πάντα έξω οι προϋπολογισμοί. Συμφωνείτε; Είναι ένα κίνητρο για ορθή διακυβέρνηση ο κόφτης;

Πράγματι είναι ένα κίνητρο για δημοσιονομική πειθαρχία.

Για το λόγο αυτό και προβλέφθηκε διορθωτικός μηχανισμός, ενσωματώνοντας σχετική κοινοτική νομοθεσία, ήδη από το 2014.

Να θυμίσω ότι η τότε Αξιωματική Αντιπολίτευση υποστήριζε ότι αυτός ο μηχανισμός συνιστά «έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης».

Και από εκείνες τις διατάξεις φτάσαμε στον σημερινό, «αριστερό κόφτη».

Ο οποίος είναι ουσιαστικά μόνιμος, αφού η λειτουργία του θα επεκταθεί και πέραν της λήξης του προγράμματος.

Είναι αυτόματος, αφού η ενεργοποίησή του επιβάλλεται αυτοδίκαια, παρακάμπτοντας το Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Και είναι οριζόντιος, αφού δεν εξαιρεί μεγάλες κατηγορίες δαπανών, όπως είναι οι μισθοί και οι συντάξεις.

Αποτελεί ουσιαστικά τη «ρήτρα αναξιοπιστίας» της σημερινής Κυβέρνησης.

Η συζήτηση για τη μείωση του αφορολόγητου είναι σε πλήρη εξέλιξη. Συμφωνείτε με τις εκτιμήσεις ότι είναι από τα πιο υψηλά στην Ευρώπη και πρέπει να μειωθεί; Αν ήσασταν στη θέση Τσακαλώτου και οι θεσμοί σας ζητούσαν τη μείωσή του, τι θα κάνατε;

Γιατί λέτε ότι η συζήτηση είναι σε πλήρη εξέλιξη όταν το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης, σε Δελτίο Τύπου της προηγούμενης Κυριακής, διαβεβαιώνει ότι «δεν είναι στις προθέσεις της Κυβέρνησης η μείωση του αφορολόγητου»;

Βέβαια, και πριν λίγους μήνες, ο Υπουργός Οικονομικών υποστήριζε ότι κάτι τέτοιο αποτελεί «κόκκινη γραμμή» της Κυβέρνησης, και τελικά το ύψος του αφορολόγητου μειώθηκε.

Συνεπώς, ας κρατάμε «μικρό καλάθι» για τις δεσμεύσεις της Κυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για μείωση του αφορολόγητου είναι αποσπασματική και παραπλανητική, ειδικά αν δεν ληφθούν υπόψη οι συνολικές επιβαρύνσεις των πολιτών, φορολογικές και ασφαλιστικές.

Και δεν μπορεί να γίνει αν δεν προηγηθεί η μείωση των φορολογικών συντελεστών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα και η διεύρυνση της φορολογικής βάσης με την ένταξη «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο, ώστε να ενισχυθεί η ανάπτυξη και να τονωθεί η κοινωνική δικαιοσύνη.

Σε λίγες εβδομάδες ξεκινά ένας εκλογικός μαραθώνιος στην Ευρώπη. Μπορεί να αντέξει η Ελλάδα χωρίς πολιτική σταθερότητα και με οικονομική ασφυξία αν η αξιόλογηση δεν κλείσει;

Αυτός ο εκλογικός μαραθώνιος είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο θα έπρεπε η αξιολόγηση ήδη να έχει ολοκληρωθεί.

Όσο καθυστερεί, τόσο ο κίνδυνος μιας ακόμη πιο μακράς διαδικασίας διογκώνεται.

Υπάρχουν όμως και άλλοι εξωγενείς παράγοντες που συνιστούν καθοδικούς κινδύνους για την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία.

Όπως είναι η εκτιμώμενη επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου, η πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, η ανάκαμψη της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, τα προβλήματα στα τραπεζικά συστήματα χωρών-μελών της ευρωζώνης, η διαχείριση – σε μακροοικονομικό και μικροοικονομικό επίπεδο – της απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η προσφυγική κρίση και οι περιφερειακές προκλήσεις κ.α.

Όλα αυτά, η Κυβέρνηση θα έπρεπε να τα έχει συνεκτιμήσει. Δυστυχώς όμως, τα προσπερνά.

Σε ένα τόσο ασταθές ευρωπαϊκό περιβάλλον, με τις ακραίες δυνάμεις να απειλούν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, μήπως είναι επικίνδυνο να υπάρξει πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα πριν διαμορφωθεί η νέα πραγματικότητα; Δεν σας φοβίζει το ενδεχόμενο οι εκλογές που ζητάτε τελικά να γίνουν και να βρεθείτε αντιμέτωποι με μια νέα έξαρση του Grexit;

Η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα έχει καταστεί αναγκαία, αφού η Κυβέρνηση, όπως επιβεβαιώνεται καθημερινά όλο και πιο έντονα και εμφατικά, έχει αποτύχει σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας.

Γι’ αυτό το λόγο η Νέα Δημοκρατία ζητά εκλογές.

Σε κάθε περίπτωση, εμείς, διαχρονικά, έχουμε μάθει στα δύσκολα.

Και προφανώς δεν τα φοβόμαστε.

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “Παραπολιτικά 90,1 FM”

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ.

Συνέντευξη στο περιοδικό “ProNews” – “Η Κυβέρνηση δεν έχει ηθικές και ιδεολογικές αναστολές να δώσει τα πάντα για να παραμείνει στην εξουσία”

Κύριε Βουλευτά, το 2017 μπήκε με μια σειρά νέων φόρων οι οποίοι επιδεινώνουν την οικονομική κατάσταση των μικρομεσαίων εισοδημάτων και αφανίζουν την επιχειρηματικότητα. Ποιά είναι η θέση του κόμματός σας όσον αφορά την οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης;

Ότι αυτή κινείται σε λάθος κατεύθυνση και δεν θα έχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Και αυτό γιατί η εμπειρία των τελευταίων ετών, εντός και εκτός Ελλάδας, έχει αποδείξει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή που στηρίζεται κυρίως στην αύξηση των φόρων είναι οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Και αυτή εφαρμόζει η Κυβέρνηση, λόγω ιδεοληπτικής εμμονής.

Συνεπώς απαιτείται αλλαγή της οικονομικής πολιτικής.

Με λιγότερους φόρους, λιγότερες δαπάνες και αποτελεσματικότερο κράτος.

Με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας, με περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες δουλειές για να «ανασάνει» η κοινωνία και να πάρει ξανά μπρος η οικονομία.

Άκουσα τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, κ. Κ. Μητσοτάκη, να δηλώνει ότι το κόμμα σας ως αυριανή Κυβέρνηση θα μειώσει δραστικά τους φόρους. Ποιο είναι το σχέδιο σας γιατί και η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ περίπου το ίδιο ως αντιπολίτευση υπόσχονταν και υπόσχεται για μετά το 2018.

Η διαφορά είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπόσχεται, ενώ δεν πιστεύει στην αναγκαιότητα μείωσης των φόρων. Και πράττει ακριβώς το αντίθετο.

Εμείς, και ιδεολογικά, πιστεύουμε σ’ αυτή την αναγκαιότητα και ξεκινήσαμε να την κάνουμε πράξη το 2014. Σας θυμίζω ότι τότε, ενδεικτικά, μειώθηκαν κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες ο ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης και κατά 5% οι ασφαλιστικές εισφορές.

Και είμαστε αποφασισμένοι προς την ίδια κατεύθυνση μείωσης της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων να κινηθούμε.

Ο Πρόεδρος της ΝΔ κ. Μητσοτάκης, στη ΔΕΘ, δεσμεύθηκε για τη μεσοσταθμική μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% εντός διετίας, για τη μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη από το 29% στο 20% και της φορολόγησης στα μερίσματα από το 15% στο 5%, αμφότερα εντός διετίας και για την επαναφορά του ΦΠΑ στα αγροτικά εφόδια από το 24% στο 13% και την κατάργηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο κρασί.

Και αυτό μπορεί να γίνει με ισοδύναμα από το σκέλος των δαπανών. Ενδεικτικά αναφέρω τον περαιτέρω περιορισμό των λειτουργικών δαπανών του Κράτους, την εκτέλεση των προϋπολογισμών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, τη διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος προμηθειών, τον αυστηρότερο έλεγχο των επιχορηγήσεων κ.α.

Επιπρόσθετα, με προϋπόθεση την ανάκαμψη της οικονομίας και τη μείωση των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος σκοπεύουμε να προχωρήσουμε στη μείωση των φορολογικών συντελεστών στα φυσικά πρόσωπα με εισαγωγικό συντελεστή 9%, στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων και στη μείωση του ΦΠΑ, με καθιέρωση δύο συντελεστών 11% και 22%. Προφανώς λαμβάνοντας υπόψη εξαιρέσεις και μετατάξεις αγαθών.

Η χώρα μας έχει δεσμευτεί για το 2017 για πλεόνασμα 1,75% του ΑΕΠ και για τον επόμενο χρόνο το 2018 για 3,5% του ΑΕΠ. Συνεπώς χρειάζεται έσοδα. Πως θα επιτευχθούν αυτοί οι ακραίοι στόχοι; Δεν θα χρειαστούν κι άλλα μέτρα;

Καταρχήν να υπενθυμίσω ότι η ίδια η Κυβέρνηση, δια της προσυπογραφής του Υπουργού Οικονομικών της στο τελευταίο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου, έχει αποδεχθεί την ύπαρξη δημοσιονομικού κενού για το 2018, και έχει συμφωνήσει στην ανάγκη λήψης νέων μέτρων λιτότητας.

Συνεπώς νέα μέτρα θα υπάρξουν, τόσο μέσα στο τρέχον Πρόγραμμα όσο και μεταγενέστερα, με την αποδοχή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια.

Το βασικό ζητούμενο συνεπώς είναι πως η οικονομία θα ανακάμψει και θα επιτύχει βιώσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, ώστε να ενισχυθούν τα δημόσια έσοδα, να μειωθεί η ανεργία, να βελτιωθεί η εισπραξιμότητα στα ασφαλιστικά ταμεία και να μη χρειαστούν πρόσθετα μέτρα.

Μπορεί η σημερινή Κυβέρνηση αυτό να το επιτύχει; Για παράδειγμα, μπορεί να επιτύχει ανάπτυξη 2,7% το 2017; Αν και το εύχομαι, αυτό δεν το θεωρώ ρεαλιστικό.

Γιατί πόσο ρεαλιστικό είναι να προσδοκάς αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης όταν το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών θα είναι ακόμη λιγότερο εφέτος, λόγω των πρόσθετων φόρων;

Γιατί πόσο ρεαλιστικό είναι να προσδοκάς μεγάλη αύξηση των επενδύσεων όταν συνεχίζεται η υπερφορολόγηση, εξακολουθεί η εσωτερική στάση πληρωμών η οποία θα διευρυνθεί λόγω της μη έγκαιρης ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης και επιδεικνύεται κυβερνητική αβελτηρία στην υλοποίηση αναπτυξιακών πολιτικών;

Κύριε Σταϊκούρα, η αγορά έχει στεγνώσει από ρευστότητα, η ανεργία παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, η μικρομεσαία επιχείρηση αφανίζεται, ο αγροτικός πληθυσμός χειμάζεται, η ύπαιθρος χώρα ερημώνεται. Μέσα σε αυτό το τραγικό οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον, τι μπορεί πραγματικά να αλλάξει η Νέα Δημοκρατία;

Είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης του 2014, «λιμνάζει» βυθιζόμενη, σε ένα ευρύτερο περίγυρο μεγάλης αβεβαιότητας και υψηλών κινδύνων.

Τα τελευταία δύο χρόνια, δυνητικός πλούτος εξανεμίσθηκε, το επενδυτικό περιβάλλον υπονομεύθηκε, νέα δημοσιονομικά μέτρα επιβλήθηκαν, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Δημοσίου διογκώθηκαν, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε.

Και όμως, η Κυβέρνηση συνεχίζει να «βαδίζει» στον ίδιο δρόμο: να ξοδεύει πολύτιμο χρόνο, να εστιάζει – εμμονικά – στην υπερφορολόγηση της εμφανούς οικονομίας και να παλινδρομεί – αμήχανα – ως προς τις μεταρρυθμίσεις.

Απαντώντας στον πυρήνα του ερωτήματός σας, σημειώνω ότι η ΝΔ, φέροντας το κεφάλαιο από την ιστορική της διαδρομή και την αξιοπιστία που κέρδισε από τη σταθεροποίηση της οικονομίας το 2014, μπορεί να διεκδικήσει αλλαγή του μίγματος της ακολουθούμενης δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολογίας.

Μπορεί να δημιουργήσει πληρέστερα τις συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης της οικονομίας, να αξιοποιήσει καλύτερα τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, να προχωρήσει – όπως με επιτυχία έκανε – στην αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, να υλοποιήσει ταχύτερα τις διαρθρωτικές αλλαγές και το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων.

Μπορεί να ενισχύσει τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης. Με την εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και με την ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Έτσι μπορούν να δημιουργηθούν ταχύτερα οι συνθήκες για διατηρήσιμη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας.

Μιλάτε συνεχώς για ιδιωτικοποιήσεις και επενδύσεις. Κι ορθώς γιατί είναι βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της χώρας. Τίθεται όμως το ερώτημα: Πως θα γίνουν ιδιωτικοποιήσεις και θα έρθουν επενδύσεις όταν η λερναία ύδρα της γραφειοκρατίας δεν έχει παταχθεί και δεν υπάρχει ένα σταθερό φορολογικό σύστημα;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία θεωρεί σημαντική την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων και την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου.

Και αυτό γιατί αυτές μπορούν να συμβάλουν στην υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φορέων, στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών της χώρας.

Η Κυβέρνηση όμως έχει αποτύχει και σε αυτό το πεδίο. Ελάχιστες αποκρατικοποιήσεις προχωρούν. Άλλες ακυρώνονται, άλλες καθυστερούν, άλλες καρκινοβατούν, άλλες αναβάλλονται. Ενώ και οι ξένες άμεσες επενδύσεις έχουν συρρικνωθεί.

Η Κυβέρνηση, εγκλωβισμένη στις ιδεοληψίες της, παρά τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει, παλινωδεί και κωλυσιεργεί. Ενώ δεν δημιουργεί και τις προϋποθέσεις για την προσέλκυση και υλοποίηση επενδύσεων, εγχώριων και μη.

Προϋποθέσεις όπως είναι, ενδεικτικά, η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, με την αναμόρφωση του ρόλου και τη βελτίωση της λειτουργίας του Κράτους (π.χ. με την καθολική καθιέρωση ψηφιακών διαδικασιών, την συρρίκνωση της γραφειοκρατίας και την εναρμόνιση των δομών του Κράτους με τις σύγχρονες ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας), και με τη διαμόρφωση ενός σταθερού, δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος.

Ως ΝΔ, τέτοιου είδους παρεμβάσεις, σταδιακά, ξετυλίγουμε και παρουσιάζουμε στην κοινωνία.

Κύριε Βουλευτά, στο Δημόσιο θα υπάρξουν απολύσεις γιατί οι πολίτες φοβούνται ένα τέτοιο ενδεχόμενο και γι’ αυτό δεν δείχνουν να στηρίζουν τον κ. Μητσοτάκη; Τον αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό για να μην πω με φόβο.

Όχι, απολύσεις στο Δημόσιο δεν θα γίνουν.

Το μείζον ζήτημα είναι τι θα γίνει με τη  αξιολόγηση. Οι θεσμοί έχουν αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις κι όλα θα κριθούν στις 26 Ιανουαρίου στο Eurogroup. Ποιά είναι η εκτίμησή σας; Θα βρεθεί λύση; Κι αν βρεθεί μήπως αυτό σημαίνει νέα επώδυνα μέτρα;

Καταρχήν η αξιολόγηση θα έπρεπε, προ μηνών, να είχε κλείσει. Και αυτό δεν έγινε, με ευθύνη, κυρίως, της Κυβέρνησης.

Κυβέρνηση η οποία κάθε φορά που δήθεν διαπραγματεύεται, χάνει πολύτιμο χρόνο, με αποτέλεσμα να προσθέτει βάρη στην κοινωνία και ταπεινωτικές δεσμεύσεις στη χώρα.

Αυτό συνέβη με την “ηρωική διαπραγμάτευση” του πρώτου εξαμήνου του 2015, η οποία κατέληξε στους κεφαλαιακούς περιορισμούς και στο τρίτο, αχρείαστο Μνημόνιο.

Αυτό επιβεβαιώθηκε με την πολύμηνη καθυστέρηση της πρώτης αξιολόγησης, η οποία κατέληξε σε νέα μέτρα λιτότητας, ανεβάζοντας το συνολικό λογαριασμό στα 9 δις ευρώ, στο αιώνιο υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και στον οριζόντιο και αυτόματο “κόφτη” δαπανών.

Αυτό αποδεικνύεται και σήμερα, με την καθυστέρηση ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης.

Καθυστέρηση η οποία, όπως ήδη ανέφερα, προσέθεσε νέα μέτρα για το 2018 προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση, σύμφωνα και με την απόφαση του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου.

Καθυστέρηση η οποία στερεί ρευστότητα από την πραγματική οικονομία, αναβάλλει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης που θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Μάρτιο του 2015, και μεταθέτει τη συζήτηση για τα ουσιαστικά μέτρα ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους.

Η Κυβέρνηση παραμένει εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα που η ίδια δημιούργησε.

Το ζήτημα είναι να μην συνεχίσει να εγκλωβίζει τη χώρα.

Η αξιολόγηση πρέπει να κλείσει το συντομότερο, με τον καλύτερο όμως, για τα ελληνικά συμφέροντα, τρόπο.

Και η αναγκαία πολιτική αλλαγή να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από την κρίση

Εκτιμάτε ότι μια τυχόν αποτυχία της Κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις θα οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές;

Εκτιμώ ότι ο πολιτικός στόχος του κ. Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησής του, δεν είναι άλλος από την παραμονή τους στην διακυβέρνηση για όσο περισσότερο χρόνο μπορούν, ψηφίζοντας τα πάντα χωρίς ηθικές αναστολές και ιδεολογικές συντεταγμένες, ή η δημιουργία εκείνων των προϋποθέσεων, που όπως οι ίδιοι νομίζουν, θα τους συντηρήσουν ως ισχυρούς παίκτες στο πολιτικό σύστημα μετά την αποδρομή τους.

Το ΔΝΤ το θέλετε στο πρόγραμμα ή μόνο σε ρόλο τεχνικού συμβούλου;

Θα επαναλάβω αυτό που έχω πολλές φορές υποστηρίξει κατά το παρελθόν: το ερώτημα δεν τίθεται σε σωστή βάση.

Ενδεικτικά ερωτώ: γιατί και σήμερα που το ΔΝΤ δεν είναι στο πρόγραμμα, οι πολιτικές της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι εξαιρετικά σκληρές και πιο επώδυνες από προηγούμενα Προγράμματα;

Θυμίζω μάλιστα ότι σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, που φέρει την υπογραφή του κ. Τσίπρα, προβλέπεται η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, μάλιστα και χρηματοδοτικά. Κάτι που επιβεβαίωσε και η τελευταία απόφαση του Eurogroup.

Συνεπώς καλό θα ήταν η Κυβέρνηση να σταματήσει τη διγλωσσία.

Αυτό που προέχει είναι, με βάση τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας, τα διαχρονικά εθνικά και λαϊκά συμφέροντα, χωρίς δημαγωγίες, η εκάστοτε Κυβέρνηση να διαπραγματεύεται και να τοποθετείται με αξιοπιστία και συνέπεια στις σχέσεις της με τους θεσμούς και τις άλλες χώρες.

Η ΝΔ αυτό πράττει.

Ο κ. Τσακαλώτος και η Κυβέρνηση εμφανίζονται εξαιρετικά αισιόδοξοι για την έκβαση της δεύτερης αξιολόγησης αν και ζητάνε πολιτική απόφαση. Μάλιστα σας κατηγόρησε για εμμονές κι ότι με τη στάση σας δεν βοηθάτε την προσπάθεια της Κυβέρνησης αντιθέτως την υπονομεύετε. Τι απαντάτε;

Όπως απάντησα και τότε, ο κ. Τσακαλώτος αστόχησε στην αναφορά του.

Καταρχήν γιατί αντίστοιχες ιδεοληπτικές εμμονές, όπως αυτές που ο κ. Υπουργός έχει με την αύξηση των φόρων, εμείς δεν έχουμε.

Αλλά και γιατί θα πρέπει να γνωρίζει ότι τα γραπτά μένουν, “ομιλούν” και όταν είναι σε λάθος κατεύθυνση τον “κυνηγούν”.

Οι νέοι φόροι, ο αυτόματος και οριζόντιος “κόφτης”, το Υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων, η “μόνιμη και διαρκής αφοσίωση στο Μνημόνιο”, φέρουν υπογραφές. Προφανώς και δεν φταίνε όσοι τα θυμίζουν.

InstagramYoutube