Κοινή Ερώτηση για τη διαδικασία ίδρυσης ΤΕΜΠΜΕ αγροτών

Η πρόσφατη έγγραφη διαβεβαίωση του Επιτρόπου Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Ciolos για τη μη υποβολή ελληνικού αιτήματος συγχρηματοδότησης του ΤΕΜΠΜΕ αγροτών προς την Ε.Ε., αποδεικνύει για ακόμα μία φορά, την ασυνέπεια εξαγγελιών και πράξεων της σημερινής Κυβέρνησης προς τους έλληνες αγρότες.

Από τον Ιούλιο του 2010 το ΥΠΑΑ&Τ στα πλαίσια της “Νέας Στρατηγικής Αγροτικής Ανάπτυξης: έργα και δράσεις 2010-2011”, ανακοίνωσε τη δημιουργία ΤΕΜΠΜΕ αγροτών. Πάρα τις διαβεβαιώσεις για την έγκριση του από τον περασμένο Ιούλιο και ενεργοποίησή του κατά το Σεπτέμβριο μήνα του 2010, αποκαλύπτεται ότι ουδεμία πρωτοβουλία αναλήφθηκε προς την κατεύθυνση αυτή.

Βάσει του άρθρου 19 του Κανονισμού 1698/2005 της Ε.Ε. για την Αγροτική Ανάπτυξη, τα κράτη μέλη έχουν αρμοδιότητα να προτείνουν το περιεχόμενο των μέτρων αγροτικής ανάπτυξης που αφορούν την στήριξη των προγραμμάτων από το “FEDER“. Παρόλο που στο πλαίσιο των μέτρων υπήρχε η δυνατότητα να συμπεριληφθεί η ίδρυση του ΤΕΜΠΜΕ αγροτών, δυστυχώς, καμία αίτηση τροποποίησης δεν υποβλήθηκε για την μεταρρύθμιση του προγράμματος, από τις ελληνικές αρχές στην Γενική Διεύθυνση Γεωργίας.

Επειδή οι επιπτώσεις  της οικονομικής κρίσης στην πραγματική οικονομία και στον πρωτογενή τομέα στραγγαλίζουν τους ήδη εξασθενημένους οικονομικά αγρότες,

Επειδή η απόκτηση κεφαλαίων για επενδύσεις από τους έλληνες αγρότες είναι  ιδιαίτερα δύσκολη διαδικασία στην παρούσα συγκυρία,

Επειδή η εξεύρεση επενδυτικών κεφαλαίων για μικρές ή πολύ μικρές αγροτικές επιχειρήσεις μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην ανάκαμψη της οικονομίας μας  

Επειδή  το ΤΕΜΠΜΕ από την αρχή της λειτουργίας του στηρίζει το δανεισμό  κεφαλαίων κίνησης και επενδύσεων των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων,

Επειδή η ίδρυση ΤΕΜΠΜΕ αγροτών αποτέλεσε εξαγγελία και υπόσχεση της Κυβέρνησης, ενώ η λειτουργία του εν λόγο ταμείου αναμένεται να ανακουφίσει σημαντικά τις αγροτικές επιχειρήσεις,

Επειδή είναι δεδομένη η διάθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να συμβάλλει στη χρηματοδότηση του ΤΕΜΠΜΕ αγροτών,

 

Ερωτάται ο κ. Υπουργός:

  1. Σε ποιο στάδιο βρίσκεται η διαδικασία ίδρυσης του ΤΕΜΠΜΕ αγροτών;
  2. Για ποιο λόγο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου ψευδώς διαβεβαιώνει την από τον Ιούλιο έγκριση του εγχειρήματος;
  3. Τι προτίθεται να κάνει, προκειμένου να ξεπεραστούν τα προβλήματα και να επισπευστεί η διαδικασία;

Ομιλία στο Σεμινάριο της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ Πανεπιστημίου Πειραιά με θέμα “Ανάταξη και Ανάπτυξη Ελληνικής Οικονομίας”

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τη ΔΑΠ – ΝΔΦΚ του Πανεπιστημίου Πειραιά για την πρόσκληση που μου απηύθυνε να παραστώ στο σημερινό Σεμινάριο και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για την πορεία της Ελληνικής Οικονομίας και τις προτάσεις της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ώστε η χώρα, όχι μόνο να απεμπλακεί από τους όρους του «Μνημονίου», αλλά να βγει, όσο γίνεται ταχύτερα, και από την οικονομική κρίση.

Να επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης, αναθεωρώντας όμως το στρεβλό αναπτυξιακό της υπόδειγμα.

Ένα στρεβλό μοντέλο που δεν αξιοποιούσε επαρκώς και αποτελεσματικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της εγχώριας οικονομίας.

Που κατανάλωνε περισσότερα απ’ όσα παρήγαγε.

Που κάλυπτε την απουσία ανταγωνιστικότητας της εγχώριας οικονομίας μέσω της αναδιανομής δανεικών, διογκώνοντας και συντηρώντας διαχρονικά σε υψηλά επίπεδα το δημόσιο χρέος.

Φίλες και φίλοι,

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας είναι χρόνια και έχουν τις ρίζες τους στις προηγούμενες δεκαετίες, όπως, άλλωστε, πρόσφατα δήλωσε και ο Πρόεδρος του Eurogroup.

Τη δεκαετία του 1980, αναπτύχθηκαν έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες και ακολουθήθηκε μια επεκτατική πολιτική με αποτέλεσμα την εκρηκτική διόγκωση του δημοσίου χρέους.

Αυτές οι δημοσιονομικές επιλογές εκείνης της περιόδου επιβάρυναν και επιβαρύνουν, ακόμη και σήμερα, την Ελληνική οικονομία.

Η άνοδος του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης, κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, οφειλόταν, κυρίως, στα υψηλά πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σε αυτή τη δεκαετία, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο, 12,9% του Α.Ε.Π., κάτι που ποτέ προηγουμένως δεν είχε συμβεί στην Ελλάδα, για τόσο μεγάλο διάστημα και που, φυσικά, δεν έχει επαναληφθεί έκτοτε.

Αυτά τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα οδήγησαν στην έκρηξη του δημοσίου χρέους, από το 23% το 1980 στο 71% το 1990.

Έτσι, ενώ στις αρχές της δεκαετίας, η Ελλάδα ήταν η λιγότερο χρεωμένη χώρα της σημερινής Ευρωζώνης, στο τέλος της, μετά από δύο υποτιμήσεις της δραχμής, μετά από μια διετία ασφυκτικής λιτότητας, και αφού η χώρα απορρόφησε τα Κοινοτικά Μεσογειακά Προγράμματα, βρέθηκε με τριπλάσιο χρέος.

Αυτό, είχε ως αποτέλεσμα οι δαπάνες για τόκους του δημοσίου χρέους να αποκτήσουν τη δική τους δυναμική και να αυξηθούν, από το 2% του Α.Ε.Π. το 1980, στο 10% του ΑΕΠ το 1990 (δεδομένου, μάλιστα, ότι το 1990 ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους ήταν αφανές και μη εξυπηρετούμενο, τα επίσημα στοιχεία υποεκτιμούν το κόστος εξυπηρέτησής του).

Από το 1990, ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια αντιμετώπισης των ανισορροπιών και στρεβλώσεων της Ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα υιοθέτησε ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων με στόχο την ονομαστική σύγκλιση, εγκατέλειψε την πολιτική της συστηματικής διολίσθησης του νομίσματος και έκανε κάποια βήματα απελευθέρωσης της οικονομίας.

Όμως, κατά τη δεκαετία του 1980 είχε σημειωθεί και μια εκρηκτική αύξηση στα χρέη των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών και των αγροτικών συνεταιρισμών.

Τα χρέη αυτά εντάχθηκαν στο επίσημο δημόσιο χρέος μεταγενέστερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οι εγγυήσεις του Δημοσίου για δάνεια από ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ανήλθαν το 1989 στο 32% του Α.Ε.Π.

Τα επόμενα 3 χρόνια, περίπου, οι μισές – από αδυναμία εξυπηρέτησής τους – κατέπεσαν εκτοξεύοντας το χρέος στο 110% του Α.Ε.Π.

Μετά την περίοδο 1990-1993, το ποσοστό του δημοσίου χρέους ως προς το Α.Ε.Π. σταθεροποιήθηκε.

Αφενός, ο κύριος όγκος των «αφανών» χρεών της δεκαετίας του 1980 ενσωματώθηκε στο επίσημο χρέος μέχρι το 1993 και αφετέρου είχαν δημιουργηθεί τα πρώτα πρωτογενή πλεονάσματα (από πρωτογενές έλλειμμα της τάξεως του 5,6% του Α.Ε.Π. το 1989). 

Αυτά, όμως, τα πρωτογενή πλεονάσματα, που είχαν δημιουργηθεί στη δεκαετία της ονομαστικής σύγκλισης, άρχισαν σταδιακά να περιορίζονται, και το 2003 η Ελλάδα είχε και πάλι πρωτογενές έλλειμμα, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση των δανειακών αναγκών της Γενικής Κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας, παρόλο που καθυστέρησαν σε ορισμένες περιπτώσεις να προβούν στις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (αυτοκριτική) κατάφεραν να μειώσουν το χρέος ως ποσοστό του Α.Ε.Π., μέχρι το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης.

Με το ξέσπασμα της κρίσης τα ελλείμματα πράγματι διευρύνθηκαν, όπως έγινε και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Συγκεκριμένα, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά μέσο όρο και πριν την τελευταία αναθεώρηση, αυξήθηκε, κατά 6% του ΑΕΠ και κατά 15% του ΑΕΠ αντιστοίχως την περίοδο 2007 – 2009.

Ωστόσο, φίλες και φίλοι

Η νέα Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί μήνες διαχειρίστηκε, με επικοινωνιακή λογική, το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους της Ελληνικής Οικονομίας, πρόβλημα κοινό σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού.

Κρίση δανεισμού, που ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών που αποτυπώθηκαν στην πορεία των spreads, τα οποία από τις 130 μ.β. τον Οκτώβριο ξεπέρασαν τις 1000 μ.β. στις αρχές Μαΐου.

Συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων, καθώς η Κυβέρνηση:

  • «Φούσκωσε», με χρήση «δημιουργικής λογιστικής», το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας για το 2009.
  • Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.
  • Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο ενσωμάτωνε, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων με τα «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους.
  • Έστελνε λανθασμένα και αντιφατικά μηνύματα στις αγορές. Αυτές άρχισαν να μας «τιμωρούν» όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση αναλώνεται σε διακηρύξεις και επιδίδεται σε φλυαρία χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Υπέπεσε σε σωρεία παλινωδιών, δείγμα ελλείμματος πολιτικής αξιοπιστίας.
  • Άργησε να πάρει μέτρα. Αν τα μέτρα είχαν ληφθεί νωρίτερα, θα ήταν πολύ ηπιότερα και ισοδυνάμου οικονομικού αποτελέσματος. Είναι κάτι που υπογράμμισε ο Διοικητής της ΕΚΤ, κ. Τρισέ, τονίζοντας πως η Κυβέρνηση «άργησε πάρα πολύ να αναγνωρίσει την έκταση του προβλήματος και να λάβει τα αναγκαία μέτρα» (15.05.2010).
  • Καθυστέρησε, και κατέθεσε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, κρίσιμα νομοσχέδια, όπως είναι το φορολογικό.
  • Τα μέτρα που έλαβε είναι σκληρά και άδικα. Ενδεικτικά, με τις διαδοχικές αυξήσεις του Ε.Φ.Κ. στην αμόλυβδη βενζίνη η Ελλάδα κατέστη η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη από 20η τον προηγούμενο Οκτώβριο.
  • Το μίγμα των μέτρων είναι οικονομικά αναποτελεσματικό. Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση, «στεγνώνει» την αγορά, παραλύει την ψυχολογία της κοινωνίας και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
  • Το μίγμα των μέτρων ήταν και ελλιπές. Απουσίαζαν και απουσιάζουν οι «αναπτυξιακές ανάσες», τα μέτρα τόνωσης της αγοράς.
  • Θριαμβολογούσε, αδικαιολόγητα, όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα έπρεπε να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περισυλλογή και περίσκεψη.

Έτσι, λοιπόν, η ηγεσία της Κυβέρνησης έχασε τον έλεγχο των εξελίξεων και πυροδότησε μία κρίση δανεισμού που οδήγησε τη χώρα στο «Μηχανισμό Στήριξης».

Φίλες και Φίλοι,

Σε μία κατάσταση όπως η τρέχουσα για την οικονομία, το κράτος, λαμβάνοντας υπόψη και τις χρόνιες εγχώριες δημοσιονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες, τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση δανεισμού της χώρας, οφείλει να παρεμβαίνει και να δημιουργεί τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μεσοπρόθεσμα, συνθήκες και προϋποθέσεις για οικονομική ανάπτυξη.

Βραχυπρόθεσμα, μέσα από ένα πλέγμα συσταλτικών δημοσιονομικών παρεμβάσεων, διαρθρωτικών αλλαγών και χρηματοπιστωτικών πρωτοβουλιών, προκειμένου να επιτευχθεί η αναγκαία βιώσιμη δημοσιονομική προσαρμογή και η ανάταξη της Οικονομίας.

Η Νέα Δημοκρατία, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, έχει στηρίξει τέτοιες διαρθρωτικές και χρηματοπιστωτικές πρωτοβουλίες.

Στήριξε χρηματοπιστωτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος (όπως είναι η δημιουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και η ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών).

Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για τη βιώσιμη διόρθωση των δημοσίων οικονομικών (όπως είναι η δημιουργία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και η δημιουργία νέου συστήματος δημοσιονομικής διαχείρισης).

Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για την απελευθέρωση δυνάμεων και πόρων στην Οικονομία (όπως είναι η απελευθέρωση του κλάδου των μεταφορών και η αναδιάρθρωση του ΟΣΕ).

Όμως, διαφώνησε και διαφωνεί με το μείγμα της ακολουθούμενης δημοσιονομικής πολιτικής.

Δεν διαφωνεί απλώς, αλλά έχει καταθέσει και συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση, την οποία και διαρκώς εξειδικεύει (Φεβρουάριο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο).

Πρόταση που είναι ρεαλιστική και κοστολογημένη.

Πρόταση συμβατή με την ελληνική πραγματικότητα, που εδράζεται στην οικονομική επιστήμη και την ιστορική εμπειρία (βλέπετε σχετικές μελέτες ΚΕΠΕ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Πρόταση που βασίζεται στο διαχωρισμό του ελλείμματος σε «διαρθρωτικό» και «κυκλικό».

Διαρθρωτικό έλλειμμα που αντιμετωπίζεται με περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, όχι, όμως, αυτής της έντασης και έκτασης.

Και κυκλικό έλλειμμα που αντιμετωπίζεται με αντισταθμιστικά μέτρα τόνωσης της αγοράς.

Αντισταθμιστικά μέτρα που έχουν μηδενικό ή ελάχιστο δημοσιονομικό κόστος αλλά δημιουργούν ανάκαμψη της οικονομίας, δίνουν ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα και επιτρέπουν να αυξηθούν τα έσοδα του κράτους.

Αντισταθμιστικά μέτρα, όπως η εμπροσθοβαρής αξιοποίηση κοινοτικών κονδυλίων, η επιτάχυνση έργων παραχώρησης και ΣΔΙΤ, η αναβάθμιση του θερμοδυναμικού αποθέματος κατοικιών, η ενοποίηση των εισπρακτικών μηχανισμών του Κράτους, ο συμψηφισμός οφειλών, η επιδότηση στεγαστικού δανείου κ.ά.

Μέτρα, κάποια εκ των οποίων, έστω και με καθυστέρηση ή ημιτελώς η Κυβέρνηση αρχίζει να υλοποιεί.

Το κράτος, όμως, παράλληλα και ταυτόχρονα, οφείλει να διαμορφώνει και τις προοπτικές ανάπτυξης για την χώρα.

Να θέσει τις θεσμικές προϋποθέσεις για την προώθηση μίας ανταγωνιστικής και βιώσιμης οικονομικής διαδικασίας που θα βασίζεται, κυρίως, στις νέες, ενδογενείς, πηγές αειφόρου ανάπτυξης.

Πηγές, όπως είναι:

1. Η Επένδυση στη Γνώση

Ο όρος οικονομία της γνώσης υποδηλώνει μια οικονομία στην οποία η παραγωγή, η συσσώρευση, η διάχυση και η αξιοποίηση της γνώσης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην παραγωγή και τη διανομή του πλούτου.

Βασικός μηχανισμός παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του γνωσιακού κεφαλαίου είναι το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Μια χώρα για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.

Οι όποιες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να επιδιώκουν την αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, τη διεύρυνση των δυνατοτήτων για την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων και την υιοθέτηση κινήτρων για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

2. Η Επένδυση στην Έρευνα και Καινοτομία

Τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα έχουν, πλέον ξεπεραστεί.

Έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο δημιουργούν νέα προϊόντα και νέες υπηρεσίες, καθιστώντας την καινοτομία βασικό πυλώνα της παραγωγικής και οικονομικής δραστηριότητας.

Η επένδυση στην καινοτομία είναι επένδυση στην πρόοδο, στην ανάπτυξη, στην ανταγωνιστικότητα, η οποία εγγυάται οφέλη για τις επιχειρήσεις, ποιότητα για τους πολίτες, ανάπτυξη για την οικονομία.

Η αξιοποίηση της καινοτομίας στην οικονομία  αποτελεί τρόπο να δημιουργηθεί πλούτος περισσότερος από όσο αναλογικά θα δημιουργούνταν με βάση το συνολικά επενδεδυμένο κεφάλαιο και τη διαθέσιμη εργατική δύναμη.

Προς την κατεύθυνση αυτή δύο είναι οι βασικοί άξονες:

Ο πρώτος άξονας είναι η δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και των απαραίτητων  προϋποθέσεων που ευνοούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της καινοτομίας, με αξιολόγηση των κέντρων έρευνας και τεχνολογίας, με τη δημιουργία ζωνών καινοτομίας, με ερευνητικά κέντρα, με τεχνολογικά πάρκα, κ.α.

Και ο δεύτερος άξονας είναι η ενσωμάτωση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγική διαδικασία και η διάχυση των αποτελεσμάτων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, με στήριξη της ανάπτυξης των επιχειρήσεων με υψηλής έντασης γνώση, με την προώθηση στρατηγικών συνεργασιών, κ.ά.

3. Η Επένδυση στην Επιχειρηματικότητα

Θα πρέπει να καταστεί –επιτέλους– σαφές ότι η επιχειρηματικότητα (δηλαδή η ανθρώπινη ικανότητα συνδυασμού των άλλων συντελεστών παραγωγής για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών) είναι σημαντική πηγή ανάπτυξης.

Συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην ενθάρρυνση της οικονομικής δραστηριότητας, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην ανάπτυξη και στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

α) Η απο-ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, ώστε να μετατραπεί η νομοθεσία και η λειτουργία του κράτους σε φιλικότητα προς την επιχείρηση, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά το παραεμπόριο, διασφαλίζοντας την ανταγωνιστική λειτουργία της αγοράς προς όφελος των πολιτών, και απεγκλωβίζοντας την αγορά από το ενδεχόμενο μονιμοποίησης των «έκτακτων εισφορών».

β) Η σταδιακή μείωση των φόρων, με προτεραιότητα στους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ και ο φόρος στα καύσιμα.

Αλλά και με μείωση των φόρων στο εισόδημα και στα κέρδη, αφού κανείς δεν επενδύει σε μια υπερφορολογημένη χώρα.

γ) Η σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μη-μισθολογικού εργοδοτικού κόστους.

Και αυτό δεν επιβαρύνει μόνο τους εργοδότες, αλλά και τους εργαζόμενους, αφού αποθαρρύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ενθαρρύνει τη «μαύρη» εργασία.

4. Η Επένδυση σε ένα Ανταγωνιστικό Κράτος

Ένα αποτελεσματικό, σύγχρονο και δίκαιο κράτος, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης και μιας ουσιαστικής και βιώσιμης κοινωνικής πολιτικής.

Κράτος που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας, αλλά ορίζεται στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στις απόψεις περί ελάχιστου και μέγιστου κράτους.

Η λειτουργία και η δομή του κράτους θα πρέπει να αντανακλά συνεπώς τα αιτήματα της σύγχρονης και ελεύθερης κοινωνίας για οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ο συνδυασμός των οποίων καταλήγει σε μία μικτή οικονομία που καλύπτεται από τη φιλοσοφία του κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Συνεπώς, το ελληνικό κράτος οφείλει να ξεφύγει από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και να αποτελέσει δομικό συστατικό της αλλαγής του οικονομικού υποδείγματος της χώρας.

Βασικοί άξονες προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να είναι:

α) Η καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Brookings η απώλεια δημοσίων εσόδων λόγω της διαφθοράς ανέρχεται τουλάχιστον στο 8% του ΑΕΠ, ενώ μία μέσου επιπέδου βελτίωση όσον αφορά την αντιμετώπισή της θα μείωνε το δημοσιονομικό έλλειμμα κατά 4% του ΑΕΠ.

β) Η εξάλειψη της γραφειοκρατίας με συγκεκριμένες δομικές πρωτοβουλίες όπως είναι:

  • η παροχή της δυνατότητας σε κάθε Έλληνα πολίτη να προμηθεύεται ότι δημόσιο έγγραφο τον αφορά, καταθέτοντας μόνο τον αριθμό της ταυτότητάς του, το ΑΦΜ του και το ΑΜΚΑ,
  • η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη από το Δημόσιο και ο έντιμος συμψηφισμός εξόφλησης των υπολοίπων από και προς το Δημόσιο,
  • το ξεμπλοκάρισμα των επενδύσεων,
  • η κατάργηση των συν-αρμοδιοτήτων, και
  • η ενοποίηση των κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων.

γ) Η έμφαση στην εξωστρέφεια, με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας και τη δημιουργία μίας νέας Γραμματείας Εξωστρέφειας.

δ) Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, με στροφή στην ποιότητα, με ταχύτερη απονομή Δικαιοσύνης και με την απλοποίηση της νομοθεσίας.

ε) Ο συντονισμός της παραγωγικής προσπάθειας στους τομείς που έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε:

  • να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα με την ανάταξη της πρωτογενούς παραγωγής και τη μεταποίηση των προϊόντων της,
  • να χαράξουμε ξεκάθαρη ενεργειακή στρατηγική, και
  • να αξιοποιήσουμε τους δύο πιο ανταγωνιστικούς μας τομείς, τη Ναυτιλία και τον Τουρισμό.

 

Φίλες και Φίλοι Φοιτητές,

Τέτοιες, και αντίστοιχες, πρωτοβουλίες απαιτούνται για την ανάταξη και την ανάπτυξη της Οικονομίας.

Πρωτοβουλίες όμως που απουσιάζουν από το Κυβερνητικό «οπλοστάσιο».

Πλούσιο αναπτυξιακό «οπλοστάσιο» που όμως δεν αξιοποιείται από την Κυβέρνηση (ή δεν έχει αξιοποιηθεί μέχρι σήμερα αφού έχει αλλάξει η πολιτική ηγεσία), καθώς:

Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων εγκαταλείπεται ώστε να αντισταθμιστεί η σημαντική υστέρηση των δημοσίων εσόδων.

Η αγορά έχει «παγώσει», καθώς το δημόσιο έχει κηρύξει, ουσιαστικά, «στάση πληρωμών».

Το ΕΣΠΑ έχει βαλτώσει με αποτέλεσμα η χώρα από την 5η θέση σε απορροφήσεις κοινοτικών πόρων που ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο να βρίσκεται σήμερα στην 23η θέση.

Το ΤΕΜΠΜΕ αγγίζει τα όρια της αδράνειας, αφού το τρίμηνο Ιούνιος – Αύγουστος δανειοδοτήθηκαν 100 φορές λιγότερες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009.

Οι πρωτοβουλίες για ΣΔΙΤ και οι συμβάσεις παραχώρησης παραμένουν λεκτικό σχήμα.

Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας παραμένουν ακόμα στις προθέσεις της Κυβέρνησης.

Ο Αναπτυξιακός Νόμος είναι εδώ και ένα χρόνο στα σκαριά, και απ’ ότι φαίνεται θα υπάρξουν και αλλαγές στο υπάρχον Κυβερνητικό Σχέδιο.

Και σ’ αυτή την ουσιαστική απουσία αναπτυξιακού προσανατολισμού οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και την αναποτελεσματικότητα του ακολουθούμενου μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Αναποτελεσματικότητα, όπως αυτή καταδεικνύεται από την υστέρηση στα έσοδα, την βαθύτερη ύφεση, την εκτόξευση του πληθωρισμού, τη διόγκωση της ανεργίας.

Ανεργία που εκτιμάται, σύμφωνα με το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, ότι θα ανέλθει στο 14,5%.

Αυτή η αναποτελεσματικότητα καθιστά επιτακτική την αλλαγή του μείγματος οικονομικής πολιτικής, και όχι τη δημιουργία συνθηκών πολιτικής αναστάτωσης.

Καθιστά αναγκαία την προώθηση πολιτικών που επιτυγχάνουν το συγκερασμό της δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανάταξης, αρχικά, και της ανάπτυξης, μεταγενέστερα, της Οικονομίας.

Πολιτικών που θα βγάλουν τη χώρα από το «Μνημόνιο» και την κρίση το ταχύτερο δυνατό.

Και που θα δημιουργήσουν ελπίδα στους πολίτες, και δη στους νέους πολίτες, και προοπτικές ανάπτυξης στην οικονομία.

Σας ευχαριστώ.

Παρέμβαση στη Συνάντηση των Ζημιωθέντων της ΑΣΠΙΣ

Έχουν περάσει περισσότεροι από δώδεκα μήνες και το πρόβλημα για τους ζημιωθέντες της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ παραμένει. Η Πολιτεία αδυνατεί να δώσει μία οριστική λύση.

Καθυστέρησε και καθυστερεί.

Αρχικά, αντί να επικεντρώσει τις προσπάθειές της στην επίλυση του ζητήματος που παρέλαβε, κατηγόρησε, επίσημα και ανεπίσημα, την προηγούμενη Κυβέρνηση ότι είχε ψηφίσει μια, δήθεν, αντικοινοτική ρύθμιση.

Η πραγματικότητα είναι ότι χρησιμοποιήθηκε από την Κυβέρνηση μία εικασία, ότι δηλαδή το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ίσως να ήταν αντικοινοτικό εάν εφαρμοζόταν.

Βέβαια από τις απαντήσεις των αρμοδίων οργάνων δεν απορρέει κάτι τέτοιο.

Και χρησιμοποιήθηκε αυτή η εικασία ακριβώς για να συγκαλυφθεί η αδράνεια και η απραξία, οι οποίες οδήγησαν τα χαρτοφυλάκια ζωής των εταιρειών αυτών σε πλήρη απαξίωση και τους ασφαλισμένους τους σε τέλεια απόγνωση.

Ωστόσο, Κυρίες και Κύριοι,

Οι χιλιάδες πολίτες, ζημιωθέντες της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, έχουν – έχετε – κουραστεί από την τεράστια καθυστέρηση, από την κωλυσιεργία και την αναποτελεσματικότητα που χαρακτηρίζει την Κυβέρνηση αναφορικά με την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος.

Κωλυσιεργία που συνεχίζεται και μετά τη ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου, καθιστώντας ιδιαίτερα αβέβαιη την επίλυση του προβλήματος.

Ειδικότερα, μετά την ψήφιση του νόμου 3867/2010 για την αποκατάσταση των ζημιωθέντων της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ξεκίνησαν οι διαδικασίες μέσω του επόπτη εκκαθάρισης.

Διαδικασίες για τη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου ζωής σε ανάδοχο εταιρεία μέσα σε έξι μήνες.

Εάν, όμως, μετά το πέρας του εξαμήνου δεν έχει επιτευχθεί κάποια λύση, και αφού έχει απαξιωθεί απολύτως και το χαρτοφυλάκιο, ο εν λόγω νόμος προβλέπει μία ιδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία, κατά την οποία γίνεται νέα προσπάθεια πώλησης των χαρτοφυλακίων.

Αυτή την φορά υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος.

Μπαίνουν κριτήρια, διαδικασίες, δεδομένα, αιρέσεις, εγκρίσεις κ.λ.π. αλλά τελικά ο παρανομαστής παραμένει ίδιος.

Εάν η μεταβίβαση δεν επιτευχθεί τότε το χαρτοφυλάκιο εκκαθαρίζεται.

Δηλαδή καταλήγουμε στα ίδια μετά από αρκετούς μήνες και με πολλές επίσημες διαδικασίες.

Ενδιαφέρον είναι και τι προβλέπει ο νόμος, εάν τελικά επιτευχθεί η πολυπόθητη μεταβίβαση.

Ο ανάδοχος θα παραλάβει ένα χαρτοφυλάκιο, που πιθανότατα τον καθιστά αφερέγγυο αμέσως μετά την παραλαβή του αλλά οι ασφαλισμένοι μπορούν να αντιταχθούν.

Και εάν αντιταχθούν, τι γίνεται;

Βελτιώνονται οι συνθήκες αναδοχής; Όχι.

Απλώς οι απαιτήσεις τους πάνε, πάλι, στην εκκαθάριση.

Αλλά ας πούμε ότι όλα πήγανε καλά και ο ανάδοχος ευρέθη.

Τότε, η Τράπεζα της Ελλάδος, που γενικώς κινεί την διαδικασία, μπορεί να μην εγκρίνει την μεταβίβαση, για αγνώστους λόγους.

Έχει ένα έτος να το αποφασίσει.

Εάν τελικώς δεν εγκρίνει, πάλι η εκκαθάριση είναι η λύση.

Εάν όμως πάνε τελικά ΟΛΑ καλά, δηλαδή εάν βρεθεί ο ανάδοχος, δεν καταστεί αφερέγγυος από την ανάληψη του χαρτοφυλακίου, συναινέσουν οι ασφαλισμένοι και εγκρίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, τότε, θα έχει, τουλάχιστον τυπικά, διευθετηθεί το θέμα.

Αλλά, λεφτά δεν θα μπορούν οι ασφαλισμένοι να εισπράξουν για μία διετία τουλάχιστον.

 

Κυρίες και Κύριοι

Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τις όποιες προϋποθέσεις, το ζητούμενο είναι να βρεθεί άμεσα ανάδοχος ασφαλιστική εταιρεία που θα αναλάβει το χαρτοφυλάκιο της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ.

Εάν δεν βρεθεί άμεσα ανάδοχος τότε η εταιρεία θα οδηγηθεί σε εκκαθάριση.

Θα οδηγηθεί σε μία μερική λύση του προβλήματος που δεν θα εξασφαλίζει πλήρως τους χιλιάδες Έλληνες πολίτες που ζημιώθηκαν ανεπανόρθωτα από τη διάλυση της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ.

Το απευκταίο αυτό ενδεχόμενο ισχυροποιείται εάν λάβουμε υπόψη μας ότι:

1ον. Ο όρος που τίθεται για την εξεύρεση της απαραίτητης λύσης είναι εξαιρετικά περιοριστικός, με αποτέλεσμα να είναι πιθανό το ανησυχητικό σενάριο μη εκδήλωσης ενδιαφέροντος κάποιου ανάδοχου εντός 18 μηνών – και τότε θα επέλθει η εκκαθάριση.

2ον. Η ουσιαστική πρόοδος και οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες αναφορικά με την εξεύρεση αναδόχου είναι σε μηδενικά επίπεδα.

3ον. Οι ασφαλιστικές εταιρείες αντιδρούν έντονα στην πρόβλεψη για αναδρομική ισχύ του Εγγυητικού Κεφαλαίου για τις περιπτώσεις της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και της Commercial Value και φέρονται να είναι διατεθειμένοι να προσφύγουν κατά της αναδρομικότητας του εν λόγω νόμου, ακυρώνοντας επί της ουσίας τη δυνατότητα αποκατάστασης των ασφαλισμένων της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ.

Συνεπώς, η ενδεδειγμένη και ουσιαστική λύση είναι η εξεύρεση αναδόχου εταιρείας.

Και για να επιτευχθεί αυτή η απαραίτητη προϋπόθεση για την επίλυση του ζητήματος είναι κρίσιμο να υπάρξουν συντονισμένες ενέργειες από την πλευρά της Κυβέρνησης, οι οποίες έως σήμερα απουσιάζουν.

Δεν επιτρέπεται – άλλο – η συνέχιση του εφησυχασμού και η απουσία οποιασδήποτε πρωτοβουλίας που να προωθεί την επίλυση αυτού του τεράστιου κοινωνικού προβλήματος.

Είναι υποχρέωση της Πολιτείας να δώσει άμεσα λύση στο πρόβλημα.

Είναι υποχρέωση της Κυβέρνησης, επιτέλους, να δράσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά.

Και δική μας υποχρέωση να πιέσουμε, μέσα από τις σχετικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, την Κυβέρνηση για τη δίκαιη λύση του προβλήματος.

Άρθρο στον Ελεύθερο Τύπο – “Η σιωπή είναι χρυσός…”

Η ηγετική ομάδα της Κυβέρνησης με την πρακτική της αποδεικνύει ότι δεν διδάσκεται από τα λάθη της.

Αρχικά ο κ. Παπανδρέου, με τα θολά, εκβιαστικά, και σε δραματικούς τόνους, εκλογικά διλήμματα που έθεσε, δυσχέρανε τη δανειοληπτική ικανότητα της χώρας.

Στη συνέχεια ο κ. Παπακωνσταντίνου συνέδεσε την αύξηση των spreads με το πρόβλημα που θα είχε η Ελληνική Οικονομία εξαιτίας ενός εξαιρετικά δυσμενούς αποτελέσματος στις αυτοδιοικητικές εκλογές για την Κυβέρνηση.

Και χθες, ο κ. Πάγκαλος αναφέρθηκε σε πιθανή επιδίωξη της χώρας μας να προβεί σε αναδιάρθρωση του χρέους.

Εξέλιξη όμως που, ανεξάρτητα από τον ορισμό στην έννοια που θα δώσει κανείς, δεν συνιστά επιλογή για την Ελλάδα εξαιτίας του μεγάλου κόστους που αυτή θα είχε για τους εγχώριους και τους Ευρωπαίους πιστωτές.

Όλα αυτές οι Κυβερνητικές αναφορές, πέραν του πανικού, της έλλειψης πολιτικής αυτοπεποίθησης και του φόβου που περικλύουν για το εκλογικό αποτέλεσμα στις αυτοδιοικητικές εκλογές, αποδεικνύονται επιζήμιες για τη σταθερότητα της Ελληνικής οικονομίας.

Προφανώς όμως η ηγετική ομάδα της Κυβέρνησης θυσιάζει τις επώδυνες προσπάθειες της Ελληνικής κοινωνίας για έξοδο από την κρίση στην κομματική σκοπιμότητα.

Θα έπρεπε να γνωρίζει όμως ότι «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» και ότι «η σιωπή είναι χρυσός», όπως είχε υπενθυμίσει πρόσφατα (19 Μαρτίου) στον κ. Πρωθυπουργό η Wall Street Journal.

Δήλωση για τις πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Οικονομικών

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας έκανε την ακόλουθη δήλωση, σχετικά με τις πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Οικονομικών:

 

«Η ηγετική ομάδα της Κυβέρνησης, με την πρακτική της, αποδεικνύει ότι δεν διδάσκεται από τα λάθη της.

Υπενθυμίζουμε ότι με άστοχες δηλώσεις της είχε οδηγήσει στην εκτόξευση των spreads.

Αποδεικνύει πως δεν έχει κατανοήσει ότι “το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού”.

Ο Υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου, ενορχηστρωμένος με τον κ. Πρωθυπουργό, συνέδεσε την αύξηση των spreads των τελευταίων ημερών με το πρόβλημα που θα είχε η Ελληνική Οικονομία εξαιτίας ενός εξαιρετικά δυσμενούς αποτελέσματος στις αυτοδιοικητικές εκλογές για την Κυβέρνηση.

Ο κ. Υπουργός προεξοφλεί αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα για το Κυβερνών κόμμα.

Προφανώς, θυσιάζουν τις επώδυνες προσπάθειες της Ελληνικής κοινωνίας για έξοδο από την κρίση, στην κομματική σκοπιμότητα, μπροστά στην οποία δεν έχουν ούτε δισταγμούς, ούτε φραγμούς, ούτε όρια».

Μήνυμα για την Επέτειο της 28ης Οκτωβρίου

Η 28η Οκτωβρίου αποτελεί ιστορική ημέρα. Ημέρα μνήμης και τιμής στους ήρωες του ΄40, που έγραψαν άλλη μια λαμπρή σελίδα της Ελληνικής Ιστορίας.

 

Οι Έλληνες του «ΟΧΙ» κατήγαγαν την πρώτη πραγματική ήττα των δυνάμεων του Άξονα χάρη στην αυταπάρνηση, τη φιλοπατρία και τον ηρωισμό τους. Κανένας λαός, σε εκείνους τους δύσκολους καιρούς, δεν έδειξε ηρωισμό αντίστοιχο του λαού της μικρής σε πλούτο και μέγεθος, αλλά πλούσιας σε θάρρος χώρας μας. Η ουσιαστική συμβολή της Ελλάδας ήταν δυσανάλογη με την έκταση της χώρας, αλλά ήταν αντίστοιχη του ήθους και του φρονήματος των Ελλήνων. Φρόνημα, χάρη στο οποίο η Ελλάδα την ημέρα εκείνη έγινε η χώρα των μεγάλων πράξεων και των ηρώων.

 

Όπως και το 1940, έτσι και σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική πρόκληση. Σε ώρες βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, οι Έλληνες σήμερα καλούνται να στείλουν τα δικά τους μηνύματα. Μηνύματα ισχυρά και κρυστάλλινα, εντός και εκτός χώρας, για τα εθνικά θέματα και τα οικονομικά ζητήματα.

 

Οι Έλληνες του 1940 τα κατάφεραν. Οι Έλληνες του 2010 μπορούν να τα καταφέρουν. Γιατί το «ΟΧΙ» είναι μια μικρή λέξη, που λίγοι όμως έχουν το θάρρος να την προφέρουν. Και ο λαός αυτός δεν φοβίζεται, δεν εκβιάζεται και ξέρει πάντα να λέει «ΟΧΙ» όταν πρέπει.

Δήλωση για τη σημερινή εκτόξευση των spreads

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας έκανε την ακόλουθη δήλωση, σχετικά με τη σημερινή εκτόξευση των spreads:

 

«Τα θολά και εκβιαστικά διλήμματα του κ. Παπανδρέου, πέραν του πανικού και του φόβου που περικλείουν, αποδεικνύονται και επιζήμια για τη δανειοληπτική ικανότητα της χώρας.

Η εκτόξευση των spreads μετά τη συνέντευξη του κ. Πρωθυπουργού κατά 100 μ.β. (1%) αυτό αποδεικνύει.

Ας τα βλέπουν αυτά όσοι κόπτονται για τη σταθερότητα της χώρας και ας αναλάβουν τις ευθύνες τους.»

Ερώτηση για τη διαδικασία πρόσληψης επιτυχόντων διαγωνισμού 9Κ/2008 του ΑΣΕΠ στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος

Η προκήρυξη 9K/2008 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 575/03.11.2008 (Τεύχος Προκηρύξεων ΑΣΕΠ) και αφορούσε την πλήρωση με σειρά προτεραιότητας εννιακοσίων εννέα (909) θέσεων τακτικού προσωπικού Πανεπιστημιακής (ΠΕ), Τεχνολογικής (ΤΕ) και Δευτεροβάθμιας (ΔΕ) εκπαίδευσης στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος. Η Τράπεζα είχε, και εξακολουθεί να έχει, την υποχρέωση μετά τη δημοσίευση των οριστικών αποτελεσμάτων και για τις 3 κατηγορίες να προχωρήσει σε πρόσληψη των επιτυχόντων, το αργότερο εντός 4 μηνών από τη δημοσίευση (η τελευταία δημοσίευση επιτυχόντων έγινε τον Ιανουάριο του 2010, επομένως και γι αυτούς τους επιτυχόντες οι προσλήψεις έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι το Μάιο του 2010).

 

Όμως, η Τράπεζα προχώρησε στην πρόσληψη όλων των επιτυχόντων ΠΕ και περίπου των μισών ΤΕ, ενώ πάγωσε τις προσλήψεις όλων των υπολοίπων. Σημειωτέον ότι η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος δεν έχει υπαχθεί στο νόμο για το «πάγωμα» των προσλήψεων (Ν. 3833/2010, ΦΕΚ Α’ 15.03.2010), σύμφωνα και με γνωμοδότηση τόσο του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης όσο και της Νομικής Υπηρεσίας της Τράπεζας.

 

Κατόπιν τούτων,
ΕΡΩΤΩΝΤΑΙ
οι κ.κ. Υπουργοί:

 

1. Για ποιο λόγο δεν ολοκληρώνεται η διαδικασία πρόσληψης των επιτυχόντων της προκήρυξης 9Κ/2008;

2. Υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εκ μέρους της Διοίκησης της Τράπεζας για την ολοκλήρωση της διαδικασίας;

Εισήγηση στο 1ο Private Equity Συνέδριο με θέμα “Ανάπτυξη Ελληνικής Οικονομίας”

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της εκδήλωσης για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να παραστώ στο πρώτο τους Συνέδριο και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για την πορεία της Ελληνικής Οικονομίας και τις προτάσεις της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ώστε η χώρα, όχι μόνο να απεμπλακεί από τους όρους του «Μνημονίου», αλλά να βγει, όσο γίνεται ταχύτερα, και από την κρίση.

Να επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης, αναθεωρώντας όμως το στρεβλό αναπτυξιακό της υπόδειγμα.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Σε αυτό το νέο υπόδειγμα κομβικός καθίσταται ο ρόλος του κράτους.

Ένα αποτελεσματικό, σύγχρονο και δίκαιο κράτος, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης και μιας ουσιαστικής και βιώσιμης κοινωνικής πολιτικής.

Κράτος κανόνων, και όχι αλόγιστων παρεμβάσεων.

Κράτος που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας, αλλά ορίζεται στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στις απόψεις περί ελάχιστου και μέγιστου κράτους.

Η λειτουργία και η δομή του κράτους θα πρέπει να αντανακλά συνεπώς τα αιτήματα της σύγχρονης και ελεύθερης κοινωνίας για οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ο συνδυασμός των οποίων καταλήγει σε μία μικτή οικονομία που καλύπτεται από τη φιλοσοφία του κοινωνικού φιλελευθερισμού.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Σε ένα τέτοιο ιδεολογικό περίγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη και τις χρόνιες εγχώριες δημοσιονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες, τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση δανεισμού της χώρας, το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει και να δημιουργεί τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μεσοπρόθεσμα, συνθήκες και προϋποθέσεις για οικονομική ανάπτυξη.

Βραχυπρόθεσμα, μέσα από ένα πλέγμα συσταλτικών δημοσιονομικών παρεμβάσεων, διαρθρωτικών αλλαγών και χρηματοπιστωτικών πρωτοβουλιών, προκειμένου να επιτευχθεί η αναγκαία βιώσιμη δημοσιονομική προσαρμογή και η ανάταξη της Οικονομίας.

Η Νέα Δημοκρατία, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, έχει στηρίξει τέτοιες διαρθρωτικές και χρηματοπιστωτικές πρωτοβουλίες.

Στήριξε χρηματοπιστωτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος (όπως είναι η δημιουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και η ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών).

Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για τη βιώσιμη διόρθωση των δημοσίων οικονομικών (όπως είναι η δημιουργία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και η δημιουργία νέου συστήματος δημοσιονομικής διαχείρισης).

Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για την απελευθέρωση δυνάμεων και πόρων στην Οικονομία (όπως είναι η απελευθέρωση του κλάδου των μεταφορών και η αναδιάρθρωση του ΟΣΕ).

Όμως, διαφώνησε και διαφωνεί με το μείγμα της ακολουθούμενης δημοσιονομικής πολιτικής.

Δεν διαφωνεί απλώς, αλλά έχει καταθέσει και συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση, την οποία και διαρκώς εξειδικεύει (Φεβρουάριο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο).

Πρόταση που είναι ρεαλιστική και κοστολογημένη.

Πρόταση συμβατή με την ελληνική πραγματικότητα, που εδράζεται στην οικονομική επιστήμη και την ιστορική εμπειρία (βλέπετε σχετικές μελέτες ΚΕΠΕ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Πρόταση που βασίζεται στο διαχωρισμό του ελλείμματος σε «διαρθρωτικό» και «κυκλικό».

Διαρθρωτικό έλλειμμα που αντιμετωπίζεται με περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, όχι, όμως, αυτής της έντασης και έκτασης.

Και κυκλικό έλλειμμα που αντιμετωπίζεται με αντισταθμιστικά μέτρα τόνωσης της αγοράς.

Αντισταθμιστικά μέτρα που έχουν μηδενικό ή ελάχιστο δημοσιονομικό κόστος αλλά δημιουργούν ανάκαμψη της οικονομίας, δίνουν ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα και επιτρέπουν να αυξηθούν τα έσοδα του κράτους.

Αντισταθμιστικά μέτρα, όπως η εμπροσθοβαρής αξιοποίηση κοινοτικών κονδυλίων, η επιτάχυνση έργων παραχώρησης και ΣΔΙΤ, η αναβάθμιση του θερμοδυναμικού αποθέματος κατοικιών, η ενοποίηση των εισπρακτικών μηχανισμών του Κράτους, ο συμψηφισμός οφειλών, η επιδότηση στεγαστικού δανείου κ.ά.

Μέτρα, κάποια εκ των οποίων, έστω και με καθυστέρηση ή ημιτελώς η Κυβέρνηση αρχίζει να υλοποιεί.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Το κράτος, όμως, παράλληλα και ταυτόχρονα, οφείλει να διαμορφώνει και τις προοπτικές ανάπτυξης για την χώρα.

Να θέσει τις θεσμικές προϋποθέσεις για την προώθηση μίας ανταγωνιστικής και βιώσιμης οικονομικής διαδικασίας που θα βασίζεται, κυρίως, στις νέες, ενδογενείς, πηγές αειφόρου ανάπτυξης.

Πηγές, όπως είναι:

 

1. Η Επένδυση στη Γνώση

Ο όρος οικονομία της γνώσης υποδηλώνει μια οικονομία στην οποία η παραγωγή, η συσσώρευση, η διάχυση και η αξιοποίηση της γνώσης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην παραγωγή και τη διανομή του πλούτου.

Βασικός μηχανισμός παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του γνωσιακού κεφαλαίου είναι το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Μια χώρα για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.

Οι όποιες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να επιδιώκουν την αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, τη διεύρυνση των δυνατοτήτων για την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων και την υιοθέτηση κινήτρων για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

 

2. Η Επένδυση στην Έρευνα και Καινοτομία

Τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα έχουν, πλέον ξεπεραστεί.

Έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο δημιουργούν νέα προϊόντα και νέες υπηρεσίες, καθιστώντας την καινοτομία βασικό πυλώνα της παραγωγικής και οικονομικής δραστηριότητας.

Η επένδυση στην καινοτομία είναι επένδυση στην πρόοδο, στην ανάπτυξη, στην ανταγωνιστικότητα, η οποία εγγυάται οφέλη για τις επιχειρήσεις, ποιότητα για τους πολίτες, ανάπτυξη για την οικονομία.

 

Η αξιοποίηση της καινοτομίας στην οικονομία  αποτελεί τρόπο να δημιουργηθεί πλούτος περισσότερος από όσο αναλογικά θα δημιουργούνταν με βάση το συνολικά επενδεδυμένο κεφάλαιο και τη διαθέσιμη εργατική δύναμη.

 

Προς την κατεύθυνση αυτή δύο είναι οι βασικοί άξονες:

Ο πρώτος άξονας είναι η δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και των απαραίτητων  προϋποθέσεων που ευνοούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της καινοτομίας, με αξιολόγηση των κέντρων έρευνας και τεχνολογίας, με τη δημιουργία ζωνών καινοτομίας, με ερευνητικά κέντρα, με τεχνολογικά πάρκα, κ.α.

Και ο δεύτερος άξονας είναι η ενσωμάτωση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγική διαδικασία και η διάχυση των αποτελεσμάτων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, με στήριξη της ανάπτυξης των επιχειρήσεων με υψηλής έντασης γνώση, με την προώθηση στρατηγικών συνεργασιών, κ.ά.

 

3. Η Επένδυση στην Επιχειρηματικότητα

Θα πρέπει να καταστεί –επιτέλους– σαφές ότι η επιχειρηματικότητα (δηλαδή η ανθρώπινη ικανότητα συνδυασμού των άλλων συντελεστών παραγωγής για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών) είναι σημαντική πηγή ανάπτυξης.

Συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην ενθάρρυνση της οικονομικής δραστηριότητας, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην ανάπτυξη και στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

α) Η απο-ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, ώστε να μετατραπεί η νομοθεσία και η λειτουργία του κράτους σε φιλικότητα προς την επιχείρηση, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά το παραεμπόριο, διασφαλίζοντας την ανταγωνιστική λειτουργία της αγοράς προς όφελος των πολιτών, και απεγκλωβίζοντας την αγορά από το ενδεχόμενο μονιμοποίησης των «έκτακτων εισφορών».

β) Η σταδιακή μείωση των φόρων, με προτεραιότητα στους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ και ο φόρος στα καύσιμα.

Αλλά και με μείωση των φόρων στο εισόδημα και στα κέρδη, αφού κανείς δεν επενδύει σε μια υπερφορολογημένη χώρα.

γ) Η σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μη-μισθολογικού εργοδοτικού κόστους.

Και αυτό δεν επιβαρύνει μόνο τους εργοδότες, αλλά και τους εργαζόμενους, αφού αποθαρρύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ενθαρρύνει τη «μαύρη» εργασία.

 

4. Η Επένδυση σε ένα Ανταγωνιστικό Κράτος

Το κράτος οφείλει να ξεφύγει από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και να αποτελέσει δομικό συστατικό της αλλαγής του οικονομικού υποδείγματος της χώρας.

Βασικοί άξονες προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να είναι:

α) Η καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Brookings η απώλεια δημοσίων εσόδων λόγω της διαφθοράς ανέρχεται τουλάχιστον στο 8% του ΑΕΠ, ενώ μία μέσου επιπέδου βελτίωση όσον αφορά την αντιμετώπισή της θα μείωνε το δημοσιονομικό έλλειμμα κατά 4% του ΑΕΠ.

β) Η εξάλειψη της γραφειοκρατίας με συγκεκριμένες δομικές πρωτοβουλίες όπως είναι:

  • η παροχή της δυνατότητας σε κάθε Έλληνα πολίτη να προμηθεύεται ότι δημόσιο έγγραφο τον αφορά, καταθέτοντας μόνο τον αριθμό της ταυτότητάς του, το ΑΦΜ του και το ΑΜΚΑ,
  • η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη από το Δημόσιο και ο έντιμος συμψηφισμός εξόφλησης των υπολοίπων από και προς το Δημόσιο,
  • το ξεμπλοκάρισμα των επενδύσεων,
  • η κατάργηση των συν-αρμοδιοτήτων, και
  • η ενοποίηση των κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων.

γ) Η έμφαση στην εξωστρέφεια, με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας και τη δημιουργία μίας νέας Γραμματείας Εξωστρέφειας.

δ) Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, με στροφή στην ποιότητα, με ταχύτερη απονομή Δικαιοσύνης και με την απλοποίηση της νομοθεσίας.

ε) Ο συντονισμός της παραγωγικής προσπάθειας στους τομείς που έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε:

  • να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα με την ανάταξη της πρωτογενούς παραγωγής και τη μεταποίηση των προϊόντων της,
  • να χαράξουμε ξεκάθαρη ενεργειακή στρατηγική, και
  • να αξιοποιήσουμε τους δύο πιο ανταγωνιστικούς μας τομείς, τη Ναυτιλία και τον Τουρισμό.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Τέτοιες, και αντίστοιχες, πρωτοβουλίες απαιτούνται για την ανάταξη και την ανάπτυξη της Οικονομίας.

Πρωτοβουλίες όμως που απουσιάζουν από το Κυβερνητικό «οπλοστάσιο».

Πλούσιο αναπτυξιακό «οπλοστάσιο» που όμως δεν αξιοποιείται από την Κυβέρνηση (ή δεν έχει αξιοποιηθεί μέχρι σήμερα αφού έχει αλλάξει η πολιτική ηγεσία), καθώς:

Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων εγκαταλείπεται ώστε να αντισταθμιστεί η σημαντική υστέρηση των δημοσίων εσόδων.

Η αγορά έχει «παγώσει», καθώς το δημόσιο έχει κηρύξει, ουσιαστικά, «στάση πληρωμών».

Το ΕΣΠΑ έχει βαλτώσει με αποτέλεσμα η χώρα από την 5η θέση σε απορροφήσεις κοινοτικών πόρων που ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο να βρίσκεται σήμερα στην 23η θέση.

Το ΤΕΜΠΜΕ αγγίζει τα όρια της αδράνειας, αφού το τρίμηνο Ιούνιος – Αύγουστος δανειοδοτήθηκαν 100 φορές λιγότερες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009.

Οι πρωτοβουλίες για ΣΔΙΤ και οι συμβάσεις παραχώρησης παραμένουν λεκτικό σχήμα.

Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας παραμένουν ακόμα στις προθέσεις της Κυβέρνησης.

Ο Αναπτυξιακός Νόμος είναι εδώ και ένα χρόνο στα σκαριά, και απ’ ότι φαίνεται θα υπάρξουν και αλλαγές στο υπάρχον Κυβερνητικό Σχέδιο.

Και σ’ αυτή την ουσιαστική απουσία αναπτυξιακού προσανατολισμού οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και την αναποτελεσματικότητα του ακολουθούμενου μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Αναποτελεσματικότητα, όπως αυτή καταδεικνύεται από την υστέρηση στα έσοδα, την βαθύτερη ύφεση, την εκτόξευση του πληθωρισμού, τη διόγκωση της ανεργίας.

Ανεργία που εκτιμάται, σύμφωνα με το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, ότι θα ανέλθει στο 14,5%.

Αυτή η αναποτελεσματικότητα καθιστά επιτακτική την αλλαγή του μείγματος οικονομικής πολιτικής, και όχι τη δημιουργία συνθηκών πολιτικής αναστάτωσης.

Καθιστά αναγκαία την προώθηση πολιτικών που επιτυγχάνουν το συγκερασμό της δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανάταξης, αρχικά, και της ανάπτυξης, μεταγενέστερα, της Οικονομίας.

Πολιτικών που θα βγάλουν τη χώρα από το «Μνημόνιο» και την κρίση το ταχύτερο δυνατό.

Και που θα δημιουργήσουν ελπίδα στους πολίτες και προοπτικές ανάπτυξης στην οικονομία.

Σας ευχαριστώ.

Ομιλία στην 11η Prodexpo με θέμα “Χρηματοπιστωτική Κρίση και Αγορά Ακινήτων”

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του 11ου Συνεδρίου της PRODEXPO για την πρόσκληση που μου απεύθυναν να παραστώ και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, την εγχώρια, κυρίως, δημοσιονομική κρίση και τις επιπτώσεις τους στην αγορά ακινήτων.

Χρηματοπιστωτική κρίση που οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες, όπως είναι:

  • Η σταδιακή κατάρρευση της αγοράς των στεγαστικών δανείων, κυρίως στις ΗΠΑ.
  • Τα προβλήματα στην αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου (subprime markets).
  • Η τιτλοποίηση των στεγαστικών δανείων και η χρήση πιστωτικών παραγώγων που οδήγησε σε μόλυνση των ισολογισμών των χρηματοπιστωτικών οργανισμών με «τοξικά» χαρτοφυλάκια.
  • Η αλόγιστη απληστία (τα «οικονομικά της απληστίας» κατά τον Πολ Κρούγκμαν).
  • Το έλλειμμα εταιρικής διακυβέρνησης σε συνδυασμό με την ανεπαρκή αξιολόγηση κινδύνων.
  • Η παρατεταμένη ρυθμιστική αδράνεια και η ελλειπής εποπτεία εθνικών αρχών και φορέων, κυρίως στις μη εποπτευόμενες περιοχές των αγορών κεφαλαίου [βλέπε hedge funds και private equity funds].
  • Η μόχλευση των κεφαλαίων με δανειακά κεφάλαια.

 

Αυτή η χρηματοπιστωτική κρίση επεκτάθηκε γρήγορα και στην πραγματική οικονομία των ανεπτυγμένων κρατών και, κυρίως, των ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες δεν κατάφεραν από την πρώτη στιγμή να αναπτύξουν μία συντονισμένη, προληπτική και κατασταλτική, «γραμμή άμυνας» κατά τη μετάδοση της οικονομικής κρίσης.

Αντίδραση που ούτε σήμερα είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με αφορμή τη συζήτηση που διεξάγεται για την οικονομική διακυβέρνηση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, παρά την παρατηρούμενη σύγκλιση ως προς το ζήτημα της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Σύγκλιση που κινείται προς την κατεύθυνση της ενισχυμένης διαδικασίας επιτήρησης και της δημιουργίας νέων μηχανισμών επιβολής ημι-αυτόματων κυρώσεων για τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παραβιάζουν τις δεσμεύσεις τους.

 

Απόρροια αυτής της κρίσης, ήταν οι Ευρωπαϊκές Οικονομίες να οδηγηθούν σε διόγκωση χρεών και ελλειμμάτων, προσπαθώντας είτε να διασώσουν τα ευάλωτα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είτε να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην πραγματική Οικονομία.

Έτσι, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά μέσο όρο και πριν την τελευταία αναθεώρηση, αυξήθηκε, κατά 6% του ΑΕΠ και κατά 15% του ΑΕΠ αντιστοίχως την περίοδο 2007 – 2009.

Ορισμένες Οικονομίες όμως, με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, όπως κυρίως αυτές του Νότου, επηρεάστηκαν και επηρεάζονται περισσότερο από τις άλλες.

Χώρες, όπως, η Ελλάδα στις οποίες, αν και το τραπεζικό τους σύστημα φάνηκε σχετικά ανθεκτικό στην κρίση, η πραγματική τους Οικονομία δεν μπόρεσε να αντέξει στις πιέσεις.

Και έτσι διογκώθηκαν τα προβλήματα ελλείμματος και χρέους σε αυτές τις οικονομίες.

Μόνο όμως στην Ελλάδα, αυτό το πρόβλημα μετατράπηκε σε κρίση δανεισμού.

Κρίση δανεισμού που οδήγησε στην προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και σε δημοσιονομικές επιλογές δυσμενείς για κλάδους με καθοριστική σημασία για την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, όπως είναι αυτός των ακινήτων.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η αγορά ακινήτων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της οικονομίας στην Ελλάδα, καθώς τα ακίνητα αποτελούν το βασικότερο περιουσιακό στοιχείο των Ελληνικών νοικοκυριών.

Σύμφωνα με σχετικά πρόσφατα στοιχεία, στη χώρα μας παρατηρείται το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (80%) που μετατρέπεται σε 97% στις αγροτικές περιοχές.

Το ακίνητο αποτελούσε, για πολλές δεκαετίες, τη μόνη σταθερή και αποδοτική επένδυση, αλλά και τη μόνη επιλογή που παρείχε μακροπρόθεσμη προστασία στους πολίτες έναντι του πληθωρισμού.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι «[…] μία επένδυση 100 ευρώ σε ακίνητα στις 31/12/1995 μετατρέπεται στις 31/12/2008 σε 304 ευρώ […]» (Καθηγητής κ. Χαρδούβελης).

Βέβαια, οι επενδύσεις σε ακίνητα χαρακτηρίζονται:

α) από πολύ μικρότερο βαθμό ρευστότητας (που σημαίνει ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο έλλειψης ρευστότητας),

β) από υψηλό βαθμό μόχλευσης (που σημαίνει υψηλό ποσοστό δανειακών κεφαλαίων σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια), ενώ

γ) από μικρότερη διακύμανση (μεταβολή) των τιμών και των αποδόσεων.

Έτσι, στα τέλη του 2008, σύμφωνα με στοιχεία της EFG Eurobank Research, το 81,8% των περιουσιακών στοιχείων των Ελλήνων ήταν τοποθετημένα σε ακίνητα, το 17% σε καταθέσεις και το 1,2% σε μετοχές.

Η προτίμηση αυτή μεταφράζεται, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε επενδύσεις σε κατοικίες στο 5,4% του ΑΕΠ και σε κατασκευές στο 10,7% το 2008.

Οι επιλογές αυτές συνδυάστηκαν και με την είσοδο της Ελληνικής Οικονομίας στη ζώνη του ευρώ και με την απότομη πτώση των επιτοκίων.

Αυτή η περίοδος μπορεί να χαρακτηριστεί, σύμφωνα και με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, ως περίοδος των «παχέων αγελάδων», καθώς κατά την δεκαετία 1998 – 2007 οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν κατά 100%.

Έτσι, «ενώ το 1994 χρειαζόταν 2,6 βασικοί μισθοί για να αγοράσει κάποιος ένα τετραγωνικό μέτρο κατοικίας σε μία μεσαία αστική περιοχή, το 2006 χρειάζονταν 4,8 μισθούς. Το 2008, παρά την πτώση των τιμών των ακινήτων κατά 10%, ο δείκτης παρέμεινε πάνω από το 4» (Καθηγητής κ. Μουρμούρας).

Αυτή η ζήτηση για ακίνητα αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη για την άνοδο του κλάδου των κατασκευών και την άνθηση της οικοδομικής δραστηριότητας.

Δραστηριότητα που παράγει θέσεις απασχόλησης (17% της συνολικής απασχόλησης), εισοδήματα (15% του ΑΕΠ), τζίρους, φορολογικά έσοδα, και με την οποία σχετίζονται και 150 επαγγέλματα.

Ωστόσο, μετά την εκδήλωση της κρίσης, αλλά και εξαιτίας συγκεκριμένων, άστοχων, Κυβερνητικών επιλογών, η αγορά αυτή παρουσιάζει απότομη καθίζηση.

Η ζήτηση είναι περιορισμένη, ο δανεισμός ακριβός και με αυστηρότατα κριτήρια, η δε έλλειψη ρευστότητας στην αγορά πλέον είναι εμφανέστατη.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν σε αυτή την καθίζηση είναι τέσσερις.

 

Ο πρώτος έχει να κάνει με τη χρηματοπιστωτική κρίση.

Λόγω της μείωσης της διαθέσιμης ρευστότητας και της αύξησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων παρατηρήθηκε έντονη απο-μόχλευση, δηλαδή μείωση της «εύκολης» παροχής δανείων και συρρίκνωση της οικοδομικής δραστηριότητας.

 

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ύφεση.

Λόγω της μείωσης του ΑΕΠ και του διαθέσιμου εισοδήματος παρατηρείται πτώση της ζήτησης για ακίνητα και σταδιακή μείωση των τιμών. Η σχέση της αγοράς ακινήτων με τον οικονομικό κύκλο είναι αμφίδρομη, αφού η πτώση των τιμών συνεπάγεται μείωση των επενδύσεων και της απασχόλησης και ούτω καθεξής…

 

Ο τρίτος λόγος έχει να κάνει με τον πληθωρισμό.

Λόγω αυτού επέρχεται μείωση της ζήτησης για στεγαστικά δάνεια και αυξημένο κόστος παραγωγής νέων κατοικιών.

 

Και ο τέταρτος λόγος έχει να κάνει με συγκεκριμένες Κυβερνητικές επιλογές.

Επιλογές που ωθούν την Οικονομία σε έναν ανατροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο ύφεσης.

Πολιτικές που οδηγούν σε μείωση των συναλλαγών, αποθάρρυνση της επένδυσης στα ακίνητα, μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας.

Μέτρα φοροεπιδρομής στη μεσαία και τη μικρομεσαία ιδιοκτησία.

Μέτρα, όπως είναι:

  • Η επαναφορά καταργημένων φόρων, όπως των δωρεών, γονικών παροχών και κληρονομιών.
  • Η επιβολή τεκμαρτού φόρου ιδιοκατοίκησης,
  • Η κατάργηση της απαλλαγής από το «πόθεν έσχες» για την πρώτη κατοικία (πλέον η Κυβέρνηση σκέφτεται να επαναφέρει την απαλλαγή…[Βήμα της Κυριακής, 24.10.2010]).
  • Η επικείμενη αύξηση των αντικειμενικών αξιών (πλέον η Κυβέρνηση σκέφτεται να παρατείνει την αύξηση για το 2ο εξάμηνο του 2011…[Βήμα της Κυριακής. 24.10.2010]).

Διαπιστώσεις που επισημαίνει και η ΠΟΜΙΔΑ, σύμφωνα με την οποία:

«[…] Η κτηματαγορά, η οικοδομή και η ιδιαίτερα η αγορά των μισθώσεων ακινήτων βρίσκονται σε κατάσταση πραγματικής κατάρρευσης, εξ αιτίας όχι τόσο της σοβούσας οικονομικής κρίσης, όσο κυρίως:

α) των πρόσφατων φορολογικών μέτρων,

β) της μειώσεως του αριθμού των εκμισθωμένων ακινήτων λόγω της διακοπής λειτουργίας πολλών επιχειρήσεων,

γ) της μειώσεως των ενοικίων, και

δ) της φημολογίας για μεγάλες αυξήσεις των αντικειμενικών αξιών από το 2011[…]» [9 Σεπτεμβρίου].

 

Έτσι σήμερα η αγορά ακινήτων έχει παγώσει.

Η οικοδομική δραστηριότητα έχει καθηλωθεί.

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου έχουν καταγραφεί μόλις 12.000 συναλλαγές μέσω των τραπεζών, όταν προ κρίσης μέσα σε έναν χρόνο καταγράφονταν πάνω από 70.000.

Τον Ιούλιο του 2010 οι εκδοθείσες οικοδομικές άδειες περιορίστηκαν στις 5.156, από 6.519 τον ίδιο μήνα του 2009, από 7.846 τον ίδιο μήνα του 2008, από 8.652 τον ίδιο μήνα του 2007.

Δηλαδή, η μείωση είναι 40% από το 2007.

Αντίστοιχη είναι και η συρρίκνωση του όγκου της οικοδομικής δραστηριότητας.

Έτσι, περίπου 800 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της οικοδομής έχουν κλείσει από τις αρχές του χρόνου.

Αυτή η συρρίκνωση μεταφράζεται, σύμφωνα με το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, σε απώλεια τουλάχιστον 40.000 θέσεων εργασίας στον ευρύτερο κατασκευαστικό και οικοδομικό κλάδο.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η ελληνική αγορά ακινήτων, έχει ανάγκη, πιο έντονα από ποτέ, για βαθιές τομές, σχεδιασμό με στόχους, σταθερούς κανόνες και φορολογικό καθεστώς, προσέλκυση (με χαρακτήρα επείγοντος…) ξένων επενδύσεων και βέβαια επιτάχυνση των δεκάδων μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων (χωρίς τη συμμετοχή του Δημοσίου) που είναι κολλημένες στη γραφειοκρατία.  

Σ’ αυτή την κατάσταση επιβάλλεται η παρέμβαση της Πολιτείας.

Με πολιτικές στήριξης του κλάδου των ακινήτων, με επιλογές τόνωσης της κατασκευαστικής και οικοδομικής δραστηριότητας.

Με πρωτοβουλίες, όπως είναι:

  • Η ενίσχυση της οικιστικής δραστηριότητας.

Για παράδειγμα, σημαντική επιχορήγηση του επιτοκίου στεγαστικών δανείων για μια 10ετία (εφόσον οι σχετικές συμβάσεις υπογραφούν μέχρι 31/12/2011 και επέκταση των φορολογικών κινήτρων που έληξαν την 31/12/2009 μέχρι 31/12/2011).

  • Η εξόφληση κατασκευαστικών οφειλών.

Με την εξέταση νέων τρόπων εξόφλησης των υποχρεώσεων του κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα, όπως είναι η δυνατότητα νέου διακανονισμού, η μερική εξόφληση και ο διακανονισμός και η μερική ή ολική εξόφληση με ομόλογα.

  • Η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου μέσα από συγκεκριμένες πρωτοβουλίες αξιοποίησης – και όχι εκποίησης – αυτής.

Με πολιτικές που θα μετατρέψουν ένα μέρος του δυνητικού, ανενεργού, πλούτου σε «ενεργητικό».

Με πολιτικές που θα κινητοποιήσουν την περιουσία που παραμένει κατακερματισμένη σε διάφορους φορείς, η αξία της οποίας μόνο στην ΚΕΔ – η οποία μετά από 3 μήνες είναι πάλι χωρίς Πρόεδρο – εκτιμάται στα 272 δισ. ευρώ!

Με σύγχρονες μεθόδους του real estate development που διασφαλίζουν τον έλεγχο και την τήρηση των κανόνων, ώστε να αποφύγουμε στρεβλές μορφές οικιστικής ανάπτυξης – όπως συνέβη σε άλλες χώρες (Ισπανία).

Με μακροχρόνιες μισθώσεις, leasing ή ΣΔΙΤ, ενός μέρους των ακινήτων, που αποτελούν μορφές επικερδούς αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας χωρίς να χάνεται η κυριότητα.

Με την εμπορική αξιοποίηση ενός άλλου μέρους της ακίνητης περιουσίας που μπορεί να αποφέρει άμεσα τη ρευστότητα που χρειαζόμαστε για να μειώσουμε το χρέος.

Με ανάπτυξη τουριστικής κατοικίας για αγοραστές υψηλής εισοδηματικής στάθμης, εστιάζοντας σε κατασκευές με υψηλές προδιαγραφές που έχουν μεγάλη ζήτηση και που δεν αποτελούν ανταγωνιστική δραστηριότητα για τις ξενοδοχειακές μονάδες (ΙΟΒΕ).

Με αξιοποίηση λιμανιών, αεροδρομίων, μαρίνων κλπ., συντελώντας πέρα από τη συγκέντρωση δημοσίων εσόδων και στην τόνωση της περιφερειακής ανάπτυξης.

Συμπερασματικά, με πολιτικές που επιτυγχάνουν το συγκερασμό της δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανάταξης, αρχικά, και της ανάπτυξης, μεταγενέστερα, της οικονομίας.

Πολιτικές βιώσιμης δημοσιονομικής προσαρμογής και θαρραλέων διαρθρωτικών αλλαγών.

Πολιτικές ελπίδας και προοπτικής που συστηματικά, αναλυτικά, και ποσοτικοποιημένα προτείνουμε, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, στην Ελληνική Κυβέρνηση.

 

Σας ευχαριστώ.

TwitterInstagramYoutube