Ομιλία στο Σεμινάριο της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ Πανεπιστημίου Πειραιά με θέμα “Ανάταξη και Ανάπτυξη Ελληνικής Οικονομίας”

Φίλες και φίλοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τη ΔΑΠ – ΝΔΦΚ του Πανεπιστημίου Πειραιά για την πρόσκληση που μου απηύθυνε να παραστώ στο σημερινό Σεμινάριο και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για την πορεία της Ελληνικής Οικονομίας και τις προτάσεις της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ώστε η χώρα, όχι μόνο να απεμπλακεί από τους όρους του «Μνημονίου», αλλά να βγει, όσο γίνεται ταχύτερα, και από την οικονομική κρίση.

Να επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης, αναθεωρώντας όμως το στρεβλό αναπτυξιακό της υπόδειγμα.

Ένα στρεβλό μοντέλο που δεν αξιοποιούσε επαρκώς και αποτελεσματικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της εγχώριας οικονομίας.

Που κατανάλωνε περισσότερα απ’ όσα παρήγαγε.

Που κάλυπτε την απουσία ανταγωνιστικότητας της εγχώριας οικονομίας μέσω της αναδιανομής δανεικών, διογκώνοντας και συντηρώντας διαχρονικά σε υψηλά επίπεδα το δημόσιο χρέος.

Φίλες και φίλοι,

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας είναι χρόνια και έχουν τις ρίζες τους στις προηγούμενες δεκαετίες, όπως, άλλωστε, πρόσφατα δήλωσε και ο Πρόεδρος του Eurogroup.

Τη δεκαετία του 1980, αναπτύχθηκαν έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες και ακολουθήθηκε μια επεκτατική πολιτική με αποτέλεσμα την εκρηκτική διόγκωση του δημοσίου χρέους.

Αυτές οι δημοσιονομικές επιλογές εκείνης της περιόδου επιβάρυναν και επιβαρύνουν, ακόμη και σήμερα, την Ελληνική οικονομία.

Η άνοδος του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης, κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας, οφειλόταν, κυρίως, στα υψηλά πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σε αυτή τη δεκαετία, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο, 12,9% του Α.Ε.Π., κάτι που ποτέ προηγουμένως δεν είχε συμβεί στην Ελλάδα, για τόσο μεγάλο διάστημα και που, φυσικά, δεν έχει επαναληφθεί έκτοτε.

Αυτά τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα οδήγησαν στην έκρηξη του δημοσίου χρέους, από το 23% το 1980 στο 71% το 1990.

Έτσι, ενώ στις αρχές της δεκαετίας, η Ελλάδα ήταν η λιγότερο χρεωμένη χώρα της σημερινής Ευρωζώνης, στο τέλος της, μετά από δύο υποτιμήσεις της δραχμής, μετά από μια διετία ασφυκτικής λιτότητας, και αφού η χώρα απορρόφησε τα Κοινοτικά Μεσογειακά Προγράμματα, βρέθηκε με τριπλάσιο χρέος.

Αυτό, είχε ως αποτέλεσμα οι δαπάνες για τόκους του δημοσίου χρέους να αποκτήσουν τη δική τους δυναμική και να αυξηθούν, από το 2% του Α.Ε.Π. το 1980, στο 10% του ΑΕΠ το 1990 (δεδομένου, μάλιστα, ότι το 1990 ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου χρέους ήταν αφανές και μη εξυπηρετούμενο, τα επίσημα στοιχεία υποεκτιμούν το κόστος εξυπηρέτησής του).

Από το 1990, ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια αντιμετώπισης των ανισορροπιών και στρεβλώσεων της Ελληνικής οικονομίας.

Η Ελλάδα υιοθέτησε ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων με στόχο την ονομαστική σύγκλιση, εγκατέλειψε την πολιτική της συστηματικής διολίσθησης του νομίσματος και έκανε κάποια βήματα απελευθέρωσης της οικονομίας.

Όμως, κατά τη δεκαετία του 1980 είχε σημειωθεί και μια εκρηκτική αύξηση στα χρέη των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών και των αγροτικών συνεταιρισμών.

Τα χρέη αυτά εντάχθηκαν στο επίσημο δημόσιο χρέος μεταγενέστερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οι εγγυήσεις του Δημοσίου για δάνεια από ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ανήλθαν το 1989 στο 32% του Α.Ε.Π.

Τα επόμενα 3 χρόνια, περίπου, οι μισές – από αδυναμία εξυπηρέτησής τους – κατέπεσαν εκτοξεύοντας το χρέος στο 110% του Α.Ε.Π.

Μετά την περίοδο 1990-1993, το ποσοστό του δημοσίου χρέους ως προς το Α.Ε.Π. σταθεροποιήθηκε.

Αφενός, ο κύριος όγκος των «αφανών» χρεών της δεκαετίας του 1980 ενσωματώθηκε στο επίσημο χρέος μέχρι το 1993 και αφετέρου είχαν δημιουργηθεί τα πρώτα πρωτογενή πλεονάσματα (από πρωτογενές έλλειμμα της τάξεως του 5,6% του Α.Ε.Π. το 1989). 

Αυτά, όμως, τα πρωτογενή πλεονάσματα, που είχαν δημιουργηθεί στη δεκαετία της ονομαστικής σύγκλισης, άρχισαν σταδιακά να περιορίζονται, και το 2003 η Ελλάδα είχε και πάλι πρωτογενές έλλειμμα, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση των δανειακών αναγκών της Γενικής Κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας, παρόλο που καθυστέρησαν σε ορισμένες περιπτώσεις να προβούν στις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (αυτοκριτική) κατάφεραν να μειώσουν το χρέος ως ποσοστό του Α.Ε.Π., μέχρι το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης.

Με το ξέσπασμα της κρίσης τα ελλείμματα πράγματι διευρύνθηκαν, όπως έγινε και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Συγκεκριμένα, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά μέσο όρο και πριν την τελευταία αναθεώρηση, αυξήθηκε, κατά 6% του ΑΕΠ και κατά 15% του ΑΕΠ αντιστοίχως την περίοδο 2007 – 2009.

Ωστόσο, φίλες και φίλοι

Η νέα Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί μήνες διαχειρίστηκε, με επικοινωνιακή λογική, το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους της Ελληνικής Οικονομίας, πρόβλημα κοινό σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού.

Κρίση δανεισμού, που ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένων κυβερνητικών επιλογών που αποτυπώθηκαν στην πορεία των spreads, τα οποία από τις 130 μ.β. τον Οκτώβριο ξεπέρασαν τις 1000 μ.β. στις αρχές Μαΐου.

Συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων, καθώς η Κυβέρνηση:

  • «Φούσκωσε», με χρήση «δημιουργικής λογιστικής», το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας για το 2009.
  • Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.
  • Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο ενσωμάτωνε, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων με τα «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους.
  • Έστελνε λανθασμένα και αντιφατικά μηνύματα στις αγορές. Αυτές άρχισαν να μας «τιμωρούν» όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση αναλώνεται σε διακηρύξεις και επιδίδεται σε φλυαρία χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Υπέπεσε σε σωρεία παλινωδιών, δείγμα ελλείμματος πολιτικής αξιοπιστίας.
  • Άργησε να πάρει μέτρα. Αν τα μέτρα είχαν ληφθεί νωρίτερα, θα ήταν πολύ ηπιότερα και ισοδυνάμου οικονομικού αποτελέσματος. Είναι κάτι που υπογράμμισε ο Διοικητής της ΕΚΤ, κ. Τρισέ, τονίζοντας πως η Κυβέρνηση «άργησε πάρα πολύ να αναγνωρίσει την έκταση του προβλήματος και να λάβει τα αναγκαία μέτρα» (15.05.2010).
  • Καθυστέρησε, και κατέθεσε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, κρίσιμα νομοσχέδια, όπως είναι το φορολογικό.
  • Τα μέτρα που έλαβε είναι σκληρά και άδικα. Ενδεικτικά, με τις διαδοχικές αυξήσεις του Ε.Φ.Κ. στην αμόλυβδη βενζίνη η Ελλάδα κατέστη η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη από 20η τον προηγούμενο Οκτώβριο.
  • Το μίγμα των μέτρων είναι οικονομικά αναποτελεσματικό. Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση, «στεγνώνει» την αγορά, παραλύει την ψυχολογία της κοινωνίας και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
  • Το μίγμα των μέτρων ήταν και ελλιπές. Απουσίαζαν και απουσιάζουν οι «αναπτυξιακές ανάσες», τα μέτρα τόνωσης της αγοράς.
  • Θριαμβολογούσε, αδικαιολόγητα, όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα έπρεπε να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περισυλλογή και περίσκεψη.

Έτσι, λοιπόν, η ηγεσία της Κυβέρνησης έχασε τον έλεγχο των εξελίξεων και πυροδότησε μία κρίση δανεισμού που οδήγησε τη χώρα στο «Μηχανισμό Στήριξης».

Φίλες και Φίλοι,

Σε μία κατάσταση όπως η τρέχουσα για την οικονομία, το κράτος, λαμβάνοντας υπόψη και τις χρόνιες εγχώριες δημοσιονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες, τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση δανεισμού της χώρας, οφείλει να παρεμβαίνει και να δημιουργεί τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μεσοπρόθεσμα, συνθήκες και προϋποθέσεις για οικονομική ανάπτυξη.

Βραχυπρόθεσμα, μέσα από ένα πλέγμα συσταλτικών δημοσιονομικών παρεμβάσεων, διαρθρωτικών αλλαγών και χρηματοπιστωτικών πρωτοβουλιών, προκειμένου να επιτευχθεί η αναγκαία βιώσιμη δημοσιονομική προσαρμογή και η ανάταξη της Οικονομίας.

Η Νέα Δημοκρατία, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, έχει στηρίξει τέτοιες διαρθρωτικές και χρηματοπιστωτικές πρωτοβουλίες.

Στήριξε χρηματοπιστωτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος (όπως είναι η δημιουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και η ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών).

Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για τη βιώσιμη διόρθωση των δημοσίων οικονομικών (όπως είναι η δημιουργία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και η δημιουργία νέου συστήματος δημοσιονομικής διαχείρισης).

Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για την απελευθέρωση δυνάμεων και πόρων στην Οικονομία (όπως είναι η απελευθέρωση του κλάδου των μεταφορών και η αναδιάρθρωση του ΟΣΕ).

Όμως, διαφώνησε και διαφωνεί με το μείγμα της ακολουθούμενης δημοσιονομικής πολιτικής.

Δεν διαφωνεί απλώς, αλλά έχει καταθέσει και συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση, την οποία και διαρκώς εξειδικεύει (Φεβρουάριο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο).

Πρόταση που είναι ρεαλιστική και κοστολογημένη.

Πρόταση συμβατή με την ελληνική πραγματικότητα, που εδράζεται στην οικονομική επιστήμη και την ιστορική εμπειρία (βλέπετε σχετικές μελέτες ΚΕΠΕ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Πρόταση που βασίζεται στο διαχωρισμό του ελλείμματος σε «διαρθρωτικό» και «κυκλικό».

Διαρθρωτικό έλλειμμα που αντιμετωπίζεται με περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, όχι, όμως, αυτής της έντασης και έκτασης.

Και κυκλικό έλλειμμα που αντιμετωπίζεται με αντισταθμιστικά μέτρα τόνωσης της αγοράς.

Αντισταθμιστικά μέτρα που έχουν μηδενικό ή ελάχιστο δημοσιονομικό κόστος αλλά δημιουργούν ανάκαμψη της οικονομίας, δίνουν ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα και επιτρέπουν να αυξηθούν τα έσοδα του κράτους.

Αντισταθμιστικά μέτρα, όπως η εμπροσθοβαρής αξιοποίηση κοινοτικών κονδυλίων, η επιτάχυνση έργων παραχώρησης και ΣΔΙΤ, η αναβάθμιση του θερμοδυναμικού αποθέματος κατοικιών, η ενοποίηση των εισπρακτικών μηχανισμών του Κράτους, ο συμψηφισμός οφειλών, η επιδότηση στεγαστικού δανείου κ.ά.

Μέτρα, κάποια εκ των οποίων, έστω και με καθυστέρηση ή ημιτελώς η Κυβέρνηση αρχίζει να υλοποιεί.

Το κράτος, όμως, παράλληλα και ταυτόχρονα, οφείλει να διαμορφώνει και τις προοπτικές ανάπτυξης για την χώρα.

Να θέσει τις θεσμικές προϋποθέσεις για την προώθηση μίας ανταγωνιστικής και βιώσιμης οικονομικής διαδικασίας που θα βασίζεται, κυρίως, στις νέες, ενδογενείς, πηγές αειφόρου ανάπτυξης.

Πηγές, όπως είναι:

1. Η Επένδυση στη Γνώση

Ο όρος οικονομία της γνώσης υποδηλώνει μια οικονομία στην οποία η παραγωγή, η συσσώρευση, η διάχυση και η αξιοποίηση της γνώσης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην παραγωγή και τη διανομή του πλούτου.

Βασικός μηχανισμός παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του γνωσιακού κεφαλαίου είναι το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Μια χώρα για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.

Οι όποιες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να επιδιώκουν την αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, τη διεύρυνση των δυνατοτήτων για την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων και την υιοθέτηση κινήτρων για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

2. Η Επένδυση στην Έρευνα και Καινοτομία

Τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα έχουν, πλέον ξεπεραστεί.

Έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο δημιουργούν νέα προϊόντα και νέες υπηρεσίες, καθιστώντας την καινοτομία βασικό πυλώνα της παραγωγικής και οικονομικής δραστηριότητας.

Η επένδυση στην καινοτομία είναι επένδυση στην πρόοδο, στην ανάπτυξη, στην ανταγωνιστικότητα, η οποία εγγυάται οφέλη για τις επιχειρήσεις, ποιότητα για τους πολίτες, ανάπτυξη για την οικονομία.

Η αξιοποίηση της καινοτομίας στην οικονομία  αποτελεί τρόπο να δημιουργηθεί πλούτος περισσότερος από όσο αναλογικά θα δημιουργούνταν με βάση το συνολικά επενδεδυμένο κεφάλαιο και τη διαθέσιμη εργατική δύναμη.

Προς την κατεύθυνση αυτή δύο είναι οι βασικοί άξονες:

Ο πρώτος άξονας είναι η δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και των απαραίτητων  προϋποθέσεων που ευνοούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της καινοτομίας, με αξιολόγηση των κέντρων έρευνας και τεχνολογίας, με τη δημιουργία ζωνών καινοτομίας, με ερευνητικά κέντρα, με τεχνολογικά πάρκα, κ.α.

Και ο δεύτερος άξονας είναι η ενσωμάτωση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγική διαδικασία και η διάχυση των αποτελεσμάτων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, με στήριξη της ανάπτυξης των επιχειρήσεων με υψηλής έντασης γνώση, με την προώθηση στρατηγικών συνεργασιών, κ.ά.

3. Η Επένδυση στην Επιχειρηματικότητα

Θα πρέπει να καταστεί –επιτέλους– σαφές ότι η επιχειρηματικότητα (δηλαδή η ανθρώπινη ικανότητα συνδυασμού των άλλων συντελεστών παραγωγής για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών) είναι σημαντική πηγή ανάπτυξης.

Συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην ενθάρρυνση της οικονομικής δραστηριότητας, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην ανάπτυξη και στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

α) Η απο-ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, ώστε να μετατραπεί η νομοθεσία και η λειτουργία του κράτους σε φιλικότητα προς την επιχείρηση, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά το παραεμπόριο, διασφαλίζοντας την ανταγωνιστική λειτουργία της αγοράς προς όφελος των πολιτών, και απεγκλωβίζοντας την αγορά από το ενδεχόμενο μονιμοποίησης των «έκτακτων εισφορών».

β) Η σταδιακή μείωση των φόρων, με προτεραιότητα στους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ και ο φόρος στα καύσιμα.

Αλλά και με μείωση των φόρων στο εισόδημα και στα κέρδη, αφού κανείς δεν επενδύει σε μια υπερφορολογημένη χώρα.

γ) Η σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μη-μισθολογικού εργοδοτικού κόστους.

Και αυτό δεν επιβαρύνει μόνο τους εργοδότες, αλλά και τους εργαζόμενους, αφού αποθαρρύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ενθαρρύνει τη «μαύρη» εργασία.

4. Η Επένδυση σε ένα Ανταγωνιστικό Κράτος

Ένα αποτελεσματικό, σύγχρονο και δίκαιο κράτος, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης και μιας ουσιαστικής και βιώσιμης κοινωνικής πολιτικής.

Κράτος που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας, αλλά ορίζεται στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στις απόψεις περί ελάχιστου και μέγιστου κράτους.

Η λειτουργία και η δομή του κράτους θα πρέπει να αντανακλά συνεπώς τα αιτήματα της σύγχρονης και ελεύθερης κοινωνίας για οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ο συνδυασμός των οποίων καταλήγει σε μία μικτή οικονομία που καλύπτεται από τη φιλοσοφία του κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Συνεπώς, το ελληνικό κράτος οφείλει να ξεφύγει από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και να αποτελέσει δομικό συστατικό της αλλαγής του οικονομικού υποδείγματος της χώρας.

Βασικοί άξονες προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να είναι:

α) Η καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Brookings η απώλεια δημοσίων εσόδων λόγω της διαφθοράς ανέρχεται τουλάχιστον στο 8% του ΑΕΠ, ενώ μία μέσου επιπέδου βελτίωση όσον αφορά την αντιμετώπισή της θα μείωνε το δημοσιονομικό έλλειμμα κατά 4% του ΑΕΠ.

β) Η εξάλειψη της γραφειοκρατίας με συγκεκριμένες δομικές πρωτοβουλίες όπως είναι:

  • η παροχή της δυνατότητας σε κάθε Έλληνα πολίτη να προμηθεύεται ότι δημόσιο έγγραφο τον αφορά, καταθέτοντας μόνο τον αριθμό της ταυτότητάς του, το ΑΦΜ του και το ΑΜΚΑ,
  • η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη από το Δημόσιο και ο έντιμος συμψηφισμός εξόφλησης των υπολοίπων από και προς το Δημόσιο,
  • το ξεμπλοκάρισμα των επενδύσεων,
  • η κατάργηση των συν-αρμοδιοτήτων, και
  • η ενοποίηση των κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων.

γ) Η έμφαση στην εξωστρέφεια, με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας και τη δημιουργία μίας νέας Γραμματείας Εξωστρέφειας.

δ) Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, με στροφή στην ποιότητα, με ταχύτερη απονομή Δικαιοσύνης και με την απλοποίηση της νομοθεσίας.

ε) Ο συντονισμός της παραγωγικής προσπάθειας στους τομείς που έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε:

  • να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα με την ανάταξη της πρωτογενούς παραγωγής και τη μεταποίηση των προϊόντων της,
  • να χαράξουμε ξεκάθαρη ενεργειακή στρατηγική, και
  • να αξιοποιήσουμε τους δύο πιο ανταγωνιστικούς μας τομείς, τη Ναυτιλία και τον Τουρισμό.

 

Φίλες και Φίλοι Φοιτητές,

Τέτοιες, και αντίστοιχες, πρωτοβουλίες απαιτούνται για την ανάταξη και την ανάπτυξη της Οικονομίας.

Πρωτοβουλίες όμως που απουσιάζουν από το Κυβερνητικό «οπλοστάσιο».

Πλούσιο αναπτυξιακό «οπλοστάσιο» που όμως δεν αξιοποιείται από την Κυβέρνηση (ή δεν έχει αξιοποιηθεί μέχρι σήμερα αφού έχει αλλάξει η πολιτική ηγεσία), καθώς:

Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων εγκαταλείπεται ώστε να αντισταθμιστεί η σημαντική υστέρηση των δημοσίων εσόδων.

Η αγορά έχει «παγώσει», καθώς το δημόσιο έχει κηρύξει, ουσιαστικά, «στάση πληρωμών».

Το ΕΣΠΑ έχει βαλτώσει με αποτέλεσμα η χώρα από την 5η θέση σε απορροφήσεις κοινοτικών πόρων που ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο να βρίσκεται σήμερα στην 23η θέση.

Το ΤΕΜΠΜΕ αγγίζει τα όρια της αδράνειας, αφού το τρίμηνο Ιούνιος – Αύγουστος δανειοδοτήθηκαν 100 φορές λιγότερες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009.

Οι πρωτοβουλίες για ΣΔΙΤ και οι συμβάσεις παραχώρησης παραμένουν λεκτικό σχήμα.

Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας παραμένουν ακόμα στις προθέσεις της Κυβέρνησης.

Ο Αναπτυξιακός Νόμος είναι εδώ και ένα χρόνο στα σκαριά, και απ’ ότι φαίνεται θα υπάρξουν και αλλαγές στο υπάρχον Κυβερνητικό Σχέδιο.

Και σ’ αυτή την ουσιαστική απουσία αναπτυξιακού προσανατολισμού οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και την αναποτελεσματικότητα του ακολουθούμενου μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Αναποτελεσματικότητα, όπως αυτή καταδεικνύεται από την υστέρηση στα έσοδα, την βαθύτερη ύφεση, την εκτόξευση του πληθωρισμού, τη διόγκωση της ανεργίας.

Ανεργία που εκτιμάται, σύμφωνα με το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, ότι θα ανέλθει στο 14,5%.

Αυτή η αναποτελεσματικότητα καθιστά επιτακτική την αλλαγή του μείγματος οικονομικής πολιτικής, και όχι τη δημιουργία συνθηκών πολιτικής αναστάτωσης.

Καθιστά αναγκαία την προώθηση πολιτικών που επιτυγχάνουν το συγκερασμό της δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανάταξης, αρχικά, και της ανάπτυξης, μεταγενέστερα, της Οικονομίας.

Πολιτικών που θα βγάλουν τη χώρα από το «Μνημόνιο» και την κρίση το ταχύτερο δυνατό.

Και που θα δημιουργήσουν ελπίδα στους πολίτες, και δη στους νέους πολίτες, και προοπτικές ανάπτυξης στην οικονομία.

Σας ευχαριστώ.

Παρέμβαση στη Συνάντηση των Ζημιωθέντων της ΑΣΠΙΣ

Έχουν περάσει περισσότεροι από δώδεκα μήνες και το πρόβλημα για τους ζημιωθέντες της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ παραμένει. Η Πολιτεία αδυνατεί να δώσει μία οριστική λύση.

Καθυστέρησε και καθυστερεί.

Αρχικά, αντί να επικεντρώσει τις προσπάθειές της στην επίλυση του ζητήματος που παρέλαβε, κατηγόρησε, επίσημα και ανεπίσημα, την προηγούμενη Κυβέρνηση ότι είχε ψηφίσει μια, δήθεν, αντικοινοτική ρύθμιση.

Η πραγματικότητα είναι ότι χρησιμοποιήθηκε από την Κυβέρνηση μία εικασία, ότι δηλαδή το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ίσως να ήταν αντικοινοτικό εάν εφαρμοζόταν.

Βέβαια από τις απαντήσεις των αρμοδίων οργάνων δεν απορρέει κάτι τέτοιο.

Και χρησιμοποιήθηκε αυτή η εικασία ακριβώς για να συγκαλυφθεί η αδράνεια και η απραξία, οι οποίες οδήγησαν τα χαρτοφυλάκια ζωής των εταιρειών αυτών σε πλήρη απαξίωση και τους ασφαλισμένους τους σε τέλεια απόγνωση.

Ωστόσο, Κυρίες και Κύριοι,

Οι χιλιάδες πολίτες, ζημιωθέντες της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, έχουν – έχετε – κουραστεί από την τεράστια καθυστέρηση, από την κωλυσιεργία και την αναποτελεσματικότητα που χαρακτηρίζει την Κυβέρνηση αναφορικά με την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος.

Κωλυσιεργία που συνεχίζεται και μετά τη ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου, καθιστώντας ιδιαίτερα αβέβαιη την επίλυση του προβλήματος.

Ειδικότερα, μετά την ψήφιση του νόμου 3867/2010 για την αποκατάσταση των ζημιωθέντων της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ξεκίνησαν οι διαδικασίες μέσω του επόπτη εκκαθάρισης.

Διαδικασίες για τη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου ζωής σε ανάδοχο εταιρεία μέσα σε έξι μήνες.

Εάν, όμως, μετά το πέρας του εξαμήνου δεν έχει επιτευχθεί κάποια λύση, και αφού έχει απαξιωθεί απολύτως και το χαρτοφυλάκιο, ο εν λόγω νόμος προβλέπει μία ιδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία, κατά την οποία γίνεται νέα προσπάθεια πώλησης των χαρτοφυλακίων.

Αυτή την φορά υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος.

Μπαίνουν κριτήρια, διαδικασίες, δεδομένα, αιρέσεις, εγκρίσεις κ.λ.π. αλλά τελικά ο παρανομαστής παραμένει ίδιος.

Εάν η μεταβίβαση δεν επιτευχθεί τότε το χαρτοφυλάκιο εκκαθαρίζεται.

Δηλαδή καταλήγουμε στα ίδια μετά από αρκετούς μήνες και με πολλές επίσημες διαδικασίες.

Ενδιαφέρον είναι και τι προβλέπει ο νόμος, εάν τελικά επιτευχθεί η πολυπόθητη μεταβίβαση.

Ο ανάδοχος θα παραλάβει ένα χαρτοφυλάκιο, που πιθανότατα τον καθιστά αφερέγγυο αμέσως μετά την παραλαβή του αλλά οι ασφαλισμένοι μπορούν να αντιταχθούν.

Και εάν αντιταχθούν, τι γίνεται;

Βελτιώνονται οι συνθήκες αναδοχής; Όχι.

Απλώς οι απαιτήσεις τους πάνε, πάλι, στην εκκαθάριση.

Αλλά ας πούμε ότι όλα πήγανε καλά και ο ανάδοχος ευρέθη.

Τότε, η Τράπεζα της Ελλάδος, που γενικώς κινεί την διαδικασία, μπορεί να μην εγκρίνει την μεταβίβαση, για αγνώστους λόγους.

Έχει ένα έτος να το αποφασίσει.

Εάν τελικώς δεν εγκρίνει, πάλι η εκκαθάριση είναι η λύση.

Εάν όμως πάνε τελικά ΟΛΑ καλά, δηλαδή εάν βρεθεί ο ανάδοχος, δεν καταστεί αφερέγγυος από την ανάληψη του χαρτοφυλακίου, συναινέσουν οι ασφαλισμένοι και εγκρίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, τότε, θα έχει, τουλάχιστον τυπικά, διευθετηθεί το θέμα.

Αλλά, λεφτά δεν θα μπορούν οι ασφαλισμένοι να εισπράξουν για μία διετία τουλάχιστον.

 

Κυρίες και Κύριοι

Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τις όποιες προϋποθέσεις, το ζητούμενο είναι να βρεθεί άμεσα ανάδοχος ασφαλιστική εταιρεία που θα αναλάβει το χαρτοφυλάκιο της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ.

Εάν δεν βρεθεί άμεσα ανάδοχος τότε η εταιρεία θα οδηγηθεί σε εκκαθάριση.

Θα οδηγηθεί σε μία μερική λύση του προβλήματος που δεν θα εξασφαλίζει πλήρως τους χιλιάδες Έλληνες πολίτες που ζημιώθηκαν ανεπανόρθωτα από τη διάλυση της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ.

Το απευκταίο αυτό ενδεχόμενο ισχυροποιείται εάν λάβουμε υπόψη μας ότι:

1ον. Ο όρος που τίθεται για την εξεύρεση της απαραίτητης λύσης είναι εξαιρετικά περιοριστικός, με αποτέλεσμα να είναι πιθανό το ανησυχητικό σενάριο μη εκδήλωσης ενδιαφέροντος κάποιου ανάδοχου εντός 18 μηνών – και τότε θα επέλθει η εκκαθάριση.

2ον. Η ουσιαστική πρόοδος και οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες αναφορικά με την εξεύρεση αναδόχου είναι σε μηδενικά επίπεδα.

3ον. Οι ασφαλιστικές εταιρείες αντιδρούν έντονα στην πρόβλεψη για αναδρομική ισχύ του Εγγυητικού Κεφαλαίου για τις περιπτώσεις της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και της Commercial Value και φέρονται να είναι διατεθειμένοι να προσφύγουν κατά της αναδρομικότητας του εν λόγω νόμου, ακυρώνοντας επί της ουσίας τη δυνατότητα αποκατάστασης των ασφαλισμένων της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ.

Συνεπώς, η ενδεδειγμένη και ουσιαστική λύση είναι η εξεύρεση αναδόχου εταιρείας.

Και για να επιτευχθεί αυτή η απαραίτητη προϋπόθεση για την επίλυση του ζητήματος είναι κρίσιμο να υπάρξουν συντονισμένες ενέργειες από την πλευρά της Κυβέρνησης, οι οποίες έως σήμερα απουσιάζουν.

Δεν επιτρέπεται – άλλο – η συνέχιση του εφησυχασμού και η απουσία οποιασδήποτε πρωτοβουλίας που να προωθεί την επίλυση αυτού του τεράστιου κοινωνικού προβλήματος.

Είναι υποχρέωση της Πολιτείας να δώσει άμεσα λύση στο πρόβλημα.

Είναι υποχρέωση της Κυβέρνησης, επιτέλους, να δράσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά.

Και δική μας υποχρέωση να πιέσουμε, μέσα από τις σχετικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, την Κυβέρνηση για τη δίκαιη λύση του προβλήματος.

Εισήγηση στο 1ο Private Equity Συνέδριο με θέμα “Ανάπτυξη Ελληνικής Οικονομίας”

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της εκδήλωσης για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να παραστώ στο πρώτο τους Συνέδριο και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για την πορεία της Ελληνικής Οικονομίας και τις προτάσεις της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ώστε η χώρα, όχι μόνο να απεμπλακεί από τους όρους του «Μνημονίου», αλλά να βγει, όσο γίνεται ταχύτερα, και από την κρίση.

Να επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης, αναθεωρώντας όμως το στρεβλό αναπτυξιακό της υπόδειγμα.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Σε αυτό το νέο υπόδειγμα κομβικός καθίσταται ο ρόλος του κράτους.

Ένα αποτελεσματικό, σύγχρονο και δίκαιο κράτος, στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης και μιας ουσιαστικής και βιώσιμης κοινωνικής πολιτικής.

Κράτος κανόνων, και όχι αλόγιστων παρεμβάσεων.

Κράτος που θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας, αλλά ορίζεται στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στις απόψεις περί ελάχιστου και μέγιστου κράτους.

Η λειτουργία και η δομή του κράτους θα πρέπει να αντανακλά συνεπώς τα αιτήματα της σύγχρονης και ελεύθερης κοινωνίας για οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ο συνδυασμός των οποίων καταλήγει σε μία μικτή οικονομία που καλύπτεται από τη φιλοσοφία του κοινωνικού φιλελευθερισμού.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Σε ένα τέτοιο ιδεολογικό περίγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη και τις χρόνιες εγχώριες δημοσιονομικές ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες, τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση δανεισμού της χώρας, το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει και να δημιουργεί τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μεσοπρόθεσμα, συνθήκες και προϋποθέσεις για οικονομική ανάπτυξη.

Βραχυπρόθεσμα, μέσα από ένα πλέγμα συσταλτικών δημοσιονομικών παρεμβάσεων, διαρθρωτικών αλλαγών και χρηματοπιστωτικών πρωτοβουλιών, προκειμένου να επιτευχθεί η αναγκαία βιώσιμη δημοσιονομική προσαρμογή και η ανάταξη της Οικονομίας.

Η Νέα Δημοκρατία, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, έχει στηρίξει τέτοιες διαρθρωτικές και χρηματοπιστωτικές πρωτοβουλίες.

Στήριξε χρηματοπιστωτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος (όπως είναι η δημιουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και η ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών).

Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για τη βιώσιμη διόρθωση των δημοσίων οικονομικών (όπως είναι η δημιουργία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και η δημιουργία νέου συστήματος δημοσιονομικής διαχείρισης).

Στήριξε διαρθρωτικά μέτρα για την απελευθέρωση δυνάμεων και πόρων στην Οικονομία (όπως είναι η απελευθέρωση του κλάδου των μεταφορών και η αναδιάρθρωση του ΟΣΕ).

Όμως, διαφώνησε και διαφωνεί με το μείγμα της ακολουθούμενης δημοσιονομικής πολιτικής.

Δεν διαφωνεί απλώς, αλλά έχει καταθέσει και συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση, την οποία και διαρκώς εξειδικεύει (Φεβρουάριο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο).

Πρόταση που είναι ρεαλιστική και κοστολογημένη.

Πρόταση συμβατή με την ελληνική πραγματικότητα, που εδράζεται στην οικονομική επιστήμη και την ιστορική εμπειρία (βλέπετε σχετικές μελέτες ΚΕΠΕ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Πρόταση που βασίζεται στο διαχωρισμό του ελλείμματος σε «διαρθρωτικό» και «κυκλικό».

Διαρθρωτικό έλλειμμα που αντιμετωπίζεται με περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, όχι, όμως, αυτής της έντασης και έκτασης.

Και κυκλικό έλλειμμα που αντιμετωπίζεται με αντισταθμιστικά μέτρα τόνωσης της αγοράς.

Αντισταθμιστικά μέτρα που έχουν μηδενικό ή ελάχιστο δημοσιονομικό κόστος αλλά δημιουργούν ανάκαμψη της οικονομίας, δίνουν ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα και επιτρέπουν να αυξηθούν τα έσοδα του κράτους.

Αντισταθμιστικά μέτρα, όπως η εμπροσθοβαρής αξιοποίηση κοινοτικών κονδυλίων, η επιτάχυνση έργων παραχώρησης και ΣΔΙΤ, η αναβάθμιση του θερμοδυναμικού αποθέματος κατοικιών, η ενοποίηση των εισπρακτικών μηχανισμών του Κράτους, ο συμψηφισμός οφειλών, η επιδότηση στεγαστικού δανείου κ.ά.

Μέτρα, κάποια εκ των οποίων, έστω και με καθυστέρηση ή ημιτελώς η Κυβέρνηση αρχίζει να υλοποιεί.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Το κράτος, όμως, παράλληλα και ταυτόχρονα, οφείλει να διαμορφώνει και τις προοπτικές ανάπτυξης για την χώρα.

Να θέσει τις θεσμικές προϋποθέσεις για την προώθηση μίας ανταγωνιστικής και βιώσιμης οικονομικής διαδικασίας που θα βασίζεται, κυρίως, στις νέες, ενδογενείς, πηγές αειφόρου ανάπτυξης.

Πηγές, όπως είναι:

 

1. Η Επένδυση στη Γνώση

Ο όρος οικονομία της γνώσης υποδηλώνει μια οικονομία στην οποία η παραγωγή, η συσσώρευση, η διάχυση και η αξιοποίηση της γνώσης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην παραγωγή και τη διανομή του πλούτου.

Βασικός μηχανισμός παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του γνωσιακού κεφαλαίου είναι το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Μια χώρα για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.

Οι όποιες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να επιδιώκουν την αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, τη διεύρυνση των δυνατοτήτων για την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων και την υιοθέτηση κινήτρων για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

 

2. Η Επένδυση στην Έρευνα και Καινοτομία

Τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα έχουν, πλέον ξεπεραστεί.

Έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο δημιουργούν νέα προϊόντα και νέες υπηρεσίες, καθιστώντας την καινοτομία βασικό πυλώνα της παραγωγικής και οικονομικής δραστηριότητας.

Η επένδυση στην καινοτομία είναι επένδυση στην πρόοδο, στην ανάπτυξη, στην ανταγωνιστικότητα, η οποία εγγυάται οφέλη για τις επιχειρήσεις, ποιότητα για τους πολίτες, ανάπτυξη για την οικονομία.

 

Η αξιοποίηση της καινοτομίας στην οικονομία  αποτελεί τρόπο να δημιουργηθεί πλούτος περισσότερος από όσο αναλογικά θα δημιουργούνταν με βάση το συνολικά επενδεδυμένο κεφάλαιο και τη διαθέσιμη εργατική δύναμη.

 

Προς την κατεύθυνση αυτή δύο είναι οι βασικοί άξονες:

Ο πρώτος άξονας είναι η δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου και των απαραίτητων  προϋποθέσεων που ευνοούν και ενισχύουν την ανάπτυξη της καινοτομίας, με αξιολόγηση των κέντρων έρευνας και τεχνολογίας, με τη δημιουργία ζωνών καινοτομίας, με ερευνητικά κέντρα, με τεχνολογικά πάρκα, κ.α.

Και ο δεύτερος άξονας είναι η ενσωμάτωση της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγική διαδικασία και η διάχυση των αποτελεσμάτων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, με στήριξη της ανάπτυξης των επιχειρήσεων με υψηλής έντασης γνώση, με την προώθηση στρατηγικών συνεργασιών, κ.ά.

 

3. Η Επένδυση στην Επιχειρηματικότητα

Θα πρέπει να καταστεί –επιτέλους– σαφές ότι η επιχειρηματικότητα (δηλαδή η ανθρώπινη ικανότητα συνδυασμού των άλλων συντελεστών παραγωγής για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών) είναι σημαντική πηγή ανάπτυξης.

Συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην ενθάρρυνση της οικονομικής δραστηριότητας, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην ανάπτυξη και στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Βασικοί άξονες δράσης θα πρέπει να είναι:

α) Η απο-ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, ώστε να μετατραπεί η νομοθεσία και η λειτουργία του κράτους σε φιλικότητα προς την επιχείρηση, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά το παραεμπόριο, διασφαλίζοντας την ανταγωνιστική λειτουργία της αγοράς προς όφελος των πολιτών, και απεγκλωβίζοντας την αγορά από το ενδεχόμενο μονιμοποίησης των «έκτακτων εισφορών».

β) Η σταδιακή μείωση των φόρων, με προτεραιότητα στους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ και ο φόρος στα καύσιμα.

Αλλά και με μείωση των φόρων στο εισόδημα και στα κέρδη, αφού κανείς δεν επενδύει σε μια υπερφορολογημένη χώρα.

γ) Η σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μη-μισθολογικού εργοδοτικού κόστους.

Και αυτό δεν επιβαρύνει μόνο τους εργοδότες, αλλά και τους εργαζόμενους, αφού αποθαρρύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ενθαρρύνει τη «μαύρη» εργασία.

 

4. Η Επένδυση σε ένα Ανταγωνιστικό Κράτος

Το κράτος οφείλει να ξεφύγει από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και να αποτελέσει δομικό συστατικό της αλλαγής του οικονομικού υποδείγματος της χώρας.

Βασικοί άξονες προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να είναι:

α) Η καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Brookings η απώλεια δημοσίων εσόδων λόγω της διαφθοράς ανέρχεται τουλάχιστον στο 8% του ΑΕΠ, ενώ μία μέσου επιπέδου βελτίωση όσον αφορά την αντιμετώπισή της θα μείωνε το δημοσιονομικό έλλειμμα κατά 4% του ΑΕΠ.

β) Η εξάλειψη της γραφειοκρατίας με συγκεκριμένες δομικές πρωτοβουλίες όπως είναι:

  • η παροχή της δυνατότητας σε κάθε Έλληνα πολίτη να προμηθεύεται ότι δημόσιο έγγραφο τον αφορά, καταθέτοντας μόνο τον αριθμό της ταυτότητάς του, το ΑΦΜ του και το ΑΜΚΑ,
  • η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη από το Δημόσιο και ο έντιμος συμψηφισμός εξόφλησης των υπολοίπων από και προς το Δημόσιο,
  • το ξεμπλοκάρισμα των επενδύσεων,
  • η κατάργηση των συν-αρμοδιοτήτων, και
  • η ενοποίηση των κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων.

γ) Η έμφαση στην εξωστρέφεια, με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας και τη δημιουργία μίας νέας Γραμματείας Εξωστρέφειας.

δ) Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, με στροφή στην ποιότητα, με ταχύτερη απονομή Δικαιοσύνης και με την απλοποίηση της νομοθεσίας.

ε) Ο συντονισμός της παραγωγικής προσπάθειας στους τομείς που έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε:

  • να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα με την ανάταξη της πρωτογενούς παραγωγής και τη μεταποίηση των προϊόντων της,
  • να χαράξουμε ξεκάθαρη ενεργειακή στρατηγική, και
  • να αξιοποιήσουμε τους δύο πιο ανταγωνιστικούς μας τομείς, τη Ναυτιλία και τον Τουρισμό.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Τέτοιες, και αντίστοιχες, πρωτοβουλίες απαιτούνται για την ανάταξη και την ανάπτυξη της Οικονομίας.

Πρωτοβουλίες όμως που απουσιάζουν από το Κυβερνητικό «οπλοστάσιο».

Πλούσιο αναπτυξιακό «οπλοστάσιο» που όμως δεν αξιοποιείται από την Κυβέρνηση (ή δεν έχει αξιοποιηθεί μέχρι σήμερα αφού έχει αλλάξει η πολιτική ηγεσία), καθώς:

Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων εγκαταλείπεται ώστε να αντισταθμιστεί η σημαντική υστέρηση των δημοσίων εσόδων.

Η αγορά έχει «παγώσει», καθώς το δημόσιο έχει κηρύξει, ουσιαστικά, «στάση πληρωμών».

Το ΕΣΠΑ έχει βαλτώσει με αποτέλεσμα η χώρα από την 5η θέση σε απορροφήσεις κοινοτικών πόρων που ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο να βρίσκεται σήμερα στην 23η θέση.

Το ΤΕΜΠΜΕ αγγίζει τα όρια της αδράνειας, αφού το τρίμηνο Ιούνιος – Αύγουστος δανειοδοτήθηκαν 100 φορές λιγότερες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009.

Οι πρωτοβουλίες για ΣΔΙΤ και οι συμβάσεις παραχώρησης παραμένουν λεκτικό σχήμα.

Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας παραμένουν ακόμα στις προθέσεις της Κυβέρνησης.

Ο Αναπτυξιακός Νόμος είναι εδώ και ένα χρόνο στα σκαριά, και απ’ ότι φαίνεται θα υπάρξουν και αλλαγές στο υπάρχον Κυβερνητικό Σχέδιο.

Και σ’ αυτή την ουσιαστική απουσία αναπτυξιακού προσανατολισμού οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και την αναποτελεσματικότητα του ακολουθούμενου μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

Αναποτελεσματικότητα, όπως αυτή καταδεικνύεται από την υστέρηση στα έσοδα, την βαθύτερη ύφεση, την εκτόξευση του πληθωρισμού, τη διόγκωση της ανεργίας.

Ανεργία που εκτιμάται, σύμφωνα με το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, ότι θα ανέλθει στο 14,5%.

Αυτή η αναποτελεσματικότητα καθιστά επιτακτική την αλλαγή του μείγματος οικονομικής πολιτικής, και όχι τη δημιουργία συνθηκών πολιτικής αναστάτωσης.

Καθιστά αναγκαία την προώθηση πολιτικών που επιτυγχάνουν το συγκερασμό της δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανάταξης, αρχικά, και της ανάπτυξης, μεταγενέστερα, της Οικονομίας.

Πολιτικών που θα βγάλουν τη χώρα από το «Μνημόνιο» και την κρίση το ταχύτερο δυνατό.

Και που θα δημιουργήσουν ελπίδα στους πολίτες και προοπτικές ανάπτυξης στην οικονομία.

Σας ευχαριστώ.

Ομιλία στην 11η Prodexpo με θέμα “Χρηματοπιστωτική Κρίση και Αγορά Ακινήτων”

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του 11ου Συνεδρίου της PRODEXPO για την πρόσκληση που μου απεύθυναν να παραστώ και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, την εγχώρια, κυρίως, δημοσιονομική κρίση και τις επιπτώσεις τους στην αγορά ακινήτων.

Χρηματοπιστωτική κρίση που οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες, όπως είναι:

  • Η σταδιακή κατάρρευση της αγοράς των στεγαστικών δανείων, κυρίως στις ΗΠΑ.
  • Τα προβλήματα στην αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου (subprime markets).
  • Η τιτλοποίηση των στεγαστικών δανείων και η χρήση πιστωτικών παραγώγων που οδήγησε σε μόλυνση των ισολογισμών των χρηματοπιστωτικών οργανισμών με «τοξικά» χαρτοφυλάκια.
  • Η αλόγιστη απληστία (τα «οικονομικά της απληστίας» κατά τον Πολ Κρούγκμαν).
  • Το έλλειμμα εταιρικής διακυβέρνησης σε συνδυασμό με την ανεπαρκή αξιολόγηση κινδύνων.
  • Η παρατεταμένη ρυθμιστική αδράνεια και η ελλειπής εποπτεία εθνικών αρχών και φορέων, κυρίως στις μη εποπτευόμενες περιοχές των αγορών κεφαλαίου [βλέπε hedge funds και private equity funds].
  • Η μόχλευση των κεφαλαίων με δανειακά κεφάλαια.

 

Αυτή η χρηματοπιστωτική κρίση επεκτάθηκε γρήγορα και στην πραγματική οικονομία των ανεπτυγμένων κρατών και, κυρίως, των ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες δεν κατάφεραν από την πρώτη στιγμή να αναπτύξουν μία συντονισμένη, προληπτική και κατασταλτική, «γραμμή άμυνας» κατά τη μετάδοση της οικονομικής κρίσης.

Αντίδραση που ούτε σήμερα είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με αφορμή τη συζήτηση που διεξάγεται για την οικονομική διακυβέρνηση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, παρά την παρατηρούμενη σύγκλιση ως προς το ζήτημα της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Σύγκλιση που κινείται προς την κατεύθυνση της ενισχυμένης διαδικασίας επιτήρησης και της δημιουργίας νέων μηχανισμών επιβολής ημι-αυτόματων κυρώσεων για τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παραβιάζουν τις δεσμεύσεις τους.

 

Απόρροια αυτής της κρίσης, ήταν οι Ευρωπαϊκές Οικονομίες να οδηγηθούν σε διόγκωση χρεών και ελλειμμάτων, προσπαθώντας είτε να διασώσουν τα ευάλωτα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είτε να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην πραγματική Οικονομία.

Έτσι, το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά μέσο όρο και πριν την τελευταία αναθεώρηση, αυξήθηκε, κατά 6% του ΑΕΠ και κατά 15% του ΑΕΠ αντιστοίχως την περίοδο 2007 – 2009.

Ορισμένες Οικονομίες όμως, με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα, όπως κυρίως αυτές του Νότου, επηρεάστηκαν και επηρεάζονται περισσότερο από τις άλλες.

Χώρες, όπως, η Ελλάδα στις οποίες, αν και το τραπεζικό τους σύστημα φάνηκε σχετικά ανθεκτικό στην κρίση, η πραγματική τους Οικονομία δεν μπόρεσε να αντέξει στις πιέσεις.

Και έτσι διογκώθηκαν τα προβλήματα ελλείμματος και χρέους σε αυτές τις οικονομίες.

Μόνο όμως στην Ελλάδα, αυτό το πρόβλημα μετατράπηκε σε κρίση δανεισμού.

Κρίση δανεισμού που οδήγησε στην προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και σε δημοσιονομικές επιλογές δυσμενείς για κλάδους με καθοριστική σημασία για την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, όπως είναι αυτός των ακινήτων.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η αγορά ακινήτων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της οικονομίας στην Ελλάδα, καθώς τα ακίνητα αποτελούν το βασικότερο περιουσιακό στοιχείο των Ελληνικών νοικοκυριών.

Σύμφωνα με σχετικά πρόσφατα στοιχεία, στη χώρα μας παρατηρείται το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση (80%) που μετατρέπεται σε 97% στις αγροτικές περιοχές.

Το ακίνητο αποτελούσε, για πολλές δεκαετίες, τη μόνη σταθερή και αποδοτική επένδυση, αλλά και τη μόνη επιλογή που παρείχε μακροπρόθεσμη προστασία στους πολίτες έναντι του πληθωρισμού.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι «[…] μία επένδυση 100 ευρώ σε ακίνητα στις 31/12/1995 μετατρέπεται στις 31/12/2008 σε 304 ευρώ […]» (Καθηγητής κ. Χαρδούβελης).

Βέβαια, οι επενδύσεις σε ακίνητα χαρακτηρίζονται:

α) από πολύ μικρότερο βαθμό ρευστότητας (που σημαίνει ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο έλλειψης ρευστότητας),

β) από υψηλό βαθμό μόχλευσης (που σημαίνει υψηλό ποσοστό δανειακών κεφαλαίων σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια), ενώ

γ) από μικρότερη διακύμανση (μεταβολή) των τιμών και των αποδόσεων.

Έτσι, στα τέλη του 2008, σύμφωνα με στοιχεία της EFG Eurobank Research, το 81,8% των περιουσιακών στοιχείων των Ελλήνων ήταν τοποθετημένα σε ακίνητα, το 17% σε καταθέσεις και το 1,2% σε μετοχές.

Η προτίμηση αυτή μεταφράζεται, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε επενδύσεις σε κατοικίες στο 5,4% του ΑΕΠ και σε κατασκευές στο 10,7% το 2008.

Οι επιλογές αυτές συνδυάστηκαν και με την είσοδο της Ελληνικής Οικονομίας στη ζώνη του ευρώ και με την απότομη πτώση των επιτοκίων.

Αυτή η περίοδος μπορεί να χαρακτηριστεί, σύμφωνα και με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, ως περίοδος των «παχέων αγελάδων», καθώς κατά την δεκαετία 1998 – 2007 οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν κατά 100%.

Έτσι, «ενώ το 1994 χρειαζόταν 2,6 βασικοί μισθοί για να αγοράσει κάποιος ένα τετραγωνικό μέτρο κατοικίας σε μία μεσαία αστική περιοχή, το 2006 χρειάζονταν 4,8 μισθούς. Το 2008, παρά την πτώση των τιμών των ακινήτων κατά 10%, ο δείκτης παρέμεινε πάνω από το 4» (Καθηγητής κ. Μουρμούρας).

Αυτή η ζήτηση για ακίνητα αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη για την άνοδο του κλάδου των κατασκευών και την άνθηση της οικοδομικής δραστηριότητας.

Δραστηριότητα που παράγει θέσεις απασχόλησης (17% της συνολικής απασχόλησης), εισοδήματα (15% του ΑΕΠ), τζίρους, φορολογικά έσοδα, και με την οποία σχετίζονται και 150 επαγγέλματα.

Ωστόσο, μετά την εκδήλωση της κρίσης, αλλά και εξαιτίας συγκεκριμένων, άστοχων, Κυβερνητικών επιλογών, η αγορά αυτή παρουσιάζει απότομη καθίζηση.

Η ζήτηση είναι περιορισμένη, ο δανεισμός ακριβός και με αυστηρότατα κριτήρια, η δε έλλειψη ρευστότητας στην αγορά πλέον είναι εμφανέστατη.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν σε αυτή την καθίζηση είναι τέσσερις.

 

Ο πρώτος έχει να κάνει με τη χρηματοπιστωτική κρίση.

Λόγω της μείωσης της διαθέσιμης ρευστότητας και της αύξησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων παρατηρήθηκε έντονη απο-μόχλευση, δηλαδή μείωση της «εύκολης» παροχής δανείων και συρρίκνωση της οικοδομικής δραστηριότητας.

 

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ύφεση.

Λόγω της μείωσης του ΑΕΠ και του διαθέσιμου εισοδήματος παρατηρείται πτώση της ζήτησης για ακίνητα και σταδιακή μείωση των τιμών. Η σχέση της αγοράς ακινήτων με τον οικονομικό κύκλο είναι αμφίδρομη, αφού η πτώση των τιμών συνεπάγεται μείωση των επενδύσεων και της απασχόλησης και ούτω καθεξής…

 

Ο τρίτος λόγος έχει να κάνει με τον πληθωρισμό.

Λόγω αυτού επέρχεται μείωση της ζήτησης για στεγαστικά δάνεια και αυξημένο κόστος παραγωγής νέων κατοικιών.

 

Και ο τέταρτος λόγος έχει να κάνει με συγκεκριμένες Κυβερνητικές επιλογές.

Επιλογές που ωθούν την Οικονομία σε έναν ανατροφοδοτούμενο φαύλο κύκλο ύφεσης.

Πολιτικές που οδηγούν σε μείωση των συναλλαγών, αποθάρρυνση της επένδυσης στα ακίνητα, μείωση της κατασκευαστικής δραστηριότητας.

Μέτρα φοροεπιδρομής στη μεσαία και τη μικρομεσαία ιδιοκτησία.

Μέτρα, όπως είναι:

  • Η επαναφορά καταργημένων φόρων, όπως των δωρεών, γονικών παροχών και κληρονομιών.
  • Η επιβολή τεκμαρτού φόρου ιδιοκατοίκησης,
  • Η κατάργηση της απαλλαγής από το «πόθεν έσχες» για την πρώτη κατοικία (πλέον η Κυβέρνηση σκέφτεται να επαναφέρει την απαλλαγή…[Βήμα της Κυριακής, 24.10.2010]).
  • Η επικείμενη αύξηση των αντικειμενικών αξιών (πλέον η Κυβέρνηση σκέφτεται να παρατείνει την αύξηση για το 2ο εξάμηνο του 2011…[Βήμα της Κυριακής. 24.10.2010]).

Διαπιστώσεις που επισημαίνει και η ΠΟΜΙΔΑ, σύμφωνα με την οποία:

«[…] Η κτηματαγορά, η οικοδομή και η ιδιαίτερα η αγορά των μισθώσεων ακινήτων βρίσκονται σε κατάσταση πραγματικής κατάρρευσης, εξ αιτίας όχι τόσο της σοβούσας οικονομικής κρίσης, όσο κυρίως:

α) των πρόσφατων φορολογικών μέτρων,

β) της μειώσεως του αριθμού των εκμισθωμένων ακινήτων λόγω της διακοπής λειτουργίας πολλών επιχειρήσεων,

γ) της μειώσεως των ενοικίων, και

δ) της φημολογίας για μεγάλες αυξήσεις των αντικειμενικών αξιών από το 2011[…]» [9 Σεπτεμβρίου].

 

Έτσι σήμερα η αγορά ακινήτων έχει παγώσει.

Η οικοδομική δραστηριότητα έχει καθηλωθεί.

Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου έχουν καταγραφεί μόλις 12.000 συναλλαγές μέσω των τραπεζών, όταν προ κρίσης μέσα σε έναν χρόνο καταγράφονταν πάνω από 70.000.

Τον Ιούλιο του 2010 οι εκδοθείσες οικοδομικές άδειες περιορίστηκαν στις 5.156, από 6.519 τον ίδιο μήνα του 2009, από 7.846 τον ίδιο μήνα του 2008, από 8.652 τον ίδιο μήνα του 2007.

Δηλαδή, η μείωση είναι 40% από το 2007.

Αντίστοιχη είναι και η συρρίκνωση του όγκου της οικοδομικής δραστηριότητας.

Έτσι, περίπου 800 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της οικοδομής έχουν κλείσει από τις αρχές του χρόνου.

Αυτή η συρρίκνωση μεταφράζεται, σύμφωνα με το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, σε απώλεια τουλάχιστον 40.000 θέσεων εργασίας στον ευρύτερο κατασκευαστικό και οικοδομικό κλάδο.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η ελληνική αγορά ακινήτων, έχει ανάγκη, πιο έντονα από ποτέ, για βαθιές τομές, σχεδιασμό με στόχους, σταθερούς κανόνες και φορολογικό καθεστώς, προσέλκυση (με χαρακτήρα επείγοντος…) ξένων επενδύσεων και βέβαια επιτάχυνση των δεκάδων μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων (χωρίς τη συμμετοχή του Δημοσίου) που είναι κολλημένες στη γραφειοκρατία.  

Σ’ αυτή την κατάσταση επιβάλλεται η παρέμβαση της Πολιτείας.

Με πολιτικές στήριξης του κλάδου των ακινήτων, με επιλογές τόνωσης της κατασκευαστικής και οικοδομικής δραστηριότητας.

Με πρωτοβουλίες, όπως είναι:

  • Η ενίσχυση της οικιστικής δραστηριότητας.

Για παράδειγμα, σημαντική επιχορήγηση του επιτοκίου στεγαστικών δανείων για μια 10ετία (εφόσον οι σχετικές συμβάσεις υπογραφούν μέχρι 31/12/2011 και επέκταση των φορολογικών κινήτρων που έληξαν την 31/12/2009 μέχρι 31/12/2011).

  • Η εξόφληση κατασκευαστικών οφειλών.

Με την εξέταση νέων τρόπων εξόφλησης των υποχρεώσεων του κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα, όπως είναι η δυνατότητα νέου διακανονισμού, η μερική εξόφληση και ο διακανονισμός και η μερική ή ολική εξόφληση με ομόλογα.

  • Η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου μέσα από συγκεκριμένες πρωτοβουλίες αξιοποίησης – και όχι εκποίησης – αυτής.

Με πολιτικές που θα μετατρέψουν ένα μέρος του δυνητικού, ανενεργού, πλούτου σε «ενεργητικό».

Με πολιτικές που θα κινητοποιήσουν την περιουσία που παραμένει κατακερματισμένη σε διάφορους φορείς, η αξία της οποίας μόνο στην ΚΕΔ – η οποία μετά από 3 μήνες είναι πάλι χωρίς Πρόεδρο – εκτιμάται στα 272 δισ. ευρώ!

Με σύγχρονες μεθόδους του real estate development που διασφαλίζουν τον έλεγχο και την τήρηση των κανόνων, ώστε να αποφύγουμε στρεβλές μορφές οικιστικής ανάπτυξης – όπως συνέβη σε άλλες χώρες (Ισπανία).

Με μακροχρόνιες μισθώσεις, leasing ή ΣΔΙΤ, ενός μέρους των ακινήτων, που αποτελούν μορφές επικερδούς αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας χωρίς να χάνεται η κυριότητα.

Με την εμπορική αξιοποίηση ενός άλλου μέρους της ακίνητης περιουσίας που μπορεί να αποφέρει άμεσα τη ρευστότητα που χρειαζόμαστε για να μειώσουμε το χρέος.

Με ανάπτυξη τουριστικής κατοικίας για αγοραστές υψηλής εισοδηματικής στάθμης, εστιάζοντας σε κατασκευές με υψηλές προδιαγραφές που έχουν μεγάλη ζήτηση και που δεν αποτελούν ανταγωνιστική δραστηριότητα για τις ξενοδοχειακές μονάδες (ΙΟΒΕ).

Με αξιοποίηση λιμανιών, αεροδρομίων, μαρίνων κλπ., συντελώντας πέρα από τη συγκέντρωση δημοσίων εσόδων και στην τόνωση της περιφερειακής ανάπτυξης.

Συμπερασματικά, με πολιτικές που επιτυγχάνουν το συγκερασμό της δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανάταξης, αρχικά, και της ανάπτυξης, μεταγενέστερα, της οικονομίας.

Πολιτικές βιώσιμης δημοσιονομικής προσαρμογής και θαρραλέων διαρθρωτικών αλλαγών.

Πολιτικές ελπίδας και προοπτικής που συστηματικά, αναλυτικά, και ποσοτικοποιημένα προτείνουμε, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, στην Ελληνική Κυβέρνηση.

 

Σας ευχαριστώ.

Ομιλία στην Ημερίδα της ΝΟΔΕ Αιτωλοακαρνανίας

Φίλες και Φίλοι,

Νεοδημοκράτισσες και Νεοδημοκράτες,

Ευχαριστώ πολύ για τη σημερινή σας παρουσία.

Είναι τιμή και χαρά μου να βρίσκομαι μαζί σας.

Κοντά σε συμπατριώτες.

Τόσο λόγω της καταγωγής μου, από τη Στερεά Ελλάδα, από τη Φθιώτιδα, με ρίζες από την Ευρυτανία, όσο και λόγω της καταγωγής της συζύγου μου, με ρίζες από την ορεινή Ναυπακτία και το Πετροχώρι.

Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω θερμά τη Νομαρχιακή Οργάνωση του Κόμματος για την ιδιαίτερα τιμητική πρόσκληση που μου απεύθυνε να παραστώ στη σημερινή εκδήλωση και να καταθέσω κάποιες σκέψεις για την πορεία της Οικονομίας.

Σκέψεις που θα απαντούν στα βασικά ερωτήματα που δημιουργούνται σε κάθε πολίτη, σε κάθε ψηφοφόρο της Παράταξης, σε κάθε μέλος του Κόμματος.

 

1ο Ερώτημα: Ποιά είναι η ευθύνη της Νέας Δημοκρατίας για την τρέχουσα κατάσταση της Οικονομίας;

Είναι σε όλους μας γνωστό, πως οι αλόγιστες επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές και άλλες οικονομικές επιλογές κατά τη δεκαετία του ’80 αποτελούν, εν πολλοίς, τη ρίζα των προβλημάτων που μέχρι σήμερα, και για χρόνια ακόμη, θα μας βαρύνουν.

Κατά την περίοδο αυτή τα πρωτογενή ελλείμματα και το δημόσιο χρέος διογκώθηκαν εκρηκτικά.

Το έλλειμμα ήταν κατά μέσο όρο 13% του ΑΕΠ, κάτι που ποτέ προηγουμένως δεν είχε συμβεί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και που, έκτοτε, δεν έχει επαναληφθεί.

Το δημόσιο χρέος από το 22% το 1980 εκτινάχθηκε στο 100% το 1990.

Οι επόμενες Κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν αυτή την περίοδο.

Η αλήθεια είναι ότι οι Κυβερνήσεις της ΝΔ του κ. Καραμανλή, μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης, περιόρισαν το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος ως ποσοστά του ΑΕΠ.

Ενδεικτικά σας αναφέρω ότι το 2007 το έλλειμμα διαμορφώθηκε, σύμφωνα και με τις τελευταίες αναθεωρήσεις της Κυβέρνησης, στο 5,1% από 7,5% το 2004 και το χρέος στο 95,7% από το 99% του 2004.

Από τότε όμως, και μέχρι το 2009, λόγω της οικονομικής κρίσης, υπήρξε διόγκωση ελλείμματος και χρέους.

Όπως συνέβη σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά μέσο όρο, αυξήθηκε αντιστοίχως, κατά 6% του ΑΕΠ και κατά 14,8% του ΑΕΠ την περίοδο 2007 – 2009.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι αυτά τα χρόνια δεν υπήρξαν παραλείψεις, καθυστερήσεις και αβελτηρίες.

Τις αναγνωρίζουμε. Δεν τις αποσιωπούμε, ούτε όμως τις διογκώνουμε.

Η αλήθεια είναι ότι δεν εφαρμόσαμε μέτρα «δραστικότερης θεραπείας» των μακροχρόνιων «νοσημάτων» της Οικονομίας.

Και αναλαμβάνουμε το μερίδιο της ευθύνης που αντικειμενικά μας αναλογεί.

Φυσικά όχι αυτό που η ηγεσία, και ευρύτερα το σύστημα, του ΠΑΣΟΚ θέλει να μας επιρρίψει.

Διότι το πρόσημο των πολιτικών δράσεων μας στην Οικονομία υπήρξε, αντικειμενικά, θετικό.

 

2ο Ερώτημα: Γιατί το δημόσιο χρέος, ως απόλυτο νούμερο, διογκώθηκε επί Νέας Δημοκρατίας;

Η πραγματικότητα είναι ότι την περίοδο 2004-2008 το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 80 δισ. ευρώ.

Όμως, αν δείτε πού πήγαν αυτά τα χρήματα θα διαπιστώσετε τα εξής:

  • 50 δισ. ευρώ πήγαν για την πληρωμή ετήσιων τόκων, στο δημόσιο χρέος που βρήκε η Νέα Δημοκρατία από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις.
  • 10 δισ. ευρώ πήγαν για την πληρωμή αμυντικών εξοπλισμών που είχαν παραγγελθεί από τις προηγούμενες Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και πληρώθηκαν επί Νέας Δημοκρατίας.
  • 2,5 δισ. ευρώ πήγαν για χρέη Νοσοκομείων που βρήκε η Νέα Δημοκρατία από τα προηγούμενα χρόνια και τα πλήρωσε.
  • 7 δισ. ευρώ πήγαν για υποχρεώσεις προς τα ασφαλιστικά ταμεία που είχαν αναλάβει οι προηγούμενες Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και τις πλήρωσε η Νέα Δημοκρατία.

Συνεπώς, τα 70 δισ. ευρώ από τα 80 δισ. ευρώ πήγαν για την κάλυψη υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει οι προηγούμενες Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ.

 

3ο Ερώτημα: Πόσο ήταν τελικά το έλλειμμα του 2009;

Το έλλειμμα του 2009 θα μπορούσε, με κατάλληλες δράσεις, που είχαν ήδη αναληφθεί από την προηγούμενη Κυβέρνηση και θα υλοποιούνταν το τελευταίο τρίμηνο του έτους, να κλείσει κοντά στο 10% του ΑΕΠ.

Σαφώς πολύ υψηλότερο απ’ ότι είχε προϋπολογίσει η προηγούμενη Κυβέρνηση.

Αλλά ούτε και 13,6% του ΑΕΠ που εμφάνισε η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Κυβέρνηση η οποία «φούσκωσε» με λογιστικές ακροβασίες το έλλειμμα του 2009 κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες ή 8,8 δισ. ευρώ.

Ματαιώνοντας «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις του 2009, μεταφέροντας εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μεταθέτοντας πληρωμές του 2010 στο 2009.

Συγκεκριμένα:

  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 προχώρησε σε επιπλέον επιστροφές φόρων 1,3 δισ. ευρώ (ενώ τις πάγωσε από τον Ιανουάριο του 2010).
  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009, και μάλιστα τις τελευταίες ημέρες του έτους, πλήρωσε 1,5 δισ. ευρώ για χρέη νοσοκομείων, χωρίς μάλιστα να κάνει την αναγκαία διαπραγμάτευση με τους προμηθευτές για να περιορίσει την οφειλή, ενώ θα μπορούσε να μεταφέρει την πληρωμή για την επόμενη χρονιά αν ήθελε πράγματι να μειώσει το έλλειμμα του 2009.
  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 αύξησε τις δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα κατά 500 εκατ. ευρώ.
  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 δαπάνησε 500 εκατ. ευρώ για την πρώτη δόση του επιδόματος αλληλεγγύης. Θυμίζω ότι η δαπάνη για την πρώτη δόση του επιδόματος επιβάρυνε τον προϋπολογισμό του 2009, αλλά όλα τα έσοδα από την έκτακτη εισφορά που το χρηματοδότησε πέρασαν στο φετινό προϋπολογισμό. Και βέβαια, μετά το ΔΝΤ, η δεύτερη δόση του επιδόματος κόπηκε.
  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 μετέθεσε για το 2010 την είσπραξη του ΕΤΑΚ που αναλογούσε στην περυσινή χρονιά, ύψους 300 εκατ. ευρώ.
  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 αύξησε κατά 200 εκατ. ευρώ τις δαπάνες για το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, σε σχέση με τις ήδη αυξημένες προβλέψεις του Προγράμματος Σταθερότητας.
  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 κατήργησε τις ρυθμίσεις για τους ημιυπαίθριους (που επανέφερε μεταγενέστερα), χάνοντας 1 δισ. ευρώ.
  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 κατήργησε τις ρυθμίσεις για την επιβολή φόρου στα λαχεία και το ξυστό, χάνοντας έσοδα 700 εκατ. ευρώ.
  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 κατήργησε τις ρυθμίσεις για τα σκάφη αναψυχής, χάνοντας έσοδα 80 εκατ. ευρώ.
  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 αύξησε τις μη-επαναλαμβανόμενες δαπάνες κατά 1,7 δισ. ευρώ.
  • Η Κυβέρνηση στο τελευταίο τρίμηνο του 2009 έχασε κυριολεκτικά κάθε έλεγχο στα έσοδα. Η υστέρηση εσόδων στο 9μηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2009 σε σχέση με το 2008 ήταν 1,1 δισ. ευρώ και μόνο στο τελευταίο τρίμηνο του έτους ξεπέρασε τα επιπλέον 2 δισ. ευρώ, για να φθάσει στο σύνολο του έτους περίπου στα 3 δισ. ευρώ! Αν η Κυβέρνηση κατάφερνε να διατηρήσει, τις έστω και μη ικανοποιητικές κατά το ΠΑΣΟΚ, επιδόσεις της ΝΔ στο διάστημα που είχε την ευθύνη, τότε ο προϋπολογισμός θα είχε επιπλέον έσοδα τουλάχιστον 1 δισ. ευρώ.

 

 

 

4ο Ερώτημα: Ποιες είναι οι ευθύνες της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ από τον Οκτώβριο του 2009;

Η Κυβέρνηση, σήμερα, ένα χρόνο μετά την ανάληψη της εξουσίας, είναι αντιμέτωπη με τα πεπραγμένα της:

1ον. «Φούσκωσε», με χρήση «δημιουργικής λογιστικής», το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας για το 2009.

2ον. Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.

3ον. Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο ενσωμάτωνε, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων με τα «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους.

4ον. Έστελνε λανθασμένα και αντιφατικά μηνύματα στις αγορές. Αυτές άρχισαν να μας «τιμωρούν» όταν διαπίστωσαν ότι η Κυβέρνηση αναλώνεται σε διακηρύξεις και επιδίδεται σε φλυαρία χωρίς να προωθεί μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης.

5ον. Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα.

6ον. Υπέπεσε σε σωρεία παλινωδιών, δείγμα ελλείμματος πολιτικής αξιοπιστίας.

7ον. Άργησε να πάρει μέτρα. Αν τα μέτρα είχαν ληφθεί νωρίτερα, θα ήταν πολύ ηπιότερα και ισοδυνάμου οικονομικού αποτελέσματος.

8ον. Καθυστέρησε, και κατέθεσε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, κρίσιμα νομοσχέδια, όπως είναι το φορολογικό.

9ον. Τα μέτρα που έλαβε είναι σκληρά και άδικα. Ενδεικτικά, με τις διαδοχικές αυξήσεις του Ε.Φ.Κ. στην αμόλυβδη βενζίνη η Ελλάδα κατέστη η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη από 20η τον προηγούμενο Οκτώβριο.

10ον. Το μίγμα των μέτρων είναι οικονομικά αναποτελεσματικό. Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, οδηγεί σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση, «στεγνώνει» την αγορά, παραλύει την ψυχολογία της κοινωνίας και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.

11ον. Το μίγμα των μέτρων ήταν και ελλιπές. Απουσίαζαν και απουσιάζουν οι «αναπτυξιακές ανάσες», τα μέτρα τόνωσης της αγοράς.

12ον. Θριαμβολογούσε, αδικαιολόγητα, όταν οι Ευρωπαϊκές αποφάσεις θα έπρεπε να αποτιμώνται με νηφαλιότητα, περισυλλογή και περίσκεψη.

 

Έτσι, λοιπόν, η αλήθεια είναι ότι η ηγεσία της Κυβέρνησης ή έχασε τον έλεγχο των εξελίξεων ή οδήγησε τη χώρα στο «Μηχανισμό Στήριξης».

 

5ο Ερώτημα: Η προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης ήταν μονόδρομος;

Η προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης δεν ήταν μονόδρομος.

Η Κυβέρνηση, αφού υπέπεσε σε όλα αυτά τα σφάλματα και έχασε τον έλεγχο της κατάστασης, είχε τη δυνατότητα να αποφύγει την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης, εάν απορροφούσε μεγάλο μέρος ή όλο τον όγκο των διαθέσιμων κεφαλαίων, που υπερκάλυπταν τις εκδόσεις χρέους μέχρι τα μέσα Απριλίου.

Συγκεκριμένα, το διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου απορρόφησε 20 δισ. ευρώ από τα 53,7 δισ. ευρώ που ήταν διαθέσιμα.

Επέλεξε, αντί να προσεγγίσει την κάλυψη των δανειακών αναγκών της χώρας με άλλο μίγμα λόγων και πολιτικών χειρισμών, να οδηγήσει τη χώρα στο «Μνημόνιο».

Συγκριτικά σας αναφέρω, ότι η Ιρλανδία ανακοίνωσε ότι το έλλειμμά της θα εκτιναχθεί στο 32% του ΑΕΠ το 2010.

Η Ιρλανδία, όμως, σε αντίθεση με ότι έκανε η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, επέτυχε να καλύψει εγκαίρως και με σχετικά χαμηλό κόστος τις δανειακές της ανάγκες μέχρι τα μέσα του 2011.

Η Ιρλανδία δίνει αγώνα για να μην προσφύγει στο Μηχανισμό Στήριξης.

Εμείς, με τις πράξεις και παραλείψεις της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, προκαλέσαμε την προσφυγή.

Προσφυγή αναπόφευκτη εκείνη τη χρονική στιγμή.

 

6ο Ερώτημα: Γιατί είπαμε «όχι» στο «Μνημόνιο»;

Είπαμε «όχι» στα μίγμα των μέτρων που περιλαμβάνει το «Μνημόνιο»:

 

1ον. Γιατί η Κυβέρνηση δεν διαπραγματεύτηκε, ως όφειλε, το περιεχόμενο του «Μνημονίου».

Η Κυβέρνηση θα έπρεπε να διαπραγματευτεί ρυθμίσεις λιγότερο οδυνηρές για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και περισσότερο αποτελεσματικές και δίκαιες γνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητες του «ασθενούς».

Άλλωστε η απειλή της ελληνικής «χρεοκοπίας» αφορούσε ολόκληρη την Ευρώπη.

 

2ον. Γιατί σύμφωνα με το «Μνημόνιο», το 2014, μετά από μία τετραετία ασφυκτικής δημοσιονομικής πειθαρχίας, το δημόσιο χρέος από 115% του ΑΕΠ που ήταν το 2009 θα εκτιναχθεί στο 145% το 2014. Δεν θα είναι τότε περισσότερο ανεδαφικός ο δανεισμός της χώρας από τις διεθνείς αγορές;

 

3ον. Γιατί το μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής είναι πρωτόγνωρο σε ένταση και έκταση, καθώς το σύνολο των μέτρων της προσαρμογής ανέρχεται στο 19,7% του ΑΕΠ για την περίοδο 2010-2014 προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα κατά 11% του ΑΕΠ.

Σύμφωνα, όμως, με μελέτη του ΔΝΤ, σε 31 επιτυχημένες περιπτώσεις δημοσιονομικής προσαρμογής τα τελευταία 40 χρόνια, ο μέσος όρος της μείωσης του ελλείμματος ήταν 8,3% του ΑΕΠ σε 7,2 χρόνια (μέση ετήσια προσαρμογή 1,15% του ΑΕΠ και όχι 2,2% του ΑΕΠ που επιβάλλεται στη χώρα μας).

 

4ον. Γιατί το «Μνημόνιο» περιλαμβάνει μη καθορισμένα μέτρα ύψους 11 δισ. ευρώ από τα συνολικά 30 δισ. ευρώ της δημοσιονομικής προσαρμογής.

 

5ον. Γιατί το μίγμα των μέτρων δεν ήταν το κατάλληλο και θα βύθιζε τη χώρα στο φαύλο κύκλο της ύφεσης.

Σήμερα επιβεβαιωνόμαστε από τις εξελίξεις και τη δυσμενή κατάσταση που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.

Επιβεβαιωνόμαστε και από τους παραγωγικούς φορείς της χώρας.

Ακόμη και ο Πρόεδρος του ΔΝΤ κ. Στρος-Καν, πρόσφατα, δήλωσε ότι «η λιτότητα α λα Ελληνικά είναι λάθος συνταγή για την Ευρώπη».

Λίγοι όμως τότε προέβλεψαν ότι η θεραπεία σοκ ήταν λάθος.

Λίγοι είχαν το θάρρος να σταθούν με υπευθυνότητα απέναντι στον ελληνικό λαό και να του πουν την αλήθεια.

7ο Ερώτημα: Ποιά είναι η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας;

Η Νέα Δημοκρατία, σε αντίθεση με την αντιπολιτευτική πρακτική του ΠΑΣΟΚ, πρακτική της «δομικής αντιπολίτευσης» και του «όχι σε όλα», έγκαιρα πρότεινε άλλη πρόταση.

Άλλη πρόταση που οδηγεί ταχύτερα και με λογικούς όρους στην έξοδο στις αγορές.

Πρόταση που είναι ρεαλιστική και κοστολογημένη.

Πρόταση συμβατή με την πραγματικότητα.

 

Κάποιοι φαίνεται δεν μπορούν να κατανοήσουν το διαχωρισμό του ελλείμματος σε «διαρθρωτικό» και «κυκλικό».

Παρά το γεγονός ότι αυτός εδράζεται στην οικονομική επιστήμη και την ιστορική εμπειρία (βλέπετε μελέτες ΚΕΠΕ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι ο μηχανισμός αυτών των δύο μορφών ελλείμματος είναι εντελώς διαφορετικός.

Δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι το αποτέλεσμα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής είναι να μετατρέπουμε, λόγω «ανατροφοδότησης», μέρος του «διαρθρωτικού» ελλείμματος (που μειώνεται) σε «κυκλικό» έλλειμμα (που αυξάνεται).

Δεν μπορούν να αποδεχτούν την ανάγκη αλλαγή του ακολουθούμενου μίγματος οικονομικής πολιτικής με την προώθηση πολιτικών που επιτυγχάνουν το συγκερασμό της δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανάταξης, αρχικά, και της ανάπτυξης, μεταγενέστερα, της Οικονομίας.

 

Σύμφωνα με την πρόταση της ΝΔ, το 6,7% του ΑΕΠ του ελλείμματος είναι διαρθρωτικό, ενώ το 3,2% του ΑΕΠ είναι κυκλικό, δηλαδή οφείλεται στην ύφεση. Το υπόλοιπο (3,7% του ΑΕΠ) είναι προϊόν της δημιουργικής λογιστικής του ΠΑΣΟΚ τους τελευταίους μήνες του 2009.

Για την εξουδετέρωση του διαρθρωτικού ελλείμματος είναι αρκετά τα μέτρα που έχουν ληφθεί ως τώρα και δεν χρειάζονταν άλλα.

Πράγματι, η δημοσιονομική προσαρμογή για το 2010, φτάνει το 9,3% του ΑΕΠ και είναι υπεραρκετή για να μηδενιστεί το διαρθρωτικό έλλειμμα που φτάνει το 6,7% του ΑΕΠ.

Το επόμενο που προτείναμε στην Κυβέρνηση ήταν πως για να μειωθεί και το υπόλοιπο έλλειμμα, δηλαδή το κυκλικό που προκαλεί η ύφεση, πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα τόνωσης της αγοράς.

Καταθέσαμε συγκεκριμένες προτάσεις αντισταθμιστικών μέτρων τόνωσης της αγοράς, τα οποία αρκούν για να εξουδετερώσουν το κυκλικό έλλειμμα ύψους 3,2%.

Αντισταθμιστικά μέτρα που έχουν μηδενικό ή ελάχιστο δημοσιονομικό κόστος αλλά δημιουργούν ανάκαμψη της οικονομίας, δίνουν ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα και επιτρέπουν να αυξηθούν τα έσοδα του κράτους.

Αντισταθμιστικά μέτρα, όπως, η εμπροσθοβαρής αξιοποίηση κοινοτικών κονδυλίων, η επιτάχυνση έργων παραχώρησης και ΣΔΙΤ, η αναβάθμιση του θερμοδυναμικού αποθέματος κατοικιών, η ενοποίησης των εισπρακτικών μηχανισμών του Κράτους, ο συμψηφισμός οφειλών κ.α.

τις αγορές.

Έτσι θα μπορούσε να εξουδετερώσουμε το έλλειμμα μετά από 1,5 χρόνο.

Αρκεί να εφαρμόζονταν εγκαίρως. Από τότε. Από τον Ιούλιο.

Όσο όμως περνά ο χρόνος και βαθαίνει η ύφεση τα πράγματα δυσκολεύουν.

 

Δυσκολεύουν όσο δεν αντιμετωπίζουμε, παράλληλα, και το πρόβλημα του δημοσίου χρέους.

Εμείς επιμένουμε στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας ώστε να μειωθεί το δημόσιο χρέος, για το οποίο δεν γίνεται κανένας λόγος.

Έχουμε, από την πρώτη στιγμή, προτείνει συγκεκριμένους τρόπους και πρωτοβουλίες αξιοποίησης – και όχι εκποίησης – της ανενεργής ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, ώστε να μειωθεί απευθείας, το χρέος.

Με μακροχρόνιες μισθώσεις, leasing ή ΣΔΙΤ, ενός μέρους των ακινήτων και με την εμπορική αξιοποίηση ενός άλλου μέρους, με ανάπτυξη τουριστικής κατοικίας για αγοραστές υψηλής εισοδηματικής στάθμης, με αξιοποίηση λιμανιών, αεροδρομίων, μαρίνων κλπ.

Ωστόσο, ο κ. Πρωθυπουργός, ανακάλυψε μόλις πριν από λίγες ημέρες, στην Αμερική, την αξίας αυτής της περιουσίας.

 

Τέλος, προτείνουμε και συγκεκριμένα επανορθωτικά μέτρα για τη διόρθωση των αδικιών και των αστοχιών από τις περικοπές της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ.

Προτείνουμε την αποκατάσταση των συντάξεων στους χαμηλοσυνταξιούχους με δημόσιους πόρους που θα εξοικονομηθούν από την περιστολή των δαπανών από συγκεκριμένους κωδικούς του προϋπολογισμού που αποτελούν σπατάλη.

 

8ο Ερώτημα: Γιατί λέτε ότι αυτή η πρόταση της ΝΔ αγνοήθηκε και διαστρεβλώθηκε;

Καταρχήν η πρότασή μας αγνοήθηκε.

Επί 3 μήνες υπήρξε αφύσικη σιωπή, και σήμερα, μετά την επιτυχημένη εμφάνιση του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κ. Σαμαρά στη ΔΕΘ, όπου επανέλαβε την πρόταση για έξοδο από την επιτήρηση και κατέθεσε το μοντέλο ανάπτυξης για την έξοδο από την κρίση, κάποιοι προσπαθούν να ανακαλύψουν «αντιφάσεις» και «έλλειψη αξιοπιστίας εκτιμήσεων».

Σήμερα, και αφού πρώτα οι ίδιοι έχουν αποτύχει στις εκτιμήσεις τους:

  • για τον πληθωρισμό (το «Μνημόνιο» προέβλεπε 1,9% και σήμερα είναι στο 5,6%),
  • για τα έσοδα (το «Μνημόνιο» προέβλεπε αύξηση 13,7% και σήμερα είναι στο 3,4%),
  • για την ανεργία (το «Μνημόνιο» προέβλεπε 11,8% και σήμερα ήδη διαμορφώνεται σ’ αυτό το ύψος),
  • για το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (το «Μνημόνιο» προέβλεπε μείωση 4% και σήμερα είναι μειωμένο κατά 33%).

 

Και δεύτερον, διαστρεβλώθηκε.

Η ηγεσία της Κυβέρνησης αντελήφθη ότι οι πολίτες προσέχουν την πρόταση της ΝΔ και έβαλε μπροστά τη γνωστή «μηχανή» της παραποίησης.

Ενδεικτικά, ο Υπουργός Οικονομικών, μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, είπε ότι «…η πρόταση ξεκινάει από το απίθανο ότι με αύξηση των δαπανών και με μείωση των φόρων κατά ένα μαγικό τρόπο μέχρι το τέλος του 2011 το έλλειμμα θα είχε μηδενισθεί…».

Ωστόσο, ουδέποτε η Νέα Δημοκρατία μίλησε για αύξηση δαπανών ή για μείωση φόρων πριν την έξοδο από το «Μνημόνιο».

 

9ο Ερώτημα: Ποιοί είναι οι στρατηγικοί άξονες της πρότασης της Νέας Δημοκρατίας για την ανάπτυξη;

Ο Πρόεδρος της ΝΔ, κ. Σαμαράς, παρουσίασε στη ΔΕΘ τους βασικούς άξονες της πρότασης του Κόμματος για την ώθηση της αναπτυξιακής διαδικασίας.

 

Άξονες, όπως είναι:

1. Η σταδιακή μείωση των φόρων, με προτεραιότητα στους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ και ο φόρος στα καύσιμα.

Αλλά και με μείωση των φόρων στο εισόδημα και στα κέρδη, αφού κανείς δεν επενδύει σε μια υπερφορολογημένη χώρα.

Πρέπει, συνεπώς, να βγούμε από το «Μνημόνιο» το ταχύτερο δυνατό, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε μία μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση, που θα αποτελέσει τη βασική προϋπόθεση για την αναπτυξιακή ανασυγκρότηση της χώρας.

Μέχρι τότε δεν πρέπει να ανέβουν άλλο οι φόροι.

 

2. Η σταδιακή μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αφού η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό μη μισθολογικού εργοδοτικού κόστους.

Και αυτό δεν επιβαρύνει μόνο οι εργοδότες, αλλά και τους εργαζόμενους αφού αποθαρρύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ενθαρρύνει τη «μαύρη» εργασία.

 

3. Η εξάλειψη της γραφειοκρατίας με συγκεκριμένες δομικές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες όπως: α) η παροχή της δυνατότητας σε κάθε Έλληνα πολίτη να προμηθεύεται ό,τι δημόσιο έγγραφο τον αφορά, καταθέτοντας μόνο τον αριθμό της ταυτότητάς του, το ΑΦΜ του και το ΑΜΚΑ, β) η ενοποίηση των μηχανισμών χρέωσης του πολίτη από το Δημόσιο και ο έντιμος συμψηφισμός εξόφλησης των υπολοίπων από και προς το Δημόσιο, γ) το ξεμπλοκάρισμα των επενδύσεων, δ) η κατάργηση των συν-αρμοδιοτήτων, και ε) η ενοποίηση των κατακερματισμένων αρμοδιοτήτων.

 

4. Η προτεραιότητα στην ανταγωνιστικότητα, με στροφή στην ποιότητα, με ταχύτερη απονομή στη Δικαιοσύνη, και με την απλοποίηση της νομοθεσίας.

 

5. Η προτεραιότητα στην εξωστρέφεια, με την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της χώρας και τη δημιουργία μίας νέας Γραμματείας Εξωστρέφειας.

 

6. Η απενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας, ώστε να μετατραπεί η νομοθεσία και η λειτουργία του κράτους σε φιλικότητα προς την επιχείρηση, κηρύσσοντας πόλεμο στο παραεμπόριο, διασφαλίζοντας την ανταγωνιστική λειτουργία της αγοράς προς όφελος των πολιτών, και απεγκλωβίζοντας την αγορά από το ενδεχόμενο μονιμοποίησης των «έκτακτων εισφορών».

 

7. Ο συντονισμός της παραγωγικής προσπάθειας στους τομείς που έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε α) να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα με την ανάταξη της πρωτογενούς παραγωγής και τη μεταποίηση των προϊόντων της, β) να προωθήσουμε την καινοτομία, την ευρεσιτεχνία και την πατέντα, γ) να στηρίξουμε την έρευνα με έξυπνες πολιτικές στο ελληνικό πανεπιστήμιο, δ) να χαράξουμε ξεκάθαρη ενεργειακή στρατηγική, και ε) να αξιοποιήσουμε τους δύο πιο ανταγωνιστικούς μας τομείς, τη Ναυτιλία και τον Τουρισμό.

Είναι σχέδιο ελπίδας για τους πολίτες και προοπτικής για την οικονομία και τη χώρα.

 

10ο Ερώτημα: Τι θα γίνει με τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για την Οικονομία;

Η ΝΔ, σ’ αυτήν την εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία, τηρεί όπως πάντα, χωρίς παρεκκλίσεις, στάση εθνικής ευθύνης.

Δυστυχώς όμως, η Κυβέρνηση, ακολουθώντας τα γνώριμα κομματικά χνάρια της κινείται προς τη γνωστή κατεύθυνση, της εμπάθειας και της συκοφάντησης του αντιπάλου της. 

Κλασσικό δείγμα γραφής, η πρόταση για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για την οικονομία. Καθορίζει ως αποκλειστικά επίμαχο το χρονικό διάστημα Μάρτιος 2004 – Σεπτέμβριος 2009, όταν όλοι οι αντικειμενικοί μελετητές γνωρίζουν ότι επί ΠΑΣΟΚ άρχισαν και μεγεθύνθηκαν οι εκτροπές από την ισορροπία.
Η ΝΔ δεν έχει αντίρρηση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, παρ’ ότι επισημαίνει τη ζημιά για τη χώρα.

Το μόνο που δηλώνουμε είναι ότι σ’ αυτή την περίπτωση θα τα διερευνήσουμε όλα.

Το ΠΑΣΟΚ σίγουρα θα βγει διαχρονικά λαβωμένο. 

Για αυτό και δεν θέλει.

Ωστόσο δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, αφού πλέον οι ευθύνες των περιόδων διακυβέρνησής του θεωρούνται δεδομένες από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών.

Έτσι, ο κ. Παπανδρέου παραδέχθηκε προχτές πως τυχόν έρευνα από Εξεταστική επιτροπή για την Οικονομία δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στο διάστημα 2004-2009 και είναι διατεθειμένος να πάει και λίγο νωρίτερα.

Είναι το πρώτο βήμα.

Σε λίγο καιρό θα υποχρεωθεί και στα επόμενα βήματα.

Θα αναγκαστεί να ακούσει τον κ. Σημίτη που του υποδεικνύει να πάει ακόμα πιο πίσω χρονικά την έρευνα της εξεταστικής.

Όσον και εάν φοβάται θα αναγκαστεί και τότε θα επιβεβαιωθεί για ακόμα μία φορά η υπεύθυνη θέση της ΝΔ.

Και τότε η αλήθεια θα λάμψει και η τακτική επικοινωνιακής συγκάλυψης των ευθυνών του ΠΑΣΟΚ θα καταρρεύσει.

 

Φίλες και Φίλοι,

Προσπάθησα να αναδείξω και να απαντήσω σε 10 βασικά ερωτήματα που σχετίζονται με την πορεία της Οικονομίας και βασανίζουν τους πολίτες, οι οποίοι και ζητούν απαντήσεις.

Να παρουσιάσω την πρόταση της ΝΔ για την έξοδο από την κρίση.

Πρόταση ελπίδας και προοπτικής στην οποία μέρα με τη μέρα ανταποκρίνονται όλο και περισσότεροι πολίτες.

Πολίτες που έχουν τη δυνατότητα, στις 7η Νοεμβρίου, στην κάλπη, στηρίζοντας τους υποψηφίους της ΝΔ, να εκφράσουν αυτές τις ανησυχίες και να αναδείξουν τις ελπίδες της κοινωνίας για την πορεία της οικονομίας και της χώρας.

Να στείλουν ένα μεγάλο μήνυμα προς την Κυβέρνηση πως θέλουν μια Ελλάδα χωρίς ψέματα, χωρίς εξαρτήσεις, χωρίς φόβο, χωρίς κατάθλιψη.

Να φωνάξουν πως θέλουν μία Πατρίδα με αισιοδοξία, με δυναμισμό, με εξωστρέφεια, με κοινωνική συνοχή, με ευκαιρίες για όλους.

Να επιλέξουν την Παράταξης της Ευθύνης.

Την Παράταξη της Ανάπτυξης.

Την Παράταξη της Ελπίδας.

Παρουσίαση του Βιβλίου «Σύγχρονη Θεωρία Χαρτοφυλακίου»

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους Συγγραφείς του Βιβλίου για την πολύ τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυναν να παρουσιάσω, μαζί με άλλους εκλεκτούς καλεσμένους, το εγχειρίδιο με τίτλο «Σύγχρονη Θεωρία Χαρτοφυλακίου».

 

Για εμένα, η αποδοχή της πρόσκλησης ήταν πρόκληση και ευκαιρία.

 

Πρόκληση, από την πλευρά του πανεπιστημιακού, προκειμένου να ιχνηλατίσω το ερευνητικό βάθος και εύρος των συγγραφέων σε ένα αντικείμενο που δεν υπάρχει πλούσια ελληνική βιβλιογραφία.

 

Πρόκληση, από την πλευρά του πολιτικού, προκειμένου να αντλήσω λύσεις και εφαρμογές σε προβλήματα που βιώνουμε σήμερα στο χώρο της Οικονομίας.

 

Ευκαιρία να δω συγκεντρωμένη και εστιασμένη, σε ένα ελληνικό εγχειρίδιο, τη σύγχρονη θεωρία χαρτοφυλακίου.

Ευκαιρία να εμπλουτίσω τις σημειώσεις μου αλλά και τον όγκο των προτεινόμενων συγγραμμάτων σε σχετικά μαθήματα Μεταπτυχιακού Επιπέδου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Σήμερα αισθάνομαι δικαιωμένος γι’ αυτή την επιλογή μου.

Η ξενάγηση στις σελίδες του βιβλίου ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη.

 

Το παρόν σύγγραμμα έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία.

Το κενό σε ότι αφορά την ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου πανεπιστημιακού συγγράμματος, το οποίο θα εστιάζει αποκλειστικά στη σύγχρονη θεωρία χαρτοφυλακίου.

Παρουσιάζοντας όλη τη συναφή τεχνική ορολογία.

Περιέχοντας πλούσιες βιβλιογραφικές αναφορές.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Το Βιβλίο ουσιαστικά δομείται σε 4 βασικές ενότητες:

 

Στην πρώτη ενότητα αναπτύσσεται η διαχείριση μετοχικών χαρτοφυλακίων.

Ερευνητική περιοχή που έχει απασχολήσει πολλούς αναλυτές για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ουσιαστικά από το 1952.

Σε αυτή την ενότητα ομαδοποιούνται και παρουσιάζονται οι 4 διαδοχικές φάσεις της διαδικασίας διαχείρισης χαρτοφυλακίων, δηλαδή αυτές του σχεδιασμού, της κατασκευής, της αξιολόγησης και του ανασχεδιασμού.

 

Παρουσιάζονται και ταξινομούνται οι παθητικές και οι ενεργητικές στρατηγικές διαχείρισης μετοχικών χαρτοφυλακίων.

 

Παθητικές στρατηγικές που εδράζονται στη λογική ότι η αγορά δεν τιμά λανθασμένα τα περιουσιακά στοιχεία ή ότι τα τιμά λανθασμένα αλλά οι επενδυτές δεν έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν κάποιο πλεονέκτημα από αυτή την πραγματικότητα.

 

Ενεργητικές στρατηγικές που θεωρούν ότι η αγορά τιμά λανθασμένα τα περιουσιακά στοιχεία και ότι οι διαχειριστές είναι ικανοί να αναγνωρίσουν τις λάθος τιμές.

 

Αναλυτικότερα, οι παθητικές στρατηγικές διακρίνονται σε στρατηγικές αγοράς και διακράτησης και σε στρατηγικές αντιστοίχησης.

 

Οι ενεργητικές στρατηγικές διακρίνονται σε στρατηγικές θεμελιώδους ανάλυσης, τεχνικής ανάλυσης, χαρακτηριστικών των χρεογράφων και ανωμαλιών της αγοράς.

 

Ειδική αναφορά γίνεται, και όρθως, στις στρατηγικές αντίθεσης (contrarian strategies), στις στρατηγικές ορμής (momentum strategies), στις στρατηγικές που σχετίζονται με ημερολογιακά σύνδρομα (όπως είναι το σύνδρομο του Ιανουαρίου, το σύνδρομο ημέρας της εβδομάδος και το σύνδρομο των διακοπών) και στρατηγικές που σχετίζονται με το σύνδρομο των παραμελημένων εταιρειών.

 

Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε μία από τις πλέον σημαντικές έννοιες της σύγχρονης χρηματοοικονομικής θεωρίας, αυτή των αποτελεσματικών αγορών, και παρουσιάζονται οι μορφές αποτελεσματικότητας ανάλογα με το είδος της διαθέσιμης πληροφορίας.

 

Στη δεύτερη ενότητα αναπτύσσεται το βασικό μεθοδολογικό πλαίσιο του μέσου και της διακύμανσης, όπως αυτή προτάθηκε από τον Markowitz.

 

Εισάγονται δηλαδή οι έννοιες της απόδοσης και του κινδύνου, τόσο αναφορικά με την περίπτωση μεμονωμένων χρεογράφων, όσο με την περίπτωση χαρτοφυλακίου χρεογράφων.

 

Θεμελιώνεται η αρχή της διαφοροποίησης και μελετάται λεπτομερώς η σχέση απόδοσης – κινδύνου ενός χαρτοφυλακίου δύο (2) χρεογράφων, για διάφορες τιμές συντελεστών συσχέτισης μεταξύ αυτών (συνήθως αυτές αντιστοιχούν στο -1, στο 0 και στο +1).

Παρουσιάζεται η έννοια του αποτελεσματικού χαρτοφυλακίου και του αποτελεσματικού μετώπου, χωρίς και με τη χρήση «ακίνδυνων» χρεογράφων.

Αναπτύσσεται η τεχνική μαθηματικού προγραμματισμού της σύγχρονης θεωρίας χαρτοφυλακίου για τον προσδιορισμό αποτελεσματικών μετώπων.

 

Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αυθεντική έκφραση του υποδείγματος μέσου – διακύμανσης.

 

Ανακεφαλαιώνοντας, ο Markowitz έδειξε ότι εάν ο επενδυτής μπορεί να προσδιορίσει τις αναμενόμενες αποδόσεις, τις τυπικές αποκλίσεις, και τους συντελεστές συσχέτισης όλων των αξιογράφων τότε το πρόβλημα της επιλογής του χαρτοφυλακίου από τους επενδυτές είναι ουσιαστικά ένα πρόβλημα ελαχιστοποίησης του κινδύνου (δηλαδή της τυπικής απόκλισης) με περιορισμούς:

α) ένα δεδομένο επίπεδο αναμενόμενης απόδοσης και

β) ότι το άθροισμα των σταθμίσεων θα ισούται με τη μονάδα (αν δεν υπάρχει βέβαια η δυνατότητα short-selling).

 

Όρισε δε ως αποδοτικό χαρτοφυλάκιο αυτό που έχει τον μικρότερο κίνδυνο για ένα δεδομένο επίπεδο αναμενόμενης απόδοσης, ή εναλλακτικά, την μεγαλύτερη δυνατή αναμενόμενη απόδοση για ένα δεδομένο επίπεδο κινδύνου.

 

Στην τρίτη ενότητα αναπτύσσονται μαθηματικά υποδείγματα μέσω των οποίων επιτυγχάνεται, τόσο ο περιορισμός του όγκου, όσο και η απλοποίηση του τύπου των δεδομένων που απαιτούνται στη διαδικασία της ανάλυσης χαρτοφυλακίου.

 

Υποδείγματα επιλογής και σύνθεσης χαρτοφυλακίου όπως είναι:

 

1ον. Τα υποδείγματα του ενός δείκτη, με ιδιαίτερη αναφορά στο υπόδειγμα της αγοράς και με διάκριση του κινδύνου σε συστηματικό ή μη-διαφοροποιήσιμο και στο μη-συστηματικό ή διαφοροποιήσιμο.

 

2ον. Τα υποδείγματα πολλαπλών δεικτών, όπως είναι τα υποδείγματα δεικτών βιομηχανίας και θεμελιωδών πολλαπλών δεικτών, με ιδιαίτερη αναφορά στο γνωστό υπόδειγμα των τριών παραγόντων (three-factor model) των Fama και French.

 

3ον. Τα υποδείγματα χρησιμότητας, εισάγοντας την έννοια του πλούτου και της μεγιστοποίησης αυτού και παρουσιάζοντας την ανοχή που έχει κάθε επενδυτής απέναντι στον κίνδυνο (αποστροφή, αδιαφορία, επιδίωξη).

 

Ο λόγος που οι περισσότεροι επενδυτές, με ορθολογική συμπεριφορά, αποφεύγουν τον κίνδυνο είναι ότι στην περίπτωσή τους η χρησιμότητα περιγράφεται ως κοίλη συνάρτηση του πλούτου.

Όσο το επίπεδο του πλούτου αυξάνει, τόσο αυξάνει και το επίπεδο της χρησιμότητας ή ικανοποίησης που αναδύει από την κατοχή του πλούτου.

Ωστόσο, το επίπεδο της χρησιμότητας αυξάνει με μειωμένο ρυθμό καθώς αυξάνει ο πλούτος. Ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα από αυτή τη διαπίστωση είναι ότι για οποιοδήποτε επίπεδο πλούτου, μια μείωση του πλούτου οδηγεί σε μία μεγαλύτερη μείωση της χρησιμότητας, απ’ ότι η ίδια αύξηση του πλούτου που οδηγεί σε μία αύξηση της χρησιμότητας.

 

4ον. Τα υποδείγματα συναρτήσεων ανοχής κινδύνου.

 

5ον. Τα υποδείγματα μέσης γεωμετρικής απόδοσης. Αυτή η στρατηγική επενδύσεως εισήχθη στη χρηματοοικονομική βιβλιογραφία από το Henry Latane το 1959. Υποστηρίζεται ότι η μεγιστοποίηση του γεωμετρικού μέσου όρου έχει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα:

  • Έχει τη μεγαλύτερη πιθανότητα να ξεπεράσει ένα δεδομένο επίπεδο πλούτου σε ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα.
  • Ελαχιστοποιεί τη μακροπρόθεσμη πιθανότητα «καταστροφής».
  • Μεγιστοποιεί το ρυθμό ανάπτυξης του πλούτου.
  • Υποδηλώνει μία απόλυτα μειωμένη τάση αποφυγής του κινδύνου στην επιδίωξη για απόκτηση πλούτου.

 

Η διαδικασία αυτή θεωρείται από αυτούς τους ερευνητές ως βέλτιστη, όταν πρόκειται να κατασκευαστεί χαρτοφυλάκιο στοιχείων, το οποίο να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή γεωμετρική μέση τιμή απόδοσης, αν οι αποδόσεις των χαρτοφυλακίων ακολουθούν την κανονική κατανομή (Elton και Gruber).

 

6ον. Τα υποδείγματα ασφάλειας με τρία διαφορετικά κριτήρια (Roy, Kataoka, Telser).

 

7ον. Τα υποδείγματα αξίας στον κίνδυνο με τα οποία είναι δυνατόν να προσδιορισθεί η μέγιστη αναμενόμενη ζημία που συνδέεται με μια επένδυση, για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και για ένα δεδομένο επίπεδο εμπιστοσύνης.

 

8ον. Τα υποδείγματα στοχαστικής κυριαρχίας.

 

9ον. Τα υποδείγματα τριών ροπών ενσωματώνοντας στη διαδικασία, εκτός από τη μέση τιμή και τη διακύμανση (δηλαδή τις δύο πρώτες στιγμές), και την ασυμμετρία – λόξωση (skewness). Κατ’ αυτό τον τρόπο η λύση αναζητείται στον τρισδιάστατο χώρο ενώ παράλληλα ξεπερνιέται η υπόθεση ότι η απόδοση ακολουθεί κανονική καμπύλη κατανομής.

 

Θα μπορούσε η ανάλυση να επεκταθεί και στη χρήση ανώτερων στιγμών. Έτσι μπορεί να γίνει χρήση και της τέταρτης στιγμής που είναι η κύρτωση. Στόχος είναι η ελαχιστοποίηση αυτής της στιγμής για δεδομένη μέση τιμή, διακύμανση και ασυμμετρία. Και αυτό, διότι διατηρώντας τις άλλες τρεις στιγμές σταθερές, οι επενδυτές θα προτιμήσουν εκείνα τα χαρτοφυλάκια για τα οποία υπάρχει μικρή πιθανότητα πολύ χαμηλών αποτελεσμάτων.

 

Στην τέταρτη ενότητα αναπτύσσονται τα υποδείγματα ισορροπίας, όπως είναι το υπόδειγμα αποτίμησης κεφαλαιακών στοιχείων [CAPM] και η θεωρία της αντισταθμιστικής αποτίμησης [APT].

 

Κυρίες και Κύριοι,

Από τα ανωτέρω κατανοεί, εκτιμώ, κανείς τον όγκο των πληροφοριών που υπάρχουν στο υπό παρουσίαση Βιβλίο.

Βιβλίο όμως που θα μπορούσε επίσης να έχει:

 

1ον. Ποσοτικοποιημένα παραδείγματα και ασκήσεις σε κάθε ενότητα.

 

2ον. Λίγα παραδείγματα τετραγωνικού προγραμματισμού (με χρήση του Solver).

 

3ον. Ανάλυση της διαχείρισης χαρτοφυλακίου με τη δυνατότητα ύπαρξης ανοικτών θέσεων (short-selling).

 

4ον. Αναφορά στις σημαντικές εφαρμογές των υποδειγμάτων ισορροπίας, όπως είναι:

  • Η σύγκριση και αξιολόγηση διαφορετικών χαρτοφυλακίων.
  • Ο καθορισμός του κατάλληλου προεξοφλητικού επιτοκίου για επιχειρήσεις που κάνουν επιλογή μελλοντικών επενδύσεων.

 

5ον. Καταγραφή των προβλημάτων στην εκτίμηση του συστηματικού κινδύνου, όπως είναι:

§        Ο υπολογισμός των αποδόσεων.

  • Το διάστημα του υπολογισμού των αποδόσεων, αφού σε αρκετές μετοχές παρουσιάζεται το λεγόμενο πρόβλημα της αδράνειας στις συναλλαγές (thin trading problem).

§        Η χρησιμοποίηση του κατάλληλου δείκτη της αγοράς.

§        Ο χρονικός ορίζοντας της εκτίμησης.

 

6ον. Ανάλυση των σύνθετων μέτρων απόδοσης των χαρτοφυλακίων.

Μέτρων τα οποία στην αποτίμηση ενός χαρτοφυλακίου λαμβάνουν υπόψη τους, σαν μία έννοια, τόσο την απόδοση όσο και τον κίνδυνο που αυτό ενέχει. Τα πιο δημοφιλή σύνθετα μέτρα είναι αυτά των Treynor, Sharpe και Jensen.

Μέτρων όμως που έχουν και συγκεκριμένα προβλήματα. Δύο κυρίως:

α)  Λανθασμένος καθορισμός του τρόπου αποτίμησης των αξιόγραφων.

β) Λανθασμένος καθορισμός του χαρτοφυλακίου της αγοράς.

 

7ον. Αναφορά σε διεθνή διαφοροποίηση δημιουργώντας ένα διεθνές ή «παγκοσμιοποιημένο» μετοχικό χαρτοφυλάκιο.

Η διεθνής διαφοροποίηση μέσω επενδύσεων σε αξίες του εξωτερικού εμπεριέχει βέβαια επιπλέον κινδύνους, όπως είναι ο κίνδυνος χώρας.

Εμπόδια οικονομικής και τεχνικής φύσεως όπως το αυξημένο συναλλακτικό κόστος και η περιορισμένη ρευστότητα μιας χρημ/κης αγοράς.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να κλείσω την τοποθέτησή μου αντιγράφοντας τα συμπεράσματα από δύο (2) μελέτες των συγγραφέων.

 

Γράφουν χαρακτηριστικά:

«Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της εξεταζόμενης προβληματικής απαιτείται σε κάθε περίπτωση μια συνδυασμένη ολιστική συστημική προσέγγιση, η οποία, όχι μόνο θα αναβαθμίζει τα υπάρχοντα επενδυτικά υποδείγματα, αλλά παράλληλα θα ενοποιεί σε ένα συμπαγές μεθοδολογικό πλαίσιο, συναφείς θεωρητικές καινοτομίες και πρωτότυπα πρακτικά εργαλεία» (Xidonas and Psarras, 2008; Xidonas et al., 2008).

 

Νομίζω ότι αυτή την προσέγγιση οι συγγραφείς την επιτυγχάνουν στο παρόν εγχειρίδιο.

Να είστε πάντως βέβαιοι ότι αν συνέχιζα να διδάσκω σε Μεταπτυχιακό Επίπεδο στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το παρόν εγχειρίδιο θα ήταν στη λίστα των προτεινόμενων εγχειριδίων.

Εύχομαι ολόψυχα, το ανά χείρας βιβλίο να βρει την ανταπόκριση που προσδοκούν οι συγγραφείς, και να διαβαστεί, να μελετηθεί καλύτερα, από πολλούς, όσο γίνεται περισσότερους…

Χαιρετισμός στην Ημερίδα του Περιοδικού “Franchise” με θέμα: «Μικρομεσαία Επιχείρηση: Μοχλός Ανάπτυξης για τη Β. Ελλάδα»

Κυρίες και κύριοι,

Χαιρετίζω, ως Εκπρόσωπος του Κόμματος της Ν.Δ. και του Προέδρου της κ. Αντώνη Σαμαρά, τις εργασίες της ενδιαφέρουσας και επίκαιρης ημερίδας του Περιοδικού “Franchise”.

Είμαι βέβαιος ότι κατά τη διάρκεια της ημερίδας θα κατατεθούν ρεαλιστικοί προβληματισμοί.

Γόνιμες σκέψεις.

Ενδιαφέρουσες προτάσεις.

Θα εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για την κατάσταση και τις προοπτικές της πραγματικής οικονομίας.

Κυρίες και κύριοι,

Η κατάσταση της πραγματικής οικονομίας είναι απογοητευτική.

Η εικόνα της αγοράς είναι αποκαρδιωτική.

Η ηγεσία της Κυβέρνησης είναι πλέον αντιμέτωπη με τα πεπραγμένα της.

Τα αποτελέσματα του ακολουθούμενου μείγματος οικονομικής πολιτικής τα βιώνουν όλο και πιο σκληρά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.

Και, κυρίως, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η ύφεση κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους ανήλθε στο 3,7%, που είναι το υψηλότερο επίπεδο ύφεσης των τελευταίων 35 ετών.

Ο πληθωρισμός τον Αύγουστο διαμορφώθηκε στο 5,6%.

Ο κύκλος εργασιών στο λιανικό εμπόριο συρρικνώθηκε τον Ιούλιο κατά 2,7%.

Κοντά στο «κλείσιμο» ως το τέλος του 2011 βρίσκονται 176.700 επιχειρήσεις (ΓΣΕΒΕΕ).

Κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τις έρευνες των παραγωγικών φορεών, θα μεταφραστεί σε απώλεια 305.000 θέσεων εργασίας.

Η ανεργία τον Ιούνιο έφτασε το 11,6% από 8,6% που ήταν τον Ιούνιο του 2009, χτυπώντας περισσότερο τη νεολαία, με ποσοστό ανεργίας που φτάνει το 29,8% (15-24 έτη).

Η κατάσταση, συνεπώς, καταδεικνύει πως η ακολουθούμενη «θεραπευτική αγωγή» είναι αναποτελεσματική.

Επιτάσσει την άμεση αλλαγή της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Αναγκαία αλλαγή που επισημαίνουν και οι παράγοντες της αγοράς και οι παραγωγικοί φορείς.

Ωστόσο, συνεχίζεται μία οικονομική πολιτική στην οποία κυριαρχεί η λογική της λογιστικής μείωσης του ελλείμματος σε βάρος την οικονομικής δραστηριότητας.

Απουσιάζει κάθε αναπτυξιακός προσανατολισμός.

Κάτι που αποτυπώνεται και από την εγκατάλειψη των αναπτυξιακών εργαλείων της οικονομίας.

Το ΕΣΠΑ έχει βαλτώσει με αποτέλεσμα η χώρα από την 5η θέση σε απορροφήσεις κοινοτικών πόρων που ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο να βρίσκεται σήμερα στην 23η θέση.

Το ΤΕΜΠΜΕ αγγίζει τα όρια της αδράνειας, αφού το τρίμηνο Ιούνιος – Αύγουστος δανειοδοτήθηκαν 100 φορές λιγότερες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009.

Οι πρωτοβουλίες για ΣΔΙΤ και οι συμβάσεις παραχώρησης παραμένουν λεκτικό σχήμα.

Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας παραμένουν ακόμα στις προθέσεις της Κυβέρνησης.

Αναπτυξιακός Νόμος ακόμα δεν υπάρχει.

Κυρίες και κύριοι,

Εμείς, ως Ν.Δ., έγκαιρα, υπογραμμίσαμε την ανάγκη αλλαγής του ακολουθούμενου μείγματος οικονομικής πολιτικής.

Τονίσαμε με κάθε τρόπο την επιτακτική ανάγκη της στήριξης και ενίσχυσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ανάταξης της οικονομίας.

Και αυτό διότι, η επιχειρηματικότητα είναι σημαντική πηγή ανάπτυξης, καθώς συμβάλλει

  • στη δημιουργία θέσεων εργασίας,
  • στην ενθάρρυνση της οικονομικής δραστηριότητας,
  • στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Παράλληλα, η επιχειρηματική δραστηριότητα αποτελεί καθοριστικό πεδίο καταξίωσης του πιο σημαντικού κεφαλαίου της πατρίδας μας, της νέας γενιάς.

Η νεολαία μπορεί και πρέπει να αξιοποιήσει το «επιχειρηματικό δαιμόνιο» που χαρακτηρίζει τη χώρα μας, σύμφωνα με παλαιότερες μελέτες του ΙΟΒΕ και του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου για την Επιχειρηματικότητα.

Για να το επιτύχει αυτό είναι καθοριστικής σημασίας η αρωγή από την Πολιτεία, ώστε να μπορέσει η νέα γενιά να προωθήσει την επιχειρηματική νοοτροπία μέσα από τη δημιουργία και λειτουργία μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα, και δη σε περιοχές όπως η Βόρεια Ελλάδα, απαρτίζουν τη ραχοκοκαλιά της οικονομικής μεγέθυνσης και το συνδετικό ιστό της κοινωνικής συνοχής.

Συμβάλλουν στη μείωση της ανεργίας. Ενδεικτικά να αναφέρω οτι η απασχόληση σ’ αυτές αυξήθηκε την περίοδο 2002-08 κατά 15%.

Αποτελούν εγγύηση για την ισόρροπη ανάπτυξη και την ευμάρεια του τόπου.

Συνιστούν προϋπόθεση για την έξοδο της χώρας από το φαύλο κύκλο της ύφεσης.

Κυρίες και κύριοι,

Για να βγει, όμως, η χώρα από την ύφεση θα πρέπει να ακολουθήσει ένα εναλλακτικό μείγμα οικονομικής πολιτικής.

Εναλλακτικό μείγμα που θα στοχεύει στον ισορροπημένο συγκερασμό της αναγκαίας δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανάταξης, αρχικά, και ανάπτυξης, μεταγενέστερα, της οικονομίας.

Εναλλακτικό μείγμα που αποτελεί τον πυρήνα του Σχεδίου Εξόδου από την Κρίση που κατέθεσε ο Πρόεδρος της Ν.Δ. κ. Αντώνης Σαμαράς στις 7 Ιουλίου, και θα επαναλάβει αύριο από αυτό το χώρο.

Σχέδιο συμβατό με την ελληνική πραγματικότητα.

Σχέδιο ελπίδας για τους πολίτες και προοπτικής για την οικονομία και τη χώρα.

Σας ευχαριστώ πολύ και καλή επιτυχία.

Χαιρετισμός για τη «Μορφολογία του Ελληνικού Τραπεζικού Συστήματος & Διεθνής Χρηματοπιστωτική Κρίση: Οικονομικές & Κοινωνικές Επιπτώσεις»

Κυρίες και Κύριοι,

 

Χαιρετίζω, ως Εκπρόσωπος του Κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, τις εργασίες της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας και επίκαιρης, λόγω της οικονομικής συγκυρίας που διανύουμε, εκδήλωσης που διοργανώνει σήμερα το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, με σκοπό την παρουσίαση των συμπερασμάτων της Μελέτης-Έρευνας με θέμα «Μορφολογία του Ελληνικού Τραπεζικού Συστήματος & Διεθνής Χρηματοπιστωτική Κρίση: Οικονομικές και Κοινωνικές Επιπτώσεις».

Θέλω να συγχαρώ το Οικονομικό Επιμελητήριο για τη διαχρονική συμβολή του στην προσφορά επιστημονικής έρευνας στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του, και για τη διάθεσή του να συμβάλλει στη διαμόρφωση προτάσεων για κρίσιμα οικονομικά ζητήματα.

 

Θέλω, δημόσια, να ευχαριστήσω γιατί κάποια στιγμή μου έδωσε κι εμένα τη δυνατότητα να συμμετάσχω σε αντίστοιχη ερευνητική ομάδα στο παρελθόν.

 

Είμαι βέβαιος ότι κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης αυτής, και αυτό ήδη έγινε από τα μέλη της επιστημονικής-συγγραφικής ομάδας, θα κατατεθούν ρεαλιστικοί προβληματισμοί, θα αναπτυχθούν γόνιμες σκέψεις, θα ακουστούν υπεύθυνες θέσεις, θα εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Κυρίες και Κύριοι,

 

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία, προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και της διεθνοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, πυρήνας του οποίου είναι το τραπεζικό σύστημα. Τόσο η θεωρία όσο και οι εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bank-based countries), όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

 

H πρόσφατη επιδείνωση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας, εξαιτίας των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης, καθώς και δυσμενών εγχώριων παραγόντων, τόσο συγκυριακών όσο και διαρθρωτικών, βρήκε τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού τομέα, κατά βάση, υγιή.

 

Αξίζει μάλιστα να τονισθεί ότι, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες, τα αίτια των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας δεν πηγάζουν από τον τραπεζικό τομέα ή τις διασυνδέσεις του με το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό χώρο (βλέπετε και Τράπεζα της Ελλάδος).

 

Θετικά συνέβαλλε στη διαμορφωθείσα κατάσταση και η αποκλιμάκωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων, λόγω των μέτρων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), οι ευνοϊκές συνθήκες που επικρατούσαν μέχρι πρόσφατα στις αγορές κεφαλαίων και η αξιοποίηση των κυβερνητικών  (επί Ν.Δ.) μέτρων ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας (Ν. 3723/2008).

 

Ωστόσο, μια σειρά από παράγοντες δημιουργούν ανησυχίες, προκαλούν συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας και εγκυμονούν κινδύνους για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όπως είναι:

  • Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος.

 

  • Η σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης (προβλέψεις διεθνών οργανισμών τον τοποθετούν στο -4%).

 

  • Η συρρίκνωση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης (+2,8% προς τον ιδιωτικό τομέα [επιχειρήσεις και νοικοκυριά] το Μάιο του 2010, από 4,2% το Δεκέμβριο του 2009).

 

  • Η χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών (ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων ανήλθε στο 7,7% το Δεκέμβριο του 2009 έναντι 5,0% το Δεκέμβριο του 2008).
  • Η αισθητή μείωση του ποσοστού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις (41,5% το Δεκέμβριο του 2009 έναντι 48,9% το Δεκέμβριο του 2008).

 

  • Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό.

 

  • Η φυγή καταθέσεων προς το εξωτερικό (ενδεικτικά -18,5 δισ. ευρώ ή -6,6% το διάστημα Δεκ-2009 έως και Απρ-2010) και η μείωση της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών   (-15,8 δισ. ευρώ ή -6,6% το διάστημα Δεκ-2009 έως και Απρ-2010) εν μέσω σεναρίων περί πτώχευσης της χώρας αλλά και λόγω αυξημένων αναγκών νοικοκυριών και επιχειρήσεων για ρευστότητα εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

 

Τα στοιχεία αυτά επιτάσσουν την ανάγκη συνετής διαχείρισης της κατάστασης από την Ελληνική Πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα.

 

Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, η Πολιτεία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας. Έτσι, προς αυτή την κατεύθυνση:

 

1ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ., εντοπίζοντας, τη σημασία της ευρωστίας και σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, προχώρησε το φθινόπωρο του 2008, άμεσα και έγκαιρα, στην παροχή ενός σημαντικού πακέτου ρευστότητας. Πακέτου ρευστότητας, που ο 1ος πυλώνας του βοήθησε στην ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών.

 

Πρόσφατα, η παρούσα Κυβέρνηση, που επέκρινε τότε το σχέδιο ρευστότητας της Κυβέρνησης της Ν.Δ., αποφάσισε να προτείνει την ενεργοποίηση και επέκτασή του κατά επιπλέον 15 εκατ.  ευρώ. Και, ορθώς μάλιστα έπραξε, καθώς υπό τις συνθήκες υψηλού κόστους δανεισμού και στενότητας άντλησης κεφαλαίων, η επέκταση του Προγράμματος αποτελούσε αναγκαιότητα.

 

2ον. Το Μνημόνιο του Μηχανισμού Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας, περιλαμβάνει τη δημιουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με 10. δισ. ευρώ για τη διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, ειδικότερα της φερεγγυότητάς του, και όχι τη στήριξη των αναγκών ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Η διατύπωση όμως του Μνημονίου, δημιουργεί ερωτηματικά, περικλείει ασάφειες και απαιτεί περαιτέρω επεξεργασία σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο. Ερωτηματικά και ασάφειες τις οποίες έχουμε εκφράσει, παρά τη στήριξή μας στη δημιουργία του Ταμείου, στον Υπουργό Οικονομικών (όροι & προϋποθέσεις, stress-tests κ.λπ.).

 

3ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε και σε μια σειρά μέτρων για την προστασία των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι η αύξηση της νομικής εγγύησης των καταθετών, η προστασία των δανειοληπτών, η αναβάθμιση και απλοποίηση της λειτουργίας του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ).

 

4ον. Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προχώρησε, και αναμένεται να ολοκληρώσει και για τα νοικοκυριά, τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη ρύθμιση χρεών φυσικών και νομικών προσώπων προς τα πιστωτικά ιδρύματα και για τη χαλάρωση των κριτηρίων επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς.

Νομοθετική πρωτοβουλία την οποία η Ν.Δ., στήριξε, παρά τις επισημάνσεις που έκανε η Αξιωματική Αντιπολίτευση και τη γνώμη που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Και αυτό γιατί η επέκταση της ρύθμισης χρεών, εκτός από τις ληξιπρόθεσμες, και στις ενήμερες οφειλές, θα ενισχύσει τον ηθικό κίνδυνο και δύναται να επιδράσει αρνητικά στη ρευστότητα και στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, στο κόστος του κεφαλαίου και στην πιστωτική επέκταση.  

 

Όμως, και οι τράπεζες επιβάλλεται να αναλάβουν συγκεκριμένες δράσεις ή να ενδυναμώσουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Μεταξύ άλλων, απαιτείται, υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από τις ίδιες:

1ον. Η συστηματική εξέταση, η διαρκής παρακολούθηση και η αποτελεσματική διαχείριση της φύσεως και του ύψους των κινδύνων που αναλαμβάνουν.

2ον. Η ενίσχυση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

3ον. Η βελτίωση των κανόνων εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου και διαφάνειας.

4ον. Η ενίσχυση, ποσοτική και ποιοτική, της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

5ον. Η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και άντλησης ρευστότητας.

6ον. Η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, απαιτείται η υιοθέτηση ενός υγιούς πλαισίου για τα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα (remuneration policies), το οποίο θα ευθυγραμμίζει τα κίνητρα που τους προσφέρονται προς τις ανάγκες της οικονομίας γενικότερα.

Με αυτές τις σκέψεις, χαιρετίζω τη σημερινή σας εκδήλωση.

Σας ευχαριστώ.

Ομιλία στο 8ο Τακτικό Συνέδριο της Ν.Δ.

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Η συγκυρία για την Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο, είναι εξαιρετικά κρίσιμη .

Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., αφού επί μήνες διαχειρίστηκε , με επικοινωνιακή λογική , το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους της Ελληνικής Οικονομίας, πρόβλημα κοινό σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, οδήγησε τη χώρα σε οξύτατη κρίση δανεισμού.

Η ευθύνη της Κυβέρνησης είναι αντικειμενική και ξεκάθαρη .

-> «Φούσκωσε» το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας για το 2009, ματαιώνοντας «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις, μεταθέτοντας εισπράξεις στο 2010, μεταφέροντας πληρωμές του 2010 στο 2009.

-> Παρουσίασε έλλειψη προετοιμασίας και σοβαρού επιχειρησιακού σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.

-> Αναφερόταν – και συνεχίζει να το πράττει- απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.

-> Καθυστέρησε στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και παρέλυσε τον εισπρακτικό μηχανισμό του Δημοσίου. Η υστέρηση των εσόδων, το τελευταίο τρίμηνο του 2009, κάλυψε τα 2/3 της συνολικής υστέρησης του έτους.

-> Κατέθεσε προγραμματικές δηλώσεις που, αντί για περικοπές περιείχαν παροχές.

-> Προχώρησε στην υποβολή και ψήφιση Προϋπολογισμού που ήταν κατώτερος των περιστάσεων.

-> Κατέθεσε Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το όποιο ενσωμάτωνε , όπως αποδεικνύεται, εκ των υστέρων, με τα απανωτά «πακέτα» μέτρων, μη υλοποιήσιμους στόχους .

-> Υπέπεσε σε αντιφάσεις και παλινωδίες, δείγμα έλλειψης πολιτικής αξιοπιστίας.

-> Έστελνε , επί μακρόν, λανθασμένα μηνύματα στις Αγορές, τις οποίες και δεν «έμαθε» να «διαβάζει» .

-> Άργησε να αναγνωρίσει το μέγεθος του προβλήματος και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα .

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ήταν ξεκάθαρη στις προειδοποιήσεις της ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα έπρεπε να δράσει πιο γρήγορα και αποφασιστικά .

-> Επέδειξε διεθνή πολυπραγμοσύνη και ανάλωσε πολύτιμο κεφάλαιο, χωρίς συγκεκριμένη στόχευση και ουσιαστικό αποτέλεσμα .

-> Προσήλθε στις συνομιλίες με τους διεθνείς πιστωτές με ηττοπαθή λογική , αφού απέσυρε από το τραπέζι τα περιβόητα «πιστόλια» .

Ο επίλογος αυτής της αποτυχίας, των πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, γράφτηκε με την προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Το μίγμα, όμως, των δημοσιονομικών μέτρων, που συνοδεύουν την προσφυγή στο Μηχανισμό είναι ελλιπές , αμφιβόλου οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικά άδικο .

Ο συνδυασμός της αύξησης της φορολογίας με την περιοριστική εισοδηματική πολιτική «ροκανίζει» τα εισοδήματα, «στεγνώνει» την Αγορά, παραλύει την ψυχολογία της κοινωνίας, ενισχύει την ανασφάλεια των πολιτών.

Η δημοσιονομική προσαρμογή , πρωτόγνωρη σε έκταση και ένταση στα παγκόσμια χρονικά, είναι της τάξεως του 20% του Α.Ε.Π., προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα κατά 11% του Α.Ε.Π. μέχρι το 2014.

Έτσι, μέχρι σήμερα:

-> Η ανεργία διογκώνεται και ανήλθε στο 11,7% το 1ο τρίμηνο του έτους, από 9,3% το αντίστοιχο περυσινό.

-> Η ύφεση βαθαίνει και εκτιμάται, περίπου, στο 4% για το 2010, από 0,3% που ήταν η αρχική εκτίμηση τον Ιανουάριο.

-> Ο πληθωρισμός αυξάνεται , και εκτοξεύθηκε στο 5,3% τον εφετινό Μάϊο, ο υψηλότερος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στην Ευρώπη, 10 φορές υψηλότερος από πέρυσι.

-> Τα αντισταθμιστικά μέτρα τόνωσης της Αγοράς απουσιάζουν .

-> Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μειώνονται δραστικά.

Συνεπώς, οι κίνδυνοι που συνοδεύουν την υλοποίηση του Προγράμματος είναι υπαρκτοί και σημαντικοί .

Καταγράφονται ως δυνητικοί ακόμη και στο Μνημόνιο , καθώς και στις Εκθέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής .

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Τη δυναμική της Ελληνικής Οικονομίας τη γνωρίζαμε όλοι.

Ας αφήσουν, λοιπόν, οι Κυβερνώντες τα πολιτικά φληναφήματα ότι τάχα δεν γνώριζαν και ότι την αποκλειστική ευθύνη την έχουν οι Κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας.

Και γνώριζαν και ευθύνη είχαν και έχουν .

Ευθύνη για τα «υποκείμενα νοσήματα» της Οικονομίας.

Ευθύνη για τη δυναμική και για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί .

Σήμερα, αυτό που απαιτείται και προτείνεται από τη Νέα Δημοκρατία, είναι η υιοθέτηση ενός κατάλληλου και ισορροπημένου μίγματος πολιτικών επιλογών, που θα περιλαμβάνει και αντισταθμιστικά μέτρα χαμηλού ή μηδενικού δημοσιονομικού κόστους.

Θα στοχεύει στην αντιμετώπιση του ελλείμματος , είτε αυτό οφείλεται σε διαρθρωτικές αδυναμίες είτε στην ύφεση, καθώς και στη διαρκή προώθηση της αειφόρου , «έξυπνης» και εξωστρεφούς ανάπτυξης , της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας , της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής .

-> Με την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης .

-> Με τη μείωση , σε βάθος χρόνου, των φορολογικών συντελεστών, ώστε να ανταποκριθούμε στο διεθνή φορολογικό ανταγωνισμό.

-> Με την καταγραφή , αποτίμηση και αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, ώστε να μετατρέψουμε αδρανείς πόρους σε τμήμα του Εθνικού ενεργητικού, μειώνοντας το χρέος σημαντικά και νωρίτερα , ξεκινώντας από χαμηλότερα .

-> Με την περιστολή των δαπανών , όπου αυτές είναι σπατάλες και με τη βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων δαπανών .

Επενδύοντας σε συντελεστές με υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση , συντελεστές που προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα , όπως είναι η επένδυση στη γνώση , στην έρευνα και την καινοτομία , στην προστασία του περιβάλλοντος .

-> Με την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας .

Περιορίζοντας το εξωγενές κόστος των επιχειρήσεων, προωθώντας φορολογικά κίνητρα, μειώνοντας τη γραφειοκρατία, καταργώντας εμπόδια και στρεβλώσεις στη λειτουργία του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

-> Με την προώθηση διαρθρωτικών αλλαγών , που περιλαμβάνονται και στο Μνημόνιο και οι οποίες ημιτελώς προωθούνται από την Κυβέρνηση ( άρση καμποτάζ , απελευθέρωση αγορών , προώθηση αποκρατικοποιήσεων ).

-> Με την ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου .

Με ένα αποτελεσματικό , σύγχρονο και δίκαιο κράτος, που θα παρεμβαίνει και θα μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Σε αυτό το ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο , το πλαίσιο του Κ οινωνικού Φιλελευθερισμού , άρχισαν να παράγονται ιδέες και προτάσεις πολιτικής .

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ανάταξη της Ελληνικής οικονομίας απαιτεί , εκτός από το στρατηγικό σχέδιο και τις επιμέρους συγκεκριμένες πολιτικές, ισχυρή και αυτόνομη πολιτική βούληση και αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση .

Η παρούσα Κυβέρνηση φαίνεται ελλειμματική σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις.

Στη Νέα Δημοκρατία εναπόκειται να δημιουργήσει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και να δώσει έμπρακτα και έγκαιρα «σήματα» μιας νέας ελπιδοφόρας προοπτικής .

Ομιλία στο Συμπόσιο του ΕΚΕΜΕ – “Δημοσιονομική Σταθερότητα και Αναπτυξιακή Δυναμική”

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να συγχαρώ το ΕΚΕΜΕ για τη σημαντική, επί τριακονταετία, συμβολή του στην έρευνα που σχετίζεται με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τη θέση της χώρας μας στο Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα.

Nα υπογραμμίσω την ιδιαίτερη σημασία που αποκτά ο δημόσιος διάλογος, ιδιαίτερα αυτός που διεξάγεται μέσω αξιόλογων εκδηλώσεων όπως η σημερινή, για το μέλλον της Ευρώπης και την έξοδο των κρατών-μελών της από την κρίση.

Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω το ΕΚΕΜΕ και τον Πρόεδρό του για την πρόσκληση να παραστώ και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις σχετικά με τη δημοσιονομική σταθερότητα και την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας σ’ αυτή την κρίσιμη οικονομική συγκυρία.

Συγκυρία που καταδεικνύει τη χρεοκοπία του πολιτικού μας συστήματος, το οποίο, επί τρεις δεκαετίες, αναδιένειμε δανεικά χωρίς να δημιουργεί πραγματικό κοινωνικό πλεόνασμα.

Ενός συστήματος που χαρακτηρίστηκε από ακατάσχετο λαϊκισμό, ανεπανάληπτο κρατισμό και ατέλειωτη γραφειοκρατία.

Αυτή η χρεοκοπία μπορεί και πρέπει να αποτελέσει το εφαλτήριο για τη δημιουργία ενός νέου υποδείγματος οικονομικής και αναπτυξιακής δραστηριότητας.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η κρίση διέλυσε χρόνιες ψευδαισθήσεις και υποκριτικές συμπεριφορές για την πραγματική κατάσταση της χώρας και της Οικονομίας της. Ανέδειξε, με τον πλέον εμφατικό τρόπο, χρόνιες αδυναμίες της.

 

1η Αδυναμία.

Το υψηλό δημόσιο χρέος, το οποίο αποτελεί πηγή μακροοικονομικής ανισορροπίας και δυσκαμψίας και είναι αποτέλεσμα ανεύθυνης, επεκτατικής, δημοσιονομικής πολιτικής κυβερνήσεων του παρελθόντος.

Κυβερνήσεων που διόγκωσαν το χρέος, παρά τις εξαιρετικά ευνοϊκές, για τη μείωσή του, οικονομικές συνθήκες.

Δημόσιο χρέος που αναμένεται, σύμφωνα με το αναθεωρημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, να προσεγγίσει το 150% του ΑΕΠ το 2013, ενώ σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο του ΔΝΤ μπορεί να ανέλθει ακόμη και στο 176% του ΑΕΠ.

 

2η Αδυναμία.

Το διευρυμένο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, λόγω της υψηλής ζήτησης της οικονομίας, κυρίως στον εμπορικό τομέα (υψηλή ελαστικότητα της εισαγωγικής δαπάνης ως προς τα εισοδήματα και χαμηλή ελαστικότητα ως προς τις τιμές), και του χαμηλού επιπέδου διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.

 

3η Αδυναμία.

Ο υψηλός πληθωρισμός και τα φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού στην αγορά (κρούσματα κερδοσκοπίας, αθέμιτες πρακτικές από μεσάζοντες, νοοτροπίες ατιμωρησίας κ.α.) που διαβρώνουν την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων και αντανακλούν μακροοικονομικές ανισορροπίες και ακαμψία σε ορισμένες αγορές προϊόντων και εργασίας.

Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι ο Εν.ΔΤΚ του μηνός Απριλίου 2010, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Απριλίου 2009, παρουσίασε αύξηση 4,7%, έναντι αύξησης 1,1%, που σημειώθηκε κατά την ίδια σύγκριση του έτους 2009 προς το 2008.

 

4η Αδυναμία.

Το επίπεδο φτώχειας, ένα διαχρονικό και διατοπικό πρόβλημα, το οποίο, παρά τη βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού, παραμένει υψηλό, κυρίως λόγω της μειωμένης αποτελεσματικότητας των κοινωνικών δαπανών στην Ελλάδα. 

 

5η Αδυναμία.

Το υψηλό ποσοστό ανεργίας, κυρίως των νέων και των γυναικών, που καταγράφεται στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια και την κατατάσσουν στις πρώτες θέσεις της ΕΕ. Ενδεικτικά αναφέρω ότι, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το ποσοστό ανεργίας το Φεβρουάριο 2010 ανήλθε σε 12,1% έναντι 9,1% το Φεβρουάριο 2009 και 11,3% τον Ιανουάριο του 2010.   

 

6η Αδυναμία.

Το υψηλό έλλειμμα των δημόσιων επιχειρήσεων (0,6% του ΑΕΠ για το 2009) και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας (3,6% του ΑΕΠ για το 2009).

 

Κυρίες και Κύριοι,

Παρά ταύτα, μέχρι πρόσφατα η Ελλάδα, παρά τα χρόνια προβλήματα που συσσωρεύονται στα υψηλά «δίδυμα» ελλείμματα και χρέη, μπορούσε να δανείζεται άνετα και με σχετικά χαμηλό επιτόκιο, γεγονός που συνέβαινε και συμβαίνει, και σε Ευρωπαϊκές χώρες με υψηλότερο έλλειμμα (Ιρλανδία) και δημόσιο χρέος (Ιταλία).

Το τελευταίο διάστημα το πρόβλημα χρέους και ελλείμματος μετατράπηκε σε κρίση δανεισμού. Οπότε, η προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, και εντέλει στο ΔΝΤ, ήταν αναπόφευκτη και η χρηματοδότηση απ’ αυτόν απαραίτητη.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Το ζητούμενο σήμερα είναι τι μπορεί να γίνει ώστε να μετριασθούν, κατά το δυνατόν, οι επιπτώσεις της κρίσης στην κοινωνία (ανεργία, κοινωνική συνοχή), να εξέλθουμε από το μηχανισμό στήριξης και τους όρους του όσο γίνεται ταχύτερα, και να σπάσουμε το «φαύλο κύκλο» της ύφεσης όσο γίνεται πιο γρήγορα.

Με την εκπόνηση και εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου και ρεαλιστικού σχεδίου για την Οικονομία που θα έχει δύο βασικούς προσανατολισμούς: τη Δημοσιονομική Σταθερότητα και την Αναπτυξιακή Δυναμική.

Με συγκεκριμένες και ποσοτικοποιημένες δράσεις.

 

Δημοσιονομική Σταθερότητα

Η σύνθεση της δημοσιονομικής προσαρμογής είναι αποφασιστικής σημασίας τόσο για την επιτυχή έκβασή της όσο και για την επίδρασή της στην οικονομική ανάπτυξη.

Προς αυτή την κατεύθυνση αυτή εκτιμούμε ότι προέχει:

 

1ον.

Η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων μέσω της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης, με τον περιορισμό της φορο-διαφυγής και της παραοικονομίας και όχι με φορο-επιδρομή σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Είναι ξεκάθαρο ότι η φορο-διαφυγή έχει τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Υπονομεύει κάθε προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης, υποδαυλίζει τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, δημιουργεί συνθήκες μη υγιούς ανταγωνισμού στην οικονομία, θίγει βασικά θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, θίγει ζητήματα ισονομίας και ισοπολιτείας, υποσκάπτει το ρόλο του κοινωνικού κράτους, ροκανίζει την κοινωνική συνοχή. Οφείλουμε, επομένως, να συνειδητοποιήσουμε πως πρέπει άμεσα να αντιμετωπιστεί το διαχρονικό και διατοπικό πρόβλημα της φορο-διαφυγής στη χώρα μας.

 

2ον.

Η σε βάθος χρόνου μείωση των φορολογικών συντελεστών ώστε να τονώσουμε την ανάπτυξη και να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε άλλες χώρες της ΕΕ, και μάλιστα γειτονικές, οι οποίες έχουν φορολογικούς συντελεστές το 1/3 των δικών μας.

 

3ον.

Η ενίσχυση των μη φορολογικών εσόδων (π.χ. με την καταγραφή και αποτελεσματική διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, με τιτλοποιήσεις εσόδων από διάφορες πηγές κ.ά.).

Η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας αποτελεί ένα σημαντικό πεδίο άντλησης μη φορολογικών εσόδων, καθώς μόνο η Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ) διαχειρίζεται ακίνητα αντικειμενικής αξίας 272–300 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Η αξιοποίηση, και όχι η εκποίηση, της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσα από ΣΔΙΤ ή μακροχρόνια μίσθωση.

Στόχος πρέπει να είναι να μετατρέψουμε αδρανείς πόρους (οι πρόσοδοι από αυτή δεν ξεπερνούν τα 50 εκατ. ευρώ) σε τμήμα του εθνικού ενεργητικού, μειώνοντας το χρέος σημαντικά και νωρίτερα, ξεκινώντας από χαμηλότερα.

 

4ον.

Η περιστολή των δαπανών και η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων.

Στην κατεύθυνση αυτή, επιβάλλεται να μειωθούν οι δαπάνες που αποτελούν σπατάλες, και να ενισχυθούν οι δαπάνες που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Αυτός ο προσανατολισμός των δημοσίων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία παράγοντες όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και ανάπτυξη (R&D), η επιχειρηματικότητα, η λειτουργία του Κράτους και η προστασία του περιβάλλοντος δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική.

 

5ον.

Η βελτίωση της κατάρτισης και εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού μέσω:

α) της ενίσχυσης της διαδικασίας εκπόνησης του Κρατικού Προϋπολογισμού και της χάραξης ενός πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου,

β) της κατάρτισης και εκτέλεσης Προϋπολογισμού βάσει προγραμμάτων και της υιοθέτησης αυστηρών δημοσιονομικών κανονισμών,

γ) της καθιέρωσης και χρήσης ενός συστήματος αξιολόγησης των δημοσίων δαπανών στο στάδιο κατάρτισης του Προϋπολογισμού,

δ) της καθιέρωσης και αυστηρής τήρησης «προϋπολογισμών μηδενικής βάσης» και ισοσκελισμένων, και μετά από τρία χρόνια πλεονασματικών, προϋπολογισμών, και

ε) της εισαγωγής ποσοτικοποιημένων δημοσιονομικών κανόνων σε όλη την έκταση του ευρύτερου δημόσιου τομέα (εκτός από την Κεντρική Κυβέρνηση και στα Νοσοκομεία, στους ΟΤΑ, στους ΟΚΑ).

 

Αναπτυξιακή Δυναμική

Εκτός όμως της μακροοικονομικής σταθεροποίησης, που είναι αναγκαία συνθήκη για την ευημερία, ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδίδεται και στις αναπτυξιακές πολιτικές. Μεταξύ άλλων επιβάλλεται:

 

1ον.

Η λήψη πρωτοβουλιών που θα τονώσουν την αγορά στις τρέχουσες συνθήκες ύφεσης. Άμεσα μέτρα μηδενικού ή ελάχιστου δημοσιονομικού κόστους.

Μέτρα όπως είναι η εμπροσθοβαρής αυξημένη κοινοτική, έναντι της εθνικής, συμμετοχή στο ΕΣΠΑ, η προώθηση προγραμμάτων που είναι έτοιμα προς υλοποίηση (π.χ. μικρομεσαίες επιχειρήσεις, πρωτοβουλία JEREMIE) ή μπορεί να γίνει γρήγορα η εκταμίευση κεφαλαίων (π.χ. «εξοικονόμηση κατ’ οίκον», «οπτική ίνα για το σπίτι»), η αξιοποίηση έργων ΣΔΙΤ, η προώθηση συμβάσεων παραχώρησης κ.ά.

Μέτρα που θα εμπλουτίζουν το υιοθετούμενο μίγμα οικονομικής πολιτικής, θα περιορίζουν την ύφεση, θα συγκρατούν την εξάπλωση της ανεργίας και θα καθιστούν τα μέτρα περιστολής πιο αποτελεσματικά.

 

2ον.

Η προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων προκειμένου να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα, να επιταχυνθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης, να μειωθούν οι περιφερειακές ανισότητες, να αντιμετωπισθεί η ανεργία και να προωθηθεί η κοινωνική συνοχή. Μεταρρυθμίσεις που θα περιλαμβάνουν:

α) Την Επένδυση στη Γνώση.

Ο όρος οικονομία της γνώσης υποδηλώνει μια οικονομία στην οποία η παραγωγή, η συσσώρευση, η διάχυση και η αξιοποίηση της γνώσης διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην παραγωγή και τη διανομή του πλούτου.

Βασικός μηχανισμός παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης του γνωσιακού κεφαλαίου είναι το σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Μια χώρα για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.

Οι όποιες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να επιδιώκουν την αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, τη διεύρυνση των δυνατοτήτων για την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων και την υιοθέτηση κινήτρων για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

β) Την Επένδυση στην Έρευνα και στην Καινοτομία.

Στην Ελλάδα της νέας περιόδου θα πρέπει να ενισχύσουμε το καινοτόμο και επιχειρηματικό πνεύμα που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις του νέου περιβάλλοντος που διαμορφώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο.

γ) Την Επένδυση στην Επιχειρηματικότητα.

Η επιχειρηματικότητα (δηλαδή η ανθρώπινη ικανότητα συνδυασμού των άλλων συντελεστών παραγωγής για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών) είναι σημαντική πηγή ανάπτυξης διότι συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην ενθάρρυνση της οικονομικής δραστηριότητας, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην ανάπτυξη και στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Η επιχειρηματικότητα συνδέεται στενά με τη δημιουργία και τη λειτουργία των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Οι άξονες προς την κατεύθυνση ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, είναι ο περιορισμός του εξωγενούς κόστους των επιχειρήσεων, η απλοποίηση των διαδικασιών που απαιτούνται για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση του κόστους και των καθυστερήσεων, η βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου και των κανονιστικών ρυθμίσεων, η ανάπτυξη νέων χρηματοδοτικών εργαλείων, η προώθηση φορολογικών κινήτρων, και η μείωση του κόστους έναρξης και άσκησης της επιχειρηματικότητας.

Καθοριστικής σημασίας είναι επίσης και η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, δηλαδή του κόστους και του χρόνου συμμόρφωσης στις διοικητικές πράξεις, και ο περιορισμός των νόμων και των κανονισμών που ενδεχομένως περιορίζουν αδικαιολόγητα τον ανταγωνισμό.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην κατάργηση των εμποδίων-στρεβλώσεων στη λειτουργία του ανταγωνισμού στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Σύμφωνα με παλαιότερες μελέτες, που επικαλείται το ΕΒΕΑ, το κόστος που επωμίζονται οι καταναλωτές και η οικονομία στο σύνολό της από τη διατήρηση των περίπου 70 κλειστών επαγγελμάτων ανέρχεται ετησίως σε 4 δισ. Ευρώ, ενώ μόνο το «κλειστό» καθεστώς στις μεταφορές, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, κοστίζει 700 εκατ. ευρώ με 1,5 δισ. ευρώ.

δ) Τη Μεταρρύθμιση του Κράτους.

Ένα αποτελεσματικό, σύγχρονο και δίκαιο κράτος στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς μπορεί να αποτελέσει προωθητικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης και μιας ουσιαστικής και βιώσιμης κοινωνικής πολιτικής.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Brookings η απώλεια δημοσίων εσόδων λόγω της διαφθοράς ανέρχεται τουλάχιστον στο 8% του ΑΕΠ, ενώ μια μέσου επιπέδου βελτίωση όσον αφορά την αντιμετώπισή της θα μείωνε το δημοσιονομικό έλλειμμα κατά 4% του ΑΕΠ.

Το κράτος θα πρέπει να παρεμβαίνει και να μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.

Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας, αλλά ορίζεται στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στις απόψεις περί ελάχιστου και μέγιστου κράτους.

Η λειτουργία και δομή του κράτους θα πρέπει να αντανακλά τα αιτήματα της σύγχρονης ελεύθερης κοινωνίας για οικονομική αποτελεσματικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ο συνδυασμός των οποίων καταλήγει σε μία μικτή οικονομία που καλύπτεται από τη φιλοσοφία του κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Κυρίες και Κύριοι,

Σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία για την οικονομία και την χώρα, η προσήλωση στη δημοσιονομική σταθερότητα, στις αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και στις διαρθρωτικές αλλαγές είναι μονόδρομος για να βγει η χώρα μας ταχύτερα από το μηχανισμό στήριξης.

Για να εισέλθει σε μία πορεία ανάκαμψης με βασικούς στόχους τη διαρκή προώθηση της αειφόρου, έξυπνης και εξωστρεφούς ανάπτυξης, της ευημερίας των πολιτών, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Μιας ανάπτυξης, που θα είναι σύμφωνη και με την ευρωπαϊκή «Ατζέντα 2020».

Και είμαι σίγουρος και αισιόδοξος ότι υπάρχει ελπίδα και προοπτική.

Αρκεί να υπάρξει άμεσα στρατηγικό σχέδιο, με επιμέρους στοχευμένες πολιτικές, ισχυρή πολιτική βούληση και αποτελεσματική πολιτική καθοδήγηση.

Σας ευχαριστώ.

TwitterInstagramYoutube