Χρημστοπιστωτική Αγορά

Δελτίο Τύπου από την ερώτηση αναφορικά με τις εξελίξεις στο θέμα της Commercial Value AAE

Ο Βουλευτής Φθιώτιδας της Ν.Δ. και Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης της Οικονομίας κ. Χρήστος Σταϊκούρας κατέθεσε ερώτηση προς τον Υπουργό Οικονομικών αναφορικά με τις εξελίξεις στο θέμα της ασφαλιστικής εταιρείας Commercial Value AAE. Ειδικότερα, στην ερώτησή του ο κ. Σταϊκούρας, ανέφερε τα εξής:

 

«Η αναχρηματοδότηση της ασφαλιστικής εταιρείας Commercial Value για λόγους αποκατάστασης της φερεγγυότητάς της είναι, πράγματι, μία ενέργεια αναγκαία για την εξυγίανση του ασφαλιστικού κλάδου. Γίνεται σε ένα οικονομικό περιβάλλον αντίξοο, δεν αποτελεί όμως μία κατάσταση χωρίς προηγούμενο καθώς ο ασφαλιστικός κλάδος ήδη έχει υποστεί την πτώχευση μίας μεγάλης ασφαλιστικής εταιρείας ζωής, της ΑΣΠΙΔΑΣ ΑΕΓΑ, η διαχείριση της οποίας, ανατέθηκε από τον λαό με την ετυμηγορία του στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Η διαχείριση της κατάστασης από την παρούσα Κυβέρνηση δεν υπήρξε έως σήμερα καθόλου αποτελεσματική για κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη, καθώς δεν έχει επιτύχει να διασφαλίσει, τέσσερεις μήνες μετά, τα δικαιώματα καμίας ομάδας προσώπων (ασφαλισμένοι, εργαζόμενοι), των οποίων το καθεστώς αγωνίας παρατείνεται, και μάλιστα σιωπηρά, καθώς είναι διάχυτη η αδιαφορία της Κυβέρνησης για την επίλυση του ζητήματος.

Τέσσερις μήνες μετά, και ενόψει της νέας κατάστασης με την COMMERCIAL VALUE, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν έχει εκπονήσει κανέναν σχεδιασμό τόσο για τη σωτηρία της επιχείρησης, η οποία μάλιστα έχει, όχι μόνο σημαντικό μέγεθος, αλλά και θυγατρική ένα πιστωτικό ίδρυμα την Ασπίδα Τράπεζα, όσο και για την προστασία του δικτύου, των ασφαλισμένων και των εργαζομένων της (230 εργαζόμενοι, 920 άτομα δίκτυο και 450.000 ασφαλισμένους, μεταξύ των οποίων και ασφαλισμένους ζωής και υγείας), οι οποίοι επισημαίνουν, με σειρά επιστολών τους προς όλους τους αρμοδίους, το κενό χρηστής διοίκησης της εταιρείας αφενός και τις δυνατότητες πώλησής της, και συνεπώς αποφυγής της χρεοκοπίας της, αφετέρου.»

 

Συνεπώς, ο κ. Σταϊκούρας επιθυμεί να ενημερωθεί από τον Υπουργό Οικονομικών για το στρατηγικό σχεδιασμό που έχει εκπονήσει η Κυβέρνηση για την αντιμετώπιση πτωχεύσεων σε συστημικά σημαντικές ασφαλιστικές εταιρείες ζωής, όπως η COMMERCIAL VALUE, έπειτα μάλιστα και από την πτώχευση της ΑΣΠΙΔΑΣ ΑΕΓΑ, καθώς και τί επιπτώσεις θεωρεί πως μπορεί να έχει η συγκεκριμένη πτώχευση στον ευρύτερο ελληνικό χρηματοπιστωτικό τομέα. Επιπλέον, επιθυμεί να ενημερωθεί για τις προσπάθειες που έχει μέχρι σήμερα κάνει το Υπουργείο για την διασφάλιση χρηστής διοίκησης προς πώληση ή αναχρηματοδότηση της COMMERCIAL VALUE κατά τα πρότυπα των χρηματοπιστωτικών ομίλων σε όλη την Ευρώπη. Τέλος, κλείνοντας την ερώτησή του ο κ. Σταϊκούρας ζητά να τον ενημερώσει ο κ. Υπουργός για το ρόλο, τις ενέργειες και το σχεδιασμό της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α) σε όλα τα ανωτέρω.

Ερώτηση για τις εξελίξεις στο θέμα της ασφαλιστικής εταιρείας Commercial Value AAE

Η αναχρηματοδότηση της ασφαλιστικής εταιρείας Commercial Value για λόγους αποκατάστασης της φερεγγυότητάς της είναι, πράγματι, μία ενέργεια αναγκαία για την εξυγίανση του ασφαλιστικού κλάδου. Γίνεται σε ένα οικονομικό περιβάλλον αντίξοο, δεν αποτελεί όμως μία κατάσταση χωρίς προηγούμενο. Αντίθετα, ο ασφαλιστικός κλάδος έχει υποστεί την πτώχευση μίας μεγάλης ασφαλιστικής εταιρείας ζωής, της ΑΣΠΙΔΑΣ ΑΕΓΑ, η διαχείριση της οποίας, ανατέθηκε από τον λαό με την ετυμηγορία του στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, δεν υπήρξε, όμως, καθόλου αποτελεσματική για κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη, καθώς δεν έχει επιτύχει να διασφαλίσει, έως σήμερα, 4 μήνες μετά, τα δικαιώματα καμίας ομάδας προσώπων (ασφαλισμένοι, εργαζόμενοι), των οποίων το καθεστώς αγωνίας παρατείνεται, και μάλιστα σιωπηρά, με αδιαφορία, θα έλεγε κανείς, της παρούσας κυβέρνησης.

Τέσσερις μήνες μετά και ενόψει της νέας κατάστασης με την COMMERCIAL VALUE, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν έχει εκπονήσει κανέναν σχεδιασμό. Ούτε για την σωτηρία της επιχείρησης, η οποία μάλιστα έχει, όχι μόνο σημαντικό μέγεθος (230 εργαζόμενοι, 920 άτομα δίκτυο και 450.000 ασφαλισμένους, μεταξύ των οποίων και ασφαλισμένους ζωής και υγείας), αλλά και θυγατρική ένα πιστωτικό ίδρυμα την Ασπίδα Τράπεζα. Ούτε, όμως, και για την προστασία του δικτύου, των ασφαλισμένων και των εργαζομένων της, οι οποίοι επισημαίνουν, με σειρά επιστολών τους προς όλους τους αρμοδίους, το κενό χρηστής διοίκησης της εταιρείας αφενός και τις δυνατότητες πώλησής της, και συνεπώς αποφυγής της χρεοκοπίας της, αφετέρου.

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

  1. Τέσσερις μήνες μετά την πτώχευση της ΑΣΠΙΔΑΣ ΑΕΓΑ, ποιο στρατηγικό σχεδιασμό έχει εκπονήσει για την αντιμετώπιση νέων πτωχεύσεων σε συστημικά σημαντικές ασφαλιστικές εταιρείες ζωής, όπως η COMMERCIAL VALUE;
  2. Τί επιπτώσεις θεωρεί πως μπορεί να έχει η συγκεκριμένη πτώχευση στον ευρύτερο ελληνικό χρηματοπιστωτικό τομέα;
  3. Τί προσπάθειες έχει μέχρι σήμερα κάνει το Υπουργείο για την διασφάλιση χρηστής διοίκησης προς πώληση ή την αναχρηματοδότηση της COMMERCIAL VALUE κατά τα πρότυπα των χρηματοπιστωτικών ομίλων σε όλη την Ευρώπη;
  4. Ποιος ο ρόλος και ποιες οι ενέργειες και ο σχεδιασμός της ΕΠΕΙΑ σε όλα τα παραπάνω;

Ομιλία στην Ημερίδα της ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ «Τράπεζες και Οικονομία: Το επόμενο βήμα»

Κυρίες και Κύριοι,

Χαιρετίζω, ως Εκπρόσωπος του Κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και του Προέδρου της κ. Αντώνη Σαμαρά, τις εργασίες της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας και επίκαιρης Ημερίδας που διοργανώνει σήμερα η εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ.

Είμαι βέβαιος ότι κατά τη διάρκειά της θα πραγματοποιηθεί ένας ειλικρινής, ανοικτός και εποικοδομητικός διάλογος.

Θα κατατεθούν ρεαλιστικοί προβληματισμοί, θα αναπτυχθούν γόνιμες σκέψεις, θα ακουστούν υπεύθυνες θέσεις, θα εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Κυρίες και Κύριοι,

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και της διεθνοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, πυρήνας του οποίου είναι ο τραπεζικός τομέας.

Τόσο η θεωρία όσο και οι εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bank-based countries) όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο χαρακτηρίζονταν, μέχρι τότε, από έντονες στρεβλώσεις και εγγενείς αδυναμίες.

Οι βασικοί παράγοντες που συνέβαλαν στο μετασχηματισμό και στην προσαρμογή του στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην ενοποιημένη ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά ήταν η θεσμική απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος, η μεταβολή του πλαισίου κανόνων και εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, η αυξανόμενη ενοποίηση των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, η διεθνοποίηση των οικονομικών συναλλαγών, η ταχεία τεχνολογική πρόοδος στους τομείς των επικοινωνιών και της πληροφορικής, η αξιοποίηση των εργαλείων της χρηματοοικονομικής μηχανικής (financial engineering) και η ενίσχυση των ρυθμών μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας.

Αυτές οι εξελίξεις τόνωσαν το επίπεδο του ανταγωνισμού στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ενίσχυσαν το ύψος και διεύρυναν τις πηγές κερδοφορίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, και ενίσχυσαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η οποία συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ευημερία.

Έτσι, η επιδείνωση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας, εξαιτίας των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης και δυσμενών εγχώριων παράγοντων (συγκυριακών και διαρθρωτικών), βρήκε τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού τομέα, κατά βάση, υγιή.[1]

Θετικά συνέβαλλε στη διαμορφωθείσα κατάσταση και η αποκλιμάκωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων, λόγω των μέτρων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), οι ευνοϊκές συνθήκες που επικράτησαν στις αγορές κεφαλαίων και η μερική αξιοποίηση των κυβερνητικών μέτρων ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας (Ν. 3723/2008).

Ωστόσο, μια σειρά από παράγοντες δημιουργούν ανησυχίες, δημιουργούν συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας και εγκυμονούν κινδύνους για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όπως είναι:

  • Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος.
  • Η επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.
  • Το υψηλότερο κόστος Δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου λόγω της σημαντικής αύξησης των spreads.
  • Η συρρίκνωση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης (+4,2% προς τον ιδιωτικό τομέα το Νοέμβριο του 2009).
  • Η χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών (ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων ανήλθε στο 7,2% το Σεπτέμβριο του 2009).
  • Η αισθητή μείωση του ποσοστού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις (42% το Σεπτέμβριο του 2009).
  • Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό.
  • Η φυγή καταθέσεων προς το εξωτερικό και η μείωση της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών (-3,3 δις. ευρώ το διάστημα Οκτώβριος – Νοέμβριος 2009).

Τα στοιχεία αυτά επιτάσσουν την ανάγκη συνετής διαχείρισης της κατάστασης από την Ελληνική πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα.

Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, η Πολιτεία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας. Έτσι, προς αυτή την κατεύθυνση:

1ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε στη διοχέτευση ρευστότητας στην οικονομία μέσω της παροχής πακέτου στήριξης προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους 28 δισ. ευρώ (και το οποίο πήρε παράταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι τις 30 Ιουνίου).

Οι τράπεζες χρησιμοποίησαν περίπου το 40% αυτού του πακέτου (11,4 δισ. ευρώ), ενισχύοντας την κεφαλαιακή τους επάρκεια λόγω της αύξησης των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων με την έκδοση προνομιούχων μετοχών που διατέθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο.[2]

2ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε και σε μια σειρά μέτρων για την προστασία των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι η αύξηση της νομικής εγγύησης των καταθετών, η προστασία των δανειοληπτών, η αναβάθμιση και απλοποίηση της λειτουργίας του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ).

3ον. Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προχώρησε, και αναμένεται να ολοκληρώσει και για τα νοικοκυριά, τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη ρύθμιση χρεών φυσικών και νομικών προσώπων προς τα πιστωτικά ιδρύματα και για τη χαλάρωση των κριτηρίων επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς.

Νομοθετική πρωτοβουλία την οποία η Ν.Δ., στήριξε, παρά τις επισημάνσεις που έκανε η Αξιωματική Αντιπολίτευση και τη γνώμη που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Και αυτό γιατί η επέκταση της ρύθμισης χρεών, εκτός από τις ληξιπρόθεσμες, και στις ενήμερες οφειλές, θα ενισχύσει τον ηθικό κίνδυνο και δύναται να επιδράσει αρνητικά στη ρευστότητα και στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, στο κόστος του κεφαλαίου και στην πιστωτική επέκταση.  

Όμως, και οι τράπεζες επιβάλλεται να αναλάβουν συγκεκριμένες δράσεις ή να ενδυναμώσουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Μεταξύ άλλων, απαιτείται, υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από τις ίδιες:

1ον. Η συστηματική εξέταση, η διαρκής παρακολούθηση και η αποτελεσματική διαχείριση της φύσεως και του ύψους των κινδύνων που αναλαμβάνουν.

2ον. Η ενίσχυση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

3ον. Η βελτίωση των κανόνων εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου και διαφάνειας.

4ον. Η ενίσχυση, ποσοτική και ποιοτική, της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

5ον. Η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και άντλησης ρευστότητας.

6ον. Η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, απαιτείται η υιοθέτηση ενός υγιούς πλαισίου για τα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα (remuneration policies), το οποίο θα ευθυγραμμίζει τα κίνητρα που τους προσφέρονται προς τις ανάγκες της οικονομίας γενικότερα.

Με αυτές τις σκέψεις, και με την προσδοκία να σταματήσουν οι κυβερνητικές παλινωδίες και οι ερασιτεχνισμοί, θα σταματήσει η αποστολή λανθασμένων μηνυμάτων στις αγορές και να ληφθούν άμεσα τα αναγκαία μέτρα για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την οικονομική ανάπτυξη, χαιρετίζω τη σημερινή Ημερίδα.

 


[1] Αξίζει μάλιστα να τονισθεί ότι, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες, τα αίτια των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας δεν πηγάζουν από τον τραπεζικό τομέα ή τις διασυνδέσεις του με το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό χώρο (βλέπετε και Τράπεζα της Ελλάδος).

[2] Σημειώνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, για το ποσό των 3,8 δις. ευρώ που έχει διατεθεί για την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών εισπράττει απόδοση της τάξης του 10%.

 

Εισήγηση στην Ολομέλεια “Ρύθμιση επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών” | 13.1.2010

Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι,

Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η σοβαρότερη μεταπολεμικά, έπληξε, και συνεχίζει να επιβαρύνει, και την Ελληνική οικονομία. Η οικονομική δραστηριότητα έχει επιβραδυνθεί. Τα πραγματικά εισοδήματα συρρικνώνονται. Η ανεργία έχει αυξηθεί. Νοικυκυριά και επιχειρήσεις συμπιέζονται. Επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν έλλειψη ρευστότητας, ανασφάλεια στις συναλλαγές, υποχώρηση του κύκλου εργασιών, συμπίεση της καθαρής χρηματοοικονομικής θέσης.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στο τέλος Νοεµβρίου του 2009, σύμφωνα µε τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ο αριθµός των ακάλυπτων επιταγών ανήλθε σε 19,1 χιλ. τεµάχια. Επίσης, ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων των πιστωτικών ιδρυμάτων αυξήθηκε σε 6,8% τον Ιούνιο του 2009, από 5% το Δεκέμβριο του 2008, κυρίως λόγω των δανείων προς τις επιχειρήσεις.

Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, η Πολιτεία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας.

Η προηγούμενη Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση της Ν.Δ., είχε προβεί σε σχετικές δράσεις, όπως ήταν η ενίσχυση της εγγύησης των καταθέσεων, η προστασία των δανειοληπτών και η ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, κυρίως, μέσω της διοχεύτευσης 28 δισ. ευρώ στο τραπεζικό σύστημα και της ενεργοποίησης του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ). Πρωτοβουλίες που εναρμονίζονταν στη φιλοσοφία τους και ευθυγραμμίζονταν στις δράσεις τους με τα αντίστοιχα σχέδια παρέμβασης που είχαν ανακοινώσει και οι λοιπές οικονομίες της ευρωζώνης.

Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης, επί της αρχής, κινείται στη ίδια σωστή, επιθυμητή, κατεύθυνση. Διευκολύνει την πρόσβαση φυσικών και νομικών προσώπων στον τραπεζικό δανεισμό. Χαλαρώνει τα κριτήρια επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς. Επιζητά την ανταπόκριση του τραπεζικού συστήματος στις ανάγκες της αγοράς, ιδιαίτερη μετά την πρόσφατη «ένεση ρευστότητας» στην οποία προέβη η Πολιτεία προς τα πιστωτικά ιδρύματα.

Οφείλουμε όμως, μετά και τη σημερινή διατύπωση γνώμης επί των νομοθετικών διατάξεων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και πέρα από τις διαδικαστικές ενστάνσεις που η Τράπεζα διατυπώνει, να κάνουμε τις εξής επισημάνσεις:

1η Επισήμανση. Η επέκταση της ρύθμισης χρεών, εκτός από τις ληξιπρόθεσμες, και στις ενήμερες οφειλές, δύναται να επιδράσει αρνητικά στη ρευστότητα και στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, στο κόστος του κεφαλαίου και στην πιστωτική επέκταση, ιδιαίτερα σήμερα που παρατηρείται φυγή κεφαλαίων προς το εξωτερικό, καθιστώντας ανέφικτο το στόχο της Κυβέρνησης για διψήφιο ποσοστό πιστωτικής επέκτασης το 2010. Τέτοιες πρωτοβουλίες αυξάνουν τον ηθικό κίνδυνο, καθώς ευνοούν την ανεύθυνη πιστωτική συµπεριφορά των φυσικών ή νομικών προσώπων και την κατάχρηση των ευεργετικών διατάξεων, καθώς αποδυναµώνει το κίνητρο για συνεπή εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς τους πιστωτές. Οι τράπεζες, στο πλαίσιο των κανόνων προληπτικής εποπτείας, θα αυξήσουν τις προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις για κάλυψη έναντι του πιστωτικού κινδύνου. Αυτό θα οδηγήσει σε αυξημένες απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας με όποια μεθοδολογία και αν υιοθετείται από τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τον 1ο Πυλώνα της Βασιλείας ΙΙ. Οι αυξημένες δεσμεύσεις κεφαλαίων με τη σειρά τους θα επηρεάσουν τη ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων, θα κάνουν πιο «σφιχτές» τις τράπεζες στη χορήγηση νέων δανείων, θα διογκώσουν το κόστος δανεισμού.

2η Επισήμανση. Οι περιορισμοί στην επεξεργασία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς δεν πρέπει να οδηγήσουν σε ανεπαρκή ή πλημμελή αξιοποίηση αυτής της πληροφόρησης, τιμωρώντας του συνεπείς οφειλέτες με την αύξηση του ασφαλίστρου κινδύνου στις δανειακές συμβάσεις. Είναι άλλωστε γεγονός ότι η πληροφόρηση για τη φερεγγυότητα και την πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών βελτιώνει τη διαφάνεια στις συναλλαγές, ενισχύει την ορθολογική κατανομή των κεφαλαίων και περιορίζει σηµαντικά το κόστος δανεισμού.

3η Επισήμανση. Η αναστολή του δικαιώματος υποβολής αιτήσεων υπαγωγής επενδυτικών σχεδίων στις Διατάξεις του Νόμου 3299/2004 και η πρόταση για αναμόρφωση του σχετικού Νόμου δεν συμβάλλει στους αναπτυξιακούς στόχους της Κυβέρνησης. Οι προδιαγραφές ενός νέου Αναπτυξιακού Νόμου είναι ακόμη άγνωστες, ενώ οι διευκρινιστικές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) αναμένεται να εκδοθούν μετά τον Ιούνιο, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Παράλληλα, η διαδικασία διαπραγμάτευσης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε περίοδο μάλιστα αξιολόγησης των νέων Επιτρόπων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είναι πολύ πιθανόν να καθυστερήσει την εφαρμογή του νέου Αναπτυξιακού Νόμου για μετά το Σεπτέμβριο του 2010, ενώ αν επικρατήσει το χειρότερο σενάριο, η ισχύς του νέου Νόμου μπορεί να ξεκινήσει το 2011, με δυσμενείς συνέπειες για την ανάταξη της οικονομίας.

Και επειδή η Κυβέρνηση συχνά αναφέρεται στην προτεραιότητα που αποδίδει στις αναπτυξιακές πολιτικές, να καταθέσω ορισμένες παρατηρήσεις που καταδεικνύουν την αναντιστοιχία λόγων και έργων, δεσμεύσεων και πράξεων. Πιο συγκεκριμένα:

1ον. Η ολιγωρία της Κυβέρνησης, ήδη από τις πρώτες μέρες, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια κοινοτικών πόρων από το Γ’ ΚΠΣ.

2ον. Η Κυβέρνηση αδυνατεί να διευκρινίσει πώς προτίθεται να πληρώσει τα επιπλέον 5,8 δισ. ευρώ της υπερδέσμευσης του Γ’ ΚΠΣ.

3ον. Κατά τους 3 πρώτους μήνες διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ το ΕΣΠΑ πάγωσε τελείως. Αυτό το χρονικό διάστημα καταχωρήθηκαν μόνο 129 εκ. ευρώ, φτάνοντας τη συνολική απορρόφησή του στο 3,56% (από 3,07% τον Οκτώβριο του 2009).

4ον. Η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα προβεί στην αναθεώρηση της δομής και του τρόπου υλοποίησης του ΕΣΠΑ. Πριν λοιπόν «ξεκινήσει» καλά-καλά, η Κυβέρνηση ακολουθεί μια λανθασμένη στρατηγική, η οποία αφ’ ενός θα καθυστερήσει περαιτέρω την εφαρμογή του ΕΣΠΑ και αφ’ ετέρου θα «στεγνώσει» κι άλλο την αγορά.

5ον. Η Κυβέρνηση προχώρησε στη μείωση, κατά το ήμισυ, του προϋπολογισμού των προκηρύξεων για την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών, από 1,3 δισ. ευρώ σε 590 εκατ. ευρώ. Η μείωση του προϋπολογισμού έρχεται σε μία χρονική συγκυρία κρίσιμη για την αγορά και πλήττει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που είχαν ήδη προετοιμασθεί να προχωρήσουν στην επέκταση και στον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού τους.

6ον. Τέλος, σημειώνουμε ότι δεν έχει συγκλιθεί εδώ και 3 μήνες η Κεντρική Γνωμοδοτική Επιτροπή του Αναπτυξιακού Νόμου με αποτέλεσμα τη μη έγκριση νέων επενδυτικών σχεδίων που είναι στο στάδιο της αξιολόγησης, τροποποιήσεων υλοποιούμενων σχεδίων και αποφάσεων ολοκλήρωσης των ήδη εγκεκριμένων επενδυτικών έργων.

 Συμπερασματικά, 100 ημέρες από την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ και η Κυβέρνηση δείχνει να μην έχει όχι μόνο ολοκληρωμένο, αλλά ούτε καν το παραμικρό, σχέδιο για την δημοσιονομική προσαρμογή και την οικονομική ανάπτυξη. Είναι πλεόν καιρός, αν έχει κάποιο ολοκληρωμένο σχέδιο, να το καταστήσει σαφές τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις διεθνείς αγορές. Και σε ένα τέτοιο σχέδιο θα συμβάλλουμε με συνέπεια, υπευθυνότητα και αποφασιστικότητα για την οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Δελτίο Τύπου για την ερώτηση αναφορικά με τις εξελίξεις στο θέμα της Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ

Ο Βουλευτής Φθιώτιδας της Ν.Δ. και Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης της Οικονομίας κ. Χρήστος Σταϊκούρας κατέθεσε ερώτηση προς τον Υπουργό Οικονομικών αναφορικά με τις εξελίξεις στο θέμα της «Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ» και την αναστάτωση που έχει δημιουργηθεί στους κατόχους συμβολαίων ζωής και υγείας της εταιρίας. Ειδικότερα, η ερώτηση, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα εξής:

«Το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας, και δη ο κλάδος της ιδιωτικής ασφάλισης, διαταράχθηκε από την, ενδεχομένως αναγκαία, απόφαση για οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της «Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ» από την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, η οποία είχε ως συνέπεια περίπου 150.000 κάτοχοι συμβολαίων ζωής και υγείας της εν λόγω εταιρίας να μείνουν εκτεθειμένοι σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας, όχι μόνο για τις τοποθετήσεις τους αλλά και για την διασφάλισή τους στο τόσο κοινωνικά ευαίσθητο ζήτημα της υγείας. Η προηγούμενη κυβέρνηση της Ν.Δ., ενόψει της επερχόμενης κρίσης, που η αφερεγγυότητα της Ασπίς Πρόνοια θα προκαλούσε, οργάνωσε και θα υλοποιούσε σχέδιο αντιμετώπισής της, το οποίο, με στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων και με συνεννόηση με την αγορά, θα απέληγε σε διευθέτηση των εκκρεμοτήτων προς εξασφάλιση, κατά το μέγιστο δυνατό, των δικαιωμάτων των πελατών της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας.

Ωστόσο, μετά τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, οι ενέργειες της νέας κυβέρνησης υπήρξαν απογοητευτικές. Είναι προφανές ότι η νέα κυβέρνηση αδυνατεί να αντιληφθεί ότι η αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας ενός χρηματοοικονομικού ιδρύματος, και των προβλημάτων που αυτή προκαλεί μετά την διαπίστωσή της από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, είναι επείγον ζήτημα αρμοδιότητάς της, στο οποίο, οφείλει να παρεμβαίνει, όπως κατ’ επανάληψη έχει συμβεί σε όλες τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές χώρες, ταχέως και αποτελεσματικά, χωρίς να επιτρέπει στα προβλήματα, που αναπόδραστα γεννώνται σε αυτές τις περιπτώσεις, να λιμνάζουν και να πολλαπλασιάζονται.»

Συνεπώς, μετά και την Υπουργική Απόφαση (αριθμός ΦΕΚ Β/2509/18 Δεκεμβρίου 2009) για τη ρύθμιση θεμάτων εφαρμογής του άρθρου 10 παρ. 4α του Ν.Δ. 400/1970 και την τοποθέτηση του νέου επόπτη Χαρτοφυλακίων Ζωής της «Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ», ο κ. Σταϊκούρας επιθυμεί να ενημερωθεί σε ποια φάση βρίσκεται η διαδικασία εκκαθάρισης της εν λόγω εταιρίας, μετά το πέρας σχεδόν τεσσάρων μηνών από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρίας από την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, καθώς και ποιο είναι το σαφές χρονοδιάγραμμα του Υπουργείου για την ολοκλήρωση της διαδικασίας που αφορά την «Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ», την ικανοποίηση των απαιτήσεων των κατόχων συμβολαίων της εν λόγω ανακληθείσας εισηγμένης ασφαλιστικής εταιρίας και τη διευθέτηση αυτού του ιδιαίτερης σημασίας κοινωνικού ζητήματος. Τέλος επιθυμεί να ενημερωθεί για το γενικότερο σχεδιασμό του Υπουργείου αναφορικά με την αντιμετώπιση αυτής ή και παρόμοιων περιπτώσεων αφερεγγυότητας χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, τόσο από πλευράς διαδικασίας, όσο και από πλευράς ουσίας, δηλαδή κρατικής χρηματοδότησης για την κάλυψη των διαπιστωθέντων ανοιγμάτων.

Απογευματινή: Το παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα απαιτεί παγκόσμια λύση

Η παρατεταμένη και διαρκώς μεταλλασσόμενη τρέχουσα οικονομική κρίση έχει οδηγήσει πολλούς επιστήμονες και μη στον παραλληλισμό της έντασης και έκτασής της με την Μεγάλη Ύφεση του 1929. Με εφαλτήριο αυτή τη συσχέτιση, πολλοί προσδοκούσαν η πρόσφατη συνάντηση των 20 πιο ανεπτυγμένων χωρών (Σύνοδος των G20) να αποτελέσει ένα νέο Bretton Woods, μία Συνθήκη που να θέτει τις βάσεις μιας νέας παγκόσμιας αρχιτεκτονικής για την έξοδο από την κρίση.
 
Τα αποτελέσματα της συνάντησης δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες τους. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί η ιδιαίτερη σημασία τους, καθώς το τελικό κείμενο της Συνόδου κατέδειξε τη βούληση των ηγετών να επιτύχουν μεγαλύτερη συνεργασία και καλύτερο συντονισμό των εθνικών δράσεων για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, πέρα από προσεγγίσεις προστατευτισμού και απομονωτικού μονομερισμού. Αποδεχόμενοι την κρισιμότητα των περιστάσεων, οι ηγέτες των χωρών κατέληξαν σε έναν συμβιβασμό αναφορικά με τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, την αναδιάρθρωση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, την ενίσχυση του παγκόσμιου εμπορίου και τη θεμελίωση των όρων για τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.
 
Οι βασικοί άξονες της απόφασης της Συνόδου, που αναπτύσσονται σε σχετικό κείμενο 29 σημείων, είναι:
  • Η ενίσχυση του ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών, η οριοθέτηση αρχών, κανόνων και περιορισμών στη λειτουργία των κερδοσκοπικών και επενδυτικών κεφαλαίων και των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής αξιολόγησης, η αντιμετώπιση των προβλημάτων στη λειτουργία των «φορολογικών παραδείσων» και ο περιορισμός των στρεβλώσεων στις απολαβές των στελεχών που δραστηριοποιούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η προώθηση των σχετικών πρωτοβουλιών σε εθνικό επίπεδο θα πραγματοποιηθεί σε ένα πλαίσιο διεθνούς συνεργασίας και συντονισμού για την παρακολούθηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των κινδύνων που το διέπουν και θα ενισχυθεί με τη θεσμοθέτηση ενός διεθνούς Συμβουλίου για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα (Financial Stability Board).
  • Η αναβάθμιση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με την παροχή πολλαπλάσιων κεφαλαιακών πόρων, τη διαφανέστερη λειτουργία του και την αναδιάρθρωση της σύνθεσής του, ενδυναμώνοντας την παρεμβατική δυνατότητά του ως δανειστής ύστατης καταφυγής (lender of last resort).
  • Η κεφαλαιακή στήριξη των φτωχότερων κρατών, τα οποία και πλήγονται περισσότερο από την τρέχουσα κρίση.
  • Η τόνωση της διεθνούς εμπορικής δραστηριότητας μέσω της διάθεσης σημαντικών πόρων στους διεθνείς οργανισμούς για τη στήριξης των συναλλαγών.
  • Η στήριξη της οικονομίας μέσα από δημοσιονομικές παρεμβάσεις και εθνικά αναπτυξιακά και σταθεροποιητικά προγράμματα (ύψους 5 δις δολαρίων ως το 2010).
Η Σύνοδος του Λονδίνου δεν σήμανε το τέλος της παγκόσμιας πιστωτικής κρίσης ή της οικονομικής ύφεσης που προκάλεσε. Κατέληξε όμως σε συγκεκριμένα μέτρα. Έδειξε ότι τα παγκόσμια προβλήματα απαιτούν παγκόσμιες λύσεις. Έθεσε, με τρόπο ρεαλιστικό, σε κλίμα σύμπνοιας και συνεργασίας, μακριά από ανέξοδες και αδιέξοδες αντιπαραθέσεις:
  • τους άξονες στους οποίους θα εδράζονται οι πρωτοβουλίες ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας,
  • τις κατευθυντήριες γραμμές για την ενίσχυση της σταθερότητας και ευρωστίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, και
  • τις αρχές για την αποφυγή του εμπορικού, νομισματικού και χρηματοπιστωτικού προστατευτισμού.
Η επιτυχία του εγχειρήματος θα καθοριστεί από τη συνέχιση και ενδυνάμωση των συντονισμένων πρωτοβουλιών που θα αναληφθούν σε διεθνές επίπεδο και θα κριθεί από τις εθνικές δράσεις και πολιτικές στο πλαίσιο των αρχών και κανόνων που έθεσε η Σύνοδος. Η Ελληνική κυβέρνηση έγκαιρα και αποφασιστικά, σε συντονισμό και πλήρη ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ανέπτυξε στοχευμένες δράσεις και προχώρησε στην κατάρτιση Εθνικού Σχεδίου Αντιμετώπισης της Κρίσης με βασικούς άξονες δράσης τη διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και τη θωράκιση της απασχόλησης, τη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής, και την ενίσχυση των περισσότερο ευάλωτων στην κρίση κοινωνικών ομάδων. Πρόκειται για ένα συγκροτημένο, συνεκτικό και ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο, με στέρεους και σταθερούς άξονες δράσης, αλλά και με συνεχείς διορθώσεις, συμπληρώσεις και προσαρμογές επί αυτού ώστε να ανταποκρίνεται, με επάρκεια, στα νέα δεδομένα.
 
Σε κάθε περίπτωση απαιτείται αποφασιστικότητα, τόλμη και διορατικότητα στη λήψη των αποφάσεων, ακολουθώντας τις αρχές της διεθνούς κοινότητας και αξιοποιώντας τα πρώτα αισιόδοξα μηνύματα που εκπορεύονται από τη προσπάθεια σταθεροποίησης της παγκόσμιας οικονομίας.

Δημόσιος Τομέας: Η κρίση, το κράτος και η κοινωνική διάσταση των επιχειρήσεων

Η αντιμετώπιση της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης, αλλά και των επιπτώσεων αυτής στην πραγματική οικονομία, δημιουργεί ένα πεδίο ανάπτυξης μιας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας συζήτησης αναφορικά με την ανταπόκριση του κράτους και της αγοράς, των βασικών δομικών συστατικών του συστήματος οικονομικής οργάνωσης, στις ανάγκες και απαιτήσεις της κοινωνίας. Της κοινωνίας που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη του υψηλού κόστους που συνοδεύει μια συστημική διαταραχή της οικονομίας, καθώς, σύμφωνα με σχετικές μελέτες, οι επιπτώσεις μιας κρίσης μειώνουν κατά 1% το ΑΕΠ κατά το έτος εκδήλωσής της και κατά 3% την επόμενη χρονιά, ενώ οι συνολικές απώλειες της οικονομίας κατά τη διάρκεια μιας τραπεζικής κρίσης κυμαίνονται από 15% έως 20% του ΑΕΠ (Eichengreen et al., 1996; Demirgoc-Kunt et al., 2000; Hoggarth et al., 2001). Στο πλαίσιο του υψηλού τιμήματος που επωμίζεται το κοινωνικό σύνολο εντάσσεται και το δημοσιονομικό κόστος μιας συστημικής τραπεζικής κρίσης, το οποίο, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (2008), εκτιμάται στο 15% του ΑΕΠ.

Συνεπώς, πρώτιστο μέλημα κυβερνήσεων, εποπτικών και ρυθμιστικών αρχών είναι η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ευρωστίας της πραγματικής οικονομίας. Το κράτος θα πρέπει να παρεμβαίνει και να μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης οικονομικής αποτελεσματικότητας, την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας.
 
Προς την κατεύθυνση αυτή, και μακριά από προσεγγίσεις άκρατου κρατικού παρεμβατισμού, κινούνται και οι πρωτοβουλίες που έχουν προωθηθεί από την ελληνική κυβέρνηση για τη διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και τη θωράκιση της απασχόλησης, την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, την εγγύηση των καταθέσεων, την προστασία των δανειοληπτών και την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό η ρευστότητα να διοχετευτεί στις επιχειρήσεις.
 
Καθοριστικός όμως είναι και ο κοινωνικός ρόλος των επιχειρήσεων, καθώς αφενός η παρούσα κρίση αποτελεί ιδανική ευκαιρία για την ανάπτυξη της τρίτης διάστασης της οικονομίας, του τομέα της «κοινωνικής οικονομίας», και αφετέρου η άμεση αντιμετώπιση της κρίσης επιβάλλει την ανάδειξη υψηλού βαθμού κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων, κυρίως των πιστωτικών ιδρυμάτων.
 
Στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, στον οποίο εδράζουν πολιτικές με στόχο την αειφόρο ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή, δραστηριοποιούνται μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, κοινωνικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί, εθελοντικές οργανώσεις και διάφοροι άλλοι τύποι ενώσεων. Η νέα αυτή μορφή κοινωνικά προσανατολισμένης επιχειρηματικότητας στηρίζεται στην αυτοοργάνωση των πολιτών και στην εθελοντική προσφορά υπηρεσιών στη βάση της αλληλεγγύης και της συνεργασίας. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες αλλά και την παγκόσμια πρακτική, ο τομέας της κοινωνικής οικονομίας συμβάλλει στην κάλυψη των «κενών χώρων» που αφήνουν μεγάλα τμήματα της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών, συνήθως κοινωνικού χαρακτήρα, των οποίων η παραγωγή και η διάθεση από τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς κρίνεται ασύμφορη, η δε παροχή τους από το κράτος πολλές φορές ανέφικτη.
 
Στην Ελλάδα, η έννοια και οι δραστηριότητες του τομέα της κοινωνικής οικονομίας δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένες, καθώς οι όποιες απόπειρες σύστασης κοινωνικών επιχειρήσεων χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα, συνήθως έχουν άτυπο ή/και παράτυπο χαρακτήρα, και εκλαμβάνονται από την κοινωνία ως «φιλανθρωπικές δράσεις» και «ευεργεσίες». Τα βασικότερα προβλήματα είναι η έλλειψη θεσμικής, χρηματοδοτικής και διοικητικής υποστήριξης, η ανεπάρκεια εξειδικευμένου και έμπειρου ανθρώπινου δυναμικού, η περιορισμένη και ανεπαρκής γνώση, η απουσία ενημέρωσης και η έλλειψη «τεχνογνωσίας» στην οργάνωση και λειτουργία μιας κοινωνικής επιχείρησης, η απουσία ισχυρής παράδοσης στον τομέα της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, και η ανεπάρκεια της δικτύωσης και της ανάπτυξης συνεργασιών μεταξύ φορέων της κοινωνικής οικονομίας και του ιδιωτικού τομέα.
 
Οι τρέχουσες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες αποτελούν ιδιαίτερη ευκαιρία για την ανάπτυξη συνεκτικής προσέγγισης και ολοκληρωμένης παρέμβασης από την Πολιτεία, με τη συμμετοχή της κοινωνίας, ενθαρρύνοντας την καλλιέργεια και την ενίσχυση του τομέα της κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα ως μέσο για την ενδυνάμωση του παραγωγικού ιστού, την ενίσχυση της απασχόλησης, και την τόνωση της κοινωνικής συνοχής. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, πέρα από τις υφιστάμενες δομές εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, απαιτείται συνδυασμός πολιτικών και δράσεων, οι οποίες να επιχειρούν τη δημιουργία του κατάλληλου ευνοϊκού πλαισίου ανάπτυξης πρωτοβουλιών κοινωνικής επιχειρηματικότητας. Εκτός όμως από τις πρωτοβουλίες της Πολιτείας, απαιτείται και η αλλαγή της νοοτροπίας του επιχειρηματικού κόσμου, με τη συνειδητοποίηση από μέρους του της ανάγκης ενδυνάμωσης της κοινωνικής επιχειρηματικότητας και της υιοθέτησης και εφαρμογής ενός προτύπου αξιών επιχειρηματικής ηθικής.
 
Πιο εξειδικευμένα, στο πλαίσιο των προσπαθειών για την αντιμετώπιση της τρέχουσας οικονομικής και κοινωνικής συγκυρίας τα πιστωτικά ιδρύματα καλούνται άμεσα και έμμεσα να αναλάβουν την κοινωνική ευθύνη που τους αναλογεί. Άμεσα, ενισχύοντας και στηρίζοντας τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που πλήττονται περισσότερο από την κρίση. Ενδεχομένως, θα μπορούσαν τα τραπεζικά ιδρύματα να συνεισφέρουν μερίδιο των κερδών τους που θα προκύψει από τη χρήση του πακέτου ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας στο Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής. Τέτοιες συμπεριφορές και δράσεις ενσωματώνουν και ενσαρκώνουν στοιχεία υπεύθυνης επιχειρηματικότητας και καταλήγουν υπέρ των μακροπρόθεσμων επιχειρηματικών τους συμφερόντων. Έμμεσα, διευκολύνοντας την πιστωτική επέκταση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέσω της μείωσης των επιτοκίων χορηγήσεων, ενισχύοντας την αναπτυξιακή και παραγωγική διαδικασία και στηρίζοντας την ανάκαμψη της οικονομίας. Μία μείωση των επιτοκίων που θα είναι σε αντιστοιχία με το επίπεδο του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τις δημοσιονομικές κεφαλαιακές ενισχύσεις.
 
Η Κυβέρνηση, έγκαιρα και αποφασιστικά, σε συντονισμό και πλήρη ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ανέπτυξε στοχευμένες δράσεις και προχώρησε στην κατάρτιση εθνικού σχεδίου αντιμετώπισης της κρίσης που καλύπτει με υπευθυνότητα, τις προκλήσεις που δημιουργεί η τρέχουσα δυσμενής συγκυρία. Πρόκειται για ένα συγκροτημένο, συνεκτικό και ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο, με στέρεους και σταθερούς άξονες δράσης, αλλά και με συνεχείς διορθώσεις, συμπληρώσεις και προσαρμογές επί αυτού ώστε να ανταποκρίνεται με επάρκεια στα νέα δεδομένα. Αυτοί οι άξονες δράσης είναι η διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και η θωράκιση της απασχόλησης, η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής, και η ενίσχυση των περισσότερο ευάλωτων στην κρίση κοινωνικών ομάδων και τομέων. Απομένει και η εκδήλωση υπεύθυνης στάσης από τα πιστωτικά ιδρύματα, η κοινωνική ευθύνη των οποίων έγκειται στην αποτελεσματικότητα της αξιοποίησης και διοχέτευσης των πόρων του σχεδίου ρευστότητας στην οικονομία και στην αμεσότητα που οι πόροι αυτοί θα καρπωθούν και θα επιστραφούν στην κοινωνία.
 
Πηγές:
Demirguc-Kunt, A., E. Detragiache and P. Gupta (2000) “Inside the crisis: An empirical analysis of banking systems in distress”, Working Paper No 00/156, IMF.
Eichengreen, Β., A. Rose and C. Wyplosz (1996) “Contagious currency crises: First tests”, Scandinavian Journal of Economics, 98 (4), 463-484.
Hoggarth, G., R. Reis and V. Saporta (2001) “Costs of banking system instability: Some empirical evidence”, Working Paper No 114, Bank of England.
Κορλίρας, Π. (2003), Η αναζήτηση της οικονομικής τάξης, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα

Σέντρα: Αξιολόγηση των ευρωπαϊκών εκτιμήσεων για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας

Η ιδιαιτέρως έντονη, πολυδιάστατη και διαρκώς μεταλλασσόμενη κρίση πλήττει τις εθνικές οικονομίες, μεταξύ των οποίων και την ελληνική.
Σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και κλυδωνισμών, πολλές ευρωπαϊκές χώρες (17 στο σύνολο, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) προχώρησαν σε επικαιροποίηση των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Στηριζόμενη σε αυτά τα Προγράμματα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβη σε αναθεωρημένες εκτιμήσεις για την πορεία των ευρωπαϊκών οικονομιών, εντάσσοντας κάποιες από αυτές στη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ) (μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα). Σύμφωνα με αυτές τις προβλέψεις (Πίνακας 1):
  • Η Ελλάδα, μεταξύ των χωρών που συμπεριλήφθηκαν στη ΔΥΕ, εμφανίζει τον υψηλότερο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης για το 2008.
  • Η Ελλάδα είναι από τα λίγα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκτιμάται πως θα σημειώσουν θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και το 2009 (μόνο 5 από τις 27 χώρες θα έχουν θετικό πρόσημο).
  • Η Ελλάδα, μεταξύ των χωρών που συμπεριλήφθηκαν στη ΔΥΕ, εμφανίζει χαμηλότερο και κοντά στο όριο του 3% δημοσιονομικό έλλειμμα το 2009 και το 2010 (το 3,7% για το 2009 είναι και χαμηλότερο από το 4,0% που είναι ο μέσος ευρωπαϊκός όρος).
Η εικόνα που διαμορφώνεται από τις προαναφερθέντες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε καμία περίπτωση δεν συνάδει με τις προσεγγίσεις που παρουσιάζονται για την Ελληνική οικονομία και την εμφανίζουν ως τον αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης.
Αντιθέτως, η Ελληνική οικονομία βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση, όχι μόνο από περισσότερο ανταγωνιστικές οικονομίες, όπως αυτές της Ισπανίας, της Γαλλίας και της Ιρλανδίας, που επίσης εισήλθαν σε ΔΥΕ, αλλά και από τις άλλες 11 που προχώρησαν σε επικαιροποίηση των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Ανάπτυξης(οι επιτυχείς μέχρι σήμερα εκδόσεις τίτλων για τη χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους, παρά το υψηλό κόστος δανεισμού, το επιβεβαιώνει).
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία δεν εμφανίζει διαχρονικές αγκυλώσεις και διαρθρωτικές αδυναμίες. Αδυναμίες που γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς σε περιόδους οικονομικής κρίσης (όπως είναι το ύψος του δημοσίου χρέους, το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας κ.α.).
Επιβάλλεται συνεπώς η συνέχιση και εντατικοποίηση της προσπάθειας.
Με υπευθυνότητα, σύνεση, ρεαλισμό και διορατικότητα, μακριά από εύκολες και ανέξοδες δόσεις υποσχεσιολογίας, παροχολογίας και κινδυνολογίας, εντός και εκτός χώρας.
Η Ελληνική κυβέρνηση, έγκαιρα, σε συντονισμό και πλήρη ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, ανέπτυξε στοχευμένες δράσεις και προχώρησε στην κατάρτιση Εθνικού Σχεδίου Αντιμετώπισης της Κρίσης, με βασικούς άξονες δράσης τη διατήρηση των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και τη στήριξη της απασχόλησης, τη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής με στόχο τη μακροχρόνια, σύμφωνα και με το Επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης, βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και την ενίσχυση των περισσότερο ευάλωτων στην κρίση κοινωνικών ομάδων.

Πρόκειται για ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο, με σταθερούς άξονες δράσης, αλλά και με συνεχείς διορθώσεις και προσαρμογές ώστε να ανταποκρίνεται με επάρκεια στα νέα δεδομένα.

Πίνακας 1: Εκτιμήσεις Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ιανουάριος 2009

 

 
Πραγματικό
ΑΕΠ (%)
Δημοσιονομικό Έλλειμμα (%)
 
2008
2009
2010
2008
2009
2010
Ιρλανδία (ΔΥΕ)
-2,0
-5,0
0,0
-6,3
-11,0
-13,0
Ελλάδα (ΔΥΕ)
2,9
0,2
0,7
-3,4
-3,7
-4,2
Ισπανία (ΔΥΕ)
1,2
-2,0
-0,2
-3,4
-6,2
-5,7
Γαλλία (ΔΥΕ)
0,7
-1,8
0,4
-3,2
-5,4
-5,0
Λετονία (ΔΥΕ)
-2,3
-6,9
-2,4
-3,5
-6,3
-7,4
Δανία
-0,6
-1,0
0,6
3,1
-0,3
-1,5
Γερμανία
1,3
-2,3
0,7
-0,1
-2,9
-4,2
Ολλανδία
1,9
-2,0
0,2
1,1
-1,4
-2,7
Σουηδία
0,5
-1,4
1,2
2,3
-1,3
-1,4
Φινλανδία
1,5
-1,2
1,2
4,5
2,0
0,5
Μεγ. Βρετανία
-0,6
-2,3
0,9
-5,7
-9,5
-9,2
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2009)
TwitterInstagramYoutube