Χρημστοπιστωτική Αγορά

Δήλωση σχετικά με την Πρόταση Εξαγοράς της Αγροτικής Τράπεζας και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου από την Τράπεζα Πειραιώς

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση σχετικά με την Πρόταση Εξαγοράς της Αγροτικής Τράπεζας και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου από την Τράπεζα Πειραιώς:

«Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Στη σημερινή δύσκολη οικονομική συγκυρία, οι παρεμβάσεις της Πολιτείας και οι πρωτοβουλίες των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει να έχουν ως στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, μέσω της ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας και της ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και της αγοράς.

Έτσι, είναι πράγματι σκόπιμη η αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος μέσα από εξαγορές και συγχωνεύσεις. Αυτό, άλλωστε, έχει υποστηρίξει, ήδη, ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Αντώνης Σαμαράς, τονίζοντας ότι αυτές είναι αναγκαίες, για να μπορέσουν οι Ελληνικές Τράπεζες να αντέξουν στην κρίση.

Αρκεί, βεβαίως, να τηρούνται όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις.

Να γίνονται με διαφάνεια και να προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον.

Να οδηγούν σε οικονομίες κλίμακας και φάσματος, στο διαμοιρασμό των κινδύνων, στην απόκτηση ικανού μεγέθους για να ανταπεξέλθει το νέο πιστωτικό ίδρυμα στις διεθνείς προκλήσεις, στη θωράκιση των θυγατρικών του, στο εξωτερικό, στην ενίσχυση των συνθηκών ανταγωνισμού του εγχώριου τραπεζικού συστήματος επ’ ωφελεία καταθετών, δανειοληπτών και μετόχων.

Η σημερινή πρόταση της Τράπεζας Πειραιώς για εξαγορά της Αγροτικής και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου πρέπει να αξιολογηθεί, υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα.

Ιδιαίτερα για την περίπτωση της Αγροτικής Τράπεζας, παραδοσιακής πηγής ρευστότητας για τον Έλληνα αγρότη».

Εισήγηση στην Ολομέλεια «Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας»

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η επιδείνωση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας, εξαιτίας των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης, καθώς και δυσμενών εγχώριων παραγόντων, τόσο συγκυριακών όσο και διαρθρωτικών, βρήκε τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού τομέα, κατά βάση, υγιή.

Ωστόσο, μια σειρά από παράγοντες δημιουργούν ανησυχίες, προκαλούν συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας και εγκυμονούν κινδύνους για το τραπεζικό σύστημα, όπως είναι:

  • Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος.
  • Η σημαντική επιβράδυνση του εγχώριου ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.
  • Η συρρίκνωση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης.
  • Η χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών.
  • Η αισθητή μείωση του ποσοστού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις.
  • Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό.
  • Η φυγή καταθέσεων προς το εξωτερικό και η μείωση της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών.

 

Η κατάσταση αυτή επιτάσσει την ανάγκη συνετής διαχείρισης της κατάστασης από την Ελληνική Πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα, με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω της ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας και της ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση θετικά συνέβαλλε ο Ν. 3723/2008 της προηγούμενης Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας για τη στήριξη της πιστωτικής και οικονομικής δραστηριότητας.

Νόμος που αντιμετώπισε, τότε, τη σφοδρότατη κριτική της Αντιπολίτευσης, η οποία έφτασε σε ακραίους χαρακτηρισμούς περί «χαρίσματος 28 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες», και οι οποίες βέβαια διαψεύσθηκαν από τις μεταγενέστερες εξελίξεις.

Μάλιστα πρόσφατα, η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που επέκρινε τότε το σχέδιο ρευστότητας της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, αποφάσισε να προτείνει την ενεργοποίηση και επέκτασή του κατά επιπλέον 15 εκατ.  ευρώ.

Και έπραξε σωστά καθώς υπό τις συνθήκες υψηλού κόστους δανεισμού και στενότητας άντλησης κεφαλαίων, η επέκταση του Προγράμματος αποτελούσε αναγκαιότητα.

Η ορθότητα της επιλογής της τότε Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας αναγνωρίζεται από τη σημερινή Κυβέρνηση, αφού στην Αιτιολογική Έκθεση αναφέρεται πως η ρευστότητα θα εξακολουθήσει να παρέχεται σύμφωνα με τους «υφιστάμενους μηχανισμούς».

Αυτό το ενισχυμένο, πλέον, οικονομικό «πακέτο» στήριξης της ρευστότητας του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος θα συνοδευτεί από τη σύσταση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Παρά τις βελτιώσεις της Κυβέρνησης, στις διατάξεις του Σχεδίου Νόμου υπάρχουν σημεία που δημιουργούν προβληματισμούς και χρήζουν και εξειδικεύσεων.

 

Ειδικότερα:

1ον. Η αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση ότι το Ταμείο «θα διευκολύνει να δρομολογηθούν στρατηγικές επιλογές ανασύνταξης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος» δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τις προθέσεις, τις επιλογές και το ρόλο του Ταμείου, αλλά και της Κυβέρνησης, σε τέτοιες πρωτοβουλίες.

 2ον. Οι διατάξεις του Σχεδίου Νόμου δεν διευκρινίζουν πώς η Τράπεζα της Ελλάδος θα εντείνει την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος αυξάνοντας τη συχνότητα και την ταχύτητα υποβολής στοιχείων και την περαιτέρω ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για συχνούς ελέγχους ακραίων συνθηκών (stress-tests).

Ενισχύονται έτσι οι προβληματισμοί για τους όρους και τις παραμέτρους που θα τίθενται σε αυτούς του ελέγχους, ιδιαίτερα αν τους συνδυάσει και με τη «συντηρητικότητα» των παραδοχών της ΤτΕ.

 

3ον. Το Άρθρο 10 παρέχει ιδιαίτερα αυξημένες εξουσίες στο Ταμείο αναφορικά με τα πιστωτικά ιδρύματα που εντάσσονται σ’ αυτό τόσο σχετικά με τον καθορισμό του επιχειρησιακού σχεδίου, όσο και σχετικά με τον ορισμό των «νέων υπεύθυνων προσώπων» που θα εισέλθουν στα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και με τις ευρύτατες δικαιοδοσίες του εκπροσώπου του Ταμείου ως μέλους του ΔΣ του πιστωτικού ιδρύματος.

 

4ον. Με τα προβλεπόμενα δικαιώματα αρνησικυρίας στη λήψη αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της Γενικής Συνέλευσης παρέχονται ιδιαίτερα ευρείες εξουσίες στον εκπρόσωπο του Ταμείου (αντίθετα στο Ν. 3723/2008 οι εξουσίες του εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου είναι πιο περιορισμένες).

Οι εξουσίες μάλιστα αυτές δεν είναι απολύτως καθορισμένες αφού η αναφορά στο «κτλ» αφήνει πολλές ερμηνείες ανοικτές.

Τουλάχιστον, σύμφωνα και με την Έκθεση του Τμήματος Νομοτεχνικής Επεξεργασίας της Βουλής η απαρίθμηση των περιπτώσεων κατά τις οποίες παρέχεται το ως άνω δικαίωμα αρνησικυρίας θα πρέπει, προς αποφυγή ερμηνευτικών αμφισβητήσεων, να είναι αποκλειστική και όχι ενδεικτική.  

 

5ον. Στο άρθρο 4 παρ. 2 του Σχεδίου Νόμου αναφέρεται, και το θέτει και η Έκθεση του Τμήματος Νομοτεχνικής Επεξεργασίας της Βουλής, ότι ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι και τα δύο (2) μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου επιλέγονται από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Με την Περ. β’ της προτεινόμενης παραγράφου προβλέπεται περαιτέρω ότι «ο διορισμός και των 7 μελών του ΔΣ γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών κατόπιν εισηγήσεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος…».

Παρατηρείται ότι το Μνημόνιο ορίζει ότι «το Ταμείο θα διοικείται από ένα ΔΣ, αποτελούμενο από έναν επικεφαλής, έναν εκτελεστικό διευθυντή και 3 διευθυντές που θα ορίζονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος…».

Κατόπιν τούτου, θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι είναι δεσμευτική η εισήγηση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος προς τον Υπουργό Οικονομικών όσον αφορά το διορισμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου και ειδικότερα ότι δεν πρόκειται περί εισήγησης αλλά περί επιλογής από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Κάτι αντίστοιχο όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, συμφώνως με την Περ. α’ της προτεινόμενης παραγράφου.

 

Με την προσδοκία, αλλά και πεποίθηση, ότι η Κυβέρνηση θα ξεκαθαρίσει τους παραπάνω προβληματισμούς, εμείς, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση τοποθετούμαστε θετικά, και επί των Άρθρων, στο υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου.

Δελτίο Τύπου για την Ερώτηση για την Υπόθεση Hayman

Ο Βουλευτής Φθιώτιδας και Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης της Οικονομίας της Ν.Δ. κ. Χρήστος Σταϊκούρας, σε συνέχεια της υπ’ αριθ. πρωτ. 10903/01-06-2010 Ερώτησής του προς το Υπουργείο Οικονομικών, καθώς και κατόπιν της υπ’ αριθ. πρωτ. 2/37705/0023Α/23-06-2010 Απάντησης του Υφυπουργού Οικονομικών, επανήλθε με Ερώτηση προς τον Υπουργό Οικονομικών, αναφορικά με την παροχή διευκρινίσεων επί της εναλλακτικής πρότασης χρηματοδότησης του Ελληνικού Δημοσίου από το Επενδυτικό Χαρτοφυλάκιο Hayman Private Equity LLC, καθώς εγείρονται σοβαροί προβληματισμοί. Πιο συγκεκριμένα: 1) Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο φαίνεται να υπέγραψε, στις 08.02.2010, από κοινού με το Επενδυτικό Χαρτοφυλάκιο Hayman Private Equity LLC, Μνημόνιο Κατανόησης (MoU) προκειμένου να διαπραγματευτούν τους όρους της συνεργασίας για έκδοση χρέους. 2) Όπως προκύπτει από την επίσημη ιστοσελίδα του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) (www.pdma.gr), σήμερα στην αγορά Ελληνικών Ομολόγων δραστηριοποιούνται 22 Βασικοί Διαπραγματευτές Αγοράς (ΒΔΑ), στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνεται το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.

«Όμως, ο κ. Υφυπουργός στην Απάντησή του αναφέρει ότι: 1) αποτελεί πάγια τακτική του ΟΔΔΗΧ να δέχεται επενδυτικές προτάσεις για Ελληνικά Ομόλογα μόνο μέσω ΒΔΑ, 2) γνωστοποιήθηκε στο Επενδυτικό Χαρτοφυλάκιο ότι η υποβολή οποιασδήποτε επενδυτικής πρότασης θα πρέπει να γίνει από κοινού με έναν από τους ΒΔΑ της επιλογής του, και ότι 3) «…το Μάρτιο του 2010 εκπρόσωπος της εταιρίας παρουσίασε στον ΟΔΔΗΧ επενδυτική πρόταση για δανεισμό του Ελληνικού Δημοσίου…». Ενώ, το Μνημόνιο Κατανόησης υπεγράφη στις 08.02.2010».

Σύμφωνα με τα ως άνω, ο κ. Σταϊκούρας ερωτά τον κ. Υπουργό, «εφόσον, σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί επενδυτική πρόταση της Hayman από κοινού με κάποιον ΒΔΑ για δανεισμό του Ελληνικού Δημοσίου, και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο δεν συμπεριλαμβάνεται στους ΒΔΑ, πως και γιατί υπεγράφη Μνημόνιο Κατανόησης ανάμεσα στη Hayman και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, και μάλιστα πριν την παρουσίαση του Επενδυτικού Χαρτοφυλακίου στον ΟΔΔΗΧ».

Εισήγηση στην Επιτροπή για το «Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας»

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και της διεθνοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, πυρήνας του οποίου είναι ο τραπεζικός τομέας.

Τόσο η θεωρία όσο και οι εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bank-based countries) όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο χαρακτηρίζονταν, μέχρι τότε, από έντονες στρεβλώσεις και εγγενείς αδυναμίες.

Αυτές οι εξελίξεις βελτίωσαν το επίπεδο του ανταγωνισμού στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ενίσχυσαν το ύψος και διεύρυναν τις πηγές κερδοφορίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, και τόνωσαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η οποία συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ευημερία.

Έτσι, η επιδείνωση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας, εξαιτίας των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης, καθώς και δυσμενών εγχώριων παραγόντων, τόσο συγκυριακών όσο και διαρθρωτικών, βρήκε τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού τομέα, κατά βάση, υγιή.

Ωστόσο, μια σειρά από παράγοντες δημιουργούν ανησυχίες, προκαλούν συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας και εγκυμονούν κινδύνους για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όπως είναι:

  • Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος.
  • Η σημαντική επιβράδυνση του εγχώριου ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης (η ύφεση εκτιμάται στο -4%).
  • Η συρρίκνωση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης (+2,8% προς τον ιδιωτικό τομέα [επιχειρήσεις και νοικοκυριά] τον Μάϊο του 2010, από 4,2% το Δεκέμβριο του 2009).
  • Η χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών (ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων ανήλθε στο 7,7% το Δεκέμβριο του 2009 έναντι 5,0% το Δεκέμβριο του 2008).
  • Η αισθητή μείωση του ποσοστού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις (41,5% το Δεκέμβριο του 2009 έναντι 48,9% το Δεκέμβριο του 2008).
  • Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό.
  • Η φυγή καταθέσεων προς το εξωτερικό και η μείωση της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών, εξαιτίας και εσφαλμένης τακτικής της κυβέρνησης.

 Η κατάσταση αυτή επιτάσσει την ανάγκη συνετής διαχείρισης της κατάστασης από την Ελληνική Πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω της ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας και της ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση θετικά συνέβαλλε ο Ν. 3723/2008 της προηγούμενης Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας για τη στήριξη της πιστωτικής και οικονομικής δραστηριότητας.

Νόμος που αντιμετώπισε, τότε, τη σφοδρότατη κριτική της Αντιπολίτευσης, η οποία έφτασε σε ακραίους χαρακτηρισμούς περί «χαρίσματος 28 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες», και οι οποίες βέβαια διαψεύσθηκαν από τον όγκο των αδιάθετων – πριν από την κρίση δανεισμού στην οποία οδήγησε τη χώρα η παρούσα Κυβέρνηση – πόρων του πακέτου ρευστότητας (περίπου 17 δισ. ευρώ).

Μάλιστα πρόσφατα, η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που επέκρινε τότε το σχέδιο ρευστότητας της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, αποφάσισε να προτείνει την ενεργοποίηση και επέκτασή του κατά επιπλέον 15 εκατ.  ευρώ.

Και έπραξε σωστά καθώς υπό τις συνθήκες υψηλού κόστους δανεισμού και στενότητας άντλησης κεφαλαίων, εξαιτίας και των Κυβερνητικών αστοχιών, η επέκταση του Προγράμματος αποτελούσε αναγκαιότητα.

Η ορθότητα της επιλογής της τότε Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας αναγνωρίζεται από τη σημερινή Κυβέρνηση, αφού στην Αιτιολογική Έκθεση αναφέρεται πως η ρευστότητα θα εξακολουθήσει να παρέχεται σύμφωνα με τους «υφιστάμενους μηχανισμούς».

Αυτό το ενισχυμένο, πλέον, οικονομικό «πακέτο» στήριξης της ρευστότητας του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος θα συνοδευτεί από τη σύσταση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ταμείο).

Σύσταση που περιλαμβάνεται στο Μνημόνιο που συνοδεύει την προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας.

Σκοπός του Ταμείου θα είναι η διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, ειδικότερα της φερεγγυότητάς του, και όχι η στήριξη των αναγκών ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Στις βασικές ρυθμίσεις του Σχεδίου Νόμου αναφέρθηκε η Εισηγήτρια της Πλειοψηφίας, οπότε δεν θα τις επαναλάβω.

Ωστόσο, στις διατάξεις του Σχεδίου Νόμου υπάρχουν σημεία που δημιουργούν προβληματισμούς και χρήζουν περαιτέρω διευκρινήσεων και εξειδικεύσεων.

Ειδικότερα:

1ον. Η αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση ότι το Ταμείο «θα διευκολύνει να δρομολογηθούν στρατηγικές επιλογές ανασύνταξης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος» δημιουργεί ερωτηματικά ως προς τις προθέσεις, τις επιλογές και το ρόλο του Ταμείου, αλλά και της Κυβέρνησης, σε τέτοιες πρωτοβουλίες.

 

2ον. Υπάρχει ασάφεια ως προς τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να υποβάλλει ένα πιστωτικό ίδρυμα αίτημα στο Ταμείο μετά από υπόδειξη της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) ή με δική του πρωτοβουλία.

Γίνεται αναφορά σε «συντηρητικές παραδοχές της ΤτΕ», χωρίς αυτές να προσδιορίζονται.

Δημιουργείται έτσι ένας προβληματισμός για το εύρος, την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα αυτών.

 

3ον. Οι διατάξεις του Σχεδίου Νόμου δεν διευκρινίζουν πως «η Τράπεζα της Ελλάδος θα εντείνει την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος αυξάνοντας τη συχνότητα και την ταχύτητα υποβολής στοιχείων και την περαιτέρω ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για συχνούς ελέγχους ακραίων συνθηκών (stress-tests)».

Ενισχύονται έτσι οι προβληματισμοί για τους όρους και τις παραμέτρους που θα τίθενται σε αυτούς του ελέγχους, ιδιαίτερα αν τους συνδυάσει και με τη «συντηρητικότητα» των παραδοχών της ΤτΕ.

 

4ον. Παρέχει, εκτιμώ, ιδιαίτερα αυξημένες εξουσίες στο Ταμείο αναφορικά με τα πιστωτικά ιδρύματα που εντάσσονται σ’ αυτό τόσο σχετικά με τον καθορισμό του επιχειρησιακού σχεδίου, όσο και σχετικά με τον ορισμό των «νέων υπεύθυνων προσώπων» που θα εισέλθουν στα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και με τις ευρύτατες δικαιοδοσίες του εκπροσώπου του Ταμείου ως μέλους του ΔΣ του πιστωτικού ιδρύματος.

 

5ον. Η μετατροπή των προνομιούχων μετοχών σε κοινές είναι η πιο σημαντική πρόβλεψη του σχεδίου νόμου καθώς επιφέρει μία μη αναστρέψιμη μεταβολή στην μετοχική σύνθεση του πιστωτικού ιδρύματος.

Για το λόγο αυτό, είναι εύλογο η μετατροπή να απαιτεί προϋποθέσεις κατά το δυνατόν αντικειμενικές, κατ’ αναλογία της πρόβλεψης της παραγράφου 6.2.(β) όταν το πιστωτικό ίδρυμα καλείται να εκδώσει κοινές μετοχές μόνο όταν τα κεφάλαιά του υπολείπονται των ελάχιστων εποπτικών κεφαλαίων.

Επίσης, αν το πιστωτικό ίδρυμα δεν επιτύχει κάποιους στόχους του σχεδίου αναδιάρθρωσης αλλά, παρά ταύτα, διατηρεί υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια δεν υπάρχει λόγος μετατροπής των προνομιούχων μετοχών σε κοινές.

6ον. Δεδομένου ότι η απόδοση των προνομιούχων μετοχών καθορίζεται σε εύλογο επίπεδο με βάση τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γεννώνται ερωτηματικά γιατί απαιτείται αποτίμηση της τιμής διάθεσης από ελεγκτικές εταιρείες, καθώς και γιατί η τιμή διάθεσης θα πρέπει να συμπίπτει με την ονομαστική αξία των μετοχών.

Εφόσον το Ταμείο λαμβάνει εύλογη απόδοση κατά την διάρκεια της συμμετοχής του, η οποία μάλιστα προσαυξάνεται μετά την πάροδο της πενταετίας, δεν γίνεται κατανοητό γιατί η εξαγορά θα πρέπει να γίνεται σε τιμή ανώτερη από την τιμή διάθεσης. Η τιμή εξαγοράς πρέπει να ισούται με την τιμή διάθεσης.

Θα πρέπει να υπάρχει ανώτατο όριο υπεραξίας που μπορεί να λάβει το Ταμείο κατά την αποπληρωμή των προνομιούχων μετοχών.

Εναλλακτικά, το σύνολο της απόδοσης που έχει καταβληθεί από το πιστωτικό ίδρυμα θα μπορούσε να αφαιρείται από την υπεραξία που προκύπτει κατά την αποτίμηση.

 

7ον. Χρειάζεται διευκρίνηση γιατί οι προνομιούχες μετοχές θα πρέπει να εκδίδονται χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Πρέπει δηλαδή να διευκρινιστεί στο Σχέδιο Νόμου ότι το «δικαίωμα ψήφου στην Γενική Συνέλευση» αφορά την ιδιαίτερη Συνέλευση των προνομιούχων μετόχων μόνο, σύμφωνα με τα αντιστοίχως προβλεπόμενα στο άρθρο1 § 1 του ν. 3723/2008 για την ενίσχυση της ρευστότητας.

 

8ον. Με τα προβλεπόμενα δικαιώματα αρνησικυρίας στη λήψη αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της Γενικής Συνέλευσης παρέχονται ιδιαίτερα ευρείες εξουσίες στον εκπρόσωπο του Ταμείου (αντίθετα στο Ν. 3723/2008 οι εξουσίες του εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου είναι πιο περιορισμένες).

Οι εξουσίες μάλιστα αυτές δεν είναι απολύτως καθορισμένες αφού η αναφορά στο «κτλ» αφήνει πολλές ερμηνείες ανοικτές.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης επί των άρθρων, θα προσθέσω και κάποια επιχειρηματικά και νομικά θέματα. Μόνο ένα νομικό θέμα θα ήθελα να θίξω τώρα. Στο άρθρο 4 παρ. 2β, αναφέρεται σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στο Μνημόνιο Οικονομικής Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής ότι ο πρόεδρος, οι αντιπρόεδροι και τα δύο μη εκτελεστικά μέλη του Δ.Σ. επιλέγονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ τα υπόλοιπα δύο μη εκτελεστικά μέλη ορίζονται ex oficio. Κατόπιν τούτων, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι είναι δεσμευτική η εισήγηση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος προς τον Υπουργό Οικονομικών, όσον αφορά τον διορισμό των μελών του Δ.Σ. του ταμείου και ειδικότερα ότι δεν πρόκειται περί εισήγησης, αλλά περί επιλογής από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Με αυτές τις σκέψεις και κάποιες ακόμα που θα προσθέσω αύριο και με την προσδοκία, αλλά και την πεποίθηση ότι η Κυβέρνηση θα ξεκαθαρίσει τους παραπάνω προβληματισμούς, εμείς, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση τοποθετούμαστε θετικά επί της αρχής στο υπό συζήτηση σχέδιο νόμου.

Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων για την «Εποπτεία Ιδιωτικής Ασφάλισης»

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με το Σχέδιο Νόμου επιδιώκεται, μεταξύ άλλων, η υπαγωγή της εποπτείας του ασφαλιστικού κλάδου στην Τράπεζα της Ελλάδος, η αντιμετώπιση του ζητήματος των εταιρειών του Ομίλου ΑΣΠΙΣ, και η σύσταση εγγυητικού κεφαλαίου ασφάλισης ζωής.

 

Ως προς την πρώτη επιδίωξη, με τις προτεινόμενες διατάξεις η Κυβέρνηση επιλέγει την κατάργηση της ΕΠΕΙΑ και την υπαγωγή της εποπτείας του ασφαλιστικού κλάδου στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Έτσι, το εγχώριο εποπτικό πλαίσιο των τριών πυλώνων – μία εποπτική αρχή ανά χρηματοπιστωτική αγορά – αναμένεται να μετατραπεί σ’ ένα πλαίσιο δύο εποπτικών φορέων (ΤτΕ και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς).

Επιλέγοντας η Κυβέρνηση, όπως αναφέρει και η Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου «την προφανώς δόκιμη και συνάδουσα με την τάση της διεθνούς πρακτικής λύση.»

Είναι όμως αυτή η διεθνής πρακτική;

Σήμερα, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ενοποιημένη εποπτική αρχή για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο, υπό την Κεντρική Τράπεζα, συναντάμε μόνο στη Γαλλία, και μάλιστα αυτό θεσμοθετήθηκε πολύ πρόσφατα, στις αρχές του 2010.

Σε καμία άλλη Ευρωπαϊκή χώρα. Σύμφωνα μάλιστα με πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τέτοια αρχή υπάρχει μόνο στον Καναδά, στην Κολομβία, στο Εκουαδόρ, στο Ελ Σαλβαδόρ, στη Γουατεμάλα, στη Μαλαισία, στο Περού και στη Βενεζουέλα.

Αυτό που συναντάται στις περισσότερες χώρες είναι η ενοποιημένη εποπτεία για όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ή το παραδοσιακό μοντέλο θεσμικής εποπτείας ανά αγορά, όπως ισχύει σήμερα και στη χώρα μας.

Η λογική όμως της ενοποιημένης εποπτείας παρουσιάζει έντονα σημάδια κριτικής, και αποδόμησης σε ορισμένες περιπτώσεις, μετά και τις εξελίξεις στο Βρεττανικό κανονιστικό πλαίσιο.

Πλαίσιο το οποίο κατακρίθηκε για υπερσυγκεντρωτισμό, αδυναμία αντιμετώπισης της κρίσης με αποτελεσματικότητα, αδυναμία επίτευξης των προσδοκόμενων οικονομιών κλίμακος και φάσματος για τις οποίες είχε δημιουργηθεί.

Έτσι, το κανονιστικό πλαίσιο του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο αποτέλεσε ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ενοποιημένου εποπτικού καθεστώτος και μεταρρυθμιστικό σημείο αναφοράς για πολλά άλλα καθεστώτα, διασπάται από το 2012, – μετά και την πρόσφατη απόφαση των εκεί αρχών – στο Financial Policy Committee της Τράπεζας της Αγγλίας που επωμίζεται τη μακροπροληπτική εποπτεία, στην Prudential Regulation Authority υπό το Διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας που εστιάζει στη μικροπροληπτική εποπτεία, και της Consumer Protection and Markets Authority που επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στους κανόνες επιχειρηματικής συμπεριφοράς (conduct-of-business).

Έτσι ενισχύεται η ιδέα ενός εποπτικού πλαισίου που δομείται σύμφωνα με τους στόχους, και όχι σύμφωνα με τις επιμέρους αγορές.

Ένος εποπτικού πλαισίου με χαρακτηριστικότερη διάσταση αυτού το μοντέλων των «δίδυμων κορυφών» [twin (Ολλανδία), three or four (Αυστραλία) peaks], το οποίο εδράζεται στην διάκριση ανάμεσα στην προληπτική εποπτεία και την εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς οριζόντια για όλους τους χρηματοοικονομικούς κλάδους.

Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, δημιουργούνται δύο εποπτικές αρχές, μια για την προληπτική εποπτεία όλων των χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων (όπου εμπλέκεται και η Κεντρική Τράπεζα) και μία για την εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς.

Ως εποπτεία των κανόνων συμπεριφοράς νοείται πλέγμα ρυθμίσεων κανόνων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι αποσκοπούν στην προστασία του λήπτη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, καταναλωτή ή επαγγελματία.

Ωστόσο, και πέρα από τα ανωτέρω, αυτό που καταδεικνύει η ευρύτερη ανάλυση της διαμόρφωσης της χρηματοπιστωτικής εποπτείας είναι πως δεν υπάρχει ενδεδειγμένη πρακτική.

Μάλιστα μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Abrams και Taylor, 2000) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διάρθρωση του κανονιστικού συστήματος πρέπει να αντανακλά τη διάρθρωση των αγορών που διέπονται από αυτό.

Συνεπώς, θα μπορούσαν να προκύψουν 2 εναλλακτικές λύσεις για την ελληνική περίπτωση:

1η. Η καθοριστική ενδυνάμωση της Αρχής που διέπει την αγορά ιδιωτικής ασφάλισης με την ενίσχυση της κανονιστικής και εποπτικής αξιοπιστίας και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανάπτυξη της εν λόγω αγοράς, η οποία αναμένεται να αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική μετά και τις εξελίξεις στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας.

Άλλωστε το ρυθμιστικό και εποπτικό έργο της Επιτροπής, που δημιουργήθηκε από την προηγούμενη Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την οποία η σημερινή καταργεί, κρίνεται θετικό, αν και αυτό ξεκίνησε με καθυστέρηση.

2η. Η μεταφορά ενός μοντέλου των «δίδυμων» κορυφών στην ελληνική πραγματικότητα, που θα σήμαινε τη μεταφορά του συνόλου της χρηματοοικονομικής εποπτείας (εταιρείες της κεφαλαιαγοράς, της αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης, και της τραπεζικής αγοράς) στην ΤτΕ και την μετατροπή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ή τη δημιουργία μιας άλλης Επιτροπής, σε Επιτροπής Εποπτείας των Κανόνων Συμπεριφοράς για όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, δηλαδή την ανάθεση σε αυτήν της εποπτείας των κανόνων αυτών, και για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο.

Πέραν της σκοπιμότητας για κατάργηση ή μη της ΕΠΕΙΑ, εκείνο το οποίο οφείλουμε να επισημάνουμε, και το αναφέρει και η ΟΚΕ στη γνώμη της, είναι ότι θα πρέπει να διασφαλισθεί ο αδιάλειπτος χαρακτήρας του εποπτικού ελέγχου της εγχώριας αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης.

Η δεύτερη επιδίωξη της Κυβέρνησης είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος των εταιρειών του Ομίλου ΑΣΠΙΣ η οποία έχει χρονίσει στα χέρια της Κυβέρνησης, παρότι υπήρχε νομοθετικό πλαίσιο επαρκές και εξουσιοδοτήσεις ικανές να επιλύσουν το θέμα.

Η πραγματικότητα είναι ότι χρησιμοποιήθηκε από την Κυβέρνηση μία εικασία, ότι δηλαδή το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο ίσως να ήταν αντικοινοτικό εάν εφαρμοζόταν.

Βέβαια από τις απαντήσεις των αρμοδίων οργάνων δεν απορρέει κάτι τέτοιο.

Ίσα ίσα, ο Επίτροπος κ. Μπαρνιέ, σε Ερώτηση του κ. Χουντή, ανέφερε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στις ελληνικές αρχές το ελληνικό δημόσιο δύναται να χορηγήσει υπό προϋποθέσεις εγγύηση υπέρ του αναδόχου του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου ζωής ή σε περίπτωση απουσίας τέτοιου αναδόχου εγγύηση απευθείας υπέρ των ασφαλιζομένων.

Και χρησιμοποιήθηκε αυτή η εικασία ακριβώς για να συγκαλυφθεί η αδράνεια και η απραξία, η οποία οδήγησε τα χαρτοφυλάκια ζωής των εταιρειών αυτών σε πλήρη απαξίωση και τους ασφαλισμένους τους σε τέλεια απόγνωση.

Η Κυβέρνηση ανέλαβε τα καθήκοντά της τον Οκτώβριο του 2009, μόλις ένα μήνα μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ.

Βρήκε έτοιμο το υποτιθέμενο αντικοινοτικό πλαίσιο και εξέδωσε και κανονιστική απόφαση επ’ αυτού, την οποία, όμως, στην πραγματικότητα, δεν εφάρμοσε.

Και δεν την εφάρμοσε γιατί, όπως φαίνεται και από το παρόν Σχέδιο Νόμου, απαιτούνται άλλοι έξι μήνες (αρθρ. 2 παρ. 2) για την επιμέτρηση του ανοίγματος του χαρτοφυλακίου ζωής της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ, όταν έχουν περάσει ήδη 8 μήνες από τον διορισμό του τελευταίου, και ήδη σήμερα αρμόδιου, Επόπτη.

Διαπίστωσε δε η Κυβέρνηση, κατά τις δηλώσεις της, οι οποίες έγιναν διά στόματος του Υφυπουργού, ήδη τον Νοέμβριο του 2009, ότι το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, ίσως, πιθανόν, χωρίς να επιβεβαιώνεται αλλά αντιθέτως να διαψεύδεται από τα αρμόδια κοινοτικά στελέχη, να είναι αντικοινοτικό.

Και τι έπραξε για να το διορθώσει; Τίποτα.

Δεν έσπευσε καν να διορθώσει το δήθεν αντικοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο και να θεσπίσει άλλο, που, τέλος πάντων, να επιλύει το θέμα.

Δικαίως λοιπόν φοβάται σήμερα για την αστική ευθύνη του Δημοσίου, που θεμελιώνουν οι δικές της ενέργειες.

Παράλογα βέβαια,  εντελώς επικίνδυνα για τα συμφέροντα του Δημοσίου αλλά και παρανόμως, προβαίνει σε δήλωση αποδοχής της ευθύνης της στο αρθρ. 2 παρ. 3(θ) του Σχεδίου Νόμου ενώ μάλιστα επιδιώκει, με αυτήν την μεθόδευση, να απαλλαγεί από την ευθύνη αυτή, προφανώς ατελέσφορα μετά τις διαδοχικές και διαρκείς παραλείψεις της.

Ας δούμε όμως την πρόταση, όπως καταγράφεται στο αρθρ. 2 του Σχεδίου Νόμου: 

Στον Επόπτη Χαρτοφυλακίου, ο οποίος έχει δαπανήσει ήδη 8 μήνες για την μία εταιρεία (ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ) και 4 μήνες για την άλλη εταιρεία (Commercial Value) παρέχεται περαιτέρω, χωρίς καμία ειδικότερη αιτιολογία, διάστημα έξι μηνών.

Να κάνει τι; Προφανώς να συνεχίσει την αργή διαδικασία επιμέτρησης του ανοίγματος των εταιρειών αυτών, με τα έξοδα εκκαθάρισης να πολλαπλασιάζονται.

Πώς θα λειτουργήσουν τα χαρτοφυλάκια στο διάστημα αυτό;

Πώς θα εξυπηρετηθούν οι ασφαλισμένοι; Δεν θα εξυπηρετηθούν.

Για τους μεν ασφαλισμένους ζωής, αναστέλλεται κάθε εξαγορά ή καταβολή ασφαλίσματος, για τους δε ασφαλισμένους υγείας, που είναι εκείνοι που είναι τόσο γέροι ή ανήμποροι που δεν μπορούν να ασφαλιστούν αλλού και έχουν μείνει δέσμιοι στο χαρτοφυλάκιο των εταιρειών αυτών, εάν δεν έχουν κοινωνική ασφάλιση (πράγμα απίθανο, αφού η κοινωνική ασφάλιση είναι υποχρεωτική στην χώρα), θα νοσηλευθούν δωρεάν στα δημόσια νοσοκομεία. Δηλαδή για έξι μήνες, μηδέν εις το πηλίκον και η απραξία συνεχίζεται.

Και ερωτάται η Κυβέρνηση: γιατί ο Επόπτης δεν έχει ολοκληρώσει την επιμέτρηση και τακτοποίηση των χαρτοφυλακίων, όπως άλλωστε προέβλεπε και η Υπουργική Απόφαση, που εσείς εκδώσατε;

Εάν ο Επόπτης βρει ανάδοχο στο διάστημα αυτό του εξαμήνου, δεν ισχύουν τα κριτήρια επιλογής και οι, δήθεν διασφαλιστικές για τους ασφαλισμένους, διαδικασίες των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 του Σχεδίου Νόμου; Γιατί;

Μετά το πέρας λοιπόν του εξαμήνου και αφού έχει απαξιωθεί απολύτως και το χαρτοφυλάκιο και της δεύτερης ανακληθείσας εταιρείας, δηλαδή της Commercial Value (το χαρτοφυλάκιο της ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ έχει ήδη σήμερα απαξιωθεί απολύτως) και αφού έχει καταργηθεί κάθε έννοια ασφαλιστικών μαθηματικών που να καθιστά τα χαρτοφυλάκια μεταβιβάσιμα, το Σχέδιο Νόμου προβλέπει μία τόσο πολύπλοκη διαδικασία, που πραγματικά σου δίνει την εντύπωση ότι η λύση επετεύχθη. Αρκεί να μην την διαβάσεις.

 Γιατί εάν την διαβάσεις, παρατηρείς ότι η προτεινόμενη λύση είναι η εξής: Γίνεται νέα, τρίτη προσπάθεια πώλησης των χαρτοφυλακίων. Αυτή την φορά υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος. Μπαίνουν κριτήρια, διαδικασίες, δεδομένα, αιρέσεις, εγκρίσεις κ.λ.π. αλλά τελικά ο παρανομαστής παραμένει ίδιος. Εάν η μεταβίβαση δεν επιτευχθεί (που εάν ήταν να επιτευχθεί θα είχε επιτευχθεί ήδη ή, τέλος πάντως, θα επιτευχθεί εντός εξαμήνου από τον επόπτη, εκτός και εάν υποθέσει κανείς ότι ο επόπτης παραβαίνει τα καθήκοντά του και δεν επιμελείται της εξεύρεσης αναδόχου όλους αυτούς τους μήνες τώρα, οπότε τι συζητάμε για αστική ευθύνη του κράτους), εάν, τέλος πάντων, η μεταβίβαση δεν επιτευχθεί, τότε το χαρτοφυλάκιο εκκαθαρίζεται. Δηλαδή καταλήγουμε στα ίδια μετά από αρκετούς μήνες και με πολλές επίσημες διαδικασίες.

Ενδιαφέρον είναι και τι προβλέπει το Σχέδιο Νόμου, εάν τελικά επιτευχθεί η πολυπόθητη μεταβίβαση: Ο ανάδοχος θα παραλάβει ένα χαρτοφυλάκιο, που πιθανότατα τον καθιστά αφερέγγυο αμέσως μετά την παραλαβή του αλλά οι ασφαλισμένοι μπορούν να αντιταχθούν. Ενδιαφέρον και πολύ δίκαιο.

Και εάν αντιταχθούν, τι γίνεται;

Βελτιώνονται οι συνθήκες αναδοχής; Όχι.

Απλώς οι απαιτήσεις τους πάνε, πάλι, στην εκκαθάριση.

Αλλά ας πούμε ότι όλα πήγανε καλά και ο ανάδοχος ευρέθη. Τότε, η Τράπεζα της Ελλάδος, που γενικώς κινεί την διαδικασία, μπορεί να μην εγκρίνει την μεταβίβαση, για αγνώστους λόγους.

Έχει ένα έτος να το αποφασίσει σύμφωνα με την παρ. 5 του εν λόγω άρθρου 2 του Σχεδίου Νόμου.

Εάν τελικώς δεν εγκρίνει, πάλι η εκκαθάριση είναι η λύση.

Εάν όμως πάνε τελικά ΟΛΑ καλά, δηλαδή εάν βρεθεί ο ανάδοχος, δεν καταστεί αφερέγγυος από την ανάληψη του χαρτοφυλακίου, συναινέσουν οι ασφαλισμένοι και εγκρίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, τότε, θα έχει, τουλάχιστον τυπικά, διευθετηθεί το θέμα.

Άλλο λεφτά δεν θα μπορούν οι ασφαλισμένοι να εισπράξουν για μία διετία τουλάχιστον. Δεν θα μπορούν να διαμαρτυρηθούν κατά του Δημοσίου. Αφού υπέγραψαν!

Εάν όμως, κ Υπουργέ, είχατε σήμερα ανάδοχο, σας εμποδίζει κάτι, να πιέσετε τον επόπτη να επιμετρήσει το χαρτοφυλάκιο στα όρια που ο νόμος προβλέπει και να του το μεταβιβάσετε;

Δεν προβλέπεται σήμερα στην Υπουργική Απόφαση η αναμόρφωση των απαιτήσεων των ασφαλισμένων, που συνιστά και στο Σχέδιο Νόμου το όριο της ανάληψης ευθύνης του αναδόχου;

Και εάν τελικά δεν υπάρχει ανάδοχος, όλα γίνονται για να παραπεμφθούν τα πολύπαθα αυτά χαρτοφυλάκια στην εκκαθάρισή τους, χρειάζεται να ξοδέψουμε επιπλέον από 6 έως 18 μήνες εκκαθάρισης και εξόδων, για να μην μείνει τελικά τίποτα για τους ασφαλισμένους;

Και τέλος, κύριε υπουργέ, πότε θα μας πείτε για την ταμπακέρα; Γιατί με το Σχέδιο Νόμου δεν μας λέτε τίποτα; Έστω ότι οι τυμπανοκρουσίες αποτύχουν ( το πιθανότερο) και ευλογίες για δήθεν απαλλαγή σας από την αστική ευθύνη δεν δοθούν από τους ασφαλισμένους (επίσης το πιθανότερο), ποιος θα πληρώσει τους ασφαλισμένους στην εκκαθάριση; Τι θα πάρουν εν τέλει αυτοί οι άνθρωποι, πότε και από ποιον;

Ως προς την τρίτη επιδίωξη, όσον αφορά τώρα τη θέσπιση Εγγυητικού Κεφαλαίου Ζωής είναι γνωστό ότι μέχρι σήμερα, ο ασφαλιστικός κλάδος στερείται παντελώς εγγυητικού κεφαλαίου για την κάλυψη των δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωής.

Όμως οι πρόσφατες εξελίξεις στην ασφαλιστική αγορά, ανέδειξαν την ανάγκη δημιουργίας εγγυητικού κεφαλαίου ζωής, για την κάλυψη του συγκεκριμένου κενού.

Συνεπώς συμφωνούμε απολύτως με την δημιουργία εγγυητικού κεφαλαίου ζωής, το οποίο θα παρέχει κάλυψη στις περιπτώσεις που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης, ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση του νόμου.

Τέλος, η αναδρομική επιβάρυνση του υπό σύσταση Εγγυητικού Κεφαλαίου με ελλείμματα από ανακλήσεις αδειών που προηγούνται της σύστασής του προσκρούει και σε νομικά εμπόδια, καθ΄ότι παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές προστατευόμενες από το Σύνταγμα, όπως η αρχή της ισότητας και της ιδιοκτησίας.

Αναφορικά με την κάλυψη που περιέχει το Ε.Κ.Ζ. δηλαδή ίση με το 100% κάθε ασφαλιστικής αποζημίωσης και μέχρι του ύψους των 25.000€ ανά ασφαλισμένο, άποψη της ΟΚΕ είναι να αυξηθεί το ανώτατο ποσό της κάλυψης στα 30.000€, όπως ισχύει και στο Συνεγγυητικό Κεφαλαίο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών.

Η επιβολή εισφοράς σε ποσοστό 1,5% κρίνεται υπερβολική και αυθαίρετα υψηλή ακόμη και συγκρινόμενη με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές επιβαρύνσεις, καθιστώντας το ασφαλιστικό προϊόν μη ανταγωνιστικό. Βάσει έρευνας που διεξήχθη από την εταιρία Oxera για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα σχετικά ποσοστά ανέρχονται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα.

Και κάτι ακόμη: ο καθορισμός του ποσοστού που θα εισφέρουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μήπως προσκρούει σε δεδομένα του Κοινοτικού Δικαίου σύμφωνα με τα οποία δεν μπορεί η εισφορά από ασφαλιστικές επιχχειρήσεις σε Επικουρικό Κεφάλαιο να υπερβαίνει το 0,20% των ασφαλίσεων ζωής; 

Χαιρετισμός για τη «Μορφολογία του Ελληνικού Τραπεζικού Συστήματος & Διεθνής Χρηματοπιστωτική Κρίση: Οικονομικές & Κοινωνικές Επιπτώσεις»

Κυρίες και Κύριοι,

 

Χαιρετίζω, ως Εκπρόσωπος του Κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, τις εργασίες της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας και επίκαιρης, λόγω της οικονομικής συγκυρίας που διανύουμε, εκδήλωσης που διοργανώνει σήμερα το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, με σκοπό την παρουσίαση των συμπερασμάτων της Μελέτης-Έρευνας με θέμα «Μορφολογία του Ελληνικού Τραπεζικού Συστήματος & Διεθνής Χρηματοπιστωτική Κρίση: Οικονομικές και Κοινωνικές Επιπτώσεις».

Θέλω να συγχαρώ το Οικονομικό Επιμελητήριο για τη διαχρονική συμβολή του στην προσφορά επιστημονικής έρευνας στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του, και για τη διάθεσή του να συμβάλλει στη διαμόρφωση προτάσεων για κρίσιμα οικονομικά ζητήματα.

 

Θέλω, δημόσια, να ευχαριστήσω γιατί κάποια στιγμή μου έδωσε κι εμένα τη δυνατότητα να συμμετάσχω σε αντίστοιχη ερευνητική ομάδα στο παρελθόν.

 

Είμαι βέβαιος ότι κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης αυτής, και αυτό ήδη έγινε από τα μέλη της επιστημονικής-συγγραφικής ομάδας, θα κατατεθούν ρεαλιστικοί προβληματισμοί, θα αναπτυχθούν γόνιμες σκέψεις, θα ακουστούν υπεύθυνες θέσεις, θα εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Κυρίες και Κύριοι,

 

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία, προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και της διεθνοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, πυρήνας του οποίου είναι το τραπεζικό σύστημα. Τόσο η θεωρία όσο και οι εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bank-based countries), όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

 

H πρόσφατη επιδείνωση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας, εξαιτίας των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης, καθώς και δυσμενών εγχώριων παραγόντων, τόσο συγκυριακών όσο και διαρθρωτικών, βρήκε τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού τομέα, κατά βάση, υγιή.

 

Αξίζει μάλιστα να τονισθεί ότι, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες, τα αίτια των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας δεν πηγάζουν από τον τραπεζικό τομέα ή τις διασυνδέσεις του με το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό χώρο (βλέπετε και Τράπεζα της Ελλάδος).

 

Θετικά συνέβαλλε στη διαμορφωθείσα κατάσταση και η αποκλιμάκωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων, λόγω των μέτρων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), οι ευνοϊκές συνθήκες που επικρατούσαν μέχρι πρόσφατα στις αγορές κεφαλαίων και η αξιοποίηση των κυβερνητικών  (επί Ν.Δ.) μέτρων ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας (Ν. 3723/2008).

 

Ωστόσο, μια σειρά από παράγοντες δημιουργούν ανησυχίες, προκαλούν συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας και εγκυμονούν κινδύνους για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όπως είναι:

  • Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος.

 

  • Η σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης (προβλέψεις διεθνών οργανισμών τον τοποθετούν στο -4%).

 

  • Η συρρίκνωση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης (+2,8% προς τον ιδιωτικό τομέα [επιχειρήσεις και νοικοκυριά] το Μάιο του 2010, από 4,2% το Δεκέμβριο του 2009).

 

  • Η χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών (ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων ανήλθε στο 7,7% το Δεκέμβριο του 2009 έναντι 5,0% το Δεκέμβριο του 2008).
  • Η αισθητή μείωση του ποσοστού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις (41,5% το Δεκέμβριο του 2009 έναντι 48,9% το Δεκέμβριο του 2008).

 

  • Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό.

 

  • Η φυγή καταθέσεων προς το εξωτερικό (ενδεικτικά -18,5 δισ. ευρώ ή -6,6% το διάστημα Δεκ-2009 έως και Απρ-2010) και η μείωση της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών   (-15,8 δισ. ευρώ ή -6,6% το διάστημα Δεκ-2009 έως και Απρ-2010) εν μέσω σεναρίων περί πτώχευσης της χώρας αλλά και λόγω αυξημένων αναγκών νοικοκυριών και επιχειρήσεων για ρευστότητα εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

 

Τα στοιχεία αυτά επιτάσσουν την ανάγκη συνετής διαχείρισης της κατάστασης από την Ελληνική Πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα.

 

Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, η Πολιτεία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας. Έτσι, προς αυτή την κατεύθυνση:

 

1ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ., εντοπίζοντας, τη σημασία της ευρωστίας και σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, προχώρησε το φθινόπωρο του 2008, άμεσα και έγκαιρα, στην παροχή ενός σημαντικού πακέτου ρευστότητας. Πακέτου ρευστότητας, που ο 1ος πυλώνας του βοήθησε στην ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών.

 

Πρόσφατα, η παρούσα Κυβέρνηση, που επέκρινε τότε το σχέδιο ρευστότητας της Κυβέρνησης της Ν.Δ., αποφάσισε να προτείνει την ενεργοποίηση και επέκτασή του κατά επιπλέον 15 εκατ.  ευρώ. Και, ορθώς μάλιστα έπραξε, καθώς υπό τις συνθήκες υψηλού κόστους δανεισμού και στενότητας άντλησης κεφαλαίων, η επέκταση του Προγράμματος αποτελούσε αναγκαιότητα.

 

2ον. Το Μνημόνιο του Μηχανισμού Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας, περιλαμβάνει τη δημιουργία του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με 10. δισ. ευρώ για τη διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, ειδικότερα της φερεγγυότητάς του, και όχι τη στήριξη των αναγκών ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Η διατύπωση όμως του Μνημονίου, δημιουργεί ερωτηματικά, περικλείει ασάφειες και απαιτεί περαιτέρω επεξεργασία σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο. Ερωτηματικά και ασάφειες τις οποίες έχουμε εκφράσει, παρά τη στήριξή μας στη δημιουργία του Ταμείου, στον Υπουργό Οικονομικών (όροι & προϋποθέσεις, stress-tests κ.λπ.).

 

3ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε και σε μια σειρά μέτρων για την προστασία των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι η αύξηση της νομικής εγγύησης των καταθετών, η προστασία των δανειοληπτών, η αναβάθμιση και απλοποίηση της λειτουργίας του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ).

 

4ον. Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προχώρησε, και αναμένεται να ολοκληρώσει και για τα νοικοκυριά, τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη ρύθμιση χρεών φυσικών και νομικών προσώπων προς τα πιστωτικά ιδρύματα και για τη χαλάρωση των κριτηρίων επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς.

Νομοθετική πρωτοβουλία την οποία η Ν.Δ., στήριξε, παρά τις επισημάνσεις που έκανε η Αξιωματική Αντιπολίτευση και τη γνώμη που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Και αυτό γιατί η επέκταση της ρύθμισης χρεών, εκτός από τις ληξιπρόθεσμες, και στις ενήμερες οφειλές, θα ενισχύσει τον ηθικό κίνδυνο και δύναται να επιδράσει αρνητικά στη ρευστότητα και στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, στο κόστος του κεφαλαίου και στην πιστωτική επέκταση.  

 

Όμως, και οι τράπεζες επιβάλλεται να αναλάβουν συγκεκριμένες δράσεις ή να ενδυναμώσουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Μεταξύ άλλων, απαιτείται, υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από τις ίδιες:

1ον. Η συστηματική εξέταση, η διαρκής παρακολούθηση και η αποτελεσματική διαχείριση της φύσεως και του ύψους των κινδύνων που αναλαμβάνουν.

2ον. Η ενίσχυση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

3ον. Η βελτίωση των κανόνων εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου και διαφάνειας.

4ον. Η ενίσχυση, ποσοτική και ποιοτική, της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

5ον. Η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και άντλησης ρευστότητας.

6ον. Η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, απαιτείται η υιοθέτηση ενός υγιούς πλαισίου για τα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα (remuneration policies), το οποίο θα ευθυγραμμίζει τα κίνητρα που τους προσφέρονται προς τις ανάγκες της οικονομίας γενικότερα.

Με αυτές τις σκέψεις, χαιρετίζω τη σημερινή σας εκδήλωση.

Σας ευχαριστώ.

Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων επί των Βασικών Σημείων του Σχεδίου Νόμου για την Ίδρυση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας και η σταθερότητα αυτού είναι καθοριστικής σημασίας για την αναπτυξιακή δραστηριότητα της πραγματικής οικονομίας.

 

Αυτή η δομική σημασία του τραπεζικού και ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμη σε περιόδους εμφάνισης μίας παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, όπως αυτή του 2008, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα.

 

Η Κυβέρνηση της Ν.Δ., εντοπίζοντας, με υπευθυνότητα, τη σημασία της ευρωστίας και σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, προχώρησε το φθινόπωρο του 2008, άμεσα και έγκαιρα, στην παροχή ενός σημαντικού πακέτου ρευστότητας.

 

Προχώρησε σε μία ορθή πολιτική επιλογή για την στήριξη της πιστωτικής και οικονομικής δραστηριότητας.

 

Προχώρησε σε μία στοχευμένη επιλογή, η οποία εγκρίθηκε άμεσα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η οποία αντιστοιχούσε στο 11% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος έφτανε στο 20%.

 

Επιλογή που αντιμετώπισε τη σφοδρότατη κριτική της Αντιπολίτευσης, η οποία έφτασε σε ακραίες προσεγγίσεις περί «χαρίσματος των 28 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες» και οι οποίες διαψεύσθηκαν από τον όγκο των αδιάθετων – πριν από την κρίση δανεισμού του ΠΑ.ΣΟ.Κ. – πόρων του πακέτου ρευστότητας (περίπου 17 δισ. ευρώ).

 

Ωστόσο, πρόσφατα, η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που επέκρινε τότε το σχέδιο ρευστότητας της Κυβέρνησης της Ν.Δ., αποφάσισε να προτείνει την ενεργοποίηση και επέκτασή του κατά επιπλέον 15 εκατ.  ευρώ. Και, ορθώς μάλιστα έπραξε, καθώς υπό τις συνθήκες υψηλού κόστους δανεισμού και στενότητας άντλησης κεφαλαίων, εξαιτίας των Κυβερνητικών αστοχιών, η επέκταση του Προγράμματος αποτελούσε αναγκαιότητα.

 

Το ενισχυμένο, πλέον, πακέτο στήριξης της ρευστότητας του ελληνικού συστήματος, αναμένεται να συνοδευτεί από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο περιλαμβάνεται στο Μνημόνιο του Μηχανισμού Στήριξης και για το οποίο συζητάμε σήμερα σε επίπεδο ενημέρωσης.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η θέσπιση του Ταμείου, μετά από διαβούλευση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.), συνιστά μία από τις βασικές και συγκεκριμένες πολιτικές του Μνημονίου.

 

Σκοπός του Ταμείου θα είναι η διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, ειδικότερα της φερεγγυότητάς του, και όχι η στήριξη των αναγκών ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

 

Η διατύπωση όμως του Μνημονίου, αλλά και του Ενημερωτικού Σημειώματος του Νομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών σχετικά με τη σύσταση του Ταμείου δημιουργεί ερωτηματικά και περικλείει ασάφειες. Ερωτηματικά και ασάφειας τις οποίες εξέφρασα στον Υπουργό Οικονομικών με Ερώτηση που υπέβαλλα για το συγκεκριμένο θέμα από τις 11 Ιουνίου 2010. Ειδικότερα:

 

1ον. Ως προς τη συμμετοχή στο Ταμείο, αυτή θα είναι υποχρεωτική και θα ενεργοποιείται όταν δεν καλύπτονται οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και «όταν δεν μπορεί να βρεθεί άλλη ιδιωτική λύση». Ως προς την τελευταία, δεν διευκρινίζεται ποια μορφή θα έχει και μέχρι ποιου ποσοστού αυτή δύναται να είναι. Επίσης, ασάφεια υπάρχει αναφορικά και με το επίπεδο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και πώς αυτές θα προσδιορίζονται…

 

2ον. Προβλέπεται «η Τράπεζα της Ελλάδος να εντείνει την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος αυξάνοντας τη συχνότητα και την ταχύτητα υποβολής στοιχείων και την περαιτέρω ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για συχνούς ελέγχους ακραίων συνθηκών (stress-tests)». Δεν διευκρινίζονται οι όροι και οι παράμετροι που θα τίθενται σε αυτούς του ελέγχους.

 

3ον. Προβλέπεται να «εισαχθεί επιπλέον ευελιξία στη διαχείριση ανθρωπίνων πόρων και θα χορηγηθεί σε όλο το προσωπικό της Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.τ.Ε.) ισχυρή νομική προστασία για τις ενέργειες που εκτελούνται με καλή πίστη». Δεν καθορίζεται η μορφή και το εύρος της προστασίας, αλλά και της εργασιακής ευελιξίας.

 

4ον. Για την εκπλήρωση των στόχων του «το Ταμείο θα έχει ορισμένες εξουσίες στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που έχει χρηματοδοτήσει, και οι οποίες θα ασκούνται μετά από διαβούλευση με την Τ.τ.Ε.». Οι εξουσίες του Ταμείου περιλαμβάνουν ενδεικτικά τα εξής:

 

(α) «Να απαιτεί από την Τ.τ.Ε. να του παρέχει για το πιστωτικό ίδρυμα κάθε πληροφορία απαραίτητη για την εκπλήρωση του σκοπού του.» Θα πρέπει όμως να διασφαλιστεί το επαγγελματικό-υπηρεσιακό απόρρητο.

 

(β) «Να ορίζει ένα μέλος στο Δ.Σ. του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.» Δεν προσδιορίζονται όμως τα προσόντα που θα απαιτείται να διαθέτει ο εκπρόσωπος του Ταμείου που θα ορίζεται ως μέλος του Δ.Σ. του πιστωτικού ιδρύματος.

 

(γ) «Να απαιτεί από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα την υποβολή σχεδίου αναδιάρθρωσης.» Δεν ορίζονται όμως με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που θα ενεργοποιούν το εν λόγω αίτημα του Ταμείου.

 

(δ) «Να έχει δικαίωμα αρνησικυρίας σε αποφάσεις του πιστωτικού ιδρύματος (επιχειρηματική στρατηγική, απόδοση μερισμάτων, θέματα μισθοδοσίας, ρευστότητας και διαχείρισης ενεργητικού – παθητικού κ.λπ.).» Ιδιαίτερα ευρείες αρμοδιότητες παρέμβασης του εκπροσώπου του Ταμείου που εκτείνονται κατ’ ουσία στο σύνολο της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το Άρθρο 1, Παρ. 3 του Ν. 3723/2008 για τα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας, ο εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου που οριζόταν ως μέλος του Δ.Σ. είχε επίσης δικαίωμα αρνησικυρίας στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σχετικής με τη διανομή μερισμάτων και την πολιτική παροχών προς τον Πρόεδρο, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, ή εφόσον κρίνει ότι η απόφαση αυτή δύναται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των καταθετών ή να επηρεάσει ουσιωδώς τη φερεγγυότητα και την εύρυθμη λειτουργία της Τράπεζας.

 

(ε) «Να απαιτεί τη μετατροπή των προνομιούχων μετοχών σε κοινές, όταν το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα αδυνατεί να καλύπτει είτε το ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων, είτε ορισμένες οικονομικές απαιτήσεις που θα επιβάλλονται από το σχέδιο αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος». Δεν προσδιορίζονται όμως οι οικονομικές απαιτήσεις που θα μπορούν να επιβληθούν βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

5ον. Τα κριτήρια για οποιαδήποτε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να είναι συμβατά με την Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 19.11.2008 (Ν. 560/2008 μέτρα στήριξης για τα πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα). Σύμφωνα με την εν λόγω Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αναφερόταν στα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας που θεσπίστηκαν με τον Ν. 3723/2008, η κατανομή του ποσού των 5 δισ. ευρώ για την αγορά προνομιούχων μετοχών θα έπρεπε να γίνει με απόφαση Υπουργού Οικονομικών κατόπιν σύστασης του Διοικητή της Τ.τ.Ε., η οποία θα έπρεπε να βασίζεται στα ακόλουθα κριτήρια:

  • το επίπεδο της απαιτούμενης κεφαλαιακής επάρκειας του πιστωτικού ιδρύματος, όπως καθορίζεται από την Τ.τ.Ε. Πιο συγκεκριμένα, ο δείκτης των βασικών ιδίων κεφαλαίων (Tier 1) θα πρέπει να κυμαίνεται σε ποσοστά μεταξύ 8%-10% (η βαρύτητα του εν λόγω κριτηρίου για τη συνολική αξιολόγηση είναι 0,5),
  • το μέγεθος του πιστωτικού ιδρύματος όπως προκύπτει από το μερίδιο αγοράς του στη χρηματοδότηση εν γένει της οικονομίας, καθώς και τη σημαντικότητά του σε ό, τι αφορά τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (η βαρύτητα του εν λόγω κριτηρίου για τη συνολική αξιολόγηση είναι 0,4), και
  • τη συμβολή του πιστωτικού ιδρύματος σε ό, τι αφορά τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τη χορήγηση στεγαστικών δανείων (η βαρύτητα του εν λόγω κριτηρίου για τη συνολική αξιολόγηση είναι 0,1).

6ον. Προβλέπεται να εφαρμόζεται σχέδιο αναδιάρθρωσης υπό την αιγίδα του Ταμείου «εφόσον τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να συγκεντρώσουν εγκαίρως επιπρόσθετα κεφάλαια για να αποπληρώσουν το Ταμείο». Η διάταξη φαίνεται απόλυτα ασαφής και απαιτείται περαιτέρω επεξεργασία σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Από τα παραπάνω, εύκολα συνάγουμε το συμπέρασμα πως η θέσπιση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, πρωτοβουλία την οποία στηρίζουμε, σύμφωνα με τα βασικά σημεία που μας παρουσιάζει σήμερα το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης παραμένει μία θολή θεσμική πρωτοβουλία.

Μία ασαφής θεσμική πρωτοβουλία – που παρά την ιδιαίτερη σημασία της – χρήζει σημαντικών διευκρινήσεων, εξειδικεύσεων και προσδιορισμών που απουσιάζουν από τη σημερινή παρουσίαση του κ. Υπουργού.

Ευελπιστώ το αποτέλεσμα της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας να διαψεύσει τη σημερινή μας εντύπωση, αν και τα περιθώρια στενεύουν καθώς – σύμφωνα με το Μνημόνιο – η θέσπιση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προβλέπεται μέχρι την επόμενη Τετάρτη, 30 Ιουνίου.

Δήλωση για το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

 

«Σύμφωνα με το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής που συνοδεύει το Σχέδιο Νόμου με τίτλο «Μέτρα για την Εφαρμογή του Μηχανισμού Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας από τα Κράτη-Μέλη της ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», το οποίο περιλαμβάνει συγκεκριμένες πολιτικές και για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, προβλέπεται η θέσπιση, από την Κυβέρνηση, μέσω συγκεκριμένης νομοθεσίας και μετά από διαβούλευση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.), του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Τ.Χ.Σ.).

 

Σκοπός του Ταμείου θα είναι η διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, ειδικότερα της φερεγγυότητάς του, και όχι η στήριξη των αναγκών ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

 

Όμως. Η διατύπωση του Μνημονίου σχετικά με τη σύσταση του Ταμείου δημιουργεί ερωτηματικά, περικλείει ασάφειες και απαιτεί περαιτέρω επεξεργασία σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο:

 

1ον. Ως προς τη συμμετοχή στο Ταμείο: Αυτή θα είναι υποχρεωτική και θα ενεργοποιείται όταν δεν καλύπτονται οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και «όταν δεν μπορεί να βρεθεί άλλη ιδιωτική λύση». Ως προς την τελευταία, δεν διευκρινίζεται ποια μορφή θα έχει και μέχρι ποιου ποσοστού αυτή δύναται να είναι.

 

2ον. Προβλέπεται «η Τράπεζα της Ελλάδος να εντείνει την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αυξάνοντας τη συχνότητα και την ταχύτητα υποβολής στοιχείων και την περαιτέρω ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για συχνούς ελέγχους ακραίων συνθηκών (stresstests. Δεν διευκρινίζονται οι όροι και οι παράμετροι που θα τίθενται σε αυτούς του ελέγχους.

 

3ον. Προβλέπεται να «χορηγηθεί σε όλο το προσωπικό της Τράπεζας της Ελλάδος ισχυρή νομική προστασία για τις ενέργειες που εκτελούνται με καλή πίστη». Δεν καθορίζεται η μορφή και το εύρος της προστασίας.

 

4ον. Για την εκπλήρωση των στόχων του, «το Ταμείο θα έχει ορισμένες εξουσίες στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που έχει χρηματοδοτήσει και οι οποίες θα ασκούνται μετά από διαβούλευση με την Τράπεζα της Ελλάδος». Απαιτούνται διευκρινίσεις ως προς τις εξουσίες του.

 

5ον. Προβλέπεται να εφαρμόζεται σχέδιο αναδιάρθρωσης υπό την αιγίδα του Ταμείου, «εφόσον τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να συγκεντρώσουν εγκαίρως επιπρόσθετα κεφάλαια για να αποπληρώσουν το Ταμείο». Η διάταξη φαίνεται απόλυτα ασαφής και απαιτείται περαιτέρω επεξεργασία σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο.

 

Προκύπτουν, επομένως, σοβαρά ερωτήματα, με δεδομένο ότι η θέσπιση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προβλέπεται να γίνει, σύμφωνα και με το Μνημόνιο, μέχρι τις 30 Ιουνίου 2010. Για όλους τους παραπάνω λόγους, κατέθεσα στις 11-06-2010 σχετική Ερώτηση προς τον Υπουργό Οικονομικών, ζητώντας να γνωστοποιηθούν, αν έχουν τεθεί αυτές, ή/και άλλες, σχετικές παρατηρήσεις, στο πλαίσιο της διαβούλευσης με το Δ.Ν.Τ., την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ε.Κ.Τ., για τη σύσταση του Ταμείου. Καθώς επίσης, αν έχουν τεθεί οι ανωτέρω σχετικοί προβληματισμοί, ποιές είναι οι απαντήσεις – διευκρινίσεις που έχουν δοθεί».

Ερώτηση για το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής που συνοδεύει το Σχέδιο Νόμου με τίτλο «Μέτρα για την Εφαρμογή του Μηχανισμού Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας από τα Κράτη-Μέλη της ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» περιλαμβάνει συγκεκριμένες πολιτικές για τον χρηματοπιστωτικό τομέα.

 

Μεταξύ αυτών είναι και η θέσπιση, από την Κυβέρνηση, μέσω συγκεκριμένης νομοθεσίας και μετά από διαβούλευση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.), του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Τ.Χ.Σ.).

 

Σκοπός του Ταμείου θα είναι η διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, ειδικότερα της φερεγγυότητάς του, και όχι η στήριξη των αναγκών ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

 

Η διατύπωση όμως του Μνημονίου σχετικά με τη σύσταση του Ταμείου δημιουργεί ερωτηματικά, περικλείει ασάφειες και απαιτεί περαιτέρω επεξεργασία σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο.

 

1ον. Ως προς τη συμμετοχή στο Ταμείο, αυτή θα είναι υποχρεωτική και θα ενεργοποιείται όταν δεν καλύπτονται οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και «όταν δεν μπορεί να βρεθεί άλλη ιδιωτική λύση». Ως προς την τελευταία, δεν διευκρινίζεται ποια μορφή θα έχει και μέχρι ποιου ποσοστού αυτή δύναται να είναι.

 

2ον. Προβλέπεται «η Τράπεζα της Ελλάδος να εντείνει την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος αυξάνοντας τη συχνότητα και την ταχύτητα υποβολής στοιχείων και την περαιτέρω ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για συχνούς ελέγχους ακραίων συνθηκών (stresstests. Δεν διευκρινίζονται οι όροι και οι παράμετροι που θα τίθενται σε αυτούς του ελέγχους.

 

3ον. Προβλέπεται να «χορηγηθεί σε όλο το προσωπικό της Τράπεζας της Ελλάδος ισχυρή νομική προστασία για τις ενέργειες που εκτελούνται με καλή πίστη». Δεν καθορίζεται η μορφή και το εύρος της προστασίας.

 

4ον. Για την εκπλήρωση των στόχων του «το Ταμείο θα έχει ορισμένες εξουσίες στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που έχει χρηματοδοτήσει, και οι οποίες θα ασκούνται μετά από διαβούλευση με την Τράπεζα της Ελλάδος». Οι εξουσίες του Ταμείου περιλαμβάνουν ενδεικτικά τα εξής:

 

(α) Να απαιτεί από την Τράπεζα της Ελλάδος (Τ.τ.Ε.) να του παρέχει για το πιστωτικό ίδρυμα κάθε πληροφορία απαραίτητη για την εκπλήρωση του σκοπού του. Θα πρέπει όμως να διασφαλιστεί το επαγγελματικό-υπηρεσιακό απόρρητο.

 

(β) Να ορίζει ένα μέλος στο Δ.Σ. του πιστωτικού ιδρύματος. Δεν προσδιορίζονται όμως τα προσόντα που θα απαιτείται να διαθέτει ο εκπρόσωπος του Ταμείου που θα ορίζεται ως μέλος του Δ.Σ. του πιστωτικού ιδρύματος.

 

(γ) Να απαιτεί από το πιστωτικό ίδρυμα την υποβολή σχεδίου αναδιάρθρωσης. Δεν ορίζονται όμως με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που θα ενεργοποιούν το εν λόγω αίτημα του Ταμείου.

 

(δ) Να έχει δικαίωμα αρνησικυρίας σε αποφάσεις του πιστωτικού ιδρύματος (επιχειρηματική στρατηγική, απόδοση μερισμάτων, θέματα μισθοδοσίας, ρευστότητας και διαχείρισης ενεργητικού – παθητικού κ.λπ.). Ιδιαίτερα ευρείες αρμοδιότητες παρέμβασης του εκπροσώπου του Ταμείου που εκτείνονται κατ’ ουσία στο σύνολο της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος.

 

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το Άρθρο 1, Παρ. 3 του Ν. 3723/2008 για τα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας, ο εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου που οριζόταν ως μέλος του Δ.Σ. είχε επίσης δικαίωμα αρνησικυρίας στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σχετικής με τη διανομή μερισμάτων και την πολιτική παροχών προς τον Πρόεδρο, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, ή εφόσον κρίνει ότι η απόφαση αυτή δύναται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των καταθετών ή να επηρεάσει ουσιωδώς τη φερεγγυότητα και την εύρυθμη λειτουργία της Τράπεζας.

 

(ε) Να απαιτεί τη μετατροπή των προνομιούχων μετοχών σε κοινές, όταν το πιστωτικό ίδρυμα αδυνατεί να καλύπτει είτε το ελάχιστο ύψος ιδίων κεφαλαίων, είτε ορισμένες οικονομικές απαιτήσεις που θα επιβάλλονται από το σχέδιο αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Δεν προσδιορίζεται όμως ούτε κάποιο χρονικό διάστημα μετά την παρέλευση του οποίου θα απαιτείται η μετατροπή των προνομιούχων σε κοινές μετοχές, ούτε οι οικονομικές απαιτήσεις που θα μπορούν να επιβληθούν βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

 

5ον. Τα κριτήρια για οποιαδήποτε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να είναι συμβατά με την Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 19.11.2008 (Ν. 560/2008 μέτρα στήριξης για τα πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα). Σύμφωνα με την εν λόγω Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αναφερόταν στα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας που θεσπίστηκαν με τον Ν. 3723/2008, η κατανομή του ποσού των 5 δισ. ευρώ για την αγορά προνομιούχων μετοχών θα έπρεπε να γίνει με απόφαση Υπουργού Οικονομικών κατόπιν σύστασης του Διοικητή της Τ.τ.Ε., η οποία θα έπρεπε να βασίζεται στα ακόλουθα κριτήρια:

 

  • το επίπεδο της απαιτούμενης κεφαλαιακής επάρκειας του πιστωτικού ιδρύματος, όπως καθορίζεται από την Τ.τ.Ε. Πιο συγκεκριμένα, ο δείκτης των βασικών ιδίων κεφαλαίων     (Tier 1) θα πρέπει να κυμαίνεται σε ποσοστά μεταξύ 8%-10% (η βαρύτητα του εν λόγω κριτηρίου για τη συνολική αξιολόγηση είναι 0,5),

 

  • το μέγεθος του πιστωτικού ιδρύματος όπως προκύπτει από το μερίδιο αγοράς του στη χρηματοδότηση εν γένει της οικονομίας, καθώς και τη σημαντικότητά του σε ό, τι αφορά τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (η βαρύτητα του εν λόγω κριτηρίου για τη συνολική αξιολόγηση είναι 0,4), και

 

  • τη συμβολή του πιστωτικού ιδρύματος σε ό, τι αφορά τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τη χορήγηση στεγαστικών δανείων (η βαρύτητα του εν λόγω κριτηρίου για τη συνολική αξιολόγηση είναι 0,1).

 

6ον. Προβλέπεται να εφαρμόζεται σχέδιο αναδιάρθρωσης υπό την αιγίδα του Ταμείου «εφόσον τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να συγκεντρώσουν εγκαίρως επιπρόσθετα κεφάλαια για να αποπληρώσουν το Ταμείο». Η διάταξη φαίνεται απόλυτα ασαφής και απαιτείται περαιτέρω επεξεργασία σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο.

 

Με δεδομένο ότι η θέσπιση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προβλέπεται να γίνει, σύμφωνα και με το Μνημόνιο, μέχρι τις 30 Ιουνίου, ως σημείο αναφοράς,  

Ερωτάται

ο κ. Υπουργός

  1. Έχουν τεθεί αυτές, ή / και άλλες, σχετικές παρατηρήσεις στο πλαίσιο της διαβούλευσης με το Δ.Ν.Τ., την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ε.Κ.Τ. για τη σύσταση του Ταμείου;
  2. Αν έχουν τεθεί οι ανωτέρω σχετικοί προβληματισμοί, ποιές είναι οι απαντήσεις – διευκρινίσεις που έχουν δοθεί;

Δηλώσεις μετά τη Συνάντηση με το Δ.Σ. της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών

Ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Αντώνης Σαμαράς είχε, σήμερα το μεσημέρι, στα Κεντρικά Γραφεία του Κόμματος, συνάντηση με το Δ.Σ. της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών.

Στη συνάντηση μετείχαν ο Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Β΄ Αθηνών, κ. Πάνος Παναγιωτόπουλος, ο αναπληρωτής υπεύθυνος του Τομέα Οικονομίας, βουλευτής Φθιώτιδας κ. Χρήστος Σταϊκούρας και ο υπεύθυνος του Τομέα Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, βουλευτής Β΄ Αθηνών, κ. Κωστής Χατζηδάκης.

Μετά τη συνάντηση, έκαναν δηλώσεις ο αναπληρωτής υπεύθυνος του Τομέα Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής κ. Χρήστος Σταϊκούρας, ο υπεύθυνος του Τομέα Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, βουλευτής, κ. Κωστής Χατζηδάκης, ο πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών κ. Βασίλειος Ράπανος και ο α΄ αντιπρόεδρος της Ένωσης κ. Νικόλαος Νανόπουλος.

 

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το μήνυμα που αποκομίζετε από τις τράπεζες, ποιο είναι;

 

ΧΡ. ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Είχαμε μια πολύ γόνιμη, εποικοδομητική και ανοιχτή συζήτηση με το Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών. Καταθέσαμε σκέψεις και προβληματισμούς για το Τραπεζικό Σύστημα, αλλά και για το ρόλο του Τραπεζικού Συστήματος την επόμενη μέρα στην Ελληνική Οικονομία. Από την πλευρά τους οι τράπεζες, έθιξαν αντίστοιχους προβληματισμούς που έχουν. Είτε αφορούν ασάφειες στο μνημόνιο, είτε αφορούν γενικότερα την κυβερνητική πολιτική στο σκέλος της ανάπτυξης. Κοινό ζητούμενο, κοινή επιδίωξη, είναι η ευρωστία και η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Συγχωνεύσεις τραπεζών βλέπετε;

 

ΧΡ. ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Δεν συζητήθηκε κάτι τέτοιο. Άλλωστε κάτι τέτοιο αφορά τον ιδιωτικό τομέα και είναι αποφάσεις του Τραπεζικού Συστήματος.

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εσείς πιστεύετε ότι, αν γίνουν οι συγχωνεύσεις, θα είναι καλύτερα;

 

ΧΡ. ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι, ένα μήνα μετά από την υπογραφή του μνημονίου και την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, κάποια πρώτα συμπεράσματα είναι πρόδηλα.

Πρώτο συμπέρασμα είναι ότι συνεχίζεται η αντιαναπτυξιακή λογική της κυβέρνησης. Με το πάγωμα της επιστροφής του ΦΠΑ μέχρι το Σεπτέμβριο, με τη μη καταβολή κάποιων χρηματικών ποσών, οφειλών σε επιχειρήσεις.

Δεύτερον, κάποιες πρώτες κυβερνητικές πρωτοβουλίες στο σκέλος της ανάπτυξης ή στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών – αν θέλετε καλύτερα – είναι έωλες, είναι θολές και είναι και ημιτελείς. Όπως είναι – για παράδειγμα – το πρόγραμμα για τις αποκρατικοποιήσεις.

Τρίτο συμπέρασμα είναι ότι, με το μείγμα των μέτρων που ακολουθεί η κυβέρνηση, φαίνεται ότι ήδη έχει υστέρηση στα έσοδα, υστέρηση στους στόχους έναντι των προϋπολογισθέντων.

Και τέταρτον: Είναι σαφείς οι συγκρούσεις, οι ενδοκυβερνητικές συγκρούσεις σε πολλά θέματα της οικονομικής πολιτικής. Άρα, η κυβέρνηση φαίνεται ότι, είτε δεν αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της κατάστασης, είτε δεν έχει την πολιτική βούληση για να την υπερβεί.

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Το ότι υπάρχει υστέρηση εσόδων σημαίνει ότι θα πρέπει να ληφθούν και νέα μέτρα;

 

ΧΡ. ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Στόχος είναι να μην επιβληθούν καινούρια μέτρα. Όμως, με βάση τις πρώτες εκτιμήσεις για την πορεία των εσόδων,…

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ζητάτε νέα μέτρα;

 

ΧΡ. ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Σαφέστατα «όχι». Σαφέστατα «όχι».

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αυτό ρωτάμε. Ρωτάμε αν το γεγονός ότι επικρίνετε την κυβέρνηση πως δεν πετυχαίνει τους στόχους, ουσιαστικά η Νέα Δημοκρατία πιέζει την κυβέρνηση για να πάρει νέα μέτρα.

 

ΧΡ. ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Όχι, όχι. Αυτό που λέμε είναι να εμπλουτίσει άμεσα η κυβέρνηση το μείγμα οικονομικής πολιτικής της. Γι΄ αυτό και επιμένουμε στα μέτρα μηδενικού ή ελαχίστου δημοσιονομικού κόστους, ώστε να μη χρειαστεί να πάρουμε καινούρια μέτρα. Γιατί με το σημερινό μείγμα μέτρων, ουσιαστικά βρισκόμαστε σε μεγαλύτερη ύφεση, άρα υστέρηση εσόδων. Ο στόχος, συνεπώς, είναι να μην πάρουμε καινούρια μέτρα, εμπλουτίζοντας το μείγμα οικονομικής πολιτικής.

 

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ρωτήσατε τους τραπεζίτες τι έγιναν τα 28 δισ. ευρώ από το πακέτο στήριξης;

 

ΧΡ. ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ: Ναι, βεβαίως. Τα 28 δισ. ευρώ ουσιαστικά έχουν χρησιμοποιηθεί. Αποδεικνύεται, έτσι, ότι η επιλογή της προηγούμενης κυβέρνησης, το 2008, να υιοθετήσει αυτό το μείγμα για την ενίσχυση της ρευστότητας της Ελληνικής Οικονομίας ήταν απόλυτα επιτυχημένο. Και όχι μόνο αυτή τη στιγμή χρησιμοποιούνται τα 28 δισ. ευρώ, αλλά πιθανότατα θα χρησιμοποιηθούν και τα επιπλέον 15 δισ. ευρώ, που πέρασε η σημερινή κυβέρνηση …

Η προηγούμενη κυβέρνηση – και το τόνισε το Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών – σωστά έπραξε σε ό,τι φορά την ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος. Επειδή με ρωτήσατε για το που χρησιμοποιούνται, ο πρώτος πυλώνας χρησιμοποιείται για  την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας του τραπεζικού συστήματος. Και, πράγματι, έχει βοηθηθεί. Είναι, όμως, το μικρό κομμάτι, είναι τα 5 δισ.. Πράγματι, έχει βοηθηθεί σε αυτό το σκέλος η κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού συστήματος. Τα άλλα 23 δισ. ευρώ χρησιμοποιούνται ουσιαστικά για την ενίσχυση της ρευστότητας.

TwitterInstagramYoutube