Χρήστος Σταϊκούρας

Άρθρο στην ιστοσελίδα “Liberal.gr” – “Απόφαση κατώτερη των προσδοκιών και των κεκτημένων” | 25.6.2018

Οι πολίτες της χώρας έχουν πληρώσει πολύ ακριβά τις θριαμβολογίες της Κυβέρνησης, οι οποίες τελικά, πολύ γρήγορα, αποδεικνύονται αυταπάτες, ψευδαισθήσεις και λάθος υπολογισμοί.

Αυτό θα επιβεβαιωθεί και με την τελευταία απόφαση του Eurogroup, που αφορά τη μετα-προγραμματική περίοδο της χώρας και τη ρύθμιση του δημοσίου χρέους.

Και αυτό γιατί:

1ον. Η Ελλάδα, μόνη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών-μελών που «βγήκαν» από προγράμματα προσαρμογής, «μπαίνει» σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας (Κανονισμός 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου).

Καθεστώς που εμπεριέχεται και στην προληπτική γραμμή πίστωσης (Άρθρο 5, “Enhanced surveillance”, Guideline on Precautionary Financial Assistance).

Η μετα-προγραμματική παρακολούθηση θα είναι ασφυκτική, ίδια με την μνημονιακή παρακολούθηση.

Οι θεσμοί, με τη συμμετοχή του ΔΝΤ, θα συντάσσουν 4 εκθέσεις το έτος, ενώ η χώρα αναλαμβάνει αυστηρές πολυετείς δεσμεύσεις, μέσα σε συγκεκριμένα ασφυκτικά πλαίσια και χρονοδιαγράμματα.

2ον. Οι μετα-προγραμματικές δεσμεύσεις συνιστούν, επί της ουσίας, ένα 4ο Μνημόνιο.

Με νέα μέτρα λιτότητας για το 2019 και το 2020, όπως είναι η περικοπή των συντάξεων, η μείωση του αφορολόγητου και οι αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών, διαμορφώνοντας τον συνολικό – ιδιαίτερα επώδυνο για τους πολίτες – λογαριασμό της διακυβέρνησης του κ. Τσίπρα στα 14,5 δισ. ευρώ.

Και με ιδιαίτερα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία επεκτείνονται μέχρι το 2060.

Με την Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ λύσαμε το γρίφο που απασχολεί τη διεθνή κοινότητα των οικονομολόγων: πως δηλαδή, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» μπορείς να καταλήξεις σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, χωρίς λεφτά».

3ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους έρχονται να καλύψουν μέρος της επιβάρυνσης της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία.

Συγκεκριμένα, στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούνιο του 2015, το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος είχε μπει σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» από τον Μάιο του 2014. Εκτιμούσε ότι αυτό θα διαμορφωνόταν κοντά στο 60% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες κοντά στο 13% του ΑΕΠ.
Στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους, τον Ιούλιο του 2017, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 195% του ΑΕΠ το 2060, ενώ οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας στο 45% του ΑΕΠ! Και χαρακτηρίζει το χρέος ως «εξαιρετικά μη βιώσιμο».
Είναι προφανές ότι η βιωσιμότητά του επιβαρύνθηκε την τελευταία τριετία, ιδιαίτερα με την «υπερήφανη διαπραγμάτευση» και τη «δημιουργική ασάφεια» του 1ου εξαμήνου του 2015. Διεθνείς παράγοντες και φορείς εκτιμούν το κόστος εκείνης της περιόδου κατ’ ελάχιστον στα 86 δισ. ευρώ.

4ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους απέχουν από τις δεσμεύσεις που είχε εξασφαλίσει η Ελλάδα ήδη από το 2012, και οι οποίες δυστυχώς – με ευθύνη των εταίρων – μέχρι σήμερα δεν υλοποιήθηκαν.

Συγκεκριμένα:

α) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες να γίνει χωρίς όρους και προϋποθέσεις, αντιθέτως απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

β) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε τη μετάθεση της πληρωμής τόκων για τα δάνεια του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης (EFSF) κατά 10 χρόνια, δηλαδή ίση παράταση της περιόδου χάριτος με αυτή που προβλέπεται σήμερα, και την επιμήκυνση των ωριμάνσεων των δανείων για 15 χρόνια, δηλαδή περισσότερα απ’ ότι προβλέπεται σήμερα.

γ) Η απόφαση του 2012 προέβλεπε μείωση του λόγου χρέος/ΑΕΠ, στο 124% το 2020 και «αισθητά πιο κάτω» από το 110% το 2022. Σχετικές προβλέψεις δεν υπάρχουν στην τελευταία απόφαση. Υπενθυμίζεται ότι η Κυβέρνηση, στο τελευταίο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής, εκτιμά τον σχετικό λόγο στο 150% το 2022.

5ον. Οι αποφάσεις για τη ρύθμιση του χρέους υπολείπονται ακόμη και των προβλέψεων των αποφάσεων του Eurogroup του 2017.

Συγκεκριμένα, με την τελευταία απόφαση:

α) Προβλέπεται η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 2,2% του ΑΕΠ από το 2023 μέχρι το 2060. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν για πρωτογενή πλεονάσματα «ίσα ή υψηλότερα αλλά κοντά στο 2% του ΑΕΠ» για την ίδια περίοδο. Αυτή η φαινομενικά μικρή διαφορά του 0,2% του ΑΕΠ, η οποία θα έπρεπε να διεκδικηθεί από την Κυβέρνηση, ισοδυναμεί, σε σημερινούς όρους ΑΕΠ, με περίπου 360 εκατ. ευρώ. Όσο η περικοπή του εισπραχθέντα ΕΝΦΙΑ κατά περίπου 15%.

β) Η 10ετής παράταση της περιόδου χάριτος και η 10ετής επιμήκυνση των ωριμάνσεων συνιστούν θετικές παρεμβάσεις, αλλά δεν είναι οι βέλτιστες που θα μπορούσαν να επιτευχθούν. Στην απόφαση του 2017, η σχετική πρόβλεψη ήταν μέχρι και 15 έτη.

γ) Η επιστροφή των κερδών από τη διακράτηση των ελληνικών ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες θα υλοποιηθεί σε εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι τον Ιούνιο του 2022, και θα συνδυάζεται με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Στην απόφαση του 2017, η επιστροφή προβλέπονταν να μην είναι τμηματική και να είναι και αυτόματη.

δ) Η γαλλική πρόταση για αυτόματη σύνδεση των παρεμβάσεων για το χρέος με το ρυθμό ανάπτυξης, όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017, για την οποία η Αξιωματική Αντιπολίτευση είχε εκφράσει προβληματισμούς και η Κυβέρνηση θριαμβολογούσε, εξαφανίστηκε.

ε) Υπάρχει η δέσμευση να επανεξεταστεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους το 2032, κάτι που δεν προβλέπονταν στην απόφαση του 2017.

6ον. Από την τελευταία δόση του δανείου, ύψους 15 δισ. ευρώ, ούτε 1 ευρώ δεν θα «πέσει» στην πραγματική οικονομία.

Ένα σημαντικό μέρος αυτής, ύψους 9,5 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί για το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος. Απόθεμα που μέχρι σήμερα δημιουργούσε η Κυβέρνηση «στραγγαλίζοντας» την οικονομία, υπερφορολογώντας τους πολίτες, κηρύσσοντας εσωτερική στάση πληρωμών και καταφεύγοντας σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό εσωτερικό δανεισμό, μετατρέποντας το εργαλείο των πράξεων διαχείρισης ταμειακής ρευστότητας σε πράξη αναγκαστικού εσωτερικού δανεισμού.

7ον. Ενώ σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων πόρων του δανείου, ύψους 24 δισ. ευρώ, θα παραμείνει αχρησιμοποίητο, στερώντας ρευστότητα από την οικονομία.

Η Κυβέρνηση θα έπρεπε να διασφαλίσει αυτούς τους πόρους, όταν μάλιστα ότι έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για χρονικό διάστημα ενός αιώνα.

Με δεδομένη συνεπώς την τελευταία απόφαση του Eurogroup, η οποία είναι κατώτερη των προσδοκιών και των κεκτημένων της χώρας τα προηγούμενα χρόνια, το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης, να επιτύχει την επιθυμητή και πραγματική «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια και να διασφαλίσει τη χρηματοδότησή της από τις διεθνείς αγορές, με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Για να γίνουν αυτά, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα, αποτελεσματικά και ασυμβίβαστα απέναντι στην παραίτηση, στο τέλμα και στη μετριότητα. Να υπηρετήσουμε δυναμικά την αρμονική ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, με πολιτική βούληση, αξιοπιστία και σχέδιο.

Σχέδιο επίτευξης υψηλής και διατηρήσιμης ανάπτυξης, δημιουργίας ποιοτικών θέσεων απασχόλησης και ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής, που θα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας παραδοσιακών και νέων συντελεστών παραγωγής, ώστε να επιστρέψει ένα ποσοστό τουλάχιστον από την αυξημένη «διαρροή εγκεφάλων» και να ανταποκριθεί η χώρα στον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής. Σχέδιο που θα αυξάνει την ποσότητα και θα βελτιώνει τη σύνθεση του πλούτου της χώρας, χωρίς πρόσθετη εσωτερική υποτίμηση, με ενίσχυση των εξαγωγών και των εταιρικών επενδύσεων.

Αυτά, μόνο η επόμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να τα διασφαλίσει.

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στο ραδιοφωνικό σταθμό “Real FM 97,8” | 24.6.2018

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:

Συνέντευξη στην εφημερίδα “Βραδυνή της Κυριακής” | 23.6.2018

Κύριε Σταϊκούρα, ας ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας με το πρόσφατο Eurogroup της Πέμπτης και τις σχετικές αποφάσεις για το χρέος. Θεωρείτε πώς κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση;

Η ρύθμιση του χρέους έρχεται να καλύψει την επιβάρυνση της βιωσιμότητάς του την τελευταία τριετία, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της σημερινής Κυβέρνησης. Υπενθυμίζεται ότι το ΔΝΤ υποστήριζε ότι το χρέος μπήκε σε «μονοπάτι βιωσιμότητας» το 2014, για να το χαρακτηρίζει «εξαιρετικά μη βιώσιμο» το 2017, καθιστώντας αναγκαίες τις σημερινές αποφάσεις.

Με αυτή την έννοια, όπως και κάθε απόφαση που οδηγεί σε ρύθμιση του χρέους, αντιμετωπίζονται θετικά. Δυστυχώς όμως, οι προτεινόμενες παρεμβάσεις είναι περιορισμένες, δεν είναι στο σύνολό τους αυτόματες όπως προβλέπονταν στην απόφαση του 2017 και τελούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις, αφού η χώρα εισέρχεται σε μία κατάσταση ενισχυμένης εποπτείας.

Ειδικότερα μάλιστα, τα κέρδη από τη διακράτηση των ομολόγων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες ήταν κεκτημένα της χώρας μέχρι την «υπερήφανη» διαπραγμάτευση του 2015, στη συνέχεια χάθηκαν και σήμερα επανακτούνται, όμως υπό όρους.

Η χώρα μετά τον Αύγουστο βγαίνει από το πρόγραμμα. Θα είναι στην ίδια θέση με άλλες χώρες που βγήκαν από Μνημόνια;

Όχι, δεν θα είναι. Και αυτό γιατί σε αντιδιαστολή με τις άλλες χώρες που βγήκαν από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του προγράμματος, έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα και έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης εποπτείας, με ένα αυστηρό πλαίσιο επιτήρησης αντίστοιχου αυτού της μνημονιακής περιόδου, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, με πολύ βαριά μέτρα και με δέσμευση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060.

Ας αφήσει συνεπώς ο Πρωθυπουργός στην άκρη τις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις και τα ψέματα, που τόσο ακριβά κόστισαν στη χώρα και τους πολίτες την τελευταία τριετία.

Η Κυβέρνηση σωστά πράττει που αρνήθηκε την πιστοληπτική γραμμή στήριξης; Εσείς θέλετε τη συνέχιση των μνημονίων όπως η Κυβέρνηση σας κατηγορεί;

Η Νέα Δημοκρατία επιθυμεί την καθαρή έξοδο από τα μνημόνια και τη χρηματοδότηση της χώρας με χαμηλό κόστος δανεισμού.

Όμως η καθαρή έξοδος, όπως ήδη σας ανέφερα, με ευθύνη της Κυβέρνησης, δεν είναι σήμερα εφικτή.

Αλλά δυστυχώς και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε Κυβερνητική αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι αυτή να γίνει με το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» όμως την πραγματική οικονομία, αφού χρησιμοποιεί τις «κουτσουρεμένες δόσεις» του δανείου, υπερφορολογεί τους πολίτες, επιδίδεται σε εσωτερική στάση πληρωμών, καταφεύγει σε υπέρμετρο και σχετικά ακριβό αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

Αντιθέτως, θα μπορούσε να αξιοποιήσει τους αδιάθετους πόρους του δανείου, που αρχικά είχαν εκτιμηθεί στα 27 δισ. ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος. Ούτε αυτό όμως το πετυχαίνει, παρόλο που έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει δεσμεύσει και δημόσια περιουσία της χώρας.

Γι’ αυτούς τους λόγους υποστηρίζουμε ότι η χώρα, από το «λεφτά χωρίς Μνημόνιο» κατέληξε σε «ένα ακόμη Μνημόνιο, το 4ο Μνημόνιο, χωρίς χρηματοδότηση».

Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ελληνική οικονομία, την τελευταία τριετία, ανατάσσεται. Διαφωνείτε;

Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία, σε πολλά θεμελιώδη μεγέθη της, λιμνάζει. Σε σχέση με το 2014, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, το ιδιωτικό χρέος προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έχει εκτοξευθεί, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει, κεφαλαιακοί περιορισμοί, που επιβλήθηκαν το 2015, εξακολουθούν να υφίστανται και το ονομαστικό ΑΕΠ δεν έχει φτάσει ακόμη το ύψος του 2014.

Η Κυβέρνηση των φόρων, των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην κανονικότητα.

Παρ’ όλα αυτά, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι υπάρχει αναπτυξιακή δυναμική στη χώρα. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο;

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επέστρεψε την οικονομία στην ύφεση το 2015 και το 2016, απέτυχε, και μάλιστα σημαντικά, στους αναπτυξιακούς στόχους για το 2017, αναθεώρησε «προς τα κάτω» την εκτίμηση για την ανάπτυξη του 2018 και προβλέπει συρρικνωμένους ρυθμούς μεγέθυνσης μέχρι το 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο της Κυβέρνησης, το 2022 προβλέπεται χαμηλότερος ρυθμός ανάπτυξης από το 2018!

Με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να παρακολουθεί από τη θέση του ουραγού την αναπτυξιακή πορεία των εταίρων. Αναμενόμενο, αν κρίνει κανείς από τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της και το δήθεν αναπτυξιακό σχέδιό της για το μέλλον. Σχέδιο που αποτελεί μία γενικόλογη «έκθεση ιδεών», με ενσωματωμένες ιδεοληπτικές εμμονές, χωρίς ποσοτικοποιημένους στόχους και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες πολιτικές.

Η Κυβέρνηση του λαϊκιστικού, πελατειακού και παρασιτικού «αφηγήματος» σέρνει την οικονομία σε μία κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Ας περάσουμε στα εθνικά θέματα και το Σκοπιανό. Τελικά μήπως είναι μια καλή συμφωνία, όπως υποστηρίζουν όλοι οι παίκτες στη διεθνή σκακιέρα;

Η στάση της Νέας Δημοκρατίας, διαχρονικά, δεν ετεροκαθορίζεται.

Να είστε σίγουρη ότι αν η Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή στο Βουκουρέστι είχε αποδεχθεί την είσοδο της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ, όλοι θα την χειροκροτούσαν.

Αλλά δεν το έπραξε, υπερασπιζόμενη το εθνικό συμφέρον.

Το ίδιο κάνουμε και σήμερα, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ιστορία και την προοπτική της χώρας και των πολιτών.

Μελετήσαμε τη συμφωνία και τοποθετηθήκαμε με σαφήνεια επί αυτής. Πρόκειται για μία κακή, εθνικά επιζήμια συμφωνία.

Η Κυβέρνηση σπεύδει και παραδίδει τα δύο καίριας σημασίας «κλειδιά», αυτά του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Κλειδιά» που κρατούσε η χώρα μας από το 2008. Και τα παραδίδει χωρίς να διασφαλίζει τα δίκαια εθνικά μας συμφέροντα, καλύπτοντας τις βαριές υποχωρήσεις με μεγαλόστομες λεκτικές «κατασκευές».

Αναγνωρίζει, για πρώτη φορά με την υπογραφή της χώρας μας, την ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» και «μακεδονικής εθνότητας», διασπά το erga omnes ως προς τους πολίτες και τη γλώσσα και δημιουργεί «γκρίζες ζώνες» για τα ελληνικά εμπορικά σήματα.

Με αυτά κυρίως τα κριτήρια, καταθέσαμε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης για να προλάβουμε τα αποτελέσματα τα οποία παράγει η υπογραφή της συμφωνίας.

Μήπως όμως, όπως ισχυρίζεται η Κυβέρνηση, υπάρχουν τετελεσμένα από το παρελθόν; Υπάρχουν και σχετικά έγγραφα που κατέθεσε ο Υπουργός Εξωτερικών στη Βουλή.

Είναι θλιβερό η σημερινή Κυβέρνηση, με αλαζονεία και αυταρέσκεια, προκειμένου να καλύψει αδυναμίες, αστοχίες και σφάλματα, να επιδίδεται σε επιλεκτικές, αποσπασματικές «βουτιές» στο κοντινό και μακρινό παρελθόν.

Χρησιμοποιεί ισχυρισμούς οι οποίοι αποδεικνύονται ιστορικά ανυπόστατοι, είναι επί της ουσίας ψευδείς και εθνικά επιζήμιοι. Δόθηκαν οι σχετικές απαντήσεις στη Βουλή.

Θα μπορούσαμε και εμείς να καταθέσουμε μακρά αλυσίδα λόγων και πρακτικών, από υποστηρικτές του διαχρονικού αφηγήματος του «μακεδονισμού», από σειρά επωνύμων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που ακόμη και στην κρίσιμη φάση του 2008, προέτρεπαν να δοθεί στη γείτονα χώρα «σκέτα» η ονομασία Μακεδονία, αλλά και από τις κυβερνητικές παλινδρομήσεις που έφτασαν μέχρι και στο σημείο της αποδοχής της «Μακεδονίας του Ίλιντεν».

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεπώς, δεν δικαιούται να μας κάνει μαθήματα πατριωτισμού!

Ειδικά όταν σήμερα, η Κυβέρνησή του προωθεί αυταρχικά ότι καμία άλλη Κυβέρνηση στο παρελθόν δεν είχε αποδεχθεί, μέσα σε συνθήκες εθνικής συνεννόησης που φρόντιζαν αυτές στο παρελθόν να δημιουργούν.

Η συμφωνία έφερε τριγμούς στο εσωτερικό των ΑΝΕΛ. Θεωρείτε ότι μπορεί να φέρει πολιτικές εξελίξεις για τη χώρα;

Το να «στρουθοκαμιλίζεις», να μην διαθέτεις «σπονδυλική στήλη», να ακροβατείς, να αγνοείς την γνήσια πατριωτική ευαισθησία των πολιτών και να κάνεις τα πάντα για να «ρουφήξεις και την τελευταία γουλιά εξουσίας», χωρίς ηθικές αναστολές, αξιακές σταθερές και ιδεολογικές συντεταγμένες, είναι κακοί σύμβουλοι στην πολιτική. Και οδηγούν, αργά ή γρήγορα, σε πολιτικές εξελίξεις.

Σε κάθε περίπτωση, με την πρόταση δυσπιστίας, οι βουλευτές τοποθετήθηκαν. Οι βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού υπέγραψαν χέρι-χέρι τη συμφωνία που δημιουργεί άμεσα και σταδιακά δυσμενή τετελεσμένα και παράγει, ήδη, αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται, εφόσον στα Σκόπια το δημοψήφισμα είναι υπέρ της συμφωνίας και γίνει και η συνταγματική αναθεώρηση στη γειτονική χώρα, στην ελληνική Βουλή θα έρθει για επικύρωση τέλη του χρόνου. Αν στο μεταξύ έχουν γίνει εκλογές και Κυβέρνηση είναι η Νέα Δημοκρατία, και έρθει στην ελληνική Βουλή, θα την ψηφίσετε;

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρει ακέραιη την ευθύνη για τη συμφωνία, όχι η Νέα Δημοκρατία.

Η Κυβέρνηση προχώρησε σε διακρατική συμφωνία, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση, έχοντας ως κίνητρο την επίδειξη προθυμίας.

Εκείνη είναι που παραχώρησε στους Σκοπιανούς τη δυνατότητα να δηλώνουν «Μακεδόνες» και να ισχυρίζονται ότι μιλούν τη «μακεδονική» γλώσσα.

Εκείνη δηλώνει, δια του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, ότι έχει βρει κάποιους πρόθυμους βουλευτές να επικυρώσουν τη συμφωνία.

Η Νέα Δημοκρατία, στο σύνολό της, δεν θα κυρώσει τη συμφωνία, συμφωνία που υποχρεούνται να φέρουν στη Βουλή οι κ. Τσίπρας και Καμμένος.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΑΙΚΟΥΡΑΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ _ΒΡΑΔΥΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ_Σ1_2018-06-23

Δήλωση Χρ. Σταϊκούρα για την απόφαση του Eurogroup (video) | 22.6.2018

Ο Τομεάρχης Οικονομικών της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Η απόφαση του Eurogroup είναι χειρότερη και από αυτή του 2017.
Νέες μειώσεις συντάξεων και αφορολόγητου έρχονται.
Εξοντωτικά πλεονάσματα επιβάλλονται μέχρι το 2060.
Οι θεσμοί θα εξακολουθούν να μας αξιολογούν κάθε τρεις μήνες.
Ακόμη και ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν για το χρέος, θα εξαρτώνται από την τήρηση του 4ου μνημονίου που υπέγραψε ο κ. Τσίπρας.
Η Ελλάδα χρειάζεται υψηλή και διατηρήσιμη ανάπτυξη. 
Και αυτό μόνο μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να το διασφαλίσει»

2018.6.22 Δήλωση_για_την_απόφαση_του_Eurogroup_on_camera_

Συνέντευξη στο ραδιοφωνικό σταθμό “ΘΕΜΑ Radio 104,6” | 22.6.2018

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντεξη εδώ:

Συνέντευξη Χρ. Σταϊκούρα στο “Πρακτορείο 104,9″ του ΑΠΕ-ΜΠΕ | 22.6.2018

Μπορείτε να ακούσετε τη συνέντευξη εδώ:

Χαιρετισμός Χρ. Σταϊκούρα στην εκδήλωση της ΝΔ για την Οικογένεια και το Δημογραφικό | 19.6.2018

Θέλω να ευχαριστήσω τις Γραμματείες Γυναικείων Θεμάτων και Σχέσεων Κοινωνίας – Κόμματος για την πρόσκλησή τους.

Να τις συγχαρώ που, μαζί με τη ΝΟ.Δ.Ε. Φθιώτιδας, ανέλαβαν μια εξαιρετική πρωτοβουλία για ένα ζήτημα κρίσιμης σημασίας για τη χώρα και την ομαλή πορεία της.

Αγαπητές Φίλες, Αγαπητοί Φίλοι,

Η οικογένεια είναι το βασικό κύτταρο της κοινωνίας. Είναι θεσμός που αφορά την ίδια τη ζωή και την ποιότητά της. Θεσμός στον οποίο αναπτύσσονται θεμελιώδεις αξίες, όπως η συνεργασία, η κατανόηση, η αλληλεγγύη, η αγάπη. Βέβαια, στη σημερινή εποχή των ραγδαίων εξελίξεων και των δομικών ανακατατάξεων, είναι γεγονός ότι ο θεσμός της οικογένειας δεν έμεινε τελείως ανεπηρέαστος. Δεν κατάφεραν, ωστόσο, να αλλοιώσουν τις αξίες του. Η φυσιογνωμία της οικογένειας μπορεί να άλλαξε. Οι δυσκολίες λειτουργίας της να διογκώθηκαν. Ο ρόλος της όμως παραμένει αναντικατάστατος. Αποτελεί το «αποκούμπι» για όλους όσους βιώνουν τις τραγικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Παραμένει ο πυρήνας της κοινωνίας.

Φίλες και Φίλοι,

Σήμερα, ο θεσμός της οικογένειας εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με δημογραφικές, οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις. Στο δημογραφικό πεδίο, η τάση είναι αρνητική. Ασκούνται πιέσεις από το χαμηλό ποσοστό γεννητικότητας και τον αυξημένο βαθμό γήρανσης και εξάρτησης του πληθυσμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην Ελλάδα, την περίοδο 2016-2070:

  • Ο ρυθμός γεννητικότητας αναμένεται να αυξηθεί μόνο κατά 0,3%. Ως αποτέλεσμα, ο πληθυσμός της χώρας εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 3,1 εκατ.
  • Παράλληλα, ο δείκτης γήρανσης, δηλαδή η αναλογία του γεροντικού πληθυσμού προς τον ηλικιακά νεότερο, είχε ήδη διαμορφωθεί στο 148% το 2016.
  • Ενώ, ο δείκτης εξάρτησης, δηλαδή η αναλογία του μη οικονομικά ενεργού πληθυσμού προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, αναμένεται να αυξηθεί κατά 30%.

Επιπρόσθετα, πρέπει να συνυπολογιστεί το εξαιρετικά ανησυχητικό φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» στο εξωτερικό, καθώς περίπου 400.000 νέοι άνθρωποι έφυγαν από την Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης. Αλλά και η αύξηση των διαζυγίων και ο σύγχρονος τρόπος ζωής, που επιφέρουν σημαντικές μεταβολές στη δομή, στον τρόπο λειτουργίας και στη μορφή της οικογένειας. Και προφανώς, οι δυσοίωνες μακροοικονομικές προβλέψεις για τον μακροπρόθεσμο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης και το ρυθμό αύξησης της απασχόλησης, που επίσης επενεργούν αρνητικά στο δημογραφικό πρόβλημα.

Φίλες και Φίλοι,

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, η Κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στην απαίτηση στήριξης της οικογένειας. Δεν συνέχισε το έργο της προηγούμενης Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η οποία είχε αναπτύξει και θεσμοθετήσει συγκροτημένες κοινωνικές πολιτικές.

Επιδείνωσε τη θέση της οικογένειας.

Με μια σειρά οικονομικών και θεσμικών παρεμβάσεων αφαίρεσε, σταδιακά, κάθε κίνητρο από τους νέους ανθρώπους για δημιουργία οικογένειας, ενώ, παράλληλα, «τιμώρησε» όσες οικογένειες απέκτησαν παιδιά.

  • Σήμερα, ακόμη και η απόκτηση ενός παιδιού αποτελεί τεκμήριο.
  • Έγιναν πιο αυστηρά τα κριτήρια για το επίδομα 1ου και 2ου παιδιού.
  • Περικόπηκαν τα επιδόματα για τους τρίτεκνους και τους πολύτεκνους.
  • Μειώνεται το αφορολόγητο όριο, τόσο για τους πολύτεκνους όσο και για ένα ζευγάρι με δύο παιδιά, από το 2020 έως και 3.000 ευρώ.

Αποτέλεσμα;

Η αποθάρρυνση όσων μένουν τελικά στην Ελλάδα να κάνουν οικογένεια, λόγω της δυσκολίας ανταπόκρισης στα πρόσθετα έξοδα.

Και, συνεπώς, η διόγκωση του δημογραφικού προβλήματος.

Φίλες και Φίλοι,

Η στήριξη του θεσμού της οικογένειας αποτελεί για τη Νέα Δημοκρατία βασικό πυλώνα της προσπάθειας εξόδου από την κρίση.

Μέσα στις πιεστικές δημοσιονομικές συνθήκες, είναι αναγκαία η καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας προς αυτή την κατεύθυνση.

Όχι με περιστασιακά επιδόματα, αλλά με μια ολοκληρωμένη πολιτική που θα διασφαλίζει τις προϋποθέσεις και θα δίνει κίνητρα για τη δημιουργία οικογένειας.

Σε αυτό το πλαίσιο έχουμε προτείνει και θα εφαρμόσουμε σειρά μέτρων και κινήτρων, όπως είναι ενδεικτικά:

  • Η μείωση της φορολόγησης των νοικοκυριών.
  • Η αύξηση του αφορολόγητου ορίου κατά 1.000 ευρώ για κάθε παιδί.
  • Η πρόσβαση όλων των παιδιών σε παιδικούς σταθμούς.
  • Τα ολοήμερα σχολεία παντού, με εξασφαλισμένα σχολικά γεύματα.

Φίλες και Φίλοι,

Έχουμε χρέος να προβάλλουμε και να δυναμώνουμε θεσμούς, αξίες και πρότυπα, που συμβάλλουν αποτελεσματικά στην κοινωνική συνοχή και την κοινωνική αλληλεγγύη, όπως είναι η οικογένεια.

Αυτή την απαίτηση, θα την κάνουμε πράξη.

Συγχαρητήρια και πάλι για την εξαιρετική πρωτοβουλία!

2018.6.19 Χαιρετισμός – Εκδήλωση ΝΔ για Οικογένεια και Δημογραφικό

Ερώτηση σχετικά με την υποβάθμιση του Κέντρου Εκπαίδευσης Υλικού Πολέμου (ΚΕΥΠ) Λαμίας | 18.6.2018

Ερώτηση

προς το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018  

Θέμα: Υποβάθμιση του Κέντρου Εκπαίδευσης Υλικού Πολέμου (ΚΕΥΠ) Λαμίας

Επτά μήνες μετά την επίσκεψη του Υπουργού Εθνικής Άμυνας στο Κέντρο Εκπαίδευσης Υλικού Πολέμου Λαμίας, στις 08.12.2017, και την παραδοχή εκ μέρους του πως «η Κεντρική Ελλάδα αποτελεί τη δεύτερη γραμμή άμυνας», δυστυχώς βρισκόμαστε ενώπιον μιας μεγάλης υποβάθμισης του ΚΕΥΠ.

Ο αριθμός των νεοσυλλέκτων που υποδέχεται πλέον το Κέντρο, από τον αριθμό των 500 κατά τα παρελθόντα έτη, έπεσε μόλις στους 137!

Τόσοι νεοσύλλεκτοι παρουσιάστηκαν και ορκίστηκαν στο ΚΕΥΠ Λαμίας, με τη Γ’ ΕΣΣΟ του 2018.

Την ίδια ώρα, έτερο Κέντρο που υπάρχει στη Στερεά Ελλάδα, υποδέχεται τριπλάσιο αριθμό νεοσυλλέκτων.

Υπενθυμίζεται ότι επί ημερών της σημερινής Κυβέρνησης, στις 05.06.2015, ο πρώην Αρχηγός ΓΕΣ, σε επίσκεψή του στο ΚΕΥΠ Λαμίας, είχε επισημάνει σε δηλώσεις του στα ΜΜΕ, ότι παρά τη νέα δομή που σχεδιάζεται από την Κυβέρνηση, το ΚΕΥΠ Λαμίας όχι μόνο θα παραμείνει, αλλά θα αναβαθμιστεί, καθώς οι δομές του είναι «εξαιρετικές».

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

Υπάρχει σχεδιασμός της Κυβέρνησης, ώστε το ΚΕΥΠ Λαμίας να αναβαθμιστεί και τουλάχιστον να επανέλθει στην πρότερη κατάσταση, και αν ναι, πώς εννοεί η Κυβέρνηση μια τέτοια αναβάθμιση;

Ο Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

 

Ερώτηση

Απάντηση ΥΕΘΑ

Ερώτηση σχετικά με οφειλές της Διεύθυνσης Αστυνομίας Φθιώτιδας προς ιδιώτες προμηθευτές | 18.6.2018

Ερώτηση

προς τα Υπουργεία Εσωτερικών

και Οικονομικών

 

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

 

Θέμα: Οφειλές Διεύθυνσης Αστυνομίας Φθιώτιδας προς ιδιώτες προμηθευτές

Θύμα της εσωτερικής στάσης πληρωμών που έχει κηρύξει η Κυβέρνηση είναι, δυστυχώς, και ο ευαίσθητος τομέας της Ασφάλειας του Πολίτη.

Πολλοί ιδιώτες προμηθευτές ανά την Ελλάδα έχουν διακόψει τις υπηρεσίες τους προς την Ελληνική Αστυνομία, λόγω της ασυνέπειας και του πολύ μεγάλου χρόνου αποπληρωμής των οφειλών τους από το Κράτος, υποβαθμίζοντας με αυτόν τον τρόπο το κύρος της ΕΛ.ΑΣ..

Ιδιώτες προμηθευτές ελαστικών, πρατήρια υγρών καυσίμων, αντιπροσωπείες αυτοκινήτων που εξυπηρετούν επισκευές οχημάτων της ΕΛ.ΑΣ., καθώς και άλλοι επαγγελματίες – προμηθευτές, βρίσκονται σε απόγνωση.

Η Διεύθυνση Αστυνομίας Φθιώτιδας είναι από τις μεγαλύτερες αστυνομικές διευθύνσεις της χώρας, σε αριθμό οχημάτων, πολλά εκ των οποίων είναι λειτουργικά χάρη στο φιλότιμο του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας και σε χορηγίες ιδιωτών.

Ο μεγάλος αριθμός οχημάτων της Φθιώτιδας, κάνει το πρόβλημα των τοπικών προμηθευτών πολύ πιο έντονο.

Οι ελάχιστοι προμηθευτές που έχουν απομείνει να πιστώνουν την Ελληνική Αστυνομία διαμαρτύρονται πως δεν υπάρχει σταθερή ροή πληρωμών, δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα, δεν υπάρχει ενημέρωση και δεν υπάρχει προγραμματισμός.

Κατόπιν των ανωτέρω,

ΕΡΩΤΩΝΤΑΙ

οι κ.κ. Υπουργοί: 

Ποιο είναι το πλάνο αποπληρωμής οφειλών της Διεύθυνσης Αστυνομίας Φθιώτιδας προς τους ιδιώτες προμηθευτές της;

Ο Βουλευτής

Χρήστος Σταϊκούρας

 

Ερώτηση

Απάντηση κ. Τόσκα 2

Απάντηση κ. Τόσκα

Συνέντευξη στην εφημερίδα Politik – “Είδη εν ανεπαρκεία για την κυβέρνηση αξιοπιστία και εμπιστοσύνη” | 17.6.2018

Γιατί η ΝΔ επιμένει ότι η περίφημη «καθαρή έξοδος» που υπόσχεται η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι ένα πολιτικό «βρώμικο ψέμα»;

Γιατί η αλήθεια είναι ότι η επιθυμητή «καθαρή έξοδος», με τις συνθήκες που δημιούργησε η Κυβέρνηση, δεν είναι εφικτή. Και αυτό διότι, σε αντιδιαστολή με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη που βγήκαν με «καθαρό» τρόπο από τα μνημόνια, η Κυβέρνηση έχει ήδη ψηφίσει πρόσθετα μέτρα λιτότητας ύψους 5,1 δισ. ευρώ για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, έχει δεσμευτεί στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλά χρόνια μετά το 2018, έχει συμφωνήσει η υλοποίηση των παρεμβάσεων για το χρέος να γίνει μετά το καλοκαίρι, έχει αποδεχθεί τον μηχανισμό ενισχυμένης και όχι μετα-προγραμματικής εποπτείας, ενώ έχει δεσμεύσει τη δημόσια περιουσία της χώρας για έναν αιώνα με εγγυητή του δανείου το Υπερταμείο για λόγους εξασφάλισης των δανειστών.

 Πόσο σημαντική είναι η πιστοληπτική γραμμή στήριξης για να αντέξει η ελληνική οικονομία;

Το πιο σημαντικό είναι η «καθαρή έξοδος» της χώρας από τα μνημόνια και η σταθερή χρηματοδότηση της οικονομίας με χαμηλό κόστους δανεισμού.

Όπως όμως ήδη επεσήμανα, η «καθαρή έξοδος» δεν είναι εφικτή, ενώ και το χαμηλό κόστος δανεισμού δεν είναι εξασφαλισμένο. Εάν υπήρχε αξιοπιστία, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εάν είχε υλοποιηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, εάν είχαν αναληφθεί ήδη πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους και εάν η χώρα είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τότε τα επιτόκια δανεισμού, με δεδομένο το ευνοϊκότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την υψηλή διαθέσιμη ρευστότητα, θα ήταν ήδη χαμηλότερα και λογικά.

Με αυτά τα δεδομένα, είναι αναγκαία η δημιουργία ενός «διχτυού ασφαλείας». Η επιλογή της Κυβέρνησης είναι το «χτίσιμο» ταμειακού αποθέματος, «στραγγαλίζοντας» την πραγματική οικονομία. Η δική μας πρόταση είναι η αξιοποίηση των αδιάθετων πόρων του δανείου, που εκτιμώνται στα 27 δισ. ευρώ μετά τη λήξη του προγράμματος, με δεδομένο μάλιστα ότι η Κυβέρνηση έχει πάρει δημοσιονομικά μέτρα που εκτείνονται και για μετά τη λήξη αυτού, ενώ – μέσω του Υπερταμείου – έχει ενεχυριάσει δημόσια περιουσία της χώρας.

Με δεδομένο ότι οι Αλέξης Τσίπρας και Πάνος Καμμένος δεσμεύουν με τις υπογραφές τους τη χώρα για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2022, επιμένετε ότι θα μπορέσετε να αλλάξετε το μείγμα της εφαρμοζόμενης πολιτικής;

Πράγματι η Κυβέρνηση έχει δεσμεύσει τη χώρα στην επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και για μετά το 2022, μάλιστα με ιδιαίτερα χαμηλούς και συρρικνωμένους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.

Εμείς πιστεύουμε ότι η άμεση υλοποίηση ενός συνεκτικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος, με στοχευμένη μείωση φόρων, υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, θα οδηγήσει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών μεγέθυνσης.

Αυτή με τη σειρά της θα βελτιώσει τη βιωσιμότητα του χρέους, δίνοντας τη δυνατότητα για σταδιακή αποκλιμάκωση των ήδη υψηλών δημοσιονομικών στόχων, δημιουργώντας «βαθμούς ελευθερίας» για περαιτέρω μειώσεις φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών.

Υπενθυμίζω ότι το 2014, μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές (π.χ. ΦΠΑ στη εστίαση, ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης, έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, ασφαλιστικές εισφορές κ.α.), χωρίς αυτό να προβλέπεται στο 2ο Μνημόνιο. Συνεπώς, κάτι αντίστοιχο σήμερα, με τεκμηριωμένο τρόπο, είναι εφικτό.

Για να μειώσεις όμως τους φόρους, θα πρέπει και να το πιστεύεις. Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, ο αρμόδιος Υπουργός όχι μόνο ιδεολογικά δεν το πιστεύει, αλλά και αιθεροβατεί υποστηρίζοντας ότι η φορολογία των πολιτών δεν είναι υψηλή.

Επαναλαμβάνεται συνεχώς ότι η Κυβέρνηση δεν μπορεί να ενισχύσει τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Γιατί το ισχυρίζεστε αυτό;

Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου διατηρούνται και εφέτος υψηλές, σχεδόν αμετάβλητες, παρά την εκταμίευση δόσεων για την αποπληρωμή τους, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η εκταμίευση της υπο-δόσης από την προηγούμενη αξιολόγηση.

Επιπρόσθετα, το “σκούπισμα” των ταμειακών διαθεσίμων σε φορείς του Δημοσίου συνεχίζεται και διευρύνεται, με αποτέλεσμα τα ρέπος να έχουν ξεπεράσει πλέον τα 23 δισ. ευρώ, επιβαρύνοντας το επιτοκιακό προφίλ και – ελαφρώς – τη μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους.

Ενώ οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων παρουσιάζουν αρνητική απόκλιση έναντι του στόχου, με αυξητική μάλιστα τάση από μήνα σε μήνα.

Είναι συνεπώς προφανές ότι η Κυβέρνηση αδυνατεί να «αιματοδοτήσει» την πραγματική οικονομία.

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει ότι υπερκαλύπτει τους δημοσιονομικούς στόχους και ότι επιστρέφουμε στην κανονικότητα. Κάτι που πρόσφατα δήλωσε και ο κ. Γιούνκερ. Συμμερίζεστε αυτήν την αισιοδοξία;

Καταρχάς να αξιολογήσουμε πως επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι. Αυτό γίνεται με τη συνειδητή επιλογή της Κυβέρνησης να υπερφορολογήσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, να επιδοθεί σε ανελέητο «κυνήγι» των πολιτών μέσω κατασχέσεων και αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και να στερήσει πόρους από αναπτυξιακά κρίσιμους και κοινωνικά ευαίσθητους τομείς, όπως είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και η χορήγηση συντάξεων σε δικαιούχους.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής επιλογής είναι η αδυναμία επίτευξης των αναπτυξιακών στόχων και η διόγκωση του ιδιωτικού χρέους, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία να είναι σήμερα αυξημένες κατά 57% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Σε ότι αφορά τον πυρήνα του ερωτήματός σας, δεν συμμερίζομαι αυτή την αισιοδοξία όταν εξακολουθούν να υφίστανται κεφαλαιακοί περιορισμοί, συνεχίζουν να επιβάλλονται νέοι φόροι και πρόσθετες περικοπές στις συντάξεις, έχουν διευρυνθεί οι ευέλικτες μορφές εργασίας, παραμένουν σταθερά υψηλές οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, υποβαθμίζεται η ποιότητα των θεσμών διακυβέρνησης και το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας δεν έχει ακόμη φτάσει στο ύψος που ήταν το 2014.

Δυστυχώς, αντί για κανονικότητα, έχουμε μια κατάσταση παραλυτικής στασιμότητας.

Σας προβληματίζει το κλίμα ακραίας πόλωσης που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια σχεδόν στο σύνολο της κοινωνίας μας;

Πράγματι, το κλίμα πόλωσης μεγεθύνει τις διαφορές και αποτρέπει τις συγκλίσεις. Η ιστορική, κοινωνική, πολιτική και οικονομική κρισιμότητα των στιγμών επιβάλλει δημιουργικές συνθέσεις και συγκλίσεις ως αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας. Όμως αυτές πρέπει να χτίζονται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης. Δεν μπορούν να επιτευχθούν ευκαιριακά, με «λεόντιες» συμπεριφορές, με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών, με καιροσκοπικές προσεγγίσεις και με μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί, από όλους, αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων και σαφήνεια θέσεων. Πάνω απ’ όλα απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη. Αυτά όμως είναι «είδη εν ανεπαρκεία» για τη σημερινή Κυβέρνηση.

Η ΝΔ θα συνεχίσει να τηρεί, όπως διαχρονικά πράττει, στάση εθνικής ευθύνης. Δεν θα κερδοσκοπήσει πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Η Νέα Δημοκρατία ζητά επίμονα εκλογές. Αντέχει η χώρα πρόωρη προσφυγή στις κάλπες;

Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία ζητάει εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα τη διεξαγωγή εκλογών. Και τις ζητάει όχι για να επανέλθει μια ώρα αρχύτερα στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά γιατί πιστεύει ότι το κόστος συνέχισης της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής είναι πολύ μεγαλύτερο από το κόστος διεξαγωγής εκλογών.

Και αυτό γιατί αποδεικνύεται καθημερινά και επιβεβαιώνεται όλο και πιο έντονα και εμφατικά ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αποτυγχάνει σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας, όπως είναι ενδεικτικά αυτά της οικονομίας, της διαχείρισης του μεταναστευτικού/προσφυγικού προβλήματος, της ασφάλειας των πολιτών, της υπεύθυνης διαχείρισης της εξωτερικής πολιτικής, της παιδείας και της υγείας, της αξιοκρατίας στη δημόσια διοίκηση, της ποιότητας της δημοκρατίας.

Με λίγα λόγια, η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να οδηγήσει τη χώρα στην ιστορική της πορεία.

Το άνοιγμα της ΝΔ προς το «μεσαίο χώρο» σε συνδυασμό με τη δυσαρέσκεια που υπάρχει σε αρκετά στελέχη του κόμματος για παρέκκλιση από τις αρχές του, είναι ένα ζήτημα που πιστεύετε ότι η αξιωματική αντιπολίτευση θα το βρει μπροστά της ενόψει εκλογών;

Η ΝΔ, εκ της αρχικής κατασκευής της, αποτελεί τη μεγάλη πατριωτική, φιλελεύθερη, κοινωνική και ριζοσπαστική πολιτική δύναμη της χώρας, με εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στις λαϊκές δυνάμεις. Παραμένει βαθιά δημοκρατική, πολυσυλλεκτική, συνθετική, συνεκτική, γνήσια προοδευτική και αντιλαϊκιστική. Είναι συνεπώς προφανές ότι δεν συμμερίζομαι σχετικές ανησυχίες, παρά μόνο αν κάποιοι θελήσουν να υπηρετήσουν προσωπικές στρατηγικές.

TwitterInstagramYoutube