Ομιλία

Αποσπάσματα ομιλίας στις Επιτροπές της Βουλής επί του Ασφαλιστικού-Φορολογικού Νομοσχεδίου

 

 

Ορισμένες επισημάνσεις για το οικονομικό περιβάλλον και το πλαίσιο στο οποίο συζητάμε το νομοσχέδιο.

1η Επισήμανση: Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κατάσταση στην οικονομία έχει σταθεροποιηθεί.

Η αλήθεια όμως είναι, όπως υποστηρίζεται πλέον και από ποσοτικούς δείκτες, ότι η χώρα, από τις αρχές του 2015, «λιμνάζει» βυθιζόμενη, αναλώνοντας χρόνο και πόρους.

  • Η πραγματική οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Οι επιχειρηματικές προσδοκίες επιδεινώθηκαν, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από το Νοέμβριο του 2012.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών και Κράτους «εκτοξεύθηκαν».
  • Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, ο κύκλος εργασιών στη βιομηχανία, στις κατασκευές, στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, στις υπηρεσίες, συρρικνώθηκαν περαιτέρω.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Τα ταμειακά διαθέσιμα «σκουπίστηκαν».
  • Οι τραπεζικές καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια διογκώθηκαν και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίστηκε.

Συμπερασματικά, οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία και οι παλινωδίες της Κυβέρνησης επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στην οικονομία.

2η Επισήμανση: Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι κατάφερε να πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα το 2015.

Αφού «λοιδορούσε» την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων από την προηγούμενη Κυβέρνηση, τώρα «θριαμβολογεί» γιατί αποτυπώνεται υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα απ’ ότι αρχικά είχε εκτιμηθεί.

Αλήθεια, δεν γνωρίζει ότι η όποια βελτίωση του αποτελέσματος οφείλεται στην εκτόξευση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, κατά 2,3 δισ. ευρώ από τις αρχές του 2015;

Δεν γνωρίζει ότι οφείλεται στη λήψη πρόσθετων μέτρων, όπως είναι η αύξηση του ΦΠΑ και η μείωση κύριων και επικουρικών συντάξεων, ύψους 1,4 δισ. ευρώ το 2015;

Θυμίζουμε ότι τα έτη 2013 και 2014, η χώρα επιτύγχανε πρωτογενή πλεονάσματα μειώνοντας τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου, μειώνοντας φορολογικούς συντελεστές και χορηγώντας σημαντικό ποσό για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης.

Σήμερα, η Κυβέρνηση επιτυγχάνει πρωτογενές πλεόνασμα αυξάνοντας τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, αυξάνοντας τους φόρους, περιορίζοντας τους πόρους για την ανθρωπιστική κρίση.

Αυτό δεν θα το έλεγε κανείς και επιτυχία…

3η Επισήμανση: Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι για πρώτη φορά «ανοίγει» το θέμα της βιωσιμότητας του χρέους.

Η Κυβέρνηση η οποία ευθύνεται για την επιβάρυνση της βιωσιμότητάς του, η Κυβέρνηση η οποία καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για «κούρεμα» του χρέους, σήμερα θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

Και φυσικά αποσιωπά τη διπλή αναδιάρθρωση – με «κούρεμα» μάλιστα – του χρέους, την επιμήκυνση της λήξης των ομολόγων, τη μείωση των επιτοκίων, τη μείωση των τόκων που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια.

Οι ανακρίβειες και τα ψεύδη αποτελούν δομικό στοιχείο της Αριστερής Κυβέρνησης.

4η Επισήμανση: Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα μέτρα είναι μόλις 5,4 δισ. ευρώ.

Η αλήθεια είναι ότι τα μέτρα αθροίζουν τουλάχιστον στα 12 δισ. ευρώ.

Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση έχει ψηφίσει και ήδη εφαρμόσει μέτρα ύψους 1,4 δισ. ευρώ για το 2015 και 2,2 δισ. ευρώ για το 2016. Ενώ έχει συμφωνήσει στη λήψη νέων μέτρων ύψους 5,4 δισ. ευρώ (κάποια περιλαμβάνονται και στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο) και σε πρόσθετα, «προληπτικά μέτρα», ύψους 3,5 δισ. ευρώ μέχρι το 2018.

Αυτός είναι ο λογαριασμός της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Λογαριασμός πολύ υψηλότερος αυτού που ζητούσαν οι δανειστές πριν από ένα χρόνο, για την επίτευξη πολύ υψηλότερων στόχων.

Λογαριασμός που έχει ήδη πάει πολύ πέραν της συμφωνίας του Αυγούστου, ακόμη και χωρίς τα πρόσθετα «προληπτικά μέτρα» (περίπου 1,5 δισ. ευρώ πρόσθετα, χωρίς τα «προληπτικά», μέτρα).

Αυτός ο λογαριασμός είναι ίσος με τον αντίστοιχο του 2ου Μνημονίου.

Και προσέξτε: Το 2012, ελήφθησαν μέτρα με τη χώρα σε βαθιά ύφεση (9,1% το 2011) και με σημαντικό πρωτογενές έλλειμμα (3,0% του ΑΕΠ το 2011).

Σήμερα, η Κυβέρνηση λαμβάνει ίσο ύψος μέτρων, παρά το γεγονός ότι η οικονομία είχε επιστρέψει, το 2014, σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και σε πρωτογενές πλεόνασμα!!!

Αυτό είναι το δυσάρεστο δημοσιονομικό αποτέλεσμα της δήθεν «υπερήφανης διαπραγμάτευσης» της αριστερής διακυβέρνησης.

5η Επισήμανση: Η Κυβέρνηση υποστηρίζει βέβαια ότι δεν θα χρειαστούν τα πρόσθετα «προληπτικά μέτρα».

Μα αν είναι έτσι, τότε γιατί το ύψος του είναι συγκεκριμένο;

Γιατί το δημοσιονομικό κενό είναι εντοπισμένο και ποσοτικοποιημένο.

Και οφείλεται, κυρίως, στη σύνθεση των δημοσιονομικών μέτρων.

Γι’ αυτό με άλλη Κυβέρνηση και άλλο μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής δεν θα χρειάζονταν αυτά τα μέτρα.

Δυστυχώς, όμως, «τα χειρότερα είναι μπροστά μας».

Δελτίο Τύπου σχετικά με συμμετοχή σε Συνέδριο του Πανεπιστημίου Νότιας Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες

Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, συμμετείχε στο Global Leadership Summit που διοργάνωσε το University of Southern California, στο Λος Άντζελες, στις 29-30 Απριλίου 2016, με τίτλο: “Government Financial Accountability & the European Economic Crisis: Paths to Prosperity”.

Ο κ. Σταϊκούρας, στην τοποθέτησή του, περιέγραψε τις εγχώριες και Ευρωπαϊκές αδυναμίες που οδήγησαν στην οικονομική κρίση, παρουσίασε τα βασικά συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από την υλοποίηση των οικονομικών προγραμμάτων προσαρμογής στην Ελλάδα, ανέλυσε την τρέχουσα κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας, σε σχέση με αυτή που είχε διαμορφωθεί στο τέλος του 2014, και κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από την κρίση, το συντομότερο δυνατόν.

Ανάμεσα σε αυτές είναι η άμεση, αλλά με τον καλύτερο για τα Ελληνικά συμφέροντα τρόπο, ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, η διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας μέσα από την ενίσχυση του δημοσιονομικού πλαισίου και τη βελτίωση της ποιότητας των δημοσίων οικονομικών, η περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, η τόνωση των διαρθρωτικών αλλαγών, των αποκρατικοποιήσεων και της αξιοποίησης της περιουσίας του δημοσίου, η ενίσχυση της ρευστότητας και η εμπροσθοβαρής αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής μέσα από την υλοποίηση του προγράμματος του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, με άξονες, προτεραιότητες και χρονοδιαγράμματα.

Επισυνάπτονται φωτογραφίες (1, 2, 3).

Ομιλία Χρήστου Σταϊκούρα στο 10ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας | 24.4.2016

Φίλες και Φίλοι,

Με το 10ο Συνέδριο, αρχίζουμε να γράφουμε νέα σελίδα στη μακρά και επιτυχή ιστορία της Νέας Δημοκρατίας.

Του Κόμματος που ίδρυσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι σημαντικοί συνεργάτες του, και μέσα από τις τάξεις του οποίου έχουν εργασθεί, πολιτικά, χιλιάδες έντιμοι και δημιουργικοί πολίτες.

Του Κόμματος που έχει συμβάλλει θετικά στην ομαλή, δημοκρατική πορεία της χώρας, είτε από το ρόλο της Κυβέρνησης είτε από αυτόν της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Αυτό το γεγονός το βεβαιώνουν οι πολίτες, αφού, επί 42 χρόνια, έχουν αναδείξει τη Νέα Δημοκρατία, αθροιστικά, ως το μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα της χώρας.

Φίλες και Φίλοι,

Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, με Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η χώρα «λιμνάζει».

Οι ιδεοληψίες και οι παλινωδίες της Κυβέρνησης επέφεραν τεράστιο κόστος στο πεδίο της οικονομίας.

  • Η πραγματική οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας συρρικνώθηκε.
  • Οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των ιδιωτών διογκώθηκαν.
  • Το Κράτος προχώρησε σε «εσωτερική στάση πληρωμών».
  • Τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων «σκουπίστηκαν».
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
  • Οι καταθέσεις παρουσίασαν την μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν και η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίστηκε.
  • Διαρθρωτικές αλλαγές δεν υλοποιήθηκαν, ενώ πραγματοποιήθηκαν λίγες αποκρατικοποιήσεις, μετά από πολλά εμπόδια και «πόνο ψυχής».

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η Ελλάδα να βρίσκεται σε σημείο καμπής και να αναδεικνύεται, επιτακτικά, το ερώτημα:

Τι πρέπει να γίνει στο πεδίο της οικονομίας ώστε η χώρα να βγει οριστικά και βιώσιμα από το «τούνελ» της κρίσης και να προχωρήσει με δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, συνοχή, αξιοπρέπεια και δυναμισμό;

Ο ριζοσπαστικός – κοινωνικός φιλελευθερισμός, που πρεσβεύει και υπηρετεί την αρμονική ισορροπία οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, μας επιβάλλει να απορρίψουμε κάθε συμβιβασμό με το τέλμα, τη μετριότητα και το φατριασμό και να κινηθούμε γρήγορα και αποτελεσματικά.

Να δράσουμε σε πλαίσιο δημοκρατίας, με σχέδιο και συνοχή ώστε να ανταποκριθούμε στις ανάγκες της χώρας.

Ανάγκες που είναι:

1η. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

2η. Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του Προγράμματος, με τον καλύτερο για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο.

Για το λόγο αυτό θα πρέπει να περάσουμε στη σταδιακή μείωση της φορολογίας. Με ποιόν τρόπο;

Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Με την μεγαλύτερη περιστολή και την αξιολόγηση των δημοσίων δαπανών.

Με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της.

3η. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

4η. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Βιωσιμότητα που επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους χειρισμούς των τελευταίων μηνών.

5η. Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, αποτελεί η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη-εξυπηρετούμενων δανείων.

6η. Η ταχύτερη υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Αλλά και η προώθηση επενδυτικών σχεδίων που θα αξιοποιούν αποτελεσματικά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, το «Πακέτο Γιουνκέρ».

7η. Η βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, με την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως είναι ο θεσμός του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

8η. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να είχε ολοκληρωθεί από την Κυβέρνηση μέχρι τον προηγούμενο μήνα.

Και το οποίο σήμερα, προφανώς, δεν υφίσταται.

Ούτε καν γίνεται συζήτηση γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα στοχεύει στη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου, την ανάδειξη της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς την κατεύθυνση αυτή θα συμβάλλουν η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Φίλες και Φίλοι,

Η ανταπόκριση σ’ αυτές τις ανάγκες απαιτεί, πρωτίστως, στιβαρή και αποφασισμένη πολιτική ηγεσία, βούληση, σχέδιο, σοβαρότητα και αξιοπιστία.

Η κυβερνώσα αριστερά τα στοιχεία αυτά ούτε τα διαθέτει ούτε είναι ικανή να τα διαμορφώσει.

Συνεπώς, η Νέα Δημοκρατία καλείται και πάλι να αναλάβει το βάρος.

Και θα το πράξει, όπως άλλωστε το έπραξε 6 φορές μεταπολιτευτικά, υπηρετώντας, αδιαλείπτως, το πατριωτικό της καθήκον.

Δύο φορές υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Μία φορά υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Δύο φορές υπό τον Κώστα Καραμανλή.

Μία φορά υπό τον Αντώνη Σαμαρά.

Σήμερα, η Νέα Δημοκρατία, η μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη, με Πρόεδρο τον Κυριάκο Μητσοτάκη, κάνοντας δημοκρατικά τις αναγκαίες θεσμικές, δομικές και λειτουργικές βελτιώσεις, θα ανταποκριθεί, και πάλι, στο χρέος της.

Προετοιμάζεται οργανωτικά και προγραμματικά ώστε να αποτελέσει την ορθολογική επιλογή των πολιτών και όχι την «ύστατη πολιτική καταφυγή» τους.

Το 10ο Συνέδριο αποτελεί εφαλτήριο προς αυτή την κατεύθυνση.

Ομιλία στην 3η Ετήσια Οικονομική Διάσκεψη της Ελληνικής Ένωσης Νέων Επιχειρηματιών «Προκλήσεις για την Ανάκαμψη»

Ευχαριστώ τους διοργανωτές της Οικονομικής Διάσκεψης για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να συμμετάσχω στις εργασίες της.

Τους συγχαίρω για τη δημιουργική πρωτοβουλία που ανέλαβαν, η οποία όμως, δυστυχώς, πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αμηχανίας, ανασφάλειας και αβεβαιότητας.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, το οποίο υποστηρίζεται πλέον και από ποσοτικούς δείκτες, ότι η χώρα, μετά τα δείγματα σταθεροποίησης το 2014, «λιμνάζει» βυθιζόμενη από τις αρχές του 2015, αναλώνοντας χρόνο και πόρους, σε έναν ευρύτερο περίγυρο υψηλών κινδύνων.

Οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία και οι παλινωδίες επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στην οικονομία.

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας συρρικνώθηκε.
  • Το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε, οι επιχειρηματικές προσδοκίες επιδεινώθηκαν, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε.
  • Οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των ιδιωτών προς το Κράτος διογκώθηκαν.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα «εκτοξεύθηκαν». Συγκεκριμένα, αυτές αυξήθηκαν κατά 76% από τις αρχές του 2015!!!
  • Ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, ο δείκτης κύκλου εργασιών στη βιομηχανία, στις κατασκευές, στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, στις υπηρεσίες, συρρικνώθηκαν περαιτέρω.
  • Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν. Συγκεκριμένα, οι διαγραφές επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά 70% το 1ο τρίμηνο του 2016 σε σχέση με το αντίστοιχο του 2015.
  • Οι τραπεζικές καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών επιδεινώθηκε, αφού τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια διογκώθηκαν.
  • Η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίστηκε.
  • Οι διαρθρωτικές αλλαγές «κόλλησαν» ενώ κάποιες, λίγες αποκρατικοποιήσεις, μετά από πολλά εμπόδια και «πόνο ψυχής», τελικά πραγματοποιήθηκαν.

Έτσι, σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο, σε ένα σημείο καμπής.

Σημείο κατά το οποίο προσπαθεί να βρει ένα νέο επίπεδο ισορροπίας, δυστυχώς πολύ χαμηλότερο από αυτό στο οποίο βρισκόταν στο τέλος του 2014.

Το ερώτημα συνεπώς, που τίθεται, είναι: τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος για να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης;

Τι πρέπει να γίνει ώστε να προσελκύσουμε ιδιωτικές επενδύσεις και να ενισχύσουμε την υγιή επιχειρηματικότητα;

Τι πρέπει να γίνει ώστε η χώρα να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με εθνική αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον;

Τι πρέπει να γίνει ώστε να πάμε κόντρα στη «δικτατορία των μετριοτήτων», στο «συμβιβασμό με το τέλμα» και στη «λογική της μικρής Ελλάδας», που κυρίως σήμερα οι κυβερνήτες καλλιεργούν;

Κατά τη γνώμη μου απαιτείται στιβαρή και αποφασιστική πολιτική ηγεσία, η οποία να διαθέτει σχέδιο και βούληση, να είναι διατεθειμένη να δουλέψει σκληρά και η οποία να κινηθεί γρήγορα, συνεκτικά, συμπληρωματικά και αποτελεσματικά, σε παράλληλους άξονες, με βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο χρονικά ορίζοντα.

Αυτοί οι άξονες είναι:

1ος. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Οι οποίες, δυστυχώς σήμερα, αποτελούν «αγαθό σε ανεπάρκεια».

2ος. Η ταχεία ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Θυμίζω, αξιολόγηση που θα έπρεπε να είχε ήδη «κλείσει» από τον περυσινό Νοέμβριο.

Σημαντικό μέρος της εκταμίευσης πόρων, που θα συνοδεύσει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, θα πρέπει να κατευθυνθεί στην αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, ώστε να ενισχυθεί η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

3ος. Η αξιολόγηση, αν και με μεγαλύτερο κόστος εξαιτίας της Κυβερνητικής αβελτηρίας, θα πρέπει τουλάχιστον να «κλείσει» με τον καλύτερο για τα ελληνικά συμφέροντα τρόπο.

Η αριστερή ιδεοληπτική εμμονή στην αύξηση της φορολογίας έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

Αντίθετα, θα πρέπει να περάσουμε στη σταδιακή μείωση της φορολογίας.

Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε με τις πρώτες φορολογικές ελαφρύνσεις του 2014.

Με την μεγαλύτερη περιστολή των δημοσίων δαπανών. Υπάρχουν περιθώρια, δεν είναι πολύ μεγάλα.

Με τη συνεχή θεσμική, διοικητική και τεχνολογική ενδυνάμωση του φορολογικού συστήματος, με στόχο την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της.

4ος. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

Μεταρρυθμίσεις που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

5ος. Η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Ιδιωτικοποιήσεις οι οποίες μπορούν να συμβάλουν στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου.

6ος. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Βιωσιμότητα που επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους χειρισμούς των τελευταίων μηνών.

Αυτό που χρειάζεται πλέον είναι η Κυβέρνηση να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα συντελέσουν στην έναρξη της συζήτησης για τη νέα αναδιάρθρωση του χρέους, μετά την διπλή αναδιάρθρωση που έγινε το 2012.

Και οι δανειστές, από τη μεριά τους, να τηρήσουν τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις τους.

7ος. Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, στο σκέλος του ενεργητικού, αποτελεί η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη-εξυπηρετούμενων δανείων.

Προς την κατεύθυνση αυτή απαιτείται καλύτερος συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων σε επίπεδο στρατηγικής και τεχνικής υλοποίησης των αποφάσεων, προώθηση της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, επίσπευση των διαδικασιών.

8ος. Η ταχύτερη υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Με ταχεία αξιοποίηση των πόρων του νέου ΕΣΠΑ (Εταιρικό Σύμφωνο για το Πλαίσιο Ανάπτυξης) για το 2014-2020 και επιτάχυνση ολοκλήρωσης των σχετικών δράσεων ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας, που αναιτίως και αδίκως, για τις επιχειρήσεις και τους άνεργους νέους, καθυστέρησαν περισσότερο από 14 μήνες να προκηρυχθούν.

Καθώς και η προώθηση επενδυτικών σχεδίων που θα αξιοποιούν αποτελεσματικά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, το «Πρόγραμμα Γιούνκερ». Αλλά και η ψήφιση του νέου Αναπτυξιακού Νόμου για την ενίσχυση νέων επενδύσεων.

9ος. Η δομική βελτίωση των παρεχόμενων κοινωνικών δαπανών, με την εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως είναι ο θεσμός του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, που θα επιτρέψουν τη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις.

10ος. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να ολοκληρωθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση το Μάρτιο του 2016.

Και το οποίο σήμερα, προφανώς, δεν υφίσταται.

Ούτε καν γίνεται συζήτηση γι’ αυτό.

Σχέδιο που θα πρέπει να στοχεύει στη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου και την ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτείται η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού συστήματος, η εναρμόνιση των ρυθμών λειτουργίας της δικαιοσύνης με τις ανάγκες της παραγωγικής, επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

Κατά την εκτίμησή μου, αυτές οι προτεραιότητες θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους της οικονομίας μας και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλασιαστικές θετικές επιδράσεις σε νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και στην προσέλκυση νέων εγχώριων και ξένων επενδύσεων.

Αυτές όμως οι προϋποθέσεις απαιτούν σχέδιο και βούληση, σοβαρότητα και αξιοπιστία.

Και η παρούσα Κυβέρνηση αυτά δεν τα διαθέτει και δεν δείχνει ικανή να τα διαμορφώσει.

Ομιλία στο 2ο Banking Forum | «Towards an efficient banking system: strategies, plans, perspectives»

Κυρίες και Κύριοι,

Ευχαριστώ τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν και τους συγχαίρω για τη δημιουργική πρωτοβουλία τους σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αμηχανίας και κατήφειας.

Θα καταθέσω, συνοπτικά, τις θέσεις μου για την κατάσταση του τραπεζικού συστήματος, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει και τις προοπτικές του.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των – σε κάθε περίπτωση –  περιορισμένων οικονομικών πόρων.

Είναι, επίσης, γεγονός ότι τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, εγχώριων δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και δικών τους σφαλμάτων, κυρίως στο σκέλος των χορηγήσεων, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις, που απέρρεαν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης της Ελληνικής οικονομίας.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου τους.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή καταθέσεων.
  • Από την αναγκαιότητα να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, συμμετέχοντας στην κάλυψη εκδόσεων βραχυπρόθεσμου χρέους.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους, που άσκησε πιέσεις στα μεγέθη και στους ισολογισμούς των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής τους αξιολόγησης, ως αποτέλεσμα αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας.
  • Από τον αποκλεισμό τους από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.

Οι προκλήσεις αυτές ήρθαν να προστεθούν στις σοβαρές, διαχρονικές, αδυναμίες της εγχώριας και διεθνούς αρχιτεκτονικής του χρηματοοικονομικού συστήματος.

Αδυναμίες, όπως ήταν η υπερβολική μόχλευση, η υπέρμετρη πιστωτική επέκταση, οι ανεπαρκείς δομές εταιρικής διακυβέρνησης, τα υπεραισιόδοξα μοντέλα αποτίμησης κινδύνων, η περιορισμένη διαφάνεια καινοτόμων προϊόντων, οι αναξιόπιστες εκτιμήσεις των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η προ-κυκλικότητα των λογιστικών συστημάτων και των μεθόδων υπολογισμού κεφαλαιακής επάρκειας.

Όλες αυτές οι προκλήσεις και οι αδυναμίες είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα, στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και στην κεφαλαιακή επάρκεια των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Επιπτώσεις που κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, με σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης σε αυτό.

Πλαίσιο που ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, από το 2008, με διορατικό και συστηματικό τρόπο, όταν ακόμη η Ευρώπη ήταν «ανοχύρωτη», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισης των κινδύνων διάχυσης της κρίσης.

Ενδεικτικά:

  • Θεσπίστηκε, το 2008, ένα «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ.

Αυτό το «πακέτο» αποτελεί, ακόμη και σήμερα, σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος.

Ενώ, έχει συνεισφέρει στον Κρατικό Προϋπολογισμό, μέσω μερισμάτων και προμηθειών, έσοδα ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ.

  • Ενισχύθηκε, το 2008, το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ, από τις 20.000.
  • Καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω της παροχής στα πιστωτικά ιδρύματα έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα.
  • Ενδυναμώθηκε το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, συστάθηκε το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας και ιδρύθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Διαμορφώθηκε θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Αποτέλεσμα αυτών των πρωτοβουλιών αλλά και της επίτευξης δημοσιονομικής ισορροπίας, ήταν η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος το 2014.

Έτσι οι τράπεζες:

  • Επανέκτησαν μικρό μέρος των καταθέσεων, ως αποτέλεσμα της εμπέδωσης κλίματος εμπιστοσύνης.
  • Πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, με συμμετοχή ξένων επενδυτικών κεφαλαίων και θεσμικών επενδυτών.
  • Εξέδωσαν ομολογιακούς τίτλους, χωρίς εξασφαλίσεις, στις διεθνείς αγορές, αντλώντας ρευστότητα και μηδενίζοντας την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
  • Σταθεροποιήθηκε η ροή συσσώρευσης νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, στο πλαίσιο της σταδιακής ανάκαμψης της οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Δυστυχώς, η σταθεροποιητική διαδικασία ανεκόπη το 2015.

Η Κυβέρνηση, εξαιτίας των ιδεοληπτικών και ανερμάτιστων χειρισμών της στο πεδίο της οικονομίας, «έθεσε» το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με νέους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων:

  • Οι καταθέσεις παρουσίασαν, το 2015, την μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης, ενώ οι απώλειες συνεχίζονται και το 2016, παρά τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε, ως αποτέλεσμα της αύξησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Η αξία των τραπεζικών μετοχών «κατέρρευσε», λόγω της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας.
  • Η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος στηρίχθηκε, σχεδόν αποκλειστικά, στον «ακριβό» για τα πιστωτικά ιδρύματα μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
  • Η οργανική κερδοφορία των τραπεζών παρέμεινε χαμηλή λόγω, κυρίως, του αυξημένου κόστους άντλησης κεφαλαίων.
  • Τα αδιάθετα κεφάλαια του ΤΧΣ επεστράφησαν στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Έτσι, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.

Την αποκλειστική ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης για τη διαμόρφωση αυτής της ανάγκης επιβεβαιώνουν οι πρόσφατες Εκθέσεις της ΕΚΤ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ανακεφαλαιοποίηση που έχει επιφέρει μεγάλο κόστος στους φορολογούμενους, αβεβαιότητα στους εργαζόμενους και τεράστια ζημία στους μετόχους των πιστωτικών ιδρυμάτων, μικρούς και μεγάλους, ιδιώτες και Δημόσιο, Έλληνες και ξένους.

Ενδεικτικά, η ανακεφαλαιοποίηση:

  • Προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο και αύξησε το δημόσιο χρέος.
  • Απαξίωσε τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.
  • Σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ, εξαιτίας τόσο της δραματικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής του στις τράπεζες όσο και της «εξαέρωσης» των τραπεζικών μετοχών.
  • Άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των τραπεζών και συρρίκνωσε την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή.
  • Τροποποίησε, επί το δυσμενέστερο, τα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Το αποτέλεσμα είναι, μεταξύ άλλων, να «χαθούν» αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών, όπως είναι η περίπτωση της Finansbank, μιας αποδοτικής και με ισχυρό συμβολισμό επένδυσης της Εθνικής Τράπεζας το 2006.
  • Ενώ εγείρονται σοβαρά ερωτηματικά για την ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Αττικής.

Κυρίες και Κύριοι,

Τα πιστωτικά ιδρύματα έρχονται όμως αντιμέτωπα και με προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα, στο σύνολό του, το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.

Προκλήσεις, όπως είναι:

  • Οι ανησυχίες για επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.
  • Σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, όπως είναι η ανεπαρκής δαπάνη για επενδύσεις, ο χαμηλός ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.
  • Η έκθεση σε συγκεκριμένες οικονομίες, όπως είναι οι αναδυόμενες οικονομίες, και κλάδους, όπως αυτοί που επηρεάζονται άμεσα και έμμεσα από τις πρώτες ύλες, για παράδειγμα η ναυτιλία.
  • Το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων σε αρκετές χώρες, κυρίως, του Ευρωπαϊκού Νότου και τα εμπόδια που υπάρχουν για τη γρήγορη επίλυση του προβλήματος.
  • Η αναιμική κερδοφορία αρκετών πιστωτικών ιδρυμάτων που οφείλεται, κυρίως, στο χαμηλό επίπεδο των επιτοκίων.
  • Το αυξανόμενο σε έκταση και πολυπλοκότητα εποπτικό πλαίσιο λειτουργίας.
  • Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι περιφερειακές συγκρούσεις, οι πολιτικές αβεβαιότητες, η ενδεχόμενη έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η διαρκής απειλή της τρομοκρατίας, τα μεγάλα και διογκούμενα προσφυγικά ρεύματα που συρρέουν στην Ευρώπη.
  • Ο ανταγωνισμός από μη τραπεζικές εταιρείες, που αναμένεται να συρρικνώσουν περαιτέρω τα περιθώρια κερδοφορίας των τραπεζών.

Κυρίες και Κύριοι,

Σ’ αυτό το δυσμενές εγχώριο και εξωχώριο περιβάλλον, ποιές πρέπει να είναι οι απαντήσεις της Πολιτείας και των πιστωτικών ιδρυμάτων;

Και πώς θα μπορέσουν τα πιστωτικά ιδρύματα να επιτελέσουν, εκ νέου και με μεγαλύτερη επιτυχία, τον ουσιαστικό διαμεσολαβητικό τους ρόλο;

Κατά την εκτίμησή μου, οι άμεσες προϋποθέσεις είναι:

1η. Η αποκατάσταση της σταθερότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, Κυβερνητική αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Η οποία σήμερα αποτελεί «αγαθό σε ανεπάρκεια».

Για παράδειγμα, η ανερμάτιστα σκηνοθετημένη «θεατρική παράσταση» που η Κυβέρνηση παίζει από το προηγούμενο Σάββατο, ζημίωσε τη χώρα.

Δυστυχώς η Κυβέρνηση χάνει την ευκαιρία να αξιοποιήσει υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, υπαρκτές διαφορές στις θέσεις των εταίρων.

Και η χώρα συνεχίζει να «περιπλανάται βυθιζόμενη».

2η. Η ταχεία, αν και δυστυχώς όχι έγκαιρη, ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Θυμίζω, αξιολόγηση που θα έπρεπε να είχε ήδη «κλείσει» από τον περυσινό Νοέμβριο.

Εξαιτίας όμως της Κυβερνητικής αναβλητικότητας και των παλινωδιών της, αυτό δεν έγινε.

Με αποτέλεσμα η ύφεση να βαθαίνει, η «εσωτερική στάση πληρωμών» να διευρύνεται, ο «λογαριασμός» των μέτρων να ανεβαίνει, ο κίνδυνος ασφυξίας να διογκώνεται.

Παρά ταύτα, η ολοκλήρωση της αξιολόγησης εκτιμάται ότι θα έχει θετικές επιπτώσεις:

  • στην επανένταξη των Ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις,
  • στην επιλεξιμότητα συμμετοχής των Ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ και των Ελληνικών τραπεζών στα στοχευμένα προγράμματα μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης της ΕΚΤ,
  • στη μείωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων από τις τράπεζες,
  • στην περαιτέρω χαλάρωση των κεφαλαιακών περιορισμών,
  • στην αποπληρωμή μέρους των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

3η. Η αξιολόγηση όμως, αν και μεγαλύτερο κόστος λόγω της κυβερνητικής αβελτηρίας, θα πρέπει τουλάχιστον να «κλείσει» με τον καλύτερο για την Ελληνική πλευρά τρόπο.

Η Κυβέρνηση οφείλει, χωρίς τυχοδιωκτισμούς, να λειτουργήσει σοβαρά και αξιόπιστα, συμβάλλοντας στο κλείσιμο της αξιολόγησης και εφαρμόζοντας πολιτικές συμβατές με τις υποδείξεις της επιστήμης και της διεθνούς καλής πρακτικής.

Η αριστερή ιδεοληπτική εμμονή στην αύξηση της φορολογίας είναι οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.

4η. Η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Είναι αλήθεια ότι τόσο το ύψος όσο και το προφίλ του χρέους, μετά τη διπλή αναδιάρθρωση του 2012, βελτιώθηκαν.

Η μέση σταθμική υπολειπόμενη διάρκειά του έχει χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του έχει μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους έχουν σημαντικά υποχωρήσει.

Με αποτέλεσμα να έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητά του.

Αυτές τις θετικές παρεμβάσεις τις έχει αποδεχθεί και ο κ. Πρωθυπουργός, προσυπογράφοντας την απόφαση της Συνόδου Κορυφής του Ιουλίου 2015, η οποία και τις επισημαίνει.

Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι οι δανειστές δεν υλοποίησαν τη δέσμευσή τους για περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους, παρά το γεγονός ότι είχαν επιτευχθεί οι δημοσιονομικοί στόχοι.

Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι, στη συνέχεια, με ευθύνη της σημερινής Κυβέρνησης, η βιωσιμότητα του χρέους επιβαρύνθηκε.

Αυτό που χρειάζεται πλέον είναι η Κυβέρνηση, η οποία μετά τις «τζάμπα παλληκαριές» περί «κουρέματος» θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από το 2012, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα συντελέσουν στην έναρξη της συζήτησης για τη νέα αναδιάρθρωση του χρέους.

Και οι δανειστές, από τη μεριά τους, να τηρήσουν τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις τους.

5η. Η επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η υλοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της ακίνητης δημόσιας περιουσίας.

Αυτές οι πρωτοβουλίες, μαζί με τις προηγούμενες προτεραιότητες, θα απελευθερώσουν μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλασιαστικές θετικές επιδράσεις: νέες επενδύσεις, προσέλκυση ξένων επενδύσεων, επιστροφή καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

6η. Η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το 2015 παρατηρήθηκε αύξηση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η επιδείνωση ήταν εμφανής και σχετικά παρόμοια σε όλες τις κατηγορίες δανείων.

Το πρόβλημα αυτό παραμένει ένα από τα βασικότερα αίτια για την αδυναμία πιστωτικής επέκτασης, καθώς η ισχυροποίηση των τραπεζικού συστήματος περνά κυρίως μέσα από την αντιμετώπισή του.

Προς την κατεύθυνση αυτή απαιτείται καλύτερος συντονισμός των εμπλεκόμενων φορέων σε επίπεδο στρατηγικής και τεχνικής υλοποίησης των αποφάσεων, καλύτερη ενημέρωση των δανειοληπτών, προώθηση της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, επίσπευση των διαδικασιών.

7η. Παράλληλα με τα ανωτέρω, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι αναγκαία η προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών και στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Έχουν γίνει ήδη σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ενώ είναι σε εξέλιξη μια σειρά από πρωτοβουλίες σε θεσμικό και κανονιστικό επίπεδο που θα μειώσουν περαιτέρω τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα και θα μετριάσουν την επίπτωση από τυχόν κατάρρευσή τους.

Είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων.

Κυρίες και Κύριοι,

Δυστυχώς σήμερα, αυτές οι ενδογενείς προϋποθέσεις δεν υφίστανται και το χειρότερο είναι ότι η Κυβέρνηση δεν δείχνει ικανή να τις διαμορφώσει ώστε η χώρα να βγει πλήρως και οριστικά από την κρίση.

Κρίση που ταλανίζει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, αποδυναμώνει τη χώρα στη διεθνή ανταγωνιστική σκηνή για πολύ χρόνο και για τον ερχομό της οποίας, από πολύ μακριά, έχουμε όλες και όλοι, λιγότερες ή περισσότερες, ευθύνες.

Σ’ αυτό το ορθολογικό πλαίσιο, με βάση την ιστορία, το σχέδιο, τις προσδοκίες για το μέλλον και τα μετρήσιμα απολογιστικά αποτελέσματα, η Νέα Δημοκρατία είναι σαφώς σε πλεονεκτική θέση.

Η Νέα Δημοκρατία, διαθέτει στέρεο ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο, πεπραγμένα, στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα και πολιτική βούληση να κινηθεί με γοργό βηματισμό, αυτοπεποίθηση και αξιοπιστία.

Γι’ αυτό σήμερα αποτελεί τη νέα ελπιδοφόρο προοπτική διακυβέρνησης της χώρας.

Ομιλία στην Επιτροπή Ισολογισμού-Απολογισμού σχετικά με την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού και τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμμετέχουμε σήμερα στην πρώτη, κατά τους τελευταίους 14 μήνες, συνεδρίαση της Επιτροπής με θέμα την ενημέρωση από πλευράς Κυβέρνησης για την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού.

Επιτέλους!

Και λέω επιτέλους διότι, με βάση τον Κανονισμό της Βουλής, κάθε τρίμηνο ο Υπουργός Οικονομικών οφείλει να ενημερώνει την Επιτροπή για την εκτέλεση του Προϋπολογισμού.

Αυτό, δυστυχώς, επί «αριστερής» διακυβέρνησης, μέχρι σήμερα, δεν είχε γίνει.

Η Επιτροπή ουσιαστικά ήταν ανενεργή.

Και κατέστη ενεργή μετά από συντονισμένες πρωτοβουλίες και σχετικές επιστολές της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Αυτό δείχνει πολλά για την αντίληψη της Αριστεράς για τη διαφάνεια, τον κοινοβουλευτισμό και την υποχρέωση ενημέρωσης του Κοινοβουλίου για κρίσιμα ζητήματα.

Τέλος πάντων, «κάλλιο αργά παρά ποτέ»!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η σημερινή συζήτηση, λόγω του ότι λαμβάνει χώρα για πρώτη φορά, καλύπτει μια μεγάλη χρονική περίοδο και συνιστά, ουσιαστικά, έναν «απολογισμό» των πεπραγμένων της διακυβέρνησης της Αριστεράς.

Δυστυχώς, οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία, η «δημιουργική ασάφεια», οι παλινωδίες και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ επέφεραν τεράστιο κόστος στη χώρα και στην οικονομία.

Ενδεικτικά:

1ον. Η Ελληνική οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.

Μάλιστα, η προοπτική για το 2016 είναι ακόμη χειρότερη.

Βέβαια, η Κυβέρνηση εκφράζει την ικανοποίησή της για το χαμηλό ρυθμό ύφεσης του 2015.

Ξεχνά όμως, ως συνήθως σκοπίμως, ότι ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα είναι χειρότερος σε σχέση με τις προβλέψεις που η ίδια έκανε στον Προϋπολογισμό.

Όπως επίσης ξεχνά σκοπίμως ότι, το 2014 επιτεύχθηκε θετικός ρυθμός μεταβολής, ότι παρέλαβε οικονομία σε δυναμική μεγέθυνσης και ότι η πρόβλεψη τότε, για το 2015, ήταν για αρκετά υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης, άνω του 2,5%.

2ον. Οι τράπεζες – για μεγάλο διάστημα – έκλεισαν και επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί περιορισμοί, οι οποίοι εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ.

Τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, εθελοντικά ή υποχρεωτικά, «σκουπίστηκαν» και, φυσικά, δεν έχουν μέχρι σήμερα επιστραφεί.

Η πραγματική οικονομία επιβαρύνθηκε, το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε, οι επιχειρηματικές προσδοκίες επιδεινώθηκαν και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε.

3ον. Η Κυβέρνηση, μέσα από ένα καθοδικό σπιράλ διαρκών αναδιπλώσεων, υπέγραψε το 3ο Μνημόνιο.

Αποτέλεσμα επώδυνο.

Πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν τη διεξαγωγή του ανερμάτιστου δημοψηφίσματος, και πολύ πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από ορισμένους μήνες, στις αρχές του 2015.

4ον. Οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.

Με κεφαλαιακές ανάγκες που οφείλονται, όπως έδειξαν Εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος, στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015.

Ανακεφαλαιοποίηση η οποία έχει μεγάλο κόστος για τους φορολογούμενους, τους εργαζόμενους, τους μετόχους, παλιούς και νέους, μεγάλους και μικρούς, εγχώριους και αλλοδαπούς.

5ον. Τα δημόσια οικονομικά επέστρεψαν σε οριακές καταστάσεις και «φλερτάρουν» με την αποσταθεροποίηση.

Και αυτό παρά τη λήψη νέων μέτρων λιτότητας, ύψους άνω του 1,5 δισ. ευρώ για το 2015 και των 4 δισ. ευρώ για το 2016.

Με μέτρα που αποτυπώνουν την ιδεοληπτική, αριστερή εμμονή στην αύξηση υφιστάμενων ή στην επιβολή νέων φόρων.

Μέτρα που «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία και διαλύουν τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Φυσικά, ο τελικός «λογαριασμός» θα είναι αρκετά υψηλότερος.

Κι αυτό γιατί υπάρχουν μέτρα τα οποία ακόμη είναι αδιευκρίνιστα ή δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί, ενώ προβλέπονται και πρόσθετα μέτρα ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ για την περίοδο 2017-2018.

Εκτιμώ δε ότι θα απαιτηθούν και άλλα, όσο η οικονομία «περιπλανάται βυθιζόμενη».

6ον. Απεδείχθη ότι οι μειωμένοι δημοσιονομικοί στόχοι, από μόνοι τους, δεν εξασφαλίζουν σημαντικό δημοσιονομικό χώρο.

«Να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι», λέει η λαϊκή παροιμία.

Ποιά η ωφέλεια των χαμηλότερων στόχων, όταν αυτοί συνοδεύονται από πολλαπλάσια, σε σχέση με το προηγούμενο Μνημόνιο, μέτρα λόγω του ότι η οικονομία έχει επιστρέψει και θα παραμείνει σε ύφεση;

Ενδεικτικά, η απώλεια 13 δισ. ευρώ δυνητικού πλούτου την περίοδο 2015-2016, έχει οδηγήσει σε πρόσθετα μέτρα ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ, προκειμένου να επιτευχθεί οριακή δημοσιονομική σταθερότητα.

Αυτό δεν θα το έλεγε κανείς και επιτυχία…

7ον. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα συνεχώς διογκώνονται.

Ήδη έχουν αυξηθεί κατά 55% από το τέλος του 2014, ως αποτέλεσμα της «εσωτερικής στάσης πληρωμών».

Υπενθυμίζεται ότι αυτές είχαν μειωθεί κατά 65% ή 6 δισ. ευρώ την περίοδο 2013-2014, ενισχύοντας ουσιαστικά τη ρευστότητα στην οικονομία.

8ον. Τα φορολογικά έσοδα είναι τα χαμηλότερα της τελευταίας δεκαετίας.

Παρά τους πρόσθετους φόρους που επέβαλλε, πέρυσι, η Κυβέρνηση της Αριστεράς.

Αυτό οφείλεται, κυρίως, στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Με αποτέλεσμα, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των πολιτών προς το Κράτος να συνεχίζουν, μήνα με τον μήνα, να αυξάνονται και να διαμορφώνονται στα 85 δισ. ευρώ στο τέλος του 2015, υψηλότερες κατά 13,5 δισ. ευρώ από το τέλος του 2014.

9ον. Δυστυχώς, σήμερα, είμαστε «θεατές» στο ίδιο «έργο» που «παίχτηκε» το 1ο εξάμηνο του 2015.

  • Το όποιο θετικό πρωτογενές αποτέλεσμα οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην «εσωτερική στάση πληρωμών», στα αυξημένα έσοδα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και στο ενισχυμένο μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Όλα αυτά υπερβαίνουν τα 2 δισ. ευρώ σε σχέση με τους στόχους.

  • Οι πρωτογενείς δαπάνες, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και οι επιστροφές φόρων είναι χαμηλότερες από τον στόχο, με αποτέλεσμα να διογκώνονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα και να στερείται ρευστότητα η πραγματική οικονομία.
  • Τα φορολογικά έσοδα παρουσιάζουν σημαντική έναντι των στόχων υστέρηση.

Κυρίως οι φόροι στην ακίνητη περιουσία (-22%!!!) και ο ΦΠΑ.

Παρά τις μεγάλες αυξήσεις των συντελεστών ΦΠΑ που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ επέβαλε.

Είναι σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει διατηρήσιμη δημοσιονομική σταθερότητα με τις ακολουθούμενες από την Κυβέρνηση της Αριστεράς τακτικές και πολιτικές υπερφορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το ερώτημα που τίθεται, συνεπώς, σήμερα είναι: «τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος» για να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης;

Κατά την άποψή μου, η Κυβέρνηση οφείλει να κινηθεί γρήγορα, συνεκτικά και αποτελεσματικά, σε παράλληλους άξονες.

Αυτοί είναι:

  • Η ταχεία ολοκλήρωση, κατά τον καλύτερο όμως για την Ελληνική πλευρά τρόπο, της πρώτης αξιολόγησης. Θυμίζω, αξιολόγηση που θα έπρεπε να είχε ήδη «κλείσει» από τον περυσινό Νοέμβριο.
  • Η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής, με έμφαση στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στη μείωση των φορολογικών συντελεστών.
  • Η αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.
  • Η πραγματοποίηση περισσότερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Η ενδυνάμωση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας με την εφαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
  • Η περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, με βάση τις αποφάσεις του Νοεμβρίου του 2012, που επαναλήφθηκαν το καλοκαίρι του 2015.

Ακόμη, όμως, και εάν αυτές οι προτεραιότητες υλοποιηθούν, όπως έχω ήδη υποστηρίξει και στην Επιτροπή, σε περίπου ένα χρόνο από σήμερα, η οικονομία θα βρεθεί εκεί που ήταν το 2014.

Δηλαδή, με καλές προϋποθέσεις, η χώρα θα έχει καταγράψει περισσότερα από 2,5 χαμένα χρόνια και πρόσθετες, μεγάλες θυσίες για τους Έλληνες πολίτες.

Δυστυχώς όμως, αυτές οι προϋποθέσεις, σήμερα, δεν υφίστανται και το χειρότερο είναι ότι η Κυβέρνηση δεν δείχνει ικανή να τις διαμορφώσει.

Ομιλία στην Επιτροπή Ισολογισμού-Απολογισμού για τις Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα, με μεγάλη καθυστέρηση, στην Επιτροπή Ισολογισμού-Απολογισμού,

σε συνθήκες ασφυξίας στην οικονομία,

αγωνίας στην κοινωνία και

αναταράξεων στο πεδίο της πολιτικής,

τις 3 τελευταίες τριμηνιαίες Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους για το 2015.

Εκθέσεις οι οποίες καλύπτουν χρονικά το μεγαλύτερο μέρος της μέχρι σήμερα διακυβέρνησης της χώρας από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και ουσιαστικά, συνιστούν έναν «απολογισμό» των πεπραγμένων της Κυβέρνησης.

Για λόγους συστηματικής αξιολόγησης, το 2015 μπορεί να διαχωριστεί σε 2 υποπεριόδους.

Η πρώτη αφορά το διάστημα μέχρι την υπογραφή του 3ου Μνημονίου.

Και η δεύτερη το διάστημα από την υπογραφή του μέχρι το τέλος του 2015.

Την πρώτη περίοδο, και μέχρι την υπογραφή του Μνημονίου, η Κυβέρνηση:

  • Στηρίχθηκε σε εσφαλμένες θεμελιώδεις υποθέσεις.

Υποθέσεις όπως ότι οι απόψεις της θα γίνουν άμεσα και πλήρως αποδεκτές από τους εταίρους και δανειστές ή ότι θα έχουμε οικονομική ενίσχυση από άλλες χώρες.

Τις υποθέσεις αυτές, τις απέρριψε η πραγματικότητα.

  • Αγνόησε και αδιαφόρησε για τους Ευρωπαϊκούς κανόνες διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα, εσφαλμένα, να θεωρεί ότι όσο περνάει ο χρόνος, οι εταίροι θα υποχωρούν.
  • Παρασύρθηκε από δογματισμούς, εμμονές, μαξιμαλιστική ρητορική, ευθύγραμμες απλοποιητικές προσεγγίσεις.

Όπως επισημαίνει και η 2η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού, «η Κυβέρνηση συντηρούσε ανεδαφικές προσδοκίες».

  • Συζητούσε ακατάπαυστα, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καλλιεργώντας περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας».
  • Χρησιμοποίησε τη χώρα ως case study για την εμπειρική επαλήθευση επιστημονικής θεωρίας.
  • Κατανάλωσε σημαντικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο και χρόνο σε θέματα διαδικαστικά και επουσιώδη, δίνοντας έμφαση στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.
  • Κινήθηκε στη λογική της εσκεμμένης «πολιτικής διαπραγμάτευσης».

Υποτίμησε την τεχνοκρατική διαπραγμάτευση, για να αποφύγει την αλήθεια των αριθμών, η οποία, με το πέρασμα των μηνών, γινόταν όλο και πιο ζοφερή.

  • Προχώρησε στη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, μιας εσφαλμένης επιλογής τόσο ως προς το περιεχόμενό της όσο και ως προς το χρόνο πραγματοποίησης, με αποτέλεσμα αυτή η θεωρητικά κορυφαία πολιτική διαδικασία να απαξιωθεί τελείως, να κλείσουν οι τράπεζες και να επιβληθούν κεφαλαιακοί έλεγχοι, να κλονιστεί και να καταστεί θολός – στην πολιτική συνείδηση των Ευρωπαίων πολιτών – ο Ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας μας.

Η 2η τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Πρϋπολογισμού του Κράτους, επιβεβαιώνει τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς για αυτή τη διαπραγματευτική τακτική της Κυβέρνησης και για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης της Αριστεράς, μέχρι την υπογραφή του Μνημονίου.

Έτσι, το αποτέλεσμα όλων αυτών των πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης ήταν, μέρα με την ημέρα, η κατάσταση να επιβαρύνεται.

Η χώρα πέρασε από τις προβληματικές συνθήκες των τελευταίων ετών σε συνθήκες υψηλού κινδύνου.

Βρέθηκε με πιεστικές και διαρκώς αυξανόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες και με διευρυνόμενο δημοσιονομικό κενό.

Σε συνθήκες ύφεσης και χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, με κλειστές τράπεζες.

Χωρίς Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, χωρίς χρόνο, χωρίς συμμάχους, χωρίς αξιοπιστία.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση, μέσα από ένα καθοδικό σπιράλ διαρκών αναδιπλώσεων, κατέληξε, με τους εταίρους και δανειστές, στην υπογραφή του 3ου Μνημονίου.

Αποτέλεσμα επώδυνο.

Πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, και πολύ πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από ορισμένους μήνες, στις αρχές του 2015.

Αποτέλεσμα του οποίου την «ιδιοκτησία» έχει η Ελληνική Κυβέρνηση.

«Ιδιοκτησία» για την οποία, επί μήνες, πανηγύριζε.

Όμως, ακόμα κι έτσι, η χώρα πήρε απλώς μια «ανάσα».

Και αυτό απεδείχθη τους επόμενους μήνες.

Κατά την δεύτερη περίοδο, από την υπογραφή του 3ου Μνημονίου μέχρι το τέλος του 2015.

Περίοδος κατά την οποία οι Κυβερνητικές επιδόσεις, σε όλα τα πεδία της πολιτικής, είναι εξαιρετικά αρνητικές.

Με πιο σημαντικό το γεγονός ότι η Κυβέρνηση δυσκολεύεται, κυρίως με δική της ευθύνη, να ολοκληρώσει την αξιολόγηση.

Αξιολόγηση που θα έπρεπε να είχε κλείσει από τον περυσινό Νοέμβριο.

Αλλά και το γεγονός ότι η Κυβέρνηση επιδεικνύει αξιοζήλευτη σπουδή στη λήψη υφεσιακών μέτρων, όπως είναι η αύξηση των φόρων και η περικοπή των συντάξεων και η μείωση των κοινωνικών επιδομάτων, ενώ από την άλλη καθυστερεί αδικαιολόγητα την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων και την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Ορθώς, συνεπώς, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους, στην 4η Έκθεση, επισημαίνει ότι «χωρίς μεταρρυθμίσεις που δημιουργούν ένα ευνοϊκό κλίμα για την υγιή επιχειρηματικότητα και δεν συσκοτίζονται από αμφίσημες δηλώσεις και αντιφατικές πρακτικές, η χώρα θα εγκλωβιστεί σε συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, που θα εντείνουν την ύφεση».

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Αυτό τον πρώτο χρόνο της Αριστερής διακυβέρνησης, όπως σε διάφορα σημεία επισημαίνουν και οι Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού, κατέρρευσαν μύθοι και ψευδαισθήσεις.

Μύθοι που είχαν δημιουργηθεί και ψευδαισθήσεις που είχαν καλλιεργηθεί, τόσο προεκλογικά όσο και μετεκλογικά, από τα Κόμματα που στηρίζουν τη σημερινή Κυβέρνηση.

Ενδεικτικά, υπενθυμίζω:

  • Υποστήριζαν ότι τα προηγούμενα Μνημόνια θα τα ακύρωναν με ένα Νόμο και ένα Άρθρο.

Σήμερα, έχουν υπογράψει ένα νέο, ιδιαίτερα βαρύ 3ο Μνημόνιο.

  • Υποστήριζαν ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση δεν διαπραγματευόταν.

Σήμερα αντιλαμβάνονται τις πραγματικές δυσκολίες της διαπραγμάτευσης.

  • Υποστήριζαν ότι μέσω της ανακεφαλαιοποίησης, χαρίζονταν χρήματα στους τραπεζίτες.

Σήμερα υλοποίησαν την 3η, και με τους χειρότερους όρους, ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

  • Υποστήριζαν ότι μέσω των αποκρατικοποιήσεων, δημόσια περιουσία και πόροι θα μεταβιβάζονταν στη «μαύρη τρύπα» του δημοσίου χρέους.

Σήμερα, όπως αποτυπώνεται και στην Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2016, η Κυβέρνηση αναφέρεται στα «πολλαπλά οφέλη» των αποκρατικοποιήσεων για την Ελληνική οικονομία, με πρώτο μάλιστα στην καταγραφή, «την άμεση μείωση του δημοσίου χρέους».

  • Υποστήριζαν ότι το χρέος είναι επονείδιστο και πρέπει να «κουρευτεί».

Σήμερα, με βάση την απόφαση της Συνόδου Κορυφής για το Ευρώ, της 12ης Ιουλίου 2015, το «κούρεμα» έχει αποκλειστεί ενώ επαναδιατυπώθηκε η δέσμευση των εταίρων για παραμετρικές αλλαγές, που ισχύει από το τέλος του 2012.

Κάτι που επιβεβαίωσε και η χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup.

Η Κυβέρνηση προσγειώθηκε, και σε αυτό το πεδίο, στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τότε.

  • Υποστήριζαν ότι το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης είναι πλήρες και κοστολογημένο, περιλαμβάνοντας γενναιόδωρες παροχές ύψους 11 δισ. ευρώ.

Σήμερα, έχουν προχωρήσει ή θα προχωρήσουν στη λήψη νέων δημοσιονομικών μέτρων λιτότητας, ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2016.

  • Υποστήριζαν ότι θα διαθέσουν 2 δισ. ευρώ, από την πρώτη χρονιά, για την ανθρωπιστική κρίση.

Κατά την 1η περίοδο του 2015, το ποσό έπεσε στα 200 εκατ. ευρώ.

Και τελικά διατέθηκαν μόλις 108 εκατ. ευρώ.

Δεν κατέρρευσαν όμως μόνο μύθοι και ψευδαισθήσεις.

Δυστυχώς, οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία, η κακή διαπραγμάτευση, οι παλινωδίες και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης της Αριστεράς επέφεραν τεράστιο, μετρήσιμο κόστος στη χώρα και στην οικονομία.

Όπως καταγράφεται και στις Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού.

Ενδεικτικά, το 2015:

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας συρρικνώθηκε.
  • Η δημόσια οικονομία κινείται σε οριακές καταστάσεις.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, επιβαρύνθηκε.
  • Οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη επιδεινώθηκαν.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και του ιδιωτικού τομέα προς το Δημόσιο, διογκώθηκαν.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων υποχώρησαν.
  • Η φτώχεια διογκώθηκε και το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώθηκε.

Τονίζεται, σύμφωνα και με την Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ότι η σχετική φτώχεια αυξήθηκε κατά 8% το 2015, ενώ είχε μειωθεί κατά 7% το 2014.

Ενώ, μετά από 4 συναπτά έτη µέτρων λιτότητας, το 2014 ήταν το πρώτο έτος δηµοσιονοµικής χαλάρωσης και το διαθέσιµο εισόδηµα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 1,2%, σε αντίθεση με το 2015 όπου φαίνεται να υπάρχει υποχώρηση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το ερώτημα που τίθεται, συνεπώς, σήμερα είναι: «τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος» για να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης;

Κατά την άποψή μου, η Κυβέρνηση οφείλει να κινηθεί γρήγορα, συνεκτικά και αποτελεσματικά, σε παράλληλους άξονες.

Αυτοί είναι:

  • Η ταχεία ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης.
  • Η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής.
  • Η αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.
  • Η πραγματοποίηση περισσότερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Η ενδυνάμωση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας με την εφαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
  • Η περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, με ρεαλιστικούς τρόπους και ισοδύναμες τεχνικές.

Ακόμη, όμως, και εάν αυτές οι προτεραιότητες υλοποιηθούν, σε περίπου ένα χρόνο από σήμερα, η οικονομία θα βρεθεί εκεί που ήταν το 2014.

Δηλαδή, με καλές προϋποθέσεις, η χώρα θα έχει καταγράψει περισσότερα από 2 χαμένα χρόνια και πρόσθετες, μεγάλες θυσίες για τους Έλληνες πολίτες.

Δυστυχώς όμως, αυτές οι προϋποθέσεις, σήμερα, δεν υφίστανται και το χειρότερο είναι ότι η Κυβέρνηση δεν δείχνει ικανή να τις διαμορφώσει.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για την εγγύηση των καταθέσεων

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, με το οποίο ενσωματώνεται στην εθνική έννομη τάξη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία.

Ωστόσο, υπάρχει ένα οξύμωρο σχήμα στην όλη διαδικασία.

Η Κυβέρνηση που οδήγησε την οικονομία να παλινδρομεί βυθιζόμενη,

η Κυβέρνηση που επέβαλε την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς στο τραπεζικό σύστημα,

η Κυβέρνηση που προκάλεσε, με τις πράξεις και παραλείψεις της, τη μεγαλύτερη ετήσια εκροή καταθέσεων από την αρχή της κρίσης,

η Κυβέρνηση που κατέστησε αναγκαία την πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων,

η Κυβέρνηση, που μετά την περιπλάνηση στο χώρο των ψευδαισθήσεων, στέκεται με αμηχανία μπροστά στα προβλήματα,

η Κυβέρνηση που αδυνατεί, και με δική της ευθύνη, να κλείσει την πρώτη αξιολόγηση, η οποία θα έπρεπε να είχε κλείσει πριν 4-5 μήνες,

αυτή η Κυβέρνηση είναι σήμερα υποχρεωμένη να νομοθετήσει για την εγγύηση των καταθέσεων.

Πραγματικά, ορισμένες φορές η μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια…

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γνωστό ότι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από τα μέσα του 2008, βρέθηκαν στη δίνη μιας μεγάλης, παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, την οποία, στη χώρα μας, οι ηγεσίες των Κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης καμώνονταν ότι δεν την έβλεπαν.

Στην Ελλάδα, τα πιστωτικά ιδρύματα, λόγω αυτής της συστημικής κρίσης, των δημοσιονομικών προβλημάτων της χώρας και δικών τους κακών επιλογών, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.

Προκλήσεις με δυσμενείς συνέπειες στη ρευστότητα και στη φερεγγυότητά τους.

Έτσι κατέστη αναγκαία η διαμόρφωση πλαισίου για την ενίσχυση της σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.

Από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, ξεκίνησε, με μεθοδικό και διορατικό τρόπο, η διαμόρφωση αυτού του πλαισίου.

Βασικό συστατικό του αποτέλεσε η ανάγκη ενίσχυσης της εγγύησης των καταθέσεων.

Αυτό έγινε με το Ν. 3714/2008, σύμφωνα με τον οποίο, το ανώτατο όριο εγγύησης καταθέσεων – ως αποζημίωση για το σύνολο των καλυπτόμενων καταθέσεων – αυξήθηκε από τις 20.000 στις 100.000 ευρώ.

Σημειώνω ότι η Ελλάδα και η Ιρλανδία ήταν, τότε, οι πρώτες Ευρωπαϊκές χώρες που προχώρησαν σ’ αυτή την πρωτοβουλία.

Στη συνέχεια, στις αρχές του 2009, ιδρύθηκε, με το Ν. 3746/2009, το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), εκσυγχρονίζοντας το νομικό πλαίσιο καταβολής αποζημίωσης σε καταθέτες και επενδυτές πιστωτικών ιδρυμάτων.

Αυτό το θεσμικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε έγκαιρα στη χώρα μας, ενισχύθηκε από τις πρωτοβουλίες, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, για την Τραπεζική Ένωση.

Πρωτοβουλίες που πήραν νομοθετική μορφή, κυρίως επί Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 1ο εξάμηνο του 2014, όταν και ολοκληρώθηκε ένας σημαντικός αριθμός φακέλων στον τομέα της αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι οποίοι αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της ασφάλειας και διαφάνειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στη θωράκιση της

σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών και στην προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών επενδυτών και καταναλωτών.

Μεταξύ αυτών των φακέλων ήταν και η Οδηγία για τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων, που ενσωματώνεται στο σχέδιο νόμου που σήμερα συζητάμε.

Σχέδιο νόμου που προβλέπει βελτιωμένη, ευρύτερη και σαφέστερη πρόσβαση στην κάλυψη των καταθέσεων, συντομότερες προθεσμίες καταβολής της αποζημίωσης, καλύτερη και ταυτόσημη για όλους τους καταθέτες ενημέρωση από τα πιστωτικά ιδρύματα, αυστηρές απαιτήσεις χρηματοδότησης και ρητή αναγνώριση της δυνατότητας των καταθετών να ασκούν αγωγή κατά του ΤΕΚΕ για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους.

Όλες αυτές τις πρωτοβουλίες, του 2008, του 2009, του 2011, του 2014, η Αριστερά, από τα έδρανα της Αντιπολίτευσης, τις είχε στηλιτεύσει και απορρίψει.

Σήμερα, όλα αυτά, ευτυχώς, «πάνε περίπατο».

Και τα Κόμματα της Κυβερνητικής πλειοψηφίας αποδέχονται, διά της ψήφισης του Νομοσχεδίου, το εσφαλμένο της κριτικής τους κατά το απώτερο παρελθόν και το οξύμωρο των πεπραγμένων τους κατά τον τελευταίο χρόνο.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Θα κλείσω την τοποθέτησή μου με 2 επισημάνσεις:

1η Επισήμανση: Παρά τα σημαντικά βήματα που πραγματοποιήθηκαν μέχρι σήμερα για την ολοκλήρωση των βασικών πυλώνων της Τραπεζικής Ένωσης, ειδικότερα αυτών της εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση, σε συνέχεια της εναρμόνισης των σχετικών καθεστώτων, ενός Ευρωπαϊκού/Κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων, αρχικώς συμπληρωματικά με τα εθνικά συστήματα και σε τελική μορφή με έναν υγιώς αμοιβαιοποιημένο μηχανισμό.

2η Επισήμανση: Οι πρωτοβουλίες που πρέπει να αναλαμβάνονται θα πρέπει να αποσκοπούν τόσο στη μείωση του κινδύνου όσο και στο διαμοιρασμό του κινδύνου.

Άλλωστε, αυτές αποτελούν και βασικές έννοιες της χρηματοοικονομικής.

Οι δύο πρώτοι πυλώνες της Τραπεζικής Ένωσης αποσκοπούν στη μείωση του κινδύνου και έχει ήδη υπάρξει σημαντική πρόοδος ως προς αυτό.

Συγκεκριμένα:

  • Έχουν αναγνωρισθεί και περιορισθεί οι εθνικές διακριτικές ευχέρειες στην εφαρμογή του εποπτικού πλαισίου.
  • Έχει περάσει η εποπτεία σε υπερεθνικό επίπεδο.
  • Έχει διεξαχθεί, για πολλές τράπεζες, και θα ακολουθήσει εφέτος και για τις υπόλοιπες, αξιολόγηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου τους.
  • Έχει επιβληθεί η υποχρέωση διατήρησης σε υψηλό επίπεδο του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας.

Προφανώς, η περαιτέρω μείωση του κινδύνου που αντιμετωπίζουν τα πιστωτικά ιδρύματα είναι θεμιτή, στο πλαίσιο της διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Ωστόσο, είναι κάτι που δεν μπορεί να εξαλειφθεί, γιατί η ίδια η φύση των τραπεζικών εργασιών σχετίζεται με την ανάληψη κινδύνων, διαφορετικά δεν θα υπήρχε κερδοφορία.

Σε κάθε περίπτωση, η μείωση του κινδύνου θα πρέπει να «συμβαδίζει» με πρωτοβουλίες για το διαμοιρασμό του.

Αντιλαμβάνομαι τη θέση κάποιων Ευρωπαϊκών χωρών με αντίθετη άποψη.

Η Ευρώπη όμως δεν αντέχει Τραπεζική Ένωση «a la carte».

Ομιλία στο Συνέδριο Delphi Economic Forum στην ενότητα «Creating an Efficient Banking System for a Modern Economy»

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να παραστώ και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για τις προκλήσεις και τις προοπτικές του τραπεζικού συστήματος στη χώρα μας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, της εγχώριας δημοσιονομικής ανισορροπίας αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απέρρεαν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης της Ελληνικής οικονομίας.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή καταθέσεων από το παθητικό τους.
  • Από την αναγκαιότητα οι τράπεζες να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, καλύπτοντας εκδόσεις βραχυπρόθεσμου χρέους.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους, που άσκησε πιέσεις στα μεγέθη των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών, αποτέλεσμα των αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας.
  • Από τον αποκλεισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.

Προκλήσεις που ήρθαν να προστεθούν σε σοβαρές αδυναμίες της κατεστημένης εγχώριας και διεθνούς αρχιτεκτονικής του χρηματοοικονομικού συστήματος, όπως είναι η υπερβολική μόχλευση, η ασύδοτη πιστωτική επέκταση, οι αδύναμοι μηχανισμοί εταιρικής διακυβέρνησης, τα υπεραισιόδοξα μοντέλα αποτίμησης κινδύνων, η ανεπαρκής διαφάνεια καινοτόμων προϊόντων, οι αναξιόπιστες εκτιμήσεις των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η προ-κυκλικότητα των λογιστικών συστημάτων και των μεθόδων υπολογισμού κεφαλαιακής επάρκειας.

Όλες αυτές οι προκλήσεις είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Επιπτώσεις που κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους με σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας και εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.

Πλαίσιο, τόσο για τη θεσμική θωράκιση όσο και για την ενίσχυση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, που ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, το 2008, με μεθοδικό, διορατικό και συστηματικό τρόπο, όταν ακόμη η Ευρώπη ήταν «ανοχύρωτη», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισης της κρίσης.

Ενδεικτικά:

  • Θεσπίστηκε, το 2008, ένα «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ. Αυτό το «πακέτο» αποτελεί, ακόμη και σήμερα, σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος. Ενώ «έχει «προσφέρει» στον Κρατικό Προϋπολογισμό, μέσω μερισμάτων και προμηθειών, έσοδα περίπου 4 δισ. ευρώ.
  • Ενισχύθηκε, το 2008, το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ, από τις 20.000.
  • Καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω της παροχής έκτακτης ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος.
  • Ενδυναμώθηκε το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, συστάθηκε το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας και ιδρύθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Διαμορφώθηκε θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Το αποτέλεσμα τόσο αυτών των πρωτοβουλιών όσο και της δημοσιονομικής ισορροπίας της χώρας ήταν, το 2014, το τραπεζικό σύστημα να σταθεροποιηθεί.

Οι τράπεζες:

  • επανέκτησαν μέρος των καταθέσεων,
  • πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και εξέδωσαν ομολογιακούς τίτλους,
  • μηδένισαν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας,
  • ενώ μειώθηκε και η ροή των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά το 2015.

Κατά την εκτίμησή μου, η Κυβέρνηση, εξαιτίας ανερμάτιστων χειρισμών στο πεδίο της οικονομίας, «έφερε» το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με νέους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων:

  • Οι καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε.
  • Η αξία των τραπεζικών μετοχών «κατέρρευσε».
  • Η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος στηρίχθηκε, σχεδόν αποκλειστικά, στον μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
  • Η οργανική κερδοφορία των τραπεζών παρέμεινε χαμηλή λόγω, κυρίως, του αυξημένου κόστους άντλησης κεφαλαίων.
  • Τα υπόλοιπα κεφάλαια του ΤΧΣ επεστράφησαν στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Σε αυτές τις νέες, εγχώριες, προκλήσεις, που επιδιώχθηκε να «απαντηθούν» μέσα από τη νέα ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος και τα καινούργια σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων που οδηγούν σε απώλεια της εξωστρέφειας, σε συρρίκνωση δικτύου και σε απολύσεις, έρχονται να προστεθούν προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα, στο σύνολό του, το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.

Όπως είναι:

  • Οι ανησυχίες για επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.
  • Σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, όπως είναι η ανεπαρκής δαπάνη για επενδύσεις, ο χαμηλός ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.
  • Η έκθεση σε συγκεκριμένες οικονομίες ή κλάδους, όπως είναι, αντίστοιχα, οι αναδυόμενες οικονομίες ή οι πρώτες ύλες.
  • Το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων σε αρκετές χώρες, κυρίως, του Ευρωπαϊκού Νότου.
  • Η αναιμική κερδοφορία αρκετών πιστωτικών ιδρυμάτων που οφείλεται, κυρίως, στο χαμηλό επίπεδο των επιτοκίων.
  • Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι περιφερειακές συγκρούσεις, οι πολιτικές αβεβαιότητες, η ενδεχόμενη έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η διαρκής απειλή της τρομοκρατίας, τα μεγάλα και διογκούμενα προσφυγικά ρεύματα που συρρέουν στην Ευρώπη.

Κυρίες και Κύριοι,

Ποιές συνεπώς πρέπει να είναι οι απαντήσεις της Πολιτείας και των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αυτές τις εγχώριες και Ευρωπαϊκές προκλήσεις;

1η. Η επίτευξη πολιτικής σταθερότητας και η αποκατάσταση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, αξιοπιστία.

2η. Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Αυτή, μαζί με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, εκτιμάται ότι μπορούν να συμβάλλουν στη σταδιακή επάνοδο κάποιων καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, να οδηγήσουν στην επανένταξη των Ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις και να καταστήσουν δυνατή τη συμμετοχή των Ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ.

3η. Η επίτευξη – και πάλι – δημοσιονομικής ισορροπίας, η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, η υλοποίηση ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της ακίνητης κρατικής περιουσίας, η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Αυτά θα απελευθερώσουν πόρους και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλές θετικές επιδράσεις: νέες επενδύσεις, προσέλκυση ξένων επενδύσεων, επιστροφή καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

4η. Η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Αυτή, μαζί με την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης, εκτιμάται ότι θα συμβάλλει στην άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, θα βελτιώσει τη ρευστότητα και θα εξομαλύνει τις συνθήκες δανεισμού.

Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα των ίδιων των τραπεζών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά τα δάνεια σε καθυστέρηση.

Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται όμως και με τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Φυσικά, η επιτάχυνση των διαδικασιών πτώχευσης, η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου αφερεγγυότητας και η δυνατότητα εξωδικαστικού συμβιβασμού αναμένεται να έχουν θετικές επιδράσεις στη διαχείριση και το ποσοστό ανάκτησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

5η. Η προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης, η οποία αναμένεται να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων.

Αυτές, κατά την άποψή μου, είναι οι άμεσες προτεραιότητες ώστε το τραπεζικό σύστημα να επιτελέσει, και πάλι, τον κύριο διαμεσολαβητικό του ρόλο, ενισχύοντας την προσπάθεια βιώσιμης ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας.

Πρωτολογία στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Επερώτησης για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών

Πρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Σήμερα, η Κυβέρνηση «πελαγοδρομεί», με αποτέλεσμα η χώρα να «παραπαίει», με όλα τα μέτωπα, εσωτερικά και εξωτερικά, ανοικτά.

Οι αβεβαιότητες, ενδογενείς και εξωγενείς, διευρύνονται.

Οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι αυξάνονται.

Οι αντοχές της κοινωνίας εξασθενούν.

Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις «αγκομαχούν».

Η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε κατάσταση μετεωρισμού, αναζητώντας σημείο ισορροπίας, χαμηλότερο από αυτό που είχε επιτευχθεί στο τέλος του 2014.

Έχει καταστεί ευκρινές, αφού υποστηρίζεται πλέον από ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, ότι η χώρα, τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης της Αριστεράς, «περιπλανήθηκε» βυθιζόμενη.

Η Νέα Δημοκρατία, με ευθύνη, όπως πάντα, θα αναζητήσει, θα διερευνήσει και θα αναδείξει τις μεγάλες ευθύνες της σημερινής Κυβέρνησης για αυτή την καθοδική πορεία.

Σήμερα, με την Επίκαιρη Επερώτηση, το σύνολο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, επικεντρώνει σε ένα κρίσιμο ζήτημα, αυτό της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών που διαχειρίστηκε η Kυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Ζήτημα που έχει επιφέρει μεγάλο κόστος στους φορολογούμενους, αβεβαιότητα στους εργαζόμενους στις τράπεζες και τεράστια ζημία στους μετόχους των πιστωτικών ιδρυμάτων, μικρούς και μεγάλους, ιδιώτες και Δημόσιο, Κράτος και ασφαλιστικά ταμεία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Τα τελευταία χρόνια, τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, βρέθηκαν, εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης αλλά – σημειώνω – και με δική τους ευθύνη, αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.

Αυτές οι προκλήσεις κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, προκειμένου να διαφυλαχθούν η πραγματική οικονομία, από πλήρη κατάρρευση, και οι καταθέσεις των πολιτών.

Το πλαίσιο ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, όταν το «τσουνάμι» της  παγκόσμιας οικονομικής κρίσης χτύπησε την Ευρώπη.

Και τούτο έγινε παρά τη λυσσαλέα αντίδραση των Κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης, που διατείνονταν ότι δεν υπήρχε παγκόσμια κρίση και ότι η Kυβέρνηση τότε, λανθασμένα, στήριζε τις τράπεζες.

Η κριτική αυτή επαναλήφθηκε, μόνο από την Αριστερά, και στις επόμενες στηρίξεις των τραπεζών.

Το αποτέλεσμα είναι, όπως επιβεβαιώνει και η Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2015, ακόμη και το 1ο τρίμηνο του 2015, «η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών να παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα».

Ενδεικτικά, εξαιτίας αυτών των επιλογών, τα τραπεζικά ιδρύματα:

  • Επανέκτησαν μέρος των καταθέσεων.
  • Πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, αντλώντας 8,3 δισ. ευρώ από τις αγορές.
  • Εξέδωσαν τίτλους αξίας περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
  • Μηδένισαν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας της ΕΚΤ.
  • Μειώθηκε δραστικά η ροή των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Ενώ τα συνολικά έσοδα στον Κρατικό Προϋπολογισμό από την αξιοποίηση του πακέτου ρευστότητας του 2008, από μερίσματα και προμήθειες, υπερέβησαν τα 4 δισ. ευρώ την περίοδο 2009-2014. Επ’ ωφελεία των Ελλήνων φορολογουμένων.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα:

Η κατάσταση στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα σταθεροποιήθηκε σταδιακά και, μέχρι  το 2014, αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη σε αυτό.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε το 2015.

Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, εξαιτίας λανθασμένων και ανερμάτιστων χειρισμών, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με μεγάλους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, το 1ο εξάμηνο του 2015:

  • Οι συνολικές καταθέσεις και τα repos των πιστωτικών ιδρυμάτων μειώθηκαν κατά περίπου 50 δισ. ευρώ, η μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε, καθώς αυξήθηκαν ραγδαία τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
  • Η αξία των τραπεζικών μετοχών που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο «κατέρρευσε», αφού, αυτή μειώθηκε κατά 80%.
  • Επεστράφησαν, με ευθύνη της Κυβέρνησης, τα 11 δισ. ευρώ του ΤΧΣ στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Και τέλος, η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος γινόταν σχεδόν αποκλειστικά από τον μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει και η τελευταία Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδος, το Δεκέμβριο του 2015, η οποία αναφέρει ότι:

«οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, η εκροή καταθέσεων και το συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω της χειροτέρευσης του οικονομικού κλίματος, κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, παρά την ανακεφαλαιοποίηση του 2014».

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα:

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τη διαμόρφωση της ανάγκης νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών ήταν γνωστή από το καλοκαίρι του 2015.

Συμπεριελήφθη άλλωστε και στο 3ο Μνημόνιο, τον περασμένο Αύγουστο.

Η Κυβέρνηση όμως, όπως το συνηθίζει άλλωστε, για να θολώσει το περιβάλλον, καθυστέρησε να καταθέσει το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο για την υλοποίηση  της ανακεφαλαιοποίησης.

Το πλαίσιο συζητήθηκε στη Βουλή στο τέλος Οκτωβρίου, και ενώ η Κυβέρνηση γνώριζε ότι όσο αργούσε, με δεδομένο ότι θα έπρεπε η ανακεφαλαιοποίηση να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος της χρονιάς, τόσο αυτή θα γινόταν με δυσμενέστερους όρους.

Όπως και έγινε τελικά.

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα:

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ φέρει τεράστια ευθύνη για την καθυστέρηση θεσμοθέτησης του πλαισίου υλοποίησης της ανακεφαλαιοποίησης.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ποιό είναι όμως το αποτέλεσμα αυτή της ανακεφαλαιοποίησης;

1ον. Η ανακεφαλαιοποίηση προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο και αύξησε το δημόσιο χρέος.

Βέβαια, η Κυβέρνηση θα ισχυριστεί ότι η τελική δημοσιονομική επιβάρυνση είναι μικρότερη σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις.

Δεν παύει όμως να υφίσταται επιπλέον επιβάρυνση για τους Έλληνες φορολογούμενους, που πριν από λίγους μήνες δεν υπήρχε καν ως ενδεχόμενο.

2ον. Η ανακεφαλαιοποίηση απαξίωσε τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.

Ενδεικτικά, για την Εθνική Τράπεζα, η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, το 2013, έγινε με τιμή ανά μετοχή στα 4,29 ευρώ.

Η δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση, το 2014, στα 2,2 ευρώ.

Και η τρίτη, η «αριστερή» ανακεφαλαιοποίηση, το 2015, στα 0,02 ευρώ.

Συνεπώς, το κόστος για τους παλαιούς επενδυτές και μετόχους, μικρούς και μεγάλους, Έλληνες και ξένους, είναι τεράστιο.

3ον. Η ανακεφαλαιοποίηση άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των τραπεζών και συρρίκνωσε την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή.

Οι νέοι ιδιοκτήτες των τραπεζών, κυρίως ξένοι ιδιώτες επενδυτές και hedge funds, απέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος, και φυσικά τον έλεγχό του, καταβάλλοντας, συνολικά, μόλις περίπου 5,3 δισ. ευρώ.

4ον. Η ανακεφαλαιοποίηση σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ, δηλαδή των μετοχών που κατείχαν ουσιαστικά οι Έλληνες φορολογούμενοι μέσω του Δημοσίου.

Και αυτό εξαιτίας τόσο της δραματικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής του στις τράπεζες όσο και της «εξαέρωσης» των τραπεζικών μετοχών.

Συγκεκριμένα, η αξία της συμμετοχής του ΤΧΣ μόλις που υπερέβη τα 2 δισ. ευρώ, από 12 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Σήμερα δε έχει «κατρακυλήσει» ακόμη χαμηλότερα, στα 1,2 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, το πραγματικό κόστος για τους Έλληνες φορολογούμενους είναι τεράστιο.

Και το δυνητικό κόστος ακόμη μεγαλύτερο, αφού έχει ουσιαστικά χαθεί η δυνατότητα ανάκτησης του αρχικού ποσού της επένδυσης.

5ον. Η ανακεφαλαιοποίηση τροποποίησε, επί το δυσμενέστερο, τα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Το αποτέλεσμα είναι να προβλέπεται συρρίκνωση του δικτύου των τραπεζών και σημαντικές μειώσεις προσωπικού, που θα ξεπεράσουν τα 4.000 άτομα.

Αλλά και να «χαθούν» αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών, όπως είναι η Finansbank στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας.

Επένδυση στην Τουρκία, που έγινε το 2006, επί Νέας Δημοκρατίας, και η οποία, εκτός του υψηλού συμβολισμού της, κάλυπτε το μεγαλύτερο ποσοστό των εργασιών του Ομίλου στο εξωτερικό, συμμετείχε σημαντικά στα μεγέθη του και συνέβαλε, καθοριστικά, στην κερδοφορία του.

6ον. Η ανακεφαλαιοποίηση είχε κόστος για τους φορολογούμενους και μέσω της μετατροπής των προνομιούχων μετοχών που κατείχε το Δημόσιο στην Εθνική Τράπεζα σε κοινές.

Αυτή η μετατροπή έχει γίνει με «κούρεμα» 71% επί της ονομαστικής αξίας.

Ενώ καταγράφηκαν και σημαντικές απώλειες από την εισαγωγή και διαπραγμάτευση των νέων αυτών κοινών μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Συνεπώς, 4ο Συμπέρασμα:

Το αποτέλεσμα της «αριστερής» ανακεφαλαιοποίησης των συστημικών τραπεζών είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, τους φορολογούμενους, τους μετόχους και τους εργαζόμενους.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Εκτός όμως από την ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών, είναι σε εξέλιξη η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Αττικής, ενώ ολοκληρώθηκε η ανακεφαλαιοποίηση συνεταιριστικών τραπεζών.

Και εδώ όμως εγείρονται μία σειρά από σοβαρά ερωτήματα.

Ερωτήματα που θα αναδείξουν και οι Συνάδελφοί μου.

Ερωτήματα που έχουν να κάνουν, κυρίως, με την τιμή στην οποία πραγματοποιήθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Αττικής, με τη συμμετοχή ΔΕΚΟ, ασφαλιστικών ταμείων και φορέων του Δημοσίου στην ανακεφαλαιοποίηση, με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε προκειμένου να αποφασίσουν οι φορείς τη συμμετοχή τους, με το τεράστιο κόστος που έχουν επωμιστεί σήμερα αυτοί οι φορείς από τη συγκεκριμένη επένδυση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Από τα ανωτέρω, είναι απόλυτα ευκρινές το οδυνηρό «αποτύπωμα» για την Ελληνική οικονομία της Κυβέρνησης της Αριστεράς, στη δομή και λειτουργία του τραπεζικού τομέα της.

Αποδείχθηκε ότι η Κυβέρνηση αδυνατεί να προβλέψει τις ευρύτερες εξελίξεις, να σχεδιάσει έγκαιρα και να υλοποιήσει αποτελεσματικά πολιτικές χρήσιμες για τη λειτουργία της οικονομίας.

Γι’ αυτό σήμερα ελέγχουμε την Κυβέρνηση.

 

TwitterInstagramYoutube