Ομιλία

Ομιλία στο Συνέδριο Prodexpo 2015 στη θεματική ενότητα “Φορολογία ακίνητης περιουσίας: Αναδιάρθρωση και εξορθολογισμός”

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της 16ης Prodexpo για την πρόσκλησή τους να παραστώ και να αναπτύξω, κωδικοποιημένα, ορισμένες σκέψεις για τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας.

Φορολόγηση την οποία δεν μπορούμε να την εξετάσουμε διακριτά, τόσο από τις διεθνείς τάσεις και τους συγκριτικούς δείκτες, όσο και από τους υφιστάμενους δημοσιονομικούς περιορισμούς.

Κυρίες και Κύριοι,

Η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας θεωρείται, από τους περισσότερους οικονομολόγους, ως μία ορθή φορολογική πολιτική.

Και αυτό γιατί, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική, στρεβλώνει λιγότερο την κατανομή των πόρων και έχει το χαμηλότερο δυνατό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της οικονομίας, σε σχέση με τις φορολογίες που επιβάλλονται στις υπόλοιπα αντικείμενα φόρων (όπως είναι το εισόδημα, η κατανάλωση, οι συναλλαγές).

Ενώ παρουσιάζει και πολύ χαμηλότερα, σε σχέση με άλλα αντικείμενα φόρων, ποσοστά φοροδιαφυγής.

Παρά τα πλεονεκτήματά της, ωστόσο, η φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας δεν είναι δημοφιλής.

Έχει χαρακτηριστεί ως ο «φόρος που ο καθένας αγαπά να μισεί».

Έχει επικριθεί για μια σειρά από λόγους: ως άδικος, ως ασύνδετος με την φοροδοτική ικανότητα ή την ανταποδοτική ωφέλεια, ως ακατάλληλος επειδή υποστηρίζει υπηρεσίες που δεν σχετίζονται με την ιδιοκτησία.

Έχει επίσης επικριθεί για τις αρνητικές επιπτώσεις του στη στέγαση, στη χρήση της γης και στην αστική ανάπτυξη.

Όμως, σε κάθε περίπτωση, το γεγονός είναι ότι η ακίνητη περιουσία αποτελεί συνταγματικώς προβλεπόμενο αντικείμενο του φόρου.

Ως εκ τούτου, φορολογείται, κατ’ αρχάς, αφενός, κάθε φορά που σημειώνεται μεταβίβασή της (φόρος μεταβίβασης ακινήτων, φόρος δωρεών, κληρονομιών, γονικών παροχών) και αφετέρου, όταν είναι προσοδοφόρος, δηλαδή παράγει εισόδημα (φόρος εισοδήματος στην πρόσοδο από ακίνητα).

Επομένως, όταν με αφορμή την ακίνητη περιουσία αποκτάται πλούτος, υφίσταται εκ των πραγμάτων, και ορθώς, και αντίστοιχη φορολόγηση.

Και η ίδια, όμως, η διατήρηση της ακίνητης περιουσίας, δηλαδή η κατοχή της, αποτελεί, διαχρονικά, για τον Έλληνα νομοθέτη, αντικείμενο ξεχωριστής φορολογικής επιβολής.

Η επιλογή αυτή εδράζεται τόσο στην αντίληψη ότι το ίδιο το ύψος της ακίνητης περιουσίας συνήθως αντανακλά αντίστοιχη φοροδοτική ικανότητα, όσο και στην άποψη ότι το Κράτος, εκπληρώνοντας τους δημοσιονομικούς του στόχους, εξασφαλίζει εκείνο το πλαίσιο οικονομικής σταθερότητας και ασφάλειας, που επιτρέπει την απόκτηση και διατήρηση της ακίνητης περιουσίας.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Το ζήτημα της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας προσλαμβάνει στην Ελλάδα μείζονες διαστάσεις, λόγω και της παραδοσιακής τάσης του Έλληνα να επενδύει στο ακίνητο.

Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερα σε περιβάλλον άσκησης συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής, η κατοχή ακίνητης περιουσίας συνιστά έναν δείκτη ευημερίας, ο οποίος δύσκολα μπορεί να τεθεί εκτός πλαισίου φορολογικών επιβαρύνσεων χωρίς άλλες, εξίσου δυσμενείς, δημοσιονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Η επιλογή αυτή δυσχεραίνεται όταν δεν υπάρχει πλήρης καταγραφή και τακτοποίηση της ακίνητης περιουσίας των πολιτών.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Κινούμενος σε αυτή την κατεύθυνση και φιλοσοφία, ο υφιστάμενος Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων επιδίωξε να αποτελέσει την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας.

Στόχος του ήταν η εξασφάλιση της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών, επιζητώντας την ισορροπία σε διάφορα επίπεδα.

Ισορροπία μεταξύ του:

  • Πώς θα αυξηθεί η φορολογητέα ύλη και θα διευρυνθεί η φορολογική βάση, χωρίς να επιβαρυνθούν υπέρμετρα τα ακίνητα που θα φορολογηθούν για πρώτη φορά.
  • Πώς θα κατανεμηθεί ο φόρος ανάμεσα στις τρείς κατηγορίες ακινήτων: τα κτίρια, τα οικόπεδα και η εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού γη.
  • Πώς θα κατανεμηθεί ο φόρος ανάμεσα στα ακίνητα, ανάλογα με τη χρήση τους.
  • Πώς θα διευρυνθεί το αντικείμενο του φόρου στο μέγιστο δυνατό βαθμό, απαλλάσσοντας, παράλληλα, συμπολίτες μας που βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία να καταβάλουν το φόρο.
  • Πώς όλα τα παραπάνω θα επιτευχθούν, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα τον αναγκαίο δημοσιονομικό στόχο.

Και όλα αυτά όταν, πριν από λίγα χρόνια, υπήρχε απεικόνιση της περιουσίας μόνο για 400.000 φορολογούμενους, ενώ σήμερα υπάρχει πλήρης καταγραφή της περιουσίας 6.150.000 φορολογουμένων, σε μια ενιαία βάση δεδομένων, με στοιχεία που συμπληρώνονται και επικαιροποιούνται συνεχώς.

Βέβαια, και σε αυτή την προσπάθεια, υπήρξαν αστοχίες και ατέλειες, παρατηρήθηκαν αδυναμίες, εμφανίστηκαν στρεβλώσεις και αποκλίσεις από την πραγματικότητα.

Κυρίες και Κύριοι,

Με αυτά τα δεδομένα, ο σκοπός και σήμερα παραμένει η πιο ορθολογική, δίκαιη και σταθερή φορολόγηση της κατοχής της ακίνητης περιουσίας.

Προς την κατεύθυνση αυτή, αναγκαίο πρώτο βήμα είναι η εξομάλυνση των αντικειμενικών αξιών και η εναρμόνισή τους με τα πραγματικά δεδομένα της τρέχουσας αγοράς, ώστε να αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, η φορολόγηση πλασματικής φορολογητέας ύλης.

Περαιτέρω, σκόπιμη κρίνεται η περαιτέρω διεύρυνση της φορολογικής βάσης που ήδη επετεύχθη, ώστε, αφ’ ενός η επιβάρυνση να επεκτείνεται σε πολλούς και, αφ’ ετέρου να μειώνεται αισθητά το ύψος της οπότε, συνακόλουθα, να καθίσταται οικονομικά ανεκτή και αντιμετωπίσιμη για τον υπόχρεο.

Επιπλέον, χρήσιμη θα ήταν και η πρόβλεψη ενός ευέλικτου μηχανισμού άμεσης αποκατάστασης αδικιών, δηλαδή η λειτουργία μιας Επιτροπής επιφορτισμένης αποκλειστικώς με το έργο αυτό.

Αδικίες που προκύπτουν κατά την εφαρμογή ενός αντικειμενικού συστήματος, το οποίο εκ των πραγμάτων αδυνατεί να «συλλάβει» τις ιδιαίτερες τεχνικές ή κοινωνικές ιδιαιτερότητες συγκεκριμένων περιπτώσεων.

Επίσης, εφ’ όσον σταθεροποιηθεί η κατάσταση στην οικονομία και την αγορά, θα μπορούσε να εξετασθεί και η σύνδεση της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας με εισοδηματικά κριτήρια, ώστε να μετατραπεί σε κριτήριο της φοροδοτικής ικανότητας του υπόχρεου όχι μόνο το ύψος, ως απόλυτο μέγεθος, της περιουσίας, αλλά η πραγματική οικονομική δυνατότητα του φορολογουμένου να ανταποκρίνεται στην απορρέουσα επιβάρυνση, χωρίς να εξαναγκάζεται να εκποιήσει ή να απειλείται να απωλέσει βίαια την εν λόγω περιουσία του.

Και φυσικά, όταν και πάλι σταθεροποιηθούν τα δημόσια οικονομικά, θα μπορούσε να εξετασθεί η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας. Όπως, η Ελληνική πολιτεία έπραξε κατά το πρόσφατο παρελθόν, ενδεικτικά με τη μείωση του φόρου μεταβίβασης των ακινήτων.

Συμπληρωματικά, θα μπορούσε να αξιολογηθεί η θέσπιση ενός ορίου, το οποίο δεν θα νομιμοποιείται να υπερβαίνει η συνολική φορολογική επιβάρυνση ενός ιδιοκτήτη ακινήτου από τις πάσης φύσεως φορολογικές υποχρεώσεις, που συνδέονται με αυτό.

Τέλος, θα πρέπει να αξιολογηθεί και η μετεξέλιξη του φόρου σε ανταποδοτικό, ο οποίος θα μπορούσε να αποτελέσει, προοπτικά, βασικό έσοδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως συμβαίνει σε αρκετές χώρες του εξωτερικού.

Εκεί όπου οι φόροι ακίνητης περιουσίας επιβάλλονται, σε μεγάλο βαθμό, από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, προάγουν την τοπική αυτονομία και ενισχύουν τη λογοδοσία, λόγω της διασύνδεσης πολλών από τις υπηρεσίες που παρέχονται σε τοπικό επίπεδο με τις αξίες των ακινήτων (π.χ. σχολεία, δρόμοι, πάρκα κ.α.).

Όταν οι φόροι ακίνητης περιουσίας χρηματοδοτούν τοπικές υπηρεσίες, οι αποφάσεις θα μπορούσαν να καταστούν πιο αποτελεσματικές, επειδή οι φορολογούμενοι, κατά πάσα πιθανότητα, θα στηρίξουν αυτές τις δραστηριότητες για τις οποίες οι ωφέλειες που λαμβάνονται, ανταποκρίνονται ή υπερβαίνουν τους φόρους.

Υπάρχουν, βέβαια, βασικές παράμετροι που πρέπει να αξιολογηθούν διεξοδικά και σε βάθος, ώστε η μεταρρύθμιση να είναι ολοκληρωμένη και να καταστεί επιτυχής.

Παράμετροι που αφορούν σε ζητήματα αμέσου ή έμμεσου επηρεασμού της ισόρροπης ανάπτυξης στην κτηματαγορά, όπως είναι η διακριτική ευχέρεια και οι βαθμοί ελευθερίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στους συντελεστές φορολόγησης ανά περιοχή, ή η δυνατότητα και το χρονικό διάστημα αναπροσαρμογής αυτών των φορολογικών συντελεστών.

Παράμετροι που αφορούν στο μηχανισμό είσπραξης του φόρου, στην παρακράτηση όλων των εισπραχθέντων εσόδων και στη χορήγηση φορολογικών ελαφρύνσεων ή απαλλαγών προς ιδιώτες και επιχειρήσεις.

Για αυτό το λόγο, η Κεντρική Κυβέρνηση πρέπει να διατηρήσει σημαντικό ρόλο στο σχεδιασμό και στη λειτουργία του φόρου ακίνητης περιουσίας, ακόμη και σε αυτή τη μορφή.

Με αυτές τις σκέψεις, εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου.

 

Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη Συζήτηση των Προγραμματικών Δηλώσεων της Κυβέρνησης

Κυρίες και Κύριοι της Κυβέρνησης,

Όπως διαπιστώνετε αυτές τις ημέρες, η ΝΔ είναι εδώ.

Είναι και θα είναι εδώ, όπως πάντα, δημιουργικά παρούσα.

Παρ’ ότι επιδιώξατε να την «τελειώσετε», οι πολίτες δεν σας το επέτρεψαν.

Ενώ εμείς, παρ’ ότι μπορούσαμε να σας «τελειώσουμε», τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, δεν το θελήσαμε, και ως εκ τούτου δεν το επιδιώξαμε.

Αυτή είναι μία από τις θεμελιώδεις διαφορές μας.

Εμείς πάντα προτάσσουμε το μακροχρόνιο συμφέρον της πατρίδας, ενώ εσείς πάντα το βραχυχρόνιο συμφέρον του Κόμματος.

Πρέπει να κατανοήσετε ότι οι βαθιές ρίζες της ΝΔ στον ελληνικό λαό και η δικαίωση των μεγάλων επιλογών της για την πατρίδα, δεν επιτρέπουν την υλοποίηση, διαχρονικά, των επιδιώξεων των πολιτικών, αλλά και των άλλων, αντιπάλων της.

Όπως παλαιότερα δεν κατάφεραν να τη θέσουν στο «χρονοντούλαπο», έτσι και τώρα δεν καταφέρατε να την «τελειώσετε».

Και επειδή, συνήθως, η ζωή εκδικείται την αμετροέπεια και την αλαζονεία, σας συνιστώ να είστε προσεκτικοί όταν αναφέρεσθε στη ΝΔ.

Στη ΝΔ, που στηρίζεται στον διαχρονικά δικαιωμένο ιδεολογικό και πολιτικό πυρήνα της, αυτόν του ριζοσπαστικού, του κοινωνικού φιλελευθερισμού και της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Με την αρμονική ισορροπία οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Κυβέρνηση της Αριστεράς ανέγνωσε, εντός εννέα μηνών, για δεύτερη φορά, προγραμματικές δηλώσεις.

Θεμελιώδης διαφορά:

Οι τωρινές δεν έχουν ουσιαστικά καμία σχέση με τις πρώτες, πριν από λίγους μήνες.

Αυτό σημαίνει ότι η Κυβέρνηση της Αριστεράς δεν είχε και δεν έχει πλέον ιδεολογικό και πολιτικό πυρήνα.

Δεν είχε και δεν έχει σχέδιο για τη χώρα.

Δικαιολογίες του τύπου «εφαρμόζουμε αλλά δεν πιστεύουμε», δεν είναι σοβαρές.

Η αλήθεια είναι ότι την όποια διαχρονική «ψυχή της Αριστεράς», την παραδώσατε.

Παρασυρμένοι από το «τυρί» της πολιτικής εξουσίας, ή δεν είδατε τη «φάκα» ή σκοπίμως μπήκατε σε αυτή.

Αυτό το κρίσιμο ερώτημα, θα το απαντήσει βεβαίως η ίδια η ζωή.

Εκτιμώ ότι δεν θα αργήσει.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η Κυβέρνηση της Αριστεράς, σε πλήρη αντίθεση με όσα, επί χρόνια, έλεγε και έκανε, τώρα προβάλλει, επί της ουσίας, το 3ο Μνημόνιο και το συνοδεύει από «στρογγύλεμα»  διατυπώσεων και «ισοδύναμα».

Αυτό το Μνημόνιο, το 3ο Μνημόνιο, φέρει τη σφραγίδα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Επισημαίνω δε ότι, πριν από ορισμένους μήνες, δεν ήταν αναπόφευκτο.

Και αυτό γιατί, όπως συνομολογεί το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, η χώρα, το 2014, είχε επιτύχει μετρήσιμα, θετικά αποτελέσματα:

Είχε επιστρέψει σε θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, τα δημόσια οικονομικά της είχαν σταθεροποιηθεί, η ανταγωνιστικότητα είχε ενισχυθεί, είχαν αντληθεί, επιτυχώς και πάλι, πόροι από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Είναι όμως αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Η σύγχυση, η αβελτηρία, η «δημιουργική ασάφεια», οι παλινωδίες και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ επιδείνωσαν την κατάσταση που παρέλαβε.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα και με το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού:

  • Η δημόσια οικονομία γύρισε στα πρωτογενή ελλείμματα.
  • Η ανεργία αυξήθηκε.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, έχει καταρρεύσει.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν επιστρέψει στα προ-2013 επίπεδα.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν σημαντικά συρρικνωθεί.
  • Οι τράπεζες έχουν ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης.
  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.

Και επειδή ο κ. Τσακαλώτος χθες, αναφερόμενος σε σημείο ανακοίνωσής μου που λέει ότι «η Ευρωζώνη επιταχύνει προς τα εμπρός, ενώ η Ελλάδα κάνει όπισθεν», διέψευσε τον σχετικό ισχυρισμό, καταθέτω στα Πρακτικά τις σελίδες 8 και 14 του Προσχεδίου του Προϋπολογισμού, οι οποίες υποστηρίζουν ότι η Ευρωζώνη επιταχύνει την ανάπτυξή της, ενώ η Ελλάδα επιστρέφει στην ύφεση.

[Κατάθεση στα Πρακτικά]

Είναι εξαιρετικά λυπηρό, περίεργο, ίσως και επικίνδυνο για τη χώρα, ο Υπουργός Οικονομικών της να μην γνωρίζει τι έχει υπογράψει ή σκοπίμως να το διαστρεβλώνει!

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Εξαιτίας των ανωτέρω, κατέστη αναγκαία μια νέα μεγάλη χρηματοδότηση από τους εταίρους, με πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, ακόμη και για την επίτευξη, εφέτος, πρωτογενούς ελλείμματος.

Δημοσιονομικά μέτρα στην κατεύθυνση νέων, μεγάλων αυξήσεων στους άμεσους και έμμεσους φόρους και περικοπών στις κύριες και επικουρικές συντάξεις.

Και επίκεινται και άλλα.

Τον επώδυνο και πικρό λογαριασμό τον οποίο θα πληρώσουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, θα αρχίσουν τις επόμενες ημέρες να τον γεύονται.

Η αριστερή «χρυσόσκονη» δεν θα ξεγελάσει τους Έλληνες.

Η ΝΔ δεν επιχαίρει για την δυσμενή εξέλιξη των πραγμάτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επί δεκαετίες, τορπίλιζε κάθε προσπάθεια, ακόμη και για ήπιες μεταρρυθμίσεις.

Μεταρρυθμίσεις που τώρα, στην ακραία και βίαιη εφαρμογή τους, έχει υπογράψει.

Διαχρονικά απέδειξε ότι δεν μπορεί να προβλέψει τη δυναμική των εξελίξεων και να σχεδιάσει.

Η ΝΔ δεν θα μιμηθεί τις πρακτικές ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν θα επιδοθεί σε πολιτική κερδοσκοπία πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Τις ωφέλιμες στρατηγικές για την πορεία της χώρας, θα τις στηρίξει.

Τις ωφέλιμες πολιτικές για τα αδύναμα και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα θα τις στηρίξει.

Όλες τις άλλες στρατηγικές και πολιτικές δεν θα τις στηρίξει.

Κλείνω με 2 υποσημειώσεις.

Χθες, και ενώ απουσίαζα από την Αίθουσα, ο κ. Τσακαλώτος προέβη σε χαρακτηρισμό για το πρόσωπό μου.

Επισημαίνω:

1ον. Αφού είναι μελετητής του Βολταίρου, να εμπεδώσει τα ωφέλιμα από τα λόγια του, όπως, για παράδειγμα: «Αγαπητέ μου, δεν είναι η ώρα τώρα να κάνετε εχθρούς».

2ον. Τον προσωπικό σχολιασμό του, τον εκλαμβάνω ως απόπειρα για ευφυολόγημα.

Προφανώς είναι από αυτά, που επί δεκαετίες, αντήλλασσε στο Ήτον και στην Οξφόρδη με συναδέλφους του αριστοκράτες.

Με φιλική διάθεση, αλλά και ειλικρινή λύπη, του συστήνω να προσέχει.

Και τούτο γιατί εμείς, στο Λύκειο Κυψέλης, στο Ε.Μ.Π., όπως καλά γνωρίζει και ο κ. Πρωθυπουργός, αλλά και σε άλλα Πανεπιστήμια εκτός Ελλάδας, μαθαίναμε ότι το ευφυολόγημα για να είναι επιτυχές, προαπαιτεί έμφυτη ευγένεια και ευφυία από αυτόν που το διατυπώνει.

 

Ομιλία στο Συνέδριο «EΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ & ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ»

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να παραστώ και να καταθέσω, συνοπτικά, ορισμένες σκέψεις για τα προβλήματα και τις αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο, σε ένα σημείο καμπής.

Προσπαθεί να ισορροπήσει σε ένα νέο οικονομικό και βιοτικό επίπεδο, δυστυχώς πολύ χαμηλότερο απ’ αυτό στο οποίο ήταν το 2014.

Τότε είχαν αρχίσει να καταγράφονται τα πρώτα μετρήσιμα, θετικά αποτελέσματα για την Ελληνική οικονομία: επέστρεψε σε θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά, ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητά της, παρουσίασε μικρή, αλλά σταθερή, υποχώρηση η ανεργία, αντλήθηκαν επιτυχώς – και πάλι – πόροι από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Είναι, όμως, αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Αυτό όχι μόνο κατέστη εμφανές κατά το 1ο επτάμηνο του 2015, αλλά και επιδεινώθηκε εξαιτίας της αβελτηρίας, της «δημιουργικής ασάφειας», των παλινωδιών και της αναποτελεσματικότητας της προηγούμενης Κυβέρνησης.

Το αποτέλεσμα σήμερα;

Η δημόσια οικονομία, παρά τα νέα, πρόσθετα μέτρα λιτότητας, έχει επιστρέψει στα πρωτογενή ελλείμματα.

Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, έχει καταρρεύσει.

Οι επιχειρηματικές προσδοκίες έχουν ραγδαία επιδεινωθεί.

Η καταναλωτική εμπιστοσύνη έχει σημαντικά υποχωρήσει.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα έχουν επιστρέψει στα προ-2013 επίπεδα.

Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν συρρικνωθεί.

Οι τράπεζες έχουν ανάγκη μιας νέας, μεγάλης ανακεφαλαιοποίησης.

Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.

Και μάλιστα, οι αναπτυξιακές προοπτικές δεν είναι ευοίωνες ούτε για το 2016.

Συμπερασματικά: Το κόστος της προηγούμενης διακυβέρνησης ήταν και είναι πολύ μεγάλο για την οικονομία και την κοινωνία.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Το ερώτημα που τίθεται, συνεπώς, είναι: «τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος» για να υπάρξει ανάπτυξη;

Αν όχι τώρα, όπως είναι και ο τίτλος της θεματικής ενότητας, κάτι που θεωρώ ότι είναι ανέφικτο, τουλάχιστον το προσεχές, σχετικά σύντομο, χρονικό διάστημα.

Κατά την εκτίμησή μου, η Κυβέρνηση οφείλει να κινηθεί γρήγορα, συνεκτικά, συμπληρωματικά και αποτελεσματικά, σε παράλληλους άξονες, με όρους ουσίας και όχι επικοινωνίας.

Βασικοί άξονες πρέπει να είναι:

1ος. Η διασφάλιση περιβάλλοντος οικονομικής, επενδυτικής και φορολογικής σταθερότητας, με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές.

Η Κυβέρνηση οφείλει να αφήσει στην άκρη τον πολιτικό ριζοσπαστικό ακτιβισμό, την αντι-επενδυτική ρητορική, τις απο-επενδυτικές αποφάσεις, την υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

2ος. Η άμεση ολοκλήρωση της νέας ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Με τον τρόπο αυτό θα διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, θα τεθούν οι βάσεις για τη σταδιακή επιστροφή των καταθέσεων και για την άρση των κεφαλαιακών περιορισμών, και θα μπορέσει, το τραπεζικό σύστημα, να επιτελέσει, προοπτικά, τον κρίσιμο διαμεσολαβητικό του ρόλο.

3ος. Η άμεση ενίσχυση και σταδιακή αποκατάσταση της ρευστότητας στην οικονομία.

Σε αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλλει η γρήγορη και επιτυχής ολοκλήρωση της προσεχούς αξιολόγησης του Προγράμματος, μέσα όμως από μία ουσιαστική διαδικασία διαπραγμάτευσης με τους δανειστές ως προς το περιεχόμενό της, με στόχο την αποδέσμευση δόσης ύψους 3 δισ. ευρώ.

Αυτή θα κατευθυνθεί, στο σύνολό της, στην πραγματική οικονομία για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές που δημιουργήθηκαν εφέτος, εξαιτίας της «εσωτερικής στάσης πληρωμών» που κήρυξε, τους τελευταίους μήνες, το Κράτος.

4ος. Η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών.

Αυτό θα πρέπει να αποτυπώνεται στον Προϋπολογισμό του 2016, να αναλύεται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής για την περίοδο 2016-2019 και να επιβεβαιώνεται, σε μηνιαία βάση, μέσα από την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού.

Όπως, με επιτυχία συνέβαινε την περίοδο 2012-2014.

5ος. Η πραγματοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

Μεταρρυθμίσεις, όπως είναι η άρση των εμποδίων και των κανονιστικών αγκυλώσεων στη λειτουργία της οικονομίας, προκειμένου να βελτιωθεί η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

6ος. Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του διαχρονικά υψηλού δημοσίου χρέους.

Μέχρι το τέλος του 2014, η αυξητική δυναμική του χρέους είχε «φρενάρει» με την διπλή αναδιάρθρωση του 2012, ενώ το «προφίλ» του είχε αισθητά βελτιωθεί.

Όμως, η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, που θα έπρεπε να ενισχυθεί περαιτέρω με την υλοποίηση της απόφασης του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012, επιδεινώθηκε ραγδαία μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, εξαιτίας των ανερμάτιστων χειρισμών της προηγούμενης διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Συνεπώς, είναι αναπόφευκτη και αναγκαία η υλοποίηση πρόσθετων παραμετρικών παρεμβάσεων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους, σύμφωνα και με την απόφαση του Ιουλίου του 2015, η οποία επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012.

7ος. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ.

Πόροι που εξασφάλισε και θεσμοθέτησε η Κυβέρνηση ΝΔ/ΠΑΣΟΚ, ύψους 35 δισ. ευρώ για την προγραμματική περίοδο 2014-2020.

8ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Οι ιδιωτικοποιήσεις εκείνες που συνιστούν ταυτόχρονα παραγωγικές ξένες άμεσες επενδύσεις, μπορούν να συμβάλουν στην εισαγωγή τεχνογνωσίας, στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου και, τελικά, στη μείωση του δημοσίου χρέους μεσοπρόθεσμα.

9ος. Η ενίσχυση των εναλλακτικών, πλην του τραπεζικού δανεισμού, πηγών χρηματοδότησης.

Την προηγούμενη εβδομάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκαινίασε σχέδιο δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών, ως βασικού πυλώνα του Επενδυτικού Σχεδίου Γιούνκερ, η οποία αποσκοπεί στη δυναμική αντιμετώπιση της έλλειψης επενδύσεων μέσω της αύξησης και της διαφοροποίησης των πηγών χρηματοδότησης.

10ος. Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.

Σχέδιο που θα στοχεύει στη σταδιακή αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, από μια οικονομία βασισμένη στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων σε μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε κλάδου, αλλά και η ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

Και παράλληλα, με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων που προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα, με την ανάδειξη παραγόντων όπως είναι η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Με λίγα λόγια, προτρέπουμε την Κυβέρνηση να μην χάνει χρόνο.

Η πορεία της χώρας θα εξαρτηθεί από το πόσο «έξυπνα» η Κυβέρνηση θα αξιοποιήσει το χρόνο και θα συνθέσει αποτελεσματικά τα καταλληλότερα από τα εφικτά μίγματα πολιτικών.

  • Η οικονομική, επενδυτική και φορολογική σταθερότητα με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές,
  • η άμεση ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων,
  • η σταδιακή αποκατάσταση της ρευστότητας στην οικονομία,
  • η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών,
  • η πραγματοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών,
  • η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του διαχρονικά υψηλού δημοσίου χρέους,
  • η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ,
  • η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου,
  • η ενίσχυση των εναλλακτικών, πλην του τραπεζικού δανεισμού, πηγών χρηματοδότησης, και
  • η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας,

είναι τα 10 «κλειδιά» ώστε το συντομότερο δυνατόν να τεθούν οι βάσεις για την ανάταξη και τη βιώσιμη ανάπτυξη της Ελληνικής οικονομίας.

Δυστυχώς, οι προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης δεν προσθέτουν νότες αισιοδοξίας.

Η ΝΔ, με σταθερό προσανατολισμό για τη χώρα, με αλήθεια, με σχέδιο και ιεραρχημένες προτεραιότητες, θα είναι, όπως πάντα δημιουργικά και δυνατά παρούσα στις εξελίξεις.

Αποσπάσματα ομιλίας στη Βουλή κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ για το 3ο Μνημόνιο

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα το νέο «Αριστερό» Μνημόνιο. Το 3ο Μνημόνιο, που φέρει αποκλειστικά τη σφραγίδα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Ένα εξαιρετικά επώδυνο Μνημόνιο, το οποίο οφείλεται στις ιδεοληψίες, στους λανθασμένους χειρισμούς, στους ανερμάτιστους τακτικισμούς της σημερινής Κυβέρνησης.

Ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι η σύναψη του νέου δανείου είναι εθνική επιτυχία. Αυτό δεν είναι αληθές. Οι χειρισμοί της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ άλλαξαν ριζικά τα δεδομένα, με αποτέλεσμα να καθίσταται, πλέον, αναγκαία μια νέα μεγάλη χρηματοδότηση. Και αυτή η ανάγκη οφείλεται:

1ον. Στην επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση.

Μέσα σε 6 μήνες, μόνο για το 2015, η πρόβλεψη για ισχυρή ανάπτυξη άνω του 2,5%, μετατράπηκε σε εκτίμηση για βαθιά ύφεση άνω του 2%. Και η ύφεση θα συνεχιστεί και το 2016. Επιβάρυνση; περίπου 11 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

2ον. Στην επιστροφή στα σχεδόν μηδενικά πρωτογενή πλεονάσματα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεγαλύτερες δανειακές ανάγκες για τα επόμενα χρόνια και να αποδυναμώνεται η προοπτική βιωσιμότητας του χρέους. Επιβάρυνση; περίπου 8 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

3ον. Στην απροθυμία της Κυβέρνησης να προχωρήσει στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων. Επιβάρυνση; περίπου 10 δισ. ευρώ για την επόμενη τριετία.

4ον. Στην αύξηση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, με αποτέλεσμα η αποπληρωμή τους να απαιτεί νέο δανεισμό. Επιβάρυνση; περίπου 5 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

5ον. Στο «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, με αποτέλεσμα, για να αποκατασταθεί ένα μέρος των αποθεματικών και για να επιστραφεί ένα μέρος των ταμειακών διαθεσίμων, να απαιτείται επιπλέον δανεισμός. Επιβάρυνση; περίπου 7 δισ. ευρώ για την επόμενη τριετία.

6ον. Στην ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Επιβάρυνση; μέχρι 25 δισ. ευρώ.

Όλα αυτά, και πολλά ακόμη, φέρουν τη σφραγίδα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Ας θυμηθούμε όμως λίγο και τους μύθους και τις ψευδαισθήσεις που τα Κόμματα που στηρίζουν την Κυβέρνηση καλλιεργούσαν επί μακρόν, και ας δούμε, σήμερα, την κατάρρευσή τους:

  • Υποστήριζαν, ότι «δεν συζητάνε 3ο Μνημόνιο» και ότι «καταλαβαίνουν ότι υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που ονειρεύονται την επιστροφή στο Μνημόνιο, αλλά θα συνεχίσουμε να τις απογοητεύουμε». Αντιλαμβάνομαι τη θέση τους σήμερα…
  • Υποστήριζαν ότι μέσω της ανακεφαλαιοποίησης, χαρίζονταν χρήματα στους τραπεζίτες. Και υπόσχονταν κρατικοποίηση τραπεζών. Σήμερα, αντιλαμβάνονται ότι η ανακεφαλαιοποίηση είναι αναγκαία για να διασφαλιστούν οι καταθέσεις των πολιτών. Ενώ δεσμεύονται στο Μνημόνιο, και ορθώς, να μην παρεμβαίνουν στη διαχείριση και τη λήψη αποφάσεων των τραπεζών.
  • Υποστήριζαν ότι το χρέος είναι επονείδιστο και πρέπει να «κουρευτεί». Στο Μνημόνιο δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην ανάγκη βελτίωσης της βιωσιμότητας του χρέους μέσω των απαραίτητων Eυρωπαϊκών πρωτοβουλιών. Μόνο στο πως, εμείς, με ίδιες δυνάμεις, μέσω του νέου Ταμείου, θα μειώσουμε το χρέος.
  • Υποστήριζαν ότι θα «γκρεμίσουν» τις εργαλειοθήκες του ΟΟΣΑ. Σήμερα, στο Μνημόνιο, δεσμεύονται να τις ολοκληρώσουν και να «χτίσουν» κι άλλες.
  • Υποστήριζαν ότι δεν θα περικόψουν συντάξεις. Σήμερα, στο Μνημόνιο, αποδέχονται ότι «οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις του 2010 και του 2012 βελτιώνουν τη διατηρησιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος». Δεσμεύονται για επιπλέον εξοικονομήσεις και για τη σύνδεση εισφορών με παροχές. Ενώ έχουν ήδη περικόψει τις κύριες και επικουρικές συντάξεις, μέσω της αύξησης των εισφορών υγείας.
  • Πανηγύριζαν για την ιδιοκτησία του Προγράμματος. Πρόσφατα την «ξόρκιζαν». Σήμερα, όπως γράφει – επί λέξη – το κείμενο, «ενστερνίζονται το Μνημόνιο».
  • Υποστήριζαν ότι δεν χρειάζεται να διαβουλευτούν με τους θεσμούς. Και πανηγύριζαν για μονομερείς δράσεις. Σήμερα, στο Μνημόνιο, δεσμεύονται να πάρουν πίσω πολλές από αυτές: στο φορολογικό, στο συνταξιοδοτικό, στα εργασιακά, στην υγεία (Ν. 4321, 4328, 4331, 4332, 4334 του 2015).

Τα ψέματα έχουν κοντά ποδάρια. Τα παίγνια τελείωσαν.

Η Κυβέρνηση οφείλει, εκεί που η ίδια έφτασε τα πράγματα, έχοντας την ιδιοκτησία του 1ου «αριστερού» Μνημονίου, να το εφαρμόσει, σε όλες τις πτυχές του. Παράλληλα, να βελτιώσει εσφαλμένες ρυθμίσεις που «στραγγαλίζουν» μέσω της υπερβολικής φορολόγησης τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Όπως ξεκίνησε να γίνεται το 2014, με στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις. Αποφεύγοντας παράλληλα ενέργειες διόγκωσης του κράτους. Και φυσικά εμπλουτίζοντας τη συμφωνία με αντισταθμιστικές, αναπτυξιακές πολιτικές. Όπως είναι η εμπροσθοβαρής αξιοποίηση των Ευρωπαϊκών πόρων που εξασφάλισε η προηγούμενη Κυβέρνηση, ύψους 35 δισ. ευρώ, για την προγραμματική περίοδο 2014-2020.

Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής επί του Σχεδίου Νόμου για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη συμφωνίας με τον ESM

Κύριε Υπουργέ,

Να ξεκινήσω με μία παρατήρηση.

Στις νομοτεχνικές διορθώσεις που καταθέσατε, αιφνιδιαστικά, μεταξύ άλλων αφαιρέσατε από τις εξαιρέσεις της μετάταξης του ΦΠΑ στο 23% μία σειρά από προϊόντα και υπηρεσίες σε 13 κατηγορίες.

Πολλές κατηγορίες στον πρωτογενή τομέα.

Υπηρεσίες για την γεωργική παραγωγή.

Αλλά και προϊόντα όπως είναι τα αυτοκίνητα για αναπήρους.

Όλα αυτά πάνε στο 23%.

Αυτό δεν είναι νομοτεχνική βελτίωση.

Είναι δείγμα προχειρότητας και ερασιτεχνισμού.

Και, φυσικά, δεν δικαιολογείται όταν ήδη, από την Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η αύξηση του ΦΠΑ εκτιμάται ότι θα φέρει έσοδα 2,4 δισ. ευρώ, πολύ περισσότερα από αυτά που είχατε συμφωνήσει, ύψους 1,8 δισ. ευρώ.

Σας προειδοποιώ, συνεπώς για δεύτερη φορά σήμερα:

Η Νέα Δημοκρατία στηρίζει τη συμφωνία.

Η Νέα Δημοκρατία συνέβαλε και συμβάλει, με τη στάση της, για την ολοκλήρωσή της.

Αλλά λευκή επιταγή η Νέα Δημοκρατία δεν δίνει.

Καθαρές κουβέντες.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Όπως ανέφερα και στην πρωινή τοποθέτησή μου, το σημερινό αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, που έκανε η Κυβέρνηση, και το οποίο οδηγεί σε ένα 3ο Μνημόνιο, είναι εξαιρετικά δυσάρεστο, επώδυνο και βαρύ.

Και αυτό γιατί, αυτούς τους πέντε μήνες, Κυβέρνηση, μεταξύ άλλων:

  • Στηρίχθηκε σε εσφαλμένες θεμελιώδεις υποθέσεις.

Υποθέσεις όπως ότι οι απόψεις της θα γίνουν άμεσα και πλήρως αποδεκτές από τους εταίρους και δανειστές ή ότι θα έχουμε οικονομική ενίσχυση από άλλες χώρες.

Τις υποθέσεις αυτές, τις απέρριψε η πραγματικότητα.

Έπρεπε να γνωρίζει ότι ζούμε σε περίοδο εφαρμογής μεγάλων στρατηγικών εκ μέρους των ισχυρών παικτών και εμείς οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί.

  • Αγνόησε και αδιαφόρησε για τους Ευρωπαϊκούς κανόνες διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα, εσφαλμένα, να θεωρεί ότι όσο περνάει ο χρόνος, οι εταίροι θα υποχωρούν.
  • Παρασύρθηκε από δογματισμούς, εμμονές, μαξιμαλιστική ρητορική, ευθύγραμμες απλοποιητικές προσεγγίσεις.
  • Συζητούσε ακατάπαυστα, μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καλλιεργώντας περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας».
  • Κατανάλωσε σημαντικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο και χρόνο σε θέματα διαδικαστικά και επουσιώδη, δίνοντας έμφαση στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.
  • Κινήθηκε στη λογική της εσκεμμένης «πολιτικής διαπραγμάτευσης» και υποτίμησε την τεχνοκρατική διαπραγμάτευση, για να αποφύγει την αλήθεια των αριθμών, η οποία, με το πέρασμα των μηνών, γινόταν όλο και πιο ζοφερή.
  • Συγκρότησε οικονομικό επιτελείο χωρίς συνοχή και σταθερή στρατηγική, με συχνές αλλαγές της διαπραγματευτικής ομάδας, σε όλα τα επίπεδα.
  • Προχώρησε στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, μιας εσφαλμένης επιλογής τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς το χρόνο πραγματοποίησής της, με αποτέλεσμα αυτή η θεωρητικά κορυφαία πολιτική διαδικασία να απαξιωθεί τελείως, να κλείσουν οι τράπεζες και να επιβληθούν κεφαλαιακοί έλεγχοι, να κλονιστεί και να καταστεί θολός – στην πολιτική συνείδηση των Ευρωπαίων πολιτών – ο Ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας μας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Αποτέλεσμα όλων αυτών των πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, ήταν, μέρα με την ημέρα, η κατάσταση να επιβαρύνεται.

Η χώρα βρέθηκε με πιεστικές και διαρκώς αυξανόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες και με διευρυνόμενο δημοσιονομικό κενό.

Η χώρα επιστρέφει σε βαθιά ύφεση, μετά τη μικρή ανάκαμψη του 2014.

Και στα πρωτογενή ελλείμματα, μετά τα πρωτογενή πλενάσματα των δύο προηγούμενων ετών.

Η χώρα και οι πολίτες της, πληρώνουν το κόστος της διάσωσης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ.

Σε συνθήκες χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, με κλειστές τράπεζες.

Χωρίς Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, χωρίς χρόνο, χωρίς συμμάχους, χωρίς αξιοπιστία.

Όλα αυτά τα επιβεβαιώνουν οι πλέον πρόσφατες εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση, μέσα από ένα καθοδικό σπιράλ διαρκών αναδιπλώσεων, κατέληξε, με τους εταίρους και δανειστές, στο αποτέλεσμα που σήμερα παρουσιάζεται.

Αποτέλεσμα, όπως σας είπα και το πρωί, επώδυνο.

Πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, και πολύ πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από ορισμένους μήνες, στις αρχές της χρονιάς.

Όμως, η επιλογή αυτή, όσο επώδυνη και αν είναι, αποτελεί το πρώτο βήμα:

  • για τη σταδιακή αποκατάσταση της ομαλότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα,
  • για την ενίσχυση της αξιοπιστίας της χώρας,
  • για την αποφυγή, εν τέλει, της καταστροφής της άτακτης χρεοκοπίας και της εξόδου της χώρας από τον σκληρό πυρήνα της ενοποιούμενης Ευρώπης.

Η χώρα πήρε μία «ανάσα».

Ξένα Κοινοβούλια, όπως αυτό της Γαλλίας, ξεκίνησαν, με ευρεία πλειοψηφία, να εγκρίνουν τη Συμφωνία.

Οφείλουμε να προχωρήσουμε για να ολοκληρωθεί, το προσεχές διάστημα, η συμφωνία.

Οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί, πολλοί και μεγάλοι.

Κυβερνητικές αμφισημίες, ως προς την δυνατότητα ολοκλήρωσης και υλοποίησης της συμφωνίας, δεν χωρούν.

Κυβερνητικές παλινωδίες και ολιγωρίες δεν δικαιολογούνται.

Κυβερνητικές οπισθοχωρήσεις δεν συγχωρούνται.

Η Κυβέρνηση οφείλει να εργαστεί για την ολοκλήρωση της συμφωνίας, την οποία προσυπέγραψε ο Πρωθυπουργός, ως αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης της Κυβέρνησης.

Και στη συνέχεια, με ρεαλισμό, με επιμονή και αποφασιστικότητα, σε συνεργασία με τους εταίρους και δανειστές, να αναζητήσουμε το βέλτιστο οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση.

Με όρους καλού συγκερασμού οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αλλάζοντας, εν πορεία, εσφαλμένες δημοσιονομικές πολιτικές που «στραγγαλίζουν» μέσω της υπερβολικής φορολόγησης τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Υλοποιώντας φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις, ενισχύοντας την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, ενδυναμώνοντας το πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Και είναι σημαντικό να προχωρήσουν γρήγορα, άμεσα, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ως αντιστάθμισμα στη συσταλτική δημοσιονομική πολιτική.

Και, προφανώς, αντιμετωπίζοντας προβλήματα στη λειτουργία του Κράτους, που υποσκάπτεται από τις μεθοδεύσεις νεποτισμού στη στελέχωση της δημόσιας διοίκησης και από την ακύρωση τομών.

Στα εθνικά μας θέματα, όπου στρατηγικές συμμαχίες διαταράσσονται.

Στην παιδεία, όπου αποψιλώνεται η αξιολόγηση και αποδομείται η αριστεία, αποκόπτοντας έτσι τη χώρα από τα τεκταινόμενα στην Ευρώπη.

Και αυτά, μπορούν να γίνουν μόνο με υψηλό αίσθημα εθνικής ευθύνης.

Από όλους μας.

Η Νέα Δημοκρατία αυτό θα πράξει.

Όπως έπραττε πάντα, θα υπηρετήσει την αταλάντευτη πορεία της χώρας προς τα εμπρός, με τομές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σε κλίμα εθνικής συνεννόησης.

Μακριά από επικίνδυνους ακροβατισμούς και αδιέξοδους τυχοδιωκτισμούς, «τσιτάτα», αυτοσχεδιασμούς και ναρκισσιστικές συνεντεύξεις για λίγα λεπτά δημοσιότητας.

Πιστεύω ότι πρέπει να γίνει κοινή συνείδηση ότι η κρισιμότητα των στιγμών είναι τέτοια που επιβάλει συγκλίσεις, δημιουργικές συνθέσεις, σκληρή δουλειά και λίγα λόγια.

Που επιτάσσει πατριωτική συνείδηση, σύνεση και ρεαλισμό.

Που απαιτεί πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, ασφάλεια, αίσθημα δικαιοσύνης.

Οφείλουμε όλοι μας, όπως έχω υποστηρίξει και άλλες φορές, κατά το παρελθόν, από τα Κυβερνητικά έδρανα, να συνειδητοποιήσουμε ότι, ιδιαίτερα στο σύγχρονο ανταγωνιστικό κόσμο, δεν υπάρχει «εύκολος δρόμος» για την αξιοπρεπή πορεία της χώρας, για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ευημερία όλων των πολιτών.

Κατά την πεποίθησή μου, ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε, προσδιορίζεται:

  • Από την διάχυση και εμπέδωση ενός σύγχρονου και δημιουργικού αξιακού συστήματος.
  • Από την καλλιέργεια κουλτούρας κοινωνικής και πολιτικής συνεννόησης και σύνθεσης για την επίτευξη συλλογικά αποδεκτών στόχων.
  • Από την εκπόνηση και υλοποίηση ενός συγκροτημένου εθνικού σχεδίου θεσμικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης.
  • Από την επεξεργασία και εφαρμογή σύγχρονων πολιτικών, συμβατών με το εθνικό και Ευρωπαϊκό σχέδιο.
  • Από την έντιμη, σκληρή, αποτελεσματική και ποιοτική εργασία από όλους μας.

Όπως απεδείχθη, όταν είσασταν στην αντιπολίτευση, αυτά δεν τα ακούγατε.

Όσο κυβερνάτε, αυτούς τους έξι μήνες, δεν τα συμμερίζεστε.

Ελπίζω από σήμερα αυτά να σας έχουν γίνει συνείδηση.

Μπορείτε να δείτε το βίντεο από την ομιλία εδώ.

Ομιλία στις Επιτροπές της Βουλής επί του Σχεδίου Νόμου για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη συμφωνίας με τον ESM

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σήμερα, σε συνθήκες ασφυξίας στην οικονομία,

αγωνίας στην κοινωνία και

αναταράξεων στο πεδίο της πολιτικής,

συζητούμε το Σχέδιο Νόμου που συνιστά το αποτέλεσμα της πεντάμηνης διαπραγμάτευσης της Κυβέρνησης με τους εταίρους και δανειστές.

Κυβέρνηση η οποία,

αφού ανέγνωσε λανθασμένα το περιβάλλον εντός του οποίου καλείτο να λειτουργήσει,

αφού έθεσε στόχους εκτός του πλαισίου των εφικτών λύσεων,

αφού ξόδεψε χρόνο και διαπραγματευτικό κεφάλαιο,

αφού προέβη σε αντιφατικές πρωτοβουλίες, με αποκορύφωμα τη διεξαγωγή ενός μη σοβαρού δημοψηφίσματος, με το οποίο αφαίρεσε διαπραγματευτική ισχύ από τη χώρα,

αποφάσισε, «στο και ένα», να υπογράψει Συμφωνία.

Η Νέα Δημοκρατία, ενώπιον του μείζονος κινδύνου να βρεθεί η χώρα εκτός του πυρήνα της Ευρώπης και να ακυρωθεί ο στρατηγικός προσανατολισμός της χώρας που φέρει τη σφραγίδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στήριξε την ηγεσία της Κυβέρνησης για να ξεπεράσει τις ταλαντεύσεις της και να προχωρήσει σε Συμφωνία.

Συμφωνία, για το περιεχόμενο της οποίας η ευθύνη ανήκει καθ’ ολοκληρίαν στην Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σιγά-σιγά τους τελευταίους πέντε μήνες, και με πάταγο τις τελευταίες ημέρες, κατέρρευσαν μύθοι και ψευδαισθήσεις.

Μύθοι που είχαν δημιουργηθεί και ψευδαισθήσεις που είχαν καλλιεργηθεί, τόσο προεκλογικά όσο και μετεκλογικά, από τα Κόμματα που στηρίζουν τη σημερινή Κυβέρνηση.

Ενδεικτικά, υπενθυμίζω:

  • Υποστήριζαν ότι τα προηγούμενα Μνημόνια θα τα ακύρωναν με ένα Νόμο και με ένα Άρθρο.

Σήμερα, προτείνουν ένα νέο, ιδιαίτερα βαρύ 3ο Μνημόνιο.

  • Υποστήριζαν ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση δεν διαπραγματευόταν.

Επί μήνες τις απέφευγαν και, τις τελευταίες μέρες, έζησαν τις πραγματικές δυσκολίες της διαπραγμάτευσης.

  • Υποστήριζαν ότι μέσω της ανακεφαλαιοποίησης, χαρίζονταν χρήματα στους τραπεζίτες.

Σήμερα, αντιλαμβάνονται ότι η ανακεφαλαιοποίηση είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η συστημική ευστάθεια των τραπεζών.

  • Υποστήριζαν ότι μέσω των αποκρατικοποιήσεων, δημόσια περιουσία και πόροι θα μεταβιβάζονταν στη «μαύρη τρύπα» του δημοσίου χρέους.

Σήμερα, κάνουν το ίδιο, αφού η συμφωνία αναφέρεται σε «πώληση περιουσιακών στοιχείων», μέσω της δημιουργίας ενός νέου ανεξάρτητου Ταμείου, το οποίο μάλιστα θα εποπτεύεται από Ευρωπαϊκούς θεσμούς.

  • Υποστήριζαν ότι το χρέος είναι επονείδιστο και πρέπει να «κουρευτεί».

Στο επίπεδο των επιθυμιών όλων μας, μακάρι να μπορούσε και να μηδενιστεί.

Όμως, σήμερα, υπογράφουν όχι μόνο τη δέσμευση η χώρα να αποπληρώνει πλήρως και έγκαιρα τις δανειακές της υποχρεώσεις, αλλά και τη δέσμευση ότι δεν θα γίνει «κούρεμα» της ονομαστικής αξίας του χρέους.

  • Υποστήριζαν ότι το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης είναι πλήρες και κοστολογημένο, περιλαμβάνοντας γενναιόδωρες παροχές ύψους 11 δισ. ευρώ.

Σήμερα, εισηγούνται νέα δημοσιονομικά μέτρα λιτότητας, μόνο για τα 2 πρώτα χρόνια, ύψους 8 δισ. ευρώ.

  • Υποστήριζαν ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη από πρόσθετη εξωτερική χρηματοδότηση.

Σήμερα, η σύναψη ενός νέου δανείου, και μάλιστα ύψους άνω των 82 δισ. ευρώ, καθίσταται αναπόφευκτη.

  • Υποστήριζαν ότι η πρόταση των δανειστών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, και την έθεσαν σε δημοψήφισμα.

Σήμερα, συμφωνούν σε πιο επώδυνη πρόταση από αυτή των δανειστών.

  • Υποστήριζαν ότι η Συμφωνία θα οδηγήσει σε ένα αμιγώς Ευρωπαϊκό πρόγραμμα, χωρίς τη συμμετοχή του ΔΝΤ.

Σήμερα, προσυπογράφουν όχι μόνο την παρακολούθηση, αλλά και τη χρηματοδότηση από το ΔΝΤ, μάλιστα και για μετά από το Μάρτιο του 2016.

  • Υποστήριζαν ότι θα «γκρεμίσουν» τις εργαλειοθήκες του ΟΟΣΑ.

Σήμερα, δεσμεύονται να τις ολοκληρώσουν και να «χτίσουν» κι άλλες.

  • Υποστήριζαν ότι η Τρόικα, όπως τη γνωρίσαμε, τελειώνει.

Σήμερα, δεσμεύονται να διατηρηθεί, και μάλιστα με επιτόπιους ελέγχους και αυστηρή επιτήρηση στην Αθήνα.

  • Υποστήριζαν ότι δεν χρειάζεται για τη νομοθέτηση να διαβουλευτούν και να συμφωνήσουν με τους θεσμούς.

Σήμερα, δεσμεύονται, εξαιρουμένου του Νόμου για την ανθρωπιστική κρίση, να επανεξετάσουν, με σκοπό να τροποιήσουν, τις θεσπισθείσες, πρόσφατα, νομοθετικές πράξεις που δεν συνάδουν με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου.

  • Υποστήριζαν ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες και η σύσταση Δημοσιονομικού Συμβουλίου, που ψήφισε η προηγούμενη Κυβέρνηση πριν 1 ακριβώς χρόνο, εντείνουν το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Σήμερα, και ορθώς, ενεργοποιούν το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, και εισάγουν μηχανισμούς ημιαυτόματων περικοπών δαπανών σε περίπτωση αποκλίσεων από τους δημοσιονομικούς στόχους.

Συμπερασματικά, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι, επί χρόνια, και μέχρι προχθές, τα Κόμματα που στηρίζουν τη σημερινή Κυβέρνηση, παραβίαζαν συνεχώς τη ρήση του Νικήτα Χρουτσώφ ότι «το κακό με την οικονομία είναι ότι δεν σέβεται τις επιθυμίες μας».

Το αποτέλεσμα είναι, τους τελευταίους πέντε μήνες, η χώρα, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, όλοι μας, να πληρώνουμε και θα πληρώσουμε, υψηλό κόστος λόγω των ιδεοληψιών, των εμμονών, της μαξιμαλιστικής ρητορικής, των ενδογενών αντιφάσεων, της «δημιουργικής ασάφειας», των  παιγνίων και των λανθασμένων χειρισμών της Κυβέρνησης.

Η χώρα πέρασε από τις προβληματικές συνθήκες των τελευταίων ετών, σε συνθήκες υψηλού κινδύνου.

Βρέθηκε με πιεστικές και διαρκώς αυξανόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες και με διευρυνόμενο δημοσιονομικό κενό.

Σε συνθήκες ύφεσης και χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, με κλειστές τράπεζες.

Χωρίς Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, χωρίς χρόνο, χωρίς συμμάχους, χωρίς αξιοπιστία.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση, μέσα από ένα καθοδικό σπιράλ διαρκών αναδιπλώσεων, κατέληξε, με τους εταίρους και δανειστές, στο αποτέλεσμα που σήμερα παρουσιάζεται.

Αποτέλεσμα επώδυνο.

Πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, και πολύ πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από ορισμένους μήνες, στις αρχές της χρονιάς.

Όμως, η επιλογή αυτή, όσο επώδυνη και αν είναι, αποτελεί το πρώτο βήμα:

  • για τη σταδιακή αποκατάσταση της ομαλότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα,
  • για την ενίσχυση της αξιοπιστίας της χώρας,
  • για την αποφυγή, εν τέλει, της καταστροφής της άτακτης χρεοκοπίας και της εξόδου της χώρας από τον σκληρό πυρήνα της ενοποιούμενης Ευρώπης.

Η χώρα πήρε μία «ανάσα».

Επιβάλλεται, η φυγή προς τα εμπρός, εντός της Ευρωζώνης, ως η βέλτιστη, εκ των υπαρκτών, στρατηγική για τη χώρα.

Η συμμετοχή στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης, παρά τις όποιες μέχρι σήμερα αδυναμίες στην αρχιτεκτονική και στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Πόσο μάλλον όταν οι εναλλακτικές πορείες δεν περιγράφονται ούτε καν λεκτικά.

Οι χώρες, οι λαοί, δεν προχωρούν με «τσιτάτα», με αυτοσχεδιασμούς και με ναρκισσιστικές συνεντεύξεις για λίγα λεπτά δημοσιότητας.

Δεν προχωρούν όταν χρησιμοποιούνται ως case study για την εμπειρική επαλήθευση επιστημονικής θεωρίας.

Στην παρούσα κρίσιμη φάση, ευτυχώς που την τελευταία στιγμή, η ηγεσία της Κυβέρνησης, με την καθοριστική στήριξή μας, ιδιαίτερα την προηγούμενη εβδομάδα, κράτησε τη χώρα και δεν την έσπρωξε στο κενό.

Τώρα, οφείλουμε όλοι μας να εργαστούμε, με διορατικότητα, σοβαρότητα και υπευθυνότητα, χωρίς «κούφιες» αντεγκλήσεις, ώστε η χώρα να βρει το βηματισμό μέσα στην Ευρώπη και το σύγχρονο ανταγωνιστικό κόσμο.

Με ρεαλισμό, μακριά από ιδεολογικές αγκυλώσεις, φραστικές διακηρύξεις και ανεδαφικές δεσμεύσεις, με επιμονή και αποφασιστικότητα, σε συνεργασία με τους εταίρους και δανειστές, να αναζητήσουμε το βέλτιστο οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση.

Με όρους καλού συγκερασμού οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αλλάζοντας, εν πορεία, εσφαλμένες δημοσιονομικές πολιτικές που «στραγγαλίζουν» μέσω της υπερβολικής φορολόγησης τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Υλοποιώντας φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις, εκσυγχρονίζοντας τη δημόσια διοίκηση, ενισχύοντας την αξιοποίηση της περιουσίας του δημοσίου, ενδυναμώνοντας το πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με υψηλό αίσθημα εθνικής ευθύνης.

Από όλους μας.

Μετά τη δοκιμή ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ στη διακυβέρνηση, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες, τους δογματισμούς και τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ανά περίοδο ρόλο μας στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε διαρκώς πλάτη», σε πνεύμα συνεννόησης, με αίσθημα ευθύνης, ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.

Η Νέα Δημοκρατία, ως πολιτική δύναμη που διαχρονικά δρα με υπέρτατο κριτήριο το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, στηρίζει τη διαμόρφωση μιας επώδυνης συμφωνίας, αφού αυτή διασφαλίζει την παραμονή της χώρας στον πυρήνα της Ευρώπης.

Η Νέα Δημοκρατία στηρίζει, αλλά δεν δίνει λευκή επιταγή στην Κυβέρνηση.

Το περιεχόμενο της συμφωνίας, όπως αυτό θα διαμορφωθεί τις προσεχείς εβδομάδες και μήνες, διαρκώς θα το αξιολογούμε.

Μπορείτε να δείτε το βίντεο από την ομιλία εδώ.

Ομιλία στη Βουλή για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη δανειακής σύμβασης

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η πορεία της χώρας, και όλων μας, τους τελευταίους μήνες, κινείται σε θολό τοπίο.

Ιδιαίτερα τις τελευταίες εβδομάδες, μέρα με τη μέρα, το εσωτερικό αλλά και το εξωτερικό περιβάλλον εντός του οποίου κινείται η χώρα, εξαιτίας πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης, έχει καταστεί ιδιαίτερα δυσμενές.

Η αβεβαιότητα, αλλά και η αγωνία των πολιτών, μέρα με τη μέρα κορυφώνονται.

Η χώρα έχει περάσει από τις προβληματικές συνθήκες των τελευταίων ετών σε συνθήκες υψηλού κινδύνου.

Το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος, που έχει προκληθεί, είναι τεράστιο.

Το κόστος αυτό καλείται να πληρώνει επί μακρόν η χώρα.

Να πληρώνουν όλα τα νοικοκυριά και όλες οι επιχειρήσεις.

Πιο συγκεκριμένα, όπως επιβεβαιώνεται και από την Εισηγητική Έκθεση, η αναγκαιότητα μιας νέας δανειακής σύμβασης οφείλεται και στα ακόλουθα:

1ον. Από την προηγούμενη εβδομάδα, η χώρα, βρίσκεται στο «κενό».

Δεν υφίσταται Πρόγραμμα Στήριξης.

Δεν είναι πλέον διαθέσιμη η τελευταία δόση του δανείου από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

Έχουν λήξει όλες οι συμφωνίες μεταβίβασης των κερδών από τη διακράτηση Ελληνικών ομολόγων από τις Ευρωπαϊκές τράπεζες (ANFA και SMP).

Και δεν ισχύουν οι συμφωνίες κάλυψης του δυνητικού κόστους ανακεφαλαιοποίησης ή εξυγίανσης των Ελληνικών τραπεζών.

2ον. Η χώρα, από τις αρχές του μήνα, θεωρείται «ληξιπρόθεσμη» έναντι του ΔΝΤ.

Ενώ άμεσα, σε 10 ημέρες, θα πρέπει να ανταποκριθεί και στις υποχρεώσεις της έναντι της ΕΚΤ.

Σήμερα, οι πόροι για την αποπληρωμή αυτών των υποχρεώσεων, εκτός άλλων υποχρεώσεων, δεν υπάρχουν.

3ον. Η Κυβέρνηση, με την επί 5μηνο «δημιουργική της ασάφεια», επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά της χώρας με ένα κόστος ύψους άνω των 4 δισ. ευρώ.

Και αυτό το κόστος εκτιμάται ότι έχει διπλασιαστεί το τελευταίο δεκαπενθήμερο, μετά την εκδήλωση της πρόθεσης διεξαγωγής του ανερμάτιστου δημοψηφίσματος και των δυσμενών συνεπειών αυτού.

Η χώρα, δυστυχώς, έχει επιστρέψει στην ύφεση και τα δημόσια οικονομικά στα πρωτογενή ελλείμματα.

4ον. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες της οικονομίας έχουν διογκωθεί.

Ανάγκες που προέκυψαν μέσα στο 1ο εξάμηνο του 2015.

Ανάγκες που οφείλονται στα σχεδόν μηδενικά πλέον πρωτογενή πλεονάσματα, στην επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση, στην αβελτηρία υλοποίησης διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων, στην αύξηση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, στο «σκούπισμα» των ταμειακών διαθεσίμων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.

Ανάγκες που καθιστούν αναγκαία την εξωτερική χρηματοδότηση της χώρας με δάνειο ύψους άνω των 53 δισ. ευρώ, όπως υποστηρίζει και η Εισηγητική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου.

5ον. Σε αυτό το ποσό, δεν περιλαμβάνονται τα άγνωστα προς το παρόν κόστη της ραγδαίας επιδείνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, ιδιαιτέρως του τουρισμού.

Και φυσικά, δεν ενσωματώνεται η επίδραση από το κλείσιμο των τραπεζών, που διογκώνει και διευρύνει το πρόβλημα ρευστότητας της οικονομίας.

Ούτε η ραγδαία αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Και όλα αυτά μαζί αυξάνουν το κόστος ανακεφαλαιοποίησής τους.

Συμπερασματικά, σήμερα, η χώρα, έχει πιεστικές και διαρκώς αυξανόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες, συνεχώς διευρυνόμενο δημοσιονομικό κενό, κλειστές τράπεζες.

Η χώρα δεν έχει Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, δεν έχει χρόνο, δεν έχει αξιοπιστία, δεν έχει συμμάχους.

Η χώρα, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις πληρώνουμε τις προσπάθειες διάσωσης του ΣΥΡΙΖΑ από τις εσωτερικές του αντιφάσεις, τις ανερμάτιστες διακηρύξεις του και τους πλήρως ανορθολογικούς χειρισμούς του.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Αυτά όμως θα τα συζητήσουμε αναλυτικά στο μέλλον.

Τώρα προέχει η παραμονή της χώρας στον πυρήνα της ενοποιούμενης Ευρώπης.

Βεβαίως, η παραμονή αυτή, με ευθύνη κυρίως της Κυβέρνησης, θα διασφαλιστεί με βαρύτερους όρους.

Όμως, η διασφάλιση της παραμονής είναι το εθνικά πρωτεύον.

Η χώρα πρέπει να υπογράψει συμφωνία για ένα νέο, πολυετές πρόγραμμα χρηματοδοτικής βοήθειας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

Δηλαδή για ένα νέο, μεγάλο δάνειο, που θα συνοδεύεται από ένα νέο Μνημόνιο.

Η ευθύνη για τους όρους του, βαρύνει εις ολόκληρον τον κ. Πρωθυπουργό, την Κυβέρνησή του και τα κόμματα που τη στηρίζουν.

Η ΝΔ, ως πολιτική δύναμη που διαχρονικά δρα με υπέρτατο κριτήριο το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα στηρίξει τη συμφωνία που θα διασφαλίζει την παραμονή της χώρας στον πυρήνα της Ευρώπης.

Την αξιολόγηση του περιεχομένου της συμφωνίας θα την κάνουμε στον κατάλληλο χρόνο.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Ερώτησης για τα προβλήματα λειτουργίας του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας –

nosokomeio_lamiasΠρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας, όπως μάλλον και όλα τα Νοσοκομεία της χώρας, παρουσιάζουν, χρόνια, μικρότερα ή μεγαλύτερα προβλήματα.

Προβλήματα δομικά και λειτουργικά.

Προβλήματα ύψους χρηματοδότησης και χαμηλής αποτελεσματικότητας των διατιθέμενων δημόσιων πόρων.

Είναι αλήθεια ότι η υλοποίηση της αναγκαίας, για τη σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών, συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής των τελευταίων ετών, περιόρισε τα διαθέσιμα κονδύλια, με αποτέλεσμα να επηρεασθεί η λειτουργία του Νοσοκομείου.

Ταυτόχρονα όμως με τον περιορισμό της σπατάλης, βελτιώθηκε η αποτελεσματικότητα των πόρων.

Όμως, τους τελευταίους μήνες, τα προβλήματα στο Νοσοκομείο επιβαρύνθηκαν.

Και αυτό οφείλεται:

1ον. Στην απορρύθμιση του Νοσοκομείου λόγω έλλειψης διοίκησης.

Το Νοσοκομείο, επί μήνες, παραμένει ακέφαλο.

Ουσιαστικά, έχει αφεθεί στην τύχη του.

Χωρίς Διοικητή από 9 Ιανουαρίου, χωρίς Υποδιοικητή και χωρίς δυνατότητα λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου, από 9 Απριλίου.

Και με υψηλή πιθανότητα στο ενδεχόμενο, αν όχι βεβαιότητα όπως προκύπτει και από γραπτή απάντησή σας της 15ης Μαΐου σε Κοινοβουλευτική Ερώτησή μου, να διακοπεί η λειτουργία του Γραφείου Υποδιοίκησης της 5ης Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας & Στερεάς Ελλάδας εντός του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας.

Γραφείο, το οποίο λειτουργεί επί 8 συναπτά έτη, στεγάζεται εντός του Νοσοκομείου οπότε δε δημιουργεί επιπλέον δημοσιονομικό κόστος, και οι αρμοδιότητές του αφορούν στον έλεγχο, στο συντονισμό και στην εποπτεία της λειτουργίας των δομών υγείας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, με έδρα τη Λαμία.

2ον. Στην εσωτερική στάση πληρωμών που έχει κηρύξει το Κράτος προς τον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα στον τομέα της υγείας.

Ενδεικτικά, αλλά χαρακτηριστικά, οι δαπάνες κάλυψης ελλειμμάτων των νοσοκομείων και εξόφλησης ληξιπρόθεσμων οφειλών τους διαμορφώθηκαν στα 63 εκατ. ευρώ το 1ο τετράμηνο του 2015, από 631 εκατ. ευρώ το 1ο τετράμηνο του 2014.

Η εξέλιξη αυτή προφανώς έχει αρνητικές συνέπειες στη λειτουργία και του  Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας.

Έχουν προκύψει σημαντικές ελλείψεις σε υγειονομικό υλικό και φάρμακα, ενώ οι διακομιδές είναι αυξανόμενες.

Η ενίσχυση σε ιατρικό και τεχνολογικό εξοπλισμό – που είχε δρομολογηθεί το 2013 και το 2014 –  «καρκινοβατεί».

Το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό είτε ποσοτικά δεν επαρκεί (χρόνιο πρόβλημα στο οποίο δίνονταν έγκαιρα, μέχρι πρόσφατα, κάποιες εμβαλωματικές λύσεις) είτε έχει φτάσει στα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

Τμήματα, όπως το ακτινολογικό, παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα.

Κατόπιν αυτών, σας ερωτώ κε. Υπουργέ, σε ποιές ενέργειες προτίθεται να προβεί το Υπουργείο Υγείας ώστε να αντιμετωπισθούν τα μεγάλα προβλήματα που εμφανίζει σήμερα το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας;

Δευτερολογία

Κε. Υπουργέ,

Οι διαπιστώσεις στην οποίες αναφέρθηκα στην πρωτολογία μου επιβεβαιώνονται από τις ανακοινώσεις των εργαζόμενων στο Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας και την Ένωση Ιατρών Νοσοκομείων & Κέντρων Υγείας Φθιώτιδας, αλλά και από την επιστολή προς το Υπουργείο της πρώην Υποδιοικήτριας της 5ης ΥΠΕ (κατάθεση εγγράφων στα πρακτικά).

Η διακοπή μάλιστα της λειτουργίας του Γραφείου Υποδιοίκησης της Υγειονομικής Περιφέρειας στη Λαμία, θα συνιστά υποβάθμιση και ουσιαστικό πλήγμα στο σύστημα υγείας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας.

Μοναδική εξαίρεση, στις κοινές διαπιστώσεις που κάναμε για τη σημερινή κατάσταση του Νοσοκομείου, αποτελεί ο εκτελών σήμερα προσωρινά χρέη Διοικητή του Νοσοκομείου.

Ο οποίος διέπραξε το ατόπημα, στο υπηρεσιακό σημείωμά του προς την Υγειονομική Περιφέρεια, το οποίο μάλιστα και έχει αναρτήσει στο site του Νοσοκομείου, να προβαίνει σε αξιολογική κρίση του περιεχομένου της ερώτησης Βουλευτή.

Εκλαμβάνω ότι ο εκτελών τα καθήκοντα του Διοικητή έχει άγνοια της ορθής θεσμικής λειτουργίας και της δεοντολογίας και γι’ αυτό κλείνω το θέμα εδώ.

Κε. Υπουργέ,

Αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες της τρέχουσας κατάστασης.

Και τα προβλήματα που έχετε να αντιμετωπίσετε.

Τα αντιμετωπίσαμε και εμείς, τα προηγούμενα 2,5 χρόνια όταν μάλιστα είχαμε παραλάβει δυσμενέστερη κατάσταση.

Όμως, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, στο πλαίσιο του εφικτού:

1ον. Στηρίχθηκε – όσο ήταν δυνατό – η στελέχωση του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας με ιατρικό προσωπικό, κυρίως με την προκήρυξη λίγων θέσεων ιατρών και την πρόσληψη ορισμένων επικουρικών ιατρών, προκειμένου να καλυφθούν πιεστικές ανάγκες των Ιατρικών Τμημάτων του Νοσοκομείου.

Τονίζεται, σε αυτό το σημείο, ότι το υπάρχον προσωπικό του Νοσοκομείου είναι ικανό, έμπειρο και εργάζεται με φιλοτιμία.

2ον. Εκσυγχρονίσθηκε και συμπληρώθηκε ο ιατρικός και τεχνολογικός εξοπλισμός.

Στις 20 Δεκεμβρίου 2013, εξασφαλίστηκε επιπλέον – εκτός Προϋπολογισμού – πίστωση ύψους 500.000 ευρώ, προκειμένου να καλυφθούν ανάγκες σε ιατρικό και τεχνολογικό εξοπλισμό για τα Γενικά Νοσοκομεία Λαμίας, Άμφισσας και Καρπενησίου. Το ποσό που αφορούσε στο Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας ήταν ύψους 290.000 ευρώ.

Μεταγενέστερα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, εξασφαλίστηκε επιπλέον – εκτός Προϋπολογισμού – πίστωση ύψους 350.000 ευρώ, για την απόκτηση νέου αξονικού τομογράφου 16 τομών και μετρητή οστικής πυκνότητας.

Παρά την ασφυκτική δημοσιονομική στενότητα, χρηματοδοτήθηκε, όπως και σε άλλα Νοσοκομεία της χώρας, η ενίσχυση του εξοπλισμού του Νοσοκομείου και η αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας.

Έχει ολοκληρωθεί η προμήθεια κάποιων μηχανημάτων.

Ενώ βρίσκονται σε διαδικασία προκήρυξης ή σε εξέλιξη διαγωνισμοί για την προμήθεια επιπλέον εξοπλισμού.

3ον. Θεσμοθετήθηκε ο νέος Οργανισμός του Νοσοκομείου, που προβλέπει την ανάπτυξή του, με σημαντική αύξηση κλινών και ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού.

Κε. Υπουργέ,

Στόχος όλων μας θα πρέπει να είναι, το Γενικό Νοσοκομείο Λαμίας να αποτελεί ένα σύγχρονο, λειτουργικό, ποιοτικό και αποτελεσματικό Περιφερειακό Νοσοκομείο της χώρας, που μαζί με τις άλλες δομές υγείας της ευρύτερης περιοχής να αναβαθμίζει συνεχώς τις υπηρεσίες υγείας που παρέχει στους πολίτες.

Προς αυτή την κατεύθυνση, οφείλουμε όλοι μας να συμβάλλουμε.

Ομιλία στην 2η Συνεδρίαση της Εξεταστικής Επιτροπής για τα “Για τη διερεύνηση και διελεύκανση των συνθηκών και των ευθυνών που οδήγησαν στην υπαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς των Μνημονίων και της επιτήρησης και για κάθε άλλο ζήτημα που σχετίζεται με την εφαρμογή και υλοποίηση των Μνημονίων” –

small_staikouras1-thumb-largeΚύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γεγονός ότι η ένταξη της χώρας, τον Μάιο του 2010, στο Mηχανισμό Στήριξης αποτέλεσε κομβικό σημείο για την μετέπειτα πορεία της.

Η υπαγωγή της στο καθεστώς των Μνημονίων είχε και έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή.

Ευλόγως λοιπόν, οι λόγοι και οι διαδικασίες της ένταξης στο Μηχανισμό Στήριξης, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν το έντονο ενδιαφέρον των πολιτών και των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Η τεκμηριωμένη, αντικειμενική και έγκυρη Εθνική Αυτοαξιολόγηση της κρίσιμης εκείνης περιόδου παραμένει ανοικτό θέμα.

Υποθέτω πως όλοι συμφωνούμε ότι αυτή η σοβαρή και ευαίσθητη διαδικασία, για να προσεγγίσει με επιτυχία το στόχο, θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε περιβάλλον πολιτικής ομαλότητας, κοινωνικής ηρεμίας και οικονομικής ασφάλειας και σταθερότητας.

Μόνο τότε το πόρισμα που θα προέκυπτε θα γίνονταν ευρύτατα αποδεκτό, θα καθίστατο εθνική ιστορική αλήθεια και θα βοηθούσε στην καλύτερη πορεία της χώρας.

Κατά την εκτίμησή μας, οι προϋποθέσεις που προανέφερα ως αναγκαίες, στην παρούσα φάση, δεν πληρούνται επαρκώς.

Όμως, παρά τις χαμηλές προσδοκίες, η ΝΔ, με καθοριστικό κριτήριο των πολιτικών επιλογών της το μακροχρόνιο συμφέρον της χώρας, θα εργαστεί, στο πλαίσιο της Εξεταστικής Επιτροπής, για την αναζήτηση της αλήθειας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Όλες οι μελέτες που έχουν εκπονηθεί συμπίπτουν στη διαπίστωση ότι, την δεκαετία του 1980 ακολουθήθηκε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική σε συνθήκες σχεδόν μηδενικής μεγέθυνσης της οικονομίας, με συνέπεια τις έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες, δηλαδή υψηλά ετήσια δημόσια ελλείμματα και εκρηκτικοί ρυθμοί συσσώρευσης του δημοσίου χρέους.

Τα αποτελέσματα εκείνης της περιόδου, από κοινού με τις αξίες και τις αντιλήψεις που έκτοτε κυριάρχησαν, αποτέλεσαν στη συνέχεια, και αποτελούν μέχρι σήμερα, βαρίδι στα πόδια της Ελληνικής οικονομίας.

Ενώ το 1980, η Ελλάδα πληρούσε τα κριτήρια της συνθήκης του Μάαστριχτ και ήταν η λιγότερο χρεωμένη χώρα της σημερινής Ευρωζώνης, στο τέλος της δεκαετίας, μετά από δύο υποτιμήσεις της δραχμής, και αφού η χώρα απορρόφησε τα Κοινοτικά Μεσογειακά Προγράμματα, βρέθηκε με υπερτριπλάσιο χρέος.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σ’ αυτή τη δεκαετία, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν, κατά μέσο όρο ετησίως, πάνω από 10% του ΑΕΠ, κάτι που ποτέ προηγουμένως, για τόσο μεγάλο διάστημα, δεν είχε συμβεί στην Ελλάδα και που δεν επαναλήφθηκε έκτοτε.

Από το 1990 και μέχρι το φθινόπωρο του 2008 έγιναν, κατά περιόδους, προσπάθειες αντιμετώπισης των ανισορροπιών και των στρεβλώσεων της Ελληνικής οικονομίας, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία.

Όμως η κονιορτοποίηση του αξιακού συστήματος που είχε συντελεσθεί και οι κομματικές, συνδικαλιστικές και κοινωνικές σκοπιμότητες και αντιδράσεις, σε κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος, δεν επέτρεψαν τη ριζική αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Στο μέσον αυτής της περιόδου η χώρα εντάχθηκε στην Ευρωζώνη.

Δεν θα σταθώ στις συνθήκες, στους όρους, στην προετοιμασία της οικονομίας και της κοινωνίας για το σημαντικό αυτό βήμα.

Θα σημειώσω μόνο ότι, στις αρχές του 2002, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο άρχισε να προειδοποιεί ότι η τότε Κυβέρνηση έκρυβε επιβαρύνσεις στον Κρατικό Προϋπολογισμό ενώ την ίδια χρονιά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέφραζε αμφιβολίες για την ποιότητα των δημοσιονομικών στοιχείων της χώρας μας.

Το 2004, η Eurostat προχώρησε σε εκτεταμένες αναταξινομήσεις και αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών στοιχείων, για την περίοδο 1997-2003.

Στα παραπάνω θα προσθέσω μόνο τις εκτεταμένες πρακτικές «δημιουργικής λογιστικής», που ακολουθήθηκαν την περίοδο 2000-2001.

Πρακτικές, όπως είναι οι τιτλοποιήσεις απαιτήσεων και οι συναλλαγές μέσω πράξεων μετατροπής συναλλαγματικού χρέους και ανταλλαγής επιτοκίων.

Παρ’ όλα αυτά η χώρα, σε ένα Ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον σχετικής χαλάρωσης, πορευόταν, μέχρι το φθινόπωρο του 2008, ικανοποιητικά, με τα δημοσιονομικά προβλήματα υπό έλεγχο, καλό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης και χαμηλή ανεργία.

Όμως, η πρωτοφανής χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2007 πέρασε στην Ευρώπη το 2008.

Αποσταθεροποίησε όλες τις οικονομίες, και φυσικά και την Ελληνική, η οποία είχε υποβόσκουσες χρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Η κρίση απεδείχθη, παγκοσμίως, ισχυρότερη και βαθύτερη απ’ ότι είχε αρχικά εκτιμηθεί.

Στις αρχές του 2009, η τότε ηγεσία της Κυβέρνησης της ΝΔ, ανέλαβε πρωτοβουλίες για να πετύχει συνεννόηση και συστράτευση όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της χώρας για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, με πρωταγωνιστή την ηγεσία της τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αρνήθηκαν την ύπαρξη της παγκόσμιας κρίσης, τορπίλισαν τη συνεννόηση και πολέμησαν λυσσαλέα, εντός και εκτός Βουλής, τις δέσμες ήπιων μέτρων που ελήφθησαν για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση.

Αποκορύφωμα της στάσης τους το γεγονός ότι έσυραν τη χώρα σε εκλογές, τις δεύτερες εντός του πρώτου, διεθνώς κρίσιμου, εννεαμήνου του 2009.

Εκλογές στις οποίες μάλιστα, η τότε επερχόμενη πολιτική δύναμη υποσχόταν ότι θα μοιράσει τα «λεφτά» που «υπάρχουν».

Στη συνέχεια, η τότε νέα Κυβέρνηση, το τελευταίο τρίμηνο του 2009 και μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του 2010 που κλείνει δημοσιονομικά το 2009, με τις πράξεις και παραλείψεις της διόγκωσε το πρόβλημα της χώρας.

Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων:

  • Ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις του 2009, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009.
  • Προχώρησε στην καταβολή επιδόματος αλληλεγγύης, σε αύξηση των δαπανών για εξοπλιστικά προγράμματα, για οδοιπορικά, λειτουργικές δαπάνες και προμήθειες του Δημοσίου.
  • Κατήργησε τις ρυθμίσεις για τους ημιυπαίθριους, την επιβολή φόρου στα λαχεία, στο «Ξυστό» και στα σκάφη αναψυχής, ρυθμίσεις, βέβαια, που επανέφερε αργότερα.
  • Άφησε στην τύχη τους τα δημόσια έσοδα.

Ενώ αργότερα, η ΕΛΣΤΑΤ προχώρησε στη συμπερίληψη στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης ορισμένων ελλειμματικών δημόσιων επιχειρήσεων, που προηγουμένως εθεωρείτο, βάσει των ορισμών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών, ότι δεν ανήκαν στη «Γενική Κυβέρνηση».

Το αποτέλεσμα είναι, πράγματι, το 2009 να καταγραφεί σημαντική διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες αναθεωρήσεις της Eurostat, το έλλειμμα στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 15,3% του ΑΕΠ το 2009, από 6,7% το 2007.

Όμως, όταν το τσουνάμι της οικονομικής κρίσης χτύπησε την Ευρώπη, το έλλειμμά της «σκαρφάλωσε» στο 6,7% του ΑΕΠ το 2009, από μόλις 0,8% το 2007.

Σημειώνω δε ότι κατά τη διάρκεια των καταιγιστικών εξελίξεων του 2009 οι εκτιμήσεις για την πορεία των  δημοσιονομικών μεγεθών αναθεωρήθηκαν αρκετές φορές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.

Έτσι, το έλλειμμα της χώρας, από 2% του ΑΕΠ που προβλεπόταν στον Προϋπολογισμό του 2009, διαμορφώθηκε τελικά, μετά από 7 αναθεωρήσεις, 6 εκ των οποίων επί διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, στο 15,8% για να «καθίσει» στο 15,3% με την πρόσφατη αναθεώρηση.

Ενώ, και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, το έλλειμμα, από 0,8% του ΑΕΠ που προβλεπόταν αρχικά, μετά επίσης από 7 αναθεωρήσεις, «εκτινάχθηκε» στο 6,4% και στο 6,7% με την πρόσφατη αναθεώρηση.

Το ίδιο συνέβη και για το δημόσιο χρέος.

Μάλιστα, κατά μέσο όρο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση του δημοσίου χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, κατά την περίοδο 2007-2009, ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ελλάδα (26% του ΑΕΠ σε σχέση με 23% του ΑΕΠ).

Συνεπώς, η χώρα, λόγω της συστημικής κρίσης, αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, μεγαλύτερο από τις άλλες χώρες της Ευρώπης, λόγω και των αυξημένων υποχρεώσεων εξυπηρέτησης του διαχρονικά υψηλού δημοσίου χρέους.

Όμως, η τότε νέα Κυβέρνηση, που παρέλαβε το κόστος δανεισμού χαμηλά και τα spreads περίπου στις 131 μονάδες βάσης, τα εκτίναξε σε πρωτοφανή ύψη.

Και αυτό γιατί:

  • Επέδειξε αβουλία, αναβλητικότητα και αναποφασιστικότητα.
  • Παρουσίασε έλλειψη σχεδίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Καθυστέρησε να πάρει μέτρα, και όταν πήρε κάποια, το μίγμα αποδεικνύονταν κατάλληλο για το προηγούμενο στάδιο της ασθένειας.
  • Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, υπονομεύοντας τη δανειοληπτική της ικανότητα.
  • Έστελνε λανθασμένα μηνύματα στις αγορές με τις παλινωδίες, τις αντιφατικές δηλώσεις, τις ανεύθυνες διαρροές.
  • Προχώρησε στην κατάθεση Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης που ήταν κατώτερο των περιστάσεων.

Το αποτέλεσμα αυτών των χειρισμών ήταν η χώρα, την κρίσιμη περίοδο, να τεθεί εκτός αγορών.

Δηλαδή, το διαχρονικό πρόβλημα του υψηλού χρέους να μετατραπεί σε κρίση δανεισμού.

Ο επίλογος γράφτηκε με την αναπόφευκτη προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης και την εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από τον Μάιο του 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής που στηρίχθηκε σε δύο δανειακές συμβάσεις – «Μνημόνια» και σε τρεις τροποποιήσεις της δεύτερης σύμβασης.

Πρόγραμμα το οποίο απαιτούσε, εξ αρχής, «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε αρκετές  περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Το εγχείρημα της δημοσιονομικής προσαρμογής μπορεί να διαχωριστεί σε δύο φάσεις, όπου η κάθε μία ανταποκρίνεται και σε διαφορετική προσέγγιση.

Συγκεκριμένα, η πρώτη δανειακή σύμβαση, το πρώτο «Μνημόνιο», δομούσε τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως, στο σκέλος των φορολογικών εσόδων και όχι στο σκέλος των δαπανών, παραγκωνίζοντας τη σημασία των δομικών διαρθρωτικών αλλαγών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ απουσίαζαν ή δεν εφαρμόζονταν πρωτοβουλίες για την τόνωση της αγοράς και της πραγματικής οικονομίας.

Τα αποτελέσματα αυτής της προσέγγισης προσαρμογής είναι γνωστά.

Μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση, απόκλιση από τους στόχους, σημαντικές αστοχίες στην αποτελεσματικότητα των μέτρων και πλήγμα στην αξιοπιστία του εγχειρήματος.

Αξίζει να συγκρίνουμε τις αρχικές μακροοικονομικές προβλέψεις του Προγράμματος, το Μάιο του 2010, με την πραγματικότητα.

Ενδεικτικά, ενώ η αρχική πρόβλεψη για την οικονομική δραστηριότητα εκτιμούσε ανάπτυξη 1,1% το 2012, το αποτέλεσμα τελικά ήταν ύφεση 6,6%.

Ενώ η αρχική πρόβλεψη για την ανεργία ήταν για 14,8% το 2012, το αποτέλεσμα ήταν αυτή να διαμορφωθεί στο 24,5%.

Αντίστοιχες είναι και οι αποκλίσεις από τους δημοσιονομικούς στόχους.

Αυτή, η πρώτη προσέγγιση, τροποποιήθηκε με το δεύτερο «Μνημόνιο», το οποίο, μετά την τελευταία αναθεώρηση της σημερινής Κυβέρνησης, έχει επεκταθεί μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2015.

Έτσι, το δημοσιονομικό εγχείρημα βασίστηκε κατά τα 2/3 στο σκέλος των δαπανών, συμβάλλοντας, όπως προκύπτει και από τη διεθνή βιβλιογραφία, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και διατηρησιμότητάς του.

Παράλληλα, η προσαρμογή εμπλουτίστηκε από τις διαρθρωτικές αλλαγές στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, από τις πρώτες αποκρατικοποιήσεις, από τις στοχευμένες κινήσεις για την τόνωση της δραστηριότητας της πραγματικής οικονομίας (όπως είναι, μεταξύ άλλων, η πληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα κ.α.).

Το αποτέλεσμα είναι, στο τέλος του 2014, να καταγραφούν θετικά και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Ενδεικτικά:

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης.

Η πρόοδος που επετεύχθη, σύμφωνα μάλιστα με την Έκθεση της παρούσας Διοίκησης του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, του προηγούμενου μήνα, σε αντίθεση με ότι υποστηρίζει η Κυβερνητική πρόταση της Εξεταστικής Επιτροπής, «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα».

Και συνεχίζει η Έκθεση, «η χώρα επέτυχε, το 2013 και το 2014, τη στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό».

Είναι όμως αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα, μετά από 4 μήνες διακυβέρνησης της χώρας από τη νέα Κυβέρνηση, μετά και την επέκταση του «Μνημονίου» που αυτή ζήτησε και επέτυχε, εξαιτίας της αβελτηρίας, της πολυγλωσσίας, της «δημιουργικής ασάφειας» και των παλινωδιών της, η κατάσταση στην οικονομία να έχει επιδεινωθεί.

Συγκεκριμένα:

  • Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.
  • Το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται.
  • Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων έχουν «σκαρφαλώσει» σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
  • Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.
  • Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.
  • Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου καταγράφει σημαντικές απώλειες.
  • Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.
  • Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» την οικονομία.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.
  • Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Συμπερασματικά, η ισορροπία που επετεύχθη τα δύο προηγούμενα χρόνια στη δημόσια οικονομία, με μεγάλες θυσίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει διαταραχθεί.

Ενώ και οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Στο πλαίσιο της απόφασης της Βουλής των Ελλήνων για διερεύνηση της περιόδου Οκτώβριος 2009 – Ιανουάριος 2015 εμείς θα συμβάλλουμε ώστε να «χυθεί» φως στα γεγονότα αυτής της περιόδου.

Θα αναζητήσουμε την αλήθεια, προφανώς χωρίς φόβο και με κανένα πάθος εναντίον κανενός.

Προς το σκοπό αυτό προτείνουμε την ακόλουθη λίστα προς εξέταση προσώπων, με βάση τη θεσμική τους ιδιότητα αλλά, όπως αναφέρει και η απόφαση της Βουλής, και με βάση το «ποιοί αποφάσισαν την είσοδο της χώρας στο καθεστώς της μνημονιακής επιτροπείας και υλοποίησαν συγκεκριμένες πολιτικές».

Προφανώς, και το τονίζω, αυτή η λίστα θα επικαιροποιείται και θα εμπλουτίζεται με πρόσωπα εκτός της περιόδου Οκτώβριος 2009 – Ιανουάριος 2015, ανάλογα με τα στοιχεία που θα προκύπτουν από την ακρόαση των προσώπων και την πορεία της Εξεταστικής.

Τα επιπλέον πρόσωπα που θα καλούνται, θα παρεμβαίνουν στη διαδικασία και στη λίστα που θα έχουμε ήδη αποφασίσει.

  • Υπουργοί Οικονομικών

Γεώργιος Παπακωνσταντίνου

Ευάγγελος Βενιζέλος

Φίλιππος Σαχινίδης

Γεώργιος Ζανιάς

Ιωάννης Στουρνάρας

Γκίκας Χαρδούβελης

Γιάνης Βαρουφάκης

Ο τελευταίος, αν και είναι Υπουργός Οικονομικών μετά τον Ιανουάριο του 2015, προτείνεται να κληθεί για 3 λόγους, οι οποίοι και σχετίζονται με το αντικείμενο της εξεταστικής:

1ος λόγος: Διετέλεσε σύμβουλος του πρώην Πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου.

2ος λόγος: Υπέγραψε την 3η τροποποίηση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.

Υπενθυμίζουμε ότι η 1η ήταν το Δεκέμβριο του 2012, προκειμένου να περιληφθεί και η θετική Ευρωπαϊκή απόφαση για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Η 2η ήταν το Δεκέμβριο του 2014, όταν και η προηγούμενη Κυβέρνηση ζήτησε την επέκταση της Σύμβασης για τους 2 πρώτους μήνες του 2015.

Και η 3η ήταν τον εφετινό Φεβρουάριο.

Μάλιστα, το περιεχόμενο των επικαιροποιήσεων των Συμβάσεων είναι το ίδιο.

Διέπονται δε όλες από το αγγλικό δίκαιο.

Εναποθέτουν, σε περίπτωση διαφοράς, την αποκλειστική δικαιοδοσία στα δικαστήρια του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

Συνδέονται δε όλες οι επικαιροποιήσεις με την Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, της 15ης Μαρτίου 2012.

Δηλαδή, με την περίοδο στην οποία αναφέρεται η απόφαση της Βουλής.

3ος λόγος: Η ψηφισθείσα πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής αναφέρει ότι «το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής έχει απολύτως αποτύχει».

Την ίδια στιγμή όμως, ο νυν Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει, εγγράφως, στο Eurogroup, ότι τα δημοσιονομικά επιτεύγματα της προηγούμενης Κυβέρνησης αποτελούν «σημείο αφετηρίας» και «σημείο εκκίνησης» για μια επωφελή για τη χώρα συμφωνία.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

Παράλληλα, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που είχαν συμφωνηθεί, από την προηγούμενη Κυβέρνηση, με τους εταίρους και δανειστές της χώρας και δεσμεύεται να συνεχίσει τις προσπάθειες που ξεκίνησε και υλοποίησε η προηγούμενη Κυβέρνηση σε αρκετούς τομείς.

Αποδέχεται μάλιστα το 70% των δράσεων που περιλαμβάνουν οι συμφωνίες της προηγούμενης Κυβέρνησης με τους εταίρους και ενσωματώνει και το ρόλο του ΟΟΣΑ, που ήδη υφίσταται.

Πώς συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

Τέλος, ο Υπουργός Οικονομικών αποδέχεται τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά που έχει το δημόσιο χρέος, λόγω της επέκτασης της λήξεως ομολόγων και της επίτευξης χαμηλότερων επιτοκίων, απόρροια της διαπραγμάτευσης των προηγούμενων Κυβερνήσεων.

Στα κείμενα μάλιστα του Eurogroup, ο Υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει ότι η δομή του χρέους είναι τόσο σημαντική όσο και ο δείκτης χρέος / ΑΕΠ, προκειμένου να αξιολογηθεί η βιωσιμότητά του.

Μάλιστα αναφέρεται ότι η επέκταση της λήξης των ομολόγων και τα χαμηλότερα επιτόκια, που επέτυχε η προηγούμενη Κυβέρνηση, έχουν ήδη οδηγήσει το δείκτη χρέος / ΑΕΠ, σε χαμηλότερο επίπεδο, σε όρους καθαρής παρούσας αξίας.

Πως συνεπώς το Πρόγραμμα έχει απολύτως αποτύχει;

  • Διοικητές Τράπεζας της Ελλάδος

Γεώργιος Προβόπουλος

Ιωάννης Στουρνάρας (με την καινούργια ιδιότητα μετά τον Ιούνιο του 2014)

  • Γενικοί Γραμματείς Υπουργείου Οικονομικών

Ηλίας Πλασκοβίτης

Γιώργος Μέργος

Χριστίνα Παπακωνσταντίνου

Τάσος Αναστασάτος

  • Γενικοί Διευθυντές Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού ΓΛΚ

Χρήστος Ντζιούνης

Παναγιώτης Καρακούσης

Σταυρούλα Μηλιάκου

  • Επικεφαλής Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας / ΕΛΣΤΑΤ

Εμμανουήλ Κοντοπυράκης

Ανδρέας Γεωργίου

  • Πρόεδροι Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων

Γεώργιος Ζανιάς (με την παλαιότερη ιδιότητά του [Οκτώβριος 2009 – Μάιος 2012])

Παναγιώτης Τσακλόγλου

Χριστόδουλος Στεφανάδης

Τάσος Αναστασάτος

Γεώργιος Χουλιαράκης (ο τελευταίος λόγω και της Έκθεσης του Απριλίου του 2015 για την περίοδο 2013-2014)

  • Γενικοί Διευθυντές ΟΔΔΗΧ

Σπυρίδων Παπανικολάου

Πέτρος Χριστοδούλου

Στυλιανός Παπαδόπουλος

  • Πρόεδροι και Διευθύνοντες Σύμβουλοι Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ)

Παναγιώτης Θωμόπουλος, Πρώην Πρόεδρος

Αναστασία Σακελλαρίου, Πρώην Διευθύνουσα Σύμβουλος

  • Εκπρόσωποι της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

Παναγιώτης Ρουμελιώτης

Θάνος Κατσάμπας

  • ΚΕΠΕ / ΙΟΒΕ / Επιμελητήρια

Παναγιώτης Κορλίρας, Πρώην Πρόεδρος και Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) (Ιανουάριος 2010 – Απρίλιος 2013)

Νικόλαος Φίλιππας, Πρώην Πρόεδρος και Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) (Απρίλιος 2013 – Απρίλιος 2015)

Τάκης Αθανασόπουλος, Πρόεδρος Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Νικόλαος Βέττας, Γενικός Διευθυντής Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Κωνσταντίνος Μίχαλος, Πρόεδρος Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΒΕΑ) και Πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων (ΚΕΕ)

Βασίλειος Κορκίδης, Πρόεδρος Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας

Κωνσταντίνος Κόλλιας, Πρόεδρος Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος

  • Λοιπά πρόσωπα

Κωνσταντίνος Μποτόπουλος, Πρόεδρος Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 

  • Από το εξωτερικό

Dominique StraussKahn, Πρώην Εκτελεστικός Διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

Christine Lagarde, Εκτελεστική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).

JeanClaude Trichet, Πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Mario Draghi, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Joaquin Almunia, Πρώην Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Olli Rehn, Πρώην Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Pierre Moscovici, Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, Φορολογίας και Τελωνείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

JeanClaude Juncker, Πρώην Πρόεδρος του Eurogroup, πρώην Πρωθυπουργός και Υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Επικεφαλείς Τρόικα (principals).

Ομιλία στο Συνέδριο του Economist – “19th Roundtable with the Government of Greece – Europe: The Comeback? Greece: How Resilient?” –

Site_1Κυρίες και Κύριοι,

Εκπροσωπώ σήμερα τον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, κ. Α. Σαμαρά, ο οποίος δυστυχώς, λόγω ενός μικρού παροδικού προβλήματος υγείας, δεν μπορεί να παραστεί, όπως κάνει κάθε χρόνο, στο Συνέδριο και να απευθύνει την προγραμματισμένη ομιλία του.

Εκφράζω, εκ μέρους του, τη λύπη του γι’ αυτό.

Επιτρέψτε μου, στη δική μου τοποθέτηση, να καταθέσω σκέψεις και προτάσεις για την παρούσα κατάσταση και τις προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γνωστό ότι οι οικονομίες της Ευρώπης «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση του 2007-2008.

Η χώρα μας επλήγη περισσότερο.

Κι αυτό γιατί παρουσίαζε, διαχρονικά, υποβόσκουσες ενδογενείς αδυναμίες.

Με αποτέλεσμα να λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.

Και το κυριότερο, με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηριζόταν από εμφανείς, μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, στο θεσμικό, στο πολιτικό, στο κοινωνικό και στο οικονομικό πεδίο.

Οι συνθήκες αυτές επιδεινώθηκαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης και τη διάχυσή της στην Ευρώπη.

Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα είναι, σε όλους μας, γνωστή.

Η κρίση δανεισμού από τις αρχές του 2010, η προσφυγή της χώρας, πριν από 5 χρόνια, στο Μηχανισμό Στήριξης, ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών εκείνης της περιόδου, και η εφαρμογή ενός ασφυκτικού και ανελαστικού Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, από το  Μάιο του 2010 μέχρι και σήμερα.

Πρόγραμμα, το οποίο απαιτούσε «βίαιη» και εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και πλήθος δύσκολων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαίων, διαρθρωτικών παρεμβάσεων.

Πρόγραμμα, το οποίο, παρά τα λάθη στο περιεχόμενό του αναφορικά με το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και την αβελτηρία στην εφαρμογή του στο σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, είχε αρχίσει, με την επιτάχυνση της εφαρμογής του μετά το 2012, να καταγράφει, στο τέλος του 2014, μετρήσιμα θετικά αποτελέσματα.

Η πρόοδος που επετεύχθη, σύμφωνα με την Έκθεση της παρούσας διοίκησης του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, του προηγούμενου μάλιστα μήνα, «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έλαβαν χώρα».

Και συνεχίζει η Έκθεση, «στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής η δημοσιονομική θέση της χώρας βελτιώθηκε σημαντικά, αλλά τέθηκαν και οι βάσεις ώστε η πρόοδος που επετεύχθη στα μακροοικονομικά μεγέθη να μην είναι μόνο κυκλικού χαρακτήρα αλλά να έχει και σημαντικό διαρθρωτικό υπόβαθρο».

Ενδεικτικά:

  • Σταθεροποιήθηκαν τα δημόσια οικονομικά.
  • Επιτεύχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα.
  • Αντιμετωπίστηκαν χρόνιες εσωτερικές και εξωτερικές ανισορροπίες.
  • Ενισχύθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
  • Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη λήξη της παρατεταμένης ύφεσης.

Πράγματι, το 2014, μετά από 6 έτη βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης, η χώρα επέστρεψε σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης.

Ενώ, προβλεπόταν, πριν κάποιους μήνες, να είναι ακόμη υψηλότερος το 2015, προσεγγίζοντας το 3%.

Σ’ αυτή την πρόβλεψη συνέκλιναν όλοι: οι εταίροι, οι διεθνείς οργανισμοί, η Τράπεζα της Ελλάδος, τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα, τα ερευνητικά κέντρα, η προηγούμενη Κυβέρνηση.

Η χώρα, συνεπώς, επέστρεφε στην ανάπτυξη.

Όμως είναι αλήθεια ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.

Και παρά ταύτα, πολιτικές δυνάμεις της χώρας διαπράττουν, για δεύτερη φορά μετά το 2009, το ίδιο λάθος.

Επιβάλλουν εκλογές.

Από τα τέλη Ιανουαρίου, δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς έχουν τον πρώτο και κύριο ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας.

Τους τέσσερις τελευταίους μήνες η αβελτηρία, η πολυγλωσσία, η ασάφεια και οι παλινωδίες αυτής της Κυβέρνησης αποδεικνύονται, καθημερινά, επιζήμιες για τη χώρα και τους πολίτες της.

Χάσαμε χρόνο, αξιοπιστία και συμμάχους.

Η αβεβαιότητα βαθαίνει και επεκτείνεται.

Και οι προβληματισμοί πολλαπλασιάζονται, όχι μόνο στην οικονομία αλλά σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής:

  • Στη λειτουργία του Κράτους, που υποσκάπτεται από τις μεθοδεύσεις νεποτισμού στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού και από την ακύρωση τομών στη δημόσια διοίκηση.
  • Στην ασφάλεια των πολιτών, που απειλείται από την επαναφορά ασύλων παρανομίας και ατιμωρησίας.
  • Στην αντιμετώπιση και διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης.
  • Στα εθνικά μας θέματα, όπου στρατηγικές συμμαχίες διαταράσσονται.
  • Στη λειτουργία των θεσμών, όπου πρακτικές που άλλοτε ξορκίζονταν ως αντισυνταγματικές τώρα υιοθετούνται ως αναγκαίες, και μάλιστα επαναλαμβάνονται.
  • Στην παιδεία, όπου αποψιλώνεται η αξιολόγηση και αποδομείται η αριστεία, αποκόπτοντας έτσι τη χώρα από τα τεκταινόμενα στον Ευρωπαϊκό χώρο.

Ενώ, το πεδίο της οικονομίας έχει καλυφθεί από την «ομίχλη της ανασφάλειας».

Ποιά όμως, Κυρίες και Κύριοι, είναι σήμερα η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας;

Κωδικοποιημένα:

1ον. Η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης, μετά την ανάκαμψή της το 2014.

Οι διεθνείς και εγχώριοι θεσμοί και οργανισμοί αναθεωρούν, προς το δυσμενέστερο, τις εκτιμήσεις τους για το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης του 2015.

Έτσι, ενδεικτικά, ενώ οι αρχικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν για οικονομική ανάπτυξη 2,9% το 2015 (προβλέψεις Νοεμβρίου 2014), αναθεωρήθηκαν στο 2,5% (προβλέψεις Φεβρουαρίου 2015) και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, αυτές διαμορφώθηκαν στο 0,5%.

Υπάρχουν μάλιστα και προβλέψεις άλλων οργανισμών, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα κινδυνεύει να «βουτήξει», και πάλι, στην ύφεση.

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες η ΕΛΣΤΑΤ επιτείνουν αυτή την ανησυχία.

Ενώ, και οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανεργία, οι οποίες ήταν σταθερές μέχρι το Φεβρουάριο του 2015, αναθεωρήθηκαν, το τελευταίο τρίμηνο, προς το δυσμενέστερο.

2ον. Το επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώνεται.

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος έχει «πέσει» στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 μηνών, μειώνεται ραγδαία το τελευταίο τρίμηνο, ενώ διευρύνεται και η απόστασή του από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Δηλαδή, έχει καταρρεύσει τόσο η ψυχολογία όσο και οι προσδοκίες επενδυτών και καταναλωτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

3ον. Οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων έχουν «σκαρφαλώσει» σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Όταν, μάλιστα, οι αποδόσεις τίτλων των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Είναι προφανές πως η προεκλογική πρόβλεψη της Κυβέρνησης, ότι οι αγορές θα «χορεύουν» σύμφωνα με τις επιθυμίες, δεν επαληθεύεται.

4ον. Το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τους τελευταίους μήνες, μέσω των εκδόσεων εντόκων γραμματίων 3μηνης και 6μηνης διάρκειας, αυξάνεται.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι, κατά το 1ο τετράμηνο του 2015, οι τόκοι να είναι αυξημένοι περίπου κατά 500 εκατ. ευρώ έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2014.

Επιβαρύνοντας έτσι τον Έλληνα φορολογούμενο.

5ον. Οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης υποβαθμίζουν, και πάλι, τη χώρα.

Μάλιστα, οι προοπτικές αναθεώρησης των εκτιμήσεών τους είναι προς το δυσμενέστερο.

6ον. Ο δείκτης του Χρηματιστηρίου καταγράφει σημαντικές απώλειες.

Επενδυτές εγκαταλείπουν ή «παγώνουν» τα επενδυτικά τους σχέδια στη χώρα μας.

Μάλιστα, όπως ορθώς επισημαίνει και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνο όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και όσες τα χρόνια της κρίσης άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις.

Απειλεί δηλαδή, την υγιή επιχειρηματικότητα.

7ον. Η δημόσια οικονομία παρουσιάζει τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώνεται σε χαμηλότερο επίπεδο από πέρυσι.

Ενώ, οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης εμφανίζουν πρωτογενές έλλειμμα.

Πρωτογενές έλλειμμα το οποίο, μήνα με το μήνα, διευρύνεται.

8ον. Τα προβλήματα ρευστότητας οξύνονται δραματικά.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν αυξηθεί, το 1ο τρίμηνο του έτους, κατά 720 εκατ. ευρώ.

Η αύξηση αυτή είναι και συνεχής και διευρυνόμενη.

Υπενθυμίζεται ότι αυτές οι οφειλές είχαν μειωθεί περίπου κατά 70% την προηγούμενη διετία, από τα 9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2012 στα 3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Επιβεβαιώνεται έτσι, και πάλι, ότι η Κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εσωτερική στάση πληρωμών, η οποία έχει οδηγήσει σε «ασφυξία» την οικονομία.

Η κατάσταση δε, μήνα με το μήνα, επιδεινώνεται.

9ον. Η Κυβέρνηση έχει «σκουπίσει» τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, προχωρώντας πλέον και σε αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό.

10ον. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων μειώνονται σταθερά, και τα «κόκκινα δάνεια», διαρκώς, αυξάνονται.

11ον. Οι εγγυήσεις μέσω του μηχανισμού Έκτακτης Ενίσχυσης Ρευστότητας (ELA) αυξάνονται, μήνα με το μήνα, εντυπωσιακά.

Έτσι, ο ELA διαμορφώθηκε στα 75 δισ. ευρώ στο τέλος Απριλίου, από 0 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Συνεπώς, το κόστος δανεισμού των τραπεζών έχει διογκωθεί, με δυσμενείς επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, τις πρώτες 100 ημέρες της θητείας της, δεν έχει καλές επιδόσεις στην οικονομία.

Μάλιστα, από εβδομάδα σε εβδομάδα, η κατάσταση χειροτερεύει και τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται.

Η ισορροπία που επετεύχθη τα δύο προηγούμενα χρόνια στη δημόσια οικονομία, με μεγάλες θυσίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει διαταραχθεί.

Ενώ, και οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι ευοίωνες.

Την ίδια περίοδο μάλιστα που, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης βελτιώνονται και το κόστος δανεισμού συρρικνώνεται, εξαιτίας του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και της εξαιρετικά διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, που επενεργούν προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των συνθηκών χρηματοδότησης.

Εξελίξεις στις οποίες δεν μπορεί να συμμετάσχει η χώρα μας.

Επιβάλλεται, συνεπώς, η Κυβέρνηση να επιδείξει σύνεση και ρεαλισμό.

Να αφήσει στην άκρη την «επικοινωνιακή διαχείριση» των προβλημάτων και τον ριζοσπαστικό ακτιβισμό που είχε στη θέση της αντιπολίτευσης.

Να σταματήσει το εγχείρημα μετακύλισης των ευθυνών στην Αντιπολίτευση, σε θεσμούς και σε πρόσωπα, προκειμένου να ξεπεράσει τις παλινωδίες και τα λάθη που έχουν οδηγήσει τη χώρα σε όξυνση των αδιεξόδων της.

Και να κινηθεί γρήγορα.

Να εργαστεί με σχέδιο ώστε να επανασυνδεθεί η χώρα με τη διαδικασία της ανάταξης της οικονομίας.

Άλλωστε, σύμφωνα και με την Έκθεση του σημερινού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Οικονομικών, οι βάσεις έχουν τεθεί, αφού η χώρα επέτυχε, τα έτη 2013 και 2014, «τη στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό».

Κατά την πεποίθησή μoυ το σχέδιο αυτό, πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μιας ολοκληρωμένης και συνεκτικής στρατηγικής, με στόχο την επίτευξη δυναμικής και βιώσιμης ανάπτυξης, με κοινωνική συνοχή.

Βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής πρέπει να είναι:

1ος. Η διασφάλιση της σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών, μέσω της εφαρμογής αλλά και ενίσχυσης των ήδη θεσπισμένων κανόνων και πρακτικών χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας.

Δυστυχώς όμως, όπως ήδη ανέφερα, η δημόσια οικονομία παρουσιάζει σήμερα τριγμούς αποσταθεροποίησης.

Ενώ υπάρχουν και κυβερνητικές φωνές που υποστηρίζουν επικίνδυνες επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, και όχι για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης όπου πράγματι αυτές είναι αναγκαίες και έχουν ξεκινήσει από το 2014, με τη διανομή του «κοινωνικού μερίσματος».

2ος. Η πραγματοποίηση, ακόμη περισσότερων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών.

Μεταρρυθμίσεις, που θα βοηθήσουν στη διατήρηση ή/και στη δημιουργία νέων εξωστρεφών και ανταγωνιστικών εγχώριων επιχειρήσεων και στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων.

3ος. Η βελτίωση της «ποιότητας» των δημόσιων οικονομικών.

Αυτό θα επιτευχθεί με την αύξηση της αποτελεσματικότητας των πόρων και με την ενίσχυση, σταδιακά, των δαπανών που έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και απόδοση, προάγουν την οικονομική ανάπτυξη και δημιουργούν υψηλή κοινωνική ανταποδοτικότητα.

Αυτός ο προσανατολισμός των δημόσιων δαπανών συνάδει και με τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία η ανάδειξη παραγόντων όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία συνιστούν «ατμομηχανές» για μια ισχυρή και σύγχρονη αναπτυξιακή δυναμική.

Είναι προφανές, ότι η κατάργηση των μεταρρυθμίσεων στο χώρο της εκπαίδευσης που είχαν υιοθετηθεί τα τελευταία δέκα χρόνια, με τη μέγιστη μάλιστα πολιτική και κοινωνική συναίνεση, θα αποτελέσει αναπτυξιακή τροχοπέδη.

Η Κυβέρνηση, αντί να προωθήσει με βελτιωτικές ρυθμίσεις την αξιολόγηση και την αριστεία, ουσιαστικά τις αποδομεί, επαναφέρει τον κομματισμό και τη συναλλαγή και κολακεύει τη μετριότητα.

Λόγω ιδεοληψιών κάνει βήματα προς τα πίσω.

4ος. Η ταχύτερη και εμπροσθοβαρής υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων μέσω της ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ.

Είναι προφανές, ότι η συγκράτηση των δαπανών του ΠΔΕ προκειμένου να καλυφθεί μέρος των ταμειακών αναγκών της χώρας, περιορίζει τις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας.

5ος. Η αξιοποίηση των ανταγωνιστικών μας πλεονεκτημάτων.

Του τουρισμού, της ναυτιλίας, αλλά και της αγροτικής παραγωγής.

Της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της μεταποίησης αγροτο-κτηνοτροφικών προϊόντων.

6ος . Η ανάδειξη της σημασίας της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας.

7ος. Η εξασφάλιση ομαλής χρηματοδότησης της οικονομίας και η αποτελεσματική διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση.

Δυστυχώς, σήμερα, οι τράπεζες δέχονται ισχυρές πιέσεις, τόσο στο παθητικό τους όσο και στο ενεργητικό τους.

Και η χρηματοδότηση μέσω του έκτακτου μηχανισμού παροχής ρευστότητας, με βάση τους κανόνες του Ευρωσυστήματος, αναγκαστικά συνεπάγεται σημαντικά υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για τα πιστωτικά ιδρύματα.

Ενώ, αυτή η χρηματοδότηση δεν καταλήγει – όπως θα έπρεπε – στον ιδιωτικό τομέα, αλλά κατευθύνεται για την αναπλήρωση των κενών ρευστότητας από την απόσυρση των ταμειακών διαθεσίμων φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και από την αγορά εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, απορροφώντας, το Δημόσιο, όλη τη ρευστότητα.

8ος. Η εντατικότερη υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου.

Οι ιδιωτικοποιήσεις εκείνες, που συνιστούν ταυτόχρονα παραγωγικές ξένες άμεσες επενδύσεις, μπορούν να συμβάλουν στην εισαγωγή τεχνογνωσίας, στον εκσυγχρονισμό και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιχειρήσεων που ιδιωτικοποιούνται, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, αλλά και στον περιορισμό των δανειακών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου και, τελικά, στη μείωση του δημοσίου χρέους μεσοπρόθεσμα.

Δυστυχώς όμως, οι Κυβερνητικές αμφισημίες και η πολυγλωσσία επί του θέματος, οδηγούν πολλές επενδύσεις είτε στην ακύρωση είτε στην «κατάψυξη».

9ος. Η δημιουργία ενός δίκαιου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους.

Αφού επιτεύχθησαν οι αναγκαίοι ποσοτικοί στόχοι για τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και της μισθολογικής δαπάνης, οφείλουμε να περάσουμε στην εκπλήρωση των κρίσιμων ποιοτικών μεταρρυθμίσεων.

Με προτεραιότητα τη λειτουργική αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα, την ενίσχυση της διαφάνειας, την εξασφάλιση της ισονομίας, την αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και την εδραίωση ενός διαφανούς πλαισίου αξιολόγησης και επιβράβευσης της παραγωγικότητας.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η προηγούμενη Κυβέρνηση ξεκίνησε την υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης προσπάθειας βελτίωσης της λειτουργίας και αποκατάστασης του κύρους της δημόσιας διοίκησης.

Δυστυχώς, και σε αυτό το πεδίο, μέσα από σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, η Κυβέρνηση προωθεί την πλήρη αποδόμηση όσων είχαν τεθεί σε εφαρμογή, οδηγώντας στην οπισθοδρόμηση και στην παράδοση και διολίσθηση της δημόσιας διοίκησης στα «συντεχνιακά συμφέροντα», σε βάρος των πολιτών.

10ος. Η σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αυτό θα επιτευχθεί με τη διασφάλιση περιβάλλοντος δημοσιονομικής και φορολογικής σταθερότητας και με την ένταξη του «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της, επιτυγχάνοντας τη φορολόγησή του.

Έχει αποδειχθεί, και στη χώρα μας, ότι η δημοσιονομική προσαρμογή είναι βιώσιμη όταν επιτυγχάνεται, κυρίως, από το σκέλος των δαπανών.

11ος. Η περαιτέρω ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Το «προφίλ» του έχει ήδη βελτιωθεί.

Η μέση διάρκειά του έχει χρονικά υπερδιπλασιασθεί, το μέσο επιτόκιό του έχει μειωθεί, οι δαπάνες για τόκους έχουν υποχωρήσει.

Είναι, όμως, επίσης, αλήθεια ότι, εφόσον τηρούμε τις δεσμεύσεις μας, οι εταίροι και δανειστές μας υποχρεούνται να αναλάβουν, σύντομα, συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, στη βάση της απόφασης του Νοεμβρίου του 2012.

Ρεαλιστικές λύσεις, εφικτές τεχνικές, ισοδύναμοι τρόποι υπάρχουν.

Και σε αυτή την άποψη έχει προσχωρήσει, πλέον, και η σημερινή Κυβέρνηση.

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά την εκτίμησή μου, αυτός είναι ο ορθός δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Για το λόγο αυτό είναι εθνική ανάγκη να διαφυλαχθούν όλα όσα έχουν επιτευχθεί, με τόσο μεγάλο κόπο και κόστος.

Η μέχρι σήμερα πορεία σε συνθήκες «ομίχλης» από ασάφεια, ανασφάλεια και αβεβαιότητα, έχει οδηγήσει σε καθήλωση την οικονομία.

Οι μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις, με τους εταίρους και δανειστές, στο θολό περιβάλλον, έχουν κόστος για την οικονομία.

Από την πλευρά μας, πρέπει οι θέσεις μας στις διαπραγματεύσεις να είναι τεκμηριωμένες, για να είναι διεκδικητικές και αποτελεσματικές.

Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι η Ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι την εξομάλυνση των αντιφάσεων μεταξύ προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων και τη διευθέτηση των εσωτερικών αντιθέσεων στα κόμματα της συγκυβέρνησης.

Εύχομαι η Κυβέρνηση, με την τελική συμφωνία, να πετύχει οφέλη για τη χώρα τα οποία θα υπερβούν το κόστος.

Προς αυτή την κατεύθυνση καλούμε να συνδράμουν έμπρακτα και οι εταίροι και δανειστές.

Όλοι μας πρέπει να γνωρίζουμε ότι κανένας δεν έχει συμφέρον από την παράταση μιας «προβληματικής» κατάστασης σε χώρα της Ευρωζώνης.

Σε κάθε περίπτωση, στην πατρίδα μας, μετά τη δοκιμή και της ριζοσπαστικής αριστεράς στη διακυβέρνηση, πιστεύω ότι είναι καιρός να σταματήσουμε τις ιδεοληπτικές σκιαμαχίες και τους υψηλούς τόνους και όλες οι κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφορές και τον ανά περίοδο ρόλο μας στο πολιτικό σκηνικό, να «βάζουμε διαρκώς πλάτη» ώστε η χώρα να βγει γρήγορα και οριστικά από το τέλμα, να αναπτυχθεί με δικαιοσύνη και συνοχή και να πορευθεί με αξιοπρέπεια και δυναμισμό στο διεθνές σκηνικό.

Πιστεύω ότι αυτό είναι το πρώτο, το κύριο καθήκον κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδας.

Ελπίζω ότι θα ανταποκριθούμε.

TwitterInstagramYoutube