«Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ πρωταθλήτρια στη φοροεπιδρομή, ουραγός στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής»
Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας και ο Υπεύθυνος του Τομέα Φορολογικής Πολιτικής, βουλευτής Ημαθίας, κ. Απόστολος Βεσυρόπουλος, σχετικά με τα στοιχεία για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, που έδωσε στη δημοσιότητα η Κυβέρνηση, έκαναν την ακόλουθη δήλωση:
«Τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής εκθέτουν την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Κυβέρνηση η οποία αφού είχε κάνει – προεκλογικά και μετεκλογικά – “σημαία” τις λίστες και το λαθρεμπόριο, σήμερα αποδεικνύεται ότι απέτυχε.
Κυβέρνηση η οποία υποσχόταν, στα λόγια, 3 δις ευρώ έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής μέσα στους πρώτους 6 μήνες. Και σήμερα, στην πράξη, μετά από σχεδόν 2 χρόνια, έχει εισπράξει ελάχιστα.
Ειδικότερα:
Το 2013 και το 2014, ξεκίνησε ο έλεγχος σε 401 υποθέσεις της λίστας Λαγκάρντ.
Από τις αρχές του 2015 έως σήμερα, ξεκίνησε ο έλεγχος σε 212 υποθέσεις. Μάλιστα το πρώτο εξάμηνο του 2016 σε 44! Η ολοκλήρωση κάποιων ελέγχων, τα βεβαιωθέντα έσοδα, καθώς και τα ελάχιστα εισπραχθέντα ποσά (μόλις 38.000.000 ευρώ από την έναρξη ελέγχου της λίστας το 2013) είναι προϊόν δουλειάς και ωρίμανσης ελέγχων της προηγούμενης περιόδου.
Μέχρι το 2015, ξεκίνησε ο έλεγχος 1.482 υποθέσεων εμβασμάτων του εξωτερικού.
Εφέτος, η Κυβέρνηση ξεκίνησε ελέγχους μόλις σε 9 υποθέσεις. Μάλιστα, το 1ο εξάμηνο του έτους, δεν έκανε κανέναν έλεγχο!
Το 2014, έγιναν 27.365 έλεγχοι για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου καυσίμων.
Το 2015, οι έλεγχοι συρρικνώθηκαν στους 8.859 και το 2016, ακόμη περισσότερο, στους 2.567! Επιπλέον, η Κυβέρνηση επιδεικνύει, εκτός από ανικανότητα, και μια “περίεργη” αδράνεια στα ζητήματα της καταπολέμησης του λαθρεμπορίου καυσίμων.
Συγκεκριμένα, δεν έχει προχωρήσει η αξιοποίηση και διασταύρωση του συστήματος εισροών – εκροών στα πρατήρια, που η σημερινή Κυβέρνηση βρήκε έτοιμο και εγκατεστημένο. Ενώ η Κυβέρνηση δεν προχώρησε στο διαγωνισμό για την μοριακή ιχνηθέτηση καυσίμων, στην τοποθέτηση συστήματος GPS στα βυτιοφόρα και συστήματος εισροών – εκροών στις εταιρείες παραγωγής και διακίνησης καυσίμων και στα διυλιστήρια, για να ελεγχθεί η διακίνησή τους σε όλα τα στάδια.
Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, μέχρι τέλος του 2014, είχαν εισπραχθεί 34.300.000 ευρώ στον ειδικό λογαριασμό που άνοιξε η προηγούμενη Κυβέρνηση στην Τράπεζα της Ελλάδος για τη συγκέντρωση χρηματικών ποσών τα οποία προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Όσα περίπου είναι και όλα τα εισπραχθέντα μέχρι σήμερα ποσά από τη λίστα Λαγκάρντ! Αυτά τα ποσά κατευθύνθηκαν στην εκπαίδευση, την έρευνα, την υγεία και την κοινωνική αλληλεγγύη.
Η παρούσα Κυβέρνηση, το 2015, συγκέντρωσε μόλις 4.000.000 ευρώ!
Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είναι πρωταθλήτρια στη φοροεπιδρομή, αλλά ουραγός στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής».
«Υπερφορολόγηση και ύφεση τα χαρακτηριστικά του προσχεδίου του προϋπολογισμού 2017»
Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, για το προσχέδιο του προϋπολογισμού 2017, έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Το προσχέδιο του προϋπολογισμού:
Επιβεβαιώνει ότι η χώρα επέστρεψε στην ύφεση το 2015 και παραμένει σε αυτήν την κατάσταση και το 2016.
Καταδεικνύει ότι το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώθηκε, αφού επιβλήθηκαν νέοι φόροι και περικοπές σε συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα, συνολικού ύψους 9 δις ευρώ.
Αποδεικνύει ότι η χώρα έχει ήδη χάσει δύο χρόνια και οδεύει για τον τρίτο.
Για το 2017, το προσχέδιο στηρίζεται σε μη ρεαλιστικές προβλέψεις, κυρίως για την ανάπτυξη της οικονομίας, αφού περικλείει ένα νέο “τσουνάμι” φόρων, ύψους 2,5 δις ευρώ, που θα επιβαρύνει, ακόμη περισσότερο, την ιδιωτική κατανάλωση και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και θα αποθαρρύνει τις ιδιωτικές επενδύσεις.
Μάλιστα, η επιβολή κυρίως έμμεσων φόρων, κάνει τον προϋπολογισμό κοινωνικά ακόμη πιο άδικο.
Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει και η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η οποία κάνει λόγο για “φοροκεντρική λιτότητα” και “υφεσιακό προϋπολογισμό”, που εδράζεται σε αισιόδοξες προβλέψεις και σε ένα λανθασμένο μείγμα οικονομικής πολιτικής, με την υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Είναι σαφές ότι χρειάζεται μια άλλη οικονομική πολιτική.
Με εμπροσθοβαρή υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και με αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών.
Αυτά όμως προϋποθέτουν μία Κυβέρνηση αποτελεσματική και αξιόπιστη, που θα ισορροπεί μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων κατά τη συζήτηση του Προσχεδίου του Κρατικού Προϋπολογισμού 2017
Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,
Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού επιβεβαιώνει ότι η χώρα, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, έχασε 2 χρόνια και «οδεύει» για το 3ο έτος.
Συγκεκριμένα:
Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση, όπου και παραμένει.
Το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε.
Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές – ιδιωτών και Δημοσίου – διογκώθηκαν.
Η μείωση της ανεργίας επιβραδύνθηκε.
Το κόστος δανεισμού αυξήθηκε.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια διογκώθηκαν.
Οι καταθέσεις παρουσίασαν πρωτοφανή από την αρχή της κρίσης συρρίκνωση.
Ταπεινωτικές δεσμεύσεις – όπως το υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων και ο «κόφτης» – αναλήφθηκαν.
Νέα μέτρα – ένα «τσουνάμι» φόρων και περικοπές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, στα εφάπαξ και στην κοινωνική προστασία, ύψους 9 δισ. ευρώ – επιβλήθηκαν.
Το αποτέλεσμα; Το βιοτικό επίπεδο των πολιτών συρρικνώθηκε.
Και ενώ η χώρα, το 2016, σέρνεται στο τέλμα, οι προβλέψεις της Κυβέρνησης για το 2017 είναι μη ρεαλιστικές.
Αξίζουν ορισμένες επισημάνσεις:
1η Επισήμανση: Η πρόβλεψη της Κυβέρνησης για ανάπτυξη 2,7% το 2017, αν και θεμιτή, δεν είναι ρεαλιστική.
Γιατί όμως δεν είναι;
1ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8%.
Αυτό είναι εξαιρετικά αισιόδοξο σε μία χρονιά κατά την οποία θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Και αυτό γιατί επιβάλλονται νέοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι και περικοπές στις συντάξεις και την κοινωνική προστασία, ύψους περίπου 2,6 δισ. ευρώ μόνο για το 2017.
Ενώ και η μείωση της ανεργίας, που ξεκίνησε το 2014 και θα μπορούσε – μέσω της αύξησης της απασχόλησης – να συμβάλει στην ενίσχυση της κατανάλωσης, επιβραδύνεται.
2ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει αύξηση των επενδύσεων κατά 9,1%.
Κι αυτό όμως είναι εξαιρετικά αισιόδοξο.
Αλήθεια, πως θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν η Κυβέρνηση «στραγγαλίζει» τον ιδιωτικό τομέα με την υπερφορολόγηση, τη «στάση πληρωμών» και την στέρηση ρευστότητας;
Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις με μία Κυβέρνηση που επιδεικνύει αναβλητικότητα και αβελτηρία και διακατέχεται από ιδεολογικές εμμονές και αγκυλώσεις σε ότι αφορά την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών;
Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών έχει καταρρεύσει;
Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία της Κυβέρνησης;
3ον. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι «θα αυξηθεί η πιστωτική επέκταση στην οικονομία».
Βασικός μηχανισμός επίτευξης αυτού του στόχου είναι το τραπεζικό σύστημα.
Πώς θα μπορέσει να διοχετεύσει πόρους στην οικονομία το τραπεζικό σύστημα όταν έχουν ενισχυθεί οι καταθέσεις μόλις κατά 500 εκατ. ευρώ από τις αρχές του έτους, ενώ τα «κόκκινα δάνεια» συνεχίζουν να αυξάνονται, με αποτέλεσμα να έχει διευρυνθεί και διογκωθεί η «πιστωτική ασφυξία»;
Συμπερασματικά, η πρόβλεψη της Κυβέρνησης αποτελεί, απλώς, «ευσεβή πόθο» της.
Ακόμη όμως και αν αποδεχθούμε τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η απώλεια πλούτου σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις είναι 24 δισ. ευρώ μόνο για το 2017.
Αυτό είναι το οδυνηρό «αποτύπωμα» της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.
2η Επισήμανση: Η δημοσιονομική στρατηγική της Κυβέρνησης, η οποία καθοδηγείται από μια ιδεοληπτική εμμονή αύξησης των φόρων, δεν θα αποφέρει τα προσδοκώμενα από την ίδια αποτελέσματα.
Μία αναδρομή στους απολογισμούς των «μνημονιακών» Προϋπολογισμών το επιβεβαιώνει.
Συγκεκριμένα:
Τα φορολογικά έσοδα από το 2010 μέχρι και το 2015, παρά την αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, συνεχώς μειώνονται.
Τα φορολογικά έσοδα το 2015 ήταν τα χαμηλότερα της δεκαετίας, παρά την επιβολή νέων, πρόσθετων φόρων από την σημερινή Κυβέρνηση.
Η μοναδική χρονιά κατά την οποία παρατηρήθηκε σταθεροποίηση των φορολογικών εσόδων ήταν το 2014. Θυμίζουμε ότι εκείνη τη χρονιά, η οικονομία σταθεροποιήθηκε επιτυγχάνοντας για πρώτη – και μοναδική μέχρι σήμερα φορά από την αρχή της κρίσης – θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, ενώ η τότε Κυβέρνηση προχώρησε και στις πρώτες στοχευμένες μειώσεις φορολογικών συντελεστών.
Συμπερασματικά, η στρατηγική της δημοσιονομικής προσαρμογής μέσω της αύξησης των φορολογικών συντελεστών, ειδικά σε ένα υφεσιακό μακροοικονομικό περιβάλλον, έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.
3η Επισήμανση: Η Κυβέρνηση, κατά την προσφιλή τακτική της, «κατασκευάζει πανηγύρια» για την πορεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού.
Αλήθεια όμως, στο εν λόγω θέμα γιατί πανηγυρίζει;
Για το γεγονός ότι ουσιαστικά έχει κηρύξει «εσωτερική στάση πληρωμών»;
Για το ότι «έσπρωξε» σε εφάπαξ εξόφληση τον ΕΝΦΙΑ μέσω πιστωτικών καρτών;
Για τους συμψηφισμούς δικαιούμενων επιστροφών φόρου εισοδήματος με τον οφειλόμενο ΕΝΦΙΑ;
Ή για το ότι, με την ιδεοληπτική εμμονή της στην αύξηση των φόρων, δημιουργεί μια σειρά από «ωρολογιακές βόμβες» στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας;
Συγκρατήστε μερικές, που θα τις βρούμε μπροστά μας το 2017:
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών διογκώνονται. Συγκεκριμένα, από την αρχή του έτους, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές έχουν αυξηθεί περίπου κατά 9 δισ. ευρώ.
Η «μαύρη τρύπα» στα ασφαλιστικά ταμεία βαθαίνει. Το αποτέλεσμα είναι η Κυβέρνηση να «σπάσει τον κουμπαρά» του Λογαριασμού Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων.
Τα «κόκκινα» δάνεια» στο τραπεζικό σύστημα αυξάνονται.
Η ρευστότητα και η βιωσιμότητα φορέων του δημοσίου, όπως είναι η ΔΕΗ και οι αστικές συγκοινωνίες επιδεινώνονται.
Αυτά τα στοιχεία εκτιμώ ότι δεν προσφέρονται για «πανηγυρισμούς».
Θα έπρεπε να είχαν ήδη βάλει την Κυβέρνηση σε σοβαρούς προβληματισμούς.
4η Επισήμανση: Οι δαπάνες για μισθούς, συντάξεις, ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία παραμένουν σταθερές το 2017, περίπου στα 32,5 δισ. ευρώ, παρά την «κυβερνητική διαφήμιση» για την πλήρη εφαρμογή του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης.
Με λίγα λόγια, η Κυβέρνηση «τα παίρνει από τη μία τσέπη», με την περικοπή των συντάξεων και του ΕΚΑΣ και την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, για να «τα δώσει από την άλλη».
5η Επισήμανση: Παρά την αύξηση του εθνικού σκέλους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, οι συνολικές δαπάνες του Προγράμματος παραμένουν, το 2017, σταθερές.
6η Επισήμανση: Η Κυβέρνηση διόγκωσε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, ενώ επιδεικνύει ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα στην αποπληρωμή τους.
Συγκεκριμένα, σήμερα, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου έχουν αυξηθεί κατά 63% από τις αρχές του 2015.
Ταυτόχρονα, η Κυβέρνηση δεν μπορεί να διοχετεύσει τα διαθέσιμα χρήματα στην αγορά και δημιουργεί νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Το 2016, στην καλύτερη περίπτωση, θα αποπληρωθούν οι μισές από αυτές, μεταθέτοντας την πλήρη αποπληρωμή τους για αργότερα, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.
Συνεπώς, η αποτυχία της Κυβέρνησης και σε αυτό το πεδίο είναι αποδεδειγμένη.
Συμπερασματικά, η σημερινή Κυβέρνηση απέδειξε ότι δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μπροστά.
Είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση, αποτελεσματική και αξιόπιστη. Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας η οποία θα υλοποιήσει εμπροσθοβαρώς διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις.
Θα προωθήσει την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης των πολιτών.
Και θα ισορροπήσει σε καλό σημείο μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
“Η αύξηση φόρων οδηγεί σε μειωμένα φορολογικά έσοδα”
Η δημοσιονομική στρατηγική της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, η οποία καθοδηγείται από μια ιδεοληπτική εμμονή αύξησης των φόρων, δεν θα αποφέρει τα προσδοκόμενα από την ίδια αποτελέσματα.
Μία αναδρομή στους απολογισμούς των «μνημονιακών» Προϋπολογισμών το επιβεβαιώνει.
Συγκεκριμένα:
1ον. Τα φορολογικά έσοδα, από το 2010 μέχρι και το 2015, παρά την αύξηση της φορολογίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, συνεχώς μειώνονται.
2ον. Η μοναδική χρονιά κατά την οποία παρατηρήθηκε σταθεροποίηση των φορολογικών εσόδων ήταν το 2014. Θυμίζουμε ότι εκείνη τη χρονιά, η οικονομία σταθεροποιήθηκε επιτυγχάνοντας για πρώτη – και μοναδική μέχρι σήμερα φορά από την αρχή της κρίσης – θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης (+0,7%), ενώ η τότε Κυβέρνηση προχώρησε και στις πρώτες στοχευμένες μειώσεις φορολογικών συντελεστών (κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες τον ΦΠΑ στην εστίαση, κατά 30% τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, κατά 30% την έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, κατά 5% τις ασφαλιστικές εισφορές κ.α.).
3ον. Τα φορολογικά έσοδα το 2015 ήταν τα χαμηλότερα της δεκαετίας, παρά την επιβολή νέων, πρόσθετων φόρων από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.
Συμπερασματικά, η στρατηγική της δημοσιονομικής προσαρμογής κυρίως μέσω της αύξησης των φορολογικών συντελεστών, ειδικά σε ένα υφεσιακό μακροοικονομικό περιβάλλον, έχει αποδειχθεί οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη.
Ενώ, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική, έχει αποδειχθεί και μη διατηρήσιμη (βλέπετε μελέτες Τράπεζας της Ελλάδος, ΕΚΤ, ΟΟΣΑ κ.α.).
Για τους λόγους αυτούς, η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει τη σταδιακή μείωση φορολογικών συντελεστών, όπως παρουσιάστηκαν από τον Πρόεδρό της κ. Μητσοτάκη στην ΔΕΘ.
Και πως μπορεί αυτό να γίνει;
Με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Με μία αξιόπιστη Κυβέρνηση και με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως άλλωστε έγινε και το 2014.
Με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών, κυρίως σε περιοχές που αυτές διογκώθηκαν επί της σημερινής διακυβέρνησης (π.χ. διόρθωση αποκλίσεων στην εκτέλεση Προϋπολογισμών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης το 2015, νέες διοικητικές δομές, αύξηση του κόστους δανεισμού κ.α.).
Με τη συρρίκνωση της «παραοικονομίας» και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, υλοποιώντας – μεταξύ άλλων – ένα συνεκτικό πλέγμα διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων για την προώθηση και επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως πρόσφατα, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, δημόσια καταθέσαμε.
Με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% από 3,5% του ΑΕΠ.
Και φυσικά με την επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.
Για να γίνουν όμως αυτά απαιτείται η Κυβέρνηση να είναι τεκμηριωμένη, να διαθέτει αξιοπιστία και να μην διακρίνεται από ιδεολογικές εμμονές.
Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκλησή τους να συμμετάσχω σε αυτό.
Και να τους συγχαρώ γι’ αυτή τη δημιουργική πρωτοβουλία σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αβεβαιότητας και ανασφάλειας.
Κυρίες και Κύριοι,
Όπως είναι γνωστό, οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, το 2008, «χτυπήθηκαν» έντονα από την παγκόσμια κρίση.
Κρίση δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική.
Κρίση μεταδοτική.
Κρίση που βρήκε το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα «ανοχύρωτο», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισής της.
Και την Ελλάδα με ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα που χαρακτηρίζονταν από εμφανείς και υποβόσκουσες μακροχρόνιες παθογένειες στο αξιακό, θεσμικό, πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πεδίο.
Η μεταγενέστερη εξέλιξη των γεγονότων στη χώρα είναι, σε όλους, γνωστή.
Η κρίση δανεισμού την άνοιξη του 2010 και η εν συνεχεία προσφυγή της χώρας στο Μηχανισμό Στήριξης, ως αποτέλεσμα και μιας σειράς λανθασμένων πολιτικών επιλογών και χειρισμών εκείνης της περιόδου.
Και από τότε μέχρι και σήμερα, η εφαρμογή ασφυκτικών Προγραμμάτων Οικονομικής Πολιτικής.
Κυρίες και Κύριοι,
Ποιά είναι τα συμπεράσματα που μπορούμε να εξάγουμε από την εφαρμογή αυτών των Προγραμμάτων στη χώρα μας;
Γενικό συμπέρασμα: Οικονομικό πρόγραμμα «πανάκεια» για την αντιμετώπιση οικονομικής κρίσης δεν υπάρχει.
Το ανά περίπτωση κατάλληλο πρόγραμμα εξαρτάται από σειρά ενδογενών και εξωγενών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, πολιτισμικών παραγόντων και παραμέτρων, ελεγχόμενων και μη ελεγχόμενων από την χώρα που έχει το πρόβλημα.
Η επιτυχής ανάλυση αυτών, η συγκρότηση της κατάλληλης στρατηγικής και η αποτελεσματική εφαρμογή των πολιτικών της προσδιορίζει και τον βαθμό συμβολής του προγράμματος στο ξεπέρασμα της κρίσης.
Σε κάθε περίπτωση, πρωταρχικός παράγων είναι οι άνθρωποι.
Ειδικότερα συμπεράσματα;
Η δημοσιονομική εξυγίανση, προσαρμογή και πειθαρχία είναι βασικός πυλώνας για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Η δημοσιονομική πειθαρχία θα πρέπει να συμβαδίζει με την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις όμως, για να είναι οικονομικά αποτελεσματικές και κοινωνικά αποδεκτές, θα πρέπει να διακρίνονται από συνοχή, προτεραιότητες και να έχουν αλληλουχία.
Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση των Προγραμμάτων, και ειδικότερα οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον «κύκλο» της οικονομίας.
Το μείγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής είναι καθοριστικό για τη διατηρησιμότητά της.
Η θεσμοθέτηση πλαισίου εξασφάλισης της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος είναι αναγκαίο.
Για την επιτυχία των Προγραμμάτων είναι απαραίτητη η εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, η οποία απειλείται από την αύξηση της φτώχειας και της ανισοκατανομής του εισοδήματος.
Κανένα Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν είναι άκαμπτο και ανελαστικό. Όλα τα Προγράμματα εμπεριέχουν δυνητικούς βαθμούς ευελιξίας, το πόσοι όμως αυτοί είναι και το πώς θα χρησιμοποιηθούν εξαρτάται από την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της εκάστοτε Κυβέρνησης.
Κυρίες και Κύριοι,
Αξιοποιήσαμε, ως χώρα, αυτά τα συμπεράσματα για να αντιμετωπίσουμε την κρίση;
Εκτίμησή μου είναι ότι κατά την διαμόρφωση και εφαρμογή του 2ου Προγράμματος, εντοπίσθηκαν οι αδυναμίες και διορθώθηκαν αρκετά λάθη και αστοχίες του 1ου Προγράμματος:
Επιμηκύνθηκε η περίοδος προσαρμογής.
Τροποποιήθηκε το μείγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Υλοποιήθηκαν οι πρώτες, στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις.
Πληρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου.
Υλοποιήθηκαν διαρθρωτικές αλλαγές.
Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.
Εφαρμόστηκε, πιλοτικά, ο θεσμός του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
Μειώθηκε το ύψος του χρέους και βελτιώθηκε το «προφίλ» του, ενώ απεφασίσθη και η περαιτέρω ενίσχυση, υπό προϋποθέσεις, της βιωσιμότητάς του, κάτι βέβαια που οι εταίροι ουδέποτε υλοποίησαν.
Το αποτέλεσμα ήταν, στο τέλος του 2014, η κατάσταση της οικονομίας να έχει σταθεροποιηθεί.
Είναι, όμως, αλήθεια ότι η κατάσταση εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη.
Και αυτό επιβεβαιώθηκε μεταγενέστερα όταν, εξαιτίας της καταστροφικής πολιτικής της σημερινής Κυβέρνησης, η χώρα «σέρνεται» στο τέλμα.
Έτσι, από τις αρχές του 2015 μέχρι σήμερα:
Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.
Το οικονομικό κλίμα κατέρρευσε.
Τα «λουκέτα» στην αγορά πολλαπλασιάστηκαν.
Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές – ιδιωτών και Δημοσίου – διογκώθηκαν.
Οι καταθέσεις παρουσίασαν πρωτοφανή από την αρχή της κρίσης συρρίκνωση.
Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε.
Η μείωση της ανεργίας επιβραδύνθηκε.
Το βιοτικό επίπεδο των πολιτών συρρικνώθηκε.
Συμπερασματικά, η χώρα, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, έχει ήδη χάσει 2 χρόνια.
Κυρίες και Κύριοι,
Το ερώτημα συνεπώς, που τίθεται, είναι:
Τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος για να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης;
Ποιες είναι οι βασικές προϋποθέσεις;
Κωδικοποιημένα:
1η Προϋπόθεση: Η διαμόρφωση μιας συνεκτικής και αποφασιστικής Κυβέρνησης, η οποία να διαθέτει ένα συγκροτημένο σχέδιο επανεκκίνησης της οικονομίας.
2η Προϋπόθεση: Η εμπροσθοβαρής προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, ακόμη και πέραν αυτών που έχουν συμφωνηθεί στο 3ο Μνημόνιο.
Και φυσικά, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
3η Προϋπόθεση: Η ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.
Με ποιους τρόπους μπορεί αυτό να γίνει;
1ος Τρόπος: Με την αξιοποίηση των διαθέσιμων Ευρωπαϊκών κονδυλίων και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων.
2ος Τρόπος: Με την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, οι οποίες, σήμερα, έχουν «εκτοξευθεί» κατά 63% από τις αρχές του 2015, ενώ γεννιούνται, παρά τη μερική αποπληρωμή τους, και νέες.
3ος Τρόπος: Η σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης και η ένταξη στο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης».
Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.
4η Προϋπόθεση: Η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, με τη σταδιακή μείωση των φορολογικών συντελεστών.
Αυτό μπορεί να γίνει:
Με την περαιτέρω ενίσχυση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Με την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, όπως έγινε το 2014, όταν και αρχίσαμε να μειώνουμε – σταδιακά – φορολογικούς συντελεστές.
Με τη χρήση δημοσιονομικών ισοδυνάμων από την πλευρά των δαπανών, σε περιοχές που ανέπτυξε ο Πρόεδρος την ΝΔ εδώ, στη Θεσσαλονίκη.
Με τη συρρίκνωση της «παραοικονομίας» και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, υλοποιώντας – μεταξύ άλλων – ένα συνεκτικό πλέγμα διοικητικών μέτρων και οικονομικών κινήτρων για την προώθηση και επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όπως πρόσφατα, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, καταθέσαμε.
Με τη μείωση των μεσο-μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% από 3,5% του ΑΕΠ.
5η Προϋπόθεση: Η ενίσχυση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.
Βιωσιμότητα η οποία επιβαρύνθηκε από τους ανερμάτιστους χειρισμούς της τελευταίας περιόδου.
Επί του παρόντος, η απόφαση του Eurogroup παραμένει ασαφής και είναι αβέβαιη, τελεί υπό πολλές προϋποθέσεις και είναι μελλοντική.
6η Προϋπόθεση: Η υιοθέτηση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας.
Σχέδιο που θα έπρεπε, με βάση και τις δεσμεύσεις του Μνημονίου, να ολοκληρωθεί – από την Ελληνική Κυβέρνηση – το Μάρτιο του 2016.
Και το οποίο σήμερα, προφανώς, δεν υφίσταται.
Ούτε καν γίνεται συζήτηση γι’ αυτό.
Κυρίες και Κύριοι,
Συμπερασματικά, η σημερινή Κυβέρνηση αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.
Η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση.
Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, που θα είναι περισσότερο αποτελεσματική και πιο αξιόπιστη, θα στηρίζεται στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και θα έχει ως στόχο την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής.
Επιτέλους, με τη δημιουργική συμβολή όλων, πρέπει να σπάσουμε τον καταστροφικό κύκλο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αδράνειας και μιζέριας και να διασφαλίσουμε για τη χώρα μας μια αξιοπρεπή πορεία στην ανταγωνιστική και αβέβαιη Ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή.
Η οικονομία, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, επέστρεψε στην ύφεση το 2015 και παραμένει σε ύφεση το 2016.
Μάλιστα, ενώ η Ευρώπη – αυτά τα χρόνια – επιτάχυνε, η Ελλάδα οπισθοχώρησε.
Ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση υποχώρησαν και οι εξαγωγές συρρικνώθηκαν.
Και ενώ η χώρα «σέρνεται» στο τέλμα, η Κυβέρνηση προβλέπει ανάπτυξη 2,7% το 2017.
Κατά την εκτίμησή μου, αυτή η πρόβλεψη, αν και θεμιτή, δεν είναι ρεαλιστική.
Γιατί όμως;
1ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8%.
Αυτό είναι μη ρεαλιστικό σε μία χρονιά κατά την οποία θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Και αυτό γιατί επιβάλλονται νέοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι και περικοπές στις συντάξεις και την κοινωνική προστασία, ύψους περίπου 2,6 δισ. ευρώ μόνο για το 2017.
Ενώ και η μείωση της ανεργίας, που ξεκίνησε το 2014 και θα μπορούσε, μέσω της αύξησης της απασχόλησης, να συμβάλει στην ενίσχυση της κατανάλωσης, επιβραδύνεται.
2ον. Η Κυβέρνηση προβλέπει αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, δηλαδή αύξηση των επενδύσεων, κατά 9,1%.
Κι αυτό όμως είναι εξαιρετικά αισιόδοξο.
Αλήθεια, πως θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν η Κυβέρνηση «στραγγαλίζει» τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας με την υπερφορολόγηση, τη «στάση πληρωμών» και την στέρηση ρευστότητας, με αποτέλεσμα να έχουν «πολλαπλασιαστεί» τα λουκέτα στην αγορά;
Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις με μία Κυβέρνηση που επιδεικνύει αναβλητικότητα και αβελτηρία και διακατέχεται από ιδεολογικές εμμονές και αγκυλώσεις σε ότι αφορά την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών;
Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν ο δείκτης οικονομικού κλίματος και οι επιχειρηματικές προσδοκίες έχουν «κατρακυλίσει»;
Πώς θα ενισχυθούν οι επενδύσεις όταν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία της Κυβέρνησης;
3ον. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι «θα αυξηθεί η πιστωτική επέκταση στην οικονομία».
Βασικός μηχανισμός επίτευξης αυτού του στόχου είναι το τραπεζικό σύστημα.
Πώς θα μπορέσει να διοχετεύσει πόρους στην οικονομία το τραπεζικό σύστημα όταν, επί ημερών της σημερινής Κυβέρνησης, υπήρξε η μεγαλύτερη από την αρχή της κρίσης εκροή καταθέσεων, ενώ και τα «κόκκινα δάνεια» συνεχίζουν να αυξάνονται με αποτέλεσμα να έχει διευρυνθεί και διογκωθεί η «πιστωτική ασφυξία»;
Συμπερασματικά, η πρόβλεψη της Κυβέρνησης αποτελεί, απλώς, «ευσεβή πόθο» της.
Άλλωστε, αν είναι ρεαλιστική η πρόβλεψη της σημερινής Κυβέρνησης για ανάπτυξη 2,7% το 2017 από ύφεση 0,3% το 2016, γιατί δεν ήταν ρεαλιστική παρόμοια πρόβλεψη της Κυβέρνησης ΝΔ για ανάπτυξη 2,9% το 2015 από ανάπτυξη 0,7% το 2014;
Είναι προφανές ότι σήμερα η απόσταση από τον στόχο είναι πολύ μεγαλύτερη, το μακροοοικονομικό περιβάλλον επιβαρυμένο και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών πολύ λιγότερο.
Ακόμη όμως και αν αποδεχθούμε τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της Κυβέρνησης, η απώλεια πλούτου σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις είναι 24 δισ. ευρώ μόνο για το 2017.
Αυτό είναι το οδυνηρό «αποτύπωμα» της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.
Συμπερασματικά, και αφού ήδη χάθηκαν 2 χρόνια, θα μπορούσε η χώρα, υπό προϋποθέσεις, να επιστρέψει το 2017 εκεί που ήταν το 2014.
Δυστυχώς όμως, η σημερινή Κυβέρνηση απέδειξε ότι όχι μόνο δεν μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μπροστά, αλλά αδυνατεί να δημιουργήσει αυτές τις προϋποθέσεις.
Είναι σαφές ότι η χώρα χρειάζεται μια άλλη Κυβέρνηση, περισσότερο αποτελεσματική, πιο αξιόπιστη και αφοσιωμένη στο στόχο.
Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας η οποία θα υλοποιήσει εμπροσθοβαρώς διαρθρωτικές αλλαγές και αποκρατικοποιήσεις.
Θα προωθήσει την αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής στην κατεύθυνση σταδιακής μείωσης της φορολόγησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Και θα ισορροπήσει σε καλό σημείο μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
«Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ανίκανη να επανεκκινήσει την οικονομία»
Ο Συντονιστής Οικονομικών Υποθέσεων της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας και ο Υπεύθυνος του Τομέα Δημοσιονομικής Πολιτικής – Γ.Λ.Κ., βουλευτής Κορινθίας, κ. Χρίστος Δήμας, με αφορμή τη δημοσίευση των στοιχείων Γενικής Κυβέρνησης Αυγούστου 2016, έκαναν την ακόλουθη δήλωση:
«Τη στιγμή που η καθημερινότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων δυσκολεύει και το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο, η Κυβέρνηση αποδεικνύει, για ακόμη μία φορά, πως δεν έχει ούτε σχέδιο, αλλά ούτε και ικανότητα, να επανεκκινήσει την οικονομία.
Σύμφωνα με το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2017, για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τους ιδιώτες, ως το τέλος Αυγούστου, μεταφέρθηκαν – στους φορείς – πιστώσεις 2 δις ευρώ και έγιναν πληρωμές 1,44 δις ευρώ.
Όμως, παρά το γεγονός αυτό, τα ληξιπρόθεσμα του Δημοσίου μειώθηκαν κατά 975.000.000 ευρώ και διαμορφώθηκαν στα 6,3 δις ευρώ, αυξημένα κατά 63% από τις αρχές του 2015!
Συνεπώς, η Κυβέρνηση και δεν μπορεί να διοχετεύσει τα διαθέσιμα χρήματα στην αγορά και δημιουργεί νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους περίπου 470.000.000 ευρώ τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.
Η αδυναμία, ανικανότητα και αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης είναι, για ακόμη μία φορά, εμφανής.
Είναι ξεκάθαρο, σε όσους έχουν επαφή με την πραγματική οικονομία, πως η χώρα χρειάζεται ένα διαφορετικό μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής.
Μείγμα που να στηρίζεται στην μείωση της φορολογίας, ώστε να ανασάνουν πολίτες και επιχειρήσεις, αλλά και στον περιορισμό των δαπανών για να μην διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία.
Αυτό το μείγμα παρουσίασε στη Δ.Ε.Θ. ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, με συγκεκριμένα και κοστολογημένα μέτρα που θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση της κανονικότητας και την επανεκκίνηση της οικονομίας».