Τραπεζικό Σύστημα

Σημεία ομιλίας Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα σε εκδήλωση της Ελληνικής Κίνησης Ευρωπαίων Φεντεραλιστών – «Η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Οικονομική Κρίση στην Τραπεζική Ένωση»

«Σήμερα, το ζητούμενο είναι η ενδυνάμωση της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης ώστε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να βγει πιο δυνατό από την κρίση. Η Ευρώπη οφείλει να ανταποκριθεί στις προκλήσεις, προωθώντας, παράλληλα με την εμβάθυνση της ΟΝΕ και τη βιώσιμη αποκατάσταση των δημόσιων οικονομικών, την αντιμετώπιση των υφεσιακών τάσεων και της δυναμικής της ανεργίας, μέσω της υιοθέτησης και υλοποίησης αναπτυξιακών πολιτικών. Και αυτό γιατί η δημοσιονομική εξυγίανση, προσαρμογή και πειθαρχία, αν και αναγκαία, δεν αποτελεί από μόνη της ικανή συνθήκη για την έξοδο από την κρίση και για τη διασφάλιση της ευημερίας για όλους τους πολίτες.

Και σ’ αυτό το σημείο θεωρώ πως είναι σημαντική η συμβολή της Ελλάδας, ως προεδρεύουσας χώρας του Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτό γιατί, στο πεδίο της οικονομίας, βασικοί στόχοι είναι:

1ον. Η επίτευξη και διασφάλιση μιας «ισορροπίας» μεταξύ των πολιτικών δημοσιονομικής σταθερότητας και των πολιτικών ανάπτυξης ώστε να ενισχυθεί καθοριστικά η απασχόληση και να τονωθεί η συνοχή, σε ευρωπαϊκό και περιφερειακό επίπεδο.

2ον. Η εμβάθυνση της οικονομικής, και ιδιαίτερα της δημοσιονομικής και τραπεζικής ενοποίησης, ώστε να διαμορφωθεί ένα θεσμικό πλαίσιο επαρκές και ικανό να αντιμετωπίσει, αλλά και να αποτρέψει στο μέλλον, περιπτώσεις αντίστοιχες με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007/2008 και τις επιπτώσεις αυτής στις οικονομίες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

«Συγκεκριμένα, οι προτεραιότητες του Υπουργείου Οικονομικών είναι:

1ον. Η περαιτέρω εμβάθυνση της οικονομικής διάστασης της ΟΝΕ μέσω της ενδυνάμωσης του συντονισμού των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών των κρατών-μελών, εστιάζοντας, μεταξύ άλλων στην ευρύτερη διασφάλιση της σταθερότητας του ευρωπαϊκού νομίσματος, στην προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, στη δημιουργία ενός εργαλείου σύγκλισης και ανταγωνιστικότητας, και στην ανάδειξη της κοινωνικής διάστασης της οικονομικής πολιτικής.

2ον. Η αποτελεσματική διαχείριση, στο πλαίσιο της πρόσφατης εισαγωγής των κανόνων και των διαδικασιών του δίπτυχου για την οικονομική διακυβέρνηση, του 4ου Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, εστιάζοντας στη διασφάλιση της αξιοπιστίας της διαδικασίας και στη συστηματική αξιολόγηση των προωθούμενων, από τα κράτη-μέλη, μεταρρυθμίσεων.

3ον. Η συνέχιση των πρωτοβουλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενδυνάμωση της δικαιοσύνης στα φορολογικά συστήματα των κρατών-μελών της και την ενίσχυση της προσπάθειας για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, εστιάζοντας, μεταξύ άλλων, στην περαιτέρω προώθηση της ανταλλαγής αποτελεσματικών πολιτικών.

4ον. Η χρηστή και ορθολογική δημοσιονομική διαχείριση του Προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εστιάζοντας, μεταξύ άλλων στη διασφάλιση, με βάση την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της ομαλής εκτέλεσης του Προϋπολογισμού του 2014, στον καθορισμό των κατευθυντήριων γραμμών για τον Προϋπολογισμό του 2015, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για ρεαλιστικές προβλέψεις ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο πολλών διαδοχικών διορθωτικών προϋπολογισμών, στην περαιτέρω επεξεργασία, αξιολόγηση και μελλοντική αναθεώρηση του συστήματος Ιδίων Πόρων, με στόχο την εξασφάλιση της συνέχειας στην έγκαιρη και ομαλή χρηματοδότηση των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5ον. Η αναθεώρηση του ρυθμιστικού πλαισίου που διέπει την κεφαλαιαγορά και την αγορά ιδιωτικής ασφάλισης, εστιάζοντας, μεταξύ άλλων στην αναμόρφωση των εποπτικών κανόνων που διέπουν την αγορά κεφαλαίων, στην επικαιροποίηση του πλαισίου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και στην ολοκλήρωση και υλοποίηση του πλαισίου που αφορά στη διαφάνεια και στην εποπτεία της αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης.

6ον. Η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, μέσω της διαμόρφωσης ενός νέου ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου που θα αποτελείται από τον ενιαίο μηχανισμό εξυγίανσης, τον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό και τις θεσμικές και νομικές προβλέψεις για την εξυγίανση και ανάκαμψη των τραπεζών και για την εγγύηση των καταθέσεων».

«Αναμφίβολα, η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης συνιστά το περισσότερο πολύπλοκο και φιλόδοξο εγχείρημα της Ευρώπης κατά την τρέχουσα περίοδο.

Και αυτό διότι, μετά από μια μακρά περίοδο αδράνειας του εποπτικού πλαισίου που διέπει τις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές, η Ευρώπη προχωρά, στον απόηχο της κρίσης, για να διορθώσει τις θεσμικές της αδυναμίες.

Αδυναμίες, που η χρηματοπιστωτική κρίση και η επέκταση στην πραγματική οικονομία κατέδειξαν με τον πλέον επώδυνο τρόπο.

Αδυναμίες, όπως είναι:

1ον. Το έλλειμμα εποπτικής συνεργασίας μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών, διότι, παρά τις πρωτοβουλίες για ρυθμιστική σύγκλιση, διατηρήθηκε η εθελοντική διάσταση στη συνεργασία, η «κυριαρχία» του εθνικού επόπτη και η διαφοροποίηση σε αρκετά πεδία.

Το έλλειμμα αυτό φάνηκε από την αρχή της κρίσης, όταν η εκάστοτε εποπτική αρχή είχε ως κύρια μέριμνα τη διασφάλιση των εγχώριων καταθετών και σε αρκετές περιπτώσεις εφαρμόστηκαν μέτρα που τελικά επιδείνωσαν τη θέση πιστωτικών ιδρυμάτων με διασυνοριακή παρουσία και επέδρασαν αρνητικά στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

2ον. Η περιορισμένη ευχέρεια κοινοτικής δράσης και η αναποτελεσματικότητα των υπαρχόντων θεσμών συνεργασίας.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κατέληγαν σε αποφάσεις με όρους ελάχιστου κοινού παρονομαστή, αδυνατώντας να συγκλίνουν ουσιαστικά σε ζητήματα διασυνοριακής δραστηριότητας, κατανομής βάρους μεταξύ κρατών-μελών και κοινής δράσης.

3ον. Η αδυναμία των εθνικών εποπτικών αρχών να ελέγξουν επαρκώς την εγχώρια αγορά, λόγω της διεθνοποιημένης δραστηριότητας αρκετών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ειδικότερα στις περιπτώσεις των υποκαταστημάτων ή θυγατρικών ξένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Εν μέρει αυτό οφειλόταν και σε μια σειρά από διακριτικές ευχέρειες που είχαν δοθεί στην εκάστοτε εποπτική αρχή, με αποτέλεσμα να μην διασφαλίζεται το level playing field μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι τράπεζες να κυνηγούν το regulatory arbitrage, τη χώρα με το πιο ευνοϊκό για αυτές εποπτικό πλαίσιο.

4ον. Η απουσία αποτελεσματικών θεσμών που να είναι σε θέση, αναλύοντας τις μακρο-χρηματοπιστωτικές και μακροοικονομικές διασυνδέσεις, αφενός να εφαρμόσει μια προληπτική πολιτική και αφετέρου να επιτύχει μια συντονισμένη αντίδραση για την επέκταση της κρίσης.

5ον. Το γεγονός ότι οι τράπεζες λειτουργούσαν μεν σε ένα ενιαία νομισματικό χώρο, αλλά επί της ουσίας οι χώρες προέλευσης ήταν αυτές που θα έπρεπε να επωμισθούν το κύριο βάρος της διάσωσης τραπεζών που καταρρέουν.

Όπως διατύπωσε και ο πρώην Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Αγγλίας “οι τράπεζες είναι διεθνείς κατά τη διάρκεια της ζωής τους και εθνικές όταν πεθαίνουν”».

«Το αποτέλεσμα αυτών των θεσμικών αδυναμιών είναι σε όλους γνωστό. Είναι η δημιουργία, κατά την εξέλιξη της κρίσης, ενός φαύλου κύκλου μεταξύ κρατών και πιστωτικών ιδρυμάτων, όπου τα κράτη-μέλη αναγκάστηκαν να στηρίξουν τα τραπεζικά τους συστήματα με «γενναία» πακέτα στήριξης, επιβαρύνοντας σημαντικά τα δημοσιονομικά τους μεγέθη και, κατ’ επέκταση, δυσχεραίνοντας, μέσω πολλαπλών διαύλων, όπως είναι η μείωση της αξίας των κρατικών χρεογράφων στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, τη θέση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Το ζητούμενο είναι, συνεπώς, να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος στην Ευρωζώνη μέσα από τη βελτίωση του εποπτικού και ρυθμιστικού πλαισίου και τη δημιουργία μιας Ενιαίας Τραπεζικής Ένωσης.

Πρόκειται για ένα ενοποιητικό εγχείρημα που επιδιώκει αφενός τη σταδιακή αποκατάσταση και ενίσχυση της επενδυτικής εμπιστοσύνης και ρευστότητας στο σύνολο της Ευρωπαϊκής οικονομίας, και αφετέρου, τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ευρώπη, δημιουργώντας μηχανισμούς πρόληψης καταστάσεων αντιστοίχων αυτών που εντοπίζονται στη χρηματοπιστωτική κρίση».

«Η Τραπεζική Ένωση, σύμφωνα και με την τελευταία Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, αναμένεται να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και, στο μέτρο τούτο, να συμβάλει στη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι δυνατότητες των ελληνικών τραπεζών να αντλήσουν πόρους από τις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων θα διευρυνθούν, εξέλιξη που θα μεταφρασθεί σε αύξηση της διαθεσιμότητας και υποχώρηση του κόστους χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στη χώρα μας.

Τα βασικά θεσμικά συστατικά αυτής της Τραπεζικής Ένωσης, όταν ολοκληρωθεί, θα είναι:

1ον. Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός των συστημικών πιστωτικών ιδρυμάτων υπό τη σκέπη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Εκτιμάται ότι αυτός θα τεθεί σε λειτουργία το Νοέμβριο του 2014. Η ενεργοποίησή του θα επιτρέψει την, υπό προϋποθέσεις, απευθείας ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ).

2ον. Το ενιαίο πλαίσιο εξυγίανσης/εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με τη θέσπιση αντίστοιχου φορέα και Ταμείου. Ο θεσμός αυτός θα συμπληρώσει τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό, καθώς θα διασφαλίζει ότι αν, παρά την αυστηρότερη εποπτεία, μια τράπεζα αντιμετωπίσει σοβαρές δυσχέρειες, η εξυγίανσή της θα αντιμετωπιστεί με αποτελεσματικό τρόπο και με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για τους φορολογουμένους.

3ον. Το Ενιαίο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων. Και αυτό ώστε οι καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα, σε διαφορετικά κράτη-μέλη, να χαρακτηρίζονται ως χρηματοοικονομικά στοιχεία, με τον ίδιο βαθμό ασφαλείας».

«Ήδη έχουν γίνει σημαντικά θεσμικά βήματα ως προς τα δύο πρώτα συστατικά, εστιάζοντας, ως Ελληνική Προεδρία, στην ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων με συμφωνία από όλα τα εμπλεκόμενα μέλη για τη θέσπιση του δεύτερου συστατικού, του ενιαίου μηχανισμού εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στόχος είναι ο συγκερασμός των όποιων διαφορετικών προσεγγίσεων επί του θέματος, επιδιώκοντας να επικρατήσει η ευρωπαϊκή δημιουργική αλληλεγγύη έναντι των όποιων εθνικών επιδιώξεων, ανοίγοντας το δρόμο για περαιτέρω ενοποιητικές πρωτοβουλίες».

«Προσωπικά πιστεύω, ότι η έννοια της δημιουργικής αλληλεγγύης αποτέλεσε τον πυρήνα τόσο του οράματος των μεγάλων Ευρωπαϊστών, όσο και της διαδικασίας ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος σε κρίσιμες, δύσκολες στιγμές. Σε μία τέτοια κρίσιμη φάση βρισκόμαστε σήμερα, όπου πρέπει να προσπαθήσουμε οι αποφάσεις για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες της κοινωνίας των πολιτών για μια Ευρώπη της ισορροπίας και της αλληλεγγύης. Θα κλείσω την ομιλία μου με μία φράση του Κέϋνς: “Οι δυσκολίες δεν έγκειται τόσο στην ανάπτυξη νέων ιδεών όσο στην αποκόλληση από τις παλιές”.

Η Ευρώπη οφείλει να κάνει βήματα προς τα εμπρός. Βήματα προς την ολοκλήρωση που θα της επιτρέψουν να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της και να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία του 21ου αιώνα. Και η Τραπεζική Ένωση είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση».

Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στο συνέδριο του Economist “Credit Risk Management for Banking and Business – Finding Liquidity” – 09.11.2012

Κυρίες και Κύριοι της Οργανωτικής Επιτροπής,

Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση που μου απευθύνατε να συμμετάσχω στο συνέδριο του Economist.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια η κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, είναι ιδιαίτερα προβληματική.

Το παγκόσμιο περιβάλλον είναι περίπλοκο και ρευστό.

Η δυναμική των εξελίξεων εμπεριέχει υψηλό βαθμό αβεβαιότητας.

Το θεσμικό έλλειμμα της Ευρωζώνης για την αντιμετώπιση κρίσεων αυτού του εύρους και βάθους επιτείνει την αβεβαιότητα.

Είναι αλήθεια ότι η χώρα μας, λόγω ενδογενών χρόνιων παθογενειών, έχει μεγάλα και σύνθετα προβλήματα.

Την Ελληνική οικονομία ταλανίζουν τέσσερα κυρίως προβλήματα.

1ο Πρόβλημα: Η αδυναμία βιώσιμης διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό κατά περιόδους.

Οι ρίζες των παθογενειών, όπως είναι ευρύτερα αποδεκτό, εντοπίζονται στη δεκαετία του ’80.

Από τότε η Ελλάδα, για δεκαετίες, διέγραψε μια πορεία στρεβλής λειτουργίας του δημοσίου τομέα.

Μία πορεία με έντονες δημοσιονομικές ανισορροπίες.

Αποτέλεσμα αυτής, της εκτός οικονομικής λογικής πορείας, ήταν η εκρηκτική διόγκωση του δημοσίου χρέους.

Οι Κυβερνήσεις που ακολούθησαν, δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν ριζικά το πρόβλημα και να αξιοποιήσουν το ευνοϊκό, για τη δημοσιονομική εξυγίανση, περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2ο Πρόβλημα: Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και η περιορισμένη φορολογική βάση.

Πρόκειται για μια πραγματικότητα που διαρκώς υπονομεύει κάθε προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής, δημιουργεί συνθήκες μη υγιούς ανταγωνισμού στην οικονομία, υποσκάπτει το ρόλο του κοινωνικού κράτους, «ροκανίζει» την κοινωνική συνοχή.

Είναι ένα φαινόμενο βέβαια που καμία χώρα δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει με απόλυτη επιτυχία.

Στην Ελλάδα, όμως, παρουσιάζεται σε μεγάλη έκταση.

Χαρακτηρίζεται στην αντιμετώπισή του από πολιτική αβουλία και κοινωνική ανθεκτικότητα.

3ο Πρόβλημα: Η αδυναμία εξορθολογισμού των δημοσίων δαπανών.

Παρόλο που ο δημόσιος τομέας αδυνατούσε να συγκεντρώσει έσοδα, διεύρυνε συνεχώς τις ανελαστικές, αλλά και τις ελαστικές, δαπάνες του.

Ακολουθήθηκε, σε μια επικρατούσα Ευρωπαϊκή πρακτική, μια παρατεταμένη επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, η οποία, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν χαρακτηρίστηκε από αναπτυξιακή προσέγγιση.

Αντιθέτως, στόχευε, είτε έμμεσα είτε άμεσα, στην τόνωση της ζήτησης και όχι της προσφοράς.

4ο Πρόβλημα: Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Το πρόβλημα αυτό αποτυπώνεται στο διαχρονικά παρατεταμένο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην έντονη κρατική παρέμβαση, στη γραφειοκρατία, στη στρεβλή ρύθμιση ευρείας κλίμακας αγορών, υπηρεσιών και αγαθών, στη διαφθορά, στην απουσία συνθηκών ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας και της εξωστρέφειας, και φυσικά στην έλλειψη συγκλίνουσας στρατηγικής προς αυτό το στόχο όλων των υποσυστημάτων, όπως είναι, για παράδειγμα, η εκπαίδευση.

Κυρίες και Κύριοι,

Συνεπώς, είναι γεγονός, ότι η Ελληνική οικονομία λειτουργούσε, επί μακρόν, περισσότερο ή λιγότερο ανά περίοδο, σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας.

Το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και η διάχυσή της στην Ευρώπη «πυροδότησε» και στη χώρα μας τα υπαρκτά και ήδη υψηλά «δίδυμα» ελλείμματα και χρέη.

Στη συνέχεια, όπως γνωρίζουμε, ακολούθησε η κρίση δανεισμού και η προσφυγή της Ελλάδας στο Μηχανισμό Στήριξης.

Από τη στιγμή εκείνη η άσκηση οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής πραγματοποιείται σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον.

Και αυτό για τέσσερις λόγους:

1ος. Η προσφυγή στο Μηχανισμό Στήριξης εδώ και 2,5 χρόνια περιορίζει εκ των πραγμάτων τους βαθμούς ελευθερίας.

2ος. Οι συνεχείς και μεγάλες αποκλίσεις από τις εκτιμήσεις των Προγραμμάτων οδηγούν στην αλλαγή των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών σεναρίων.

3ος. Το έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας λόγω τεράστιων αποκλίσεων μεταξύ προθέσεων, σχεδιασμού και υλοποίησης, κυρίως δε αποτελέσματος, δεν άφησε περιθώρια για «άμεση» αλλαγή του Προγράμματος.

4ος. Η κατάσταση των ταμειακών διαθεσίμων τους Κράτους είναι οριακή. Το γεγονός αυτό δημιουργεί συνθήκες «ασφυξίας» στην οικονομία.

Αυτές οι εγχώριες πιεστικές συνθήκες ενδυναμώνονται από την ξεκάθαρη τάση περιοριστικής – συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής σε πολλά κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, τα οποία και δεν αντιμετωπίζουν δημοσιονομικά προβλήματα στον ίδιο βαθμό με τα δικά μας.

Να επισημανθεί βεβαίως ότι η τάση αυτή συνοδεύεται από τη σταδιακή ενίσχυση της συνειδητοποίησης των συστημικών αδυναμιών της Ευρωζώνης, της αλληλεξάρτησης των προβλημάτων και της ανάγκης διαμόρφωσης ολοκληρωμένων, συνολικών και συνεκτικών Ευρωπαϊκών απαντήσεων.

Στη διαμόρφωση των απαντήσεων είναι αυτονόητο ότι λαμβάνουμε και εμείς μέρος ως εταίροι.

Κυρίες και Κύριοι,

Υπό αυτές τις συνθήκες η Κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης αναπτύσσει τη Στρατηγική της για την αντιμετώπιση των διαχρονικών προβλημάτων της Ελληνικής οικονομίας και τον απεγκλωβισμό από τα αδιέξοδα.

Μία Στρατηγική με άξονα τη σύζευξη της δημοσιονομικής προσαρμογής και της επανεκκίνησης της πραγματικής οικονομίας, ώστε να επιτευχθεί αφενός η αμφίπλευρη και βιώσιμη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και αφετέρου το τέλος του καθοδικού κύκλου της οικονομίας.

Μία Στρατηγική που εδράζεται σε δύο πυλώνες.

Ο πρώτος πυλώνας είναι η εδραίωση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, προσαρμογής και πειθαρχίας.

Με μέτρα και δράσεις που επικεντρώνονται, από τη μία πλευρά στον περιορισμό του εύρους και της παρεμβατικότητας του δημοσίου τομέα και, από την άλλη πλευρά, στη βελτίωση της αποτελεσματικής λειτουργίας του, ώστε να αυξηθεί η αποδοτικότητα των σχετικών δαπανών, αλλά και τα δημόσια έσοδα.

Η ευρύτερη επιδίωξη είναι να επιτύχουμε τη συρρίκνωση του ενός συστατικού του ελλείμματος των δημοσίων οικονομικών, του διαρθρωτικού ελλείμματος.

Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσονται τόσο ο Προϋπολογισμός για το 2013 που συζητείται αυτές τις ημέρες στο Κοινοβούλιο, όσο και το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής για την περίοδο 2013 – 2016 που πρόσφατα ψηφίστηκε.

Αμφότερα συνιστούν τα δύο πρώτα σημαντικά βήματα για να εισέλθει η χώρα σε μία μακρά περίοδο πρωτογενών πλεονασμάτων, ώστε να μπορεί να πορεύεται με βαθμιαία μειούμενες δανειακές ανάγκες.

Άμεσος στόχος, επισημαίνω εθνικός στόχος, είναι η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος από του χρόνου και η μετάθεση της επίτευξης υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος, ύψους 4,5% του ΑΕΠ, από το 2016.

Βέβαια, η επίτευξη αυτού του στόχου απαιτεί τη λήψη μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής.

Πολλά από τα οποία αποτελούν συμβατικές υποχρεώσεις που έχουμε ήδη αναλάβει.

Μέτρα που περιλαμβάνουν:

  • τη μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης,
  • την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης,
  • τον εξορθολογισμό της μισθολογικής και συνταξιοδοτικής δαπάνης με τη μείωση των αποδοχών του πολιτικού προσωπικού και την επέκταση του ενιαίου μισθολογίου,
  • τον εξορθολογισμό των αμυντικών δαπανών, χωρίς να πλήττονται οι αμυντικές δυνατότητες της χώρας,
  • τον εξορθολογισμό της φαρμακευτικής δαπάνης και των υπηρεσιών υγείας,
  • την αναδιάρθρωση και τη μείωση του μεγέθους των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης,
  • την καλύτερη στόχευση των κοινωνικών δαπανών, διατηρώντας, όμως, το ουσιαστικό επίπεδο κοινωνικής προστασίας.

Για το 2013, ειδικότερα, προβλέπεται να ληφθούν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής συνολικής εκτιμώμενης καθαρής επίδρασης περίπου 9,4 δισ. ευρώ, δημιουργώντας και ένα δημοσιονομικό απόθεμα ασφαλείας.

Χωρίς καμία αμφιβολία, πρόκειται για μέτρα σκληρά, επώδυνα και δυσβάστακτα.

Μέτρα όμως αναγκαία.

Μέτρα αναπόφευκτα, εάν αναλογιστούμε ότι οι δαπάνες για συντάξεις, μισθούς και κοινωνικά επιδόματα ξεπερνούν πλέον το 75% των πρωτογενών δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης.

Έτσι επιτυγχάνεται η συνέχιση του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής και, κατ’ επέκταση, ο απεγκλωβισμός της οικονομίας και της χώρας από τη χρηματοδοτική «ασφυξία».

Θα τονωθούν τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους, θα προωθηθεί η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και θα ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Καθίσταται σαφές ότι η διασφάλιση της σταθερότητας του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, και κατ’ επέκταση της πραγματικής οικονομίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επιτυχή συνέχιση του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι γεγονός ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Σήμερα, όμως, το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με πολλές, μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απορρέουν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης.
  • Από τον αποκλεισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων εξαιτίας της βίαιης, απότομης και μεγάλης επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
  • Από το χαμηλό ποσοστό κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του Ελληνικού χρέους που άσκησε και συνεχίζει να ασκεί πιέσεις στα μεγέθη των Ελληνικών τραπεζών.
  • Από την έντονη και συνεχή για μεγάλο χρονικό διάστημα εκροή των καταθέσεων, λόγω της οικονομικής αβεβαιότητας. Τάση, βέβαια, που αναστράφηκε μερικώς μετά τη δημιουργία της Κυβέρνησης Εθνικής Ευθύνης.

Όλες αυτές οι προκλήσεις έχουν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Αυτή η εικόνα επιτάσσει την ανάγκη συνετής και διορατικής διαχείρισης της κατάστασης, τόσο από τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και από την Πολιτεία, με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Πιστωτικά ιδρύματα τα οποία οφείλουν να διαχειρισθούν αποτελεσματικά τη φύση και το ύψος των κινδύνων που αναλαμβάνουν, να ενισχύσουν, ποιοτικά και ποσοτικά, την κεφαλαιακή τους επάρκεια, να συγκρατήσουν τα λειτουργικά τους έξοδα και να συνεχίσουν τη στήριξη, όσο είναι δυνατόν, των διεθνών δραστηριοτήτων τους.

Και Πολιτεία η οποία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για τη διατήρηση της σταθερότητας του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος και για την αυστηρότερη μακρο- και μικρο-προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Σε αυτό το πλαίσιο διασφαλίστηκαν, μέσω του Προγράμματος Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας, επαρκείς, με τα τότε δεδομένα, πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας μέσω της παροχής έκτακτης χρηματοδότησης και διαμορφώθηκε, σε συνεργασία με την Πολιτεία, ένα πλαίσιο εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων ικανό να στηρίξει την ανασύνταξη του τραπεζικού τομέα.

Προς την κατεύθυνση αυτή, βασική προτεραιότητα της Κυβέρνησης αποτελεί η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζικών ιδρυμάτων.

Στόχοι:

  • Η βιωσιμότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταθετών.
  • Η διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος.
  • Η διαμόρφωση των συνθηκών για την αποτελεσματική εφαρμογή του δεύτερου πυλώνα της Κυβερνητικής πολιτικής.

Κυρίες και Κύριοι,

Ο δεύτερος πυλώνας της Στρατηγικής αφορά την προώθηση και υλοποίηση ενός μεγάλου εύρους πολιτικών και μέτρων για την ανάσχεση των έντονων υφεσιακών πιέσεων και την τόνωση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.

Βασική επιδίωξη, είναι η αντιμετώπιση της δεύτερης συνιστώσας του δημοσιονομικού ελλείμματος, του κυκλικού ελλείμματος.

Για την επίτευξη αυτής της επιδίωξης οι βασικές προτεραιότητες είναι δύο:

1η. Ο εμπλουτισμός της οικονομικής πολιτικής με μέτρα που στοχεύουν στην άμεση επανεκκίνηση της οικονομίας, όπως είναι, μεταξύ άλλων:

  • Η επιτάχυνση της απορρόφησης των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ.
  • Η αξιοποίηση όλων των χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
  • Το καθολικό «ξεπάγωμα» των μεγάλων δημόσιων έργων και, ειδικότερα, των οδικών έργων.
  • Η ανάπτυξη μιας Εθνικής Στρατηγικής για τις εξαγωγές.

2η. Η επιτάχυνση της υλοποίησης μιας σειράς διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που τα τελευταία χρόνια είτε δεν βρίσκονταν σε άμεση προτεραιότητα είτε προωθήθηκαν με ατέλειες.

Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ορισμένες από τις οποίες συμπεριλήφθηκαν και στο Πολυνομοσχέδιο που ψηφίστηκε την Τετάρτη.

Διαρθρωτικές αλλαγές που έπρεπε από καιρό να είχαν εφαρμοστεί.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων:

  • Εισάγονται πιο αυστηροί και αυτόματοι μηχανισμοί ελέγχου των δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης.
  • Διαμορφώνονται οι συνθήκες για την αποφυγή δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών.
  • Καταργείται ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων, αίτημα και ζητούμενο ετών, και δημιουργείται απλός, αξιόπιστος, συνεκτικός Κώδικας Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.
  • Συστήνεται θέση μόνιμου Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
  • Αίρονται υφιστάμενες στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, που θα οδηγήσουν στην αποκλιμάκωση αμοιβών και τιμών σε παρεχόμενες υπηρεσίες.
  • Απλοποιείται η διαδικασία της σύστασης των εταιρειών, μέσω των Υπηρεσιών Μιας Στάσης.
  • Εισάγεται στη μεγαλύτερη δυνατή έκτασή του ο θεσμός της υποχρεωτικής μετάταξης ή μεταφοράς προσωπικού.
  • Επιταχύνονται οι αποκρατικοποιήσεις, με ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας.

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτές οι δημοσιονομικές, διαρθρωτικές και θεσμικές πρωτοβουλίες αποτελούν τα πρώτα βήματα που κάνει η χώρα ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να επιτευχθεί και να διασφαλιστεί η σταθερότητα στα δημόσια οικονομικά και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Σταθερότητα, που αποτελεί αναγκαία συνθήκη για να ξεκινήσει και να συνεχιστεί η μεγάλη προσπάθεια για την επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας και τη δρομολόγησή της σε τροχιά ανάπτυξης και ευημερίας για όλους τους πολίτες.

Κυρίες και Κύριοι,

Η Ελλάδα περνά από τη σφαίρα των λόγων και των προθέσεων στο πεδίο των δύσκολων, αλλά αναγκαίων, αποφάσεων και πράξεων.

Ήδη διαφαίνονται ορισμένες αχνές, πλην όμως θετικές, ενδείξεις για την αποτελεσματικότητα των ενεργειών και της πολιτικής που εφαρμόζεται τους τελευταίους μήνες.

Εμείς θα συνεχίσουμε ακόμα πιο εντατικά, ώστε να βγούμε το ταχύτερο δυνατό από την κρίση.

Και θα το πετύχουμε με ενότητα, σχέδιο, αισιοδοξία και σκληρή δουλειά.

Οι εταίροι μας, από την πλευρά τους, έχουν το λόγο.

Μακριά από μαξιμαλιστικές, μη ρεαλιστικές απαιτήσεις.

Σας ευχαριστώ.

Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου για την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων (2η συνεδρίαση, 12.09.2012)

Πρωτολογία

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ξεκινάω επί του βασικού κορμού του νομοσχεδίου. Με τις προς κύρωση Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου αντιμετωπίζονται θέματα κεφαλαιακής ενίσχυσης των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσα από τροποποιήσεις του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου, λαμβάνοντας υπόψη και την τρέχουσα δυσμενή οικονομική συγκυρία.

Ειδικότερα, εισάγονται ή τροποποιούνται διατάξεις της τραπεζικής νομοθεσίας και του νομικού πλαισίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, προκειμένου να διασφαλιστεί η σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω της κεφαλαιακής ενίσχυσης των τραπεζών και να αντιμετωπιστούν συναφή ζητήματα, που αφορούν τις λογιστικές και εταιρικές υποχρεώσεις. Διευρύνεται, παράλληλα το φάσμα των διαθέσιμων χρηματοοικονομικών εργαλείων για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και βελτιώνεται η δυνατότητα του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας να επιτελέσει ουσιαστικά έναν αποτελεσματικό ρόλο στη στήριξη και στην ανασύνταξη του τραπεζικού τομέα.

Στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 19ης Απριλίου η σύμβαση δανειακής διευκόλυνσης που υπεγράφη μεταξύ του ελληνικού δημοσίου, του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και της τράπεζας της Ελλάδος προέβλεπε μεταξύ άλλων τη χρηματοδότηση για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Με την παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία τροποποιούνται διατάξεις υφιστάμενων νόμων, προκειμένου να αποσαφηνιστούν θέματα που αφορούν στην εφαρμογή της και να εισαχθούν ρυθμίσεις που να διευκολύνουν την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών και συνεπώς, τη σταθερότητα του συστήματος. Οι τροποποιήσεις αυτές στρέφονται σε δύο βασικά άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά θέματα κεφαλαίου και περιουσίας του Ταμείου λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα μέρος της χρηματοδότησης μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας μπορεί να γίνεται με ομόλογα ή άλλα χρηματοοικονομικά μέσα έκδοσης.

Ο δεύτερος άξονας αφορά την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Εισάγονται ρυθμίσεις που αποβλέπουν στην ενεργοποίηση καινούργιων μηχανισμών στήριξης της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Προφανώς –και αυτή είναι η πρόθεση της Κυβέρνησης και του Υπουργείου Οικονομικών- οι όροι της ανακεφαλαιοποίησης θα έρθουν στη Βουλή.

Ειδικότερα, με το άρθρο 1 εισάγονται οι ακόλουθες θετικές ρυθμίσεις. Πρώτον, αυξάνεται το κεφάλαιο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας σε 50 δις ευρώ που είναι το ανώτατο, τουλάχιστον με όσα προβλέπονται μέχρι σήμερα, ποσό που θα διατεθεί από το ελληνικό δημόσιο για τον μηχανισμό στήριξης και την ανακεφαλαιοποίηση και την εξυγίανση των ελληνικών τραπεζών. Τα ομόλογα ή άλλα χρηματοοικονομικά μέσα του περίφημου EFSF περιλαμβάνονται στην περιουσία του ταμείου και ρυθμίζεται η διακράτηση τους σε σύστημα άυλων τίτλων στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Δεύτερον, πολύ σημαντικό, αναπροσαρμόζεται και ο ποιοτικός και ο ποσοτικός στόχος της συμμετοχής του Ταμείου στο μετοχικό κεφάλαιο. Δηλαδή, καταργείται ο στόχος της κερδοφορίας και διατηρείται μόνο ο στόχος της βιωσιμότητας, ενώ παρατείνεται και ο χρόνος που προβλέπεται για το επιχειρησιακό σχέδιο και τη βιωσιμότητα του τραπεζικού συστήματος από τρία έως πέντε χρόνια. Ο λόγος είναι προφανής. Παύει πλέον, η κερδοφορία να αποτελεί στόχο των υπό ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών καθώς η παρούσα δυσμενής οικονομική συγκυρία εγχώρια και ευρωπαϊκή θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και δεν καθιστά το στόχο αυτό πλέον ρεαλιστικό.

Τρίτον, αντιμετωπίζεται το ζήτημα της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά το μεταβατικό στάδιο μεταξύ της απόφασης ή εντολής της Τράπεζας της Ελλάδος για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και την ολοκλήρωση αυτής της αύξησης.

Τέταρτον –και αυτό το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό- εξαιρείται το ταμείο από την υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης εξαγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2006, όπως αυτές ισχύουν για την απόκτηση συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο εισηγμένων στο Χρηματιστήριο πιστωτικών ιδρυμάτων. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί η απόκτηση συμμετοχής στο Ταμείο δεν γίνεται με σκοπό την άσκηση ελέγχου επί του πιστωτικού ιδρύματος, γεγονός που θα επέβαλλε την τήρηση της διαδικασίας υποβολής δημόσιας πρότασης εξαγοράς, αλλά για την εξυπηρέτηση δημόσιου συμφέροντος, με στόχο την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ως προς τη Siemens, οι απαντήσεις έχουν δοθεί. Θα ήθελα να επαναλάβω τα βασικότερα στοιχεία. Το σχέδιο συμφωνίας συμβιβασμού μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των σχετικών εταιριών στη Γερμανία και στην Ελλάδα συζητήθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο στις 8 Μαρτίου 2012. Αφού τότε εγκρίθηκε ομοφώνως, υποβλήθηκε στο Ελληνικό Κοινοβούλιο στις 22 Μαρτίου 2012. Στις 5 Απριλίου του 2012 εγκρίθηκε από ευρεία πλειοψηφία Βουλευτών με το άρθρο 324 του ν. 4072/2012 και προσαρτήθηκε ως παράρτημα στον ως άνω νόμο και στη συνέχεια δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Ο Υπουργός Οικονομικών εξουσιοδοτήθηκε με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου να υπογράψει το κείμενο του σχεδίου συμφωνίας που η Βουλή ενέκρινε. Ο Υπουργός υπέγραψε τη συμφωνία στις 22 Αυγούστου και δύο ημέρες μετά τη διαβίβασε στη Βουλή. Το σχέδιο συμφωνίας που εγκρίθηκε από τη Βουλή με την υπογραφείσα συμφωνία είναι ακριβώς τα ίδια.

Προκειμένου, μάλιστα, η Κυβέρνηση να εγγυηθεί την πλήρη άσκηση και προστασία των συμφερόντων του δημοσίου, ο Υπουργός Οικονομικών υπέβαλλε την εν λόγω προσθήκη-αναδιατύπωση για να είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι η ημερομηνία έναρξης της συμφωνίας θα αρχίσει από την υπογραφή του κειμένου της συμφωνίας από τον Υπουργό Οικονομικών. Διαφορετικά δεν υπάρχει συμφωνία, αλλά σχέδιο συμφωνίας. Επαναλαμβάνουμε ότι η υπογραφή κατέστη δυνατή, αφού η Βουλή δέσμευσε τον Υπουργό Οικονομικών, παρέχοντας τη σχετική εξουσιοδότηση.

Η συμφωνία μπορεί να τροποποιηθεί με τη βούληση των  μερών. Στην προσθήκη-αναδιατύπωση διατυπώνεται σαφώς ότι η ισχύς και η εκτέλεση της συμφωνίας συμβιβασμού αρχίζει από την ημερομηνία υπογραφής της από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη και εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι όροι και οι προϋποθέσεις που ειδικότερα καθορίζονται με τη συμφωνία.

Επιπλέον, επισημαίνουμε ότι λόγους ακυρότητας συμφωνίας δεν προβάλλει ούτε το ελληνικό δημόσιο ούτε η εταιρία. Προκειμένου να μην υπάρχει καμία αμφισβήτηση της έναρξης ισχύος της συμφωνίας μεταξύ των μερών ζητήσαμε και λάβαμε χθες από την εταιρία Siemens έγγραφη αποδοχή –και έχει κατατεθεί- της προσθήκης που θα ψηφίσουμε, την οποία διαβιβάσαμε αμελλητί στη Βουλή για ενημέρωση. Συνεπώς, υφίσταται μονομερής τροποποίηση της συμφωνίας που έγινε αποδεκτή.

Η Κυβέρνηση παράλληλα έχει ήδη προβεί σε άμεσες ενέργειες για την υλοποίηση συμφωνίας, λαμβάνοντας υπόψη πολύ συγκεκριμένες ημερομηνίες, προθεσμίες που ορίζει η συμφωνία.

Ήδη ξεκινήσαμε τη διαδικασία με πολύ εντατικούς ρυθμούς, γιατί οι προθεσμίες τρέχουν για τον συμψηφισμό των απαιτήσεων της Siemens με τα αντίστοιχα Υπουργεία. Από αυτή τη διαδικασία το ελληνικό δημόσιο επιτυγχάνει σημαντικό δημοσιονομικό όφελος περί τα 80 εκατομμύρια ευρώ.

Επίσης, άμεσα –ίσως και εντός αυτής της εβδομάδας- η Κυβέρνηση θα προβεί στον διορισμό των εκπροσώπων του ελληνικού δημοσίου, στην Επιτροπή Εποπτείας που προβλέπεται στο παράρτημα 3 της συμφωνίας, η οποία θα ακολουθήσει την προσήκουσα εκτέλεση όρων της συμφωνίας.

Όσον αφορά τις τροπολογίες, νομίζω ότι είναι σαφείς οι πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης. Ουσιαστικά ενσωματώνονται θέματα που θίξατε στην Επιτροπή, για τα οποία είχα προϊδεάσει ότι θα έρθει σχετική τροπολογία, με την οποία ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη ευρωπαϊκή οδηγία όσον αφορά την εποπτεία των πολιτικών αποδοχών που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα με αναδρομική μάλιστα ισχύ. Αυτό το θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό. Δίνουμε, δηλαδή, καθημερινά δείγματα γραφής ότι η Ελλάδα περνά από τη σφαίρα των λόγων και των προθέσεων στο πεδίο των δύσκολων αλλά αναγκαίων αποφάσεων και πράξεων με κοινωνική ευαισθησία και με συμβολισμό.

Η Εισηγήτρια της Νέας Δημοκρατίας μίλησε για τα φορολογικά. Στα φορολογικά, εκτός από τις επτά δόσεις που προβλέπονται για την καταβολή της φορολογίας εισοδήματος, δεν υπάρχει νέα διάταξη για έμμεσες τεχνικές ελέγχου. Στις έμμεσες τεχνικές ελέγχου απλώς επικαιροποιείται η ορολογία. Αυτές οι διατάξεις ισχύουν ήδη με νόμο που έχει ψηφιστεί από την προηγούμενη Βουλή το Φεβρουάριο του 2012. Το οικονομικό επιτελείο –το γνωρίζετε πολύ καλά- έχει υπ’ όψιν του τα επιχειρήματα των οικονομικών φορέων και τα εξετάζει.

Ετέθη θέμα ως προς τη «ΔΩΔΩΝΗ». Ο διαγωνισμός για τη «ΔΩΔΩΝΗ»  συνεχίζεται από τον εκκαθαριστή. Η συμμετοχή, ο αποκλεισμός ή η πρόκριση των συμμετεχόντων σε κάθε στάδιο της διαδικασίας γίνεται σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού και δεν εξαρτάται από τις αποφάσεις των εκάστοτε Υπουργών. Την Κυβέρνηση την απασχολεί μόνο η τήρηση των κριτηρίων αξιολόγησης. Ποια είναι τα κριτήρια αξιολόγησης; Μεγιστοποίηση του καταβλητέου ποσού κατά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, βεβαιότητα είσπραξης του τιμήματος, ταχύτητα ολοκλήρωσης της διαδικασίας, ελαχιστοποίηση του κινδύνου μη επίτευξης συμφωνίας, ελαχιστοποίηση μελλοντικής διαχείρισης σύμβασης, συνέχεια στην ανάπτυξη της εταιρείας και της περιοχής.

Ως προς το Ταμείο Αποκρατικοποιήσεων, είναι γνωστό, αλλά θέλω να επαναλάβω ότι κατόπιν εντολής του κυρίου Πρωθυπουργού ο Γενικός Γραμματέας της Κυβέρνησης απέστειλε πρόσφατα επιστολή στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με την οποία τους παρακαλεί να γνωρίσουν εάν το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους έχει τη δυνατότητα να καλύψει νομικά τις αποκρατικοποιήσεις και τις συγχωνεύσεις δημοσίων φορέων και οργανισμών, στις οποίες προτίθεται να προβεί η Κυβέρνηση, έτσι ώστε να μειωθεί η σχετική δαπάνη του δημοσίου για παροχή νομικών υπηρεσιών από τρίτους. Σημειωτέον ότι στην προσπάθεια αυτή αρωγοί δύνανται να είναι εξειδικευμένοι δικηγόροι από όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας μέσω του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

Ως προς τις αμοιβές στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα ήθελα να πω ότι σύμφωνα με το νόμο οι αμοιβές αυτών συνδυάζονται και με τις αμοιβές της Τράπεζας της Ελλάδος. Χρειάζονται δε και αποτελούν αντικείμενο διαβούλευσης με το Euro Working Group. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι θα αντιμετωπίσει το ζήτημα με τη δέουσα προσοχή και αποφασιστικότητα αυτόνομα ή συνδυαστικά με την Τράπεζα της Ελλάδος. Έχει αποσταλεί και επιστολή στον κύριο Διοικητή της Τραπέζης Ελλάδος από τις 6 Σεπτεμβρίου, με δεδομένη τη βούληση και τις πράξεις της Κυβέρνησης ως προς τις απολαβές, αλλά και τη συμμετοχή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε στην εν λόγω προσπάθεια να συμμετάσχει και η Διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος. Το καταθέτω στα Πρακτικά.

Ως προς το θέμα της επέκτασης της απαγόρευσης πρόσληψης συζύγων και συγγενών μέχρι δευτέρου βαθμού για το σύνολο των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών, αυτό υφίσταται με τη νομοθετική πρωτοβουλία για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα. Επειδή ετέθη το θέμα από τον κ. Κωνσταντινόπουλο, τον Ειδικό Αγορητή του ΠΑΣΟΚ, σας λέω ότι θα εξεταστεί ρύθμιση, προκειμένου να περιλαμβάνονται και οι μετακλητοί των αιρετών οργάνων, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης κ.ο.κ., σε επόμενο νομοσχέδιο.

Για τις Συνεταιριστικές Τράπεζες νομίζω ότι έχω την πιο μεγάλη ευαισθησία από πολλούς εδώ μέσα, διότι είμαι μεταξύ αυτών που είναι θύματα λόγω του κλεισίματος, της εξέλιξης και της κατάστασης δηλαδή της κατάληξης της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαμίας.

Για τις Συνεταιριστικές Τράπεζες η Κυβέρνηση, δια του Υπουργού Οικονομικών, ενημέρωσε την Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων ότι έχει γνώση του θέματος, του αιτήματος δηλαδή των Συνεταιριστικών Τραπεζών να μπορούν να προσφεύγουν στη στήριξη του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Η ιδιομορφία τους, η ύπαρξη δηλαδή συνεταιριστικών μεριδίων και όχι μετοχών, δημιουργεί κάποια νομικά και λογιστικά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν, για να γίνει δυνατή η συμμετοχή του Ταμείου. Η απάντηση του Υπουργείου και του Υπουργού ήταν ότι το θέμα επεξεργάζονται -και πράγματι το επεξεργάζονται- οι αρμόδιες υπηρεσίες.

Ως προς το τι έγινε με το Διοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, θα μου επιτρέψετε να ξέρω καλύτερα από εσάς, κύριε Μαριά, ή από τα δημοσιεύματα που επικαλείσθε.

Νομίζω ότι υπάρχει σχετική ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού, την οποία και θα μπορούσατε να επικαλεσθείτε.

Συζητήσαμε με τους συνεργάτες του διοικητού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θέματα που αφορούν και τη χώρα και την Ευρωζώνη, ο διοικητής αναγνώρισε την πρόοδο που έχει συντελεστεί στη χώρα τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες έγινε ένα πρώτο βήμα και μια πιο στενή και παραγωγική συνεργασία για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Όλα τα ζητήματα τα οποία είναι πολυσύνθετα, πολύπλοκα, πολυπαραγωγικά, αξιολογούνται ως προς τα φυσικά πρόσωπα. Συζητήθηκαν χθες ως προς το θέμα των φυσικών προσώπων.

Συζητήθηκαν εν εκτάσει χθες πιθανές προτάσεις αντιμετώπισης του θέματος και διερευνήθηκαν με τους εκπροσώπους των φυσικών προσώπων οι θετικές και αρνητικές πλευρές της κάθε περίπτωσης. Ορίστηκαν με σαφήνεια οι επόμενες συναντήσεις σε κάθε περίπτωση μετά την ψήφιση του πακέτου μέτρων. Μένει σημαντικό και πολύπλοκο έργο να γίνει. Και αυτή δεν είναι δήλωση δική μου, είναι η δήλωση των εκπροσώπων των φυσικών προσώπων που έγινε χθες.

Ως προς τα θέματα που έθεσε ο κ. Σαχινίδης και ο κ. Τσακαλώτος ιδεολογικής περισσότερο φύσεως για το ρόλο του κράτους.

Ένα κράτος θα πρέπει να παρεμβαίνει και να μεριμνά για τη βέλτιστη λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής οικονομικής αποτελεσματικότητας. Την κοινωνικά δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και του παραγόμενου πλούτου και τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Να αντανακλά δηλαδή τα αιτήματα της κοινωνίας, της σύγχρονης και ελεύθερης κοινωνίας για οικονομική αποτελεσματικότητα από τη μία πλευρά και κοινωνική δικαιοσύνη από την άλλη, ο συνδυασμός των οποίων καταλήγει στην κοινωνική οικονομία της αγοράς, η οποία καλύπτεται από τη φιλοσοφία του κοινωνικού φιλελευθερισμού. Βέβαια, το μείγμα αγοράς και κράτους μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις της κοινωνίας, αλλά ορίζεται στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στις απόψεις περί ελάχιστου και μέγιστου κράτους και αυτή η σχέση μεταξύ κράτους και αγοράς καθορίζεται και από την ασκούμενη οικονομική πολιτική.

Ευχαριστώ πολύ.

Δευτερολογία

Ο κ. Μαρκόπουλος έθιξε ένα θέμα σε ό,τι αφορά τον πρώτο πυλώνα, τις προνομιούχες μετοχές. Είναι 4.473.585.000 ευρώ.

Θέλω να σας πω ότι για την ανάληψη αυτών των προνομιούχων μετοχών –μιλάμε για τον πρώτο πυλώνα- το ελληνικό δημόσιο εισέφερε στις τράπεζες ομόλογα ελληνικού δημοσίου και όχι μετρητά. Τον Ιούλιο του 2011 η Αγροτική Τράπεζα βγήκε από το πρόγραμμα και επαναγόρασε τις προνομιούχες μετοχές με καταβολή μετρητών προς το ελληνικό δημόσιο ποσού ύψους 675 εκατομμυρίων ευρώ.

Θέλω να προσθέσω σε αυτό το σημείο ότι αυτές οι προνομιούχες μετοχές εξαιτίας της υλοποίησης του νόμου, βοήθησαν τις τράπεζες στα stress test το επόμενο καλοκαίρι που ήταν πάρα πολύ κρίσιμο γι’ αυτές. Άρα, συνέβαλλαν στο να περάσουν τα stress test.

Στους ειδικούς τίτλους που είναι ο πυλώνας τρία, το σύνολο των ομολόγων που συνολικά εκδόθηκαν, ανέρχεται στο ποσό ονομαστικής αξίας 8.105.000.000 ευρώ. Στο παραπάνω ποσό,  τα ομόλογα ονομαστικής αξίας 5,37 δισεκατομμυρίων ευρώ έληξαν ή επιστράφηκαν στο δημόσιο και ακυρώθηκαν. Σήμερα η συνολική ονομαστική αξία τίτλων ανέρχεται στο ποσό των 2,768 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας απέρριψε την προσφυγή και αποφάνθηκε υπέρ της επικύρωσης της συνθήκης για τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης από τη γερμανική Βουλή. Πρακτικά αυτό ανοίγει το δρόμο για την άμεση επικύρωση της συνθήκης από τη Γερμανία και τη θέση του μηχανισμού αυτού σε ισχύ από 1.1.2013.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχει λεχθεί και μάλλον εύστοχα, πως το κακό με την οικονομία είναι ότι ελάχιστα σέβεται τις επιθυμίες μας. Μην ξεχνάμε πόσες φορές κυρίως εν μέσω της δίνης, της παγκόσμιας κρίσης διαψεύστηκαν προβλέψεις διεθνών οργανισμών, διακεκριμένων οικονομολόγων και στελεχών προηγούμενων ελληνικών και όχι μόνο κυβερνήσεων.

Με δεδομένη την κατάσταση της οικονομίας, ο ενδεδειγμένος οδικός χάρτης –και αναφέρθηκε σ’ αυτό ο κ. Μαρκόπουλος- για να ξεφύγουμε από την ύφεση πρέπει να ακολουθήσει, κατά την εκτίμησή μου, τα εξής βήματα:

Να έχουμε θετική αξιολόγηση από τους ημετέρους μας. Να πάρουμε την επόμενη δόση ώστε να ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και να ενισχυθεί η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Να συνεχιστεί η προώθηση μιας μεγάλης κλίμακας αναπτυξιακών πρωτοβουλιών και να υλοποιηθούν μια σειρά από λιμνάζουσες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και αποκρατικοποιήσεις ώστε να πολλαπλασιαστεί το όφελος που θα προκύψει από την επαναφορά εντός τροχιάς του προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης.

Σταδιακά, λοιπόν, θα βελτιώνεται το επιχειρηματικό και επενδυτικό περιβάλλον και θα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για επανεκκίνηση της οικονομίας, αρκεί βέβαια αυτή η προσπάθεια να μη δυναμιτίζεται από όσους ποντάρουν στην αποτυχία της Ελλάδος εντός και εκτός χώρας, εντός και εκτός Κοινοβουλίου.

Αναφερθήκατε στα ταξίδια στο εξωτερικό. Οι πρόσφατες επαφές του κυρίου Πρωθυπουργού με εταίρους μας μέχρι και χθες με κεντρικά πρόσωπα της ευρωπαϊκής σκηνής εκτιμώ ότι αποτελούν μία καλή αφετηρία της σημαντικής προσπάθειας που έχει ξεκινήσει η Κυβέρνηση εθνικής ευθύνης. Ο ρεαλιστικός σχεδιασμός της Κυβέρνησης σ’ ένα δεδομένα δύσκολο και σχεδόν άκαμπτο πλαίσιο και σ’ ένα ρευστό ευρωπαϊκό περιβάλλον, η αποφασιστικότητα των κινήσεων της Κυβέρνησης και το έργο της τους δύο πρώτους μήνες συνέβαλαν στη βελτίωση της πειστικότητας των επιχειρημάτων μας. Δείξαμε την ισχυρή βούλησή μας για σταθεροποίηση της κατάστασης και για τη δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων για την επαναφορά της χώρας σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης, για τη βελτίωση της αξιοπιστίας της χώρας.

Οι εταίροι με τη σειρά τους μάς δείχνουν διάθεση αλληλεγγύης. Δώσαμε δείγματα γραφής ότι η Ελλάδα περνά από τη σφαίρα των λόγων και των προθέσεων στο πεδίο των δύσκολων αλλά αναγκαίων αποφάσεων και πράξεων. Λάβαμε την ευκαιρία για οικοδόμηση συνεχούς λειτουργίας διαύλων εποικοδομητικής επικοινωνίας και συνεργασίας.

Πρέπει όμως όλοι να κατανοήσουμε ότι σ’ αυτή τη μακρά και δύσκολη πορεία όσο περισσότερο αξιόπιστοι, φερέγγυοι και αποτελεσματικοί στην προσέγγιση των στόχων είμαστε, τόσο θα αποκτήσουμε περισσότερους βαθμούς ελευθερίας για να διεκδικήσουμε τροποποιήσεις στο πρόγραμμα και να απαιτήσουμε εταιρική αλληλεγγύη. Η Κυβέρνηση και οι πολιτικές δυνάμεις που τη στηρίζουν επιδιώκουμε να διευρύνουμε διαρκώς το χώρο των εφικτών λύσεων και ταυτόχρονα σ’ αυτόν τον περιορισμένο –είναι αλήθεια- χώρο να πράττουμε το καλύτερο δυνατό για τη χώρα και τους πολίτες. Γνωρίζαμε και γνωρίζουμε τη δύσκολη κατάσταση της χώρας και της οικονομίας, όμως είμαι αισιόδοξος ότι αυτό το δρόμο θα τον «περπατήσουμε» με αισιοδοξία.

Θα κάνω δύο σύντομα σχόλια: Ελέχθη κάτι για τα περίφημα 11,5 δις που πρέπει να προσδιορίσουμε. Με γνωρίζετε πέντε χρόνια εδώ και είμαι ειλικρινής. Είναι βαρύ φορτίο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πακέτο των μέτρων αυτών είναι επώδυνο για τους πολίτες και βασανιστικό για την Κυβέρνηση και τις πολιτικές δυνάμεις που την απαρτίζουν. Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι περίπου το 78% των δαπανών της γενικής κυβέρνησης αφορά μισθούς, συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα, οπότε αναπόφευκτα η όποια περιστολή δαπανών θα πρέπει να προέλθει και απ’ αυτούς τους τομείς.

Ωστόσο επιδίωξή μας είναι –και αυτό καθίσταται εμφανές από την προσπάθεια που καταβάλλεται- το βάρος του πακέτου να επιμεριστεί όσο γίνεται πιο δίκαια. Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι προσπαθούμε το μείγμα να πλήξει όσο λιγότερο γίνεται τους οικονομικά ασθενέστερους συμπατριώτες μας.

Υπάρχουν θετικά δείγματα γραφής; Πράγματι, τα πρώτα αχνά αλλά θετικά ενθαρρυντικά μηνύματα είναι ότι το πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής αρχίζει να επανέρχεται εντός στόχων. Προσπαθούμε σ’ όλα τα επίπεδα. Θα έχουμε επιτυχίες. Η εκτέλεση του προϋπολογισμού το αποδεικνύει. Τον Αύγουστο είχαμε για πρώτη φορά από την έναρξη του προγράμματος πριν από δύο χρόνια πλεόνασμα στον κρατικό προϋπολογισμό 850 εκατομμύρια ευρώ. Πλεόνασμα, όχι πρωτογενές. Είμαι πολύ προσεκτικός σ’ ό,τι λέω. Τόσο τον Ιούλιο όσο και τον Αύγουστο είχαμε μείωση κατά 17,5% σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2011, ενώ μειώθηκαν τον Αύγουστο και οι αποκλίσεις στο σκέλος των εσόδων. Το αποτέλεσμα; Το πρωτογενές έλλειμμα διαμορφώθηκε σε 1,3 δις το πρώτο οκτάμηνο του έτους από 6 δις το αντίστοιχο οκτάμηνο του περσινού έτους. Το έλλειμμα είναι μειωμένο κατά 34% έναντι της αντίστοιχης περσινής περιόδου. Ακόμα και αν αφαιρέσουμε το μειωμένο πράγματι πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, το έλλειμμα είναι μειωμένο κατά 29%.

Η Κυβέρνηση προσπαθεί. Όσο πιο συνεκτικά και αποτελεσματικά περπατήσουμε αυτό το δύσκολο, τον ανηφορικό δρόμο, τόσο πιο γρήγορα, ουσιαστικά και βιώσιμα θα ξεκολλήσουμε από το τέλμα.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Ομιλία Αναπλ. Υπουργού Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρα στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου για την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων (1η συνεδρίαση, 11.09.2012)

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, καταρχήν θα ήθελα να ζητήσω συγνώμη που δεν ήμουν από την αρχή της συνεδρίασης αλλά μόλις επιστρέψαμε με τον κ. Πρωθυπουργό από το εξωτερικό, οπότε σε επί μέρους παρατηρήσεις σας θα ενημερωθώ και τοποθετηθώ αύριο.

Με την ευκαιρία θα ήθελα να καταθέσω κάποιες προσθήκες-αναδιατυπώσεις επί του σχεδίου νόμου. Είναι μερικές παρατηρήσεις τις οποίες θα ήθελα να καταθέσω.

Θα ξεκινήσω επί του νομοσχεδίου και μετά θα κάνω δύο συγκεκριμένες παρατηρήσεις για τις τράπεζες και για τις γερμανικές αποζημιώσεις.

Είναι γεγονός και νομίζω ότι συμφωνούμε οι περισσότεροι σε αυτή την Αίθουσα, ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος αποτελεί προϋπόθεση και για τη βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά και για την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Ξέρουμε όλοι ποια είναι η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Βιώνουμε μία βαθιά και παρατεταμένη κρίση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι τράπεζες να αντιμετωπίζουν πολλές, μεγάλες και συνεχώς διευρυνόμενες προκλήσεις. Ας τις καταθέσουμε αυτές: Πρώτα απ’ όλα η επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, που υπερβαίνει το 20% από το 2008 μέχρι σήμερα. Οι συνεχείς, σχετικά πρόσφατες, υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών ως αποτέλεσμα στην Ελλάδα, σε αντιδιαστολή από το εξωτερικό των αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας στην προηγούμενη τριετία. Ο αποκλεισμός των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων και εδώ έχουμε συνεχή τέτοια φαινόμενα. Η συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο όμως και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων. Η χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της βίαιης, της απότομης, της μεγάλης επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής θέσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν εκτοξευθεί περίπου στο 20% σε σχέση με το 14% πριν από ένα χρόνο ως ποσοστό των χορηγήσεων. Από το χαμηλό ποσοστό κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση. Από τις συσσωρευμένες προβλέψεις που έχουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Από τις πρόσφατες επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους που άσκησε και συνεχίζει να ασκεί πιέσεις στις ελληνικές τράπεζες. Από την έντονη και συνεχή εκροή των καταθέσεων λόγω της οικονομικής  αβεβαιότητας, εκροή βέβαια που σταμάτησε και τάση που αναστράφηκε μετά τη δημιουργία της Κυβέρνησης εθνικής ευθύνης. Υπολογίζεται ότι μετά τη δημιουργία αυτής της Κυβέρνησης περίπου 7 με 8 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν επιστρέψει στις τράπεζες.

Αυτές όλες οι προκλήσεις έχουν δημιουργήσει ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στους δείκτες των πιστωτικών ιδρυμάτων. Σε ποιους; Στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα, στην κερδοφορία, στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου. Αυτή η κατάσταση επιτάσσει την ανάγκη συνετής και –τονίζω- διορατικής διαχείρισης της κατάστασης τόσο από τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και από την πολιτεία με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διαχειριστούν αποτελεσματικά τη φύση και το ύψος των κινδύνων που αναλαμβάνουν.

Και εδώ θέλω να σας πω ότι σύμφωνα με προσθήκη-τροπολογία στο σχέδιο νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να δημοσιοποιούν στοιχεία και πληροφορίες όσον αφορά την οικονομική τους θέση και την ακολουθούμενη από αυτά πολιτική ως προς την ανάληψη και διαχείριση κινδύνων με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας της αγοράς. Άρα, καλύπτεται αυτός ο στόχος.

Τι άλλο πρέπει να κάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα; Να ενισχύσουν ποιοτικά και ποσοτικά την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Να συγκρατήσουν τα λειτουργικά τους έξοδα. Και εδώ έρχεται άλλη προσθήκη-τροπολογία στο νομοσχέδιο σύμφωνα με την οποία ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη ευρωπαϊκή οδηγία που αφορά την εποπτεία των πολιτικών αποδοχών που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα με αναδρομική μάλιστα ισχύ. Οι αποδοχές αυτές θα πρέπει πλέον να είναι συνεπείς με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων που αναλαμβάνουν.

Και τι άλλο να κάνουν οι τράπεζες; Να ενισχύσουν ή να σταθεροποιήσουν αν είναι δυνατόν, τις διεθνείς δραστηριότητές τους.

Από την άλλη πλευρά, τι οφείλει να κάνει η πολιτεία; Η πολιτεία οφείλει να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για τη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και για την αυστηρότερη μικροπροληπτική και μακροπροληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό διασφαλίστηκαν μέσω του Προγράμματος Στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας μέσω της παροχής έκτακτης χρηματοδότησης και διαμορφώθηκε σε συνεργασία με την πολιτεία ένα πλαίσιο εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων ικανό να στηρίξει τη διατεταγμένη ανασύνταξη του τραπεζικού συστήματος.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σ’ αυτό το πλαίσιο η Κυβέρνηση στο βαθμό που είναι υπεύθυνη και με βάση τις συμφωνίες για τους εταίρους αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, χωρίς να παρεμβαίνει σε επιχειρηματικές επιλογές. Βασική προτεραιότητα της Κυβέρνησης αποτελεί η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζικών ιδρυμάτων. Στόχος η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, η βιωσιμότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταθετών, η διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, η ενίσχυση της ρευστότητας της πραγματικής οικονομίας, νοικοκυριών και επιχειρήσεων, η ανάκαμψη της οικονομίας με τελικό στόχο τη μακροχρόνια διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη με όρους διαφανείς, με όρους που θα υπηρετούν πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον και κατ’ επέκταση τους Έλληνες φορολογούμενους.

Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αποσαφηνιστεί -και το ακούω και σήμερα στη λίγη ώρα που είμαι εδώ- ποιος αποφασίζει για τη βιωσιμότητα και ποιος για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Θα το επαναλάβω. Το ζήτημα της βιωσιμότητας είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της εποπτικής αρχής του τραπεζικού συστήματος, δηλαδή της Τράπεζας της Ελλάδος. Η βιωσιμότητα μίας τράπεζας συναρτάται από διάφορα εποπτικά και επιχειρηματικά κριτήρια που προσμετρώνται με δείκτες, που σταθμίζονται με συντελεστές. Τα κριτήρια είναι κοινά: αρχές και μεθοδολογίες που ακολουθούνται σε όλη την Ευρώπη. Τα κριτήρια βιωσιμότητας, με λίγα λόγια, δεν καθορίζονται και δεν ελέγχονται από τα Υπουργεία Οικονομικών των κρατών –μελών.

Η διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης γίνεται με βάση το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και τις αρμοδιότητες που έχει η Τράπεζα της Ελλάδος, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και το Υπουργείο Οικονομικών. Πληροφορήθηκα πάλι ότι επανέρχεται ένα θέμα αμοιβών. Θα τοποθετηθώ αύριο, γιατί έχουμε πράξει συγκεκριμένα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση.

Αυτή τη στιγμή αναμένεται να οριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, μετά τη δημοσιοποίηση των εξαμηνιαίων οικονομικών καταστάσεων, το ακριβές ποσό της ανακεφαλαιοποίησης καθώς και τα εργαλεία που θα αξιοποιηθούν για την ανακεφαλαιοποίηση. Στη συνέχεια θα καθοριστούν οι υπόλοιποι όροι της ανακεφαλαιοποίησης.

Η ανακεφαλαιοποίηση είναι ιδιαίτερα σημαντική, κρίσιμη αυτή την περίοδο, προκειμένου -μεταξύ άλλων- να αποκατασταθεί η δυνατότητα των τραπεζών να δανείζονται από τις αγορές και να επανέλθει –το  τονίζω αυτό- η δυνατότητα κανονικής χρηματοδότησης και αναχρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οπότε και το κόστος της χρηματοδότησης θα μειωθεί σημαντικά έναντι της εκτεταμένης χρήσης του ELA που γίνεται την τελευταία περίοδο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και με τις προς κύρωση Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου αντιμετωπίζονται θέματα κεφαλαιακής ενίσχυσης των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσα από τροποποιήσεις του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου λαμβάνοντας όμως υπόψη και την τρέχουσα οικονομική συγκυρία.

Ειδικότερα, εισάγονται ή τροποποιούνται διατάξεις της τραπεζικής νομοθεσίας και του νομικού πλαισίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, προκειμένου να διασφαλιστεί η σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος μέσω της κεφαλαιακής ενίσχυσης των τραπεζών και να αντιμετωπιστούν συναφή ζητήματα που αφορούν τις λογιστικές και εταιρικές τους υποχρεώσεις, ενώ διευρύνεται το φάσμα των διαθέσιμων χρηματοοικονομικών εργαλείων για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και βελτιώνεται η δυνατότητα του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας να επιτελέσει ουσιαστικά έναν αποτελεσματικό ρόλο στη στήριξη και στην ανασύνταξη του τραπεζικού τομέα.

Θα ήθελα, πριν κλείσω, να κάνω δύο σύντομες παρατηρήσεις για θέματα στα οποία αναφέρθηκαν οι τρεις τελευταίοι ομιλητές.

Άκουσα τον κ. Γλέζο να αναρωτιέται με ποιον είμαστε και υποθέτω ότι αυτό αφορά τους κυβερνητικούς εταίρους. Έχουμε αποδείξει ότι είμαστε με το εθνικό συμφέρον και ενεργούμε με τόλμη, με θάρρος, με λογική και  με ευαισθησία.

Ενδεικτικά, αναφέρθηκε στις γερμανικές αποζημιώσεις. Είναι γεγονός ότι το Υπουργείο Εξωτερικών, με βάση τους νόμους του 2006 και του 2007, έχει τον πρώτο ρόλο για τις νομικές και θεσμικές ενέργειες επί του ζητήματος των γερμανικών αποζημιώσεων. Είναι όμως δίκαιο να υπογραμμιστεί ότι από την πλευρά του Υπουργείου Οικονομικών έχει ξεκινήσει για πρώτη φορά, κύριε Γλέζο, η διαδικασία αποτύπωσης της κατάστασης, ώστε να μπορούν να θεμελιωθούν οι όποιες ενέργειες σε στέρεες βάσεις. Πιστεύω να συμφωνούμε στη βάση του ότι αποτελεσματικές διεκδικήσεις δεν μπορούν να γίνουν με αερολογίες. Μπορούν να γίνουν μόνο με βούληση, τεκμηρίωση και -ορθώς το είπατε- με επιμονή.

Σημειώνω ότι ήδη έχει δρομολογηθεί η συγκέντρωση του σχετικού αρχειακού υλικού, προκειμένου να ερευνηθεί αρμοδίως και να αξιοποιηθεί.

Χθες υπέγραψα απόφαση –και την καταθέτω στα Πρακτικά- με την οποία συγκροτήθηκε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Ομάδα Εργασίας για την έρευνα των αρχείων του σε σχέση με το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων.

Έργο της Ομάδας Εργασίας είναι η έρευνα των αρχείων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους σχετικά με το θέμα αυτό, των γερμανικών αποζημιώσεων.

Τα μέλη της ομάδος δεν θα λάβουν αποζημίωση για το έργο τους. Η ομάδα οφείλει να παραδώσει το έργο της μέχρι τις 31/12/2012. Δουλεύουμε μεθοδικά και συστηματικά και με ρεαλισμό, λαμβάνοντας υπόψη πρωτίστως το εθνικό  συμφέρον, αλλά και τις εκάστοτε συγκυρίες σε διμερείς και διεθνείς σχέσεις.

Άκουσα και δύο συναδέλφους να μιλούν για την εκκρεμότητα που έχει το ελληνικό κράτος σε σχέση με το θέμα της σταθερής απόδοσης 10% επί του εισφερόμενου κεφαλαίου στις τράπεζες που υπήχθησαν στο πρώτο μέτρο των περίφημο πρώτο πυλώνα του νόμου του 2008, ή όπως άκουσα, το «Νόμο Αλογοσκούφη».

Τι έχει κάνει το Υπουργείο Οικονομικών αυτές τις μέρες; Το Υπουργείο Οικονομικών έχει τη βούληση για τη διευθέτηση του θέματος, δεδομένου ότι αυτό εγγράφεται και ως έσοδο στον κρατικό προϋπολογισμό. Στην κατεύθυνση αυτή στις 28 Αυγούστου 2012 θέσαμε το θέμα και είναι στα Πρακτικά του τελευταίου Συμβουλίου Συστημικής Ευστάθειας, στο οποίο συμμετέχει και ο Υποδιοικητής και ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος.

Δεύτερον, εστάλη επιστολή προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και προς τον Πρόεδρο της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών στις 6 Σεπτεμβρίου 2012 και το καταθέτω στα Πρακτικά, με την οποία δεδομένη της βούλησης όλων των εταίρων της Κυβέρνησης και των τριών κομμάτων και των τριών Αρχηγών, ζητούνται οι θέσεις τους.

Τρίτον, ο Υπουργός Οικονομικών και ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, προχώρησαν εχθές στις 10 Σεπτεμβρίου στην αποδοχή της ομόφωνης γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτος. Γνωμοδότηση, η οποία έκρινε:

Πρώτον, ότι οι διατάξεις του νόμου του 2008, «περί προνομιούχων μετοχών πιστωτικών ιδρυμάτων που αναλαμβάνονται από το ελληνικό δημόσιο για την ανακεφαλαιοποίηση τους» είναι όλως ειδικές και υπερισχύουν των γενικών «περί προνομιούχων μετοχών διατάξεων του ισχύοντος για Ανώνυμες Εταιρείες» του 1920.

Και δεύτερον, το προβλεπόμενο ετήσιο δικαίωμα σταθερής απόδοσης στο δημόσιο ποσοστού 10% επί του εισφερθέντος για την ανάληψη των προνομιούχων μετοχών κεφαλαίου αποτελεί ιδιότυπο προνόμιο του δημοσίου, η δε καταβολή από την υπόχρεη τράπεζα είναι υποχρεωτική και ανεξάρτητη από την κερδοφορία της.

Μετά την αποδοχή αυτής της γνωμοδότησης χθες από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών με τις σχετικές επισημειωματικές πράξεις, τόσο από τον Υπουργό Οικονομικών, όσο και από τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών, το περιεχόμενο της είναι δεσμευτικό για τη διοίκηση. Στόχος της Κυβέρνησης Εθνικής Ευθύνης είναι η διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος.

Κυρίες και κύριοι, στη ρευστή περίοδο που διανύουμε πρέπει να προχωρήσουμε με αποφασιστικότητα, με σοβαρότητα και με μεθοδικότητα. Αυτό κάνουμε. Δεν παρασυρόμαστε σε επικοινωνιακή αντιμετώπιση του όποιου προβλήματος. Άλλωστε, όλοι οι εμπλεκόμενοι θα κριθούμε από τις αποφάσεις μας και από τις πράξεις μας.

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία τρία χρόνια διαμορφώθηκε ένα έλλειμμα αξιοπιστίας, το οποίο είναι δύσκολα διαχειρίσιμο. Οι τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ προθέσεων, σχεδιασμού, υλοποίησης κυρίως δε αποτελέσματος, αποτελούν μεγάλο βάρος στην πορεία της χώρας.

Και αυτή η Κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης, κινείται δραστικά προς την κατεύθυνση συρρίκνωσης των αποκλίσεων αυτών, έχει πλήρη συνείδηση της δυνητικής σημασίας του κεφαλαίου αξιοπιστίας της χώρας, θα πράξει ότι το καλύτερο για την αύξηση της ποσότητας και τη βελτίωση της ποιότητας του με πρώτο βήμα τη θετική αξιολόγηση από τους εταίρους, τη λήψη της δόσης, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών που συζητάμε σήμερα, την ανάταξη της εθνικής οικονομίας. Πρόκειται για το καλό σενάριο που κατά τη συγκεκριμένη τρέχουσα, δύσκολη συγκυρία, θα διαμορφώσει τις προϋποθέσεις ώστε να ξεκινήσουμε την προσπάθεια για να εισέλθουμε στον ενάρετο κύκλο της διατηρήσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής με ισότιμη όμως συμμετοχή στον πυρήνα της Ευρώπης.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Δελτίο Τύπου σχετικά με την καταβολή της ετήσιας σταθερής απόδοσης των προνομιούχων μετοχών από τα πιστωτικά ιδρύματα στο Ελληνικό Δημόσιο

Ο Υπουργός Οικονομικών, Γιάννης Στουρνάρας, και ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, έκαναν αποδεκτή την υπ’ αριθμ. 386/2012 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σχετικά με την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταβάλουν στο Ελληνικό Δημόσιο ετήσια σταθερή απόδοση των προνομιούχων μετοχών, που εκδίδονται για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών και αναλαμβάνονται από το Δημόσιο, σε ποσοστό 10% επί του εισφερόμενου κεφαλαίου (Ν. 3723/2008).

Με την αποδοχή της ανωτέρω Γνωμοδότησης επιβεβαιώνεται η υποχρέωση καταβολής στο Δημόσιο Ταμείο των σχετικών χρηματικών ποσών από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Δήλωση σχετικά με την επιβεβλημένη ανάγκη εκτεταμένης συμβολής των τραπεζών στην αντιμετώπιση της κρίσης

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Τα τελευταία δυόμισι χρόνια, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις πλήττονται από την πολιτική που εφαρμόζεται.

Ιδιαίτερα οι νέοι, οι οικονομικά και κοινωνικά πιο ασθενείς, αυτοί που έχουν πάρει  τραπεζικά δάνεια.

Είναι, ως εκ τούτου, επιτακτικά αναγκαία η συνετή και διορατική διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση, με κατάλληλες πολιτικές ενίσχυσης της ρευστότητας και αναθέρμανσης της Οικονομίας.

Στην προσπάθεια αυτή, όμως, επιβάλλεται να συμβάλλουν και τα πιστωτικά ιδρύματα.  

Οι τράπεζες, δεδομένης και της προβλεπόμενης επανακεφαλαιοποίησής τους, πρέπει να προβούν σε πιο εκτεταμένες ρυθμίσεις και σε περισσότερους διακανονισμούς των δανείων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Έτσι ώστε, μεταξύ άλλων, η δόση του δανείου να μην υπερβαίνει το 30% του εισοδήματος του ιδιώτη οφειλέτη, εφ’ όσον αυτός αιτιολογημένα αδυνατεί να ανταποκριθεί.

Άλλωστε, ακόμα και η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά το παρελθόν, έχει κινηθεί σε ανάλογη κατεύθυνση: (ΠΔ/ΤΕ 2565/11.10.2005) και Επιστολή της Τράπεζας της Ελλάδος προς τα πιστωτικά ιδρύματα (Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος, 21.10.2005)».

Δήλωση σχετικά με τις σχετικά με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση σχετικά με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα:

«Σήμερα, το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, εξαιτίας, κυρίως, της κυβερνητικής αβελτηρίας και ανεπάρκειας και της βαθιάς ύφεσης της Οικονομίας, βρίσκεται αντιμέτωπο με πολλές και μεγάλες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απορρέουν από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών, από τον αποκλεισμό τους από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων, από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, από την επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, από τη έντονη και συνεχή εκροή των καταθέσεων.

Προκλήσεις με ορατές δυσμενείς συνέπειες στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Και αυτές, εν αναμονή της αποτίμησης των ζημιών που θα υποστούν οι τράπεζες από τη συμμετοχή τους στην αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους, αλλά και του διαγνωστικού ελέγχου που θα πραγματοποιηθεί στα δανειακά χαρτοφυλάκιά τους από την εταιρεία BlackRock Solutions.

Έλεγχος τη χρονική στιγμή που νοικοκυριά και επιχειρήσεις, εξαιτίας της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής, “πνίγονται” από ρευστότητα και αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, ενώ δεν υπάρχει ενεργή αγορά για να αποτιμηθούν ορθολογικά τα ακίνητα που είναι στα χαρτοφυλάκιά τους.

Αυτή η εικόνα, επιτάσσει την ανάγκη συνετής και διορατικής διαχείρισης της κατάστασης, τόσο από τα πιστωτικά ιδρύματα, όσο και από την Πολιτεία.

Πιστωτικά ιδρύματα τα οποία οφείλουν να διατηρήσουν υψηλούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, να συγκρατήσουν τα λειτουργικά τους έξοδα και να συνεχίσουν τη στήριξη των διεθνών δραστηριοτήτων τους.

Και Πολιτεία, η οποία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της Οικονομίας.

Πρωτοβουλίες τις οποίες έγκαιρα πρότεινε η Νέα Δημοκρατία και ο Πρόεδρός της κ. Αντώνης Σαμαράς, ώστε να αποφευχθεί η πιστωτική συρρίκνωση, η οποία είναι ό,τι χειρότερο σε μια περίοδο βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης».

Δήλωση για την Ευρωστία του Τραπεζικού Συστήματος

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

 

« Η Ν.Δ. πιστεύει διαχρονικά και σταθερά στην αναγκαιότητα ευρωστίας του τραπεζικού συστήματος, τόσο σε όρους κεφαλαιακής επάρκειας, όσο και σε όρους ρευστότητας, ώστε να διαδραματίζει επιτυχώς τον οικονομικό και κοινωνικό του ρόλο.

Η Κυβέρνηση της Ν.Δ., κατά το έτος 2008 (Ν. 3723/2008), στις συνθήκες της τότε κλιμακούμενης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, έγκαιρα -αφού ήταν από τις πρώτες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις- κινήθηκε προς την κατεύθυνση στήριξης της ευρωστίας του τραπεζικού συστήματος και τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας με το πακέτο των 28 δις ευρώ.

Η πολιτική αυτή αντιμετώπισε τη σφοδρή επίθεση και την τακτική απαξίωσης από το ΠΑΣΟΚ.

Τότε το ΠΑΣΟΚ, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, συγκεκριμένα, έλεγε:

Ο κ. Γ.  Παπαδρέου (Βουλή, 31.10.2008): «[Η Κυβέρνηση] διαθέτει 28 δις ευρώ χωρίς διαφάνεια, χωρίς κανόνες, χωρίς κανείς να ξέρει το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος της κάθε τράπεζας, χωρίς καμία εγγύηση ότι αυτοί οι πόροι θα φτάσουν στο φορολογούμενο, στον εργαζόμενο, στο δανειολήπτη, στον παραγωγό, στο μικρομεσαίο επιχειρηματία…λευκή επιταγή στις τράπεζες. Αποτελεί τεράστια κοινωνική πρόκληση, έγκλημα σε βάρος του κοινωνικού συνόλου…».

Η κ. Λ. Κατσέλη (Ραδιοφωνική Συνέντευξη Flash Radio, 04.11.2008): «…Εγώ δεν θα περίμενα ποτέ από κανένα τραπεζίτη να εγγυηθεί ότι η δράση και η συμπεριφορά του θα στηρίξει ουσιαστικά την πραγματική οικονομία…».

Ο κ. Μ. Χρυσοχοΐδης (Συνέντευξη Τύπου, 29.10.2008): «[Η Κυβέρνηση] παρέχει δημόσιο  χρήμα στις τράπεζες, χωρίς να εξασφαλίζει το ανάλογο και επιθυμητό σ’ αυτή τη φάση έλεγχο και εποπτεία του Δημοσίου πάνω στο τραπεζικό σύστημα…το δημόσιο χρήμα δίνεται άνευ ελέγχου, δίνεται άνευ όρων…γίνεται κατάχρηση της κρατικής ενίσχυσης…»

Τώρα, το ΠΑΣΟΚ ως Κυβέρνηση αποφάσισε διαδοχικά την ενίσχυση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος με 15 δις ευρώ και 25 δις ευρώ, πλέον των 10 δις ευρώ του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας.

Αλήθεια, τώρα για το ΠΑΣΟΚ δεν προκύπτουν ζητήματα «λευκής επιταγής», «εγκλήματος σε βάρος του κοινωνικού συνόλου», «σοβαρότητας του κράτους», «άνευ ελέγχου και όρων παροχής δημοσίου χρήματος», και «κατάχρησης της κρατικής ενίσχυσης»;

Η περυσινή δημαγωγία της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ και των στελεχών του, τους ακολουθεί. Και οι εφετινές τους προβλέψεις τους διαψεύδουν».

Δήλωση για τα Τεστ Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων των Ελληνικών Τραπεζών

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Είναι θετικό το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες, πλην της ΑΤΕ, που συμμετείχαν στο τεστ προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, και μάλιστα με αυστηρότερα έναντι των άλλων χωρών κριτήρια, το πέρασαν.

Όμως, προκειμένου να ενισχυθεί η κεφαλαιακή επάρκεια και η ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων απαιτούνται συγκροτημένες πρωτοβουλίες της πολιτείας και των πιστωτικών ιδρυμάτων με στόχο τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

Σε αυτή την κατεύθυνση ιδιαίτερη σημασία αποκτά η βιωσιμότητα της ΑΤΕ, παραδοσιακού και αναγκαίου μοχλού στήριξης του Έλληνα Αγρότη».

Ομιλία στην Ημερίδα της ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ «Τράπεζες και Οικονομία: Το επόμενο βήμα»

Κυρίες και Κύριοι,

Χαιρετίζω, ως Εκπρόσωπος του Κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και του Προέδρου της κ. Αντώνη Σαμαρά, τις εργασίες της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας και επίκαιρης Ημερίδας που διοργανώνει σήμερα η εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ.

Είμαι βέβαιος ότι κατά τη διάρκειά της θα πραγματοποιηθεί ένας ειλικρινής, ανοικτός και εποικοδομητικός διάλογος.

Θα κατατεθούν ρεαλιστικοί προβληματισμοί, θα αναπτυχθούν γόνιμες σκέψεις, θα ακουστούν υπεύθυνες θέσεις, θα εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Κυρίες και Κύριοι,

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες σημειώθηκαν ραγδαίες αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και της διεθνοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, πυρήνας του οποίου είναι ο τραπεζικός τομέας.

Τόσο η θεωρία όσο και οι εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού τομέα, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες (bank-based countries) όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξη της οικονομίας και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, το οποίο χαρακτηρίζονταν, μέχρι τότε, από έντονες στρεβλώσεις και εγγενείς αδυναμίες.

Οι βασικοί παράγοντες που συνέβαλαν στο μετασχηματισμό και στην προσαρμογή του στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην ενοποιημένη ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά ήταν η θεσμική απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος, η μεταβολή του πλαισίου κανόνων και εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, η αυξανόμενη ενοποίηση των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, η διεθνοποίηση των οικονομικών συναλλαγών, η ταχεία τεχνολογική πρόοδος στους τομείς των επικοινωνιών και της πληροφορικής, η αξιοποίηση των εργαλείων της χρηματοοικονομικής μηχανικής (financial engineering) και η ενίσχυση των ρυθμών μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας.

Αυτές οι εξελίξεις τόνωσαν το επίπεδο του ανταγωνισμού στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, ενίσχυσαν το ύψος και διεύρυναν τις πηγές κερδοφορίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, και ενίσχυσαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η οποία συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ευημερία.

Έτσι, η επιδείνωση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας, εξαιτίας των επιπτώσεων της διεθνούς κρίσης και δυσμενών εγχώριων παράγοντων (συγκυριακών και διαρθρωτικών), βρήκε τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού τομέα, κατά βάση, υγιή.[1]

Θετικά συνέβαλλε στη διαμορφωθείσα κατάσταση και η αποκλιμάκωση του κόστους άντλησης κεφαλαίων, λόγω των μέτρων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), οι ευνοϊκές συνθήκες που επικράτησαν στις αγορές κεφαλαίων και η μερική αξιοποίηση των κυβερνητικών μέτρων ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας (Ν. 3723/2008).

Ωστόσο, μια σειρά από παράγοντες δημιουργούν ανησυχίες, δημιουργούν συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας και εγκυμονούν κινδύνους για το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όπως είναι:

  • Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος.
  • Η επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.
  • Το υψηλότερο κόστος Δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου λόγω της σημαντικής αύξησης των spreads.
  • Η συρρίκνωση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης (+4,2% προς τον ιδιωτικό τομέα το Νοέμβριο του 2009).
  • Η χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών (ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο των δανείων ανήλθε στο 7,2% το Σεπτέμβριο του 2009).
  • Η αισθητή μείωση του ποσοστού κάλυψης των δανείων σε καθυστέρηση από τις συσσωρευμένες προβλέψεις (42% το Σεπτέμβριο του 2009).
  • Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό.
  • Η φυγή καταθέσεων προς το εξωτερικό και η μείωση της αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών (-3,3 δις. ευρώ το διάστημα Οκτώβριος – Νοέμβριος 2009).

Τα στοιχεία αυτά επιτάσσουν την ανάγκη συνετής διαχείρισης της κατάστασης από την Ελληνική πολιτεία και τα πιστωτικά ιδρύματα.

Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, η Πολιτεία οφείλει να λαμβάνει πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ροής των πιστώσεων στην αγορά και την αναθέρμανση της οικονομίας. Έτσι, προς αυτή την κατεύθυνση:

1ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε στη διοχέτευση ρευστότητας στην οικονομία μέσω της παροχής πακέτου στήριξης προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους 28 δισ. ευρώ (και το οποίο πήρε παράταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι τις 30 Ιουνίου).

Οι τράπεζες χρησιμοποίησαν περίπου το 40% αυτού του πακέτου (11,4 δισ. ευρώ), ενισχύοντας την κεφαλαιακή τους επάρκεια λόγω της αύξησης των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων με την έκδοση προνομιούχων μετοχών που διατέθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο.[2]

2ον. Η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προχώρησε και σε μια σειρά μέτρων για την προστασία των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι η αύξηση της νομικής εγγύησης των καταθετών, η προστασία των δανειοληπτών, η αναβάθμιση και απλοποίηση της λειτουργίας του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ).

3ον. Η Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προχώρησε, και αναμένεται να ολοκληρώσει και για τα νοικοκυριά, τη νομοθετική πρωτοβουλία για τη ρύθμιση χρεών φυσικών και νομικών προσώπων προς τα πιστωτικά ιδρύματα και για τη χαλάρωση των κριτηρίων επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς.

Νομοθετική πρωτοβουλία την οποία η Ν.Δ., στήριξε, παρά τις επισημάνσεις που έκανε η Αξιωματική Αντιπολίτευση και τη γνώμη που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Και αυτό γιατί η επέκταση της ρύθμισης χρεών, εκτός από τις ληξιπρόθεσμες, και στις ενήμερες οφειλές, θα ενισχύσει τον ηθικό κίνδυνο και δύναται να επιδράσει αρνητικά στη ρευστότητα και στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, στο κόστος του κεφαλαίου και στην πιστωτική επέκταση.  

Όμως, και οι τράπεζες επιβάλλεται να αναλάβουν συγκεκριμένες δράσεις ή να ενδυναμώσουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Μεταξύ άλλων, απαιτείται, υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, από τις ίδιες:

1ον. Η συστηματική εξέταση, η διαρκής παρακολούθηση και η αποτελεσματική διαχείριση της φύσεως και του ύψους των κινδύνων που αναλαμβάνουν.

2ον. Η ενίσχυση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο.

3ον. Η βελτίωση των κανόνων εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου και διαφάνειας.

4ον. Η ενίσχυση, ποσοτική και ποιοτική, της κεφαλαιακής τους επάρκειας.

5ον. Η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης και άντλησης ρευστότητας.

6ον. Η αναθεώρηση των κανόνων εταιρικής διακυβέρνησης. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, απαιτείται η υιοθέτηση ενός υγιούς πλαισίου για τα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα (remuneration policies), το οποίο θα ευθυγραμμίζει τα κίνητρα που τους προσφέρονται προς τις ανάγκες της οικονομίας γενικότερα.

Με αυτές τις σκέψεις, και με την προσδοκία να σταματήσουν οι κυβερνητικές παλινωδίες και οι ερασιτεχνισμοί, θα σταματήσει η αποστολή λανθασμένων μηνυμάτων στις αγορές και να ληφθούν άμεσα τα αναγκαία μέτρα για τη δημοσιονομική εξυγίανση και την οικονομική ανάπτυξη, χαιρετίζω τη σημερινή Ημερίδα.

 


[1] Αξίζει μάλιστα να τονισθεί ότι, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες, τα αίτια των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας δεν πηγάζουν από τον τραπεζικό τομέα ή τις διασυνδέσεις του με το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό χώρο (βλέπετε και Τράπεζα της Ελλάδος).

[2] Σημειώνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, για το ποσό των 3,8 δις. ευρώ που έχει διατεθεί για την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών εισπράττει απόδοση της τάξης του 10%.

 

TwitterInstagramYoutube