Μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας

Η 8η Μαρτίου εορτάζεται ως η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας και αποτελεί ημέρα μνήμης των αγώνων των γυναικών για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους στην πολιτική, οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή ζωή. Αποτελεί, επίσης, ημέρα τιμής για την πολυσήμαντη προσφορά της γυναίκας, σε όλα τα επίπεδα της ζωής και της κοινωνίας. Ημέρα τιμής στην Ελληνίδα γυναίκα και μητέρα, η οποία αποτελεί διαχρονικά το κύτταρο και την ψυχή της οικογένειας.

Είναι γεγονός, ότι η σύγχρονη γυναίκα καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλούς και δύσκολους ρόλους. Η πολυπλευρικότητα των ρόλων της επιβάλλει και καθιστά απαραίτητη τη συμπαράσταση της Πολιτείας, κυρίως σε θεσμικό επίπεδο. Παρά τις σημαντικές κατακτήσεις που έχουν σημειωθεί στον τομέα της ισότητας των δύο φύλων, δε θα πρέπει, ωστόσο, να δημιουργείται εφησυχασμός. Ιδιαίτερα, σήμερα, εν μέσω βαθειάς οικονομικής ύφεσης και δυσμενών οικονομικών καταστάσεων που βιώνει η χώρα μας, τίθεται πιο επιτακτική από ποτέ, η θέσπιση ενός πλαισίου το οποίο θα προστατεύει και θα ενισχύει τη θέση της γυναίκας-μητέρας στην κοινωνία. Πλαίσιο, το οποίο θα διασφαλίζει την ισότιμη πρόσβαση και συμμετοχή των δύο φύλων στην απασχόληση, θα προάγει τη συμμετοχή των γυναικών στην παραγωγική διαδικασία και θα διευκολύνει την εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή. Όπως, άλλωστε καταμαρτυρούν και πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, η ανεργία στις γυναίκες τον Νοέμβριο του 2010 εκτινάχθηκε στο 17%, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από αυτό των ανδρών. Ποσοστό το οποίο καταδεικνύει ότι όσον αφορά τις γυναίκες δεν υπάρχει επαρκές δίχτυ κοινωνικής προστασίας.

Για τη Νέα Δημοκρατία, η ανάδειξη πολιτικών προστασίας της Ελληνίδας γυναίκας και μητέρας και η ανάληψη δράσεων για την ενδυνάμωση της θέσης της, αποτελούν θεμελιώδεις άξονες της πολιτικής της διαδρομής και κατεύθυνσης.

Δήλωση σχετικά με το διάλογο για το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής

Ο Αναπληρωτής Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της Νέας Δημοκρατίας, Βουλευτής Φθιώτιδας, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, έκανε την ακόλουθη δήλωση σχετικά με το διάλογο για το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015:

«Η Νέα Δημοκρατία, ασκώντας με υπευθυνότητα το θεσμικό της ρόλο, ψήφισε το Νόμο για τη «Δημοσιονομική Διαχείριση και Ευθύνη» (Ν. 3871/2010).

Νόμος που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ανάγκη σύνταξης, αξιολόγησης και επικαιροποίησης του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής (Άρθρα 5 και 6).

Σύμφωνα, όμως, με το Άρθρο 6Β, «το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής συντάσσεται με την καθοδήγηση και εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών και υποβάλλεται στο Υπουργικό Συμβούλιο για έγκριση το αργότερο μέχρι 15 Απριλίου. Μετά την έγκρισή του από το Υπουργικό Συμβούλιο, ο Υπουργός Οικονομικών το καταθέτει στη Βουλή για ψήφιση το αργότερο μέχρι 15 Μαϊου. Η Βουλή επισκοπεί, συζητεί και ψηφίζει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής».

Η Κυβέρνηση, συνεπώς, οφείλει να ακολουθήσει την κοινοβουλευτική διαδικασία για την ανοικτή και ουσιαστική συζήτηση του Πλαισίου και όχι την επικοινωνιακή διαχείριση με προσχηματικούς διαλόγους, χωρίς τη διατύπωση, από την πλευρά της, συγκεκριμένων θέσεων και μέτρων.

Πράγματι, η συστηματική συζήτηση για τα μείζονα θέματα της χώρας, μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση.

Η Κυβέρνηση όμως, εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα της πολιτικής και της λειτουργίας της, δεν αναζητά συνομιλητές αλλά «συνενόχους» για την επιβολή νέων, πρόσθετων μέτρων.

Δεν πρέπει να λησμονεί όμως ότι:

1ον. Η ίδια, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, «τορπίλιζε» το διάλογο και καταψήφιζε όλες τις νομοθετικές πρωτοβουλίες που περιείχαν διαρθρωτικές αλλαγές, πολλές από τις οποίες υιοθετεί σήμερα. Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, έχει στηρίξει σειρά διαρθρωτικών και χρηματοπιστωτικών μέτρων για τη βιώσιμη διόρθωση των δημοσίων οικονομικών και για την απελευθέρωση δυνάμεων και πόρων στην Οικονομία.

2ον. Η ίδια, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, υποστήριζε ότι «λεφτά υπάρχουν». Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, έχει καταθέσει, και διαρκώς την εμπλουτίζει, συγκεκριμένη, ρεαλιστική και συμβατή με την ελληνική πραγματικότητα πρόταση για την έξοδο από την κρίση. Πρόταση την οποία η Κυβέρνηση αγνοεί και διαστρεβλώνει.

3ον. Η ίδια, ως Κυβέρνηση, αγνοεί την έννοια του διαλόγου. Και σήμερα δήθεν τον επιδιώκει αφού πρώτα:

§         Μετέτρεψε, με πράξεις και παραλείψεις της, ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, κοινό στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, σε κρίση δανεισμού.

§         Κατέφυγε σε διαδοχικά εκβιαστικά διλήμματα για να επιβάλλει, δήθεν, «μονοδρομήσεις», χωρίς ίχνος διαπραγμάτευσης.

Όπως αυτόν της προσφυγής στο ΔΝΤ, που όπως αποδεικνύεται σήμερα ήταν εξαρχής, πριν και μετά τις εκλογές, επιλογή της Κυβέρνησης.

§         Επέβαλλε μέτρα, εντός και εκτός «Μνημονίου», ύψους 38 δισ. ευρώ τη διετία 2010-2011.

Μέτρα τα οποία έχουν βυθίσει την πραγματική οικονομία στην πιο βαθιά και παρατεταμένη ύφεση των τελευταίων δεκαετιών και έχουν γονατίσει την ελληνική κοινωνία (λουκέτα, ανεργία, πληθωρισμός).

§         Απέτυχε στην οικονομική της πολιτική.

Η 3η Αναθεώρηση του «Μνημονίου» αποτυπώνει τα αδιέξοδά της.

Αναδεικνύει τις Κυβερνητικές αδυναμίες, επιβεβαιώνει τις αποκλίσεις στους στόχους για το 2010, ενσωματώνει νέα μέτρα ύψους 1,8 δισ. ευρώ για το 2011, περικλείει περισσότερα «μη-καθορισμένα» μέτρα ύψους 14,5 δισ. ευρώ για το 2012-2014.

Είναι προφανές ότι η Κυβέρνηση, προ των αδιεξόδων της πολιτικής της, δεν προσπαθεί να συζητήσει υπεύθυνα με τις πολιτικές δυνάμεις.

Επιχειρεί μόνο να τις καταστήσει συνένοχες.

Η Νέα Δημοκρατία, αναλαμβάνοντας και το μερίδιο της ευθύνης που της αναλογεί για την κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας, συνέβαλε και θα συμβάλλει με σύνεση, με συνέπεια και με υπευθυνότητα, με θέσεις και προτάσεις, στην έξοδο της χώρας από την κρίση.

Άλλωστε έχει αποδείξει έμπρακτα και διαχρονικά, ότι ασκεί με ευθύνη τον εκάστοτε θεσμικό της ρόλο».

Ερώτηση-επαναφορά σχετικά με το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο της Ελλάδας προς τη Γερμανία

Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό (Περιοδικό «Επίκαιρα», Τεύχη: 30/12/2010, 13/01/2011, 20/01/2011 & 27/01/2011) οι οφειλές της Γερμανίας πρός την Ελλάδα, από πολεμικές επανορθώσεις και το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, διαμορφώνονται στα 162 δισ. ευρώ περίπου (108 δισ. ευρώ οι πολεμικές επανορθώσεις και 54 δισ. ευρώ το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο).

Το ζήτημα του αναγκαστικού κατοχικού δανείου έχει τεθεί διαχρονικά από την ελληνική πλευρά (1955, 1964-1965, 1974, 1991 & 1995). Το 1955 επισημάνθηκε για πρώτη φορά ότι, ενώ οι γερμανικές αποζημιώσεις είχαν ανασταλλεί, παραταύτα το κατοχικό δάνειο ήταν απαιτητό, αφού επρόκειτο για πιστώσεις που θα έπρεπε να εξοφληθούν.

Η Κυβέρνηση (Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, Συνεδρίαση της 12.12.2010), απεδέχθη τις κρατικές διεκδικήσεις, δηλώνοντας διά του Υφυπουργού Οικονομικών κ. Σαχινίδη ότι «…ο Πρωθυπουργός της χώρας είπε ότι δεν έχουμε παραιτηθεί ποτέ από τις αξιώσεις μας. Το θέμα υφίσταται στο πλαίσιο των διμερών μας σχέσεων με τη Γερμανία […] το θέμα παραμένει ανοικτό…».

Κατόπιν τούτων

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κος Υπουργός:

1) Με ποιό τρόπο σκέφτεται η Ελληνική Κυβέρνηση να θέσει υπό δικαιοδοτική κρίση το ζήτημα του Αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου;

2) Σε περίπτωση θετικής έκβασης, θα μπορούσε η Ελλάδα να προβεί σε συμψηφισμό μέρους των οφειλών, με δεδομένο ότι:

  • Εκκρεμεί η κύρωση της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης (Βουλή των Ελλήνων από 04.06.2010).
  • Σύμφωνα με το Άρθρο 7.1 της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης που υπεγράφει το 2010 «… οι πληρωμές του Δανειολήπτη καταβάλλονται στο ακέραιο, χωρίς μείωση λόγω συμψηφισμού ή ύπαρξης ανταπαίτησης για όλη τη διάρκεια της πρώτης Σύμβασης…»;

Ερώτηση σχετικά με την έλλειψη προσωπικού στο περιφερειακό τμήμα Στερεάς Ελλάδας του ΟΑΕΕ

Το τελευταίο διάστημα όλο και πληθαίνουν οι καταγγελίες για σοβαρά προβλήματα λειτουργίας των τμημάτων του Ο.Α.Ε.Ε. της Περιφερειακής Δ/νσης Στερεάς και του τοπικού Περιφερειακού τμήματος Λαμίας. Η κύρια πηγή των υφιστάμενων προβλημάτων είναι η πλημμελής στελέχωση του Οργανισμού και οι σοβαρές ελλείψεις σε μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό. Αποτέλεσμα της έλλειψης αυτής είναι η αδυναμία εξυπηρέτησης χιλάδων ασφαλισμένων και η απίστευτη ταλαιπωρία που υφίστανται για την διεκπαιρέωση οποιασδήποτε υπόθεσης. Τα περισσότερα τμήματα της Περιφερειακής Δ/νσης δεν έχουν Προϊσταμένους και κάποια (το τμήμα Ασφάλισης) δεν έχουν καν υπάλληλο. Το πλήθος των φακέλων που καθημερινά συσσωρεύονται στις υπηρεσίες του Οργανισμού με υποθέσεις ασφαλισμένων έχουν «πνίξει» στην κυριολεξία τους ελάχιστους υπαλλήλους, οι οποίοι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλουν, αδυνατούν να σηκώσουν όλο το βάρος των εργασιών, καθώς τον φόρτο εργασίας τριών υπαλλήλων καλείται να τον επωμιστεί ένας υπάλληλος και χωρίς ουσιαστικά να υπάρχει συντονιστής Προϊστάμενος.

Ο Περιφερειακός Διευθυντής αδυνατεί να διαδραματίσει ρόλο συντονιστή εκ των πραγμάτων, αφού είναι υποχρεωμένος καθημερινά να αναλαμβάνει το έργο των υπαλλήλων που βρίσκονται σε έλλειψη, καταβάλλοντας εξαντλητική προσπάθεια, εργαζόμενος σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και τις αργίες.

Συγκεκριμένα, και μετά την συννένωση των ταμείων και την έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού με την νέα του μορφή, προβλέπονταν 52 θέσεις εργασίας για την ομαλή λειτουργία και την εξυπηρέτηση 13.500 ασφαλισμένων και 12.500 συνταξιούχων, με την προοπτική οι θέσεις να ανέβουν στις 70. Αντ΄ αυτού, ο Οργανισμός σήμερα λειτουργεί με 19 συνολικά υπαλλήλους, εκ των οποίων μόνο οι οκτώ είναι μόνιμοι, οι τέσσερις με σύμβαση η οποία λήγει στις αρχές Απριλίου του 2011, και οι υπόλοιποι αορίστου χρόνου. Με δεδομένο ότι οι συμβασιούχοι από τον Απρίλιο θα σταματήσουν να εργάζονται και οι δύο υπάλληλοι θα συνταξιοδοτηθούν, ο Οργανισμός θα είναι αδύνατον να λειτουργήσει. Αυτή την στιγμή αναλογούν 1370 ασφαλισμένοι ανά υπάλληλο και από τον Απρίλιο θα αναλογούν 1735 ασφαλισμένοι.

Οι ασφαλισμένοι που επισκέπτονται τον Οργανισμό σε καθημερινή βάση είναι κατά μέσο όρο 330 και η αγανάκτησή τους είναι προφανής και δικαιολογημένη, αφού αδυνατούν να εξυπηρετηθούν παρά την προσπάθεια που καταβάλουν οι υπάλληλοι.

Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στο Περιφερειακό Τμήμα Λαμίας, το οποίο λειτουργεί για όλα τα τμήματα με τρείς μόνιμους υπαλλήλους, τρείς αορίστου  και πέντε συμβασιούχους, οι οποίοι εντός διμήνου δεν θα υπάρχουν. Το πρόβλημα χρήζει άμεσης επίλυσης καθώς το Περιφερειακό Τμήμα Λαμίας και η Περιφερειακή Δ/νση Στερεάς του Ο.Α.Ε.Ε. εξυπηρετούν χιλιάδες ασφαλισμένους των πέντε νομών της Περιφέρειας και οποιαδήποτε δυσλειτουργία επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις σε όλους.

Με δεδομένο ότι ο εν προκειμένω Οργανισμός καλείται να λειτουργήσει με το ¼ του απαιτούμενου προσωπικού και όχι με υπεράριθμους υπαλλήλους, όπως ενδεχομένως συμβαίνει με άλλους Οργανισμούς,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κος Υπουργός:

1) Σε ποιές ενέργειες θα προβεί το Υπουργείο προκειμένου να επιλυθεί άμεσα το ζήτημα της έλλειψης προσωπικού στο Περιφερειακό Τμήμα Λαμίας και στη Περιφερειακή Δ/νση Στερεάς του Ο.Α.Ε.Ε.;

2) Είναι στις προτεραιότητες του Υπουργείου η στελέχωση του Οργανισμού με μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό με δεδομένο ότι είχαν αρχικά προβλεφθεί 52 θέσεις εργασίας, ενώ σήμερα  ο Οργανισμός λειτουργεί μόνο με 19 υπαλλήλους;

Ερώτηση σχετικά με την εγκληματικότητα στην επαρχία Λοκρίδας του Ν. Φθιώτιδας

Η επαρχία Λοκρίδας στο Νομό Φθιώτιδας τα τελευταία δύο χρόνια έχει μετατραπεί σε ανεξέλεγκτο πεδίο δράσης σπείρας αδίστακτων κακοποιών, πιθανότατα αλλοδαπών, οι οποίοι εισβάλλουν στις κατοικίες πολιτών και κλέβουν αγροτικά, οικογενειακά οχήματα καθώς και σκαπτικά και καλλιεργητικά μηχανήματα. Η μέθοδος κλοπής σε όλες τις περιπτώσεις υπήρξε πανομοιότυπη. Διάρρηξη των οικιών τις μεταμεσονύκτιες ώρες, με στόχο την απόσπαση των διακοπτών λειτουργίας των οχημάτων και εν συνεχεία κλοπή αυτών και διαφυγή. Ωστόσο δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός, ότι ένα εκ των κλεμμένων από την περιοχή αυτοκινήτων, εντοπίστηκε και καταδιώχθηκε από τμήμα της συνοριακής γραμμής της Καστοριάς. Οι άγνωστοι που επέβαιναν σε αυτό, το εγκατέλειψαν και διέφυγαν τη σύλληψη περνώντας τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Το όχημα τελικά παραδόθηκε στον ιδιοκτήτη του, κάτοικο Αγίου Κωνσταντίνου Λοκρίδας.

Ενδεικτικό του μεγέθους του προβλήματος, που μαστίζει και άλλες περιοχές της Ελληνικής επικράτειας, αποτελεί το άρθρο της Αλβανικής εφημερίδας Gazeta Standard της 03.08.2010, όπου δημοσιεύεται πολυάριθμος κατάλογος κατασχεμένων οχημάτων, που εντοπίστηκαν στη γείτονα χώρα ως προϊόντα κλοπής προερχόμενα από την Ελλάδα.

Τα θύματα των κακοποιών αυτών είναι Έλληνες, φορολογούμενοι πολίτες, άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν καθημερινά, πολλοί εκ των οποίων ακόμη χρωστούν σε τράπεζες και σε δάνεια την αγορά αυτών των οχημάτων. Οι άνθρωποι αυτοί υπέστησαν παραβίαση του οικογενειακού τους ασύλου, ζημιώθηκαν οικονομικά, αλλά κυρίως, αυτοί και οι οικογένειές τους, ζουν καθημερινά σε ένα καθεστώς φόβου και συνεχούς ανασφάλειας.

Οι κάτοικοι είναι αγανακτησμένοι δεδομένου ότι μέχρι σήμερα οι ενέργειες της Ελληνικής αστυνομίας έχουν αποβεί αναποτελεσματικές, τόσο για την σύλληψη των δραστών, όσο και για την επαρκή αστυνόμευση της περιοχής.

Κατόπιν τούτων,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ

ο κ. Υπουργός:

1) Σε ποιές ενέργειες προτείθεται να προβεί το Υπουργείο ώστε να ενισχύσει την αστυνόμευση της περιοχής και να περιορίσει την έξαρση της εγκληματικότητας;

Ομιλία στην Ολομέλεια σχετικά με το Σχέδιο Νόμου για την κύρωση του Απολογισμού – Ισολογισμού του 2009

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η σημερινή συζήτηση διεξάγεται σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη οικονομική και κοινωνική συγκυρία, τόσο για την Ευρώπη όσο και την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή.

Το πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, κοινό στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, αναζητά μια συνολική, πειστική και ρεαλιστική λύση.

Το όργιο βίας και αίματος σε χώρες της Μεσογείου απαιτεί εγρήγορση, ετοιμότητα και προσοχή.

Η σημερινή συζήτηση όμως διεξάγεται και σε μία ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για τη χώρα μας.

Περίοδο κατά την οποία, η Κυβέρνηση βρίσκεται, πιο έντονα από ποτέ, αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα της πολιτικής της και με τις αδυναμίες της λειτουργίας της.

Αδυναμίες λόγω διαχειριστικής ανεπάρκειας, προχειρότητας, παλινωδιών, αργών ανακλαστικών, εσωτερικών τριβών.

Κυβέρνηση η οποία, αντί να κυβερνά, επιμένει να επιρρίπτει, όπως πράττει και σήμερα, αυθαίρετα, την ευθύνη για την τρέχουσα κρίση στη Νέα Δημοκρατία.

Κυβέρνηση η οποία συνεχίζει να καταφεύγει σε διαδοχικά εκβιαστικά διλήμματα για να επιβάλλει, δήθεν, «μονοδρομήσεις».

Όπως αυτόν της προσφυγής στο ΔΝΤ, που όπως αποδεικνύεται σήμερα ήταν εξαρχής, πριν και μετά από τις εκλογές, επιλογή της Κυβέρνησης.

Τα ψέματα όμως έχουν κοντά ποδάρια…

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η πραγματικότητα είναι ότι το 2008 εκδηλώθηκε η μεγαλύτερη μεταπολεμικά παγκόσμια οικονομική κρίση.

Πολλές εθνικές οικονομίες εισήλθαν στον κύκλο της στασιμότητας ή της ύφεσης.

Παρουσίασαν ραγδαία επιδείνωση της δημοσιονομικής τους θέσης.

Το δημοσιονομικό τους έλλειμμα αυξήθηκε από το 2,1% του ΑΕΠ το 2007 στο 10,1% του ΑΕΠ το 2009.

Η κρίση, έστω και με χρονική υστέρηση, έπληξε και την Ελληνική οικονομία.

Επηρέασε και τα μεγέθη του Προϋπολογισμού.

Το έλλειμμα της χώρας, για το 2009, αναθεωρήθηκε 5 φορές, και από το 2% του ΑΕΠ διαμορφώθηκε, εξαιτίας και των επαναταξινομήσεων, στο 15,4% του ΑΕΠ.

Όμως, την ίδια χρονιά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε, επίσης 5 φορές, τις εκτιμήσεις της για το έλλειμμα της ευρωζώνης, από το 1,8% του ΑΕΠ στο 6,3% του ΑΕΠ.

Έτσι, πράγματι, τα στοιχεία του Απολογισμού του Έτους 2009 αποκλίνουν από τους στόχους που είχαν τεθεί με τον Προϋπολογισμό, λόγω, κυρίως, της διεθνούς κρίσης, της αναθεώρησης των δημοσιονομικών στοιχείων, καθυστερήσεων της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας στη λήψη μέτρων «θεραπείας» της Οικονομίας, αλλά και πράξεων και παραλείψεων της παρούσας Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

Και η μεν Νέα Δημοκρατία, επιδεικνύοντας, διαχρονικά, πολιτικό θάρρος, αναγνωρίζει τα λάθη της.

Κάτι που δεν κάνει όμως η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αν και συνέβαλε και αυτή στη διόγκωση των δημοσιονομικών προβλημάτων κατά τους πρώτους μήνες της θητείας της.

Κυβέρνηση η οποία, μεταξύ άλλων:

1ον. Ματαίωσε «ώριμες» δημόσιες εισπράξεις του 2009, μετέφερε εισπράξεις του 2009 στο 2010 και μετέθεσε πληρωμές του 2010 στο 2009.

2ον. Έχασε κάθε έλεγχο στα έσοδα. Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ η υστέρηση εσόδων στο 9μηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2009 ήταν 1,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2008, μόνο στο τελευταίο τρίμηνο του έτους ξεπέρασε τα επιπλέον 2 δισ. ευρώ.

[Συνημμένο 1]

3ον. Έστελνε λανθασμένα και αντιφατικά μηνύματα στις αγορές.

4ον. Αναφέρονταν απαξιωτικά για τη χώρα, το κύρος και την αξιοπιστία της, με δυσμενείς επιπτώσεις για την δανειοληπτική της ικανότητα (χαρακτηριστικές, ενδεικτικές, αναφορές είναι αυτές περί «Τιτανικού», «εντατικής», «απώλειας εθνικής ανεξαρτησίας», «εκτεταμένης διαφθοράς» κ.ά.).

5ον. Άργησε να πάρει μέτρα, και δεν έλαβε κανένα περιοριστικό μέτρο δημοσιονομικής πολιτικής το 2009.

Ο κ. Τρισέ το επιβεβαίωσε.

[Συνημμένο 2]

Πρόσφατα, τον περασμένο Οκτώβριο, το Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, κ. Σμάγκι, υπογράμμισε ότι «εάν η Ελληνική Κυβέρνηση είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε διορθωτικές δράσεις από το φθινόπωρο του 2009, θα μπορούσε να αποφύγει την κρίση χρέους και το δραστικό πρόγραμμα προσαρμογής».

[Συνημμένο 3]

Αντίθετα, η Νέα Δημοκρατία, ως Κυβέρνηση, προχώρησε, το Φεβρουάριο, τον Μάρτιο και τον Ιούνιο, στη λήψη συγκεκριμένων συσταλτικών μέτρων για τον περιορισμό της διόγκωσης του ελλείμματος.

Μέτρα όπως είναι η αύξηση του συντελεστή φορολογίας στα τσιγάρα και του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα αλκοολούχα ποτά και στα καύσιμα, η περικοπή των ελαστικών δαπανών, το πάγωμα μισθών και συντάξεων, η έκτακτη εισφορά στα υψηλότερα εισοδήματα κ.α.

Συνεπώς, η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μετέτρεψε ένα πρόβλημα ελλείμματος και χρέους, κοινό στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, σε κρίση δανεισμού.

Παρέλαβε τα spreads στις 135 μονάδες βάσης, και με τις πράξεις και παραλείψεις της, τα εκτόξευσε στις 345 στις αρχές του 2010.

Και αργότερα μέχρι τις 1.000.

Για να προσφύγει η χώρα στο Μηχανισμό Στήριξης και να υπογράψει, χωρίς ίχνος διαπραγμάτευσης, το «Μνημόνιο».

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Οι αποκλίσεις όμως στους επιμέρους στόχους του Προϋπολογισμού και του «Μνημονίου» συνεχίσθηκαν και το 2010.

Συγκεκριμένα:

1ον. Τα καθαρά έσοδα αυξήθηκαν κατά 5,5%, έναντι στόχου για αύξηση κατά 13,7%.

2ον. Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων μειώθηκαν κατά 12%, έναντι στόχου για μείωση κατά 4%.

3ον. Η ύφεση διαμορφώθηκε στο 4,5%, έναντι στόχου για 4,2%, και αρχικού στόχου για 0,2%.

4ον. Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4,7%, έναντι στόχου για 1,9%.

5ον. Η ανεργία εκτινάχθηκε στο 13,9% τον τελευταίο Νοέμβριο, έναντι στόχου για 12,1%.

[Συνημμένο 4]

Το αποτέλεσμα αυτών των αστοχιών στις προβλέψεις και των αποκλίσεων στους στόχους ήταν οι περαιτέρω οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων,  οι συνεχείς αναθεωρήσεις των μεγεθών του «Μνημονίου», τα πρόσθετα εισπρακτικά μέτρα εκτός του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, όπως είναι η περαίωση οφειλών και η δημιουργία ενός μεγάλου εσωτερικού χρέους του Κράτους προς τις επιχειρήσεις.

Και όλα αυτά ώστε η Κυβέρνηση να φανεί ότι επιτυγχάνει, τουλάχιστον λογιστικά, τους συνολικούς δημοσιονομικούς στόχους της.

Συνολικοί στόχοι, όμως, οι οποίοι, και αυτοί, έχουν αναθεωρηθεί.

Έτσι, το έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης για το 2010, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 9,5% του ΑΕΠ, έναντι στόχου στο «Μνημόνιο» για 8,1% του ΑΕΠ.

Και αυτή η αναθεώρηση οφείλεται, κατά τα 2/3 της, σύμφωνα και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην υστέρηση των εσόδων του 2010.

Και έρχεται σήμερα, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η 3η Επικαιροποίηση του «Μνημονίου» να αποτυπώσει, εκ νέου, τα αδιέξοδα της οικονομικής πολιτικής.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα και με την Έκθεση:

  • Η εφαρμογή του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής έχει καταστεί δυσχερέστερη.
  • Εντοπίζονται καθυστερήσεις και διαχειριστικές αδυναμίες στην προετοιμασία και υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών.
  • Απαιτούνται νέα μέτρα ύψους 1,8 δισ. ευρώ για το 2011.
  • Απαιτούνται νέα μέτρα ύψους 19,6 δισ. ευρώ για το 2012-2014.

Από αυτά, τα 14,5 δισ. ευρώ είναι «μη-καθορισμένα» μέτρα. Να θυμίσουμε ότι στο Μνημόνιο αυτά ανέρχονταν στα 11 δισ. ευρώ, και πιο πρόσφατα στα 12,8 δισ. ευρώ. Συνεπώς υπάρχει περαιτέρω επιβάρυνση ύψους 3,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2012-2014, όση ήταν η οριζόντια περικοπή μισθών και συντάξεων για το 2010!!

Συνεπώς, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το «θεραπευτικό σχήμα» που έχει τεθεί σε εφαρμογή στη χώρα μας δεν είναι κατάλληλο.

Σήμερα γίνεται αντιληπτό, τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από τους δανειστές μας, με μεγάλη βέβαια χρονική καθυστέρηση, ότι το υπάρχον Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, της δυναμικής και της βιωσιμότητάς του.

Χρέος, το οποίο:

  • Ανήλθε, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Δημοσίου Χρέους, στα 340 δισ. ευρώ το 2010, αυξημένο κατά 42 δισ. ευρώ έναντι του 2009.
  • Προβλέπεται να έχει, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, μεγαλύτερη μέση ετήσια αύξηση τη διετία 2010-2011, τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, απ’ ότι την εξαετία 2004-2009.

[Συνημμένο 5]

  • Αναμένεται να διευρυνθεί, σύμφωνα με το «Μνημόνιο», κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2013.

Απαιτείται συνεπώς μια συνολική, συνεκτική και πειστική λύση για την Ευρώπη και τη χώρα μας.

Χρειάζονται, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, συντονισμένες και ολοκληρωμένες λύσεις για την αντιμετώπιση του χρέους και σε εθνικό επίπεδο, πειστικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του χρέους, του ελλείμματος και της ύφεσης.

Εισήγηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων σχετικά με το Σχέδιο Νόμου για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε αυτές τις ημέρες στην Επιτροπή ένα ακόμη Φορολογικό Νομοσχέδιο της Κυβέρνησης, στον 1,5 χρόνο θητείας της.

Το 9ο κατά σειρά Νομοσχέδιο με φορολογικές ρυθμίσεις, μετά από συνεχείς αναδιπλώσεις, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, σε πτυχές της φορολογικής πολιτικής, όπως είναι η τμηματική καταβολή του ΦΠΑ και η φορολόγηση των επιχειρήσεων.

Συγκεκριμένα, το παρόν Σχέδιο Νόμου:

1ον. Δεν αποκαθιστά την εφαρμογή των 10 θεμελιωδών αρχών που διέπουν ένα επιτυχημένο φορολογικό σύστημα.

Είναι ένα από τα πολλά που κατά καιρούς έχει προτείνει η παρούσα Κυβέρνηση καταστρατηγώντας την αρχή της βεβαιότητας και σταθερότητας.

2ον. Παρουσιάζεται, όπως και ο «πολλά υποσχόμενος» Νόμος 3842/2010, ως μια ακόμη φορολογική μεταρρύθμιση.

Νόμος, που σήμερα όμως κρίνεται αναποτελεσματικός, αφού ούτε οι ποσοτικοί στόχοι επετεύχθησαν, ούτε πολλές από τις προβλεπόμενες, δεκάδες, υπουργικές αποφάσεις εκδόθηκαν.

3ον. Είναι ένα δαιδαλώδες κείμενο που ενσωματώνει αόριστες, ασαφείς και σε αρκετές περιπτώσεις αντιφατικές διατάξεις.

Δείγμα έλλειψης σχεδιασμού.

Αποτέλεσμα αδυναμίας ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων, παρά τις διαδοχικές, φορολογικές αυξήσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

4ον. Περιλαμβάνει ρυθμίσεις που είναι αναποτελεσματικές, αφού είναι γραφειοκρατικές και ανεφάρμοστες, ενώ κάποιες άλλες είναι ημιτελείς και ασαφείς.

Παραπέμπει σε περισσότερες από 40 Υπουργικές Αποφάσεις και προβλέπει τη σύσταση αρκετών και πολυμελών Επιτροπών αμφιβόλου αποτελεσματικότητας.

Εισάγει την, προσφιλή στην Κυβέρνηση, τακτική της ευρύτερης εξουσιοδότησης, της «λευκής επιταγής» και δημιουργεί υπερ-συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών.

5ον. Ενισχύει την αυστηροποίηση των ποινών, αγνοώντας τις συνταγματικές διατάξεις περί αναλογικότητας των ποινών.

Χρησιμοποιεί την ποινική τιμωρία ως μέσο πίεσης για την καταβολή των φόρων χωρίς να ενδιαφέρεται για την πραγματική τιμωρία αυτής της εγκληματικής συμπεριφοράς, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν τροποποιείται το Άρθρο 24, Παρ. 2 του Ν. 2523/1997.

6ον. Δεν αποκαθιστά μια σχέση εμπιστοσύνης και αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ Πολιτείας και φορολογούμενου αφού η Πολιτεία αυστηροποιεί το πλαίσιο για την είσπραξη των φόρων, αλλά δεν δεσμεύεται για την επιστροφή των φόρων όπου αυτό επιβάλλεται.

Και μάλιστα, θα μπορεί πλέον να πληρώνει σε είδος με ομόλογα, ενώ η ίδια θα δέχεται μόνο μετρητά.

Μπορεί η διάταξη αυτή σε εποχές δύσκολες για το Δημόσιο να φαίνεται σωστή, πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη το χρηματοοικονομικό κόστος προεξόφλησης των ομολόγων για το λήπτη.

Το επιτόκιο των ομολόγων θα πρέπει τουλάχιστον να εξισορροπεί το κόστος προεξόφλησης ώστε να μην υπάρξει ζημία του λήπτη.

7ον. Δεν θεσμοθετείται, παρά το γεγονός ότι είχε εξαγγελθεί, η οργανωτική αναδιάρθρωση των φορολογικών υπηρεσιών του Υπουργείου, ενώ παράλληλα θεσμοθετούνται αδιαφανείς διαδικασίες στην επιλογή των φορολογικών ελεγκτών (π.χ. συνέντευξη) και στην επίλυση των φορολογικών διαφορών, χωρίς να αιτιολογείται η αναγκαιότητά τους.

8ον. Εισάγει, στις εταιρείες που ελέγχονται υποχρεωτικά από ορκωτούς ελεγκτές, διπλά κόστη συμμόρφωσης, αβεβαιότητα μέχρι την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου και επαφή επιχείρησης και φορολογικών ελεγκτών, κάτι που δεν είναι επιθυμητό από τον επιχειρηματικό κόσμο και δεν συμβάλει στην καταπολέμηση της διαφθοράς.

9ον. Μολονότι περιλαμβάνει ορισμένες θετικές διατάξεις (όπως είναι αυτές για τη μείωση των συντελεστών φόρου εταιρειών και την καταβολή ΦΠΑ με δόσεις), ή θετικές προθέσεις (όπως είναι αυτές για τη φορολογική διαιτησία και το συμψηφισμό απαιτήσεων), δυστυχώς, αφενός οι θετικές διατάξεις θα έπρεπε να είχαν υιοθετηθεί νωρίτερα και αφετέρου ο τρόπος με τον οποίο εξειδικεύονται, είτε τις ακυρώνει στην πράξη, είτε περιορίζει τη χρησιμότητά τους.

Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι,

Η φοροδιαφυγή είναι ένα φαινόμενο που καμία χώρα, σε διεθνές επίπεδο, δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει με απόλυτη αποτελεσματικότητα.

Η ίδια η φύση του φόρου, που αποτελεί για τον φορολογούμενο υποχρεωτική μονομερή μεταβίβαση πόρων προς το κράτος, χωρίς άμεσο αντάλλαγμα ή αντίκρισμα, συντελεί σε αυτό.

Ο περιορισμός της όμως απαιτεί την απλοποίηση και κωδικοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, την κατάργηση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης και τον περιορισμό του κόστους λειτουργίας της, τη δημιουργία φορολογικής συνείδησης στους πολίτες.

Την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και του συντονισμού σε όλα τα επίπεδα του φορολογικού, ελεγκτικού και εισπρακτικού μηχανισμού και τη βελτίωση της ποιότητας του θεσμικού πλαισίου που διέπει την λειτουργία της φορολογικής διοίκησης, μέσω και της εκμετάλλευσης των δυνατοτήτων της σύγχρονης τεχνολογίας, με βάση ένα συγκεκριμένο και ολοκληρωμένο πρόγραμμα μηχανοργάνωσης (βλ. Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής, Φεβρουάριος 2011).

Και αυτά δεν επιτυγχάνονται με το υπό συζήτηση Σχέδιο Νόμου.

Δήλωση σχετικά με την πορεία μείωσης των δαπανών στον Κρατικό Προϋπολογισμό

«Η πολιτική της Κυβέρνησης δεν αντιμετωπίζει με βιώσιμο τρόπο τα προβλήματα ελλείμματος και χρέους της Ελληνικής Οικονομίας.

Το δημόσιο χρέος διογκώνεται και διατηρεί τη δυναμική του, ενώ η όποια μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος οφείλεται στις απανωτές φορολογικές επιβαρύνσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων, στις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, στις διαδοχικές μειώσεις του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, και στη δημιουργία ενός εσωτερικού χρέους με τη “στάση πληρωμών” του κράτους απέναντι στους πιστωτές του.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από την πορεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού από τον πρώτο μήνα του έτους. Συγκεκριμένα:

  • Τα καθαρά έσοδα είναι μειωμένα κατά 9%, έναντι ετήσιου στόχου για αύξηση κατά 8,5%.
  • Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων είναι μειωμένες κατά 14,7%, έναντι ετήσιου στόχου για οριακή αύξηση κατά 0,6%.
  • Η τακτοποίηση υποχρεώσεων στους προμηθευτές των νοσοκομείων με εκδόσεις ομολόγων ανέρχεται ήδη στα 3,4 δισ. ευρώ και αναμένεται να ενταθεί τους επόμενους μήνες, όταν ο Προϋπολογισμός ήταν μόλις 420 εκατ. ευρώ για όλο το 2011.Πολλά Ασφαλιστικά Ταμεία έχουν ήδη χρησιμοποιήσει μεγάλο μέρος των επιχορηγήσεών τους (π.χ. ο ΟΑΕΕ και το ΙΚΑ έχουν ήδη απορροφήσει, από τον πρώτο μήνα, το 35% και το 22,5% αντίστοιχα των πόρων του 2011 και αν δεν υπάρξει νέα χρηματοδότηση θα προκύψει σοβαρό πρόβλημα μέσα στο έτος).

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνουν, όπως είχε άλλωστε προβλέψει η Νέα Δημοκρατία κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού στη Βουλή, ότι ο Προϋπολογισμός του 2011 είναι ένας Προϋπολογισμός “εικονικής πραγματικότητας”».

Ομιλία στο Αναπτυξιακό Συνέδριο Κιλκίς – “Η συμβολή εκπαίδευσης, έρευνας & καινοτομίας στην οικονομική ανάπτυξη”

Κυρίες και Κύριοι Σύνεδροι,

Θα ήθελα να συγχαρώ το Επιμελητήριο Κιλκίς για τη σημαντική και χρήσιμη πρωτοβουλία που ανέλαβε να διοργανώσει αυτό το Αναπτυξιακό Συνέδριο.

Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω τους συντελεστές του Συνεδρίου για την ιδιαίτερα τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν να συμμετάσχω στις εργασίες του και να καταθέσω, κωδικοποιημένα, κάποιους προβληματισμούς, σκέψεις και απόψεις για το ρόλο της εκπαίδευσης στην επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Κυρίες και Κύριοι,

Διαχρονικά, βασικό ζητούμενο είναι ο προσδιορισμός των παραγόντων που συμβάλουν στην επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες οικονομικές θεωρίες, η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται εξίσου από το μακροοικονομικό και το μικροοικονομικό περιβάλλον.

Η σταθερότητα των τιμών και τα υγιή δημόσια οικονομικά αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη, δεν είναι όμως και επαρκή για τη διασφάλιση υψηλού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.

Έτσι, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και η εξασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών με την προώθηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αποτελούν προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη.

Δεν αρκεί όμως η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, ακόμη και αν γίνεται με μη κατάλληλο «θεραπευτικό σχήμα» όπως στην Ελλάδα, για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της Οικονομίας.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου.

Προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Η επένδυση στη γνώση, η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, η τόνωση της επιχειρηματικότητας, η πραγματοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, και η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους έχει αποδειχθεί ότι επιταχύνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης, βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, αμβλύνουν τις περιφερειακές ανισότητες, αντιμετωπίζουν την ανεργία, προωθούν την κοινωνική συνοχή.

Με λίγα λόγια, καθορίζουν τόσο την κατεύθυνση όσο και τον βηματισμό της εξέλιξης των σύγχρονων κοινωνιών.

Θα μου επιτρέψετε λοιπόν, συνεπής και ως προς τον τίτλο της Εισήγησής μου, να αναπτύξω λίγο εκτενέστερα τη συμβολή τριών εκ των νέων πηγών ανάπτυξης, της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, στην οικονομική ανάπτυξη.

Κυρίες και Κύριοι,

Τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες, θεωρητικές προσεγγίσεις και εμπειρικές μελέτες κατατείνουν στη διαπίστωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το βασικό μηχανισμό παραγωγής, συσσώρευσης και διάχυσης ανθρώπινου κεφαλαίου, και συνακόλουθα παράγοντα «κλειδί» της οικονομικής ανάπτυξης.

Η συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική μεγέθυνση είχε υποστηριχθεί αρχικά από τους κλασικούς, αργότερα, συστηματικά, από τους νεοκλασικούς, και πρόσφατα από τους οικονομολόγους των νέων θεωριών της ενδογενούς ανάπτυξης.

Νέες θεωρίες οι οποίες υποστηρίζουν ότι η εκπαίδευση δημιουργεί θετικές εξωτερικές οικονομίες και συμβάλλει με δύο τρόπους στην οικονομική μεγέθυνση:

Καταρχήν ως ένας κοινός, επιπρόσθετος, συντελεστής παραγωγής, και κατά δεύτερον ως πολλαπλασιαστικός παράγων με την έννοια ότι επηρεάζει όλους τους άλλους συντελεστές παραγωγής, τους οποίους και καθιστά πιο παραγωγικούς.

Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση διευκολύνει την ανάπτυξη των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων, η τριτοβάθμια εκπαίδευση υποστηρίζει την ανάπτυξη της βασικής επιστήμης και την κατάλληλη επιλογή και ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και, τέλος, η δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αναβάθμιση της προσφερόμενης εργασίας και για τη δυνατότητα ευελιξίας και προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς.

Σημαντική όμως είναι και η αναπτυξιακή διάσταση που απορρέει από την επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία.

Καινοτομία η οποία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως είναι η εισαγωγή στην αγορά ενός νέου ή καλύτερου ποιοτικά αγαθού, η αξιοποίηση μιας νέας παραγωγικής διαδικασίας, η απόκτηση μιας νέας εισροής, η επέκταση σε μια νέα αγορά ή η υιοθέτηση μιας νέας δομής στην οργάνωση της επιχείρησης.

Με άλλα λόγια, η έννοια της καινοτομίας προϋποθέτει την αντικατάσταση «παλαιών» μεθόδων παραγωγής με «νέες» καινοτόμους δράσεις και αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομίας της γνώσης.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η καινοτομία ορίζεται από πολλούς οικονομολόγους ως «γνώση στην πράξη».

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ελλάδα υστερεί στους περισσότερους δείκτες που αποτιμούν και αξιολογούν τις επιδόσεις της χώρας στους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας.

Τόσο στο επίπεδο των δημοσίων πολιτικών για την έρευνα, την εκπαίδευση και την καινοτομία, όσο και στο επίπεδο των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, δεν φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα να μετουσιωθούν οι διακηρύξεις σε χρηματοδότηση και καλύτερη οργάνωση και των τριών πυλώνων του «τριγώνου της γνώσης».

Η δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας βρίσκεται ακόμα στα χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς κανέναν προσανατολισμό και προτεραιότητα.

Οι προσπάθειες βελτίωσης της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες καθυστερούν κυρίως από έλλειψη πόρων.

Η υποστήριξη της εφαρμογής καινοτομικών μεθόδων στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών πελαγοδρομεί.

Η ίδια και χειρότερη κατάσταση επικρατεί και στον ιδιωτικό τομέα, όπου ελάχιστες είναι οι  επιχειρήσεις που χρηματοδοτούν έρευνα ή που έχουν διάθεση να υποστηρίξουν με χορηγίες την εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ ακόμη λιγότερες είναι οι επιχειρήσεις που καινοτομούν στην παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών.

Πρόσφατες εμπειρικές έρευνες αποτυπώνουν τη χαμηλή ανταπόκριση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες της ανταγωνιστικής οικονομίας, ενώ άλλες καταδεικνύουν τη σχεδόν ανύπαρκτη σύνδεση της αγοράς εργασίας με την εκπαίδευση.

Ενδεικτικά και μόνο θα αναφέρω ότι, στην Ελλάδα οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση ανέρχονται στο 3,4% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ-27 κυμαίνεται περίπου στο 5% του ΑΕΠ.

Οι δημόσιες δαπάνες για έρευνα και καινοτομία (R&D) ανέρχονται στο 0,6% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ-27 κυμαίνονται στο 2% του ΑΕΠ.

Επίσης, στην Ελλάδα, οι αιτήσεις για πατέντες ανά 1.000.000 κατοίκους είναι περίπου 10, όταν στην ΕΕ-27 διαμορφώνονται πάνω από 110.

Σύμφωνα δε και με τα στοιχεία που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε πρόσφατα,  η Ελλάδα για μια ακόμη χρονιά καταλαμβάνει την τελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ και στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.

Αυτό που  κάνει την εικόνα ακόμα δυσμενέστερη για τη χώρα μας, είναι ότι στο διάστημα 2009-2010 διευρύνθηκε το χάσμα που τη χωρίζει από το μέσο όρο της Ευρώπης.

Συγκεκριμένα: το ποσοστό της διαθεσιμότητας on line υπηρεσιών στην Ευρώπη, από 69% του συνόλου των υπηρεσιών το 2009 εκτινάχθηκε στο 82% το 2010. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό από 45% το 2009 έφτασε μόλις στο 48% το 2010.

Συνεπώς, μπορεί κανείς εύκολα να αναλογισθεί τη σημασία που έχει αυτή η διευρυνόμενη απόκλιση της χώρας μας από το μέσο όρο της Ευρώπης: όλο και μεγαλύτερη διαφορά εις βάρος της Ελλάδας στο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι η Ελλάδα λόγω του μικρού μεγέθους της χώρας δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία.

Όμως, άλλες χώρες έχουν αντιληφθεί πριν από χρόνια τη σημασία που έχει για την ανάπτυξή τους το «τρίγωνο της γνώσης». Οι χώρες αυτές δεν είναι μόνο οι γνωστές παραδοσιακά αναπτυγμένες, αλλά και η Φινλανδία, η Κορέα, η Ταϊβάν κ.ά., καθώς και οι αναδυόμενες χώρες, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία κ.ά.

Οι χώρες αυτές έχουν επενδύσει τεράστια ποσά στην έρευνα, στην εκπαίδευση και στην προώθηση της καινοτομίας και έχουν προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στην παραγωγή τεχνολογικά προηγμένων προϊόντων και στην παροχή σύγχρονων υπηρεσιών.

Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι η Ελλάδα λόγω του μικρού μεγέθους της χώρας δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία Μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα μπορούν να μας πείσουν για το αντίθετο.

Το Ισραήλ, μολονότι είναι μικροσκοπικό σε μέγεθος, κατέχει αξιοζήλευτη θέση σε πάρα πολλές επιστήμες. Θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι η εξήγηση είναι απλή, και βρίσκεται σε δύο ιδιαιτερότητες. Αφενός το Ισραήλ γνώρισε την προηγούμενη δεκαετία μία πρωτοφανή «εισβολή» επιστημόνων εβραϊκής καταγωγής από την πρώην Σοβιετική Ένωση και τα κράτη του ανατολικού μπλοκ, αφετέρου τα πανεπιστήμιά του έχουν απίστευτα καλές διασυνδέσεις με τα ερευνητικά προγράμματα του Αμερικανικού Υπουργείου Αμύνης (Πεντάγωνο) και της NASA.

Υπάρχει όμως και μία τρίτη εξήγηση: η χώρα έχει εθνική στρατηγική για την έρευνα και την ανάπτυξη, χρηματοδοτεί αφειδώς τη θεμελίωση καινοτόμων επιχειρήσεων και θεωρεί προτεραιότητα για την οικονομία της την εξαγωγή τεχνολογίας.

Ο τομέας της υψηλής τεχνολογίας ανθεί, υποβοηθούμενος από 60 διαφορετικά επενδυτικά κεφάλαια από όλο τον κόσμο, τα οποία δραστηριοποιούνται στο Ισραήλ παρέχοντας άφθονη χρηματοδότηση για την έρευνα και την ανάπτυξη καινοτομικών προϊόντων και υπηρεσιών.

Επίσης, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Φινλανδίας, η οποία από την σχεδόν τελευταία οικονομικά θέση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο πριν από μία δεκαετία, έχει ανέλθει στην κορυφή, παγκοσμίως, στους τομείς των νέων τεχνολογιών.

Αυτό που χαρακτήρισε τη χώρα ήταν η ενεργητική δημόσια πολιτική καινοτομιών. Αυτή στηρίχθηκε σε υψηλό ρυθμό επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη κάτω από την αποφασιστική καθοδήγηση, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις, του Συμβουλίου Επιστημονικής και Τεχνολογικής Πολιτικής.

Η χώρα έφτασε να διαθέτει για τους τομείς αυτούς το 3,2% του ΑΕΠ (το υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο μαζί με τη Σουηδία) ενώ την ίδια περίοδο περιέκοψε δραστικά τις περισσότερες άλλες δημόσιες δαπάνες.

Παράλληλα, ο ιδιωτικός τομέας έφτασε να επενδύει σε έρευνα και ανάπτυξη το 69% της συνολικής δαπάνης της χώρας. Η πολιτική ήταν πως για κάθε δημόσια ενίσχυση έπρεπε να υπήρχε αντιστοίχου ύψους ιδιωτική συμμετοχή. Κοντά σε αυτά δημιουργήθηκαν πανεπιστημιακά ιδρύματα με υψηλές προδιαγραφές, έμφαση στις θετικές επιστήμες, και αυστηρές προϋποθέσεις εισαγωγής (δωρεάν για παιδιά χαμηλών εισοδημάτων) που δημιούργησαν την ανθρώπινη βάση για καινοτομίες.

Από τα προηγούμενα παραδείγματα, και πολλά άλλα ακόμη, καθίσταται σαφές ότι η διαχείριση της γνώσης αποκτά κεντρική σημασία για τις εθνικές πολιτικές των αναπτυγμένων χωρών.

Η διαχείριση της γνώσης θα πρέπει να συντελείται σε κάθε κομμάτι της αλυσίδας της γνώσης, από τη δημιουργία της μέσω της έρευνας, τη μετάδοσή της μέσω της παιδείας και της κατάρτισης, τη διάδοσή της μέσω των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας και τη χρήση της σε καινοτομικές δράσεις.

Η Ελλάδα για να έχει προοπτική στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον, οφείλει να θέσει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση με την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου και ποιοτικού συστήματος εκπαίδευσης – κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.

Οι βασικοί άξονες πολιτικής δράσης στην κατεύθυνση της επένδυσης στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία πρέπει να είναι:

1. Η αύξηση των δημοσίων δαπανών για την εκπαίδευση, έτσι ώστε αυτές να συγκλίνουν, σταδιακά, στο μέσο ευρωπαϊκό όρο, και η απευθείας ιδιωτική χρηματοδότηση ως συμπληρωματικό μέτρο οικονομικής ενίσχυσης στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.

2. Η αποτελεσματική διαχείριση και κατανομή των περισσότερων οικονομικών πόρων, με στόχο την παροχή καλύτερων υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης για όλους τους πολίτες.

3. Η υιοθέτηση και υλοποίηση της αρχής του ανταγωνισμού στην προσέλκυση των αναγκαίων οικονομικών πόρων και τη λειτουργία κάθε εκπαιδευτικού οργανισμού. Στην κατεύθυνση αυτή εκτιμάται ότι θα συμβάλλει και η δυνατότητα σύστασης και λειτουργίας, πάντοτε βέβαια υπό την εποπτεία του κράτους, ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, μη κρατικού, αλλά και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία θα βρίσκονται κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας και θα ελέγχονται εξονυχιστικά όλες οι παράμετροι λειτουργίας τους, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας που θα προσφέρουν στους φοιτητές τους.

4. Η διεθνοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων με σκοπό την ίδρυση παραρτημάτων στο εξωτερικό μέσω της προώθησης διεθνών συνεργασιών με υψηλού επιπέδου ιδρύματα για τη διαμόρφωση και λειτουργία προγραμμάτων σπουδών στις εγκαταστάσεις τους. Να σημειωθεί, ότι μόλις το 2008 προβλέφθηκε η ίδρυση μόνο Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών από ΑΕΙ της χώρας μας στο εξωτερικό, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου 3685/08.

5. Η παροχή υψηλής ποιότητας γνώσεων και δεξιοτήτων σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος. Η Πολιτεία πρέπει να εξασφαλίζει στην πράξη διεύρυνση των επιλογών και ίσες ευκαιρίες για όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση.

6. Η υιοθέτηση και υλοποίηση της αρχής της αξιολόγησης του ίδιου του πανεπιστημίου και των στελεχών που το απαρτίζουν. Ο Νόμος 3374/2005 καθορίζει το πλαίσιο για τη συστηματική και περιοδικά επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης. Πρέπει να συνδεθούν τα αποτελέσματα της εξωτερικής αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση. Τα ιδρύματα, πέραν της πάγιας χρηματοδότησης που λαμβάνουν για τις λειτουργικές τους ανάγκες, θα μπορούσαν να λαμβάνουν και bonus χρηματοδότησης ανάλογα με την κατάταξή τους.

7. Η χορήγηση κινήτρων για τον επαναπατρισμό Ελλήνων επιστημόνων που ζουν, εργάζονται και διαπρέπουν στο εξωτερικό.

8. Η έμπρακτη απόδειξη ότι η εκπαιδευτική διαδικασία είναι λειτουργία που διαρκεί «δια βίου». Σε θεσμικό επίπεδο, παρά τα πολύ σημαντικά βήματα που έγιναν επί των κυβερνήσεων της ΝΔ (Ν. 3369/2005), όπως είναι η κάλυψη σε σημαντικό βαθμό  του θεσμικού, δομικού, λειτουργικού και χρηματοδοτικού ελλείμματος, η χώρα μας, δυστυχώς υπολείπεται. Σε αυτή την κατεύθυνση της εντατικοποίησης της προσπάθειας, δυστυχώς, ο πρόσφατος Νόμος της Κυβέρνησης δεν διακρίνεται για την ολιστική προσέγγιση του ζητήματος. Κι αυτό διότι, παρά τις προς τη σωστή κατεύθυνση συμπληρώσεις και προεκτάσεις που επιφέρει στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, δεν θίγει επ’ ουδενί το ζήτημα της χρηματοδότησης και τις παραμέτρους του. Το ζήτημα της χρηματοδότησης, το οποίο όπως και σε κάθε σύστημα παροχής υπηρεσιών είναι καίριας σημασίας για την προσέγγιση του ποσοτικού στόχου, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών την αποδοτικότητα των πραγματοποιούμενων επενδύσεων το μέγεθος της συμβολής στην προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

9. Η σύνδεση της εκπαίδευσης και του περιεχομένου σπουδών με την παραγωγική διαδικασία και την αγορά εργασίας. Θα μπορούσαμε να ενθαρρύνουμε τη δυνατότητα επιχειρήσεων να χρηματοδοτούν τη λειτουργία μεταπτυχιακών σπουδών με απώτερο σκοπό την αμεσότερη σύνδεση των αποφοίτων με την αγορά εργασίας.

10. Η ενίσχυση των δεσμών της βιομηχανίας με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, και η χρηματοδότηση συνεργασιών μεταξύ ερευνητικών φορέων και επιχειρήσεων για εκτέλεση έργων που θα στοχεύουν στην παραγωγή καινοτόμων προϊόντων / υπηρεσιών.

11. Η γενναία αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης της έρευνας, τόσο της βασικής όσο και της εφαρμοσμένης στα μέσα τουλάχιστον επίπεδα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

12. Δημιουργία τεχνολογικών θερμοκοιτίδων με δυνατότητες δημιουργίας τεχνολογικών καινοτομιών στα ακαδημαϊκά ιδρύματα σε συνεργασία με εταιρίες ή/ και υπερεθνικές αγορές.

13. Διενέργεια θεσμοθετημένων ενημερωτικών αυτόνομων ημερίδων (networking events) από εταιρείες ή/και διάφορα συναφή Επιμελητήρια με σκοπό την προσέλκυση ενδιαφέροντος από πιθανούς εργοδότες.

14. Ενθάρρυνση της δημιουργίας επιχειρήσεων τύπου τεχνοβλαστών (spin off) μεταξύ ανωτάτων εκπαιδευτικών  ιδρυμάτων και Επιχειρήσεων, με σκοπό την παραγωγή αξιοποιήσιμων αποτελεσμάτων. Οι τεχνοβλαστοί μπορούν να μεταφέρουν την ερευνητική εμπειρία στην παραγωγή, δίνοντας έτσι την ευκαιρία για την εμπορική εκμετάλλευση του ρόλου των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων με σκοπό την αύξηση των εσόδων για βελτίωση των υποδομών τους.

15. Η καθιέρωση, επιβράβευση και στήριξη καινοτομικών ιδεών. Υπάρχουν καινοτόμες προσπάθειες, που αν και από την ελληνική περιφέρεια, κατάφεραν να συνδυάσουν καινοτομία και επιχειρηματικότητα, και μπορούν πλέον να στέκονται ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο αναπτύσσοντας μια αξιοσημείωτη δυναμική (Καλλυντικά Κορρές, MastihaShop, Doppler Βιομηχανία Ανελκυστήρων κ.ά).

16. Η καθιέρωση κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις που κατευθύνονται σε έρευνα και καινοτομία.

17. Η καθιέρωση ευνοϊκότερης φορολογικής μεταχείρισης των επιχειρήσεων που καινοτομούν και δαπανούν για έρευνα και ανάπτυξη.

18. Η καλλιέργεια στην ελληνική κοινωνία κουλτούρας και κλίματος που να υποβοηθάει την έρευνα και την καινοτομία. Απαιτείται συστηματική προσπάθεια ώστε η επιστημονική έρευνα να διαχυθεί στο σύνολο του πληθυσμού, μέσω της εξόδου της επιστημονικής γνώσης και των τεχνολογικών καινοτομιών στους ίδιους τους χώρους που ζουν, μορφώνονται και εργάζονται οι πολίτες, και ιδιαίτερα οι νέοι, αλλά και της αξιοποίησης των μέσων μαζικής ενημέρωσης με τη δημιουργία ελκυστικών προγραμμάτων για την προβολή επιστημονικών θεμάτων.

Κυρίες και Κύριοι,

Στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης, η ανταγωνιστικότητα και η ευημερία της κάθε χώρας στηρίζεται στο επίπεδο των γνώσεων και των δεξιοτήτων που κατέχουν οι πολίτες της και στη δυνατότητα άμεσης και αποτελεσματικής εκμετάλλευσης αυτών των γνώσεων για ατομική, επιχειρηματική και κοινωνική πρόοδο και ανάπτυξη.

Στην κοινωνία της γνώσης, η επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Η Ελλάδα, για να έχει προοπτική σε αυτό το περιβάλλον, οφείλει να θέτει ως προτεραιότητα και πρώτη επιλογή την επένδυση στη γνώση.

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει ανάγκη ανασχεδιασμού, αναδιάρθρωσης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα.

Μόνο έτσι θα μπορέσει να συμβάλλει αποφασιστικά στη βελτίωση του μορφωτικού επιπέδου της Ελληνικής κοινωνίας, στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού της, καθώς και στην αύξηση της παραγωγικότητας και της αναπτυξιακής της δυναμικής.

Χαιρετισμός σε συνάντηση με επιχειρηματίες στο Διοικητικό Κέντρο της ΒΙΠΕ Κιλκίς

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι ευρύτερα γνωστό ότι η μεγέθυνση – ανάπτυξη της Οικονομίας αποτελεί, από παλαιά, κεντρικό θέμα τόσο της οικονομικής επιστήμης όσο και της πολιτικής.

Ενώ όμως η έννοια της μεγέθυνσης είναι μερική και ποσοτική, η έννοια της ανάπτυξης είναι σύνθετη, ποσοτική, και κυρίως ποιοτική.

Η οικονομική μεγέθυνση ορίζεται ως η συνεχής αύξηση, κατά τη διάρκεια μιας μακράς χρονικής περιόδου, του συνολικού ή κατά κεφαλήν προϊόντος της οικονομίας.

Η οικονομική μεγέθυνση δεν μπορεί από μόνη της να καλύψει όλες τις ανάγκες των πολιτών παρά το γεγονός ότι τα οικονομικά αγαθά αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος αυτών.

Έτσι, ενώ η οικονομική μεγέθυνση είναι αναγκαία συνθήκη για τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών, δεν είναι και ικανή για τη συμμετοχή όλων στην παραγωγική διαδικασία, για τη διανομή και τις ωφέλειες.

Η οικονομική ανάπτυξη είναι ευρύτερη ως έννοια.

Εμπερικλείει τις ποσοτικές συνέπειες της μεγεθυντικής διαδικασίας, αλλά ταυτόχρονα έχει και ποιοτική διάσταση.

Η οικονομική ανάπτυξη σημαίνει και περισσότερο προϊόν, αλλά και μεταβολές του τεχνολογικού και θεσμικού πλαισίου μέσα στο οποίο παράγεται και διανέμεται το προϊόν αυτό.

Περιέχει νέες ιδέες και προτιμήσεις.

Ενσωματώνει δομικές αλλαγές.

Είναι το τελικό αποτέλεσμα της συνέργειας πλήθους παραγόντων, που συγκλίνουν στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας και στη δημιουργία περιβάλλοντος ευνοϊκού για την επειχειρηματική δραστηριότητα.

Υποδηλώνει βελτίωση της υλικής ευημερίας και της κατανομής των παραγόμενων αγαθών.

Σε τελική ανάλυση σημαίνει γενική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.

Και η ανάπτυξη είναι τη στιγμή αυτή το κύριο ζητούμενο για την ελληνική οικονομία.

Η έξοδος από την ύφεση, η αποφυγή του «μακροχρόνιου παγετώνα» της Οικονομίας, και η γρήγορη επαναφορά σε θετικούς και επιταχυνόμενους ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ αφενός θα περιορίσουν την ένταση των αρνητικών επιπτώσεων, εξαιτίας της ασκούμενης Κυβερνητικής πολιτικής, στην απασχόληση και στα εισοδήματα και αφετέρου θα διευκολύνουν τη στρατηγική μείωσης του ύψους του χρέους και της δυναμικής του.

Κυρίες και Κύριοι,

Διαχρονικά, βασικό ζητούμενο είναι ο προσδιορισμός των παραγόντων που συμβάλουν στην επίτευξη υψηλής και διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες οικονομικές θεωρίες, η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται εξίσου από το μακροοικονομικό και το μικροοικονομικό περιβάλλον.

Η σταθερότητα των τιμών και τα υγιή δημόσια οικονομικά αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη, δεν είναι όμως και επαρκή για τη διασφάλιση υψηλού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης.

Έτσι, η αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και η εξασφάλιση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών με την προώθηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αποτελούν προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη.

Δεν αρκεί όμως η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, ακόμη και αν γίνεται με μη κατάλληλο «θεραπευτικό σχήμα» όπως στην Ελλάδα, για την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της Οικονομίας.

Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η άμεση συγκρότηση σχεδίου και η ανάληψη δράσεων για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού προτύπου.

Προτύπου που θα στοχεύει, επί της ουσίας, στην επίτευξη της διατηρήσιμης ανάπτυξης, στην ενίσχυση της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Η επένδυση στη γνώση, η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, η τόνωση της επιχειρηματικότητας, η πραγματοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η ενσωμάτωση ενεργητικών πολιτικών για την ενίσχυση των επενδύσεων, και η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, σύγχρονου και δίκαιου κράτους έχει αποδειχθεί ότι επιταχύνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης, βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, αμβλύνουν τις περιφερειακές ανισότητες, αντιμετωπίζουν την ανεργία, προωθούν την κοινωνική συνοχή.

Προς την κατεύθυνση αυτή η Νέα Δημοκρατία συνέβαλε και θα συμβάλει με σύνεση, με συνέπεια, με υπευθυνότητα, με αποφασιστικότητα.

Κατέθεσε, έγκαιρα, τη δική της πρόταση.

Ένα ρεαλιστικό σχέδιο.

Σχέδιο που διαρκώς εμπλουτίζεται.

Σχέδιο για να πιάσουν τόπο οι πολλές και διευρυνόμενες θυσίες των Ελλήνων πολιτών.

TwitterInstagramYoutube