Ομιλία στην Επιτροπή Ισολογισμού-Απολογισμού για τις Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα, με μεγάλη καθυστέρηση, στην Επιτροπή Ισολογισμού-Απολογισμού,

σε συνθήκες ασφυξίας στην οικονομία,

αγωνίας στην κοινωνία και

αναταράξεων στο πεδίο της πολιτικής,

τις 3 τελευταίες τριμηνιαίες Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους για το 2015.

Εκθέσεις οι οποίες καλύπτουν χρονικά το μεγαλύτερο μέρος της μέχρι σήμερα διακυβέρνησης της χώρας από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Και ουσιαστικά, συνιστούν έναν «απολογισμό» των πεπραγμένων της Κυβέρνησης.

Για λόγους συστηματικής αξιολόγησης, το 2015 μπορεί να διαχωριστεί σε 2 υποπεριόδους.

Η πρώτη αφορά το διάστημα μέχρι την υπογραφή του 3ου Μνημονίου.

Και η δεύτερη το διάστημα από την υπογραφή του μέχρι το τέλος του 2015.

Την πρώτη περίοδο, και μέχρι την υπογραφή του Μνημονίου, η Κυβέρνηση:

  • Στηρίχθηκε σε εσφαλμένες θεμελιώδεις υποθέσεις.

Υποθέσεις όπως ότι οι απόψεις της θα γίνουν άμεσα και πλήρως αποδεκτές από τους εταίρους και δανειστές ή ότι θα έχουμε οικονομική ενίσχυση από άλλες χώρες.

Τις υποθέσεις αυτές, τις απέρριψε η πραγματικότητα.

  • Αγνόησε και αδιαφόρησε για τους Ευρωπαϊκούς κανόνες διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα, εσφαλμένα, να θεωρεί ότι όσο περνάει ο χρόνος, οι εταίροι θα υποχωρούν.
  • Παρασύρθηκε από δογματισμούς, εμμονές, μαξιμαλιστική ρητορική, ευθύγραμμες απλοποιητικές προσεγγίσεις.

Όπως επισημαίνει και η 2η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού, «η Κυβέρνηση συντηρούσε ανεδαφικές προσδοκίες».

  • Συζητούσε ακατάπαυστα, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καλλιεργώντας περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας».
  • Χρησιμοποίησε τη χώρα ως case study για την εμπειρική επαλήθευση επιστημονικής θεωρίας.
  • Κατανάλωσε σημαντικό διαπραγματευτικό κεφάλαιο και χρόνο σε θέματα διαδικαστικά και επουσιώδη, δίνοντας έμφαση στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.
  • Κινήθηκε στη λογική της εσκεμμένης «πολιτικής διαπραγμάτευσης».

Υποτίμησε την τεχνοκρατική διαπραγμάτευση, για να αποφύγει την αλήθεια των αριθμών, η οποία, με το πέρασμα των μηνών, γινόταν όλο και πιο ζοφερή.

  • Προχώρησε στη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, μιας εσφαλμένης επιλογής τόσο ως προς το περιεχόμενό της όσο και ως προς το χρόνο πραγματοποίησης, με αποτέλεσμα αυτή η θεωρητικά κορυφαία πολιτική διαδικασία να απαξιωθεί τελείως, να κλείσουν οι τράπεζες και να επιβληθούν κεφαλαιακοί έλεγχοι, να κλονιστεί και να καταστεί θολός – στην πολιτική συνείδηση των Ευρωπαίων πολιτών – ο Ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας μας.

Η 2η τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Πρϋπολογισμού του Κράτους, επιβεβαιώνει τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς για αυτή τη διαπραγματευτική τακτική της Κυβέρνησης και για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης της Αριστεράς, μέχρι την υπογραφή του Μνημονίου.

Έτσι, το αποτέλεσμα όλων αυτών των πράξεων και παραλείψεων της Κυβέρνησης ήταν, μέρα με την ημέρα, η κατάσταση να επιβαρύνεται.

Η χώρα πέρασε από τις προβληματικές συνθήκες των τελευταίων ετών σε συνθήκες υψηλού κινδύνου.

Βρέθηκε με πιεστικές και διαρκώς αυξανόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες και με διευρυνόμενο δημοσιονομικό κενό.

Σε συνθήκες ύφεσης και χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, με κλειστές τράπεζες.

Χωρίς Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, χωρίς χρόνο, χωρίς συμμάχους, χωρίς αξιοπιστία.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, η Κυβέρνηση, μέσα από ένα καθοδικό σπιράλ διαρκών αναδιπλώσεων, κατέληξε, με τους εταίρους και δανειστές, στην υπογραφή του 3ου Μνημονίου.

Αποτέλεσμα επώδυνο.

Πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, και πολύ πιο επώδυνο από αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από ορισμένους μήνες, στις αρχές του 2015.

Αποτέλεσμα του οποίου την «ιδιοκτησία» έχει η Ελληνική Κυβέρνηση.

«Ιδιοκτησία» για την οποία, επί μήνες, πανηγύριζε.

Όμως, ακόμα κι έτσι, η χώρα πήρε απλώς μια «ανάσα».

Και αυτό απεδείχθη τους επόμενους μήνες.

Κατά την δεύτερη περίοδο, από την υπογραφή του 3ου Μνημονίου μέχρι το τέλος του 2015.

Περίοδος κατά την οποία οι Κυβερνητικές επιδόσεις, σε όλα τα πεδία της πολιτικής, είναι εξαιρετικά αρνητικές.

Με πιο σημαντικό το γεγονός ότι η Κυβέρνηση δυσκολεύεται, κυρίως με δική της ευθύνη, να ολοκληρώσει την αξιολόγηση.

Αξιολόγηση που θα έπρεπε να είχε κλείσει από τον περυσινό Νοέμβριο.

Αλλά και το γεγονός ότι η Κυβέρνηση επιδεικνύει αξιοζήλευτη σπουδή στη λήψη υφεσιακών μέτρων, όπως είναι η αύξηση των φόρων και η περικοπή των συντάξεων και η μείωση των κοινωνικών επιδομάτων, ενώ από την άλλη καθυστερεί αδικαιολόγητα την προώθηση των αποκρατικοποιήσεων και την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Ορθώς, συνεπώς, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους, στην 4η Έκθεση, επισημαίνει ότι «χωρίς μεταρρυθμίσεις που δημιουργούν ένα ευνοϊκό κλίμα για την υγιή επιχειρηματικότητα και δεν συσκοτίζονται από αμφίσημες δηλώσεις και αντιφατικές πρακτικές, η χώρα θα εγκλωβιστεί σε συσταλτικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, που θα εντείνουν την ύφεση».

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Αυτό τον πρώτο χρόνο της Αριστερής διακυβέρνησης, όπως σε διάφορα σημεία επισημαίνουν και οι Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού, κατέρρευσαν μύθοι και ψευδαισθήσεις.

Μύθοι που είχαν δημιουργηθεί και ψευδαισθήσεις που είχαν καλλιεργηθεί, τόσο προεκλογικά όσο και μετεκλογικά, από τα Κόμματα που στηρίζουν τη σημερινή Κυβέρνηση.

Ενδεικτικά, υπενθυμίζω:

  • Υποστήριζαν ότι τα προηγούμενα Μνημόνια θα τα ακύρωναν με ένα Νόμο και ένα Άρθρο.

Σήμερα, έχουν υπογράψει ένα νέο, ιδιαίτερα βαρύ 3ο Μνημόνιο.

  • Υποστήριζαν ότι η προηγούμενη Κυβέρνηση δεν διαπραγματευόταν.

Σήμερα αντιλαμβάνονται τις πραγματικές δυσκολίες της διαπραγμάτευσης.

  • Υποστήριζαν ότι μέσω της ανακεφαλαιοποίησης, χαρίζονταν χρήματα στους τραπεζίτες.

Σήμερα υλοποίησαν την 3η, και με τους χειρότερους όρους, ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

  • Υποστήριζαν ότι μέσω των αποκρατικοποιήσεων, δημόσια περιουσία και πόροι θα μεταβιβάζονταν στη «μαύρη τρύπα» του δημοσίου χρέους.

Σήμερα, όπως αποτυπώνεται και στην Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2016, η Κυβέρνηση αναφέρεται στα «πολλαπλά οφέλη» των αποκρατικοποιήσεων για την Ελληνική οικονομία, με πρώτο μάλιστα στην καταγραφή, «την άμεση μείωση του δημοσίου χρέους».

  • Υποστήριζαν ότι το χρέος είναι επονείδιστο και πρέπει να «κουρευτεί».

Σήμερα, με βάση την απόφαση της Συνόδου Κορυφής για το Ευρώ, της 12ης Ιουλίου 2015, το «κούρεμα» έχει αποκλειστεί ενώ επαναδιατυπώθηκε η δέσμευση των εταίρων για παραμετρικές αλλαγές, που ισχύει από το τέλος του 2012.

Κάτι που επιβεβαίωσε και η χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup.

Η Κυβέρνηση προσγειώθηκε, και σε αυτό το πεδίο, στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τότε.

  • Υποστήριζαν ότι το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης είναι πλήρες και κοστολογημένο, περιλαμβάνοντας γενναιόδωρες παροχές ύψους 11 δισ. ευρώ.

Σήμερα, έχουν προχωρήσει ή θα προχωρήσουν στη λήψη νέων δημοσιονομικών μέτρων λιτότητας, ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2016.

  • Υποστήριζαν ότι θα διαθέσουν 2 δισ. ευρώ, από την πρώτη χρονιά, για την ανθρωπιστική κρίση.

Κατά την 1η περίοδο του 2015, το ποσό έπεσε στα 200 εκατ. ευρώ.

Και τελικά διατέθηκαν μόλις 108 εκατ. ευρώ.

Δεν κατέρρευσαν όμως μόνο μύθοι και ψευδαισθήσεις.

Δυστυχώς, οι ιδεοληψίες, η αβελτηρία, η κακή διαπραγμάτευση, οι παλινωδίες και η αναποτελεσματικότητα της Κυβέρνησης της Αριστεράς επέφεραν τεράστιο, μετρήσιμο κόστος στη χώρα και στην οικονομία.

Όπως καταγράφεται και στις Εκθέσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού.

Ενδεικτικά, το 2015:

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.
  • Η τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας συρρικνώθηκε.
  • Η δημόσια οικονομία κινείται σε οριακές καταστάσεις.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, επιβαρύνθηκε.
  • Οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη επιδεινώθηκαν.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και του ιδιωτικού τομέα προς το Δημόσιο, διογκώθηκαν.
  • Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων υποχώρησαν.
  • Η φτώχεια διογκώθηκε και το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώθηκε.

Τονίζεται, σύμφωνα και με την Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ότι η σχετική φτώχεια αυξήθηκε κατά 8% το 2015, ενώ είχε μειωθεί κατά 7% το 2014.

Ενώ, μετά από 4 συναπτά έτη µέτρων λιτότητας, το 2014 ήταν το πρώτο έτος δηµοσιονοµικής χαλάρωσης και το διαθέσιµο εισόδηµα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 1,2%, σε αντίθεση με το 2015 όπου φαίνεται να υπάρχει υποχώρηση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το ερώτημα που τίθεται, συνεπώς, σήμερα είναι: «τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος» για να σταθεροποιηθεί και πάλι η κατάσταση και να μπει η χώρα σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης;

Κατά την άποψή μου, η Κυβέρνηση οφείλει να κινηθεί γρήγορα, συνεκτικά και αποτελεσματικά, σε παράλληλους άξονες.

Αυτοί είναι:

  • Η ταχεία ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης.
  • Η αλλαγή του μίγματος της δημοσιονομικής πολιτικής.
  • Η αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.
  • Η πραγματοποίηση περισσότερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, η υλοποίηση αποκρατικοποιήσεων και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Η ενδυνάμωση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας με την εφαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
  • Η περαιτέρω ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, με ρεαλιστικούς τρόπους και ισοδύναμες τεχνικές.

Ακόμη, όμως, και εάν αυτές οι προτεραιότητες υλοποιηθούν, σε περίπου ένα χρόνο από σήμερα, η οικονομία θα βρεθεί εκεί που ήταν το 2014.

Δηλαδή, με καλές προϋποθέσεις, η χώρα θα έχει καταγράψει περισσότερα από 2 χαμένα χρόνια και πρόσθετες, μεγάλες θυσίες για τους Έλληνες πολίτες.

Δυστυχώς όμως, αυτές οι προϋποθέσεις, σήμερα, δεν υφίστανται και το χειρότερο είναι ότι η Κυβέρνηση δεν δείχνει ικανή να τις διαμορφώσει.

Χαιρετισμός στο 3ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο Σαρακατσαναίων στη Λαμία

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση να συμμετάσχω στις εργασίες του 3ου Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου των Σαρακατσαναίων.

Και συμμετέχω με τρεις ιδιότητες και με ιδιαίτερη ικανοποίηση.

Η μία, ως εκπρόσωπος του Κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και του Προέδρου της Κυριάκου Μητσοτάκη, του οποίου σας μεταφέρω το θερμό χαιρετισμό, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη.

Η άλλη, ως Βουλευτής Φθιώτιδας, με την οποία σας καλωσορίζω στη Λαμία, την πρωτεύουσα της ιστορικής Ρούμελης.

Και η τρίτη, ως εκ μητρός Σαρακατσάνος, σας συγχαίρω για την πρωτοβουλία σας να διοργανώσετε εδώ, στην καρδιά της Ρούμελης, το τριήμερο πολιτιστικών και επιστημονικών εκδηλώσεων.

Άλλωστε, όταν προ ετών «ανταμωθήκαμε» με τον Πρόεδρο και τα μέλη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Σαρακατσαναίων, συζητήσαμε πως το καταλληλότερο μέρος για το επόμενο Επιστημονικό Συνέδριο είναι η Λαμία και η ευρύτερη περιοχή.

Περιοχή με διαχρονικά έντονη την συμμετοχή των Σαρακατσαναίων.

Γι’ αυτή την μακραίωνη δημιουργική συμμετοχή του «συναφιού» μας στις προσπάθειες του έθνους μας και των επί μέρους περιοχών του ελλαδικού χώρου, αισθάνομαι υπερήφανος.

Με το «δικαίωμα» που αντλώ από το γεγονός ότι είμαι «γόνος Σαρακατσαναίων» και με δεδομένη την παράδοσή μας, σας καλώ, και σήμερα, να πρωτοστατήσουμε στην προσπάθεια ανάταξης του έθνους.

Οι καιροί είναι διεθνώς «πονηροί», οι συνθήκες είναι δύσκολες, αλλά δεν ξεχνάμε ότι οι πρόγονοί μας Σαρακατσαναίοι, επιβίωσαν και προχώρησαν υπερήφανα και δημιουργικά μέσα σε αντίξοες συνθήκες.

Πιστεύω ότι με πατριωτική ευθύνη αυτό θα πράξουμε και στις μέρες μας.

Θεωρώ ότι το 3ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο συνιστά συμβολή σ’ αυτή την πορεία.

Όλες και όλους που το οργάνωσαν ή θα συμμετάσχουν στις εργασίες του, τους συγχαίρω και τους ευχαριστώ.

Καλή συνέχεια.

Ομιλία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για την εγγύηση των καταθέσεων

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συζητούμε σήμερα το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, με το οποίο ενσωματώνεται στην εθνική έννομη τάξη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία.

Ωστόσο, υπάρχει ένα οξύμωρο σχήμα στην όλη διαδικασία.

Η Κυβέρνηση που οδήγησε την οικονομία να παλινδρομεί βυθιζόμενη,

η Κυβέρνηση που επέβαλε την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς στο τραπεζικό σύστημα,

η Κυβέρνηση που προκάλεσε, με τις πράξεις και παραλείψεις της, τη μεγαλύτερη ετήσια εκροή καταθέσεων από την αρχή της κρίσης,

η Κυβέρνηση που κατέστησε αναγκαία την πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων,

η Κυβέρνηση, που μετά την περιπλάνηση στο χώρο των ψευδαισθήσεων, στέκεται με αμηχανία μπροστά στα προβλήματα,

η Κυβέρνηση που αδυνατεί, και με δική της ευθύνη, να κλείσει την πρώτη αξιολόγηση, η οποία θα έπρεπε να είχε κλείσει πριν 4-5 μήνες,

αυτή η Κυβέρνηση είναι σήμερα υποχρεωμένη να νομοθετήσει για την εγγύηση των καταθέσεων.

Πραγματικά, ορισμένες φορές η μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια…

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Είναι γνωστό ότι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες, από τα μέσα του 2008, βρέθηκαν στη δίνη μιας μεγάλης, παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, την οποία, στη χώρα μας, οι ηγεσίες των Κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης καμώνονταν ότι δεν την έβλεπαν.

Στην Ελλάδα, τα πιστωτικά ιδρύματα, λόγω αυτής της συστημικής κρίσης, των δημοσιονομικών προβλημάτων της χώρας και δικών τους κακών επιλογών, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.

Προκλήσεις με δυσμενείς συνέπειες στη ρευστότητα και στη φερεγγυότητά τους.

Έτσι κατέστη αναγκαία η διαμόρφωση πλαισίου για την ενίσχυση της σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.

Από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, ξεκίνησε, με μεθοδικό και διορατικό τρόπο, η διαμόρφωση αυτού του πλαισίου.

Βασικό συστατικό του αποτέλεσε η ανάγκη ενίσχυσης της εγγύησης των καταθέσεων.

Αυτό έγινε με το Ν. 3714/2008, σύμφωνα με τον οποίο, το ανώτατο όριο εγγύησης καταθέσεων – ως αποζημίωση για το σύνολο των καλυπτόμενων καταθέσεων – αυξήθηκε από τις 20.000 στις 100.000 ευρώ.

Σημειώνω ότι η Ελλάδα και η Ιρλανδία ήταν, τότε, οι πρώτες Ευρωπαϊκές χώρες που προχώρησαν σ’ αυτή την πρωτοβουλία.

Στη συνέχεια, στις αρχές του 2009, ιδρύθηκε, με το Ν. 3746/2009, το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), εκσυγχρονίζοντας το νομικό πλαίσιο καταβολής αποζημίωσης σε καταθέτες και επενδυτές πιστωτικών ιδρυμάτων.

Αυτό το θεσμικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε έγκαιρα στη χώρα μας, ενισχύθηκε από τις πρωτοβουλίες, σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, για την Τραπεζική Ένωση.

Πρωτοβουλίες που πήραν νομοθετική μορφή, κυρίως επί Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 1ο εξάμηνο του 2014, όταν και ολοκληρώθηκε ένας σημαντικός αριθμός φακέλων στον τομέα της αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι οποίοι αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της ασφάλειας και διαφάνειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, στη θωράκιση της

σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών και στην προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών επενδυτών και καταναλωτών.

Μεταξύ αυτών των φακέλων ήταν και η Οδηγία για τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων, που ενσωματώνεται στο σχέδιο νόμου που σήμερα συζητάμε.

Σχέδιο νόμου που προβλέπει βελτιωμένη, ευρύτερη και σαφέστερη πρόσβαση στην κάλυψη των καταθέσεων, συντομότερες προθεσμίες καταβολής της αποζημίωσης, καλύτερη και ταυτόσημη για όλους τους καταθέτες ενημέρωση από τα πιστωτικά ιδρύματα, αυστηρές απαιτήσεις χρηματοδότησης και ρητή αναγνώριση της δυνατότητας των καταθετών να ασκούν αγωγή κατά του ΤΕΚΕ για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους.

Όλες αυτές τις πρωτοβουλίες, του 2008, του 2009, του 2011, του 2014, η Αριστερά, από τα έδρανα της Αντιπολίτευσης, τις είχε στηλιτεύσει και απορρίψει.

Σήμερα, όλα αυτά, ευτυχώς, «πάνε περίπατο».

Και τα Κόμματα της Κυβερνητικής πλειοψηφίας αποδέχονται, διά της ψήφισης του Νομοσχεδίου, το εσφαλμένο της κριτικής τους κατά το απώτερο παρελθόν και το οξύμωρο των πεπραγμένων τους κατά τον τελευταίο χρόνο.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Θα κλείσω την τοποθέτησή μου με 2 επισημάνσεις:

1η Επισήμανση: Παρά τα σημαντικά βήματα που πραγματοποιήθηκαν μέχρι σήμερα για την ολοκλήρωση των βασικών πυλώνων της Τραπεζικής Ένωσης, ειδικότερα αυτών της εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση, σε συνέχεια της εναρμόνισης των σχετικών καθεστώτων, ενός Ευρωπαϊκού/Κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων, αρχικώς συμπληρωματικά με τα εθνικά συστήματα και σε τελική μορφή με έναν υγιώς αμοιβαιοποιημένο μηχανισμό.

2η Επισήμανση: Οι πρωτοβουλίες που πρέπει να αναλαμβάνονται θα πρέπει να αποσκοπούν τόσο στη μείωση του κινδύνου όσο και στο διαμοιρασμό του κινδύνου.

Άλλωστε, αυτές αποτελούν και βασικές έννοιες της χρηματοοικονομικής.

Οι δύο πρώτοι πυλώνες της Τραπεζικής Ένωσης αποσκοπούν στη μείωση του κινδύνου και έχει ήδη υπάρξει σημαντική πρόοδος ως προς αυτό.

Συγκεκριμένα:

  • Έχουν αναγνωρισθεί και περιορισθεί οι εθνικές διακριτικές ευχέρειες στην εφαρμογή του εποπτικού πλαισίου.
  • Έχει περάσει η εποπτεία σε υπερεθνικό επίπεδο.
  • Έχει διεξαχθεί, για πολλές τράπεζες, και θα ακολουθήσει εφέτος και για τις υπόλοιπες, αξιολόγηση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου τους.
  • Έχει επιβληθεί η υποχρέωση διατήρησης σε υψηλό επίπεδο του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας.

Προφανώς, η περαιτέρω μείωση του κινδύνου που αντιμετωπίζουν τα πιστωτικά ιδρύματα είναι θεμιτή, στο πλαίσιο της διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Ωστόσο, είναι κάτι που δεν μπορεί να εξαλειφθεί, γιατί η ίδια η φύση των τραπεζικών εργασιών σχετίζεται με την ανάληψη κινδύνων, διαφορετικά δεν θα υπήρχε κερδοφορία.

Σε κάθε περίπτωση, η μείωση του κινδύνου θα πρέπει να «συμβαδίζει» με πρωτοβουλίες για το διαμοιρασμό του.

Αντιλαμβάνομαι τη θέση κάποιων Ευρωπαϊκών χωρών με αντίθετη άποψη.

Η Ευρώπη όμως δεν αντέχει Τραπεζική Ένωση «a la carte».

Ομιλία στο Συνέδριο Delphi Economic Forum στην ενότητα «Creating an Efficient Banking System for a Modern Economy»

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές του Συνεδρίου για την πρόσκληση που μου απηύθυναν να παραστώ και να καταθέσω ορισμένες σκέψεις για τις προκλήσεις και τις προοπτικές του τραπεζικού συστήματος στη χώρα μας.

Κυρίες και Κύριοι,

Η εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, ιδιαίτερα σε τραπεζοκεντρικές χώρες όπως είναι η Ελλάδα, αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων.

Τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, της εγχώριας δημοσιονομικής ανισορροπίας αλλά και δικών τους σφαλμάτων, βρέθηκαν αντιμέτωπα με μεγάλες και διευρυνόμενες προκλήσεις.

Προκλήσεις που απέρρεαν:

  • Από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης της Ελληνικής οικονομίας.
  • Από τη συρρίκνωση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, με τον περιορισμό τόσο της ζήτησης όσο και της προσφοράς τραπεζικών πιστώσεων.
  • Από τη χειροτέρευση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από την έντονη και συνεχή εκροή καταθέσεων από το παθητικό τους.
  • Από την αναγκαιότητα οι τράπεζες να προσφέρουν, συστηματικά, «ενέσεις» ρευστότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, καλύπτοντας εκδόσεις βραχυπρόθεσμου χρέους.
  • Από τις επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους, που άσκησε πιέσεις στα μεγέθη των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Από τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των τραπεζών, αποτέλεσμα των αντίστοιχων υποβαθμίσεων της χώρας.
  • Από τον αποκλεισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις διεθνείς αγορές άντλησης κεφαλαίων.

Προκλήσεις που ήρθαν να προστεθούν σε σοβαρές αδυναμίες της κατεστημένης εγχώριας και διεθνούς αρχιτεκτονικής του χρηματοοικονομικού συστήματος, όπως είναι η υπερβολική μόχλευση, η ασύδοτη πιστωτική επέκταση, οι αδύναμοι μηχανισμοί εταιρικής διακυβέρνησης, τα υπεραισιόδοξα μοντέλα αποτίμησης κινδύνων, η ανεπαρκής διαφάνεια καινοτόμων προϊόντων, οι αναξιόπιστες εκτιμήσεις των οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η προ-κυκλικότητα των λογιστικών συστημάτων και των μεθόδων υπολογισμού κεφαλαιακής επάρκειας.

Όλες αυτές οι προκλήσεις είχαν ορατές και δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα, στην αποδοτικότητα, στην αποτελεσματικότητα και στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου των Ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

Επιπτώσεις που κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους με σκοπό την ενίσχυση της σταθερότητας και εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.

Πλαίσιο, τόσο για τη θεσμική θωράκιση όσο και για την ενίσχυση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, που ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, το 2008, με μεθοδικό, διορατικό και συστηματικό τρόπο, όταν ακόμη η Ευρώπη ήταν «ανοχύρωτη», χωρίς μηχανισμούς αντίδρασης και αντιμετώπισης της κρίσης.

Ενδεικτικά:

  • Θεσπίστηκε, το 2008, ένα «πακέτο» κεφαλαιακής ενίσχυσης και χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ύψους, αρχικά, 28 δισ. ευρώ. Αυτό το «πακέτο» αποτελεί, ακόμη και σήμερα, σημαντικό εργαλείο στήριξης του τραπεζικού συστήματος. Ενώ «έχει «προσφέρει» στον Κρατικό Προϋπολογισμό, μέσω μερισμάτων και προμηθειών, έσοδα περίπου 4 δισ. ευρώ.
  • Ενισχύθηκε, το 2008, το καθεστώς εγγύησης καταθέσεων, με το ανώτατο όριο να αυξάνεται στις 100.000 ευρώ, από τις 20.000.
  • Καλύφθηκαν οι βραχυχρόνιες ανάγκες ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω της παροχής έκτακτης ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος.
  • Ενδυναμώθηκε το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, συστάθηκε το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας και ιδρύθηκε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Διαμορφώθηκε θεσμικό πλαίσιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  • Εξασφαλίστηκαν επαρκείς πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος.

Το αποτέλεσμα τόσο αυτών των πρωτοβουλιών όσο και της δημοσιονομικής ισορροπίας της χώρας ήταν, το 2014, το τραπεζικό σύστημα να σταθεροποιηθεί.

Οι τράπεζες:

  • επανέκτησαν μέρος των καταθέσεων,
  • πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και εξέδωσαν ομολογιακούς τίτλους,
  • μηδένισαν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας,
  • ενώ μειώθηκε και η ροή των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά το 2015.

Κατά την εκτίμησή μου, η Κυβέρνηση, εξαιτίας ανερμάτιστων χειρισμών στο πεδίο της οικονομίας, «έφερε» το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με νέους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων:

  • Οι καταθέσεις παρουσίασαν τη μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε.
  • Η αξία των τραπεζικών μετοχών «κατέρρευσε».
  • Η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος στηρίχθηκε, σχεδόν αποκλειστικά, στον μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
  • Η οργανική κερδοφορία των τραπεζών παρέμεινε χαμηλή λόγω, κυρίως, του αυξημένου κόστους άντλησης κεφαλαίων.
  • Τα υπόλοιπα κεφάλαια του ΤΧΣ επεστράφησαν στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Σε αυτές τις νέες, εγχώριες, προκλήσεις, που επιδιώχθηκε να «απαντηθούν» μέσα από τη νέα ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος και τα καινούργια σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων που οδηγούν σε απώλεια της εξωστρέφειας, σε συρρίκνωση δικτύου και σε απολύσεις, έρχονται να προστεθούν προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα, στο σύνολό του, το Ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.

Όπως είναι:

  • Οι ανησυχίες για επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.
  • Σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, όπως είναι η ανεπαρκής δαπάνη για επενδύσεις, ο χαμηλός ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.
  • Η έκθεση σε συγκεκριμένες οικονομίες ή κλάδους, όπως είναι, αντίστοιχα, οι αναδυόμενες οικονομίες ή οι πρώτες ύλες.
  • Το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων σε αρκετές χώρες, κυρίως, του Ευρωπαϊκού Νότου.
  • Η αναιμική κερδοφορία αρκετών πιστωτικών ιδρυμάτων που οφείλεται, κυρίως, στο χαμηλό επίπεδο των επιτοκίων.
  • Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, οι περιφερειακές συγκρούσεις, οι πολιτικές αβεβαιότητες, η ενδεχόμενη έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η διαρκής απειλή της τρομοκρατίας, τα μεγάλα και διογκούμενα προσφυγικά ρεύματα που συρρέουν στην Ευρώπη.

Κυρίες και Κύριοι,

Ποιές συνεπώς πρέπει να είναι οι απαντήσεις της Πολιτείας και των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αυτές τις εγχώριες και Ευρωπαϊκές προκλήσεις;

1η. Η επίτευξη πολιτικής σταθερότητας και η αποκατάσταση κλίματος εμπιστοσύνης.

Σταθερότητα και εμπιστοσύνη που προϋποθέτουν, βέβαια, αξιοπιστία.

2η. Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης του Προγράμματος.

Αυτή, μαζί με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, εκτιμάται ότι μπορούν να συμβάλλουν στη σταδιακή επάνοδο κάποιων καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα, να οδηγήσουν στην επανένταξη των Ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις και να καταστήσουν δυνατή τη συμμετοχή των Ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ.

3η. Η επίτευξη – και πάλι – δημοσιονομικής ισορροπίας, η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων, η υλοποίηση ιδιωτικοποιήσεων και η αξιοποίηση της ακίνητης κρατικής περιουσίας, η ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους.

Αυτά θα απελευθερώσουν πόρους και θα βελτιώσουν το κλίμα, με πολλαπλές θετικές επιδράσεις: νέες επενδύσεις, προσέλκυση ξένων επενδύσεων, επιστροφή καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

4η. Η αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Αυτή, μαζί με την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης, εκτιμάται ότι θα συμβάλλει στην άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, θα βελτιώσει τη ρευστότητα και θα εξομαλύνει τις συνθήκες δανεισμού.

Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα των ίδιων των τραπεζών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά τα δάνεια σε καθυστέρηση.

Η επίλυση του προβλήματος σχετίζεται όμως και με τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Φυσικά, η επιτάχυνση των διαδικασιών πτώχευσης, η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου αφερεγγυότητας και η δυνατότητα εξωδικαστικού συμβιβασμού αναμένεται να έχουν θετικές επιδράσεις στη διαχείριση και το ποσοστό ανάκτησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

5η. Η προώθηση της Τραπεζικής Ένωσης, η οποία αναμένεται να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Είναι σημαντικό το εγχείρημα να ολοκληρωθεί σύντομα, με την θέσπιση κοινοτικού φορέα για την εγγύηση των καταθέσεων.

Αυτές, κατά την άποψή μου, είναι οι άμεσες προτεραιότητες ώστε το τραπεζικό σύστημα να επιτελέσει, και πάλι, τον κύριο διαμεσολαβητικό του ρόλο, ενισχύοντας την προσπάθεια βιώσιμης ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας.

Πρωτολογία στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση Επίκαιρης Επερώτησης για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών

Πρωτολογία

Κύριε Υπουργέ,

Σήμερα, η Κυβέρνηση «πελαγοδρομεί», με αποτέλεσμα η χώρα να «παραπαίει», με όλα τα μέτωπα, εσωτερικά και εξωτερικά, ανοικτά.

Οι αβεβαιότητες, ενδογενείς και εξωγενείς, διευρύνονται.

Οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι αυξάνονται.

Οι αντοχές της κοινωνίας εξασθενούν.

Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις «αγκομαχούν».

Η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε κατάσταση μετεωρισμού, αναζητώντας σημείο ισορροπίας, χαμηλότερο από αυτό που είχε επιτευχθεί στο τέλος του 2014.

Έχει καταστεί ευκρινές, αφού υποστηρίζεται πλέον από ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, ότι η χώρα, τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης της Αριστεράς, «περιπλανήθηκε» βυθιζόμενη.

Η Νέα Δημοκρατία, με ευθύνη, όπως πάντα, θα αναζητήσει, θα διερευνήσει και θα αναδείξει τις μεγάλες ευθύνες της σημερινής Κυβέρνησης για αυτή την καθοδική πορεία.

Σήμερα, με την Επίκαιρη Επερώτηση, το σύνολο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, επικεντρώνει σε ένα κρίσιμο ζήτημα, αυτό της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών που διαχειρίστηκε η Kυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Ζήτημα που έχει επιφέρει μεγάλο κόστος στους φορολογούμενους, αβεβαιότητα στους εργαζόμενους στις τράπεζες και τεράστια ζημία στους μετόχους των πιστωτικών ιδρυμάτων, μικρούς και μεγάλους, ιδιώτες και Δημόσιο, Κράτος και ασφαλιστικά ταμεία.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Τα τελευταία χρόνια, τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, βρέθηκαν, εξαιτίας της δημοσιονομικής κρίσης αλλά – σημειώνω – και με δική τους ευθύνη, αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.

Αυτές οι προκλήσεις κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, προκειμένου να διαφυλαχθούν η πραγματική οικονομία, από πλήρη κατάρρευση, και οι καταθέσεις των πολιτών.

Το πλαίσιο ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, όταν το «τσουνάμι» της  παγκόσμιας οικονομικής κρίσης χτύπησε την Ευρώπη.

Και τούτο έγινε παρά τη λυσσαλέα αντίδραση των Κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης, που διατείνονταν ότι δεν υπήρχε παγκόσμια κρίση και ότι η Kυβέρνηση τότε, λανθασμένα, στήριζε τις τράπεζες.

Η κριτική αυτή επαναλήφθηκε, μόνο από την Αριστερά, και στις επόμενες στηρίξεις των τραπεζών.

Το αποτέλεσμα είναι, όπως επιβεβαιώνει και η Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2015, ακόμη και το 1ο τρίμηνο του 2015, «η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών να παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα».

Ενδεικτικά, εξαιτίας αυτών των επιλογών, τα τραπεζικά ιδρύματα:

  • Επανέκτησαν μέρος των καταθέσεων.
  • Πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, αντλώντας 8,3 δισ. ευρώ από τις αγορές.
  • Εξέδωσαν τίτλους αξίας περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
  • Μηδένισαν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας της ΕΚΤ.
  • Μειώθηκε δραστικά η ροή των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.
  • Ενώ τα συνολικά έσοδα στον Κρατικό Προϋπολογισμό από την αξιοποίηση του πακέτου ρευστότητας του 2008, από μερίσματα και προμήθειες, υπερέβησαν τα 4 δισ. ευρώ την περίοδο 2009-2014. Επ’ ωφελεία των Ελλήνων φορολογουμένων.

Συνεπώς, 1ο Συμπέρασμα:

Η κατάσταση στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα σταθεροποιήθηκε σταδιακά και, μέχρι  το 2014, αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη σε αυτό.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε το 2015.

Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, εξαιτίας λανθασμένων και ανερμάτιστων χειρισμών, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με μεγάλους κινδύνους.

Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.

Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, το 1ο εξάμηνο του 2015:

  • Οι συνολικές καταθέσεις και τα repos των πιστωτικών ιδρυμάτων μειώθηκαν κατά περίπου 50 δισ. ευρώ, η μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
  • Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε, καθώς αυξήθηκαν ραγδαία τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
  • Η αξία των τραπεζικών μετοχών που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο «κατέρρευσε», αφού, αυτή μειώθηκε κατά 80%.
  • Επεστράφησαν, με ευθύνη της Κυβέρνησης, τα 11 δισ. ευρώ του ΤΧΣ στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
  • Και τέλος, η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος γινόταν σχεδόν αποκλειστικά από τον μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει και η τελευταία Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδος, το Δεκέμβριο του 2015, η οποία αναφέρει ότι:

«οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, η εκροή καταθέσεων και το συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω της χειροτέρευσης του οικονομικού κλίματος, κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, παρά την ανακεφαλαιοποίηση του 2014».

Συνεπώς, 2ο Συμπέρασμα:

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τη διαμόρφωση της ανάγκης νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών ήταν γνωστή από το καλοκαίρι του 2015.

Συμπεριελήφθη άλλωστε και στο 3ο Μνημόνιο, τον περασμένο Αύγουστο.

Η Κυβέρνηση όμως, όπως το συνηθίζει άλλωστε, για να θολώσει το περιβάλλον, καθυστέρησε να καταθέσει το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο για την υλοποίηση  της ανακεφαλαιοποίησης.

Το πλαίσιο συζητήθηκε στη Βουλή στο τέλος Οκτωβρίου, και ενώ η Κυβέρνηση γνώριζε ότι όσο αργούσε, με δεδομένο ότι θα έπρεπε η ανακεφαλαιοποίηση να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος της χρονιάς, τόσο αυτή θα γινόταν με δυσμενέστερους όρους.

Όπως και έγινε τελικά.

Συνεπώς, 3ο Συμπέρασμα:

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ φέρει τεράστια ευθύνη για την καθυστέρηση θεσμοθέτησης του πλαισίου υλοποίησης της ανακεφαλαιοποίησης.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ποιό είναι όμως το αποτέλεσμα αυτή της ανακεφαλαιοποίησης;

1ον. Η ανακεφαλαιοποίηση προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο και αύξησε το δημόσιο χρέος.

Βέβαια, η Κυβέρνηση θα ισχυριστεί ότι η τελική δημοσιονομική επιβάρυνση είναι μικρότερη σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις.

Δεν παύει όμως να υφίσταται επιπλέον επιβάρυνση για τους Έλληνες φορολογούμενους, που πριν από λίγους μήνες δεν υπήρχε καν ως ενδεχόμενο.

2ον. Η ανακεφαλαιοποίηση απαξίωσε τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.

Ενδεικτικά, για την Εθνική Τράπεζα, η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, το 2013, έγινε με τιμή ανά μετοχή στα 4,29 ευρώ.

Η δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση, το 2014, στα 2,2 ευρώ.

Και η τρίτη, η «αριστερή» ανακεφαλαιοποίηση, το 2015, στα 0,02 ευρώ.

Συνεπώς, το κόστος για τους παλαιούς επενδυτές και μετόχους, μικρούς και μεγάλους, Έλληνες και ξένους, είναι τεράστιο.

3ον. Η ανακεφαλαιοποίηση άλλαξε την ιδιοκτησιακή δομή των τραπεζών και συρρίκνωσε την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή.

Οι νέοι ιδιοκτήτες των τραπεζών, κυρίως ξένοι ιδιώτες επενδυτές και hedge funds, απέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος, και φυσικά τον έλεγχό του, καταβάλλοντας, συνολικά, μόλις περίπου 5,3 δισ. ευρώ.

4ον. Η ανακεφαλαιοποίηση σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ, δηλαδή των μετοχών που κατείχαν ουσιαστικά οι Έλληνες φορολογούμενοι μέσω του Δημοσίου.

Και αυτό εξαιτίας τόσο της δραματικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής του στις τράπεζες όσο και της «εξαέρωσης» των τραπεζικών μετοχών.

Συγκεκριμένα, η αξία της συμμετοχής του ΤΧΣ μόλις που υπερέβη τα 2 δισ. ευρώ, από 12 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.

Σήμερα δε έχει «κατρακυλήσει» ακόμη χαμηλότερα, στα 1,2 δισ. ευρώ.

Συνεπώς, το πραγματικό κόστος για τους Έλληνες φορολογούμενους είναι τεράστιο.

Και το δυνητικό κόστος ακόμη μεγαλύτερο, αφού έχει ουσιαστικά χαθεί η δυνατότητα ανάκτησης του αρχικού ποσού της επένδυσης.

5ον. Η ανακεφαλαιοποίηση τροποποίησε, επί το δυσμενέστερο, τα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Το αποτέλεσμα είναι να προβλέπεται συρρίκνωση του δικτύου των τραπεζών και σημαντικές μειώσεις προσωπικού, που θα ξεπεράσουν τα 4.000 άτομα.

Αλλά και να «χαθούν» αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών, όπως είναι η Finansbank στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας.

Επένδυση στην Τουρκία, που έγινε το 2006, επί Νέας Δημοκρατίας, και η οποία, εκτός του υψηλού συμβολισμού της, κάλυπτε το μεγαλύτερο ποσοστό των εργασιών του Ομίλου στο εξωτερικό, συμμετείχε σημαντικά στα μεγέθη του και συνέβαλε, καθοριστικά, στην κερδοφορία του.

6ον. Η ανακεφαλαιοποίηση είχε κόστος για τους φορολογούμενους και μέσω της μετατροπής των προνομιούχων μετοχών που κατείχε το Δημόσιο στην Εθνική Τράπεζα σε κοινές.

Αυτή η μετατροπή έχει γίνει με «κούρεμα» 71% επί της ονομαστικής αξίας.

Ενώ καταγράφηκαν και σημαντικές απώλειες από την εισαγωγή και διαπραγμάτευση των νέων αυτών κοινών μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Συνεπώς, 4ο Συμπέρασμα:

Το αποτέλεσμα της «αριστερής» ανακεφαλαιοποίησης των συστημικών τραπεζών είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, τους φορολογούμενους, τους μετόχους και τους εργαζόμενους.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Εκτός όμως από την ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών, είναι σε εξέλιξη η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Αττικής, ενώ ολοκληρώθηκε η ανακεφαλαιοποίηση συνεταιριστικών τραπεζών.

Και εδώ όμως εγείρονται μία σειρά από σοβαρά ερωτήματα.

Ερωτήματα που θα αναδείξουν και οι Συνάδελφοί μου.

Ερωτήματα που έχουν να κάνουν, κυρίως, με την τιμή στην οποία πραγματοποιήθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Αττικής, με τη συμμετοχή ΔΕΚΟ, ασφαλιστικών ταμείων και φορέων του Δημοσίου στην ανακεφαλαιοποίηση, με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε προκειμένου να αποφασίσουν οι φορείς τη συμμετοχή τους, με το τεράστιο κόστος που έχουν επωμιστεί σήμερα αυτοί οι φορείς από τη συγκεκριμένη επένδυση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Από τα ανωτέρω, είναι απόλυτα ευκρινές το οδυνηρό «αποτύπωμα» για την Ελληνική οικονομία της Κυβέρνησης της Αριστεράς, στη δομή και λειτουργία του τραπεζικού τομέα της.

Αποδείχθηκε ότι η Κυβέρνηση αδυνατεί να προβλέψει τις ευρύτερες εξελίξεις, να σχεδιάσει έγκαιρα και να υλοποιήσει αποτελεσματικά πολιτικές χρήσιμες για τη λειτουργία της οικονομίας.

Γι’ αυτό σήμερα ελέγχουμε την Κυβέρνηση.

 

Ομιλία στην Ολομέλεια της Βουλής των Ελλήνων κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Νόμου «Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις»

Αθήνα, 19 Φεβρουαρίου 2016

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σήμερα, η χώρα «παραπαίει».

Οι αβεβαιότητες, ενδογενείς και εξωγενείς, διογκώνονται.

Οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται.

Οι αντοχές της κοινωνίας εξασθενούν.

Και η οικονομία της χώρας «παλινδρομεί», αναζητώντας ένα νέο σημείο ισορροπίας, πολύ χαμηλότερο από αυτό που είχε επιτευχθεί πριν από ένα περίπου χρόνο, στο τέλος του 2014.

Έχει καταστεί ευκρινές, και υποστηρίζεται πλέον από ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, ότι η χώρα, αυτό τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης της Αριστεράς, «περιπλανήθηκε» βυθιζόμενη.

  • Η οικονομία επέστρεψε στην ύφεση.
  • Η δημόσια οικονομία κινείται σε οριακές καταστάσεις.
  • Η πραγματική οικονομία, λόγω και των κεφαλαιακών περιορισμών, έχει επιβαρυνθεί.
  • Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και του ιδιωτικού τομέα προς το Δημόσιο, διογκώθηκαν.
  • Οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση.
  • Η χώρα χρειάστηκε πρόσθετη χρηματοδότηση από τους εταίρους, που συνοδεύεται από ένα νέο, εξαιρετικά επώδυνο Μνημόνιο.

Μνημόνιο, την «ιδιοκτησία» του οποίου, όπως επί μακρόν πανηγύριζε, έχει η Ελληνική κυβέρνηση.

Μνημόνιο που περικλείει πρόσθετα μέτρα λιτότητας, νέους άμεσους και έμμεσους φόρους και περικοπές στις συντάξεις και στα κοινωνικά επιδόματα.

Αυτό είναι το οδυνηρό «αποτύπωμα» των ιδεοληψιών, της αναποτελεσματικότητας, των παλινωδιών, της ανικανότητας, της αναβλητικότητας της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

Κυβέρνηση που εισπράττει σήμερα το αντίτιμο της μακροχρόνιας πλειοδοσίας και πληρώνει το κόστος του λαϊκισμού της.

Κυβέρνηση, όμως, που μετά από περιπλάνηση στο χώρο των ψευδαισθήσεων, στέκεται με αμηχανία μπροστά στα προβλήματα, αυτοεγκλωβίζοντας τη χώρα σε επαναλαμβανόμενους κύκλους αβεβαιότητας και αστάθειας.

Κυβέρνηση η οποία, αντί να αντιμετωπίσει, με αποφασιστικότητα και ρεαλισμό, τα προβλήματα που η ίδια με τις πράξεις και τις παραλείψεις της, εν πολλοίς, δημιούργησε, επανέρχεται στις πομφόλυγες για «παράλληλο πρόγραμμα» και για δήθεν «αριστερά πρόσημα».

Προσπαθεί να «πασπαλίσει» με «αριστερή χρυσόσκονη» τη δυσάρεστη πραγματικότητα, για να την αποκρύψει.

Δεν τα καταφέρνει όμως.

Οι πολίτες αντιλαμβάνονται πλέον την επαναλαμβανόμενη πολιτική εξαπάτηση, αισθάνονται απογοητευμένοι, δυσφορούν και έχουν αρχίσει να οργίζονται.

Και αυτό γιατί η «αριστερή» πολιτική ρητορική και η δήθεν «αριστερή» κοινωνική ευαισθησία έχουν αποδειχθεί απολύτως κενές περιεχομένου.

Ενώ, η όποια «αριστερή ψυχή» έγινε θυσία στο βωμό για λίγη «πολιτική εξουσία», ακόμη και ακραίας νεοφιλελεύθερης κοπής.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι της Πλειοψηφίας,

Ενδεικτικά και μόνο, στο προνομιακό κατ’ εσάς πεδίο της κοινωνικής ευαισθησίας, συνέβησαν τα εξής:

1ον. Η Κυβέρνηση είχε, αρχικά, υποσχεθεί, μέσα από πομπώδεις διακηρύξεις, να διαθέσει 2 δισ. ευρώ, κατά τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης, για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης.

Στη συνέχεια, «προσγειώθηκε ανώμαλα» στις εξαγγελίες, στα 200 εκατ. ευρώ.

Και τελικά έδωσε μόλις 108 εκατ. ευρώ, 50% λιγότερα.

Υπενθυμίζεται ότι για το ίδιο λόγο, το 2014, είχε διανεμηθεί, ως «κοινωνικό μέρισμα», πολλαπλάσιο ποσό, ύψους 450 εκατ. ευρώ.

2ον. Ο «εξορθολογισμός» της χορήγησης του επιδόματος θέρμανσης, μεταφράστηκε σε περικοπή του επιδόματος κατά 105 εκατ. ευρώ το 2016.

Έτσι με τα νέα, «αριστερά» κριτήρια κοινωνικής ευαισθησίας, «πετσοκόβεται» κατά το ήμισυ το σχετικό κονδύλι του Προϋπολογισμού, περιορίζεται σημαντικά ο αριθμός των δικαιούχων και μειώνεται το επίδομα σε όσους τελικά χορηγηθεί.

3ον. Η προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων έναντι των πλειστηριασμών, μέσω εξαγγελιών για «σεισάχθεια» και δηλώσεων περί «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», απεδείχθη έωλη υπόσχεση.

4ον.  Η διατήρηση της χορήγησης του ΕΚΑΣ, πολύ γρήγορα μεταφράστηκε σε περικοπή του κατά 223 εκατ. ευρώ το 2016 και σε κατάργηση μεταγενέστερα.

Και σήμερα, ήρθε η ώρα να συζητήσουμε και το δήθεν «παράλληλο πρόγραμμα».

Ένα συνονθύλευμα διατάξεων.

Κάποιων ακοστολόγητων.

Ορισμένων που συστήνουν δομές και ομάδες εργασίας και προφανώς έχουν δημοσιονομική επίπτωση.

Κάποιων άλλων που είναι το αποτέλεσμα μικρών κομματικών διευθετήσεων και εξυπηρετήσεων.

Αλλά και άλλων ήδη θεσμοθετημένων από την προηγούμενη Κυβέρνηση, όπως είναι η ρύθμιση που αφορά την παροχή νοσοκομειακής και φαρμακευτικής περίθαλψης σε ανασφάλιστους συμπολίτες μας.

Απώτατος σκοπός; Να «φιλοτεχνηθεί» ένα δήθεν «κοινωνικά ευαίσθητο» πρόσωπο για την Κυβέρνηση.

Κι όλα αυτά, την ίδια στιγμή που, αυτή η Κυβέρνηση, επιβάλλει νέα μέτρα, ύψους περίπου 6 δισ. ευρώ, ενώ ακολουθούν και άλλα, πρόσθετα.

Την ίδια στιγμή που, αυτή η Κυβέρνηση, στοχοποιεί και συγκρούεται με όλες τις παραγωγικές τάξεις της χώρας.

Την ίδια στιγμή που τα εθνικά, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα οξύνονται και πολλαπλασιάζονται.

Η μακρά περίοδος όμως με τα ανέξοδα αριστερά πολιτικά «παραμύθια» έχει τελειώσει.

Πρέπει να μπει τέλος σ’ αυτήν την ανερμάτιστη διακυβέρνηση.

Δευτερολογία στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση του Κρατικού Προϋπολογισμού 2016

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Παρακολούθησα, με ενδιαφέρον, τις τοποθετήσεις Υπουργών και Συναδέλφων της πλειοψηφίας.

Δυστυχώς, άκουσα να διατυπώνονται, με ευκολία, αοριστολογίες, απλουστεύσεις, αφορισμοί, ισοπεδωτικοί χαρακτηρισμοί, ανακρίβειες.

Να γίνονται, και πάλι, ανέξοδες διακηρύξεις.

Να μοιράζονται, και πάλι, ψευδαισθήσεις.

Αν, και οφείλω να ομολογήσω, όχι του μεγέθους και της έκτασης του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης.

Ξέρετε, αναφέρομαι σε εκείνο το δήθεν «ρεαλιστικό, υλοποιήσιμο και κοστολογημένο Πρόγραμμα», στο οποίο αναφερόταν ο κ. Τσίπρας, πριν από 1 χρόνο, κατά τη διάρκεια της συζήτησης του Προϋπολογισμού.

Θα έπρεπε, συνεπώς, σε αυτή την αίθουσα, όλες οι πτέρυγες της Βουλής, και ειδικά εσείς, Συνάδελφοι της Πλειοψηφίας, εξαιτίας και του πρόσφατου παρελθόντος σας σε διατυπώσεις μύθων και ψευδαισθήσεων, να τοποθετείστε με λιγότερη έπαρση.

Να τοποθετείστε με νηφαλιότητα, με υπευθυνότητα, με ρεαλισμό, με ειλικρίνεια.

Και, δυστυχώς, δεν το κάνετε.

Κωδικοποιώ:

1ον. Ακούσαμε από Συναδέλφους της Πλειοψηφίας: «Αυτή η Κυβέρνηση δεν έχει περικόψει και δεν θα περικόψει συντάξεις».

Η αλήθεια είναι, αν κάποιος ανατρέξει στη σελίδα 123 του Προϋπολογισμού, ότι έχουν ήδη υλοποιηθεί και προβλέπονται περικοπές συντάξεων, παροχών κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικών επιδομάτων, ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ.

Περικοπές, όπως είναι η μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων, η μείωση των εφάπαξ, η αύξηση των εισφορών των ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, η μείωση του ΕΚΑΣ, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης.

Πρόκειται για πολιτικές που πλήττουν άμεσα και ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών.

Ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς καταρρέει, με πάταγο.

2ον. Ακούσαμε από Συναδέλφους της Πλειοψηφίας: «Αυτή η Κυβέρνηση είναι η πρώτη, που ασχολήθηκε με την ανθρωπιστική κρίση».

Η αλήθεια είναι, ότι η διάθεση 200 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση, εφέτος, της ανθρωπιστικής κρίσης, δεν κατέστη εφικτή.

Θα δαπανηθούν, αν δαπανηθούν και αυτά, μόλις 108 εκατ. ευρώ!

Και του χρόνου θα είναι ακόμη λιγότερα…

Υπενθυμίζεται ότι για το ίδιο λόγο, το 2014, είχε διανεμηθεί, ως «κοινωνικό μέρισμα», ποσό ύψους 455 εκατ. ευρώ.

Ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς καταρρέει, και σε αυτό το πεδίο.

Μάλιστα, τα περίφημα δημοσιονομικά ισοδύναμα, που ο τότε Αναπληρωτής Υπουργός είχε ήδη δήθεν εξοικονομήσει από τη νέα δομή του Κυβερνητικού σχήματος της Αριστεράς, από τη μείωση του αριθμού των μετακλητών υπαλλήλων στα Γραφεία των Υπουργών και από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, απεδείχθησαν κενά περιεχομένου.

Όπως καταγράφει απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών, ποτέ δεν υπήρχαν.

3ον. Ακούσαμε από Συναδέλφους της Πλειοψηφίας: «Για πρώτη φορά την τελευταία δεκαετία προβλέπεται αύξηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων».

Η αλήθεια είναι, όπως αποτυπώνεται και στη σελίδα 88 του Προϋπολογισμού, ότι το ΠΔΕ είχε αυξηθεί σημαντικά το 2013 και παρέμεινε, στο ίδιο επίπεδο το 2014.

Είναι, όμως, επίσης, αλήθεια ότι στο δεκάμηνο του 2015, οι δαπάνες του Προγράμματος ανήλθαν μόλις στα 2,8 δισ. ευρώ.

Θα πρέπει συνεπώς, μέσα σε 2 μήνες, να δαπανηθούν επιπλέον 3,6 δισ. ευρώ για να επιτευχθεί ο στόχος του 2015.

Ευχόμαστε να επιτευχθεί, αν και φοβόμαστε ότι πιθανόν να χρησιμοποιηθεί για να καλύψει αποκλίσεις στην επίτευξη του εφετινού δημοσιονομικού στόχου.

Υπάρχει όμως και άλλη μία αλήθεια: θριαμβολογείτε ότι ο Προϋπολογισμός της Αριστεράς αυξάνει το Πρόγραμμα, στα 6,7 δισ. ευρώ για το 2016.

Μα τόσα περίπου προέβλεπε και η προηγούμενη Κυβέρνηση στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο που ψηφίστηκε το Μάιο του 2014.

Δυστυχώς, «τζάμπα» οι θριαμβολογίες ότι η «πρώτη φορά Αριστερά» έκανε και κάτι σωστό…

4ον. Ακούσαμε από Συναδέλφους της Πλειοψηφίας: «Η προηγούμενη Κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα ουσιαστικό για τη μείωση των δαπανών, παρά μόνο οριζόντιες περικοπές».

Η αλήθεια είναι, αν ανατρέξει κανείς στο Κεφάλαιο 2 του Προϋπολογισμού, ότι η Κυβέρνηση επαναλαμβάνει ή επικαιροποιεί το πλαίσιο δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας της προηγούμενης Κυβέρνησης.

Μάλιστα, σε αρκετά σημεία επαναλαμβάνεται ακριβώς το κείμενο του περυσινού Προϋπολογισμού.

Συνεπώς, λιγότερα πολιτικά φληναφήματα δεν θα έβλαπταν…

Και κάτι ακόμη: χθες, ο κ. Μάρδας ανέφερε ότι μπόρεσε να «κόψει» επιπλέον σπατάλες, ύψους 200 εκατ. ευρώ το 2015.

Να θυμίσω ότι είναι ο ίδιος Υπουργός που υποστήριζε ότι δήθεν είχε βρει τα δημοσιονομικά ισοδύναμα για την ανθρωπιστική κρίση.

Τα οποία, όπως είδαμε, δεν υπήρχαν…

Αυτό έχει την αξία του.

Ας δεχθούμε όμως, τον ισχυρισμό, ότι «έκοψε» αυτές τις σπατάλες.

Τότε, γιατί στον Προϋπολογισμό, οι λειτουργικές και καταναλωτικές δαπάνες είναι σημαντικά αυξημένες τόσο έναντι των προβλέψεων όσο και σε σχέση με το 2014;

Συνεπώς, η Κυβέρνηση μάλλον αύξησε τις σπατάλες, και δεν τις μείωσε

5ον. Ακούσαμε από Συναδέλφους της Πλειοψηφίας: «Ο Προϋπολογισμός είναι ρεαλιστικός».

Πόσο ρεαλιστικός έιναι όταν υποστηρίζει ότι η φετινή ύφεση θα είναι μηδενική και ο Υπουργός Οικονομικών σε απάντηση Κοινοβουλευτικής Ερώτησης με ημερομηνία 01.12.2015, την ημέρα που ξεκινούσε η συζήτηση του Προϋπολογιμσού, αναφέρει ότι «η ύφεση θα είναι 1,4% για το 2015»;

Πόσο ρεαλιστικός είναι ένας Προϋπολογισμός για τον οποίο ήδη η ΕΛΣΤΑΤ έχει αναθεωρήσει επί τα χείρω στοιχεία για την ύφεση;

Συνεπώς, οι εκτιμήσεις του Προϋπολογισμού είναι μετέωρες.

Σε κάθε περίπτωση, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ φέρει αποκλειστική ευθύνη για την επιστροφή της οικονομίας στην ύφεση.

6ον. Ακούσαμε από Συναδέλφους της Πλειοψηφίας: «Ο χαμηλότερος δημοσιονομικός στόχος οδηγεί στην αποφυγή μέτρων ύψους 7,5 δισ. ευρώ για το 2016».

Θα επαναλάβω ότι αν τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα αρκούσαν για την αποφυγή νέων μέτρων, θα έπρεπε η Κυβέρνηση, με τη μείωση των δημοσιονομικών στόχων, να είχε ήδη ασκήσει επεκτατική δημοσιονομική πολιτική: να μειώσει φόρους και να αυξήσει μισθούς και συντάξεις.

Κάνει όμως ακριβώς το αντίθετο: αυξάνει φόρους, βάζει νέους φόρους, κόβει συντάξεις και επιδόματα.

Που οφείλεται όμως αυτή η δυσμενής εξέλιξη;

Στο γεγονός ότι η οικονομία έχει επιστρέψει στην ύφεση.

Απόδειξη;

Ο στόχος της προηγούμενης Κυβέρνησης για πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ το 2016, ήταν με ΑΕΠ στα 197 δισ. ευρώ.

Ο στόχος της Κυβέρνησης της Αριστεράς για πρωτογενές πλεόνασμα 0,5% του ΑΕΠ το 2016, είναι με ΑΕΠ στα 174 δισ. ευρώ.

Η χώρα θα χάσει συνεπώς 23 δισ. ευρώ πλούτου το 2016.

Να γιατί επιβάλλονται νέα μέτρα, ύψους 5,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2016.

Πολλαπλάσια μέτρα αυτών που ζητούσαν οι δανειστές πριν από ένα χρόνο, για την επίτευξη πολύ υψηλότερων στόχων.

 

7ον. Αντίθετα, δεν ακούσαμε ούτε λέξη, από κάποιον Συνάδελφο της Πλειοψηφίας, για τις αποκρατικοποιήσεις.

Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι ο Προϋπολογισμός, στη σελίδα 141, αναφέρεται «στα πολλαπλά οφέλη» των αποκρατικοποιήσεων για την Ελληνική οικονομία.

Και μάλιστα, με πρώτο και βασικό όφελος, «την άμεση μείωση του δημοσίου χρέους».

Είναι όμως προφανής ο λόγος για τον οποίο δεν αναφέρεστε στις αποκρατικοποιήσεις.

Διότι, μέχρι πριν λίγους μήνες, «ξιφουλκούσατε» ενάντια σε αυτές.

Η αναξιοπιστία της Αριστεράς, και σε αυτό το πεδίο, σε όλο της το μεγαλείο.

8ον. Τέλος, ακούσαμε από Συναδέλφους της Πλειοψηφίας: «Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ολοκληρώθηκε με επιτυχία».

Καταρχάς, η αλήθεια είναι ότι η αναγκαιότητα της ανακεφαλαιοποίησης οφείλεται αποκλειστικά σε πράξεις και παραλείψεις της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Αυτό καταδεικνύεται από το σύνολο των Εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ελλάδος, που ήδη έχω καταθέσει στα πρακτικά κατά την πρωτολογία μου.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στη χθεσινή Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Και το αποτέλεσμα όμως της ανακεφαλαιοποίησης, με ευθύνη της Κυβέρνησης, κυρίως εξαιτίας καθυστερήσεων και παλινωδιών στην ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου πραγματοποίησής της, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, παρά την αποφυγή του «κουρέματος» των καταθέσεων και την μικρότερη, τελικά, δημοσιονομική επιβάρυνση.

Και αυτό γιατί:

  • Προσθέτει μεγάλο κόστος στο Δημόσιο και στους φορολογούμενους, το οποίο καταγράφεται στον Προϋπολογισμό και επιβαρύνει το δημόσιο χρέος.
  • Συρρικνώνει δραματικά την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή, αποκλείοντας, στις περισσότερες περιπτώσεις, τους Έλληνες μικροεπενδυτές.
  • Απαξιώνει τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, με κόστος για τους επενδυτές, μικρούς και μεγάλους.
  • Εκμηδενίζει σχεδόν την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ και των ασφαλιστικών ταμείων, λόγω τόσο της «εξαέρωσης» των τραπεζικών μετοχών όσο και της δραστικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών.
  • Οδηγεί σε αφελληνισμό τα πιστωτικά ιδρύματα, αφού το μεγαλύτερο μέρος του μετοχικού τους κεφαλαίου έχει περιέλθει στα χέρια ξένων ιδιωτών επενδυτών και hedge funds.
  • Συντελεί στην απώλεια του εθνικού ελέγχου των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων, αφού αυτός περνάει στα χέρια ξένων επενδυτικών και «επιθετικών» hedge funds.
  • Τροποποιεί, επί το δυσμενέστερο, τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας, η προώθηση της πώλησης του συνόλου της συμμετοχής της στην Finansbank. Προσοχή δε και στο τίμημα για την πώλησή της.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν μεγάλες ευθύνες τόσο για την ανάγκη της νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών όσο και για το αποτέλεσμά της.

Πρόκειται για τον ορισμό του «ξεπουλήματος» των Ελληνικών τραπεζών, για να χρησιμοποιήσω οικεία σε εσάς έκφραση.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, το περιεχόμενο του Προϋπολογισμού αποκαλύπτει την Κυβέρνηση της αυτοαποκαλούμενης ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Αποκαλύπτει την κατάρρευση των ψευδαισθήσεων, που, επί χρόνια, καλλιεργούσε.

Αποκαλύπτει ότι η αριστερή πολιτική ρητορική και η δήθεν αριστερή κοινωνική ευαισθησία είναι απολύτως κενές περιεχομένου.

Αποκαλύπτει την αδυναμία της, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποτελεσματικά.

Αποκαλύπτει την επιστροφή της χώρας στην ύφεση, στα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα και στην αύξηση του δημοσίου χρέους.

Αποκαλύπτει πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, με την επιβολή νέων φόρων και με περικοπές στις συντάξεις και στα κοινωνικά επιδόματα.

Αποκαλύπτει τις πομφόλυγες για «παράλληλο πρόγραμμα» και για δήθεν «αριστερά πρόσημα».

Αποκαλύπτει ότι το 2016 θα είναι χειρότερο έτος από το 2015, το οποίο, με τη σειρά του, είναι πολύ χειρότερο από το 2014.

 

Χαιρετισμός στην 1η Προσυνεδριακή Διημερίδα του 1ου Πανελλήνιου με Διεθνή Συμμετοχή Επιστημονικού Συνεδρίου «Ελλάδα – Ευρώπη 2020: Εκπαίδευση, Δια Βίου Μάθηση, Έρευνα, Καινοτομία & Οικονομία»

Κυρίες και Κύριοι,  

Θέλω να συγχαρώ τους συντελεστές του Συνεδρίου τόσο για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θεματολογία του όσο και για τη διοργάνωση της Διημερίδας στη Λαμία, στις εγκαταστάσεις της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου.

Ταυτόχρονα, θέλω να τους ευχαριστήσω για την τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυναν να χαιρετίσω την έναρξη των εργασιών, εκ μέρους της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Λυπάμαι που λόγω της συζήτησης και ψήφισης του Κρατικού Προϋπολογισμού δεν μπορώ, αυτοπροσώπως, να συμμετάσχω στην έναρξη, όπως όμως γνωρίζετε στη συνέχεια των εργασιών είμαι ενεργά παρών.

Κυρίες και Κύριοι,

Διαχρονικά, σε όλες τις χώρες, βασικό ζητούμενο είναι ο προσδιορισμός των παραγόντων που συμβάλουν στην ανάπτυξη της οικονομίας και η εκτίμηση του μεγέθους της συσχέτισης μεταξύ τους, με απώτερο στόχο την προώθηση της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Η επένδυση στην εκπαίδευση, τη δια βίου μάθηση, την έρευνα και την καινοτομία, έχει αποδειχθεί, θεωρητικά και εμπειρικά, ότι προωθεί την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα, επιταχύνει το ρυθμό ανάπτυξης, μειώνει τις περιφερειακές ανισότητες, προωθεί την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.

Στην Ελλάδα, σχετικές έρευνες δείχνουν υστερήσεις σε αυτούς τους κρίσιμους τομείς.

Οι αιτίες των υστερήσεων είναι γνωστές.

Δεν θα τις σημειώσω στο σύντομο πλαίσιο του χαιρετισμού.

Τώρα, εν μέσω της παρατεταμένης κρίσης, το ζητούμενο είναι πως θα τις υπερβούμε και θα ανατάξουμε τη χώρα και την οικονομία της.

Πυρήνας στην εθνική μας στρατηγική πρέπει να είναι η εκπαίδευση, η δια βίου μάθηση, η έρευνα, η καινοτομία και η αποτελεσματική και ποιοτική σχέση τους με την οικονομία.

Και αυτή η προσέγγιση πρέπει να γίνεται σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο.

Έχω τη σταθερή πεποίθηση ότι στις εξελίξεις της νέας, υψηλών απαιτήσεων, περιόδου, που ανοίγεται μπροστά μας, η Φθιώτιδα πρέπει και μπορεί να συμμετάσχει ενεργά.

Για να το πετύχει, όμως, αυτό, χρειάζεται να διαμορφώσει ταχύτατα τις προϋποθέσεις.

Τα προηγούμενα χρόνια, μαζί με αρκετούς συμπατριώτες, διαμορφώσαμε στρατηγική σύγχρονης ανασυγκρότησης της Φθιώτιδας και κάναμε αρκετά βήματα για τη δημιουργία των προϋποθέσεων στο πεδίο της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας.

Συγκεκριμένα:

  • Υποστηρίξαμε τη δημιουργία της Σχολής Θετικών Επιστημών, με έδρα τη Λαμία, την άμεση λειτουργία δύο Τμημάτων και την έναρξη λειτουργίας Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών.
  • Υποστηρίξαμε τον ορισμό της Λαμίας ως έδρας του ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας και επιδιώξαμε την ενίσχυσή του.
  • Υποστηρίξαμε την ίδρυση στη Λαμία του Δικτύου Καινοτομίας και Παραρτήματος, με 3 Τμήματα Έρευνας στο πλαίσιο του Ινστιτούτου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης Κεντρικής Ελλάδας.
  • Κινήσαμε και στηρίξαμε τη διαδικασία παραχώρησης έκτασης για τη δημιουργία των υποδομών για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία στη Λαμία.

Η Φθιώτιδα μπήκε ουσιαστικά και βιώσιμα στον εθνικό χάρτη της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, της Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης και της Καινοτομίας.

Αυτή η προσπάθεια θα πρέπει, παρά την αδράνεια των τελευταίων μηνών, να συνεχισθεί και να ενταθεί.

Η περιοχή το δικαιούται και το απαιτεί.

Έυχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες της Διημερίδας.

Ομιλία στην Ολομέλεια επί του Κρατικού Προϋπολογισμού 2016

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο πρώτος Προϋπολογισμός Κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα αποτελεί ιστορικό γεγονός.

Το περιεχόμενό του, συμπυκνώνει τις υποχρεώσεις της χώρας και αποκαλύπτει την Κυβέρνηση.

Αποκαλύπτει την κατάρρευση των ψευδαισθήσεων, που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε.

Αποκαλύπτει την αδυναμία της, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποτελεσματικά.

Αποκαλύπτει τις πομφόλυγες για «παράλληλο πρόγραμμα» και για δήθεν «αριστερά πρόσημα».

Αποκαλύπτει την πλήρη «μνημονιακή» της μετάλλαξη.

Αποκαλύπτει πως η «αριστερή ψυχή» γίνεται θυσία στο βωμό για λίγη «πολιτική εξουσία», ακόμη και ακραίας νεοφιλελεύθερης κοπής.

Αλήθεια, μήπως αυτό εννοούσε ο κ. Τσίπρας, όταν σε αυτή την αίθουσα, πριν από ένα χρόνο, κατά την αντίστοιχη συζήτηση του Προϋπολογισμού, έλεγε ότι:

«Το Μνημόνιο δεν είναι κάτι από το οποίο μπορεί κανείς να μπαινοβγαίνει. Όποιος το υπηρετήσει, δεν βρίσκει εύκολα την πόρτα της εξόδου».

 

[Κατάθεση Συνημμένου 1 στα Πρακτικά]

Έτσι, Κυρίες και Κύριοι της Κυβέρνησης και της Κυβερνητικής πλειοψηφίας, ελπίζω να έχετε κατανοήσει ότι, με την υπογραφή σας, γίνατε απολύτως συστημικοί.

Τέρμα λοιπόν στις ανέξοδες «εκθέσεις ιδεών» των προηγούμενων δεκαετιών και στις ασυνάρτητες κραυγές άρνησης της σημερινής πραγματικότητας.

Τώρα υπηρετείτε το πιο επώδυνο εκ των Μνημονίων, για το περιεχόμενο του οποίου, από Ελληνικής πλευράς, φέρετε την αποκλειστική ευθύνη.

Και, φυσικά, έχετε την «ιδιοκτησία» του.

Για την οποία μάλιστα, επί μακρόν, πανηγυρίζατε.

Προφανώς, «τυφλωμένοι από τα φώτα», είδατε το «τυρί», αλλά δεν είδατε τη «φάκα».

Σήμερα, δικαιολογίες του τύπου «τι να κάνουμε αφού μας πιέζουν», δεν είναι πολιτικά ώριμες και σοβαρές.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η αλήθεια είναι ότι τα μεγέθη του Προϋπολογισμού:

  • Δείχνουν ότι η αριστερή πολιτική ρητορική και η δήθεν αριστερή κοινωνική ευαισθησία είναι απολύτως κενές περιεχομένου.
  • Επιβεβαιώνουν την επιστροφή της χώρας στην ύφεση, στα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα και στην αύξηση του δημοσίου χρέους.
  • Αποκαλύπτουν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, με την επιβολή νέων φόρων και με περικοπές στις συντάξεις και στα κοινωνικά επιδόματα.
  • Καταδεικνύουν ότι το 2016 θα είναι χειρότερο έτος από το 2015, το οποίο, με τη σειρά του, είναι πολύ χειρότερο από το 2014.

Η Νέα Δημοκρατία, το μεγαλύτερο μεταπολιτευτικά, με όρους αθροιστικής εμπιστοσύνης των πολιτών, κόμμα της χώρας, αξιολογεί τον Προϋπολογισμό με κριτήριο το συμφέρον της Πατρίδας, υπό την οπτική του ιστορικά δικαιωμένου ιδεολογικού και πολιτικού της πυρήνα.

Αυτόν του ριζοσπαστικού, του κοινωνικού φιλελευθερισμού και της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Πυρήνας που μας οδηγεί στην διαρκή αναζήτηση αρμονικής ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, με στόχο την αποτελεσματική προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

 

Η Νέα Δημοκρατία, αξιολογώντας τον Προϋπολογισμό με αυτά τα κριτήρια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο Προϋπολογισμό, που οδηγεί την Ελληνική οικονομία σε ένα «καθοδικό σπιράλ».

Που αναγκάζει τη χώρα να κάνει βαριά βήματα «σημειωτόν» και να βουλιάζει στο τέλμα.

Η «αριστερή ρητορική χρυσόσκονη» δεν αρκεί για να καλύψει την πραγματικότητα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Με βάση τα στοιχεία του Προϋπολογισμού:

1ον. Η Ελληνική οικονομία, ήδη από το 3ο τρίμηνο του 2015, έχει επιστρέψει στην ύφεση.

Η προοπτική μάλιστα για το 2016 είναι χειρότερη από το 2015.

Και η ύφεση θα είναι βαθύτερη από τις εκτιμήσεις μετά και την αναθεώρηση, επί τα χείρω, των στοιχείων από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.

Με αποτέλεσμα, οι βασικές παραδοχές στις οποίες εδράζεται ο Προϋπολογισμός, να καθίστανται πλέον μετέωρες.

Σε κάθε περίπτωση, την ίδια περίοδο που η Ευρωζώνη «επιταχύνει προς τα εμπρός», η Ελλάδα «κάνει όπισθεν».

Υπενθυμίζεται ότι το 2014 η χώρα επέτυχε θετικό ρυθμό μεταβολής, η Κυβέρνηση παρέλαβε οικονομία σε δυναμική ανάπτυξης, ενώ η πρόβλεψη, τότε, από τους «θεσμούς», για το 2015, ήταν για αρκετά υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης, άνω του 2,5%.

Συνεπώς, η ευθύνη για την επιστροφή και τη διατήρηση της χώρας στην ύφεση βαρύνει αποκλειστικά την Κυβέρνηση της Αριστεράς.

 

2ον. Η δημόσια οικονομία επιστρέφει, το 2015, σε πρωτογενές έλλειμμα.

Και αυτό έγινε μετά από 2 χρόνια επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων.

Παρά τη λήψη, από την Κυβέρνηση της Αριστεράς, νέων μέτρων λιτότητας για εφέτος.

Και ο λογαριασμός όλο και «ανεβαίνει», όλο και διογκώνεται.

Αυτό είναι το οδυνηρό δημοσιονομικό «αποτύπωμα» της «αριστερής» διακυβέρνησης.

3ον. Η Κυβέρνηση συνεχίζει την «εσωτερική στάση πληρωμών», συνεπής στην υπεράσπιση του, αλήστου μνήμης, «δεν πληρώνω».

Αποτέλεσμα, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα να είναι αυξημένες κατά 58% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Υπενθυμίζεται ότι αυτές είχαν μειωθεί κατά 60% την περίοδο 2013-2014.

Μάλιστα σήμερα, δεν υφίσταται κανένα χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής τους, αφού, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, «οι εκταμιεύσεις θα προσαρμόζονται ανάλογα με τις δυνατότητές του και τις ταμειακές κάθε φορά συνθήκες».

Δηλαδή, αναλαμβάνονται ασαφείς, «αριστερής κοπής» δεσμεύσεις, για ένα ζήτημα κρίσιμης σημασίας για τη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.

Αλήθεια, αυτή είναι η «Αριστερά»;

 

4ον. Το ύψος των πρόσθετων μέτρων εκτιμάται, αρχικά, στα 5,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2015-2016.

Εξ αυτών, το μεγαλύτερο μέρος αφορά την επιπλέον φορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Όπως είναι:

  • Η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων.
  • Η αύξηση των συντελεστών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου ασφαλίστρων.
  • Η αύξηση των συντελεστών φορολόγησης του εισοδήματος από ενοίκια.
  • Η κατάργηση της έκπτωσης εφάπαξ πληρωμής φόρου εισοδήματος.
  • Η κατάργηση απαλλαγών από τον ΕΝΦΙΑ.
  • Η αύξηση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος στα νομικά πρόσωπα, στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους αγρότες.
  • Η σταδιακή κατάργηση της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο για αγροτική χρήση.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος στους αγρότες.

Μέτρα που αποτυπώνουν την ιδεοληπτική, αριστερή εμμονή στην αύξηση των φόρων.

Μέτρα που «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία και διαλύουν τον ιδιωτικό τομέα.

Αλήθεια, αυτό σημαίνει, σε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής, «Αριστερά»;

 

5ον. Ο «λογαριασμός» των μέτρων, τελικά, θα είναι πολύ υψηλότερος.

Κι αυτό γιατί υπάρχουν μέτρα που δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί.

Επίσης, γιατί υπάρχουν μέτρα που δεν έχουν αποτυπωθεί.

Για παράδειγμα, οι καταγεγραμμένες στον Προϋπολογισμό παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα και στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας είναι «λειψές».

Υπολείπονται αυτών που η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί έναντι των εταίρων.

Άρα υπάρχουν πρόσθετα, «κρυφά» μέτρα.

Τέλος, σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, υπάρχουν πρόσθετα μέτρα ύψους περίπου 2 δισ. ευρώ για την περίοδο 20172018.

Αυτό είναι το τεράστιο κόστος της διακυβέρνησης της «Αριστεράς».

 

6ον. Ο Κοινωνικός Προϋπολογισμός «βουλιάζει» στα ελλείμματα.

Στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης προβλέπεται επιδείνωση στις ασφαλιστικές εισφορές, στη συνταξιοδοτική δαπάνη, στις απλήρωτες υποχρεώσεις.

Ενώ στον Προϋπολογισμό, δεν περιλαμβάνεται κανένα ενθαρρυντικό στοιχείο για ουσιαστικές, χρηματοδοτικά καλυμμένες, παρεμβάσεις στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής.

Κάνει μάλιστα ιδιαίτερη εντύπωση η αναφορά του Προϋπολογισμού ότι «οι περικοπές δαπανών θα αφορούν σε τομείς που δεν επηρεάζουν ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών».

Όμως, το 77% της περιστολής στις δαπάνες, ύψους άνω των 2 δισ. ευρώ, αφορά περικοπές σε συντάξεις, παροχές κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικά επιδόματα.

Όπως είναι η μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων, η μείωση των εφάπαξ, η αύξηση των εισφορών των ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, η μείωση του ΕΚΑΣ, η μείωση του επιδόματος θέρμανσης.

Πρόκειται για πολιτικές που πλήττουν άμεσα και ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών.

Αλήθεια, αυτό σημαίνει «Αριστερά»;

 

Ενώ ακόμη και η διάθεση 200 εκατ. ευρώ για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης εφέτος, δεν κατέστη εφικτή.

Σύμφωνα με απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών σε σχετική Κοινοβουλετική Ερώτηση, αποδεικνύεται ότι εφέτος θα δαπανηθούν μόλις 108 εκατ. ευρώ!

[Κατάθεση Συνημμένου 2 στα Πρακτικά]

 

Και του χρόνου θα είναι ακόμη λιγότερα…

Υπενθυμίζεται ότι για το ίδιο λόγο, το 2014, είχε διανεμηθεί, ως «κοινωνικό μέρισμα», ποσό ύψους 455 εκατ. ευρώ.

Συνεπώς, ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς καταρρέει, και σε αυτό το πεδίο.

Όπως κατέρρευσε και στο πεδίο των συντάξεων, όπου αντί της χορήγησης 13ης σύνταξης, προχώρησε στην περικοπή τους.

Όπως κατέρρευσε και στο πεδίο της προστασίας της πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς, όπου αντί της περιβόητης «σεισάχθειας» και του «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», έχουμε τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών.

Όπως κατέρρευσε και στο πεδίο της χορήγησης του ΕΚΑΣ, όπου αντί για τη διατήρηση, προχωρά σε σημαντική μείωσή του.

Αλήθεια, όλα αυτά εμπεριέχονται στη θεωρία και την πρακτική της «Αριστεράς»;

 

7ον. Το 2015, τα φορολογικά έσοδα είναι τα χαμηλότερα της τελευταίας δεκαετίας.

Παρά τους πρόσθετους φόρους που επέβαλλε εφέτος η Κυβέρνηση της Αριστεράς.

Αυτό οφείλεται, κυρίως, στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Αποτέλεσμα; Οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των πολιτών προς το Κράτος συνεχίζουν να αυξάνουν, μήνα με τον μήνα, και διαμορφώνονται στα 82 δισ. ευρώ, υψηλότερες κατά 10 δισ. ευρώ από το τέλος του 2014.

 

Ενώ, το 2016,  τα φορολογικά έσοδα προβλέπονται αυξημένα κατά 2 δισ. ευρώ έναντι του 2015.

Και αυτό, ενώ η οικονομία θα βρίσκεται σε ύφεση.

Συνεπώς, η πρόβλεψη για αυξημένα έσοδα εδράζεται, αποκλειστικά, στα νέα φορολογικά μέτρα.

Και προφανώς, η κατανομή του φορολογικού βάρους γίνεται ακόμη πιο άδικη, αφού αυξάνουν, κυρίως, οι έμμεσοι φόροι.

Aλήθεια, αυτή είναι η δήθεν «κοινωνικά» πιο δίκαιη «Κυβέρνηση της Αριστεράς»;

8ον. Οι μειωμένοι δημοσιονομικοί στόχοι δεν εξασφαλίζουν, από μόνοι τους, σημαντικό δημοσιονομικό χώρο.

Η Κυβέρνηση «στρεψοδικεί», για να θριαμβολογήσει.

Οι  δημοσιονομικοί στόχοι εξαρτώνται από την κατάσταση και τη δυναμική της οικονομίας.

Αν τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα αρκούσαν για την αποφυγή νέων μέτρων, θα έπρεπε η Κυβέρνηση, εφέτος και του χρόνου, με τη μείωση των δημοσιονομικών στόχων, να είχε ήδη ασκήσει επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, μειώνοντας φόρους και αυξάνοντας μισθούς και συντάξεις.

Κάνει όμως ακριβώς το αντίθετο: αυξάνει φόρους, βάζει νέους φόρους, κόβει συντάξεις και επιδόματα.

Και μάλιστα, με πολλαπλάσια μέτρα αυτών που ζητούσαν οι δανειστές πριν από ένα χρόνο, για την επίτευξη πολύ υψηλότερων στόχων.

Και αυτή η δυσμενής εξέλιξη οφείλεται στο γεγονός ότι η οικονομία έχει επιστρέψει στην ύφεση.

Έτσι, για πρώτη φορά από την είσοδο στα Μνημόνια, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα μιας χρονιάς, του 2015, με πρόσθετα μέτρα λιτότητας, θα είναι χειρότερο από το αποτέλεσμα της προηγούμενης χρονιάς, του 2014.

Αλήθεια, εξακολουθεί η «αριστερή» διακυβέρνηση να επιμένει ότι αυτό αποτελεί επίτευγμα;

 

9ον. Οι τράπεζες χρειάστηκαν νέα ανακεφαλαιοποίηση.

Με κεφαλαιακές ανάγκες που οφείλονται, όπως έδειξε και η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015.

[Κατάθεση Συνημμένου 3 στα Πρακτικά]

Το αποτέλεσμα της ανακεφαλαιοποίησης είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, παρά την αποφυγή του «κουρέματος» των καταθέσεων και τη μικρότερη, τελικά, δημοσιονομική επιβάρυνση.

Και αυτό γιατί εξαιτίας Κυβερνητικών καθυστερήσεων και παλινωδιών στην ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου πραγματοποίησής της, η παρούσα ανακεφαλαιοποίηση:

  • Προσθέτει μεγάλο κόστος στο Δημόσιο και στους φορολογούμενους.
  • Απαξιώνει τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και συρρικνώνει δραματικά την Ελληνική ιδιωτική συμμετοχή.
  • Εκμηδενίζει την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και των ασφαλιστικών ταμείων, λόγω τόσο της «εξαέρωσης» των τραπεζικών μετοχών όσο και της δραστικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών.
  • Οδηγεί σε αφελληνισμό τα πιστωτικά ιδρύματα.
  • Τροποποιεί, επί το δυσμενέστερο, τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων.

Όπως είναι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας, η πώληση του συνόλου της συμμετοχής της στην Finansbank.

Θυμίζουμε ότι η επένδυση αυτή έγινε το 2006, σε κλίμα «λυσσαλέας» αντίδρασης των κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης.

Επένδυση η οποία καλύπτει το μεγαλύτερο ποσοστό των εργασιών του Ομίλου στο εξωτερικό, συμμετέχει σημαντικά στα μεγέθη του και συμβάλλει, καθοριστικά, στην κερδοφορία του.

Καλούμε συνεπώς την Κυβέρνηση, όπως το έχουμε ήδη πράξει χωρίς να λάβουμε απάντηση, να τοποθετηθεί στο ερώτημα:

H μεγάλη και υψηλού συμβολισμού επένδυση του 2006, υπήρξε για την εθνική μας οικονομία και τη χώρα, συμφέρουσα, ασύμφορη ή ουδέτερη;

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να παίρνουν συγκεκριμένες απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα.

Αρκετή ζημιά υπέστη η χώρα από τις, επί δεκαετίες, ασάφειες και τις γκρίζες ζώνες που καλλιέργησε η αριστερή, και όχι μόνο, εκδοχή στη δημόσια ζωή.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν ευθύνες τόσο για την ανάγκη της νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών όσο και για το αποτέλεσμά της.

 

10ον. Το δημόσιο χρέος, και πάλι, διογκώνεται.

Το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, διαμορφώνεται στο 188% το 2016, αυξημένο κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε 2 χρόνια.

Και επειδή πολλές φορές η Κυβέρνηση θριαμβολογεί ότι δήθεν «κατάφερε επιτέλους να ανοίξει το θέμα του χρέους», η αλήθεια είναι ότι το ύψος και το «προφίλ» του χρέους, μετά το 2012, βελτιώθηκαν σημαντικά.

Αποδείξεις, όπως αυτές αποτυπώνονται στις σελίδες του Προϋπολογισμού;

  • Το δημόσιο χρέος, ως απόλυτο μέγεθος, μειώθηκε κατά περίπου 40 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2014.
  • Η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκειά του ήταν 16,2 έτη το 2014. Από 6,3 έτη το 2011.
  • Οι τόκοι διαμορφώθηκαν στα 5,5 δισ. ευρώ το 2014. Από 16,1 δισ. ευρώ το 2011.

Εκτός όμως του Προϋπολογισμού, όλα αυτά τα έχει προσυπογράψει ο κ. Τσίπρας, στην απόφαση της 12ης Ιουλίου, σύμφωνα με την οποία:

«Η Σύνοδος Κορυφής υπενθυμίζει ότι τα κράτημέλη της Ευρωζώνης έχουν θεσπίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μία αξιοσημείωτη δέσμη μέτρων προς υποστήριξη της βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας, η οποία εξομάλυνε την πορεία εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας και μείωσε το κόστος σημαντικά».

 

[Κατάθεση Συνημμένου 4 στα Πρακτικά]

 

Συνεπώς, πως η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «ανοίγει για πρώτη φορά το θέμα του χρέους», όταν η ίδια υποστηρίζει ότι έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητά του κατά το παρελθόν;

Οι ανακρίβειες και τα ψεύδη αποτελούν δομικό στοιχείο της «Αριστερής Κυβέρνησης».

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η βιωσιμότητα του χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία κατά το 2015, όπως καταγράφεται και στην Έκθεση του ΔΝΤ που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή.

 

[Κατάθεση Συνημμένου 5 στα Πρακτικά]

 

Άρα, καθίσταται αναγκαία η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του χρέους.

Ο κ. Τσίπρας, αφού επί χρόνια, καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για τη λύση του προβλήματος, σήμερα προσγειώθηκε στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

 

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, ο ΣΥΡΙΖΑ φέρει μεγάλες ευθύνες γιατί, επί πολλά χρόνια, απέρριπτε κάθε πρωτοβουλία εθνικής συνεννόησης και «πετροβολούσε» κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος που έκαναν προηγούμενες Κυβερνήσεις.

Η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ φέρει μεγάλες ευθύνες γιατί, επί μήνες, κυριαρχημένη από αριστερές ιδεολοψίες, εμμονές και δογματισμούς, περιέφερε τη χώρα σε περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας», οδηγώντας την σε πλήρες αδιέξοδο.

Με σκοπιμότητα ή από αφέλεια, αγνοώντας τους κανόνες διαπραγμάτευσης, έχασε πολύτιμο χρόνο.

Χωρίς στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα, διεξήγαγε ένα προσχηματικό δημοψήφισμα, διαχειρίστηκε το αποτέλεσμά του πέρα από κάθε δημοκρατική λογική, και τελικά, μέσα στο χάος που δημιούργησε, προσήλθε, σπασμωδικά και φοβικά, στη σύναψη του 3ου Μνημονίου.

Το κόστος από την περίπου ετήσια διακυβέρνηση της Αριστεράς, για τη χώρα και την οικονομία της, είναι μεγάλο.

Ένα μέρος αυτού του κόστους αποτυπώνει ο Προϋπολογισμός του 2016.

Οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πολιτική εξαπάτηση, αισθάνονται το κόστος, δυσφορούν και έχουν αρχίσει να οργίζονται.

Και τώρα, που το «καράβι» της «Αριστερής Κυβέρνησης» «μπάζει, από παντού, νερά», και το ενδεχόμενο «πολιτικού πνιγμού» έχει υψηλές πιθανότητες, ο Πρωθυπουργός, πολιτικά έντρομος αλλά πάντα πολιτικά αλαζών, αναζητά «πολιτικά σωσίβια».

Ομιλεί περί της ανάγκης για συνεννόηση, ενώ δεν την υπηρετεί και, επί της ουσίας, την τορπιλίζει.

Αλήθεια, πως μπορεί να πείσει ότι την εννοεί, όταν την προσεγγίζει με «λεόντιο» λογική και όταν, στις εύλογες επιφυλάξεις και τις αρνήσεις των κομμάτων της Αντιπολίτευσης, τα κατηγορεί αμέσως για «έλλειψη αισθήματος ευθύνης και σοβαρότητας»;

Και το λέει αυτό ο Πρωθυπουργός που, διαχρονικά, αρνείτο και απαξίωνε κάθε προσπάθεια για πολιτική συνεννόηση και πολεμούσε, με κάθε διαθέσιμο μέσο, την πολιτική ομαλότητα.

Το λέει αυτό ο Πρωθυπουργός που, ιστορικά, έχει καταγραφεί ως ο ιδιοκτήτης της θέσης του «όχι σε όλα».

Το λέει αυτό ο Πρωθυπουργός που, πριν 1 χρόνο, κατά τη διάρκεια αντίστοιχης συζήτησης για τον Προϋπολογισμό, θεωρούσε την άρνηση συναίνεσης ζήτημα «ηθικής τάξης», που η επίτευξή της θα «ισοπέδωνε τα πάντα».

Το λέει αυτό ο Πρωθυπουργός που, πριν από λίγους μήνες, παραπλάνησε πολιτικά, κατ’ επανάληψη, τα κόμματα.

Το λέει αυτό ο Πρωθυπουργός που, πρόσφατα, καλούσε τους πολίτες να «τελειώσουν» την Αξιωματική Αντιπολίτευση.

Μετά δε και τη σημερινή του ομιλία, φαίνεται ότι δεν έχει, και επί αυτού του θέματος, σταθερή θέση.

Δεν έχει σταθερή στρατηγική για τη χώρα.

Συνεχώς, αμήχανα, παλινδρομεί.

Ας ξεκαθαρίσει επιτέλους, μία φορά εγκαίρως, τι πραγματικά θέλει για τη χώρα εκτός από το να είναι Πρωθυπουργός.

Συνεπώς, οι διαδοχικές αναφορές του Πρωθυπουργού επί του θέματος δείχνουν πλεόνασμα πολιτικού θράσους και έλλειμμα αρχών, σεβασμού στη νοημοσύνη των άλλων και στρατηγικού σχεδίου για τη χώρα.

Εμείς πιστεύουμε ότι η πολιτική και κοινωνική συννενόηση είναι αναγκαία συνθήκη για την ομαλή και ανοδική πορεία της χώρας.

Όμως, πρέπει να χτίζεται διαχρονικά, με όρους ειλικρίνειας και εθνικής ευθύνης, και όχι ευκαιριακά, με «χαρτοπαικτικούς» όρους.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «λεόντιες» συμπεριφορές του τύπου «τα κέρδη δικά μου, τις ζημιές τις μοιράζουμε».

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με «κουτοπόνηρες» προσπάθειες διάχυσης και μετακύλισης ευθυνών.

Δεν μπορεί να επιτευχθεί με καιροσκοπικές προσεγγίσεις, με επικίνδυνους ακροβατισμούς, με μικροκομματικούς υπολογισμούς.

Η εθνική συνεννόηση απαιτεί, από όλους, αυτογνωσία, αυτοκριτική, ειλικρίνεια προθέσεων, σαφήνεια θέσεων, για να προκύψουν δεσμεύσεις και συμβιβασμοί.

Πάνω από όλα δε, απαιτεί αξιοπιστία και εμπιστοσύνη.

Και η εμπιστοσύνη οικοδομείται.

Δεν υποκλέπτεται, ούτε εκβιάζεται.

Η εθνική συνεννόηση κερδίζεται από όλους και δεν χαρίζεται ευκαιριακά σε κανέναν, για να καλύψει, περιστασιακά, τις ανάγκες του.

Ούτε χαρίζεται ως δώρο σε κανέναν για να το περιφέρει στα «διεθνή σαλόνια».

Η Νέα Δημοκρατία, στη μακρά της διαδρομή, έχει αποδείξει ότι τηρεί εθνικά υπεύθυνη στάση.

Δεν κερδοσκοπεί πολιτικά πάνω στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών.

Κατά την ψήφιση της συμφωνίας της Συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, είχαμε τονίσει ότι θα αξιολογούμε, διαρκώς, τη «μετάφρασή» της σε πολιτικές και μέτρα.

Τις ωφέλιμες στρατηγικές για την πορεία της χώρας, θα τις στηρίζουμε.

Τις ωφέλιμες πολιτικές για τα αδύναμα και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα θα τις στηρίζουμε.

Όλες τις άλλες στρατηγικές και πολιτικές δεν θα τις στηρίζουμε.

Λευκή επιταγή δεν δίνουμε.

Και αυτό πράττουμε ως Αξιωματική Αντιπολίτευση.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, καταψηφίζουμε τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2016.

Ομιλία στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων επί του Κρατικού Προϋπολογισμού 2016

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Ο πρώτος Προϋπολογισμός Κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα αποτελεί ιστορικό γεγονός.

Τα μεγέθη του:

  • Επιβεβαιώνουν την κατάρρευση των μύθων που η αυτοαποκαλούμενη ριζοσπαστική Αριστερά, επί χρόνια, καλλιεργούσε.
  • Δείχνουν ότι η δήθεν αριστερή πολιτική ρητορική και αριστερή κοινωνική ευαισθησία είναι απολύτως κενές περιεχομένου.
  • Αναδεικνύουν την καλπάζουσα αναξιοπιστία της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που δείχνει πλεόνασμα πολιτικού θράσους και έλλειμμα αρχών, σεβασμού στη νοημοσύνη των άλλων και στρατηγικού σχεδίου για τη χώρα.
  • Επιβεβαιώνουν την αδυναμία της Κυβέρνησης να σχεδιάσει ρεαλιστικά και να εκτελέσει αποτελεσματικά.
  • Καταδεικνύουν ότι η χώρα, με βαριά βήματα «σημειωτόν», βουλιάζει στο τέλμα.
  • Επιβεβαιώνουν την επιστροφή της χώρας στην ύφεση, στα πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα και στην αύξηση του δημοσίου χρέους.
  • Αποκαλύπτουν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, με την επιβολή νέων φόρων, οι οποίοι «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία, και με περικοπές στις συντάξεις και στα επιδόματα.
  • Καταδεικνύουν ότι το 2016 θα είναι χειρότερο, κυρίως μακροοικονομικά, έτος από το 2015, το οποίο, με τη σειρά του, είναι πολύ χειρότερο από το 2014.

Η Νέα Δημοκρατία, το μεγαλύτερο μεταπολιτευτικά, με όρους αθροιστικής εμπιστοσύνης των πολιτών, κόμμα της χώρας, αξιολογεί τον Προϋπολογισμό με κριτήριο το συμφέρον της Πατρίδας, υπό την οπτική του ιστορικά δικαιωμένου ιδεολογικού και πολιτικού της πυρήνα.

Αυτόν του ριζοσπαστικού, του κοινωνικού φιλελευθερισμού και της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Πυρήνας που μας οδηγεί στην διαρκή αναζήτηση αρμονικής ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, με στόχο την αποτελεσματική προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

 

Η Νέα Δημοκρατία, με αυτά τα κριτήρια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για έναν αντιαναπτυξιακό, οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο Προϋπολογισμό, που οδηγεί την Ελληνική οικονομία σε ένα «καθοδικό σπιράλ».

Έναν Προϋπολογισμό «πασπαλισμένο» με την γνωστή «αριστερή χρυσόσκονη» της απόκρυψης της αλήθειας και της παραπλάνησης.

Ας «φυσήξουμε», όμως, τη χρυσόσκονη και ας περάσουμε στην ουσία των πραγμάτων:

1ον. Η Ελληνική οικονομία, ήδη από το 3ο τρίμηνο του 2015, έχει επιστρέψει στην ύφεση.

Την ίδια περίοδο που η Ευρωζώνη «επιταχύνει προς τα εμπρός», η Ελλάδα «κάνει όπισθεν».

Μάλιστα, η προοπτική για το 2016 είναι χειρότερη από το 2015.

Η Κυβέρνηση εκφράζει την ικανοποίησή της γιατί η οικονομία εφέτος θα παρουσιάσει καλύτερο του προβλεπόμενου ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ.

Ξεχνά όμως, ως συνήθως σκοπίμως, ότι ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα είναι καλύτερος σε σχέση με τις προβλέψεις που η ίδια έκανε στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, πριν έναν μήνα.

Όπως επίσης ξεχνά σκοπίμως ότι, το 2014 επιτεύχθηκε θετικός ρυθμός μεταβολής, ότι παρέλαβε οικονομία σε δυναμική μεγέθυνσης και ότι η πρόβλεψη τότε, για το 2015, ήταν για αρκετά υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης, άνω του 2,5%.

Συνεπώς, την ευθύνη για την επιστροφή της χώρας στην ύφεση φέρει αποκλειστικά, η Κυβέρνηση της Αριστεράς.

 

2ον. Το οικονομικό κλίμα επιδεινώθηκε.

Κυμαίνεται στις 89,1 μονάδες για τους πρώτους 10 μήνες του 2015, έναντι μέσου όρου 99,2 μονάδων το αντίστοιχο διάστημα του 2014.

Όπως αναφέρει, μάλιστα, και ο Προϋπολογισμός, «οι ενδείξεις που προκύπτουν από την παρατήρηση της πτώσης του δείκτη οικονομικού κλίματος λαμβάνουν μεγαλύτερη βαρύτητα αν εξεταστούν στο πλαίσιο του βελτιωμένου οικονομικού κλίματος στην Ευρωζώνη, όπου το 2015 έχουν σημειωθεί αυξήσεις του δείκτη αρκετά πάνω από το κατώφλι των 100 μονάδων βάσης».

Δηλαδή, επιβεβαιώνεται και με αυτό τον δείκτη ότι, την ίδια περίοδο που η Ευρωζώνη «επιταχύνει προς τα εμπρός», η Ελλάδα «κάνει όπισθεν».

3ον. Η δημόσια οικονομία επέστρεψε σε πρωτογενές έλλειμμα το 2015.

Η επιστροφή μάλιστα στα πρωτογενή ελλείμματα γίνεται παρά τη λήψη νέων, πρόσθετων, επώδυνων μέτρων λιτότητας, ύψους άνω του 1,5 δισ. ευρώ μόνο για το 2015.

Και ο λογαριασμός όλο και «ανεβαίνει», όλο και διογκώνεται.

Και αυτό έγινε μετά από 2 χρόνια, το 2013 και το 2014, επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων.

Αυτό είναι το δημοσιονομικό «αποτύπωμα» της «αριστερής» διακυβέρνησης.

4ον. Ο Κοινωνικός Προϋπολογισμός «βουλιάζει» στα ελλείμματα.

Συγκεκριμένα, σε ταμειακή βάση, παρουσιάζει αυξημένο έλλειμμα το 2015, το οποίο προβλέπεται να διευρυνθεί και να «σκαρφαλώσει» στα 2,1 δισ. ευρώ το 2016.

Στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης παρατηρείται, εκτιμάται και προβλέπεται επιδείνωση στις ασφαλιστικές εισφορές, στη συνταξιοδοτική δαπάνη, στις απλήρωτες υποχρεώσεις.

Ενώ στον Προϋπολογισμό δεν περιλαμβάνεται κανένα ενθαρρυντικό στοιχείο για ουσιαστικές, χρηματοδοτικά καλυμμένες, παρεμβάσεις στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής.

5ον. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα διογκώνονται.

Σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης, αυτές διαμορφώθηκαν περίπου στα 6 δισ. ευρώ το εννεάμηνο του 2015, αυξημένες κατά 58% σε σχέση με το τέλος του 2014.

Υπενθυμίζεται ότι αυτές οι υποχρεώσεις είχαν μειωθεί κατά 60% την περίοδο 2012-2014.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει και ο Προϋπολογισμός της σημερινής Κυβέρνησης, «η προσπάθεια ξεκίνησε το έτος 2012 με την ενεργοποίηση ενός προγράμματος χρηματοδότησης για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τρίτους, με την τήρηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, το οποίο υλοποιήθηκε ως το τέλος του 2014».

Σήμερα, δεν υφίσταται κανένα χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής τους, αφού, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό, «οι εκταμιεύσεις θα προσαρμόζονται ανάλογα με τις δυνατότητές του, τις ταμειακές κάθε φορά συνθήκες και την πορεία της χρηματοδότησης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας».

Δηλαδή, αναλαμβάνονται ασαφείς, «αριστερής κοπής» δεσμεύσεις, με απλή παραπομπή σε σχετική υπουργική απόφαση, για ένα μείζον ζήτημα που απασχολεί τον ιδιωτικό τομέα.

 

6ον. Το ύψος των πρόσθετων μέτρων της Κυβέρνησης της Αριστεράς, για την περίοδο 2015-2016, εκτιμάται, αρχικά, στα 5,7 δισ. ευρώ.

Μέτρα που αποτυπώνουν την ιδεοληπτική, αριστερή εμμονή στην αύξηση υφιστάμενων ή στην επιβολή νέων φόρων.

Μέτρα, όπως είναι:

  • Η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων.
  • Η αύξηση των συντελεστών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου ασφαλίστρων.
  • Η αύξηση των συντελεστών φορολόγησης του εισοδήματος από ενοίκια, που η Κυβέρνηση δήθεν «είχε αποσύρει».
  • Η κατάργηση της έκπτωσης εφάπαξ πληρωμής φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων.
  • Η κατάργηση απαλλαγών υποχρέωσης πληρωμής του ΕΝΦΙΑ.
  • Η αύξηση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος στα νομικά πρόσωπα, στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους αγρότες.
  • Η σταδιακή κατάργηση της επιστροφής του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο για αγροτική χρήση.
  • Η αύξηση των συντελεστών του φόρου εισοδήματος στους αγρότες.

Μέτρα που «στραγγαλίζουν» την πραγματική οικονομία και διαλύουν τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

7ον. Ο «λογαριασμός» των μέτρων θα είναι πολύ υψηλότερος.

Κι αυτό γιατί:

α) Υπάρχει μια σειρά από νέα μέτρα, τα οποία ακόμα είναι αδιευκρίνιστα ή δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί. Μεταξύ αυτών είναι η μείωση όλων των ορίων για τις κατασχέσεις, η κατάργηση φοροαπαλλαγών φυσικών και νομικών προσώπων κ.α.

β) Υπάρχουν μέτρα, κυρίως στο σκέλος των δαπανών, τα οποία δεν έχουν καταγραφεί. Για παράδειγμα, οι καταγεγραμμένες στον Προϋπολογισμό παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα και στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας είναι «λειψές». Υπολείπονται αυτών που η Κυβέρνηση έχει δεσμευθεί έναντι των εταίρων, και οι οποίες ανέρχονται στο 1,5% του ΑΕΠ για το 2016. Άρα υπάρχουν πρόσθετα, «κρυφά» μέτρα.

γ) Υπάρχουν, σύμφωνα με το 3ο Μνημόνιο, και πρόσθετα μέτρα για την περίοδο 20172018 αξιόπιστα διαρθρωτικά μέτρα που θα αποφέρουν τουλάχιστον ¾% του ΑΕΠ το 2017 και ¼% του ΑΕΠ το 2018»).

Αυτή είναι η δημοσιονομική προοπτική της χώρας και της οικονομίας της, με τις υπογραφές της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

8ον. Οι συντάξεις περικόπτονται, μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Ωστόσο, κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η αναφορά του Προϋπολογισμού ότι «οι περικοπές δαπανών θα αφορούν σε τομείς που δεν επηρεάζουν ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών».

Και αυτό γιατί το 77% της περιστολής στις δαπάνες αφορά περικοπές σε συντάξεις, παροχές κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικά επιδόματα.

Περικοπές που έχουν ήδη γίνει και κυρίως θα ακολουθήσουν, ύψους άνω των 2 δισ. ευρώ.

Όπως είναι, ενδεικτικά, η μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων, η μείωση των εφάπαξ, η αύξηση των εισφορών των ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, η μείωση των δικαιούχων παροχής ΕΚΑΣ με την αύξηση των εισοδηματικών κριτηρίων, η μείωση κατά 50% του επιδόματος θέρμανσης.

Πρόκειται για πολιτικές που πλήττουν άμεσα και ευθέως τα εισοδήματα των πολιτών.

Η Κυβέρνηση, για ακόμη μία φορά, προσπαθεί να παραπλανήσει, «βαπτίζοντας» το «κρέας», «ψάρι».

Οι πολίτες, όμως, έχουν αρχίσει να υφίστανται το κόστος των πολιτικών της, ακόμη και αυτοί που εμπιστεύθηκαν τον ΣΥΡΙΖΑ δυσφορούν, και έχουν αρχίσει να οργίζονται.

 

Ακόμη και η διάθεση των 200 εκατ. ευρώ, το 2015, για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, δεν κατέστη εφικτή.

Κι αυτό, παρά τις πομπώδεις διατυπώσεις του Προϋπολογισμού ότι «η Κυβέρνηση κατάφερε να προσφέρει την απαραίτητη στήριξη σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση».

Σύμφωνα με απάντηση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών σε σχετική Κοινοβουλετική Ερώτηση, αποδεικνύεται ότι εφέτος θα δαπανηθούν μόλις 108 εκατ. ευρώ!

Και του χρόνου θα είναι ακόμη λιγότερα

Υπενθυμίζεται ότι για το ίδιο λόγο, το 2014, είχε διανεμηθεί, ως «κοινωνικό μέρισμα», για τη στήριξη πολιτών και οικογενειών με χαμηλό συνολικό ετήσιο εισόδημα και ακίνητη περιουσία μικρής αξίας, ποσό ύψους 455 εκατ. ευρώ.

Ο μύθος της δήθεν κοινωνικής ευαισθησίας της Αριστεράς καταρρέει, και σε αυτό το πεδίο.

Όπως κατέρρευσε και στο πεδίο των συντάξεων, όπου αντί της χορήγησης 13ης σύνταξης, προχώρησαν σε  περικοπή των συντάξεων.

Όπως κατέρρευσε και με την άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, όπου αντί της περιβόητης «σεισάχθειας» και του «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», έχουμε τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών.

9ον. Το 2015, τα φορολογικά έσοδα είναι τα χαμηλότερα της τελευταίας δεκαετίας.

Παρά τους πρόσθετους φόρους που επέβαλλε εφέτος η Κυβέρνηση της Αριστεράς.

Αυτό οφείλεται, κυρίως, στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Με αποτέλεσμα, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές των πολιτών προς το Κράτος να συνεχίζουν να αυξάνουν, μήνα με τον μήνα, και να διαμορφώνονται στα 82 δισ. ευρώ, υψηλότερες κατά 10 δισ. ευρώ από το τέλος του 2014.

 

Το 2016,  τα φορολογικά έσοδα προβλέπονται αυξημένα κατά 2 δισ. ευρώ έναντι του 2015.

Και αυτό, ενώ η οικονομία θα βρίσκεται σε ύφεση.

Συνεπώς, η πρόβλεψη για αυξημένα έσοδα δεν μπορεί παρά να εδράζεται, αποκλειστικά, στα νέα φορολογικά μέτρα της Κυβέρνησης της Αριστεράς, ύψους 2,2 δισ. ευρώ για το 2016.

10ον. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων αναμένεται να «κλείσει» στο ύψος του Προϋπολογισμού, αν και μέχρι σήμερα παραμένει καθηλωμένο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το δεκάμηνο του 2015, δηλαδή στα 5/6 της χρονιάς, οι δαπάνες του Προγράμματος ανήλθαν μόλις στα 2,8 δισ. ευρώ.

Έτσι, μέχρι το τέλος του έτους, μέσα σε 2 μήνες, θα πρέπει να δαπανηθεί ποσό σχεδόν 1,5 φορά μεγαλύτερο από αυτό που έχει δαπανηθεί στο δεκάμηνο, προκειμένου να επιτευχθεί ο ετήσιος στόχος.

Παράλληλα, το ποσοστό απορρόφησης των πόρων του ΕΣΠΑ 20072013 παραμένει περίπου στο επίπεδο που είχε επιτευχθεί στο τέλος του 2014.

Ενώ, για την περίοδο 20142020, σύμφωνα και με τον Προϋπολογισμό, η Ελλάδα είχε ήδη, από το παρελθόν, εξασφαλίσει πόρους ύψους 19,9 δισ. ευρώ.

Τους οποίους οφείλει να αξιοποιήσει το ταχύτερο δυνατόν, με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο.

11ον. Οι μειωμένοι δημοσιονομικοί στόχοι δεν εξασφαλίζουν σημαντικό δημοσιονομικό χώρο.

Η Κυβέρνηση εσφαλμένα θριαμβολογεί.

Η αλήθεια είναι ότι εκείνο που μετρά, είναι η συνεκτίμηση του ύψους των δημοσιονομικών στόχων σε σχέση με το ύψος των παρεμβάσεων που απαιτούνται για να υλοποιηθούν.

Οι  δημοσιονομικοί στόχοι εξαρτώνται από την κατάσταση και τη δυναμική της οικονομίας.

Υπενθυμίζω ότι οι «Θεσμοί», για το 2015, προέβλεπαν πρωτογενές πλεόνασμα κοντά στο 2% του ΑΕΠ, χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε πρόσθετου μέτρου.

Η Κυβέρνηση, αφού οδήγησε την οικονομία και πάλι στο «καθοδικό σπιράλ», παρουσιάζει ως επιτυχία την εκτίμηση ότι το 2015, χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε πρόσθετου μέτρου, θα έκλεινε με πρωτογενές έλλειμμα 1,5% του ΑΕΠ, ενώ η επίτευξη στόχου για πρωτογενές έλλειμμα 0,2% του ΑΕΠ απαιτεί πρόσθετα μέτρα λιτότητας, ύψους άνω του 1,5 δισ. ευρώ.

Δηλαδή, η χώρα, υπό τη διακυβέρνηση της Αριστεράς, παρουσιάζει πρωτογενές έλλειμμα, με πρόσθετα μέτρα λιτότητας και συνακόλουθα ισόποση επιβάρυνση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών του Κράτους, δηλαδή του δανεισμού της.

 

12ον. Προέκυψε ανάγκη μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Με κεφαλαιακές ανάγκες που οφείλονται, όπως έδειξε και η Έκθεση της ΕΚΤ, στα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015.

Και πιο συγκεκριμένα, στη χειροτέρευση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος για εφέτος και τα επόμενα χρόνια, στα νέα, πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα της Κυβέρνησης, στους κεφαλαιακούς περιορισμούς, στη μείωση της αξίας των εξασφαλίσεων, στην αναμενόμενη αυξημένη ροή νέων επισφαλών δανείων.

Συνεπώς, η νέα ανακεφαλαιοποίηση φέρει την υπογραφή της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

Μια ανακεφαλαιοποίηση:

  • που προσθέτει κόστος στους φορολογούμενους,
  • που συρρικνώνει δραματικά την Ελληνική ιδιωτική και δημόσια συμμετοχή,
  • που απαξιώνει τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου,
  • που εκμηδενίζει την αξία του χαρτοφυλακίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, λόγω της δραστικής μείωσης των ποσοστών συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών,
  • που τροποποιεί, επί το δυσμενέστερο, τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι στην περίπτωση της Εθνικής Τράπεζας η πώληση του συνόλου της συμμετοχής της στην Finansbank.

Θυμίζουμε ότι η επένδυση αυτή έγινε το 2006, επί Κυβέρνησης της ΝΔ, σε κλίμα «λυσσαλέας» αντίδρασης των κομμάτων της τότε Αντιπολίτευσης.

Επένδυση που αφορούσε την 5η μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα στην Τουρκία, η οποία κάλυπτε το μεγαλύτερο ποσοστό των εργασιών του Ομίλου στο εξωτερικό, συμμετείχε σημαντικά στα μεγέθη του και συνέβαλε, καθοριστικά, στην κερδοφορία του.

Καλούμε συνεπώς, για ακόμη μία φορά, την Κυβέρνηση να απαντήσει συγκεκριμένα, έστω εκ των υστέρων, στο κεντρικό ερώτημα:

H μεγάλη και υψηλού συμβολισμού επένδυση του 2006, υπήρξε για την εθνική μας οικονομία και τη χώρα, συμφέρουσα, ασύμφορη ή ουδέτερη;

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να παίρνουν συγκεκριμένες απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα.

Αρκετή ζημιά υπέστη η χώρα από τις, επί δεκαετίες, ασάφειες και τις γκρίζες ζώνες που καλλιέργησε η ριζοσπαστική, αριστερή, και όχι μόνο, εκδοχή στη δημόσια ζωή.

 

13ον. Τα πεπραγμένα της Κυβέρνησης στο πεδίο των αποκρατικοποιήσεων είναι πενιχρά.

Κι αυτό, παρά τις διατυπώσεις του Προϋπολογισμού, σε αντίθεση με ότι επί χρόνια η Αριστερά υποστήριζε, για «τα πολλαπλά οφέλη» τους στην Ελληνική οικονομία.

Και μάλιστα με πρώτο στην καταγραφή, «την άμεση μείωση του δημοσίου χρέους».

Όταν μέχρι και τον εφετινό Ιούνιο υποστηρίζατε ότι τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις δεν πρέπει να «κατευθύνονται» για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Η Κυβέρνηση, και στο πεδίο αυτό, είναι «εγκλωβισμένη» ανάμεσα στις ιδεοληψίες της και στην επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, που η ίδια προκάλεσε.

14ον. Το δημόσιο χρέος και πάλι διογκώνεται.

Το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, διαμορφώνεται περίπου στο 188% το 2016, αυξημένο κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέσα σε 2 χρόνια.

Και επειδή πολλές φορές η Κυβέρνηση θριαμβολογεί ότι δήθεν «κατάφερε επιτέλους να ανοίξει το θέμα του χρέους», η αλήθεια είναι η εξής:

Το ύψος και το «προφίλ» του χρέους, μετά το 2012, βελτιώθηκαν αισθητά.

Αποδείξεις;

α) Το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά περίπου 40 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2014.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

β) Το 2014, η μέση σταθμική υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του δημοσίου χρέους ήταν τα 16,2 έτη. Το 2011, η διάρκεια ήταν 6,3 έτη.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

γ) Το 2014, οι τόκοι ανέρχονταν στα 5,5 δισ. ευρώ. Το 2011, ήταν στα 16,1 δισ. ευρώ.

Αυτό επιβεβαιώνεται και στον Προϋπολογισμό της Κυβέρνησης της Αριστεράς.

Όλα αυτά τα έχει προσυπογράψει ο κ. Τσίπρας, στην απόφαση της 12ης Ιουλίου, σύμφωνα με την οποία: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ υπενθυμίζει ότι τα κράτημέλη της Ευρωζώνης έχουν θεσπίσει κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών μία αξιοσημείωτη δέσμη μέτρων προς υποστήριξη της βιωσιμότητας του χρέους της Ελλάδας, η οποία εξομάλυνε την πορεία εξυπηρέτησης του χρέους της Ελλάδας και μείωσε το κόστος σημαντικά».

Συνεπώς, πως η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι «ανοίγει για πρώτη φορά το θέμα του χρέους», όταν η ίδια υποστηρίζει ότι έχει ενισχυθεί σημαντικά η βιωσιμότητα του χρέους κατά το παρελθόν;

Οι ανακρίβειες και τα ψεύδη αποτελούν δομικό στοιχείο της Αριστερής κυβέρνησης.

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους επιδεινώθηκε ραγδαία κατά το 2015.

Όπως καταγράφει και η Έκθεση του ΔΝΤ, της 25ης Ιουνίου 2015, που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ κατέθεσε στη Βουλή, «οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τους τελευταίους μήνες στην επιδείνωση της Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους είναι η μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, η αναθεωρημένη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, τα χαμηλότερα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις και πιθανές επιπρόσθετες οικονομικές ανάγκες του τραπεζικού συστήματος».

Το αποτέλεσμα είναι το δημόσιο χρέος κατά το 2015 να αυξάνεται, ως απόλυτος αριθμός, εξαιτίας της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, και ως ποσοστό του ΑΕΠ, λόγω της μείωσης του ΑΕΠ.

Οι προβλέψεις του ΔΝΤ για την εξέλιξη του δημοσίου χρέους αποκαλύπτουν την εφιαλτική δυναμική του, που πυροδότησαν οι ανερμάτιστοι χειρισμοί της Κυβέρνησης.

Άρα, καθίσταται αναπόφευκτη η λήψη πρόσθετων παραμετρικών μέτρων για την ενίσχυση της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους. Η απόφαση κατά τη Σύνοδο Κορυφής, της 12ης Ιουλίου 2015, επιβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου του 2012.

Συγκεκριμένααναφέρει ότι «σύμφωνα με το πνεύμα της δήλωσης της Ευρωομάδας του Νοεμβρίου του 2012, η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμο επίπεδο».

Και προσθέτει: «Η Σύνοδος Κορυφής για το Ευρώ τονίζει ότι δεν μπορούν να αναληφθούν απομειώσεις της ονομαστικής αξίας του χρέους».

Ο κ. Τσίπρας, επί χρόνια, καλλιεργούσε ψευδαισθήσεις με «τζάμπα παλληκαριές» για τη λύση του προβλήματος του δημόσιου χρέους.

Τώρα, προσγειώθηκε στην πραγματικότητα και θεωρεί ως επιτυχία την εφαρμογή ρυθμίσεων που συζητούνται από τα τέλη του 2012.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση της Αριστεράς, πέραν των ευθυνών που φέρει γιατί επί δεκαετίες «πετροβόλησε» κάθε προσπάθεια νοικοκυρέματος που έκαναν προηγούμενες Κυβερνήσεις, ευθύνεται γιατί η ίδια, ως Κυβέρνηση, οδηγούμενη από αριστερές ιδεολοψίες, εμμονές και δογματισμούς, περιέφερε, ασκόπως, τη χώρα σε περιβάλλον «δημιουργικής ασάφειας», οδηγώντας την σε πλήρες αδιέξοδο.

Αγνοώντας τους κανόνες διαπραγμάτευσης «ροκάνισε» πολύτιμο χρόνο.

Χωρίς στρατηγικό σχέδιο για τη χώρα διεξήγαγε ένα  προσχηματικό δημοψήφισμα.

Και τελικά οδηγήθηκε, σπασμωδικά και φοβικά, στη σύναψη του 3ου Μνημονίου.

Το κόστος από τη διακυβέρνηση της Αριστεράς για τη χώρα και την οικονομία της, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, είναι μεγάλο.

Ένα μέρος αυτού του κόστους αποτυπώνει ο Προϋπολογισμός του 2016.

Οι πολίτες, το αισθάνονται, δυσφορούν, αισθάνονται εξαπατημένοι και έχουν αρχίσει να οργίζονται.

Και όπως είχε υποστηρίξει ο κ. Τσίπρας, πριν ένα χρόνο (7.12.2014), κατά την αντίστοιχη συζήτηση του Προϋπολογισμού:

«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ο λαός μας το έχει εμπεδώσει πια και νομίζω ότι πρέπει να το εμπεδώσετε και εσείς: Το μνημόνιο δεν είναι κάτι από το οποίο μπορεί κανείς να μπαινοβγαίνει. Όποιος το υπηρετήσει δεν βρίσκει εύκολα την πόρτα της εξόδου».

Η «αριστερή χρυσόσκονη» δεν επαρκεί για να κρύψει αυτή τη δυσάρεστη πραγματικότητα.

TwitterInstagramYoutube